Διμοιρίτης του Αρχηγείο Σινιάτσικου του ΕΛΑΣ. Γεννήθηκε στα Μούζενα του Πόντου το 1923. Πρόσφυγας έπειτα στα Λιβερά Κοζάνης. Έλαβε ηρωικά μέρος κατά την, αποτυχούσα, πρώτη απόπειρα των ανταρτών να καταλάβουν μόνοι τους την Κοζάνη τέλη Σεπτεμβρίου 1944. Φυλακίστηκε μεταπολεμικά. Τη στρατιωτική του θητεία, 1948- 1950, την εκπλήρωσε αρχικά στη Μακρόνησο κι έπειτα στην Καστοριά. Εικονίζεται με τη μητέρα του φορώντας στολή, ληφθείσα από Βούλγαρο αιχμάλωτο, που οι Νοτιοσέρβοι είχαν αποστείλει στη Φλώρινα. Κρατά γερμανικό αυτόματο στάγιερ.

Διμοιρίτης του Αρχηγείο Σινιάτσικου του ΕΛΑΣ. Γεννήθηκε στα Μούζενα του Πόντου το 1923. Πρόσφυγας έπειτα στα Λιβερά Κοζάνης. Έλαβε ηρωικά μέρος κατά την, αποτυχούσα, πρώτη απόπειρα των ανταρτών να καταλάβουν μόνοι τους την Κοζάνη τέλη Σεπτεμβρίου 1944. Φυλακίστηκε μεταπολεμικά. Τη στρατιωτική του θητεία, 1948- 1950, την εκπλήρωσε αρχικά στη Μακρόνησο κι έπειτα στην Καστοριά. Εικονίζεται με τη μητέρα του φορώντας στολή, ληφθείσα από Βούλγαρο αιχμάλωτο, που οι Νοτιοσέρβοι είχαν αποστείλει στη Φλώρινα. Κρατά γερμανικό αυτόματο στάγιερ.

Καμία επίθεση του ΕΛΑΣ και κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου του 1944 δεν αντιμετώπισαν οι Γερμανοί –με την εξαίρεση του Βατερού- ώστε να προσφέρουν την αρωγή τους στους αμυνόμενους οπλίτες του ΕΕΣ. Ετοιμαζόμενοι να εγκαταλείψουν την Ελλάδα κατέφθαναν στην Κοζάνη μέσω των στενών του Σαρανταπόρου και των Χασίων φάλαγγές των από τη νότια Ελλάδα, στις οποίες είχαν προσκολληθεί κι Έλληνες πολίτες που είχαν εκτεθεί ως ένοπλοι αντίπαλοι των ανταρτών, όπως οι αντίστοιχοι της οργάνωσης ΕΑΣΑΔ (Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομουνιστικής Δράσεως) της Θεσσαλίας. Οι τελευταίοι μην επιθυμώντας να ακολουθήσουν περαιτέρω τους Γερμανούς έμειναν για δύο μέρες στην πόλη της Κοζάνης κι έπειτα προχώρησαν στα Πετρανά.

Τους υποχωρούντες Γερμανούς ενοχλούσαν μέχρι τη νότια όχθη του Αλιάκμονα τμήματα του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας επί το πλείστον, καθώς οι τοπικές μονάδες των ανταρτών της περιοχής μαζί με το Εφεδρικό είχαν εγκαταλείψει την Κοζάνη κι ακροβολιστεί κατά μήκος των συνόρων με τη Γιουγκοσλαβία για να μην επιτρέψουν την είσοδο ανταρτών του ΣΝΟΦ τους οποίους κατόπιν αψιμαχιών είχαν εκδιώξει από την Ελλάδα.

Πίσω από τους αντάρτες ακολουθούσαν μηχανοκίνητα βρετανικά τμήματα με το όνομα Force 133, που είχαν αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο και καταυλιστεί τελικά στη Σιάτιστα. Εκεί εξυφάνθηκε σχέδιο επίθεσης εναντίον της Κοζάνης, αφού πρώτα επιδιώχτηκε από την πλευρά των Βρετανών η παράδοση των οπλιτών του ΕΕΣ σε μία συνάντηση που είχε οριστεί μεταξύ τους έξω από την πόλη, στην ύπαιθρο μεταξύ Αργίλλου και Λευκόβρυσης. Κανείς όμως δεν προσήλθε από την πλευρά του ΕΕΣ είτε επειδή οι Γερμανοί είχαν τοποθετήσει παντού φυλάκια είτε εξ αιτίας του φόβου των οπλιτών προς τον ΕΛΑΣ.[1]

Όλοι οι οπλίτες του ΕΕΣ, τους οποίους προφανώς οι Γερμανοί δεν εμπιστεύονταν να παρευρίσκονται εκεί την ημέρα της αποχώρησής των, εγκατέλειψαν την πόλη και κατέφυγαν: τα τμήματα του καπετάν Παντελή στο Δρέπανο, οι Εορδείς στα Πετρανά και οι υπόλοιποι στα χωριά του Τσιαρτσιαμπά και των Μπουτζακίων, ανάλογα με τις συγγένειες.

Έτσι η επίθεση εναντίον της Κοζάνης το χάραμα της 27η Οκτωβρίου 1944[2] ήταν μία καθαρά βρετανογερμανική υπόθεση, καθώς ούτε οπλίτες έλαβαν μέρος[3] ούτε αντάρτες του ΕΛΑΣ.[4] Από τους τελευταίους απουσίαζε τόσο ο κατάλληλος οπλισμός όσο και η εκπόνηση σχεδίου μάχης εναντίον ενός ικανότατου, οχυρωμένου, πανέτοιμου κι εν απογνώσει αντιπάλου.

Ελάχιστοι αντάρτες ήταν διατεθειμένοι να θυσιάσουν τη ζωή τους όταν οι Γερμανοί αποχωρούσαν και να χάσουν όση προσδοκώμενη αίγλη και προνόμια. Ακόμη επιθυμούσε ο ΕΛΑΣ να διατηρήσει αξόδευτα τα πολεμοφόδιά του για να τα χρησιμοποιήσει άφθονα κατά του σημαντικότερου κατ΄ αυτόν αντιπάλου, των οπλιτών του ΕΕΣ που επί μήνες αποτελούσαν τον, σχεδόν αποκλειστικό, στόχο τους.

Διαβάστε όλο το άρθρο »

Ετικέτες: , , , , ,