Φανός στην πλατεία του χωριού το Μάρτη του 2008. Διακρίνεται η τεράστια φανοδόκη, όπου καίγονται διάφορα είδη ξύλων

Φανός στην πλατεία του χωριού το Μάρτη του 2008. Διακρίνεται η τεράστια φανοδόκη, όπου καίγονται διάφορα είδη ξύλων

 

Kαλογέρ(οι) Zαμπουργιανοί
πως παέντι απού μνι;
Aς είν” καλά η (Α)ιανή
μια δραχμή έχει του μνι!

(αποκριάτικο τετράστιχο της Κοζάνης)

 

Μετά τον, εδώ και μια βδομάδα, καταιγισμό δημοσιεύσεων κι ακροαμάτων για τους φανούς και την Αποκριά της Κοζάνης καιρός είναι να γραφτεί και λίγη ιστορία για το φανό ή, σωστότερα, για τους φανούς της Αιανής και της ευρύτερης περιοχής της.

Το ζήτημα των φανών έθιξαν παλιότερα αρκετοί ερασιτέχνες λαογράφοι κι όχι λίγοι διανοούμενοι σήμερα, αλλά δεν έχει ακόμα λήξει. Αφ’ ενός επειδή οι περισσότεροι από τους πρώτους στήριξαν το έργο τους επάνω σε ρομαντικά παραμύθια αφ’ ετέρου διότι οι δεύτεροι -με εξαιρέσεις εννοείται- υποστηρίζουν με ζέση τις ίδιες, παραδοσιακού τύπου, οπτικές.

Το ενεστώς κείμενο ανιχνεύει τις αρχές του φανού της Αιανής και ρίχνει φως στην ιστορική του πορεία. Φυσικά και δεν είναι πλήρες, αν δεν μελετηθούν συγκριτικά τα σχετικά ήθη κι έθιμα όλων των βαλκανικών, σύνοικών μας, λαών, ώστε να γίνουν οι φανοί φωτεινοί συνδετικοί δρόμοι κι όχι σκοτεινά διαχωριστικά μονοπάτια, όπως είναι σήμερα.

 

Φανός, ένα μεσαιωνικό έθιμο με ινδοευρωπαϊκές ρίζες

Παρ’ όλο που η ιδιωματική λέξη της Αιανής φανός= πυρσός και δαδί έρχεται από την αρχαιότητα, δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι έφτασε σε μας μέσω της συνεχούς χρήσης της. Γιατί η αρχαία Αιανή μικρή τοπογραφική σχέση έχει με το σημερινό της συνονόματό της χωριό και κατ’ επέκταση με την παλιότερη ονομασία του, την Κάλιανη.

Ας δεχτούμε λοιπόν ότι η αρχαία Αιανή εδράζονταν στο λόφο ονόματι Στ’ ράχ(η) μιγάλ(η), 2χμ ΒΒΑ της σημερινής Αιανής. Ο οικισμός έσβησε κατά τη Ρωμαιοκρατία και οι κάτοικοί της διασκορπίστηκαν. Ακολουθεί σιωπή 1700 χρόνων μέχρι να εμφανιστεί το 1927 το όνομα Αιανή, όταν μεταβαπτίζεται το κεφαλοχώρι Κάλιανη (λασπότοπος στην παλαιοσλαβική). Μια σκοτεινή ιστορική συνέχεια.

Ο σημερινός φανός δεν φαίνεται να σχετίζεται άμεσα με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης και είναι παρακινδυνευμένο να ταυτίζουμε επακριβώς τις αθηναϊκές αρχαίες αστικές γιορτές με τις μακεδονικές αγροτικές αντίστοιχες. Η καταγωγή του εθίμου είναι αρχαία ελληνική αλλά και ιλλυρική, εφ’ όσον ακριβώς το ίδιο έθιμο (παναΐ το λεν οι Αλβανοί) εξόν της φωνητικής του συγγένειας, περιέχει τα ίδια δρώμενα, ήτοι: κρέμασμα σκυλιών, φίλημα χεριών και φωτιές, το βρίσκουμε και στην Αλβανία.

Η υποθετική σκέψη Κοζανιτών λογίων ότι ο φανός ήρθε στην Κοζάνη από την Ήπειρο, επειδή ισχυρίζονται πως όλοι οι Κοζανίτες έλκουν την καταγωγή τους από κει, είναι πρόχειρη. Πρώτα επειδή η Κόζιανη υπήρχε νωρίτερα ως οικισμός, έπειτα διότι ο φανός άναβε, εκτός από την Κοζάνη, στις περιοχές Βεντζίων και Τσιαρτσιαμπά -το σχώρεμα και ο φανός προφανώς υπάρχουν και σε βορειότερα. Ο φανός είναι μεσαιωνικό έθιμο με ινδοευρωπαϊκές ρίζες.  Είναι απίθανο να βρούμε την ακριβή καταγωγή του, αν δεν μελετήσουμε όλα τα παραπλήσια βαλκανικά έθιμα.

 

Το κρέμασμα σκυλιών και γατιών

Αφού μας λείπουν λοιπές γραπτές πηγές, αντλούμε στοιχεία από την προφορική ιστορία. Παραδίδεται με ασφάλεια πως εδώ και δυο αιώνες οι φανοί της Κάλιανης ήταν τρεις. Άναβαν στις υψηλές θέσεις Κούλια, Αϊ-Γιωρς και Παλιουκόνακου, μαχαλάδες που διέθεταν τρία ξεχωριστά νεκροταφεία: της Αγίας Παρασκευής, του Αϊ-Γιωρ(η) και του σημερινού στην Αγία Τριάδα.

Η διαίρεση προφανώς σήμαινε τη διαφορετική καταγωγή των μαχαλιωτών. Και καθώς μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει γνωστή εκτεταμένη ανασκαφή στο χώρο της σημερινής Αιανής, υποθέτουμε ότι ο παλαιότερος μαχαλάς ήταν της Κούλιας, γιατί α) εκεί είχε την έδρα του ο πρώτος οθωμανικός αστυνομικός σταθμός β) εκεί κρεμούσαν τα σκυλιά και τα γατιά το απόγευμα της Κυριακής του φανού.

Για το κρέμασμα των ειρημένων τετραπόδων, σιωπούν οι τοπικοί λαογράφοι ίσως επειδή το βρίσκουν άγαρμπο. Όμως είχε πρακτική σημασία, καθώς από το ένα μέρος αγρίευε τα ήσυχα σκυλιά και γατιά κι από την άλλη μείωνε τον πολυπληθή αριθμό τους. Σύμφωνα μ’ αυτό περιέστρεφαν τα άτυχα ζώα τυλίγοντάς τα σε δυο σκοινιά και τα παρατούσαν από ύψος τριών περίπου μέτρων να σκάζουν ζαλισμένα σαν ώριμο καρπούζι στη γη και να κατρακυλούν στις πλαγιές της Κούλιας.

 

Οι φανοί

Το ίδιο απόγευμα οι συγγενείς και, ιδιαίτερα, οι γυναίκες φιλούσαν τα χέρια των μεγαλύτερων, για να φαν γλυκά και να συγχωρεθούν, πράξη που δήλωνε την πατριαρχική δομή της οικογένειας και τους στενούς συνεκτικούς δεσμούς της αγροτικής κοινωνίας του χωριού. Κατά μιαν οπτική την υποταγή στο αφεντικό της οικογένειας και στα αφεντικά της εξουσίας, όπως αυτή καθρεφτίζονταν μέσα στο εθιμικό στάτους.

Οι φανοί άναβαν το βράδυ. Από μέρες νέοι και άντρες έκοβαν στη φύση και κουβαλούσαν κέδαρα (κέδρα) για ν’ ανάψουν το φανό. Πουρνάρια δεν έβρισκαν επειδή δεν ήταν εύκαιρα για ξόδεμα: χρησίμευαν ως τροφή για τα ζώα και σαν ξύλα για μαγείρεμα, όταν δεν τα πουλούσαν στην πόλη της Κοζάνης. Ούτως ή άλλως τα βοσκήσιμα ζώα ήταν αρκετά, ώστε σπάνια έβρισκε κανείς κοντά στο χωριό πουρνάρι να ξεπερνά σε ύφος το μισό μέτρο.

Η βραδινή φωτιά προσέφερε ένα μυστηριακό φόντο στην τελετή και ζέσταινε τους θεατές της μέσα στην πρώιμη, ψυχρή, ανοιξιάτικη νύχτα. Άντρες κι έφηβοι το ‘στρωναν στο χορό, ενώ γυναίκες και κορίτσια κοιτούσαν απ’ έξω. Μερικοί χορευτές μεταμφιέζονταν, γιατί ντρέπονταν να ξεστομίσουν τα βρομόλογα των αυτοσχέδιων ριμών. Βάφονταν με κάρβουνο ή φορούσαν τσιόλια (πανιά) στο πρόσωπο για να μην αναγνωρίζονται εύκολα οι πρώτοι και καθόλου οι δεύτεροι.

Κάποτε ο νταουλτζής Μάρκος συνοδευόμενος από τον μποσταντζή Θύμιο είχε έρθει αποφασιστικά μεταμφιεσμένος στο φανό στο Παλιουκόνακου. Θες από το κρασί, θες από την πύρα της φωτιάς, θες από τα ντροπαλά πρόσωπα των παριστάμενων κορασίδων περιδινιζόμενος στις συστροφές του χορού, έβγαλε στο φως τον φαλλό του. Χωρίς περιστολή κι αιδώ, πλήρως εναρμονιζόμενος με τα τολμηρά άσματα των συνωδών του. Δεν νοιαζόταν ούτε για τη βλάστηση και την καρποφορία ούτε για τη θύμηση των νεκρών ούτε για τη διάβαση χειμώνα -Άνοιξης ούτε για τα όπλα που κυκλοφορούσαν οι Μακεδονομάχοι [sic] μέσα στο φανό. Για τέτοιες ρομαντικές έννοιες των λαογράφων δεκάρα δεν έδινε ο ιθύφαλλος τολμητίας.

 

Η εξέλιξη των φανών

Οι τρεις φανοί της Αιανής διατηρήθηκαν αναλλοίωτοι (αφαιρούμε την Κατοχή και τον Εμφύλιο, που δεν άναψαν) ως τα μέσα της δεκαετίας του ΄70, εποχή που εξηλεκτρίστηκε το χωριό, κατασκευάστηκε η μεγάλη τσιμεντένια γέφυρα προς το Ρύμνιο και πλήθυναν τα μεταφορικά μέσα. Οι φανοί άναβαν τώρα σε κάθε γειτονιά, γιατί η πιτσιρικαρία έβρισκε άφθονα λάστιχα αυτοκινήτων για να κάψει στο φανό. Κλεψίματα και μάχες με πέτρες συνέβαιναν βδομάδες πριν από το άναμμά τους, κατάσταση που συνεχίστηκε μέχρι να απαγορευτούν το κάψιμο των ροδών από την αστυνομία.

Το 1998 άναψαν δυο φανοί: οι Ξινύχτις (Ξενύχτες) δίπλα στο ναό της Αγίας Παρασκευής με χορηγό το κλαμπ Smile και οι Μυρμηγκιάιδις κοντά στο γήπεδο. Τον επόμενο χρόνο στήθηκε ένας κοινός φανός στην πλατεία. Η τελετή είχε εξελιχθεί: πλήρωνε ο Δήμος, υπήρχαν μεγάφωνα με κλαρίνα, απαγγέλλονταν ελάχιστα σεξιστικά στιχάκια κι άρχισαν να χορεύουν και γυναίκες. Υπάρχει φανοδόκη, σιδερένια, και γεμίζει με ξύλα, όχι πια κέδρα ή λάστιχα.

Δυο χρόνια αργότερα ο φανός ήταν μόνο ένας, «Τσ’ Μυρμήγκους», καθώς ο τοπικός πολιτισμικός σύλλογος ανασυγκροτούνταν σε νέες βάσεις, ενώ ο Δήμος Αιανής έστεκε αμήχανος μπροστά στον οργασμό των ιδιαιτεροτήτων. Ψυχή των Μυρμηγκιάηδων ήταν νεολαίοι της περιοχής «Μυρμήγκου» (είχε πολλές μυρμηγκοφωλιές παλιότερα), που, λαμβάνοντας μόνοι τους πρωτοβουλία, έβαλαν μισό εκατομμύριο λεφτά και ξόδεψαν αρκετές εργατοώρες δουλειάς.

Ως πρώτο του χορού προσέλαβαν το λαϊκό ριμοπλάστη Αθανάσιο, γράφτηκε και κασέτα, η οποία παίζονταν στο φανό, ενώ οι χορευτές τραγουδούσαν play back. Τα άσματα ήταν ως επί το πλείστον πολιτικά κι ευτράπελα παρά τολμηρά και σεξιστικά όπως παλαιότερα.

 

Το εγγύς μέλλον

Λέγεται ότι ο τοπικός Δήμος προσέφερε 300 χιλιάρικα για τα έξοδα του φανού το 2000. Όμως το γενικό ζητούμενο είναι η περαιτέρω πορεία τους όπως επίσης και των τριών ενεργών συλλόγων της Αιανής (πολιτισμικός, ιππικός, ορειβατικός).

Υποθέτω ότι οι επόμενες αποκριάτικες εκδηλώσεις θα είναι οργανωμένες από το Δήμο στη γενική βάση:

έκδοση βιβλίου και CD rom με την ιστορία του φανού και τα τραγούδια του, παλιά και νέα.

Προετοιμασία ενός κεντρικού κυριακάτικου φανού στην Αιανή και περιφερειακών για τις επόμενες μέρες στα μικρότερα του Δήμου χωριά.

Ζωντανή αναμετάδοση του κεντρικού φανού από ιντερνετική διεύθυνση και τοπικό ραδιοσταθμό.

Κάλυψη φανών από τα τοπικά, ελληνικά κι ευρωπαϊκά ΜΜΕ πριν και μετά.

 

Οι πηγές

Δυστυχώς δεν μελετήθηκε το πρόσφατο βιβλίο της Ματίνας Μόμτσιου. Οπότε οι γραπτές πηγές περιορίζονται σε ανυπόγραφα άρθρα της εφημερίδας Γραμμή και σε ενυπόγραφα των φιλόλογων Κώστα Ντίνα και Χαρίτωνα Καρανάσιου (11.3.00, σ. 10, 14).

Από διάφορα βιβλία αντλεί επίσης κανείς πληροφορίες: στον Χ. Καζαρίδη για τον Πεντάλοφο, στην Α. Τζινίκου για το Βελβεντό, στον Ζ. Τσίρου για τη Βλάστη, στον Φ. Παπανικολάου για το Βόιο.

Στη σελίδα ourda.gr υπάρχουν εργασίες των λαογράφων Αλευρά και Λυριτζή. Εκτός τούτων περιηγήθηκα και στο Διαδίκτυο για τους φανούς στην Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη νότια Γιουγκοσλαβία.

Προφορικές αφηγήσεις πήρα από τον Αιανιώτη έμπορο Κώστα Γούλα, από τον Κνιδιώτη ξυλουργό Βαγγέλη Πάσχο κι από δυο Αλβανούς εργάτες στην Αιανή.

Τέλος τηλεφώνησα στο Χρήστο Γκέκα από τη Νέα Καρδιά Πτολεμαΐδας.

Έφηβος ων θυμάμαι καλά τον φανό στη θέση «Μύλους» και μικρότερος συμμετείχα σε κλοπές λαστίχων για τον ίδιο.

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε το 2000 στην εφημερίδα Γραμμή. Εδώ προσφέρεται ανακτενισμένο.

 

Ετικέτες: , ,