METAPTYXIAKO-TMHMATOS-ISTOR-για-μπλογκΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΛΛΙΑΝΙΩΤΗΣ

Οι αρχές της Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία (1941 – 1943)

πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία για τον τομέα της Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Λαογραφίας του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Εκπονήθηκε με την επίβλεψη του Καθηγητή κ. Ιωάννη Σ. Κολιόπουλου

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2000

 

Ο γυμνασιόπαις Σωτήριος (Τάκης) Τάρης από τη Βλάστη, κάτοικος Αργυροπουλίου Τυρνάβου. Με το ψευδώνυμο Παπαφλέσσας κατατάχτηκε από τους πρώτους στον ΕΛΑΣ Ολύμπου. Εκτελέστηκε από τους πρώην συντρόφους του αργότερα ως μη συμφωνών

Ο γυμνασιόπαις Σωτήριος (Τάκης) Τάρης από τη Βλάστη, κάτοικος Αργυροπουλίου Τυρνάβου. Με το ψευδώνυμο Παπαφλέσσας κατατάχτηκε από τους πρώτους στον ΕΛΑΣ Ολύμπου. Εκτελέστηκε από τους πρώην συντρόφους του αργότερα ως μη συμφωνών (Ιδιωτική Συλλογή οικογένειας Τάρη)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ………….………………………………… 1

Α΄. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ……….………………………………… 6

α΄) Η γη και οι άνθρωποι ……..………………. 6

β΄) Η αρχή της ρήξης …………….……………… 8

γ΄) Η δικτατορία Μεταξά …………………… 12

Β΄. ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ……….…………. 16

α΄) Το θερμό καλοκαίρι …..……….…………. 16

β΄) Ο ερχομός του ΕΑ …..…………….………… 26

γ΄) ΥΒΕ κι ΕΚΑ ………………..…………………….. 30

Γ΄. ΕΙΣΒΟΛΗ ΚΑΙ ΜΙΜΗΣΗ ……..……………… 40

α΄) Το αντάρτικο του Ολύμπου …..……….. 40

β΄) Ο ΕΛΑΣ της Δυτικής Μακεδονίας ….… 51

γ΄) Η συμφωνία ΕΑΜ –αξιωματικών …….. 58

Δ΄. ΥΨΩΣΗ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ ………………….……….. 63

α΄) Ο καυτός Μάρτης ………………….…………. 63

β΄) Η αναγκαστική συνύπαρξη …….……….. 70

γ΄) Το τέλος του πειράματος ………….……… 77

Ε΄. ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ ……………………………..……. 86

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ..………………………….………….. 91

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ………………………………….…………. 111

ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ .…………………………..…………. 122

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  ……………………………..…………. 123

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ενώ για την περίοδο της Κατοχής (1941 -44) στην Ελλάδα υπάρχουν αρκετές πηγές και ογκώδης βιβλιογραφία, για τις αρχές της Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία βρίσκει κανείς λίγες αναφορές κι ακόμα λιγότερα έγγραφα. Οι πρώτες εντάσεις λησμονήθηκαν να αποτυπωθούν εντύπως και τα περισσότερα έγγραφα έχουν χαθεί ή αφέθηκαν να χαθούν. Μετά την Κατοχή η λειψή ούτως ή άλλως εικόνα διαθλάστηκε μέσα από το πρίσμα του Εμφυλίου και της μεταπολεμικής περιόδου.

Το διαθέσιμο υλικό μπορούμε να το κατατάξουμε σε δύο ενότητες. Η πρώτη με τον τίτλο «ο κανόνας του αντικομμουνισμού» περιλαμβάνει έργα που γράφτηκαν μέσα στη νικητήρια ατμόσφαιρα της Δεξιάς: οι πέντε τόμοι του Γενικού Επιθεωρητή Νομαρχιών Μακεδονίας συνταγματάρχη Αθανασίου Ι. Χρυσοχόου εκδοθέντες στη Θεσσαλονίκη από το 1949 ως 1962 περιέχουν πολύ σημαντικές –αντικομμουνιστικές- πληροφορίες. Το βιβλίο του αντιστράτηγου Αθανάσιου Φροντιστή ΠΑΟ Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις, Ιστορία και προσφορά της εις την Εθνικήν Αντίστασιν 1941 –1945, Θεσσαλονίκη 1977, γράφτηκε με στρατιωτική πειθαρχία. Σημαντικό είναι το πόνημα του συνταγματάρχη Δημητρίου Ζαφειροπούλου Το ΚΚΕ και η Μακεδονία, τυπωμένο μεσούντος του Εμφυλίου. Ακόμα πιο βαρύτιμη αποδεικνύεται η απολογία του πρώην Εαμίτη δασκάλου Κωνσταντίνου Τσιούμη από το Τσοτύλι με τίτλο Ιστορία της Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία. Μια προσπάθεια ψύχραιμης αντιμετώπισης διακρίνεται στο δίτομο έργο του Παρμενίωνα Ι. Παπαθανασίου με τίτλο Για τον ελληνικό Βορρά, Μακεδονία 1941 –1944, Αντίσταση και τραγωδία, το ανέκδοτο αρχείο –ημερολόγιο του (τότε) ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1988. Ο αξιωματικός Ιωάννης Παπαθανασίου ήταν ένας από τους ιδρυτές της ΥΒΕ και στέλεχος αργότερα της ΠΑΟ.

Αυτά τα βιβλία, καθώς κι αποσπάσματα από άλλα παρόμοια, καλλιέργησαν τη γνώμη ότι το ΚΚΕ και το ΕΑΜ κατέχονταν είτε από βουλγαροφιλία είτε από διαθέσεις αυτονομισμού της Μακεδονίας. Επιδίωκαν να προσδώσουν στον κομμουνισμό την ευθύνη της διάσπασης του ένοπλου λαού της ΥΒΕ -ΠΑΟ στις αρχές του ΄43. Χρέωναν στον Εαμοβουλγαρισμό τις εκτελέσεις των Εθνικιστών αξιωματικών στο Βόιο και την Καστοριά, όπως και τα αντίποινα του Στρατού Κατοχής. Μέμφονταν και τους Συμμάχους που υποστήριζαν το κομμουνιστικό ΕΑΜ, αντί να κλίνουν προς το μέρος των Εθνικιστών.

Στον αντίποδα με τίτλο «η αντιφώνηση της Αριστεράς» υπάρχουν έργα σύγχρονα της Κατοχής, όπως η παράνομη εφημερίδα του ΕΑΜ Μακεδονίας «Ελευθερία», η οποία περιέχεται φωτογραφημένη στο βιβλίο του Σπύρου Κουζινόπουλου Ελευθερία, η άγνωστη ιστορία της πρώτης παράνομης οργάνωσης και εφημερίδας της κατοχής, εκδ. Β΄, Καστανιώτης, Θεσσαλονίκη 1986. Περισσότερο κατηγορηματικοί είναι δύο τόμοι του Μάρκου Βαφειάδη με τίτλο Απομνημονεύματα, 1940 -1944 και 1944 -1946, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1985 που επιμελήθηκε η Δ. Παρλιάρου –Λιανού. Εκδόσεις καπεταναίων του ΕΛΑΣ σαν του Βασίλη Νταϊλιάνη Το αντάρτικο στη Δυτική Μακεδονία, Κώδικας, Θεσσαλονίκη 1995, του Μάρκου Τσιούκρα ή Μπότσαρη Αντιστασιακά ενθυμήματα, 1941 –1993, Κοζάνη 1994 [πολυγραφημένο], του Αλέξη Ρόσιου (Υψηλάντη) Στα φτερά του οράματος, Εθνική Αντίσταση, διωγμοί μετά τη Βάρκιζα, Εμφύλιος 1946 –1949, πολιτική προσφυγιά, Κώδικας, Θεσσαλονίκη 1997 και του Αλέκου Σακαλή (Πετρόμπεη) Μνήμες, Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης, Κοζάνη 1998, προσκόμισαν, εκτός των δύο πρώτων, φειδωλές πληροφορίες για το ξεκίνημα της Αντίστασης στην περιοχή. Περισσότερο φως έριξε ο δάσκαλος και επιτελικός του ΕΛΑΣ Ζαχαρίας Δρόσος στο βιβλίο του Φαρδύκαμπος, Η Δυτική Μακεδονία στ’ άρματα, Αθήνα 1984. Πλούσιο υλικό προσέφερε ο τόμος Η δεκαετία του 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, πρακτικά συνεδρίου στο Τσοτύλι 30 Αυγ. –1 Σεπτ. 1996, Εταιρία Μελετών Άνω Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1998, που επιμελήθηκαν οι Ν. Καλογερόπουλος και Α. Κουτσούρης. Η σειρά των περιοδικών Εθνική Αντίσταση, που εκδίδονται από το 1964 στην Αθήνα, περιέχουν πολλές μικρές και πολύτιμες μαρτυρίες αγωνιστών της Κατοχής.

Τέτοιας λογής απολογίες και πλήθος άλλα έντυπα της Αριστεράς διηγούνται την αυτόνομη διάθεση του λαού για Αντίσταση «από τα κάτω» κι εξυμνούν τον αλάνθαστο ανθρωπισμό του ΕΑΜ. Οι αντικομμουνιστικές οργανώσεις ΕΚΑ και ΥΒΕ και οι Εθνικιστές ένοπλοι της περιοχής χαρακτηρίζονται «Δούρειοι Ίπποι» της Αντίστασης ή κατηγορούνται ανοιχτά σαν άμεσοι συνεργάτες είτε της κατοχικής διοίκησης είτε των Γερμανών.

Ανάμεσα στο πόλεμο Αντικομμουνιστών και Αριστεράς παρεμβάλλονται έργα οξύνοων και σύγχρονων Ιστορικών από τα οποία ελλείπει το πολιτικό πάθος και η έξαψη της άμεσης συμμετοχής: μια πολύτιμη ανατομία της Κατοχής από το Βρετανό C..M. Woodhouse με τίτλο Το μήλον της έριδος, η ελληνική Αντίσταση και πολιτική των μεγάλων δυνάμεων, Εξάντας 1976, γραμμένη στη Βρετανία το 1948, έστω κι αν οι αναφορές για την περιοχή είναι ελάχιστες. Την οργάνωση ΥΒΕ –ΠΑΟ προσέγγισε ο Γερμανός καθηγητής Χάγκεν Φλάισερ στο Στέμμα και Σβάστικα, η Ελλάδα της κατοχής και της αντίστασης 1941 –1944, τ. Β΄, Παπαζήσης, Αθήνα 1995. Ο καθηγητής της Ιστορίας Ιωάννης Ι. Κολιόπουλος με το έργο του Λεηλασία φρονημάτων, το μακεδονικό ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτική Μακεδονία 1941 –1944, τ. Α΄, Θεσ/νίκη, Βάνιας 1994 και με την αναθεωρημένη έκδοση του ιδίου έργου το 1995 διείσδυσε επιτυχώς στην καρδιά της Δυτικής Μακεδονίας, ασχολούμενος ειδικότερα με την περίπτωση των Σλαβομακεδόνων.

Εκτός από την ανάγνωση διάσπαρτων αναφορών σε βιβλία και εφημερίδες της Κατοχής και της περιόδου που ακολούθησε, χρειάστηκαν αναδιφήσεις σε Ιστορικά Αρχεία. Στην Κοζάνη τα Γενικά Κρατικά Αρχεία ήταν αρχειοθετημένα γενικά και πρόχειρα, ενώ τα αντίστοιχα του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης ήταν τελείως αταξινόμητα. σ’ αυτό οι αριθμοί των φακέλων και των εγγράφων εφευρέθηκαν από τον γράφοντα. Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας περιέχουν ορισμένα στοιχεία για την εξεταζόμενη περίοδο. Στη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού υπάρχουν επίσης σημαντικές εκθέσεις σύγχρονων με τα γεγονότα αξιωματικών ή ύστερες μ’ αυτά.

Η προκείμενη έρευνα έλαβε υπ΄ όψιν μαρτυρίες πρωταγωνιστών και κομπάρσων του δράματος. Όσοι έκλιναν προς την Αριστερά μιλούσαν με άνεση και νικητήρια ευφράδεια, ενώ οι «Εθνικισταί» εκφράζονταν με δυσκολία. Τα χρώματα της Κατοχής ξεδιπλώνονταν πάνω στον καμβά των συζητήσεων μαζί τους. Ευχαριστώ όσους κι όσες με εμπιστεύθηκαν την προσωπική τους μαρτυρία, αλλά είναι αδύνατον να συμφωνήσω με όλους μαζί ή να εκθέσω συνολικά τις καταθέσεις τους. Αρκετές φορές επισκέφτηκα και τους τόπους των εξεταζόμενων γεγονότων γνωρίζοντας τη γη και προσπαθώντας να μαντέψω τις αιτίες που διαχώρισαν ανθρώπους που είχαν ακριβώς την ίδια μοίρα και τρόπο ζωής. Αιτία της αναζήτησης δεν ήταν μόνο η φιλομάθεια και το καθήκον του ιστορικού αλλά μια ετεροχρονισμένη παιδική επιθυμία να γνωρίσω καλύτερα διηγήσεις και πρόσωπα, στα οποία αναφέρονταν και πάντοτε διχογνωμούσαν οι θείοι μου Λάζαρος και Αθανάσιος, αντάρτες του ΕΛΑΣ και οι δύο – ο πρώτος εθελοντής, ενώ ο δεύτερος επιστρατευμένος.

Σκοπός του προκείμενου πονήματος είναι να δείξει ότι ο αντάρτικος αγώνας του ΕΛΑΣ στη Δυτική Μακεδονία δεν άναψε αυτόφωτος, αλλά εισήχθη από τη Θεσσαλία και η πορεία του καθορίστηκε σύμφωνα με τις αυστηρές εντολές του ΚΚΕ. Στην παρουσία του θεσσαλικού ΕΛΑΣ οφείλεται η ίδρυση της αντικομμουνιστικής οργάνωσης «Ένωσις Κοινωνικής Αμύνης» στην Κοζάνη και η εμφάνιση των Εθνικιστών αξιωματικών του Βοϊου και της Καστοριάς με αποτέλεσμα την σημαντικότερη μάχη της Κατοχής, τη νίκη επί των Ιταλών στο Φαρδύκαμπο. Οι αντεκδικήσεις και οι σκοτωμοί, τους οποίους χρεώθηκαν μετά Κομμουνιστές κι Εθνικιστές, προκάλεσαν την εξαφάνιση της ΕΚΑ, την αλλαγή του ονόματος της οργάνωσης «Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος» σε «Πανελλήνιο Απελευθερωτική Οργάνωση» και την κυριαρχία του ΕΑΜ στη Δυτική Μακεδονία.

Πρέπει να ευχαριστήσω τους καθηγητές του τμήματος Ιστορίας του ΑΠΘ Ιωάννη Χασιώτη και Ιωάννη Κολιόπουλο, με τους οποίους είχαμε αρκετές συζητήσεις –ιδιαίτερα με τον τελευταίο. Ο Ιωάννης Χασιώτης ανάμεσα στα άλλα επέμενε στη «σφαιρική» αντιμετώπιση των γεγονότων, ενώ ο Ιωάννης Κολιόπουλος με προκαλούσε να τραβώ συνεχώς την κουρτίνα και να κοιτώ από πίσω. Επίσης τους βιβλιοθηκονόμους των αρχείων και των βιβλιοθηκών, που ήταν περισσότερο ευγενικοί από ό,τι τους επέβαλλε το καθημερινό τους καθήκον. Ευχαριστίες επίσης χρωστώ στον Διευθυντή του ΙΝΒΑ Κοζάνης Βασίλη Καραγιάννη, στον τραπεζικό Σίμο Κερασίδη, στη Μαρίνα Ιωαννίδου, στον μεταπτυχιακό φοιτητή της Ιστορίας Γεώργιο Αντωνίου και στη Μαρία Μπρέτσα για τη βοήθειά τους.

Θεσσαλονίκη, Οκτώβρης 2000

 

Α΄. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

α΄) Η γη και οι άνθρωποι

Η περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας τριχοτομείται από βουνά με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότον. Ανατολικά υψώνονται το Καϊμάκτσαλαν και το Βέρμιο. Δυτικά προεκτείνεται ο κορμός της Πίνδου με το Γράμμο, το Βόιο, τη Βασιλίτσα, το Αυγό. Στη μέση κατεβαίνουν ο Βαρνούς (Πέλιστερ), το Βίτσι, το Σινιάτσικο και ο Μπούρινος. Στα νότια στέκουν κάθετα τα Καμβούνια, η Μπνάσια και τα Χάσια. Οι κορυφές ξεπερνούν τα δυο χιλιόμετρα, ενώ το μέσο υψόμετρο είναι 500 μέτρα. Χείμαρροι κατέρχονται ομαλά και διαβρώνουν τους λόφους, σχηματίζοντας τρεις λιμναίες και δυο ποτάμιες λεκάνες απορροής. Από το Γράμμο πηγάζει ο ποταμός Αλιάκμων, που ενισχύεται από δυνατά ρέματα (Ζελοβίτης, Πραμόρτσα, Γρεβενίτικος, Βενέτικος, Σιούτσα). Ο μακρύς ποταμός διασχίζοντας το Βόιο και τα Γρεβενά, κατευθύνεται μέσω του Τσιαρτσιαμπά, όπως αποκαλείται η επαρχία Κοζάνης, προς τον κάμπο της Βέροιας. Στη λεκάνη της Φλώρινας ο υπάρχων ποταμός αποχετεύεται προς τη Γιουγκοσλαβία. Το οροπέδιο Πτολεμαϊδας –Αμυνταίου διαρρέεται από τον μικρό ποταμό «Σουλού», ο οποίος χύνεται στη λίμνη Βεγορίτιδα. Εκεί συνυπάρχουν και οι λίμνες Πετρών, Χειμαδίτιδα (Ρούντνικ) και Ζάζαρη. Την πόλη της Καστοριάς περιβάλλει η ομώνυμη λίμνη, ενώ η Μικρή και η Μεγάλη Πρέσπα αγγίζουν την Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία.[1]

Όλα σχεδόν τα βουνά και οι εκτεταμένες λοφώδεις εκτάσεις ήταν κατάφυτες από δάση. Στα πεδινά καλλιεργούνταν δημητριακά και κρασί, ενώ δέρματα, τυρί και ξυλεία έρχονταν από τα ορεινά. Περισσότερη παραγωγή έβγαινε δίπλα στις λίμνες και κοντά στα έλη, όπως στο Σαριγκιόλ (κίτρινη λίμνη) της Εορδαίας. Η αμειψισπορά, η φτωχή άροση, οι ακρίδες και η απουσία καλών σπόρων ήταν αιτίες λιγοστής συγκομιδής, το περίσσευμα της οποίας αντάλλαζαν οι κάτοικοι με ψάρια, λάδι, φρούτα, άλας, που μετέφεραν κυρατζήδες από τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, το Μοναστήρι (Bitola) και την Κορυτσά.[2]

Ο σιδηρόδρομος και η χάραξη των συνόρων επηρέασαν την οικονομία της περιοχής. Εταιρίες κι έμποροι με έδρα το Αμύνταιο τροφοδοτούσαν ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία, την Ελασσόνα και τη Βόρειο Ήπειρο (νότια Αλβανία). Η σιδηροδρομική σύνδεση Καλαμπάκας –Κοζάνης –Βέροιας δεν αποπερατώθηκε ποτέ, έτσι ώστε τα Γρεβενά και το Βόιο συνέχισαν να συνδέονται εμπορικά πάλι με το Αμύνταιο παρά με τη Θεσσαλία, εφ’ όσον το «επάγγελμα» της ληστείας στα Χάσια δεν είχε εκλείψει.[3]

Μεταναστεύσεις λαών και γλωσσών σφράγισαν ανεξίτηλα την περιοχή. Έλληνες, Βαλαάδες (ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι), Τούρκοι, Σλαβομακεδόνες, Βλάχοι, Αρβανίτες, Εβραίοι και Γύφτοι συμβιούσαν στον ίδιο τόπο. Στις αρχές του 20ού αιώνα άρχισαν οι μετακινήσεις. Όσοι δεν  θεώρησαν τους εαυτούς τους Έλληνες παραχώρησαν τη θέση τους σε οικογένειες, που ήρθαν από τη νότια Βουλγαρία, την ανατολική Θράκη και το ρωσικό Καύκασο. Το 1923 η περιοχή πλημμύρισε με πρόσφυγες διαφόρων συνηθειών και διαλέκτων (λαζικά, ποντιακά, τουρκικά). Η εγκατάστασή τους δεν ήταν πάντα ομαλή. Η γη ήταν λιγοστή και ένα μεγάλο ποσοστό της ανήκε ακόμα σε μεγάλους κτηματίες. Οι αρρώστιες, η φτώχια και η γενικότερη ανέχεια δημιουργούσαν προβλήματα κι εντάσεις. Οι προστριβές που αναφύονταν ανάμεσα σε «ματζίριδες» (ξένους), όπως αποκαλούνταν οι πρόσφυγες, και σε «Βούλγαρους», ενισχύονταν και από παλιές προπαγάνδες. Ματζίριδες, Βούλγαροι, Γκρεκομάνοι, Μπόγαρι, Σκιάδες, Τουρκόσποροι, Αούτοι και Μπουρτζόβλαχοι ήταν υβριστικές κοινοτικές ή ενδοκοινοτικές επωνυμίες, που αφομοιώνονταν αργά μέσα στο Ελληνικό Κράτος.[4]

 

β΄) Η αρχή της ρήξης

Στα μικτά χωριά η εκλογή του προέδρου εξαρτιόταν από τη γλωσσική καταγωγή της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων. Στις βουλευτικές εκλογές οι πρόσφυγες ψήφιζαν ή το Φιλελεύθερο Κόμμα ή το Αγροτικό Κόμμα ή κατάρτιζαν οι ίδιοι τοπικούς συνδυασμούς –βενιζελικής βέβαια απόχρωσης. Αντίθετα οι Σλαβομακεδόνες προτιμούσαν τα αντίπαλα των προσφύγων κόμματα, ενώ οι Βλάχοι και οι ελληνόφωνοι ψήφιζαν κόμματα όλων των αποχρώσεων. Τα αποτελέσματα τριών χωριών του ν. Κοζάνης στις εκλογές του 1926 φωτίζουν το πολιτικό σκηνικό της εποχής. Στον προσφυγικό Τετράλοφο (Ντορταλή) Κοζάνης οι Φιλελεύθεροι -Αγροτικοί υπερίσχυσαν ολοκληρωτικά με 100%. Οι Σλαβομακεδόνες του Νόστιμου (Νέστιμ) Βοϊου ενίσχυσαν τους Λαϊκούς με 86%. Στην ελληνόφωνη Γαλατινή (Κουνιτσικό) Σιάτιστας οι Φιλελεύθεροι πήραν 43 %, ενώ οι αντίπαλοί τους 57%.[5]

Η γενική αστάθεια, η γήρανση της βενιζελικής παράταξης, η δημιουργία επαφών με τον περίγυρο χώρο, η μη ικανοποίηση των αιτημάτων της ανταλλαγής, το ανικανοποίητο του γυρισμού στην «πατρίδα», όπως αποκαλούνταν ο Πόντος, και διάφορα τοπικά προβλήματα δημιούργησαν κεντρόφυγες τάσεις, δεξιά κι αριστερά, στη συμπαγή προσφυγική μάζα. Το 1928 εμφανίστηκε στην περιοχή το Αγροτικό Κόμμα (ΑΚΕ), το οποίο υποστήριξαν καπνοπαραγωγοί και οικοδόμοι της Κοζάνης, της Σιάτιστας και κτηνοτρόφοι του Ζιάκα. Οι πιο ριζοσπαστικοί αγρότες στράφηκαν στο ΚΚΕ. Δεν ήταν λίγες οι χήρες και τα ορφανά που μετά το 1922 συνωστίζονταν σε σπίτια κι ορφανοτροφεία. Ηττημένοι στρατιώτες και τραυματίες της Μικράς Ασίας που «παίζαν χαρτιά ή μεθούσαν, γιατί είχαν κακομάθει στον πόλεμο και θεωρούσαν ότι τίποτα δεν άξιζε να κάνει κανείς, μια και η ζωή είναι τόσο φθηνή και τόσο σύντομη» αποτελούσαν δεξαμενή άντλησης μελών του ΚΚΕ. Μερικοί δε από τους απογοητευμένους στρατιώτες είχαν γνωρίσει στο Μέτωπο τον αντιπολεμικό κομμουνισμό. Ανήσυχοι μαθητές γυμνασίων, σπουδαστές Διδασκαλείων και φοιτητές γοητεύονταν από τον ιδεαλιστικό διεθνισμό. Χωριά, όπως η Ποντοκώμη Κοζάνης, ο Νέος Καύκασος Φλώρινας και ολόκληρες συνοικίες Καυκάσιων προσφύγων στα Σέρβια και την Πτολεμαϊδα δόθηκαν ολοκληρωτικά στο «Κόμμα». Οι Καυκάσιοι είχαν ζήσει την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία και όντας περισσότερο καλλιεργημένοι από τους άλλους πρόσφυγες υπέκυψαν στα θέλγητρα της επανάστασης και κατόπιν τούτου γνώρισαν νωρίς τις διώξεις του ελληνικού κράτους. Την Πρωτοχρονιά του 1933 κατά το ανέβασμα του θεατρικού έργου «Λαζάραγας» στην Ποντοκώμη, τη «μικρά Σοβιέτ» του νομού Κοζάνης, οι κάτοικοι συγκρούστηκαν με τη Χωροφυλακή με αποτέλεσμα τις πρώτες συλλήψεις.[6]

Προπολεμικά ποσοστά του ΚΚΕ στην περιοχή Φλώρινας. Ξεκίνησε δυναμικά το 1926 εκμεταλλευόμενο διττώς την άφιξη των προσφύγων, αλλά μετά έπεσε. Το 1936 πλησίασε την κυβερνητική πολιτική ερχόμενο πάλι στο προσκήνιο

Προπολεμικά ποσοστά του ΚΚΕ στην περιοχή Φλώρινας. Ξεκίνησε δυναμικά το 1926 εκμεταλλευόμενο διττώς την άφιξη των προσφύγων, αλλά μετά έπεσε. Το 1936 πλησίασε την κυβερνητική πολιτική ερχόμενο πάλι στο προσκήνιο

Οι Σλαβομακεδόνες ήταν βαθιά ριζωμένοι στις παραδόσεις της γης και τις προκαταλήψεις της. Τα ζωηρότερα στοιχεία τους είχαν μεταναστεύσει ή σκοτωθεί. Όσοι απέμειναν και δεν λούφαξαν ερωτοτροπούσαν με το διεθνή κι εντόπιο κομμουνισμό λόγω της ανέχειας και των προστριβών με τους πρόσφυγες, επηρεασμένοι από την ομόγλωσση προπαγάνδα της Βουλγαρίας κι απογοητευμένοι από την «αστοργία» του ελληνικού κράτους. Ο κομμουνισμός υπόσχονταν την ανεξαρτησία της Μακεδονίας ή την ισοτιμία των μειονοτήτων, έννοιες που λίγοι τις καταλάβαιναν. Οι περισσότεροι συγκινούνταν από απλά συνθήματα, όπως η ελεύθερη ομιλία της μητρικής γλώσσας, και οι καθοδηγητές του ΚΚΕ, που γνώριζαν σλαβομακεδόνικα ή ήταν οι ίδιοι Σλαβομακεδόνες, διέθεταν αρκετές ικανότητες για να αιχμαλωτίζουν την ευαισθησία και να υποδαυλίζουν τις «απροσδιόριστες προσδοκίες» των «αποσυνάγωγων του Έθνους».[7]

Μετανάστες και οδηγοί, πετράδες και θεριστές του κάμπου, εποχιακοί εργάτες στη Θεσσαλία και την Ανατολική Μακεδονία, που κατάγονταν από τη Δυτική Μακεδονία, έρχονταν σε επαφή με τους Κομμουνιστές. Αν και η κρατική προπαγάνδα και τα κηρύγματα της Εκκλησίας παρουσίαζαν τους Κομμουνιστές ως «αποφώλια τέρατα», η αλήθεια ήταν διαφορετική. Οι Κομμουνιστές ήταν ανοιχτοί στο καινούριο και οπλισμένοι με ιδιότυπο λεξιλόγιο έθιγαν ανθρώπινα και πανανθρώπινα προβλήματα ακόμα και με τον πιο ταπεινό συνομιλητή.Οι παραθεριστές που άφηναν τις πόλεις κι έβγαιναν στην ύπαιθρο καθώς και οι φητοιτές των μεγαλουπόλεων,όταν επέστρεφαν στα μέρη τους, αρέσκονταν να καλλιεργούν ιδεαλιστικές θεωρίες και πνευματικές αναζητήσεις στη νεολαία. Το 1934 δημιουργήθηκε η Περιφερειακή Επιτροπή Δυτικής Μακεδονίας του ΚΚΕ. Οι σκληρές διώξεις εναντίον του ΚΚΕ και οι περίεργες για την εποχή διεθνιστικές του θεωρίες έκαναν τους ανθρώπους να διστάζουν μπροστά στην επαγγελόμενη επανάσταση. Ο Ριζοσπάστης κυκλοφόρησε ελεύθερα στην περιοχή μόλις το 1936, ενώ η εφημερίδα «Παλλαϊκό Μέτωπο», που επιμελούνταν στην Κοζάνη ο κομμουνιστής οικοδόμος Νικόλαος Πλακοπίτης, δεν ευτύχησε να υπερβεί τα δέκα φύλλα.[8]

 

γ΄) Η δικτατορία Μεταξά

Ο Λάζαρος Δαμόπουλος ή Ντάμοφσκι ή Οσένσκι από την Οινόη της Καστοριάς, εν ενεργεία κομμουνιστής στη Λάρισα και γραμματέας του ΣΝΟΦ (Σλαβομακεδόνικο Απελευθερωτικό Μέτωπο) Καστοριάς το 1944, ήταν ίσως ο πρώτος Δυτικομακεδόνας που φυλακίστηκε νωρίς, το 1925. Εφτά χρόνια αργότερα τον ακολούθησε ο μαθητής της Γεωργικής Σχολής Φλώρινας Τάσος Καρατζάς από το Δενδροχώρι, μέλος της ΟΚΝΕ (Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών) και γραμματέας ΠΕ ΚΚΕ  Κατερίνης το 1942. Ως μέλη του ΚΚΕ ή ως ύποπτοι βουλγαροφιλίας οι Σλαβομακεδόνες εξορίζονταν στα νησιά και την ηπειρωτική χώρα. Μετά την αποτυχία του κινήματος του 1935 και ιδιαίτερα μετά τον Αύγουστο του 1936 οι εξορίες μοιράζονταν απλόχερα, χωρίς φειδώ: μέλη της Δημοκρατικής Άμυνας από την Πτολεμαϊδα, πωλητές κουπονιών της Εργατικής Βοήθειας, αναγνώστες κομμουνιστικών εφημερίδων, στελέχη του ΑΚΕ, φοιτητές, σαν τον Γιώργο Μέντζα από τη Σιάτιστα που «κατηγορούσαν τα εθνικάς παραδόσεις της Πατρίδος», πήραν την άγουσα για την εξορία. Η απαγόρευση βόσκησης γιδιών στα δάση είχε ερεθίσει τους κτηνοτρόφους, οι οποίοι αντιδρώντας έγιναν ευάλωτοι στην προπαγάνδα της  Αριστεράς. Το ευρύ δίκτυο «χαφιέδων» και κατασκόπων του «Νέου Κράτους» είχε εξαφτεί.Οι αντιδικίες για την κοινοτική εξουσία και η μη δουλική συμπεριφορά προς τα στελέχη του καθεστώτος Μεταξά αποδίδονταν στους Κομμουνιστές. Οποιαδήποτε παράβαση δεν χρωματίζονταν με «κόκκινο» χρώμα ήταν αμελητέα προσοχής ακόμα και η κλοπή: «Η δράσις δε ζωοκλέπτου τινός, οσονδήποτε κακοποιώς εκτεινομένη δεν δύναται να νοηθή ως δυναμένη να διασαλεύσει την δημοσίας τάξιν, ησυχίαν και ασφάλειαν της χώρας» αποφαινόταν ο νομικός σύμβουλος της Νομαρχίας Κοζάνης, απαντώντας στη διοίκηση χωροφυλακής Γρεβενών σχετικά με πρόταση εξορίας δυο κατσικοκλεφτών από το Πολυνέρι.[9]

[10]Η γλώσσα θεωρούνταν ότι εξέφραζε και τη συνείδηση των Ελλήνων υπηκόων –με εξαίρεση των Τουρκόφωνων που θεωρούνταν ακραιφνείς Έλληνες. Οι Σλαβομακεδόνες αποκαλούνταν από τους πολλούς «Βούλγαροι» και οι Βλάχοι εκλαμβάνονταν ως «Ρουμάνοι» –οι λίγοι Αρβανίτες της περιοχής ήταν παραλειπόμενοι. Αλλά πόσο γνώριζε τη νεοελληνική ένας Σλαβομακεδόνας ή Βλάχος ή Αρβανίτης της υπαίθρου; Οι ώριμοι άντρες και οι γυναίκες δεν την είχαν διδαχτεί ποτέ. Οι μη ελληνόγλωσσοι έφηβοι μάθαιναν την ελληνική γλώσσα στο σχολείο, αν το παρακολουθούσαν τακτικά, και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής τους θητείας. Οι μεταβατικοί Βλάχοι μαθητές, που εξαρτιόταν από τον καιρό και τα ζώα, φοιτούσαν άτακτα: το Μάη του ΄38 στο θερινό σχολείο των Ναμάτων Σινιάτσικου σε σύνολο 140 μαθητών απουσίαζαν 54. Τριάντα εφτά από τους παρόντες ήταν Βλάχοι, «τελείως ασύδοτοι, ανυπότακτοι», εκ των οποίων αρκετοί δεν είχαν πάει στο χειμερινό Σχολείο. Ο θεσμός ίδρυσης νηπιαγωγείων στα «ξενόφωνα χωριά» δεν απέδωσε όσο είχε προλεχθεί ούτε και το νυχτερινό σχολείο, στο οποίο βιάζονταν να φοιτήσουν οι ενήλικες, είχε καλύτερη τύχη. Η γλώσσα της Εκκλησίας ήταν ακατανόητη κι, αν υπολογιστούν τα άγονα εκπαιδευτικά έτη της πολεμικής δεκαετίας 1912 ως 1922, η γλωσσική αφομοίωση του πληθυσμού μετά από 30 χρόνια παρουσίας του ελληνικού Κράτους είχε ελάχιστα επιτευχθεί.[11]

Το 1939 διενεργήθησαν μαζικές συλλήψεις υπόπτων κατά του καθεστώτος: 162 άτομα πιάστηκαν μόνο στην Πτολεμαϊδα. Δάσκαλοι, δημόσιοι υπάλληλοι, πολίτες, αγρότες, μαθητές απειλήθηκαν με άμεση φυλάκιση. Όσοι δεν απελύθησαν τότε ή λίγο αργότερα, υποχρεώθηκαν να κάνουν δήλωση για να αφεθούν. Ο επί θύραις πόλεμος δεν άφηνε περιθώρια για αβρότητες. Οι τελευταίες συλλήψεις αποσύνθεσαν το ΚΚΕ, το οποίο υπέφερε από εσωκομματικά προβλήματα οφειλόμενα στις διαλυτικές ικανότητες του υφυπουργού Δημόσιας Ασφάλειας.[12]

 

Β΄. ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ

α΄) Το θερμό καλοκαίρι

Κατά τον πόλεμο του ΄40 μερικοί στρατιώτες του Ελληνικού Στρατού λιποτάκτησαν. Με τη λήξη των εχθροπραξιών οι αυτόμολοι Βλάχοι και Σλαβομακεδόνες επέστρεψαν. Για τους πρώτους δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Όσοι Σλαβομακεδόνες γύρισαν είχαν δηλώσει Βούλγαροι. Δηλώνοντας βουλγαρική εθνικότητα 27 στελέχη του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ απελευθερώθηκαν στα τέλη του Απρίλη 1941 από την Ακροναυπλία. Ανάμεσά τους ήταν δύο Βλάχοι, ο πολύγλωσσος δικηγόρος Ανδρέας Τζήμας ή Σαμαρινιώτης, κάτοικος Καστοριάς, κι ο Πέτρος Κέντρος από το Μοναστήρι που έμενε στη Φλώρινα, δυο Έλληνες από την Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη κι ο Βούλγαρος Γκεόργκι Γκρηγκόροβ, σύνδεσμος προφανώς του ΚΚΒ με το ΚΚΕ. Μαζί με τους 27 βγήκε κι ο σαραντάρης Λάζαρος Ζησιάδης ή Τερπόφσκι από το Δενδροχώρι, κομμουνιστής με αγωνιστική πείρα στον Καναδά κι απόφοιτος της Κομματικής Σχολής (Κουτβ) Μόσχας, ο ζαχαροπλάστης Αλέκος Σιέμπης από τη Φλώρινα και ο αγρότης Κυριάκος Πυλάης από το Ξυνό Νερό.[13]

Τους επόμενους μήνες δραπέτευσαν ή αφέθηκαν ελεύθεροι από τις φυλακές και την εξορία χίλιοι περίπου Κομμουνιστές. Ανάμεσά τους ήταν  ο Βλάχος Ευστράτιος Κέντρος ή Βαγγέλης ή Σλομπόντας, καθοδηγητής κατόπιν του Αρχηγείου Πίνδου του ΕΛΑΣ, ο γουνεργάτης Θανάσης Ζιώγας (Σπύρος) από τη Γέρμα κι ο Ζήσης Καλιμάνης ή Τενεκετζής από το Καλοχώρι Καστοριάς. Οι απελευθερωθέντες, αφού πήραν επαφή με το Μακεδονικό Γραφείο, επέστρεψαν στα παλιά τους πόστα με νέες οδηγίες: να νομιμοποιηθούν και να αναμείνουν αυστηρά εντολές από το ΜΓ που αναλάμβανε να ξεκαθαρίσει τη θολή εσωκομματική κατάσταση.[14]

Οι Κομμουνιστές της Μακεδονίας, ασύλληπτοι κι απελευθερωθέντες, εξεγέρθηκαν πρώτοι εναντίον των κατακτητών αψηφώντας τις οδηγίες των ηγετών τους για «δουλειά στην πόλη» μόνο. Στελέχη σαν τον αδιόριστο δάσκαλο Απόστολο Τζανή (Κωστάκη) από τις Κάτω Κλεινές Φλώρινας, τον Τάσο Καρατζά, το Λάζο Τερπόφσκι, τον παλαιστή Συμεών ή Σίμο Κερασίδη ή Μήτσο Χρυσαφόπουλο από την Τούμπα Θεσσαλονίκης, γραμματέα της ΟΚΝΕ Μακεδονίας, συγκρότησαν τέλη Μάη του 1941 μαζί με φιλελεύθερους αξιωματικούς την οργάνωση «Ελευθερία». Γενικός καθοδηγητής της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ Δυτικής Μακεδονίας ανέλαβε ο Τερπόφσκι. στη Φλώρινα στάλθηκε ο Σιέμπης. στην Καστοριά ο Ζιώγας. στο Αμύνταιο ο Πυλάης. στην Κοζάνη ο Διαμαντής Τσιστίνας ή Ντάλης ή Αλέκος από το Άργος Ορεστικό. στην Εορδαία ο Καυκάσιος Βασίλης Τσουκαλίδης από την Ποντοκώμη. στα Γρεβενά ο Καλιμάνης. Στην Πρέσπα ο Σλομπόντας. Οι Σλαβομακεδόνες είχαν την πλειοψηφία στην ΠΕ Δυτικής Μακεδονίας του ΚΚΕ.[15]

Όταν οι Γερμανοί προέλασαν μέσα από τα Γρεβενά τον Απρίλη του ΄41, οι προνοητικοί Βλάχοι καταστηματάρχες ανάρτησαν γερμανικές, ιταλικές και ρουμανικές σημαίες για να αποφύγουν τη λεηλασία. Δυο μήνες αργότερα οι επαρχίες Γρεβενών, Βοϊου, Καστοριάς και η λεκάνη των Πρεσπών πέρασαν στην ιταλική κατοχή και οι Βλάχοι έγιναν ή, καλύτερα, με άνεση μπορούσαν να γίνουν ευνοούμενοι του νέου καθεστώτος. Δάσκαλοι των βλάχικων χωριών καθώς και μέλη κοινοτικών συμβουλίων διώχτηκαν. Σημαντικοί διοικητικοί παράγοντες των Γρεβενών, όπως ο πρωτοδίκης, ο διοικητής της χωροφυλακής, ο διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου –πιθανόν βλάχικης καταγωγής- και ο πρώην πρόεδρος του ΑΚΕ Γρεβενών δικολάβος Δημήτριος Ευαγγελόπουλος ή Μπάτζιος από το Διάκο (Λιμπίνοβο) Γρεβενών πέρασαν ανοιχτά στους Ιταλούς, όπως λιγότερο φανερά έπραξαν και Βλάχοι των γειτονικών κωμοπόλεων. Όσοι διάλεξαν να συνεργαστούν με το Στρατό Κατοχής απολάμβαναν δωρεάν τρόφιμα, ζωοτροφές, άδειες υλοτομίας και τυροκομίας, ελεύθερη εξάσκηση της μαύρης αγοράς, ελάττωση της φορολογίας. Ακόμα και σε αποδόσεις απαλλοτριωμένων γαιών σε πρώην ιδιοκτήτες προχώρησαν οι Ιταλοί. Μετά, συνεργάτες και στρατιώτες γύριζαν στην ύπαιθρο αναζητώντας όπλα και υποστηρικτές του «Πριγκηπάτου της Πίνδου».[16]

Στην ιταλοφιλία των Βλάχων αντιτάχτηκαν στα Γρεβενά κρατικοί υπάλληλοι και πολιτικοί παράγοντες, όπως ο γιατρός Θεόδωρος Ευθυμιάδης από το Κηπουριό, γιος πρώην βουλευτή, πολιτευτής του Παλλαϊκού Μετώπου το 1936 και δηλωσίας της 4ης Αυγούστου, και ο κτηματίας Δημήτρης Τασιανόπουλος από τους Μαυραναίους Γρεβενών, παλαιό στέλεχος του ΑΚΕ. Προς το τέλος της Άνοιξης του 1941 συγκρότησαν την «Εθνική Απελευθερωτική» ή «Πατριωτική Οργάνωση» κι άρχισαν να μαζεύουν όπλα και να «τονώνουν το ηθικό». Η Πατριωτική Οργάνωση,όταν επιχείρησε να επεκταθεί, συνάντησε τις επιφυλάξεις των κομμουνιστών της Θεσσαλίας ως προς το «ποιόν» της ηγεσίας της και των στελεχών της. Πώς ήταν δυνατόν το ΚΚΕ να δει θετικά αντιστασιακές κινήσεις παραγόντων της Ελληνικής Πολιτείας ή δηλωσιών, οι οποίοι είχαν έγγραφα απαρνηθεί τους χρόνιους αγώνες του Κόμματος και που είχαν ίσως προδώσει άτομα κι οργανώσεις; Αλλά και τα μέλη της Πατριωτικής δεν είχαν παρόμοιες αντιλήψεις με τους Κομμουνιστές του ΜΓ ως προς την Αντίσταση. επαναστατικές προκηρύξεις της Ελευθερίας που έφταναν ως τα Γρεβενά απορρίπτονταν ως «ύποπτες». Όταν ο Ζήσης Καλιμάνης ανέλαβε να «ξεκαθαρίσει» την Αχτίδα Γρεβενών, διαφώνησε με τους δηλωσίες και παρά λίγο να ξεσπάσει ένοπλη σύγκρουση μεταξύ τους. Σύντομα οι Ιταλοί έμαθαν τα τεκταινόμενα και δίωξαν ή συνέλαβαν διοικητικούς υπαλλήλους, αξιωματούχους της Χωροφυλακής και παράγοντες των Γρεβενών, ενώ ο Ευθυμιάδης, ο Τασιανόπουλος και οι συν αυτοίς κατέφυγαν στα δάση των Χασίων, όπου συναντήθηκαν με άλλους καταδιωκόμενους της περιοχής. Η Πατριωτική Οργάνωση είχε λήξει χωρίς να αρχίσει τη δράση της.[17]

Όπου υπήρχε σλαβομακεδόνικος πληθυσμός εγκαταστάθηκαν Βούλγαροι αξιωματικοί –σύνδεσμοι, που προπαγάνδιζαν υπέρ της Μεγάλης Βουλγαρίας, εγγράφοντας μέλη στη Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης. Σλαβομακεδόνες πρώην φαλαγγάρχες της ΕΟΝ, κοινοτάρχες, πρώην εξόριστοι, αυτόμολοι του πολέμου και πολλοί άλλοι πέρασαν στο βουλγαρικό στρατόπεδο. Οι ποικίλες διευκολύνσεις, η ελευθερία ομιλίας της μητρικής τους γλώσσας, ο ανέξοδος προσπορισμός αγαθών από τη Βουλγαρική Λέσχη ήταν παράγοντες που δύσκολα μπορούσαν να αγνοηθούν μέσα στην ένδεια της Κατοχής. Ο κοινωνικός ιστός άρχιζε να αποσυντίθεται και χωρικοί πρόδιδαν χωρικούς ως κατόχους όπλων.[18]

Οι ελληνικές αρχές επέστρεψαν λειψές στην περιοχή, καθώς αρκετοί δημόσιοι υπάλληλοι απέφυγαν την αφιλόξενη Μακεδονία, όπου πλανιόταν η φήμη ότι θα εκχωρηθεί στη Βουλγαρία. Με παρέμβαση του Μακεδόνα υπουργού οικονομικών Γκοτζαμάνη διορίστηκαν στις υπηρεσίες πάνω από χίλιοι νέοι της περιοχής, για να αναπληρωθούν τα κενά. 2000 έφεδροι αξιωματικοί, 3000 πολίτες για υπηρεσία άνευ θητείας και αρκετοί υπαξιωματικοί του στρατού καλούνταν προς κατάταξιν στη Χωροφυλακή,. Ταυτόχρονα στις Νομαρχίες και τους Δήμους ιδρύθηκαν «Στρατιωτικά Τμήματα» με έμμισθα μέλη, μόνιμους κι έφεδρους αξιωματικούς, που ανέλαβαν διοικητικές υπηρεσίες: την καταγραφή συγκομιδής και την επιστασία της συλλογής της, εράνους, τη βοήθεια σε δασαρχεία και προπαντός τη «διατήρησιν του εθνικού φρονήματος». Το πρόβλημα της ανεργίας των αξιωματικών είχε επωφελώς λυθεί. Με τη διατήρηση των παλιών προέδρων στα χωριά και των υψηλόβαθμων στελεχών στη διοίκηση του κράτους το καθεστώς Μεταξά συνέχιζε ανέπαφο.[19]

Οι καθοδηγητές του ΚΚΕ υπό τον μανδύα της «Ελευθερίας» περιέτρεχαν το καλοκαίρι του ΄41 την περιοχή προτρέποντας το λαό να μην πληρώνει φόρους και συνιστώντας ένοπλο ξεσηκωμό. Ένθερμοι αποδέκτες των εμπρηστικών συνθημάτων αποδείχτηκαν οι πρόσφυγες της Εορδαίας  που συμπαθούσαν το ΑΚΕ και το ΚΚΕ και είχαν δυσαρεστηθεί από τη βουλγαροφιλία των Σλαβομακεδόνων. Ως αφετηρία της ένοπλης δράσης, προφανώς με προτροπή του λοχαγού Κωνσταντίνου Βαλεργάκη που εκτελέστηκε αργότερα από τους Γερμανούς, ορίστηκε το χωριό Μεσόβουνο, το οποίο, εκτός από τη δηλωμένη επαναστατικότητα των Καυκασίων κατοίκων του και την παλαιά αντάρτικη πείρα αρκετών, είχε τρία στρατηγικά πλεονεκτήματα: έδινε κάποια αίσθηση ασφάλειας όντας οπτικά απομονωμένο από τη λεκάνη της Εορδαίας, περιτριγυρίζονταν από προσφυγικά χωριά που εκλαμβάνονταν ως ασπίδα προστασίας και οι κοντινοί πρόποδες του Βερμίου προσφέρονταν ως άμεσο καταφύγιο σε περίπτωση πίεσης. Όπλα και πυρομαχικά υπήρχαν άφθονα, αφημένα άθικτα στο χωριό από τον υποχωρούντα Ελληνικό Στρατό.[20]

Εκλογικά ποσοστά του ΚΚΕ ΝΔ Μακεδονίας το 1933. Στο εκλογικό κέντρο Μαυροδενδρίου ανήκε ο οικισμός Καυκασίων προσφύγων Ποντοκώμη, το μεγαλύτερο μέρος εκ των οποίων θελγόταν από τα κηρύγματα του ΚΚΕ

Εκλογικά ποσοστά του ΚΚΕ ΝΔ Μακεδονίας το 1933. Στο εκλογικό κέντρο Μαυροδενδρίου ανήκε ο οικισμός Καυκασίων προσφύγων Ποντοκώμη, το μεγαλύτερο μέρος εκ των οποίων θελγόταν από τα κηρύγματα του ΚΚΕ

Εφεδρικές ομάδες Καυκασίων και Μικρασιατών από την Πτολεμαϊδα κινήθηκαν ασύνδετοι στο χαμηλό βουνό «Καλιάρκα Πλανίνα» και στα ριζά του Σινιάτσικου. Ενεργό μέρος πήραν και καλλιεργημένοι Σλαβομακεδόνες των Πύργων (Κατράνιτσα), προσφιλείς μάλλον της αυτονομίας της Μακεδονίας ή σερβόφιλοι, όπως ο διωχθείς επί δικτατορίας Μεταξά Αλέκος Χατζητάσκος, δάσκαλος τότε στο Μεσόβουνο και καθοδηγητής της Αχτίδας Σερβίων το 1942. Οι ένοπλοι αφόπλισαν τους χωροφύλακες των Πύργων και επιχείρησαν να ανατινάξουν τις γραμμές του τρένου. εκτέλεσαν έναν κοινοτάρχη κι αιχμαλώτισαν ένα απόσπασμα χωροφυλακής. Αποκρούοντας ένα αναγνωριστικό τμήμα Γερμανών οι κάτοικοι του Μεσόβουνου μετοίκησαν στο Βέρμιο. Η κατάσταση είχε σκληρυνθεί. «Όταν, Βασίλη, δούμε τη φωτιά, να μη φοβόμαστε, να μπούμε μέσα στη φωτιά», φέρεται να απάντησε ο Τερπόφσκι στον καθοδηγητή της Εορδαίας, όταν ο τελευταίος ζήτησε οδηγίες επηρεασμένος από τις κινήσεις εκτόνωσης της κρίσης που είχαν αναλάβει παράγοντες της περιοχής και στελέχη του κρατικού μηχανισμού. Με τα πρώτα κρύα κι έπειτα από θερμές διαβεβαιώσεις αμνηστίας οι κάτοικοι επέστρεψαν στο Μεσόβουνο. Στις 23 Οκτώβρη 1941 οι Γερμανοί εκτέλεσαν 165 άνδρες κι έκαψαν τα σπίτια. Αμέσως ακολούθησαν ευρύτατες συλλήψεις. Όταν χάνονταν στρατιώτες ή όταν διακυβεύονταν η ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου οι Γερμανοί έδειχναν το σκυθρωπό τους πρόσωπο. Η καταστροφή ήταν επίσης ένα παράδειγμα για τους επαναστάτες Κομμουνιστές ότι ο ενθουσιασμός ήταν υποδεέστερος μπροστά στην καλή οργάνωση.[21]

Καθώς το φθινόπωρο του ΄41 προχωρούσε τα προβλήματα επιβίωσης των γυναικόπαιδων του Μεσόβουνου ήταν αμελητέα μπροστά στη νέα μαζική προσφυγιά: χιλιάδες Έλληνες διωγμένοι από την Ανατολική Μακεδονία και άποροι από τις μεγάλες πόλεις πλημμύρισαν τους κάμπους της Δυτικής Μακεδονίας με προτίμηση την Εορδαία. Οι «νεοπρόσφυγες» κατέφυγαν ακόμα και στα ορεινά χωριά των Γρεβενών και της Κοζάνης για να αντιμετωπίσουν τον αβέβαιο χειμώνα. Ο αριθμός του κυμαίνονταν ίσως γύρω στα 10.000 στόματα. Ενδεικτικά, στο Καταφύγι Πιερίων είχαν καταφύγει 28 οικογένειες, ενώ στην Πτολεμαϊδα 105 οικογένειες και άλλοι 5000 πεινασμένοι κι άποροι από τις μεγάλες πόλεις.[22]

 

β΄) Ο ερχομός του ΕΑΜ

Την άνοιξη του ΄42 οι Ιταλοί επιχείρησαν γενικό αφοπλισμό με πενιχρά αποτελέσματα. Η φυσική ροπή του ανθρώπου της υπαίθρου για τα όπλα αλλά και η χρήση τους ως μοναδικό μετά τις χρυσές λίρες μέσο ανταλλαγής με προϊόντα του κάμπου ήταν ανώτερα από το ιταλικό ξύλο και τις φυλακίσεις. Παράλληλα στρατιώτες έχοντας ως βοηθούς  Βλάχους εγκαταστάθηκαν στα κεφαλοχώρια επιτάσσοντας σφάγια, μαλλιά και γάλατα, τα οποία πλήρωναν με κατοχικές λιρέτες. Η ιταλική βία ανάγκασε σεσημασμένους Κομμουνιστές και ατίθασους κατοίκους να καταφύγουν στα βουνά.Στις αρχές Απρίλη 1942 στα βουνά της Καστοριάς δημιουργήθηκε ξαφνικά ένα αντάρτικο, όταν ένας χωροφύλακας, φοιτητής Νομικής, απελευθέρωσε μια ομάδα φυλακισμένων. Οι Πόντιοι και Σλαβομακεδόνες φυγάδες συγκρότησαν ένοπλο τμήμα  με την επίνευση προφανώς του Τερπόφσκι και τη συνδρομή κομμουνιστών. Κάτω από δυσμενείς συνθήκες οι πρώιμοι αντάρτες χωρίστηκαν  σε δυο ομάδες, η μια  κατευθύνθηκε προς τα Κορέστια και η άλλη στα υψώματα του Νεστορίου. Σε διάστημα δύο μηνών διαλύθηκαν πέφτοντας προδιδόμενοι σε ενέδρες των Ιταλών, διότι δεν διέθεταν κάλυψη, επιμελητεία και δίκτυο πληροφοριών  και ο σλαβομακεδόνικος πληθυσμός δεν επιθυμούσε να εκτεθεί υπέρ αυτών.[23]

Το καλοκαίρι του ιδίου έτους εμφανίστηκε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), που κατηχούσε με τριαδικό σύστημα τους «φίλους», όπως ονομάζονταν τα μέλη του. Καθοδηγητές που τριγύριζαν ανελλιπώς ενέτασσαν «φίλους» και «φίλες» στο ΕΑΜ, το οποίο αγκάλιαζε άτομα όλων των πεποιθήσεων κι όλων των ηλικιών.«Ας αγωνιστούμε όλοι για το ψωμί μας και για τη λευτεριά μας» και «Έλληνες πατριώτες εν ονόματι της πατρίδος ενωθήτε» ήταν δύο από τα κεντρικά κεντρίσματα που απευθύνονταν στο συναίσθημα και στις καθημερινές απαιτήσεις του λαού. Υπήρχαν κι ανεπίσημα συνθήματα μερικές φορές περισσότερο καίρια, που εξαρτιόταν από την ευφράδεια ή την τολμηρότητα των κατηχητών, όπως υποσχέσεις διανομής γης, δωρεάν οργώματα με  τρακτέρ κ.α. Κανείς δεν ήξερε από πού ερχόταν το ΕΑΜ και ούτε ήταν δυνατόν να ρωτήσει, αφού οι παράνομες συνθήκες δεν επέτρεπαν πολυτέλειες. Ελάχιστοι γνώριζαν ότι τα ανώτατα στελέχη του ΕΑΜ Δυτικής Μακεδονίας ήταν επαγγελματίες Κομμουνιστές κι όσοι παραξενεύονταν, όταν το μάθαιναν, έπαιρναν την αφοπλιστική απάντηση ότι δικαίωμα και υποχρέωση συμμετοχής στον Αγώνα είχαν όλοι ανεξάρτητα από ιδεολογίες και παρατάξεις.[24]

Αξίζει να γνωρίσουμε από κοντά μερικούς κατηχητές του ΕΑΜ και καθοδηγητές συγχρόνως του ΚΚΕ. Ύστερα από το σκοτωμό του Καλιμάνη ήρθε στην Αχτίδα Γρεβενών ο Θωμάς Ιωαννίδης ή Σέφτελος ή Φίλος Γ΄. Ο Φίλος Γ΄ γεννήθηκε στο πολεμοχαρές χωριό Αλί Σοφή του Πόντου και το 1923 μετανάστευσε στη Νέα Σεβάστεια της Δράμας. Επί Μεταξά εξορίστηκε στην Ίο και τη Φολέγανδρο. Οι μασχάλες του ήταν καμένες από βρασμένα αυγά και τα νύχια των χεριών και των ποδιών του ήταν βγαλμένα. Έχοντας λάβει ενεργό μέρος στα γεγονότα της Δράμας το ΄41 είχε μερική επαναστατική πείρα. Ήταν αποφασισμένος να εφαρμόσει την επαναστατική γραμμή του ΜΓ κι εμφορούνταν από απίστευτη αποστροφή προς ότι θύμιζε τα βασανιστήρια που είχε υποστεί: «και γάτα της 4ης Αυγούστου, αν συναντούσα, θα τη σκότωνα», φέρεται να είχε δηλώσει στο Σταύρο Θεοδοσιάδη. Μετατέθηκε στην Ήπειρο το καλοκαίρι του ΄43 και επί Εμφυλίου Πολέμου συνελήφθη ως γραμματέας Αχτίδας της Θεσσαλονίκης. Το 1967 εξορίστηκε στη Λέρο.[25]

Στην Καστοριά έφθασε από τη Θεσσαλονίκη ο πρώην πρόεδρος του συνδικάτου μεταλλουργών Αντώνιος Αντωνόπουλος ή Περικλής και συναντήθηκε με τον πρώην υπενωματάρχη Θεόδωρο Μαργιόλη ή Λευτέρη από τον Οίτυλο Λακωνίας. ο οποίος είχε, σύμφωνα με το Δημήτριο Ζαφειρόπουλο, διωχθεί από τις τάξεις της Χωροφυλακής. Στην Κοζάνη δραστηριοποιήθηκε ο Καυκάσιος εργολάβος Μιχάλης Σουμελίδης ή Μίσια ή Βόρειος. Ο Σουμελίδης είχε εξοριστεί επί Μεταξά στην Ακροναυπλία, απ’ όπου είχε απολυθεί το 1938 χάριν του τοκετού της Βασίλισσας. Την περιοχή Βερμίου ανέλαβε ο παλαιός πολιτευτής του ΑΚΕ Αγαθάγγελος Παραστατίδης από την Πτολεμαϊδα, ιδρυτής της εφημερίδας «Αγροτικός Κήρυξ».[26]

Το ΕΑΜ εξαπλώθηκε με ταχύ ρυθμό λόγω του «επαγγελματισμού» των καθοδηγητών και μέσω των εφημερίδων, προκηρύξεων ή φυλλαδίων που κυκλοφορούσαν ευρέως. Η ανώνυμη τριαδικότητα παρείχε στους «φίλους» ισχυρά αισθήματα ασφάλειας. Καίριες δυσκολίες παρουσιάστηκαν στην κατήχηση των Σλαβομακεδόνων, καθώς αυτοί έκλιναν προς τις δυνάμεις Κατοχής. Επίσης κάτω από τη λέξη Εθνικό, που περιέχονταν στα αρχικά του ΕΑΜ, οι Σλαβομακεδόνες υποπτεύονταν τον εθνικισμό των Ελλήνων. Στις αρχές του ΄43 η παρουσία μιας ομάδας Παρτιζάνων που είχε περάσει στο Βίτσι δυσκόλευε τους Σλαβομακεδόνες να δεχθούν τις παροτρύνσεις του Τερπόφσκι και των άλλων ομόγλωσσών του καθοδηγητών του ΚΚΕ να ενταχθούν στο ΕΑΜ.[27]

Στα προσφυγικά χωριά του δυτικού Βερμίου, όπου υπήρχε πληθώρα νεοπροσφύγων, το ΕΑΜ δεν εισχώρησε εύκολα είτε λόγω της απειρίας των καθοδηγητών είτε γιατί υπήρχαν νωπά τα πένθη από τις σφαγές της Δράμας, στα οποία προστέθηκε η καταστροφική ανάμνηση του Μεσόβουνου. Αυξημένη δυσκολία παρουσίασε η κατήχηση στα τουρκόφωνα χωριά. Εκ φύσεως συντηρητικοί και καταπιεσμένοι από την «πατρίδα» οι Τουρκόφωνοι, έχοντας ανάμεσά τους πολλούς παλαιούς αντάρτες, αρνούνταν την παράδοση ή την καταγραφή των όπλων τους. «Φύλαρχοι» σαν το Στάθη Κωνσταντινίδη ή Κότζια Ιστάς (μεγάλο Στάθη) των Ιμέρων, συνδέονταν στενά με το Κράτος και την Εκκλησία, αντίπαλο της οποίας θεωρούνταν το ΕΑΜ. Αρκετοί απ’ αυτούς, όπως ο αρμενόφωνος πρόσφυγας κι έφεδρος αξιωματικός εξ απονομής καπετάν Παντελής Κυριακόπουλος από το Φουντουκλί, κάτοικος Μελισσίων Κοζάνης, συνδέονταν στενά  με τους αξιωματικούς της Κοζάνης.[28]

 

γ΄) ΥΒΕ κι ΕΚΑ

Το καλοκαίρι του ΄41 ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη η Γενική Επιθεώρησις Νομαρχιών, κλάδος της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Αθανάσιο Χρυσοχόου και υπαλλήλους αξιωματικούς. Η υπηρεσία αυτή λάβαινε αναφορές της Χωροφυλακής και των Νομαρχιών και έστελνε επίσημους εγκυκλίους και προκηρύξεις με θεωρητικές οδηγίες αντίδρασης στη βουλγαρική και ρουμανική προπαγάνδα. Στα σπλάχνα της δημιουργήθηκε από Φιλελεύθερους κι αγγλόφιλους αξιωματικούς η παράνομη οργάνωση Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος (ΥΒΕ). Δύο από τους ιδρυτές της, ο ταγματάρχης Θωμάς Μπάρμπας και ο λοχαγός Αναστάσιος Σακελλαρίδης κατάγονταν αντίστοιχα από τις Κυδωνιές Γρεβενών και την Κορησό της Καστοριάς. Η οργάνωση, όπως δήλωνε το όνομά της, είχε υιοθετήσει στην αρχή τους στόχους της Επιθεώρησης Νομαρχιών αλλά δραστηριοποιούνταν επίσης στη διαφυγή Συμμάχων κι Ελλήνων προς τη Μέση Ανατολή και την αποστολή πληροφοριών στο Κάιρο.[29]

Η «καθαρώς στρατιωτική και ιεραρχική» ΥΒΕ αγκάλιασε τα στελέχη της κρατικής μηχανής, τους Μακεδονομάχους, τους συλλόγους Παλαιών κι Εφέδρων Πολεμιστών και τους αξιωματικούς των Στρατιωτικών Τμημάτων της γερμανοκρατούμενης ζώνης. Επισκέψεις των κατηχητών της σε προέδρους κοινοτήτων και ευυπόληπτους πολίτες απέφεραν νέους «εταίρους», όπως ονομάζονταν τα μέλη της ΥΒΕ, που καταγράφονταν με στρατιωτική ευσυνειδησία. Ο πρόσφυγας δημοσιογράφος και πρώην εξόριστος επί Μεταξά Σταύρος Θεοδοσιάδης, κάτοικος Κοζάνης, γράφτηκε από τους πρώτους στην ΥΒΕ. Κατά τον Παπαθανασίου, ο παλιός τούτος βενιζελικός αξιωματικός είχε ζητήσει να γίνει Έπαρχος Εορδαίας, αίτηση που δεν ικανοποιήθηκε (λίγο αργότερα ο Θεοδοσιάδης διολίσθησε στο ΕΑΜ). Η ευρύτατη εξάπλωση της οργάνωσης στα λαϊκά στρώματα ήταν αργή για διάφορους λόγους: οι αξιωματικοί -κατηχητές της ΥΒΕ, που σύμφωνα με μια αριστερή πηγή «στέκονταν δυο σκαλιά παραπάνω», δεν μπορούσαν να καλύψουν την απόσταση μεταξύ αυτών και των χωρικών. Παρομοιάζονταν με τα μέλη των Στρατιωτικών Τμημάτων τα οποία, επειδή επιστατούσαν στη συγκομιδή των φόρων, λογίζονταν ως αντίπαλοι αγροτών και κτηνοτρόφων. Αν προσθέσουμε την εγγενή δυσπιστία των κατοίκων της υπαίθρου προς τους κρατικούς υπαλλήλους και τη δυσαρέσκεια των κατηχητών να επισκέπτονται χωριά που δεν είχαν συγκοινωνία, μπορεί να εξηγηθεί, γιατί η ΥΒΕ δεν ήταν τόσο γνωστή οργάνωση – η νομότυπη και «λογική» προπαγάνδα των αξιωματικών είχε συγχρόνως να αντιμετωπίσει τις ασύγκριτα ελαστικές κι ελκυστικές υποσχέσεις του ΕΑΜ.[30]

Η είσοδος της ΥΒΕ στην ιταλοκρατούμενη περιοχή ήταν δυσχερέστατη. Οι ταπεινωμένοι από την Αλβανία Ιταλοί εξέταζαν με φιλύποπτα μάτια όλους τους Έλληνες αξιωματικούς. Όταν ο ταγματάρχης Ιωάννης Παπαθανασίου από τη Βάβδο Χαλκιδικής, μέλος του επιτελείου του Γ΄ Σ.Σ. στον πόλεμο του ΄40 και της ιδρυτικής επιτροπής της ΥΒΕ, επισκέφτηκε την Καστοριά, ελέγχθηκε δυο φορές, ανακρίθηκε μία και κάθε έξοδός του στην πόλη παρακολουθούνταν στενά. Στην ίδια πόλη και στη Φλώρινα ο κατηχητής της ΥΒΕ συνάντησε κωλύματα με τους δύο ιεράρχες. Ο μητροπολίτης Φλώρινας Βασίλειος αρνήθηκε εξ αρχής να συμμετάσχει στην ΥΒΕ, ενώ ο Νικηφόρος της Καστοριάς κέρδιζε χρόνο. Δεν ήταν μόνο η παραδοσιακή δυσπιστία της Εκκλησίας στις απότομες αλλαγές αλλά και η αντιγνωμία για τη διαχείριση επισιτιστικών κονδυλίων ανάμεσα στους μητροπολίτες και τους διορισμένους Νομάρχες -φυσικά μέλη της ΥΒΕ οι δεύτεροι. Άλλη βασική αιτία ήταν η ύπαρξη του σλαβόφωνου ποιμνίου, το οποίο εκλαμβάνονταν ως ύποπτο για τα «ελληνικά εθνικά φρονήματά» του. Πώς θα εναντιώνονταν στο ποίμνιό τους οι ποιμένες του μητροπολίτες;[31]

Στη Φλώρινα είχε την έδρα του το Γερμανικό Φρουραρχείο Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο επιστατούσε τη σιδηροδρομική σύνδεση με το Μοναστήρι και τα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία. Η ισχυρή παρουσία των Γερμανών, η καλή οργάνωση των υπηρεσιών πληροφοριών τους, η συνεχής κίνηση Βουλγάρων αξιωματικών -συνδέσμων και πρακτόρων, ο τρόμος των κατοίκων μετά από τα αντίποινα του Μεσόβουνου και κυρίως η ύπαρξη των Σλαβομακεδόνων παρέλυαν κάθε επαναστατική δραστηριότητα.[32]

Η ένοπλη εμφάνιση του ΕΑΜ και η πίεση των χρημάτων που έρχονταν από το Κάιρο δημιούργησαν ζωτικά προβλήματα συνοχής στην ΥΒΕ. Οι «συντηρητικοί» αξιωματικοί της οργάνωσης απεύχονταν οποιαδήποτε σύγκρουση με τις δυνάμεις Κατοχής, ενώ οι «επαναστάτες» αντιφωνούσαν. Συμφωνήθηκε τελικά να «περισυλλεγούν» οι ένοπλοι των βουνών και να δράσουν βάσει «του συμφέροντος του αγώνος και αυτού του ιδίου πληθυσμού». Όταν στα τέλη του ΄42 Εθνικιστές παράγοντες της Καστοριάς επισκέφτηκαν τη Θεσσαλονίκη για να ζητήσουν από την ΥΒΕ οδηγίες συγκρότησης αντάρτικων τμημάτων, πήραν τη διαβεβαίωση ότι θα σταλούν άμεσα αξιωματικοί. Τέτοια αποστολή δεν μνημονεύεται πουθενά.[33]

Φθινοπωρινές φήμες του 1942 για παρουσία και δράση φουστανελοφόρων ανταρτών στον Όλυμπο παρακίνησαν ορισμένους «επαγγελματίες πολεμιστές» αξιωματικούς της Φρουράς Κοζάνης να επιδιώξουν επαφή μαζί τους. Ο ανθυπασπιστής ΠΖ Ιωάννης Νταβίτης στάλθηκε στον Όλυμπο, αλλά γύρισε απογοητευμένος λέγοντας ότι οι αντάρτες αυτοί «μύριζαν κομμουνισμό». Αποφασίστηκε τότε η ίδρυση οργάνωσης στην Κοζάνη με όνομα Ένωσις Κοινωνικής Αμύνης (ΕΚΑ). Στρατιωτικός ηγέτης ανέλαβε ο πενηντάρης ταγματάρχης Χρήστος Παπαβασιλείου ή Γρανίτσας ή Νυμφασιώτης από τη Νυμφασία (Γρανίτσα) Αρκαδίας, σύγχρονο μέλος της ΥΒΕ και αργότερα της ΠΑΟ, που εκτελέστηκε το 1944 από την ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης. Πολιτικός ήταν ο χρωματοπώλης Κωνσταντίνος Γκέκας, έφεδρος ανθυπολοχαγός και γόνος σημαντικής εμπορικής οικογένειας της Κοζάνης. Για τη χρηματοδότηση της οργάνωσης προσφέρθηκε η οικογένεια Γκέκα. Ένθερμοι ανθυπολοχαγοί και χωροφύλακες, όπως ο Κρητικός Τζανακάκης ή Χάρος συμπλήρωσαν το στελεχικό δυναμικό. Οδηγοί που εξαρτιόταν από την εμπορική φίρμα Γκέκα ( που εμπορεύονταν πετρέλαια και αυτοκίνητα) συμφώνησαν να παράσχουν υπηρεσίες. Η ΕΚΑ εξέφραζε την αντίδραση των εμπόρων της Κοζάνης απέναντι στα αναγκαστικά «διόδια» των εμπορευμάτων τους, τα οποία λάβαιναν ανταρτικώ δικαίω οι ένοπλοι του Ολύμπου.[34]

Η ΕΚΑ αναζήτησε υποστηρικτές στην «αχίλλειο πτέρνα» του ΕΑΜ, τη ΝΑ Εορδαία. Στη Χαραυγή (Τζουμά ή Αμύγδαλα), όπου επί Μεταξά η ΕΟΝ είχε πιστά μέλη, μερικοί πολίτες και δύο αξιωματικοί προσχώρησαν στην «οργάνωση των εμπόρων». Εν συνεχεία με επισκέψεις στο Κλείτος, τη Σπηλιά και την Πτολεμαϊδα η ΕΚΑ καλλιέργησε πολλές συμπάθειες. Στα προσφυγικά χωριά της Εορδαίας, γνωστά ως Μπουτζάκια, η υποστήριξη ήταν περισσότερο φανερή, επειδή αρκετοί έφεδροι της περιοχής υπηρετούσαν υπό τις διαταγές του ταγματάρχη Παπαβασιλείου στο Αλβανικό Μέτωπο. Στη Σκάφη (Οκιούζοβα) ο αγροφύλακας Μιχαήλ Πεχλιβανίδης ή «μικρός Μιχάλαγας» εντάχτηκε χωρίς περιστροφές στην ΕΚΑ. Ο Πεχλιβανίδης είχε χρηματίσει μαζί με αρκετούς χωριανούς του αντάρτης στην Τουρκία και αγαπούσε σφοδρά τόσο τα άλογα όσο τα όπλα. Μία πρώιμη ένοπλη επίθεση εναντίον ενός φορτηγού αυτοκινήτου στα στενά του Πολύμυλου που αποδόθηκε από το ΕΑΜ στην ΕΚΑ οφείλονταν προφανώς στους αντάρτες της Σκάφης. Στα Σέρβια γνώρισαν τους σκοπούς της οργάνωσης αυτής οι πρόσφυγες Μιχαήλ Παπαδόπουλος ή Μιχάλαγας, για τον οποίο θα γίνει λόγος πιο κάτω, και ο κουμπάρος του Κωνσταντίνος Παντελίδης.[35]

«Ενότητα στους σκοπούς, ενότητα στην οργάνωση, και ενότητα στην καθοδήγηση» ήταν ένα από τα συνθήματα του ΕΑΜ μόνο που η έκκληση για ενότητα γινόταν, γιατί απλώς δεν υπήρχε κι αν υπήρχε την αντιλαμβάνονταν ο καθένας διαφορετικά. Η τοπική οργάνωση της Κοζάνης ΕΚΑ είχε συγκροτηθεί  αντιδρώντας στο «αντιεμπορικό» ΕΑΜ αλλά και διότι δυσανασχετούσε με τη «σιγανή» και προσεκτική πορεία της ΥΒΕ, μέλος της οποίας ήταν και ο ταγματάρχης Παπαβασιλείου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του πολιτικού της ΕΚΑ Κωνσταντίνου Γκέκα, ένας αντισυνταγματάρχης, προφανώς της ΥΒΕ, ερχόμενος από Θεσσαλονίκη μίλησε στη Φρουρά Κοζάνης, μοιράζοντας τουρκικές χρυσές λίρες. Ούτε το όνομα του επισκέπτη μαθεύτηκε ούτε το περιεχόμενο της συζήτησης. Το αποτέλεσμα ήταν να ψυχραθούν από τότε οι σχέσεις Γκέκα και Παπαβασιλείου, δηλαδή ΕΚΑ και ΥΒΕ. Το ΕΑΜ ζητούσε εντύπως και προφορικά ενότητα, εννοώντας τη συγχώνευση των άλλων οργανώσεων μέσα στους κόλπους του, και δεν ήταν παράλογη η απαίτηση, εφ’ όσον αριθμητικά κι οργανωτικά διέφερε κατά πολύ από κάθε άλλη αντιστασιακή οργάνωση.Επειδή όμως ενότητα ήταν αδύνατο να κατορθωθεί, άρχισαν αντιδικίες, στις οποίες το ΕΑΜ αποδείχτηκε δύσκολος αντίπαλος. Η ΥΒΕ συκοφαντήθηκε σε ανυπόγραφες εφημερίδες τοίχου σαν αυτονομιστική οργάνωση της Μακεδονίας, ενώ παράλληλα τα έντυπα της Επιθεώρησης Νομαρχιών τοποθετούσαν την κομμουνιστική προπαγάνδα στην ίδια μοίρα με τη βουλγάρικη και τη ρουμανική προπαγάνδα.. Όσο έφθινε το 1942 τόσο εμφανίζονταν τα όπλα. Οι ημιστρατιωτικές ομάδες του ΕΑΜ αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Μιχάλη Πεχλιβανίδη. Στα Μελίσσια και την Οινόη της Κοζάνης διώχτηκε ένας «Ιταλός», που στρατολογούσε αντάρτες με λεφτά. Κατά μια πληροφορία ο νεοφανής αυτός στρατολόγος εκτελέστηκε από την ΟΠΛΑ της Βέροιας. Ιταλός κατάσκοπος, Γερμανός πράκτορας, Κύπριος αντάρτης, κατηχητής της ΕΚΑ, εταίρος της ΥΒΕ, δεν αποδείχτηκε τι ήταν τελικά ο «Ιταλός», όμως πολλοί βεβαιώθηκαν ότι το ΕΑΜ δεν επέτρεπε σε κανέναν να το αμφισβητήσει.[36]

 

Γ΄. ΕΙΣΒΟΛΗ ΚΑΙ ΜΙΜΗΣΗ

α΄) Το αντάρτικο του Ολύμπου

Ένοπλοι αρνητές της εξουσίας δεν έλειπαν ποτέ από τον Όλυμπο. Σ’ αυτούς προστέθηκαν στην περίοδο της Κατοχής αποκομμένοι στρατιώτες των Συμμάχων και καταδιωκόμενοι Κομμουνιστές. Την άνοιξη του ΄42 το όρος των αρχαίων θεών επιλέχτηκε από το Θεσσαλικό Γραφείο του ΚΚΕ ως «λίκνο του Αγώνα». Οι αντάρτες του Ολύμπου, οι περισσότεροι από το «κόκκινο» χωριό της Ελασσόνας Τσαρίτσανη, μετακινούνταν συνεχώς χωρίς να εμφανίζονται ανοιχτά μέχρι να δυναμώσουν οι πολιτικές οργανώσεις. Απαγορεύτηκε η στρατολογία ανταρτών χωρίς έγκριση, ακόμα και τα ρώσικα επαναστατικά τραγούδια. Αρχηγός της τριμελούς διοίκησης διορίστηκε ο Νίκος Ξυνός ή Ζωντανός ή Σμόλικας, τελειόφοιτος γυμνασίου και πρώην συνδικαλιστής στη Λάρισα. Οι αντάρτες του Ολύμπου επισημοποίησαν την παρουσία τους μετά από ένα τρίμηνο. Ενισχύθηκαν με λίγους μόνιμους αξιωματικούς και, αφού ενσωμάτωσαν ή έδιωξαν τους σταθμούς χωροφυλακής των ορεινών χωριών, αποφάσισαν να επεκταθούν στις γειτονικές περιοχές. Η φήμη τους εξαπλώθηκε γρήγορα και οι Σύμμαχοι ενδιαφέρθηκαν να πάρουν επαφή μαζί τους.[37]

Το πρώτο βάπτισμα του πυρός το πήραν οι αντάρτες στα τέλη Νοέμβρη του ΄42, όταν συγκρούστηκαν επιτυχώς με ιταλικό τμήμα, που συνόδευε εμπορικά αυτοκίνητα στο Λιβάδι Ελασσόνας. Μια δεκάδα Ιταλών εκτελέστηκε κι ένα αυτοκίνητο κάηκε, αφού κατασχέθηκε το φορτίο του. Μετά από αυτή τη σύγκρουση ο ΕΛΑΣ κυριάρχησε σ’ όλη την ύπαιθρο της Ελασσόνας και η συγκοινωνία Κοζάνης –Λάρισας μέσω Σαρανταπόρου διακόπηκε. Κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να κινηθεί χωρίς την άδεια του ΕΑΜ.[38]

Προς τα τέλη του ΄42 οι αντάρτες του Ολύμπου, πιθανόν με πρόσκληση του καθοδηγητή της Αχτίδας Σερβίων Αλέκου Χατζητάσκου, πέρασαν για πρώτη φορά στη γερμανοκρατούμενη ζώνη κατηχώντας στο χωριό Λαβανίτσα (Λάβα). Όπου εμφανίζονταν οι αντάρτες, αύξαιναν τα επεισόδια εις βάρος της εξουσίας. Όταν Καυκάσιοι πρόσφυγες επιχείρησαν να οργώσουν τα ακαλλιέργητα κτήματα της μονής Ζιδανίου, παρατηρήθηκαν από χωροφύλακες με αποτέλεσμα μια βραδιά οι τελευταίοι να αφοπλιστούν από «δεκαρχίες» κι αντάρτες και να καταφύγουν χωρίς επωμίδες στα Σέρβια. Οι σταθμοί χωροφυλακής των Καμβουνίων ξηλώθηκαν. Ο μοναδικός που απέμεινε στη Δεσκάτη δεν πρόλαβε να γιορτάσει τα Χριστούγεννα του ΄42 καθώς διαλύθηκε από μια ομάδα ανταρτών του Ολύμπου. Τα φυλάκια της Χωροφυλακής στο Καταφύγι και το Σαραντάπορο είχαν συμπτυχθεί νωρίτερα στα Σέρβια. Το κράτος του ΕΑΜ αποδείχτηκε ότι ήταν το πραγματικό Κράτος στον Όλυμπο, τα Καμβούνια και τα Χάσια.[39]

Ένα ελαφρύ σεντόνι χιονιού σκέπαζε το Γενάρη του 1943, όταν μια ομάδα ανταρτών του Ολύμπου πέρασε τον πόρο του Αλιάκμονα στη Ζάμπορντα κηρύσσοντας την επανάσταση. Παρ’ όλο που η κομματική επικοινωνία των καθοδηγητών Κοζάνης και Ολύμπου ήταν στενή, δεν είναι αποδεδειγμένο αν οι αντάρτες αυτοί είχαν πάρει εντολές ή αν ενήργησαν μόνοι –στις αρχές δεν έλειπαν οι αυθόρμητες πρωτοβουλίες. Η παρουσία των ανταρτών του Ολύμπου στον Τσιαρτσιαμπά δεν αναφέρεται στις γραπτές μαρτυρίες των Αριστερών της Θεσσαλίας, γιατί θεωρήθηκε ότι θα αλλοίωνε τον επαναστατικό ανθρωπισμό του Αγώνα, αν γίνονταν δημόσια γνωστή η βίαιη, γεμάτη ξυλοδαρμούς, απαλλοτριώσεις κι εκτελέσεις εισβολή τους. Στην προφορική  μνήμη της περιοχής οι αντάρτες αυτοί τυπώθηκαν λανθασμένα ως «Λεγεωνάριοι», επειδή ένας από τους επικεφαλής τους λιποτάκτησε και ορισμένοι απ’ αυτούς αποσύρθηκαν αργότερα από τον ΕΛΑΣ. Αδιευκρίνιστη παραμένει επίσης η αθέλητη ή θελημένη συμβολή των μητροπολιτών Ιωακείμ της Κοζάνης και Πολυκάρπου Βέροιας στα γεγονότα. Οι δύο ιεράρχες εντελλόμενοι από το «Εθνικόν Κέντρον», μια επιτροπή πολιτικών κι εκκλησιαστικών παραγόντων της Θεσσαλονίκης, επισκέφτηκαν το πρώτο δεκαήμερο Ιανουαρίου του ΄43 τους αντάρτες του Ολύμπου με στόχο την αποφυγή επέκτασης της επανάστασης στη Μακεδονία. Τι ειπώθηκε μεταξύ μητροπολιτών και ανταρτών δεν έμαθε κανείς. Όμως η εισβολή και αργότερα η εξάπλωση των ανταρτών του Ολύμπου στη Μακεδονία δεν αποφεύχθηκε, ίσως και να προκλήθηκε από την επίσκεψη, γιατί απεκάλυπτε την αδυναμία των Γερμανών.[40]

Η σημασία της εισβολής των ανταρτών του Ολύμπου ήταν τεράστια, επειδή ώθησε την καθοδήγηση της ΠΕ Κοζάνης να περάσει από τον εφησυχασμό των «ημιστρατιωτικών ομάδων» στη δημιουργία φανερών ένοπλων ανταρτικών τμημάτων στα Γρεβενά και το Βόιο προς μίμηση των «παιδιών του Ολύμπου» που χρωμάτισαν με το πρώτο αίμα το σκηνικό της περιοχής και που στρατολόγησαν τους πρώτους Ελασίτες από τον Τσιαρτσιαμπά. Η εύκολη διείσδυση των πρώτων ανταρτών υποδαύλισε τον πατριωτισμό των κατοίκων και προκάλεσε την κατάληψη των Σερβίων και την πυρά της γέφυρας του Αλιάκμονα, στην οποία οφείλεται η ενέδρα εναντίον των Ιταλών στη Βίγλα της Σιάτιστας και η μάχη του Φαρδυκάμπου που ακολούθησε κατόπιν. Οι πρώτοι αυτοί αντάρτες αποτελούν δικαιωματικά το βασικό κρίκο της αλυσίδας των εξεταζόμενων γεγονότων.

Τρία είναι τα γνωστά άτομα της ομάδας των ανταρτών του Ολύμπου που πέρασαν εκείνες τις κρύες μέρες του Γενάρη το βουερό ποτάμι. Ο ένας απ’ αυτούς φορώντας τη μαύρη παραδοσιακή φουστανέλα των Χασίων, στολισμένη με «κιουστέκια» και δίκοπες κάμες, κατάγονταν από την Κρανιά Ελασσόνας κι άκουγε στο όνομα Βασίλης Μαστοροδήμος ή Βασιλάρας. Στο πρόσωπο του Βασιλάρα είχε γίνει η πιο πετυχημένη εκλογή, καθώς ο 50άχρονος αυτός άντρας δεν ήταν τυχαίος στον κόσμο των ενόπλων. Εθελοντής από την Αμερική στο πόλεμο του ΄13 και αμνηστευμένος Κλέφτης μετέπειτα, γνώριζε πρόσωπα και πράγματα στον Τσιαρτσιαμπά και τα Βέντζια και ήξερε να διαβάζει το έδαφος και τις κακοτοπιές. Οι επόμενοι δύο, ντυμένοι στρατιωτικά, φορούσαν δίκοχα με σήματα του ΕΛΑΣ και ήταν οπλισμένοι με αυτόματα. Επρόκειτο για τον Σωτήρη ή Τάκη Τάρη ή Παπαφλέσσα από το Αργυροπούλι (Καρατζόλι) Τυρνάβου, απόφοιτο του γυμνασίου Τσαριτσάνης και τον αρχηγό της ομάδας, τον σοφέρ Σωτήρη Σωτηρίου ή Μπαρμπασαράντη ή Σαράντη από τη Λάρισα. Ο Σαράντης είχε χρηματίσει εθελοντής, στην Άμυνα της Θεσσαλονίκης το 1917 και στην Αλβανία το 1940, όπου τιμήθηκε. Η ομάδα κατευθύνθηκε στο Χρώμιο (Σφίλσι) κι εγκατέστησε την πρώτη βάση της Αντίστασης ορίζοντας υπεύθυνους στην Επιτροπή Προστασίας Ανταρτών, το Εφεδρικό (Εφεδρικός ΕΛΑΣ) και το ΕΑΜ –οι δυο πρώτοι ήταν Κομμουνιστές, ο τελευταίος όχι.[41]

Απολυτήριο του ΕΛΑΣ του Ευθυμίου Αναστασιάδη από την Αιανή. Εντάχθηκε το Γενάρη του 1943 στο πρώτο αντάρτικο τμήμα που πέρασε από το χωριό (Ιδιωτική Συλλογή οικογένειας Βαβλιάρα)

Απολυτήριο του ΕΛΑΣ του Ευθυμίου Αναστασιάδη από την Αιανή. Εντάχθηκε το Γενάρη του 1943 στο πρώτο αντάρτικο τμήμα που πέρασε από το χωριό (Ιδιωτική Συλλογή οικογένειας Βαβλιάρα)

Στη συνέχεια οι αντάρτες κατευθύνθηκαν στην Αιανή (Κάλιανη), απήγαγαν μια υπάλληλο των Γερμανών και αφόπλισαν το σταθμό χωροφυλακής. Έκαψαν τα κοινοτικά αρχεία, μάζεψαν με άκομψο τρόπο όπλα και δέχτηκαν στην ομάδα τους τέσσερις επαναστάτες του χωριού. Δεν λησμόνησαν να πάρουν επαφή και με τον Ιωάννη Ζαρκάδα από τη Φούρκα Κόνιτσας, κάτοικο Καισαρειάς και πρώην Κλέφτη των Καμβουνίων. Ύστερα αψηφώντας τους Γερμανούς αφόπλισαν τους σταθμούς χωροφυλακής Άνω Κώμης και Βαθυλάκκου, όπου σύμφωνα με τον Σταύρο Θεοδοσιάδη η ομάδα των ανταρτών «ποδοπάτησε το Ευαγγέλιο της χωροφυλακής, άρπαξε τις βέρες, τις κουβέρτες και τα παντελόνια των χωροφυλάκων».[42]

Ήταν αδύνατο στο ΕΑΜ να αποδεχθεί την παρουσία των ανταρτών τόσο κοντά στην Κοζάνη και τρόμαζε με την σκέψη εισβολής των τελευταίων στην πόλη, όπου ελάχιστοι Γερμανοί υπήρχαν. Η άγρια εικόνα των φουστανελοφόρων δυναμίτιζε τις πυρετώδεις διαβουλεύσεις του ΕΑΜ για προσέλκυση αξιωματικών στον Αγώνα. Ο μητροπολίτης Ιωακείμ ξεσπάθωσε εναντίον των ανταρτών του Ολύμπου χαρακτηρίζοντάς τους «κόκκινα τσακάλια». Οι αντάρτες του Σαράντη συκοφαντήθηκαν από το ΕΑΜ της Κοζάνης ως «Λεγεωνάριοι» και η ομάδα του «Γιατρού»κλήθηκε από τον ΕΛΑΣ Ολύμπου για να εκδιώξει τους θρασείς επιδρομείς. Όταν οι δύο ομάδες συναντήθηκαν στο χωριό Κήπος (Μπαξί) η «παρεξήγηση» λύθηκε και ο Σαράντης πείσθηκε να αποχωρήσει από τον Τσιαρτσιαμπά. Φεύγοντας οι αντάρτες του Ολύμπου κατευθύνθηκαν στα Βέντζια, όπου πιάστηκαν σε μάχη με τους Δημαρέληδες. Καταδιωκόμενοι ως συνεργάτες των Ιταλών οι Δημαρέληδες είχαν αφήσει τα χειμαδιά της Ελασσόνας και κατευθύνονταν με τα κοπάδια τους για προστασία προς τα Γρεβενά. Στη Μικροκλεισούρα (Σαντοβίτσα) Βεντζίων τους πρόλαβε ο Σαράντης και η σύγκρουση κατέληξε στο φόνο ενός Βλάχου και στην απαλλοτρίωση της οικοσκευής και των ζώων τους από τους αντάρτες του Σαράντη και τις δεκαρχίες του ΕΛΑΣ.[43]

Στα Βέντζια το τμήμα του Σαράντη συμβλήθηκε με μια νεοπαγή ομάδα τοπικών ανταρτών, με αρχηγούς τον έφεδρο ανθυπολοχαγό της ανακτορικής φρουράς Δημήτριο Χαρισιάδη ή Καραϊσκάκη από το Καλονέρι Σιάτιστας, πρώην υπάλληλο της ΑΤΕ Κατερίνης, και τον υπαξιωματικό Μάρκο Τσιούκρα ή Μπότσαρη  από το Μικρόκαστρο (Τσιαρούσινο), πρώην χωροφύλακα της Σιάτιστας. Αφού αφόπλισαν τους Γερμανούς τεχνικούς των μεταλλείων Βοϊδόλακκα, οι αντάρτες κατευθύνθηκαν στη Σιάτιστα, όπου την 18η του Φλεβάρη 1943 σε λαϊκή συνάθροιση στην πλατεία καταδικάστηκαν σε θάνατο τέσσερις άνδρες ως συνεργάτες κι ένας μαθητής ως «προαγωγός Ελληνίδων» στους Ιταλούς. Την άλλη μέρα το σημείωμα πάνω στις σορούς των εκτελεσμένων «Έτσι τιμωρούνται οι προδότες» έδειχνε καθαρά πόσο γρήγορα αποδίδονταν η δικαιοσύνη στους κόλπους του ΕΛΑΣ. Μετέπειτα οι εκτελέσεις αυτές φορτώθηκαν στο Σαράντη, που «η γλώσσα του πήγαινε ψαλίδι». Όμως η δημόσια διαδικασία της δίκης και η θανατική καταδίκη δια βοής από τους θεατές ήταν άσφαλτη απόδειξη ότι και ο λαός της Σιάτιστας είχε ευθύνη ή, σωστότερα, είχε εκτεθεί λαμβάνοντας μέρος στη δίκη τους.[44]

Κατόπιν οι αντάρτες κατέληξαν στις 22 Φλεβάρη στο Εμπόριο, όπου για πρώτη φορά ίσως αρκετοί απ’ αυτούς συναντήθηκαν με ανθρώπους που μιλούσαν και «βουργάρκα», εκτός από τα ελληνικά. Ο Σαράντης διακήρυξε δημόσια ότι ο αγώνας του ΕΑΜ δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους σε φυλές, Έλληνες ή Βούλγαρους. Εκεί πάρθηκε η απόφαση να χτυπηθεί το φυλάκιο των Γερμανών στην Κλεισούρα. Παρόμοια σκέψη των ίδιων ανταρτών πριν από λίγες μέρες να χτυπηθεί το γερμανικό φυλάκιο της Ξηρολίμνης απετράπη προφανώς λόγω πιθανών αντιποίνων εναντίον της Σιάτιστας. Όμως στην απόφαση του Εμπορίου τα γερμανικά αντίμετρα δεν υπολογίστηκαν. Ακροβολιζόμενο, λοιπόν, το τμήμα προς Κλεισούρα δέχτηκε πυρά από Χωροφύλακες και Γερμανούς που ακολουθούσαν τα ίχνη των ανταρτών. Επήλθε διάλυση και οι μεν ομάδες της Σιάτιστας επέστρεψαν στο Σινιάτσικο, οι δε Θεσσαλοί εξαφανίστηκαν.[45]

Όταν ο Σαράντης περιφέρονταν στον Τσιαρτσιαμπά, μια βρετανική αποστολή έπεσε στον Όλυμπο και συνδέθηκε με τον ΕΛΑΣ. Το γεγονός αυτό προσέδωσε περισσότερη νομιμότητα στο κίνημα των ανταρτών και ο δικηγόρος Κώστας Γυφτοδήμος ή Καραγιώργης, υψηλόβαθμο στέλεχος του ΚΚΕ Θεσσαλίας, κινήθηκε προς συνάντηση μαζί τους. Στο Σώμα Ολύμπου κατατάχθηκαν εκείνη την εποχή και ορισμένοι αξιωματικοί, όπως ο υπολοχαγός Ανδρέας Μπεζεριάνος από την Πάτρα, πρώην μέλος της οργάνωσης «Φιλική Εταιρία». Ο Μπεζεριάνος μαζί με δύο δασκάλους ανέλαβαν τη διοίκηση του αναδιαρθρωμένου συγκροτήματος Αμάρμπεη με περιοχή δράσης τα σύνορα γερμανικής και ιταλικής ζώνης, όπου κείτεται και η δίοδος του Σαρανταπόρου.[46]

Στα μέσα του Φλεβάρη 1943 οι αντάρτες σταμάτησαν ένα μεγάλο, περαστικό προς την Ελασσόνα κοπάδι ζώων. Ο επικεφαλής των βοσκών «κάποιος με μπότες καινούριες στα πόδια του, ψηλός, μελαχρινός και με ύφος νταή» επέμενε ότι τα ζώα ήταν ιδιόκτητα και όχι επιταγμένα από τους Γερμανούς. Ο ιδιοκτήτης του κοπαδιού Μιχαήλ Παπαδόπουλος ή Μιχάλαγας από τα Σέρβια ενδιαφέρθηκε αυτοπροσώπως για την υπόθεση αλλά γύρισε άπρακτος και απειλημένος. Οι πολιτικές οργανώσεις είχαν πληροφορίες ότι συνεργάζονταν με τους Γερμανούς και την «αντίδραση». Ο τουρκόφωνος έμπορος είχε έρθει από τον Πόντο στο Βατόλακκο Γρεβενών και μετοίκησε στα Σέρβια. Όπως οι περισσότεροι πρόσφυγες είχε φιλελεύθερες πεποιθήσεις. Ασχολούμενος με αγοραπωλησίες δημητριακών και ζώων απόχτησε μεγάλη φήμη, ιδιαίτερα ανάμεσα στους Τουρκόφωνους. Επί Κατοχής οι εξαγωγές από τη Μακεδονία απαγορεύονταν, αλλά ο Μιχάλαγας έβρισκε τρόπους να διαφεύγει τον γερμανικό νόμο. Όταν οι αντάρτες του Ολύμπου άρχισαν τις ενέδρες στο Σαραντάπορο, ο Μιχάλαγας βοηθούσε οικονομικά τον «Αγώνα» εξασφαλίζοντας την απρόσκοπτη δίοδο των κοπαδιών του. Οι επαφές του όμως με τον κουμπάρο του Μιχάλη Πεχλιβανίδη από τη Σκάφη και τους αξιωματικούς της Κοζάνης μαθεύτηκαν με αποτέλεσμα τη ρήξη των σχέσεων ΕΑΜ και Μιχάλαγα. Το πέρασμα του τελευταίου στο αντικομμουνιστικό στρατόπεδο κόστισε πολλά στην Αριστερά, ιδιαίτερα όταν ο περίφημος έμπορος έγινε αρχηγός των οπλισμένων χωρικών του νομού Κοζάνης τον επόμενο χρόνο.[47]

Όλες οι αποθήκες του Επισιτισμού στα Καμβούνια άνοιξαν και μοιράστηκαν. Γερμανοί που είχαν έρθει αναγνωριστικά στο Μικρόβαλτο χτυπήθηκαν με όπλα. Άλλοι Γερμανοί, τεχνικοί των δρόμων, αιχμαλωτίστηκαν στο Σαραντάπορο. Οι αντάρτες του Ολύμπου αποχαιρέτησαν τον Φλεβάρη του ΄43 με μια θεαματική ενέργεια στα Βέντζια, χτυπώντας την ιταλική φρουρά στα μεταλλεία Ξηρολίβαδου Ζάμπορντας και καταστρέφοντας φορτηγά αυτοκίνητα με αποτέλεσμα οι τελευταίοι Ιταλοί της υπαίθρου να κλειστούν στα Γρεβενά.[48]

 

γ΄) Ο ΕΛΑΣ της Δυτικής Μακεδονίας

Όταν η ομάδα του Σαράντη περνούσε στον Τσιαρτσιαμπά ο καθοδηγητής του ΚΚΕ Θωμάς Ιωαννίδης ή Φίλος Γ΄ έδινε εντολές για ανοιχτή εμφάνιση των ανταρτών. Μια σειρά ομοιοτήτων του θεσσαλικού αντάρτικου με τον ΕΛΑΣ Γρεβενών οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι τελευταίοι όχι μόνο μιμούνταν το πρόγραμμα των πρώτων αλλά δέχονταν και εντολές ή, σωστότερα, εμπιστεύονταν τις κατευθύνσεις της θεσσαλικής  καθοδήγησης. Σε ένα «αχτίφ» στελεχών της περιοχής, όπου συμμετείχε και ο Φίλος Γ΄, μερικά χωριά των Χασίων και η Δεσκάτη αποσπάστηκαν από τα Γρεβενά και πέρασαν στην καθοδήγηση της Θεσσαλίας. Μετά απ’ αυτό ο Ιωαννίδης εμφανίστηκε στα Γρεβενά με το εύηχο ψευδώνυμο Φίλος Γ΄, το οποίο έμοιαζε με το  Ψηλός Γ΄, παράνομο ψευδώνυμο του στελέχους του ΚΚΕ Θεσσαλίας Κώστα Γαμβέτα. Στη Θεσσαλία παρά τις επίσημες εντολές είχαν από την αρχή καταταγεί, έστω και υπό δοκιμή, μερικοί ληστές στον ΕΛΑΣ, όμως στα Γρεβενά ο Φίλος Γ΄ κατέχοντας την πείρα των συναδέλφων του Θεσσαλών ήταν εξ αρχής άτεγκτος. Ο Κλέφτης Νικόλαος Ζαραλής ή Χασιώτης από το Αγιόφυλλο, που εμφανίζονταν με μια ομάδα καταδιωκόμενων κομμουνιστών στα δάση του Σνιχόβου, διώχτηκε άμεσα από την Αχτίδα Γρεβενών. Λίγο αργότερα ο Φίλος Γ΄ αρνήθηκε να κατατάξει στην ομάδα του ένα Κρητικό χωροφύλακα και υποχώρησε μόνο κατόπιν επίμονων ανταρτικών διαμαρτυριών. Ο αντάρτης -χωροφύλακας υποχρεώθηκε να εκτελέσει δημόσια έναν κοινοτάρχη, για να εκτεθεί και να δεθεί με το «Κίνημα».[49]

Η πρακτική της μεθοδικής ανάπτυξης του αντάρτικου εφαρμόστηκε κι από το Φίλο Γ΄. Όταν ζωηροί καταδιωκόμενοι θέλησαν να χτυπήσουν χωροφύλακες που συνέλεγαν το «δέκατο» στη Ροδιά Γρεβενών, ο υπεύθυνος του Εφεδρικού αρνήθηκε να τους συνδράμει χωρίς εντολή της καθοδήγησης. Στις 19 Γενάρη του 1943 η αντάρτικη  ομάδα του ΕΛΑΣ Γρεβενών με αρχηγούς το Φίλο Γ΄, τον Τασιανόπουλο και τον πρώην προϊστάμενο του Τ.Τ.Τ. Τσοτυλίου Δημήτριο Κυρατζόπουλο ή Φωτεινό από τις Κυδωνιές αφόπλισαν το σταθμό χωροφυλακής Πολυνερίου. Στην επιχείρηση συμμετείχαν και τέσσερις άνδρες από το Μεσολούρι, εν ενεργεία αντάρτες του Ολύμπου, οι οποίοι παρέμειναν μετά στα Χάσια. Ειδικά η αρωγή των τεσσάρων τελευταίων ανδρών φωτίζει δυνατά την πολιτική εξάρτηση της νεογνούς δυτικής Μακεδονίας από τη μάνα Θεσσαλία.[50]

Στο πλαίσιο του συνθήματος «ενότητα στον αγώνα» «λύθηκε» η παλιά διαφωνία μεταξύ Ελευθερίας και Πατριωτικής το 1941 με απόπειρα δολοφονίας του γιατρού Ευθυμιάδη στον Έλατο Γρεβενών. Το γεγονός θορύβησε τους θιασώτες της πρώην Πατριωτικής και φόβισε τόσο πολύ τον Ευθυμιάδη, που έφυγε στη Μέση Ανατολή. Όλα τα μέσα ακόμα και οι φόνοι επιτρέπονταν προκειμένου να υπάρξει πειθαρχία στον Αγώνα. Στην ταραγμένη εκείνη εποχή οι εκτελέσεις και οι σκοτωμοί εξυπηρετούσαν την επανάσταση, γιατί τα παραδείγματα και ο φόβος ανάγκαζαν το λαό να υποκλίνεται στον πιο δυνατό ή σ’ αυτόν που σκότωνε. Και στο σκληρό κόσμο των ορεινών περιοχών η ηπιότητα λογίζονταν ως αδυναμία και ο ξυλοδαρμός αστειότητα. Στην Αλατόπετρα (Τούζι) Γρεβενών εκτελέστηκαν από τους αντάρτες ένας ληστής, ένας κοινοτάρχης κι ένας Βλάχος για να λάβουν οι ορεινοί το μήνυμα ότι αυτοί οι ίδιοι ήταν αδύναμοι κι όχι το ΕΑΜ. Γυναίκες και παιδιά δεν εξαιρούνταν από τους σκοτωμούς, γιατί το ηθικό πρόσωπο της επανάστασης δεν έκανε διακρίσεις. Ένας δασικός του Όρλιακα που ερωτοτροπούσε με μια δασκάλα δάρθηκε, γιατί σχέσεις έξω από το γάμο αμφισβητούσαν την παράδοση και το ΕΑΜ ήταν ή πάλευε να είναι αυτό το ίδιο η παράδοση.[51]

Έκκληση για πειθαρχία έκανε ο Φίλος Γ΄, όταν οι αντάρτες της ομάδας του επέμεναν να δράσουν στα ορεινά χωριά των Γρεβενών κι όχι στα άγνωστα Βέντζια και τα Χάσια, τα οποία πρότεινε σταθερά ο καθοδηγητής. Δεν γνωρίζουμε αν είχε συμφωνηθεί σύνδεση της ομάδας Τασιανόπουλου με την ομάδα Σαράντη με την οποία συναντήθηκαν τελικά στα Βέντζια ή αν ο Φίλος Γ΄ πήρε μήνυμα για να αφοπλίσει την Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Σιάτιστας. Κατά την εικοσαήμερη πάντως προκαθορισμένη περιοδεία των ανταρτών στα Βέντζια και τα Χάσια αποθήκες Επισιτισμού μοιράστηκαν, αρχεία κάηκαν. Τρία λαϊκά δικαστήρια κλεφτών κι αντιδραστικών κατέληξαν στην ποινή του δαρσίματος με φάλαγγα και μαγκούρα παρ’ όλο που ο παριστάμενος λαός είχε φωνάξει θάνατος. Όλα τα χωριά οργανώθηκαν στο ΕΑΜ και όταν το αντάρτικο τμήμα κατέληξε για ξεκούραση στην «κόκκινη» Γριά (Άνοιξη) Χασίων, ο Φίλος Γ΄ μίλησε στον κόσμο φορώντας έναν κόκκινο σκούφο.[52]

Η σπουδαιότερη επιτυχία των ανταρτών ήταν ο αφοπλισμός των χωροφυλάκων της Σιάτιστας και η προσχώρηση των μελών της στον ΕΛΑΣ. Οι κάτοικοι της ορεινής κωμόπολης εκτός από την περηφάνια είχαν κι άλλους λόγους να είναι αντίθετοι με την κρατική εξουσία. Μια επιδημία φυλλοξήρας είχε καταστρέψει παλιότερα τα αμπέλια τους και πολλοί είχαν δυσαρεστηθεί με τον υφιστάμενο βαρύ φόρο απόσταξης των αμβύκων. Επί Μεταξά απαγορεύτηκε η εκμετάλλευση του δάσους της Τσερβένας, τα ξύλα του οποίου κατέληγαν στο εμπόριο ή στη θέρμανση των ιδίων. Με τον πόλεμο και την Κατοχή είχαν διακοπεί τα μεταφορικά δρομολόγια και οι Σιατιστινοί κυρατζήδες έμειναν χωρίς δουλειά. Ούτε και το εμπόριο γουναρικών ευδοκιμούσε πια. Οι άνεργοι διέκειντο φιλικά προς τις ανατρεπτικές θεωρίες, θερμοί υποστηρικτές των οποίων υπήρχαν αρκετοί στη Σιάτιστα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι με την εισβολή του ΄41 είχαν όλοι τους αποχωρήσει στη νότια Ελλάδα και, όταν ησύχασε η κατάσταση, επέστρεψαν στη Σιάτιστα. Όμως κανείς τους δεν ήταν αρεστός στην κωμόπολη: «να φύγουν οι χαμουτζίδες», «πού ήσασταν όταν ήρθαν οι Γερμανοί…» φώναζαν οι κάτοικοι βγάζοντας φανερά τα κρυμμένα όπλα τους, όπως μαρτυρεί ο Φώτιος Ντέμκας.[53]

Η Χωροφυλακή αντιτίθονταν στους Ιταλούς και μεταξύ τους προέκυπταν συνεχώς προβλήματα, κρατήσεις, διώξεις, ως και άρνηση χορηγίας σαπουνιού. Στη Σιάτιστα τέσσερις από τους οχτώ χωροφύλακες κατάγονταν από την ίδια κωμόπολη. Ο διοικητής της Υποδιοίκησης υπομοίραρχος Θωμάς Βενετσανόπουλος από την Κυπαρισσία επαφίονταν με εξόριστους Κομμουνιστές, όταν υπηρετούσε στην Κρήτη. Έτσι η ένταξη των χωροφυλάκων στον ΕΛΑΣ πραγματοποιήθηκε χωρίς δυσκολία.Η προσχώρηση της χωροφυλακής Σιάτιστας διατυμπανίστηκε από το ΕΑΜ και λέγεται ότι ακόμα και το ραδιόφωνο του BBC την ανακοίνωσε. Η δημοτικότητα του ΕΑΜ αυξήθηκε, ενώ οι αντιστάσεις των διστακτικών μειώθηκαν. Πάντως ο Βενετσανόπουλος, πριν να ορκιστεί στον ΕΛΑΣ , πέρασε από κλειστή δίκη στον Έξαρχο με ανταρτοδίκες το Φίλο Γ΄, τον ανθυπολοχαγό Στέλιο Κατσόγιαννο, Γιάγκοβα ή Γιάννη Λαμιώτη από τη Φθιώτιδα, κάτοικο Κοζάνης και τους αρχηγούς των τοπικών ομάδων. Ο υπομοίραρχος εγκαλούνταν για σκληρή υπηρεσιακή συμπεριφορά εναντίον των χωρικών της περιοχής κι έπρεπε να κάνει «αυτοκριτική» για να καθαρθεί από τα «αστικά κατάλοιπα». Ήταν φυσικό να αθωωθεί, αλλά για να καταπραϋνθούν οι μηνυτές χωρικοί στάλθηκε προς δράσιν στο Σινιάτσικο.[54]

Στις 8 Φλεβάρη του 1943 μια απρόσμενη επιτυχία ανέβασε τη μαχητικότητα των ανταρτών του ΕΛΑΣ Γρεβενών. Ένα ιταλικό τμήμα, που είχε επιδράμει στο Σνίχοβο, έπεσε σε ενέδρα ανταρτών και διαλύθηκε αφήνοντας νεκρούς πάνω στο χιόνι και πνιγμένους στον Αλιάκμονα. Ο βομβαρδισμός των χωριών και οι εκδικητικές επιδρομές των Ιταλών που ακολούθησαν ενίσχυσαν την κυριαρχία του ΕΑΜ στα Χάσια. Δύο μέρες αργότερα μια νέα επιτυχής μάχη ενόπλων της Δυτικής Θεσσαλίας εναντίον πάλι των Ιταλών στην Οξύνοια (Μιρίτσα) Καλαμπάκας επιβεβαίωσε την ολική διακοπή της επικοινωνίας Γρεβενών –Τρικάλων. Όταν αποσύρθηκε η ιταλική φρουρά από τη Νεάπολη και το Τσοτύλι, οι αντάρτες μπήκαν στις δύο κωμοπόλεις. Περιδεείς οι Ιταλοί περιχαρακώθηκαν στην πόλη των Γρεβενών και της Καστοριάς.[55]

Η ομάδα των ανταρτών του ΕΛΑΣ Πραμόρτσα ή Αρριανού έδρασε στο Βόιο με τριμελή, όπως και όλες οι άλλες, διοίκηση. Στρατιωτικός ανέλαβε ο έφεδρος ανθυπολοχαγός και πρώην υπάλληλος των ΣΕΚ Αριστοτέλης Χοτούρας ή Αρριανός από τη Λευκοθέα, καπετάνιος ο Νίκος Παντίδης ή Κεραυνός από τη Βελανιδιά και καθοδηγητής ο εξόριστος κομμουνιστής, απόφοιτος του γυμνασίου Τσοτυλίου Δημητρός Γεωργόπουλος από το Τσακνοχώρι (Ανθοχώρι). Η ομάδα Αρριανού έμπαινε στον αγώνα με δύσκολες προοπτικές, καθώς διαδίδονταν ότι στο Βόιο οι «Εθνικισταί» και η ΥΒΕ διέθεταν ή υπήρχε η διάδοση ότι διέθεταν αρκετούς υποστηρικτές, ντόπιους αξιωματικούς του Επισιτισμού και απλούς πολίτες. Με την εμφάνιση των ανταρτών η ιταλοφρονία των Βλάχων είχε ατονήσει και όσοι είχαν εκτεθεί κατέφυγαν στην πόλη των Γρεβενών. Οι υπόλοιποι όχι μόνο υποστήριξαν το ΕΑΜ αλλά έδωσαν και μέλη τους στον ΕΛΑΣ, όπως έπραξε το τσελιγκάτο των Μπραζοτικαίων από το Άργος Ορεστικό. Τελειώνοντας ο Φλεβάρης του ΄43 η ομάδα Αρριανού μαζί με δεκαρχίες του Βοϊου κινήθηκαν προς τα σλαβομακεδόνικα χωριά της Καστοριάς, των οποίων οι κάτοικοι γοητεύονταν περισσότερο, αν όχι από τους Βούλγαρους, τουλάχιστον από τους Παρτιζάνους.[56]

Για λόγους που ήδη αναφέρθηκαν η έναρξη του Αγώνα καθυστερούσε στις περιοχές των Σλαβομακεδόνων. Υπό την πίεση του ΕΑΜ σχηματίστηκε τελικά στη Φλώρινα μια ομάδα του ΕΛΑΣ με μόνο 13 μέλη, Πόντιους και Γκρεκομάνους, η οποία προσκολλήθηκε στο τμήμα των Παρτιζάνων που διαβιούσε στο χιονισμένο Βίτσι. Η ομάδα αυτή του ΕΛΑΣ σχηματίστηκε μάλλον για να παρακολουθεί τις κινήσεις των «φιλοξενούμενων» επαναστατών. Παρτιζάνοι κι ελασίτες διέλυσαν στις 25 Φλεβάρη του ΄43 το σταθμό χωροφυλακής στη Μελίτη Φλώρινας, έκαψαν αρχεία στα ορεινά χωριά κι άρχισαν τον αφοπλισμό σλαβομακεδόνικων χωριών. Είναι φανερό ότι χωρίς τη βοήθεια των Παρτιζάνων ελάχιστη δράση θα μπορούσαν να δείξουν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ.[57]

 

δ΄) Η συμφωνία ΕΑΜ -αξιωματικών

Με την εμφάνιση του ΕΛΑΣ σχηματίστηκαν στα ορεινά διάφορες ομάδες ενόπλων. Χωροφύλακες, που είχαν μείνει άνεργοι ή είχαν φοβηθεί μήπως συλληφθούν ή που συνεπάρθηκαν από την επαναστατική ατμόσφαιρα, βγήκαν στο βουνό, όταν οι Ιταλοί έκλεισαν τα τμήματα της υπαίθρου. Ο ανθυπασπιστής Βασίλειος Αγγελόπουλος τράπηκε μαζί με συναδέλφους του προς τα χωριά της Ανθούσας Βοϊου και ο συνάδελφός του Εμμανουήλ ή Βασίλειος Μπασκάκης κατέφυγε στα υψώματα του Νεστορίου. Στα  ορεινά του Μουρικίου σχηματίστηκε μια ομάδα από καταδιωκόμενους πρόσφυγες και ντόπιους με αρχηγό το Μικρασιάτη Φραγκίσκο Τσέζο ή Κολλάρα, πρώην πρόεδρο της Κορησού, που, όπως αρκετοί πρόσφυγες, πέρασε διαδοχικά από την ΥΒΕ και την ΠΑΟ για να καταλήξει στον ΕΕΣ Πτολεμαϊδας. Οι Εθνικιστές ένοπλοι πήραν επαφή με αξιωματικούς της Κοζάνης αλλά η διαφορετική φιλοσοφία των αξιωματικών και περισσότερο οι συλλήψεις ευυπόληπτων πολιτών στην Καστοριά και τη Φλώρινα την ίδια εποχή έκαναν να αδιαθετήσει η διάθεση για μαζικό αγώνα.[58]

Στην Κοζάνη και τα Γρεβενά δεν υπήρχαν τα επιβραδυντικά προβλήματα της Φλώρινας και Καστοριάς. Επιπλέον οι αντάρτες εμφανίστηκαν νωρίς στον Τσιαρτσιαμπά, είχαν οργώσει το Βόιο και τα Γρεβενά και κατέλαβαν τα χωριά Πιερίων και Καμβουνίων. Στην πόλη Κοζάνη το ΕΑΜ είχε καταφέρει να εντάξει δύο πολύ σημαντικά πρόσωπα, το μητροπολίτη Ιωακείμ και το λοχαγό Γρηγόριο Γερούκη, εξόριστο των Γερμανών στην ίδια πόλη λόγω συμμετοχής του σε αντιστασιακή οργάνωση της Μυτιλήνης. Ο Γερούκης κατάγονταν από το Καταφύγι Αγράφων και απολάμβανε τη φήμη ενός αδέκαστου και δημοκρατικού αξιωματικού. Εκ φύσεως ενθουσιώδης  και γενναίος, γύρισε από το Αλβανικό Μετώπου δυο φορές τραυματίας. Τον Αύγουστο του ΄42 αποδέχτηκε την πρόταση του κομμουνιστή κουμπάρου του να μπει στο ΕΑΜ. Στις διαβουλεύσεις αξιωματικών και παραγόντων της Κοζάνης για αρωγή του ΕΑΜ ο Γερούκης ήταν «ο μόνος εκ των υπηρετούντων τότε 13 λοχαγών και 60 εν συνόλω αξιωματικών» της Φρουράς Κοζάνης που ήταν «έτοιμος δια πάσαν θυσίαν προς το Έθνος». Ο ευκατάστατος λοχαγός είχε επαφές και με αξιωματικούς της ΥΒΕ Θεσσαλονίκης αλλά βγήκε στο βουνό με τον ΕΛΑΣ, ίσως επειδή πρακτικά μόνο αντάρτες του ΕΛΑΣ υπήρχαν στην περιοχή.[59]

Το επόμενο «βαρύ όπλο» ήταν ο μητροπολίτης Ιωακείμ Αποστολίδης, μια αμφιλεγόμενη φυσιογνωμία. Ο Ιωακείμ, τουρκόφωνος πρόσφυγας από την Αμάσεια, είχε διοριστεί δεσπότης Σερβίων και Κοζάνης το 1923. Πριν από τον πόλεμο είχε συγκρουστεί με την Ιερά Σύνοδο και με το συντηρητικό κόσμο της Κοζάνης λόγω των κοινωνικών και φιλοσοφικών του απόψεων. Το δεσποτικό του ήταν τόπος συνάντησης ανθρώπων και ιδεών,ο ίδιος όμως ως θιασώτης της «ορεινής λεβεντιάς», προσχώρησε στο ΕΑΜ. Ο φλογερός πατριωτισμός του Γερούκη, που προφανώς διατυμπανίζονταν κατάλληλα από το ΕΑΜ, και ο παρορμητικός ενθουσιασμός του δεσπότη Ιωακείμ υπήρξαν δυο από τις κύριες αιτίες της συμφωνίας των αξιωματικών με το ΕΑΜ της Κοζάνης.[60]

Ο πρόσφατος απόηχος των πετυχημένων μαχών του ΕΛΑΣ, η «επιπολάζουσα» παρουσία των ανταρτών και η πίεση του Ιωακείμ και του Γερούκη παρακίνησαν τους αξιωματικούς να εγκαταλείψουν την παθητική αδράνειά τους. Ο διοικητής φρουράς Κοζάνης ταγματάρχης Ανδρέας Λαλόπουλος από το Πολυκάστανο Βοϊου επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη για οδηγίες. Ο Χρυσοχόου, σύμφωνα με τον ίδιο, συνέστησε, αν τελικά υπάρξει συμφωνία με το ΕΑΜ, να υπογραφεί από «πεπειραμένους» αξιωματικούς. Στις αρχές Μαρτίου  του 1943 υπογράφτηκε στην Κοζάνη το «πρωτόκολλο συνεργασίας» ή τιμής, όπως ονομάστηκε. Οι αξιωματικοί θα αναλάμβαναν διοίκηση στον ΕΛΑΣ, του οποίου αρχηγός θα ήταν ο Λαλόπουλος. Ο αγώνας θα ήταν πραγματικά εθνικός και το ζήτημα του πολιτεύματος θα λύνονταν μετά την απελευθέρωση. Οι ταγματάρχες υπέγραψαν ως άτομα κι όχι ως ανήκοντες σε οργανώσεις, παρ’ όλο που σχεδόν όλοι τους ήταν μέλη της ΥΒΕ ή γνώστες της ΕΚΑ.[61]

Δεν έχει εξακριβωθεί αν οι απόστρατοι ταγματάρχες Μιλτιάδης Πόρτης από τον Πεντάλοφο και Δημήτρης Παναγιωτίδης από τη Δαμασκηνιά που ανέλαβαν τη διεύθυνση «υποτυπωδών» αρχηγείων, με έδρες τον Πεντάλοφο και τη Δαμασκηνιά αντίστοιχα, δρούσαν με επίνευση της ΥΒΕ ή της ΕΚΑ ή με δική τους πρωτοβουλία. Πάντως από τα δυο αυτά αρχηγεία λάβαιναν εντολές αξιωματικοί, σαν τον ανθυπολοχαγό Στέφανο Καραμπέρη από την Κλεισώρεια Βοϊου, τον υπολοχαγό Κοσμά Μπουλογιάννη από το Δίλοφο και τον Θεόδωρο Σιδηρόπουλο από τη Βροντή, τουρκόφωνο έφεδρο ανθυπολοχαγό, που έβγαιναν στα χωριά και παρακινούσαν τους κατοίκους να οργανωθούν σε Εθνικιστικές ομάδες.[62]

 

Δ΄. ΥΨΩΣΗ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ

α΄) Ο καυτός Μάρτης

Όταν οι Γερμανοί των Σερβίων έφυγαν στην Κοζάνη οι Ελασίτες του Ολύμπου κινήθηκαν για την κατάληψη της κωμόπολης. Μια επιστολή του Βενετσανόπουλου στον Κρητικό υποδιοικητή των Σερβίων έπεισε τους χωροφύλακες του σταθμού και αυτούς που φρουρούσαν τη γέφυρα του Αλιάκμονα να μην προβάλλουν καμιά αντίσταση. Οι αντάρτες έκαψαν την 3η Μάρτη του 1943 τη γέφυρα του ποταμού και η συγκοινωνία Κοζάνης –Λάρισας διεκόπη. Οι αποθήκες των σιτηρών άνοιξαν κι ελληνικές σημαίες στόλισαν την πόλη. Την ίδια μέρα έφτασαν στα Σέρβια ο μητροπολίτης Ιωακείμ, ο Μιχάλης Σουμελίδης κι ο Σταύρος Θεοδοσιάδης. Οι τρεις τους ήταν πρώτοι στις καταστάσεις των υπόπτων ως εαμίτες και όταν κάηκε η γέφυρα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κοζάνη. Την επόμενη μέρα δεκαρχίες των Σερβίων συγκρούστηκαν με μια ανιχνευτική ομάδα Γερμανών που είχε έρθει στην κωμόπολη για να διαπιστώσει αν αλήθευαν οι επαναστατικές φήμες. Δύο Γερμανοί που τραυματίστηκαν πιστοποίησαν αλάθευτα την αλήθεια των φημών.[63]

Το κάψιμο της γέφυρας ήταν σημαντική στρατιωτική επιτυχία του ΕΛΑΣ και είναι βέβαιο ότι ο φιλοεαμικός σύνδεσμος της ΣΣΕ Σέππαρντ θα την επικρότησε εκ των υστέρων, αν δεν την είχε παροτρύνει εκ των προτέρων. Το μέγεθος όμως της επιτυχίας επέφερε φοβερά αντίποινα από τους Ιταλούς της Λάρισας, οι οποίοι ήρθαν να βοηθήσουν το εγκλωβισμένο στο Φαρδύκαμπο τάγμα τους. Είναι πιθανόν το κάψιμο των Σερβίων να προτάθηκε από τους Γερμανούς, όμως εξαγριωμένοι Ιταλοί –και Βλάχοι- ήταν οι φυσικοί αυτουργοί. Ερχόμενο στα Σέρβια το 44ο σύνταγμα της Λάρισας, χτυπήθηκε κατά τη διαδρομή από τους αντάρτες και διανυκτέρευσε  στο Σαραντάπορο. Την επόμενη μέρα, 6η Μάρτη ΄43, πέρασε μαχόμενο από τα στενά Πόρτες Σερβίων, στα οποία ενέδρευαν μόνιμοι κι Εφεδρικοί Ελασίτες των Καμβουνίων. Ανήμποροι να περάσουν τα φουσκωμένα νερά του Αλιάκμονα, οι Ιταλοί έβαλαν φωτιά,  όταν έμαθαν την παράδοση του τάγματός τους.[64]

Διάφορες ένοπλες ομάδες του Γράμμου και καθοδηγητές του ΕΑΜ συσκέφτηκαν μαζί για την κατάληψη του Νεστορίου. Μπροστά στον επιθυμητό στόχο οι ιδεολογικές διαφορές των ηγετών παραμερίστηκαν και συστήθηκε το Αρχηγείο Γράμμου, όπου συμμετείχαν σχεδόν όλοι οι ομαδάρχες: στην τριμελή διοίκηση ο Κολλάρας, ο Μπασκάκης και ο υπαξιωματικός Ιωάννης Πατσιούρας από το Άργος Ορεστικό, παλιός κομμουνιστής και επί Μεταξά κρυφός γραμματέας των κομμουνιστών στρατιωτών της 9ης Μεραρχίας. Το επιτελείο ανέλαβαν ο δικηγόρος Γιώργος Γιαννούλης από το Επταχώρι και οι καθοδηγητές του ΕΑΜ (και του ΚΚΕ) Γεώργιος Δαβίδης (Γέρος) από το Νέο Καύκασο, Περικλής και Λευτέρης –μόνιμοι αξιωματικοί δεν υπήρχαν. Δεν χρειάστηκε μάχη, γιατί οι Ιταλοί είχαν αποχωρήσει. Στις 3 του Μάρτη στο Νεστόριο «ανεπετάσσετο η Σημαία της Επαναστάσεως», με ομιλίες, τραγούδια, χορούς κι εκτελέσεις «δοσιλόγων».[65]

Μέσα στον ενθουσιασμό, με τη γνώση του καψίματος της γέφυρας Σερβίων και της δραστηριότητας των ανταρτών του Ολύμπου, εξυφάνθηκε στο Νεστόριο ένα φιλόδοξο σχέδιο κατάληψης της πόλης της Καστοριάς, που έφερε τη σφραγίδα του Γιαννούλη. Ένα τμήμα θα έκανε απόβαση με βάρκες στην Καστοριά, απελευθερώνοντας πρώτα το Άργος Ορεστικό. Το δεύτερο θα  χτυπούσε την πόλη από τους στρατώνες, αφού θα είχε ξεκαθαρίσει τους ιταλόφιλους Σλαβομακεδόνες των χωριών, που κείτονταν στο δρόμο Νεστορίου -Καστοριάς. Το τρίτο θα έμπαινε στην πόλη μέσω Αγίας Κυριακής αφήνοντας ενέδρες στο δημόσιο δρόμο Καστοριάς -Κορυτσάς για την αποτροπή ιταλικών ενισχύσεων.[66]

Το σχέδιο αποδείχτηκε πρακτικά ανεφάρμοστο, γιατί οι αντάρτες ήταν λίγοι και οι Κομιτατζήδες περισσότερο αποφασισμένοι απ’ ότι είχε πιστευτεί. Μόνο στο Άργος Ορεστικό κυριάρχησαν οι επαναστάτες. Τα υπόλοιπα τμήματα ασχολήθηκαν με τον αφοπλισμό Σλαβομακεδόνων Εαμιτών στα χωριά του Νεστορίου ή αποχώρησαν κάτω από την αφόρητη πίεση των ιταλικών ενισχύσεων από την Κορυτσά. Φοβούμενοι τότε μήπως συλληφθούν δραπέτευσαν από την Καστοριά ο νομομηχανικός Κωνσταντίνος Ζήσης από την Εύβοια, ο αγρονόμος Εμμανουήλ Κιουρτσιδάκης από την Κρήτη, ο ανθυπασπιστής χωροφυλακής Ηλίας Μανταρόπουλος κι ο υπολοχαγός Τιμόθεος Κουλούρης από το Λέχοβο και κατέφυγαν στην αγκαλιά του ΕΑΜ Κωσταραζιού. Οι Ιταλοί έκαψαν το Νεστόριο κι άλλα χωριά και άρχισαν να εξοπλίζουν μαζικά τους Σλαβομακεδόνες. Τρομαγμένοι οι περισσότεροι αντάρτες διαλύθηκαν στα χωριά τους.[67]

Μια αποστολή με τρόφιμα και άντρες προς εφοδιασμό της ιταλικής φρουράς Γρεβενών, η οποία ανάσαινε βαριά μετά την πίεση των ανταρτών, χτυπήθηκε στις 4 Μάρτη του 1943 στη Βίγλα Σιάτιστας από τοπικές ομάδες του ΕΛΑΣ και δεκαρχίες του Παλιόκαστρου και της Σιάτιστας. Εννιά ιταλικά αυτοκίνητα και πάνω από 100 αιχμάλωτοι –οι τραυματίες εκτελέστηκαν-  ήταν ο απολογισμός της νίκης των ανταρτών. Η ενέδρα αυτή οφείλεται στο ζήλο του ΕΑΜ, που με φλογερές ομιλίες είχε εξάψει τον πατριωτισμό των κατοίκων, λέγοντας ότι οι εποχούμενοι Ιταλοί έρχονταν εναντίον της Σιάτιστας. Η άριστη γνώση του εδάφους και η λάβρη επιθυμία για άλλη μια νίκη μετά το Σνίχοβο και τη Μιρίτσα, καθώς και οι ειδήσεις κατάληψης του Νεστορίου και των Σερβίων είχαν θερμάνει την πολεμοχαρή ατμόσφαιρα. Η επιτυχία, όμως, αυτή εξέθετε τη Σιάτιστα σε σοβαρούς κινδύνους αντιποίνων, που  επιχειρήθηκαν το ίδιο απόγευμα.[68]

Το ιταλικό τάγμα των Γρεβενών κινήθηκε για να απεγκλωβίσει τους μαχόμενους της Βίγλας αλλά δεν πρόλαβε, καθώς πυροβολήθηκε στα υψώματα της Κοκκινιάς από το Εφεδρικό και στρατοπέδευσε εκεί. Την άλλη μέρα εξαπολύθηκε επίθεση κατάληψης της Σιάτιστας.  Οι Ιταλοί έπρεπε να αναρριχηθούν τα γυμνά αντερείσματα της κωμόπολης, τα οποία ήταν γεμάτα αποφασισμένους υπερασπιστές. Το απόγευμα δεκαρχίες των Βεντζίων, του Τσιαρτσιαμπά και του Βοϊου χτύπησαν τα πλευρά και τα νώτα του τάγματος κι ανάγκασαν τους κουρασμένους στρατιώτες να παρανυκτερεύσουν στο Φαρδύκαμπο σκάβοντας ορύγματα. Το ξάστερο δειλινό του Μαρτιού πάγωνε τους Ιταλούς, που όλη μέρα πολεμούσαν διψασμένοι μέσα στο δυνατό ήλιο. Όλο το βράδυ προσέρχονταν συνεχώς στο Φαρδύκαμπο, μόνιμοι κι εφεδρικοί αντάρτες, αγρότες ακόμη και αξιωματικοί της φρουράς Κοζάνης, όπως ο ταγματάρχης Δημήτριος Χατζής από τη Γαλατινή και συνάδελφοί του χωριανοί.[69]

Βοηθούμενοι οι ένοπλοι από την πληθώρα των μικρών χαραδρώσεων που αυλάκωναν το τοπίο του Φαρδύκαμπου  γαντζώθηκαν πάνω στο τάγμα. Η ιταλική ενίσχυση από τα Γρεβενά και την Καστοριά σταμάτησε στις ενέδρες Κοκκινιάς και Βογατσικού, ενώ το σύνταγμα της Λάρισας καθηλώθηκε ανήμπορο στα Σέρβια. Ύστερα από μια τελική επίθεση των Ελλήνων το δειλινό της 6ης Μάρτη οι Ιταλοί αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Η «νοοτροπία ειρήνης» από την οποία διακατέχονταν οι Ιταλοί, ο κάματος της διήμερης μάχης με αριθμητικά ανώτερους αντιπάλους, το διαπεραστικό νυχτερινό κρύο, ο καυτός ήλιος, η έλλειψη φαγητού και προπαντός νερού ήταν παράγοντες που δύσκολα μπορούσαν να αμεληθούν. Είχαν αναγκαστεί να «πίνουν τα ούρα των αλόγων και βενζίνη ακόμα!», μαρτυρεί χαρακτηριστικά ένας ελασίτης. Η νίκη ήταν ασύλληπτη: εξακόσιοι άνδρες είχαν αιχμαλωτιστεί με όλο τον ελαφρύ και βαρύ οπλισμό τους. Η μεθοδική δουλειά των κατηχητών του ΕΑΜ είχε πλήρως δικαιωθεί, καθώς η οργανωτική του υποδομή που με περισσή επιμονή είχε στηθεί (σύνδεσμοι, Επιμελητεία, Εφεδρικό, ΕΛΑΣ) αποδείχτηκε πως δούλευε περίφημα. Το ΕΑΜ είχε καταφέρει με την πρόκληση της Βίγλας και τις προσκλήσεις στο Φαρδύκαμπο να κινητοποιήσει όλο τον πληθυσμό Βοϊου και Γρεβενών, ανάμεσα σ’ αυτόν και τους αμέτοχους ή εκτεθειμένους ήδη εθνικόφρονες αξιωματικούς –ακόμα και μερικούς της Κοζάνης. Και αφού όλοι κινούνταν στο ρυθμό της επανάστασης ήταν εύκολο για το ΚΚΕ να επιβάλλει του όρους της, επειδή απλούστατα αυτό πρώτο τους είχε ορίσει.[70]

 

β΄) Η αναγκαστική συνύπαρξη

Ξημερώνοντας Κυριακή 7 του Μάρτη 1943 έγινε στη Σιάτιστα σύσκεψη για την πορεία του Αγώνα με συμμετοχή καπεταναίων του ΕΛΑΣ, πολιτικών του ΕΑΜ (Τερπόφσκι, Φίλος Γ΄) και των μονίμων αξιωματικών Κοντονάση, Μπουλογιάννη, Χατζή και Τσάμπουρα που είχαν λάβει μέρος στη νικηφόρα μάχη. Όλοι ήταν σύμφωνοι να πολιορκηθεί η εναπομένουσα ιταλική φρουρά των Γρεβενών και, σύμφωνα με το υπογραφέν πρωτόκολλο συνεργασίας ΕΑΜ –αξιωματικών, δημιουργήθηκαν τέσσερα Αρχηγεία με διμελείς «μικτές» διοικήσεις: του Μπούρινου με τον 46άχρονο ταγματάρχη Λάζαρο Μάντζιο ή Σουλιώτη από την Κοπάνη Ιωαννίνων και συναρχηγό τον Σλομπόντα˙ του Σινιάτσικου με τον ταγματάρχη Χατζή και τον φιλόλογο Αλέξη Ρόσιο ή Υψηλάντη από τη Σιάτιστα˙ των Γρεβενών με το δάσκαλο Βασίλειο Γκανάτσιο ή Χείμαρρο από το Ζιάκα Γρεβενών και των Πιερίων με τον πρώην ταγματάρχη και στέλεχος της ΑΤΕ Σερβίων Γεώργιο Μαρωνίδη από τον Κοκκινοπλό Ολύμπου. Παρ’ όλο που οι αξιωματικοί πρότειναν η γραμμή άμυνας εναντίον του ερχόμενου από τα Σέρβια συντάγματος να χαραχτεί στη ΝΔ όχθη του Αλιάκμονα, το ΕΑΜ  επέμενε να χτυπηθούν οι Ιταλοί πρώτα ,όταν θα περνούσαν τη νεοφτιαγμένη γέφυρα των Σερβίων, κι έπειτα στο Μπουγάζι.[71]

Ο συναισθηματισμός του μαζικού αγώνα, με όσες θυσίες κι αν χρειάζονταν, υπερίσχυσε της «επιτελούς λογικής» των αξιωματικών, που υποχώρησαν για να μην γίνουν αυτοί πρώτοι αφορμή διάσπασης. Στη βόρεια όχθη του Αλιάκμονα, απέναντι από τα Σέρβια είχαν συρρεύσει στα τέλη του πρώτου δεκαήμερου του Μάρτη υπό την ηγεσία των Αρχηγείων Μπούρινου και Σινιάτσικου ετερόκλητα τμήματα ενόπλων. Δεκαρχίες από τα Βέντζια και τον Τσιαρτσιαμπά, μερικές εκ των οποίων ήρθαν από τουρκόφωνα χωριά, ομάδες της ΕΚΑ με τους ανθυπολοχαγούς Ευστάθιο Ελευθεριάδη (Περδίκκα) από το Κλείτος και Γεώργιο Παπαδόπουλο από τη Χαραυγή, ημιστρατιωτικές ομάδες της Κοζάνης και αντάρτες από το Σινιάτσικο με τον ταγματάρχη Χατζή. Στα υψώματα της Ζαρκαδόπετρας είχαν ανεβεί ως θεατές οι τουρκόφωνοι ένοπλοι του Βαθυλάκκου, των Λευκάρων και της Σκάφης με το Μιχάλαγα, τον Πεχλιβανίδη και τον καπετάν Πρόδρομο Γεωργιάδη από το Βαθύλακκο, πρώην αντάρτη στην Τουρκία. Στη νότια όχθη του ποταμού ήρθαν προς ενίσχυση τμήματα του ΕΛΑΣ από τον Αμάρμπεη, αλλά ο Αλιάκμονας, που τότε «ήταν στις δόξες του από νερά», η βροχή και το ψιλό χιόνι, που είχε πέσει, εμπόδιζε τη συνεργασία μεταξύ τους.

Σημείωμα του 1/44 τάγματος της ιταλικής μεραρχίας Φορλί με το οποίο ζητάει ξύλα για θέρμανση. Η ιταλική αυτή μονάδα έμεινε λίγες ημέρες στην Κοζάνη το Μάρτιου του 1943 πριν περάσει στο Βόιο για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις όπου έχασαν τη ζωή τους εκατοντάδες άμαχοι και πυρπολήθηκαν αρκετές οικίες (Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης)

Σημείωμα του 1/44 τάγματος της ιταλικής μεραρχίας Φορλί με το οποίο ζητάει ξύλα για θέρμανση. Η ιταλική αυτή μονάδα έμεινε λίγες ημέρες στην Κοζάνη το Μάρτιου του 1943 πριν περάσει στο Βόιο για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις όπου έχασαν τη ζωή τους εκατοντάδες άμαχοι και πυρπολήθηκαν αρκετές οικίες (Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης)

Ενώ οι ένοπλοι ακροβολίζονταν στα λασπωμένα χωράφια, καπεταναίοι κι αξιωματικοί έπεσαν σε διαφωνία. Οι αξιωματικοί, ενισχυμένοι από επιτροπές κατοίκων κοντινών χωριών, υπενθύμιζαν το κάψιμο των Σερβίων κι επέμεναν ότι η σύγκρουση θα προξενούσε «δεινά εις τον τόπον» όχι μόνο από το επερχόμενο σύνταγμα αλλά και από τους Γερμανούς, που είχαν αρχίσει να αυξάνονται στους στρατώνες της Κοζάνης. Προδίκαζαν ως μάταιη κάθε συμπλοκή, εφ’ όσον η αριθμητική υπεροχή των Ιταλών ήταν καταλυτική μπροστά στους λίγους επαναστάτες, που έπρεπε να καλύψουν μια γραμμή άμυνας μήκους 5 τουλάχιστον χιλιομέτρων από τα Ίμερα ως το Κιουτσιούκ Τεκελέρ (Αμυγδαλιά). Κατέληγαν ότι το ανοιχτό πεδίο της μάχης δεν ευνοούσε αντάρτικο αγώνα μπροστά στην ισχύ του βαρέος πυρός των Ιταλών. Η ετερόκλητη ποιότητα των ενόπλων, το χιονόνερο και το πλήθος των προσφύγων από την καμένη κωμόπολη καθώς και από άλλα χωριά της επαρχίας Σερβίων, που συνέρεαν στην Κοζάνη, λύγισαν τους ΕΛΑΣίτες, ώστε ούτε έναν πυροβολισμό δεν έριξαν, όταν στις 10 του Μάρτη η εμπροσθοφυλακή των Ιταλών πέρασε τη γέφυρα και κατευθύνθηκε οργισμένη στην Κοζάνη.[72]

Οι ένοπλοι οπισθοχώρησαν στο Μπούρινο, ενώ ο ταγματάρχης Χατζής παρέμεινε στην Κοζάνη. Μαζί τους βάδισε και ο Σίμος Κερασίδης που μαθαίνοντας τα γεγονότα κατέφθασε από την Κατερίνη. Σε σύσκεψη στη Μπάρα Σιάτιστας δημιουργήθηκε υπό την αιγίδα του Κερασίδη το νέο Αρχηγείο Βαρνούντος, που περιελάμβανε τα υπαρχηγεία Μπούρινου, Σινιάτσικου και Βιτσίου με εξαμελή, «μικτή» πάλι, διοίκηση. Η συγκέντρωση της εξουσίας επιβάλλονταν λόγω της τεταμένης κατάστασης, αλλά ήταν και μια προσπάθεια μονιμοποίησης των δεκαρχιών, που επί μιαν εβδομάδα δρούσαν ως μόνιμοι αντάρτες. Με τη νέα αναδιάρθρωση λησμονούνταν η πρόσφατη διαφωνία του Τσιαρτσιαμπά και ανέβαινε το γόητρο των αξιωματικών, που θα αναλάβαιναν μεγαλύτερη εξουσία. Όμως οι «γαλονάδες» ήταν δυσαρεστημένοι τόσο από την κυριαρχία των Κομμουνιστών όσο και από το πλήθος των κατοίκων, που εξ αιτίας της επικείμενης ιταλικής επίθεσης προσέφευγαν προς τη γερμανοκρατούμενη περιοχή. Δεν είναι γνωστός ο αριθμός όσων παράτησαν τα σπίτια τους για να σωθούν από τη βέβαιη ιταλική μανία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι 256 Σιατιστινοί προσέφυγαν στην Κοζάνη και 502 στην Τραβουντάντστα (Μεταμόρφωση). Το Αρχηγείο Βαρνούντος, προφανώς εν αγνοία του Μάντζιου, κοινοποίησε διαταγές επιστράτευσης όλων των κατοίκων ηλικίας 20 ως 40 χρονών κι όλων των αξιωματικών της περιοχής, ενώ παράλληλα το ΕΑΜ καλούσε όλους τους «Έλληνες Μακεδόνες, Βλάχους, Εβραίους Αρμένιους» να ενισχύσουν τον αγώνα. Ο ταγματάρχης Μάντζιος αντιδρώντας διέλυσε τις δεκαρχίες και ειδοποίησε τους Ελασίτες να αποσυρθούν. Ο ίδιος με τους αντάρτες της ΕΚΑ προχώρησε προς τον Τσιαρτσιαμπά. Στο χωριό του Μπούρινου Έξαρχος οι ένοπλοι του ΕΛΑΣ και της ΕΚΑ διχογνώμησαν και λίγο έλειψε να συγκρουστούν με τα όπλα.[73]

Μετά την αποχώρηση των Εθνικιστών το ΕΑΜ κάλεσε πάλι τις δεκαρχίες και ειδοποίησε τους μόνιμους αντάρτες να οχυρωθούν στο Μπουγάζι για να αντιμετωπίσουν τους Ιταλούς. Μέχρι να κινητοποιηθούν όλοι οι ένοπλοι, οι Ιταλοί πέρασαν με μια αψιμαχία το Μπουγάζι και διανυκτέρευσαν στη Γιάγκοβα λόγω ανταρτικής άμυνας στα υψώματα Κοκκινιάς. Στις 18 Μάρτη του ΄43 μπήκαν στα Γρεβενά. Πέντε μέρες αργότερα αποχώρησαν για πάντα από την περιοχή παίρνοντας μαζί τους μερικές εκατοντάδες εκτεθειμένων Βλάχων και τις δημόσιες αρχές της πόλης και μην παραλείποντας να κάψουν τα χωριά που συναντούσαν στο δρόμο τους. Τα Γρεβενά ήταν η δεύτερη πόλη στην Ελλάδα, μετά την Καρδίτσα, που ήταν από τόσο νωρίς ελεύθερη.[74]

Παρόμοιας υφής προβλήματα συνύπαρξης στελεχών του ΕΑΜ κι αξιωματικών, αλλά περισσότερο έντονα, επειδή η ισχύς των Εθνικιστών ήταν μεγαλύτερη, συνέβησαν και στο Βόιο. Σε μια κοινή σύσκεψη, στις 12 Μάρτη στο Τσοτύλι για ίδρυση Αρχηγείου Βοϊου, που έφερε το επίσημο χρίσμα της Στρατιωτικής Επιτροπής Μακεδονίας του ΕΑΜ, δηλαδή του Κερασίδη, οι συμμετέχοντες διαπληκτίζονταν μεταξύ τους. «Τι μας κοπήκατε… εσείς εδώ τα παιδαρέλια. Δικτάτορες;» φέρεται να ξέσπασε σε κάποια φάση ο ταγματάρχης Πόρτης. «Στη μάχη αναδείχνονται οι αρχηγοί» αντιφωνούσαν οι καπεταναίοι του ΕΛΑΣ. Η σύσκεψη αυτή διεκόπη μετά από πληροφορία, σκόπιμη ή πραγματική, ότι οι Ιταλοί των Γρεβενών κινήθηκαν προς το Τσοτύλι.[75]

Μία δεύτερη, υπαίθρια, σύσκεψη στις 23 του Μάρτη πάλι στο Τσοτύλι, έλαβε χώραν κάτω από το φόβο των βομβών και της ιταλικής επίθεσης. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Ελευθερία», στη σύσκεψη αυτή έλαβαν μέρος 40 μόνιμοι κι έφεδροι αξιωματικοί, εκ των οποίων «οι μισοί ήταν οργανωμένοι στην ΕΚΑ». Συζητήθηκε εκεί η ίδρυση Αρχηγείου Πίνδου, στο οποίο θα υπάγονταν τα υπαρχηγεία Βοϊου, Γρεβενών και Σινιάτσικου. Ο τελικός ρόλος του καθενός δεν διασαφηνίστηκε ποτέ, καθώς οι ένοπλοι κινήθηκαν για να αμυνθούν έναντι των Ιταλών. Αν και διατυπώθηκαν αμφίδρομες μομφές για ηττοπάθεια κι εγκατάλειψη θέσεων κατά τη διάρκεια των μαχών, η πραγματικότητα ήταν περισσότερο σύνθετη: η χαλαρή ως ανύπαρκτη σύνδεση των ανταρτικών τμημάτων με το Αρχηγείο, καθώς και μεταξύ των ιδίων των μαχητών, εφ’ όσον ανάμεσά τους μετεωρίζονταν οι προηγούμενοι καυγάδες, η φανερή έλλειψη επιμελητείας των ανταρτών, η αριθμητική ισχύς, το πυροβολικό και η αεροπορία των Ιταλών ήταν παράγοντες ανώτεροι από το διαθέσιμο θάρρος. Έτσι οι Ιταλοί έκαψαν στις 27 Μάρτη τη Νεάπολη και το Τσοτύλι και υποχωρώντας λεηλάτησαν τη Σιάτιστα. Ένα άλλο ιταλικό τμήμα προχώρησε βόρεια, εκτελώντας όσους συναντούσε στο δρόμο του και κατέληξε στην Καστοριά. Η επιτυχία του Φαρδυκάμπου είχε αμαυρωθεί από τους καπνούς των καιγόμενων χωριών και το σπαραγμό των ανθρώπων τους.[76]

Οι δυσκολίες συνύπαρξης που ταλάνιζαν τους ενόπλους της Κοζάνης και των Γρεβενών δεν ήταν τόσο έντονες στα ορεινά της Καστοριάς, επειδή δεν υπήρχαν ούτε μόνιμοι αξιωματικοί για να εγείρουν αξιώσεις, όπως στο Βόιο, ούτε ένα ισχυρό κέντρο, όπως η Φρουρά της Κοζάνης, απ’ όπου θα εκπορεύονταν γνώμες και συμβουλές. Το αγεφύρωτο πρόβλημα που διαχώριζε Εθνικιστές και Κομμουνιστές στην Καστοριά ήταν το ζήτημα της Κοινότητας των Σλαβομακεδόνων, μέλη της οποίας οπλίστηκαν από τους Ιταλούς, για να προστατευτούν από τη δηλωμένη αντιπάθεια των Εθνικιστών ή για καιροσκοπικούς, οικονομικούς, προσωπικούς κι άλλους λόγους. Το ΕΑΜ με την πανανθρώπινη πολιτική του τους θεωρούσε «αδέρφια» και επιζητούσε ειρηνικά να τους προσελκύσει με το μέρος του αποτραβώντας τους από τους Παρτιζάνους. Οι Εθνικιστές, αντίθετα, ήθελαν να εξαλείψουν τους «Βουλγάρους» από προσώπου γης.  Το Αρχηγείο Γράμμου που είχε χριστεί από τον Κερασίδη στο Νεστόριο υπό την στρατιωτική ηγεσία των Γιαννούλη, Ζήση και Κιουρτσιδάκη και την πολιτική των Λευτέρη, Γέρου και Περικλή, βρέθηκε σε αμηχανία ως προς την αντιμετώπιση των Κομιτατζήδων. Επιθυμώντας τη συνεννόηση και την παράδοση των οπλισμένων χωρικών στο ΕΑΜ, ο Κερασίδης και ο Τερπόφσκι προχώρησαν προς συνάντηση μαζί τους στο Καλοχώρι. Οι δύσπιστοι Σλαβομακεδόνες τους πυροβόλησαν και παραλίγο οι δυο διεθνιστές να σκοτωθούν. Όταν απογοητευμένοι γύρισαν στο Νεστόριο, βρήκαν εκεί μόνο αριστερούς οπλίτες. Οι Εθνικιστές πείθοντας και το Γιαννούλη είχαν αποχωρήσει συστήνοντας δικό τους αρχηγείο, το «Αρχηγείον Καστορίας».[77]

 

γ΄) Το τέλος του πειράματος

Κωμοπόλεις και πλήθος χωριά είχαν καεί από τους μαινόμενους Ιταλούς, αρκετοί άνθρωποι είχαν σκοτωθεί ή εκτελεστεί, περιουσίες καταστράφηκαν και χιλιάδες πρόσφυγες κατέφυγαν στην περιοχή της Κοζάνης, στα ορεινά της Καστοριάς και των Γρεβενών. Όσοι γύρισαν στα δηωμένα σπίτια τους επιζήτησαν την αρωγή του Ερυθρού Σταυρού. Ποιοι άλλοι εκτός από τους αξιωματικούς μπορούσαν να «μεσιτεύσουν» για την αποστολή βοήθειας; Η κοινή γνώμη βοηθούμενη από τους αξιωματικούς και την κρατική προπαγάνδα είχε αποφανθεί ότι υπαίτιο της καταστροφής και των προβλημάτων ήταν το ΕΑΜ, το οποίο συνεργάζονταν με τους Βουλγάρους για τον αφελληνισμό της Μακεδονίας. Το ΕΑΜ με τη σειρά του αποποιούνταν των ευθυνών λέγοντας ότι φταίχτες για το πέρασμα των Ιταλών στα Γρεβενά και το Βόιο ήταν οι αξιωματικοί ,που σύμφωνα με την «Ελευθερία» «αντί να δράσουν, πήγαν να αντιδράσουν και να σαμποτάρουν τον ιερόν αγώνα του ΕΑΜ».[78]

Σημείωμα του Δημάρχου Κοζάνης προς τους Γερμανούς. Τους παρακινήσουν να σταματήσουν τα όργια των Ιταλών στα Σέρβια, το Βόιο και τα Γρεβενά (Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης)

Σημείωμα του Δημάρχου Κοζάνης προς τους Γερμανούς. Τους παρακινήσουν να σταματήσουν τα όργια των Ιταλών στα Σέρβια, το Βόιο και τα Γρεβενά (Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης)

Οι λεκτικές διαφορές Εθνικιστών κι εαμιτών σκληρύνθηκαν. Όταν αντάρτης της ομάδας Αρριανού πήγε σε μύλο της Βροντής Βοϊου να ζητήσει αλεύρι για ψωμί, διώχτηκε από ενόπλους του τμήματος Σιδηρόπουλου. Οι Εθνικιστές συνέστησαν το «Εθνικόν Αρχηγείον Πίνδου» με έδρα τον Πεντάλοφο και διοικητές τους Πόρτη, Μπουλογιάννη και πολιτικό τον δικηγόρο Αλέξανδρο Βαζάκα, βασιλικό επίτροπο κατά την περίοδο του Εμφυλίου. Ευκαιριακές συζητήσεις μεταξύ των δύο παρατάξεων και μεμονωμένες προσπάθειες, που κατέβαλαν μετροεπείς αξιωματικοί, σαν τον Γιαννούλη, τον Κοντονάση ή τον Παναγιωτίδη, δεν αποσυμπίεσαν την πόλωση. Στο Επταχώρι μια περαστική ομάδα του ΕΛΑΣ διώχτηκε με τα όπλα: «να φύγετε βρωμόσκυλα από το χωριό», έβριζαν πυροβολώντας οι κάτοικοι. Τηλεφωνικές απειλές του παρορμητικού Σιδηρόπουλου ότι θα «φάει συκώτια», που υποκλάπηκαν από το δίκτυο πληροφοριών του ΕΑΜ, όξυναν πολύ την κατάσταση. Κομμουνιστές αντάρτες άρχισαν τότε τις συλλήψεις «αντιδραστικών»: Στην Ανθούσα συνελήφθη ο ανθυπασπιστής Αγγελόπουλος, στον Πεντάλοφο ο ταγματάρχης Πόρτης, ενώ από το σπίτι του στον Κρόκο Κοζάνης απήχθη ο ταγματάρχης Μάντζιος. Οι Εθνικιστές απάντησαν με συλλήψεις πολιτικών και αφοπλισμούς ανταρτών του ΕΛΑΣ στο Μελάνθιο και τη Λάγγα.[79]

Στην περιοχή της Καστοριάς εγκαινιάστηκε η ένοπλη λύση των διαφορών. Σύμφωνα με μιαν αριστερή πληροφορία μια ομάδα προσφύγων της Κορομηλιάς, που έρχονταν να καταταγούν στον ΕΛΑΣ, έπεσε πάνω στα πυρά του τμήματος Κιουρτσιδάκη –Κολλάρα με αποτέλεσμα το σκοτωμό τριών προσφύγων. Πιθανόν όμως είναι ότι ίσως οι Εθνικιστές θεώρησαν τους πρόσφυγες για Κομιτατζήδες. Το μαχαίρωμα ενός Κομιτατζή από τον Κολλάρα κι εκτελέσεις άλλων Σλαβομακεδόνων, επιστρατευμένων στο Κομιτάτο μάλλον με τη βία, από το τμήμα του ιδίου αποτέλεσαν τους πρώτους κρίκους της αλυσίδας των φόνων στο Σινιάτσικο. Μετά από αυτά λίγοι αναρωτήθηκαν για τις δολοφονίες ηλικιωμένων Μακεδονομάχων ή και μεμονωμένων αξιωματικών, οι οποίες διεπράχθησαν από το ΕΑΜ, επειδή οι σκοτωμένοι διατηρούσαν ή κατηγορήθηκαν ότι διατηρούσαν επαφές με τους Εθνικιστές.[80]

Τα πρωτεία του Εμφυλίου στη Δυτική Μακεδονία ανήκουν στους ενόπλους του Βοϊου και της Καστοριάς, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν παραπάνω αλλά κι επειδή τα τμήματα του ΕΛΑΣ Μπούρινου και Βεντζίων ήταν απασχολημένα με τις καταστροφές των μεταλλείων χρωμίου και με ενέδρες εναντίον Γερμανών, όπως στα Κουτρούλια Αιανής σε συνεργασία με Θεσσαλούς αντάρτες. Στο Μελάνθιο και ιδίως στον Αυγερινό συγκεντρώθηκαν στις αρχές Απρίλη 1943 μερικές εκατοντάδες Εθνικόφρονες οπλίτες σχεδιάζοντας «Αντεπανάστασιν» με προσβολή και κατάληψη του Νεστορίου, που το κατείχαν οι Ελασίτες. Οι Εθνικόφρονες συνδέθηκαν με τους ταγματάρχες της Κοζάνης και τους προσκάλεσαν να αναλάβουν την αρχηγία των συγκεντρωμένων οπλιτών. Πράγματι τα μεσάνυχτα της 7ης προς 8η του Απρίλη ο ταγματάρχης Λαλόπουλος κατευθύνθηκε προς τον Αυγερινό.[81]

Ενώ ο Λαλόπουλος και οι συνοδοί του βάδιζαν μέσα στη νύχτα, οι  ομάδες Τασιανόπουλου και Αρριανού κατευθύνονταν προς τον Αυγερινό οπλισμένοι με 4 πολυβόλα, οπλοπολυβόλα και 20 αυτόματα. Αποστολή τους ήταν, με τη βοήθεια του Εφεδρικού, να εξουδετερώσουν τη αντεπανάσταση στον Αυγερινό, την οποία είχαν πληροφορηθεί ή μαντέψει. Εφεδρικό και μόνιμοι Ελασίτες συνέκλιναν το πρωί της 8ης Μάρτη 1943 στα βόρεια και δυτικά υψώματα του χωριού. Όταν οι Εθνικιστές οπλίτες ετοιμάζονταν για πρωινό στο σχολείο οι Ελασίτες φώναξαν στους οπλίτες να παραδοθούν. Κατά την ανταλλαγή πυρών σκοτώθηκε ο Σιδηρόπουλος κι άλλοι τέσσερις οπλοφόροι. Το «μπουλούκι ασκέρι» των οπλιτών κατέθεσε μετά από λίγο τα όπλα. «Εδώ ήταν η νίκη, εδώ ήρθαν» μαρτυρεί ο Αρριανός. Ο Λαλόπουλος, που δεν είχε προλάβει να φτάσει στον Αυγερινό, γύρισε στην Κοζάνη. Οι περισσότεροι αξιωματικοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι και οδηγήθηκαν στη Βουχωρίνα. Μετά από δίκη, διανθισμένη με «βάρβαρες ανακρίσεις», τις πρωινές ώρες της 14ης Απρίλη εκτελέστηκαν οι Μάντζιος, Πόρτης, Μπουλογιάννης, Αγγελόπουλος και ο μικροεργολάβος Αθανάσιος Γιτσιούλης από το Πολυκάστανο.[82]

Οι αντεπαναστάτες, που είχαν συγκεντρωθεί στο Μελάνθιο, δεν μπόρεσαν να εξαπατήσουν τον Ιωάννη Πατσιούρα να προσέλθει με την ομάδα του στο Μελάνθιο για να τον συλλάβουν. Μετά τη μάχη του Αυγερινού η τύχη τους είχε προδικαστεί. Το βράδυ της 12ης Απρίλη ομάδες ανταρτών του Βοϊου και της Καστοριάς περικύκλωσαν το προσφυγικό χωριό και διέλυσαν τους Εθνικιστές. Στο Νεστόριο «μετά φοβεράν κακοποίησιν» εκτελέστηκαν οι Ζήσης, Κιουρτσιδάκης και Μανταρόπουλος. στο Επταχώρι ο Μπασκάκης. Ο αυθορμήτως παρουσιασθείς Γιαννούλης δικάστηκε, αλλά, όπως και ο Βενετσανόπουλος,  αθωώθηκε «παμψηφεί, προσχωρήσας πλέον ψυχή τε και σώματι εις το Κομμουνιστικόν Κίνημα». Μετά από χτύπημα στο Μηλοχώρι (Λίγκα) Πτολεμαϊδας διαλύθηκε και το τμήμα του Κολλάρα. Το ΕΑΜ ήταν η απόλυτη εξουσία στα Γρεβενά, το Βόιο και την ορεινή Καστοριά και ο ερχομός του μητροπολίτη Νικηφόρου στο Νεστόριο με προτάσεις αμνηστίας προς τους αντάρτες δεν είχε κανένα πλέον νόημα.[83]

Ο Κερασίδης μαζί με τους δύο σωματοφύλακες –συνδέσμους του έκλεινε ένα μήνα παραμονής στη Δυτική Μακεδονία. Όλο αυτό το διάστημα ήταν η ανώτερη εξουσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στη Δυτική Μακεδονία. Αυτός επικροτούσε τις τελικές αποφάσεις για τη στρατηγική και τακτική που έπρεπε να ακολουθηθεί. Δεν είχε καταφέρει να προσελκυστούν στο ΕΑΜ οι Σλαβομακεδόνες της Καστοριάς αλλά ήταν απόλυτα ικανοποιημένος από την κυριαρχία των ανταρτών στο Βόιο και τα Γρεβενά. Η σκληρή γραμμή που ακολούθησε ο ΕΛΑΣ εναντίον των σκεπτικών και διστακτικών αξιωματικών οφείλονταν και στη δική του συνεισφορά, γιατί η ταύτισή του με τις επιλογές του Κόμματος ήταν «πλέρια». Μετά τη μάχη του Αυγερινού, αποφάσισε να επιστρέψει στα Πιέρια. Μαζί του πήρε τον Τερπόφσκι, τον Γιώργο Μέντζα από τη Σιάτιστα και δύο αντάρτες -συνδέσμους από τα Γρεβενά. Προχωρώντας οι «εφτά» στην Αύρα (Κουμουσλάρ) Ιμέρων για να περάσουν τον Αλιάκμονα αιχμαλωτίστηκαν από οπλίτες του χωριού.[84]

Οι οπλίτες των Ιμέρων ήταν τυχεροί. Πριν από λίγες μέρες είχαν διολισθήσει στο βουνό, όταν ένα συγκρότημα του ΕΛΑΣ Πιερίων απέτυχε να τους αφοπλίσει. Τώρα χωρίς πυροβολισμούς κι αναίμακτα είχαν συλλάβει την ομάδα του Κερασίδη. Αφού κατάσχεσαν την αλληλογραφία, τα λεφτά και τα όπλα των αιχμαλώτων, ανέβηκαν στη Ζαρκαδόπετρα. Είναι ως σήμερα ανεξήγητο γιατί οι εφτά Κομμουνιστές βάδιζαν χωρίς προφυλάξεις. Ήταν, φαίνεται, γεμάτοι έπαρση με τις πρόσφατες επιτυχίες του ΕΑΜ. Οι σωματοφύλακες του Κερασίδη  ήταν παλιοί αντάρτες και τα τρία στελέχη είχαν διδαχθεί ή γνώριζαν πώς να κινούνται παράνομα. Θεώρησαν μάλλον ότι η επανάσταση είχε παντού κυριαρχήσει και πίστεψαν στις διαπραγματευτικές ικανότητες του ΕΑΜ Κοζάνης, που προσπαθούσε να προσεγγίσει το Μιχάλαγα; Αγνοούσαν την επίθεση των ανταρτών εναντίον των Ιμέρων ή νόμισαν ότι οι τουρκόφωνοι οπλίτες είχαν τελειωτικά διαλυθεί; Μήπως κάποιος ή κάποιοι κατέδωσαν το δρομολόγιο; Η ευκολία της σύλληψής τους δεν έχει απαντηθεί ως σήμερα.[85]

Οι αξιωματικοί Παπαβασιλείου και Ελευθεριάδης επιμελήθηκαν των ανακρίσεων. Το ΕΑΜ κινητοποιήθηκε αμέσως για την απελευθέρωσή τους. Για τον Κερασίδη και μόνο το ΚΚΕ θα έδινε ο,τιδήποτε μπορούσε, μόνο που το ο,τιδήποτε δεν υπήρχε, γιατί οι αξιωματικοί στη Βουχωρίνα είχαν εκτελεστεί και δεν μπορούσαν να ανταλλαγούν. Τα στελέχη είχαν λεφτά μαζί τους και ο Κερασίδης ήταν επικηρυγμένος για πολλά εκατομμύρια. Το μίσος για τους «Βουλγάρους», όπως και για τους «άθεους» Κομμουνιστές περίσσευε τόσο, ώστε πάνω στις ζωηρές συζητήσεις μεταξύ των τουρκόφωνων οπλιτών, σκοτώθηκε ο αρχηγός τους Σάββας Θεοδωρίδης. Τα «στελέχη», όπως επικράτησε μετέπειτα να ονομάζονται οι αιχμάλωτοι, εκτελέστηκαν σε ένα πολυβολείο, στον αυχένα Σκάφης και Ιμέρων και σκεπάστηκαν πρόχειρα με πέτρες. Ήταν ένας ομαδικός φόνος, ειδικά ο χαμός του Κερασίδη, που δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ το ΚΚΕ, που ορκίστηκε δημόσια μέσω της «Ελευθερίας» να εκδικηθεί με «άσβεστο ιερό μίσος». Τόσο μεγάλη έκταση δόθηκε στην εκτέλεση αυτή, ώστε η οργάνωση ΕΚΑ, στην οποία συμμετείχαν ο Παπαβασιλείου, ο Ελευθεριάδης και αρκετοί τουρκόφωνοι οπλίτες, μετά από αυτό πέρασε στην αφάνεια. Ένας επίσης από τους λόγους που η ΥΒΕ άλλαξε λίγο αργότερα τον τίτλο της σε ΠΑΟ ήταν αυτή η ίδια εκτέλεση στη Ζαρκαδόπετρα. Ήταν αδύνατο στο ΚΚΕ να δεχτεί συμφωνίες με μια οργάνωση, που ο τίτλος της θύμιζε την απώλεια του στελέχους του Σίμου Κερασίδη.[86]

Ε΄. ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ

Στα τέλη Απρίλη του 1943 το ΕΑΜ κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Μακεδονίας, εκτός από τις περιοχές όπου κατοικούσε η Κοινότητα των Σλαβομακεδόνων. Παρά τις προσπάθειες του Γραφείου Δυτικής Μακεδονίας του ΚΚΕ οι Σλαβομακεδόνες δεν προσχωρούσαν στο ΕΑΜ και όταν τα τμήματα του ΕΛΑΣ  Γρεβενών και Βοϊου συνέτριψαν την Πρωτομαγιά του ιδίου έτους τους Κομιτατζήδες στα Λακκώματα της Καστοριάς, η προσχώρηση έγινε ακόμα πιο δύσκολη. Σύμφωνα με τον Σλομπόντα ορισμένα σλαβομακεδόνικα στελέχη του Κόμματος «είχαν θολούρες». Για τον προσεταιρισμό των Σλαβομακεδόνων είχαν διασπαστεί οι αντάρτες της Καστοριάς, αλλά και χωρίς τούς Σλαβομακεδόνες η διάσπαση πάλι θα συνέβαινε. Το ΕΑΜ δεν ήταν ένα απλό κίνημα αντίστασης, επειδή πίσω του κρύβονταν το κοινωνικό και πολιτικό όραμα του ΚΚΕ. Πολλοί μπορούσαν εύκολα να το διαισθανθούν αλλά ελάχιστοι ήταν δυνατόν να το αποδείξουν. Και οι ελάχιστοι αυτοί δεν είχαν τόση επιρροή στο λαό, όση είχαν οι καθοδηγητές του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, που είχαν καταφέρει να υπερισχύσουν των αντιπάλων τους και να τους εξοντώσουν.[87]

Το ΕΑΜ εξέφραζε έναν καινούριο κόσμο και τον είχε εφαρμόσει στις περιοχές που κατείχε. Τον παλαιό κόσμο, που είχε διαλυθεί με την εισβολή των Γερμανών, τον εξέφραζαν, εκτός των άλλων, οι μόνιμοι αξιωματικοί, η «οφιτσερία», όπως αποκαλούνταν στην κομματική γλώσσα του ΚΚΕ. Γνήσια τέκνα του αντικομμουνιστικού κράτους οι αξιωματικοί έπρεπε να σχεδιάζουν κάθε κίνηση, για να έχουν εκ των προτέρων εξασφαλισμένη την επιτυχία. Λογαριάζοντας τα αντίποινα, δίσταζαν να συμπλακούν με τον εχθρό.  Όταν στις 4 Φλεβάρη 1943 ένας ιταλικός λόχος έκαιγε τη Μόρφη Βοίου και οι Εαμίτες επέμεναν να χτυπηθούν οι επιδρομείς, τρεις έφεδροι αξιωματικοί της περιοχής είχαν αντιδράσει, προβάλλοντας σκώμματα. Οι δισταγμοί των αξιωματικών επέτρεψαν τη δημιουργία της οργάνωσης των εμπόρων της Κοζάνης ΕΚΑ. Η επανάσταση όμως δεν ανήκει στη λογική αλλά στο συναίσθημα. Και το συναίσθημα στην περίοδο της Κατοχής υπερίσχυσε, γιατί υπερέβη τους περιορισμούς της λογικής. Εκείνα τα σκληρά χρόνια το συναίσθημα της επανάστασης πατούσε πάνω σε πολύ στέρεες βάσεις. Τα περισσότερα στελέχη του ΚΚΕ, αν όχι όλα, ήταν κρατούμενοι ή εξόριστοι της δικτατορίας Μεταξά και σ’ αυτά τα «κλεισμένα» χρόνια διαμόρφωναν έναν παρόμοιο επαναστατικό χαραχτήρα με μαθήματα και με την καθημερινή συμβίωση,. Όταν τα κομμουνιστικά στελέχη απελευθερώθηκαν, οι χαρακτήρες τους συμβλήθηκαν σε έναν συμπαγή και τεράστιο, ενώ οι αντίπαλοι διέθεταν μικρούς και διαφορετικούς. Η άρτια οργάνωση του ΚΚΕ, το τέλειο δίκτυο επικοινωνίας και ο «σκληρός ένας» χαρακτήρας των στελεχών μπορούσαν να υπερπηδήσουν οποιαδήποτε δυσκολία.[88]

Η βία στην οποία προσέφυγε το ΕΑΜ είχε την εξήγησή της. Τα στελέχη του ΚΚΕ την ήξεραν καλά, γιατί η βία είχε περπατήσει πάνω στα σώματα αρκετών φυλακισμένων ή εξόριστων κομμουνιστών. Δεν ήταν ασυνήθιστη εκείνη την εποχή, εφ’ όσον οι Ιταλοί πρώτοι και οι Γερμανοί μετά την είχαν χρησιμοποιήσει, αλλά και χωροφύλακες και ληστές στα ορεινά της περιοχής δεν παρέλειπαν να την εξασκούν. Οι πρώτες ομάδες του ΕΛΑΣ έκαναν χρήση βίας όχι μόνο γιατί ήταν ένοπλοι, εφ’ όσον τα όπλα συμβαδίζουν με τη βία, αλλά και διότι χωρίς αυτήν δεν μπορούσε να οικοδομηθεί το λαϊκό κράτος του ΕΑΜ, ένα αυστηρά συγκεντρωτικό κράτος, μέσα στο οποίο έπρεπε να συνδεθούν προς έναν ίδιο σκοπό τα διάφορα κομμάτια της διαλυμένης κατοχικής κοινωνίας.[89]

Η Δυτική Μακεδονία είχε ιδιαιτερότητες. Ήταν χωρισμένη σχεδόν στη μέση και ανάμεσα στις δύο ζώνες κατοχής, γερμανική και ιταλική, η επικοινωνία, τουλάχιστον η επίσημη, διεξάγονταν με δυσκολία. Η ύπαρξη των Σλαβομακεδόνων και η έντονη παρουσία των Γερμανών στη Φλώρινα και των Ιταλών στην Καστοριά, η αποτυχούσα εξέγερση του Μεσόβουνου σε συνδυασμό με άλλα αίτια (ερχομός «νεοπροσφύγων», πληθώρα μονίμων αξιωματικών, χαμηλή πολιτισμική ανάπτυξη κ.α.), καθυστέρησαν την εμφάνιση της Αντίστασης σε σχέση με τη γείτονα Θεσσαλία. Οι αντάρτες του Ολύμπου με την ωμή εισβολή τους στη Μακεδονία προκάλεσαν τη γέννηση αντάρτικου στα Γρεβενά, την Κοζάνη και λίγο αργότερα στην Καστοριά. Αυτή η αναγκαστική γέννηση άνδρωσε τον ΕΛΑΣ και τους Εθνικιστές της Δυτικής Μακεδονίας, οι οποίοι δεν σπάνιζαν στα γλωσσικά σύνορα των Βλάχων ή των Σλαβομακεδόνων. Η αναμέτρηση Κομμουνιστών κι Εθνικιστών έληξε με τη νίκη των πρώτων και την ενσωμάτωση όμως των δεύτερων στους πρώτους. Έτσι εξηγείται η γνώμη του Βρετανού συνδέσμου Χάμμοντ ότι «Ο ΕΛΑΣ στη Μακεδονία είχε διαμορφώσει έναν καλύτερο τύπο ανθρώπου απ’ ότι ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία», την οποία σχημάτισε κατά την παραμονή του στην περιοχή. Αυτός ο «καλύτερος τύπος» του ΕΛΑΣ είχε κινηθεί κατά των Σλαβομακεδόνων στα Λακκώματα και τον επόμενο χρόνο κατά του ΣΝΟΦ. Αυτόν τον «καλύτερο» ΕΛΑΣ κλήθηκαν να ενισχύσουν το καλοκαίρι του ΄43 αρκετοί μόνιμοι αξιωματικοί.[90]

Στις θανατηφόρες συγκρούσεις ΕΑΜ και Εθνικιστών στη Δυτική Μακεδονία κανέναν άμεσο ρόλο δεν έπαιξαν οι Σύμμαχοι και ιδίως οι Βρετανοί. Όμως η άμεση επίκληση του ονόματός τους –και η έμμεση αποδοχή των λιρών τους- χρησιμοποιήθηκε τόσο από την ΥΒΕ όσο κι από το ΕΑΜ, για να αντλούν το απαραίτητο κύρος. Περισσότερο ευνοημένος στην περίπτωση αυτή ήταν ο ΕΛΑΣ Ολύμπου, που από την αρχή της ίδρυσής του είχε Συμμάχους στρατιώτες στις ομάδες του κι από τα τέλη Γενάρη 1943 συνδέσμους της ΣΣΑ. Όταν ο σύνδεσμος -αρχαιολόγος Νίκολας Χάμμοντ εγκαταστάθηκε  στις αρχές Μάη του ΄43 στον Πεντάλοφο προσπάθησε να καλύψει με λίρες την ένδεια των πυροπαθών και να φέρει μόνιμους αξιωματικούς στον ΕΛΑΣ, για να ενισχυθεί η στρατιωτική αξία των ανταρτών αλλά και να μειωθεί η επιρροή του ΚΚΕ. Η Δυτική Μακεδονία ήταν χρήσιμη στους Συμμάχους, γιατί συνόρευε με την Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία και ο ΕΛΑΣ της περιοχής ήταν απαραίτητος για να την κρατά ελεύθερη. Μόνο που η δύναμη και η ισχύς των ανταρτών οφείλονταν στην εξολόθρευση των Εθνικιστών αξιωματικών του Βοϊου και της Καστοριάς.[91]

ΠΗΓΕΣ

Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας

Κιβώτιο 415, αλληλογραφία ΠΕ ΚΚΕ Κοζάνης, 1944 -45

 

Βιβλιοθήκη Βουλής

Επίσημα πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής: συνεδρίασις ΜΘ΄(23.7.46) (δ΄Αναθεωρητική), τ. Β΄, Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήναι 1946

Γενικά Αρχεία του Κράτους, παράρτημα Κοζάνης (ημιταξινομημένο)

Φάκελος 1339, πρόσφυγες ν. Κοζάνης 1941 -1945

 

Γενικό Επιτελείο Στρατού /Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού

Αρχεία Εθνικής Αντίστασης,

Φ909 /Δ /7, «φάκελλος ΕΑΟ, ΕΕΣ, 1941 –1945», μαρτυρία Αλέξη Τσακιρίδη από Πελαργό Εορδαίας, 2.8.71

Αρχείον Κατοχής

Φ909 /Β /7, «Έκθεσις γενικής καταστάσεως εν βορείω Ελλάδι από της Κατοχής μέχρι σήμερον», απόσπασμα εκθέσεως Παπαθανασίου 17.10.41 κ.α.,

CD ROM: History GES/ΑΕΑ

τ. 5 /18 «Έκθεσις επί της Διεξαγωγής της Λαϊκής Διαφωτίσεως», Αποσπάσματα από το βιβλίο του Αθ. Χρυσοχόου, Γεν. Επιθεωρητού Νομαρχιών Μακεδονίας, 1943 –1944 (Φ909 /Α /1)

τ. 5/21, Έκθεση για την μέχρι το Δεκέμβριο του 1942 οργάνωση και διεξαγωγή της Εθνικής Αντίστασης στη Χαλκιδική και Μακεδονία, Εφ. Λοχαγός Άγγελος Αγαπητός προς ΓΕΣ, Σμύρνη 5.12.1942 (Φ909/Η/2)

τ. 5/23, Έκθεση για την κατάσταση στη Μακεδονία και για την δράση στην περιοχή των Ανταρτικών Ομάδων την περίοδο της Κατοχής, Συνταγματάρχης (ΠΖ) Γούλας προς ΓΕΣ, Κάιρο, 3-12-1943, (Φ909/Β/1β)

τ.5/30, Έκθεση συνοπτικής δράσης της Πανελλήνιας Απελευθερωτικής Οργάνωσης, Υποστράτηγος Αρχ. Αργυρόπουλος προς ΓΕΣ.Θεσσαλονίκη, 1-5-1950 (Φ909/Β/58)

τ.5/32, Συνοπτική Έκθεση Δράσης των Ε.Ο.Ε.Α.- Ε.Δ.Ε.Σ. κατά την Εθνική. Αντίσταση 1941-45 στη Μακεδονία. Συνταγματάρχης Α. Παπαχριστοδούλου προς ΓΕΣ Θεσσαλονίκη, 7-12-1952 (Φ909/Η/1β)

τ.5/36, «Η Δυτική Μακεδονία υπό το πέλμα Τετραπλής Κατοχής 1941 –44 Βουλγάρων –Γερμανών –Ιταλών –Κομμουνιστών», Κυριάκος Ιορδανίδης από Ρυάκιο Κοζάνης, 7.3.66, (Φ909/Β/6)

τ.5/37, Η Μάχη του Φαρδυκάμπου Σιατίστης, και η αιχμαλωσία Ιταλικού Τάγματος από την Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση Συνταγματάρχης (ΠΖ) Ιωάννης Κοντονάσης προς Αρχηγείο Στρατού Αθήνα, 28-12-1970, (Φ909/Β/11β)

τ. 7/5, Αντιστασιακές Οργανώσεις όπως αξιολογούνται από την Υπηρεσία Πληροφοριών της κατοχικής περιόδου, Υπηρεσία Πληροφοριών -Γραφείο Πληροφοριών, Αθήνα, Μάιος 1943, (Φ916/Β/2β)

Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης Κοζάνης

Κιβώτια: 8, 10

Αρχείο Δήμου Κοζάνης (αταξινόμητο)

Φ 37, 69, 72, 126, 136, 137, 154, 161

Αρχείο Νομαρχίας Κοζάνης

Φ 22, 84, 85, 87, 104, 135, 150, 158

Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας

Γενική Διοίκηση Δυτικής Μακεδονίας

Φ 1, 10, 12, 18

Αυτόνομη Υπηρεσία Επισιτισμού Μακεδονίας

Φ 120

Ενεπεκίδης Κ. Πολυχρόνης Κ., Η Ελληνική Αντίστασις, 1941 –1944, όπως αποκαλύπτεται από τα μυστικά αρχεία της Βέρμαχτ εις την Ελλάδα, Μια νεοελληνική Τραγωδία, Εστία, Αθήναι 1964

Egejska Makedonija vo NOB, τ. Α΄, Σκόπια 1971

Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης, τ. Α΄, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981

Εφημερίδες

Αγροτική, Εβδομαδιαία Αγροτική εφημερίς, διευθ. Χαρ. Τανής, δρ. Νομικής, Κοζάνη 1929

Αγροτικός Κήρυξ, Όργανον των εργαζομένων τάξεων (εν Πτολεμαϊδι), εκδ. Αγαθάγγελος Παραστατίδης –Κώστας Παυλίδης, Πτολεμαϊδα 1933

Αγροτικός αγώνας, Όργανο του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας, διαμέρισμα Μακ. Θράκης, διευθ: Σάββας Κανταρτζής, Θεσσαλονίκη 1944

Βόρειος Ελλάς, Μεγάλη εβδομαδιαία Εφημερίς, εθνική πολιτική, κοινωνιολογική, διευθ: Σταύρος Θεοδοσιάδης, Θεσσαλονίκη 1927 – 28

Εθνικός Αγών, Εβδομαδιαία Εφημερίς εν Κοζάνη, διευθ: Κ. Σακελλαρίου, 1945 -46

Ελευθερία, Όργανον Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, Θεσσαλονίκη 1942 -4

Επαρχιακή Φωνή, Εβδομαδιαία ανεξάρτητος τοπική εφημερίς εν Πτολεμαϊδι, ιδιοκτ: Τάκης Μ. Πιπιλιαγκόπουλος, Πτολεμαϊς 1935

Η Εφημερίς της Σιατίστης, Εβδομαδιαίον λαϊκόν δημοσιογραφικόν όργανον των απανταχού πατριωτών, ιδιοκτ: Παναγ. Α. Τσαούσης, Σιάτιστα 1935

Ηχώ της Μακεδονίας, Δισεβδομαδιαία εφημερίς εν Κοζάνη, ιδιοκτ: Μιλτιάδης Τζώνης, 1928 Κοζάνη

Καστοριανή Ζωή, Εβδομαδιαία ανεξάρτητος Εφημερίς εκδιδομένη εν Καστορία, ιδιοκτ: Ιωάννης Χ. Γκουλιούρης, 1936, Καστοριά

Λαϊκή Φωνή, Όργανο του Γραφείου Περιοχής Μακεδονίας της κομματικής οργάνωσης του ΚΚΕ, διευθ: Παναγιώτης Μαυρομάτης, Θεσσαλονίκη 1945

Μακεδονικόν Βήμα, εβδομαδιαία πολιτική και οικονομική εφημερίς, διευθ: Μιχαήλ Ζωγράφος, Κοζάνη 1939

Νέα Ευρώπη, Ημερησία πρωινή εφημερίς εν Θεσσαλονίκη, διευθ: Βασ. Λαμζάκης [από 4.11.41 ο Μ. Παπαστρατηγάκης], Θεσσαλονίκη 1941-44

Η Νίκη, Όργανο του συνασπισμού κομμάτων του ΕΑΜ νομού Κοζάνης, διευθ. Κώστας Α. Γάρος, Κοζάνη 1945 -6

Παλλαϊκό Μέτωπο, εβδομαδιαίο όργανο των συμφερόντων του εργαζόμενου λαού Κοζάνης, Κοζάνη 1936

Πατρίς, Δεκαπενθήμερος εφημερίς Αντικομμουνιστικού Αγώνος, Εθνικών και Σοσιαλιστικών αρχών, Επίσημον όργανον του Εθνικού Ελληνικού Στρατου (Ε.Ε.Σ.), διευθ. Παναγ. Γ. Δαδούλης, δικηγόρος, Κοζάνη 1944

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

Οι Αντιστασιακοί της Εθνικής Αντίστασης του νομού Γρεβενών, τ. Α΄ και Β΄, Τα Νέα, 1994 και 1997, τ. Γ΄, 1998, Εντύπωση, επιμ. παράρτημα ΠΕΑΕΑ Γρεβενών, Γρεβενά

Αντωνίου Σ. Κωνσταντίνος, Η Σλαυϊκή και Κομμουνιστική Επιβουλή και η Αντίστασις των Μακεδόνων, Θεσσαλονίκη 1950

Αντωνίου Σ. Κωνσταντίνος, Ιστορία Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, 1833 –1965, τ. Γ΄, Αθήναι 1965

Αραιοβηματάς Ι. Νίκος, Η αντίσταση στα Χάσια και η επιμελητεία του αντάρτη δυτικής Μακεδονίας (Ε.Τ.Α.), Λάρισα 1988

Αρσενίου Λάζαρος, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, τ. Α΄, έκδ. α΄, Λάρισα 1975 και έκδ. γ΄, «έλλα», Λάρισα 2000

Βαζάκας Γ. Ευάγγελος, Ο Σλαυισμός και η μάχη δια την Ελλάδα εις την Μακεδονίαν, Τριανταφύλλου, Θεσσαλονίκη 1949

Βαής Θ. Δαμιανός, Από τον Πόντο στη Νεράιδα: ιστορικό αφήγημα της ζωής και της δράσης των ανθρώπων του Πόντου και του χωριού τους, Θεσσαλονίκη 1991

Βαφειάδης Μάρκος, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, Δίφρος, Αθήνα 1984, τ. Β΄, (1940 –1944) και τ. Γ΄, (1944 –1946), Νέα Σύνορα, Αθήνα 1985

Το Βήμα, διευθ: Χ. Δ. Λαμπράκης, Αθήναι 1963

Βήττος Δ. Χρήστος, Τα Γρεβενά στην Κατοχή και στο Αντάρτικο, ιστορική μελέτη δεκαετίας 1940 –1950, Art of Text, Θεσσαλονίκη 2000

Βλάχος Δ. Ηλίας, Φελλίον, Ιστορία, Αθήνα 1999

Βλάχος Θανάσης, «Το ηρωικό Κηπουριό», Εθνική Αντίσταση, 80 (1993) 63 -7

Βόβουρας Κ. Γιώργης, «Αφιέρωμα στους πατριώτες του χωριού μου Καλλονή Γρεβενών», Εθνική Αντίσταση, 70 (1991) 46 –9

Βουρβούρης Λουκάς, Ο Βήος μου Και Απομημονέυατα, Κρανίδια 1996 [ανέκδοτο χειρόγραφο σε δύο τετράδια, Α΄ και Β΄]

Βραχνιάρης Χρήστος, Τα χρόνια της λαϊκής εποποιίας, Πανόραμα, Αθήνα 1983

Γερούκης Γρηγόριος, Αντίσταση αγωνιστών του Αιγαίου 1941 –1942, Θεσσαλονίκη 1986

Γεωργιάδης Πρόδρομος, Έκθεσις, Βαθύλακκος χ.χ. [ανέκδοτο χειρόγραφο]

Γεωργιάδης Στέλιος, Θεσσαλονίκη, η ανυπότακτη πόλη, μαρτυρίες και έρευνα για τον αγώνα 1941 –1944, Θεσσαλονίκη 1995

Γιαγγιώργος Κίτσος, Μπελκαμένη, χωριό του νομού Φλώρινας, (Εκατό χρόνια ζωή), Διογένης, Αθήνα 2000

Γκανάτσιος Βασίλης (Χείμαρρος), «Αλβανικός πόλεμος –Κατοχή –Αντίσταση στη Δυτ. Μακεδονία», Δεκαετία, 167 -184

Γκάσας Δ. Γεώργιος, Οι Αθάνατοι της Καστοριάς 1940 –1949, [επιμ. Παύλος Κούφης], Αθήνα 1992

Γκατζιάνας Νικόλαος, Ο Ταξιάρχης Γρεβενών, Θεσσαλονίκη 1980

Γληνός Δημήτρης, «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», Εθνική Αντίσταση, 28 (1981) 14 -30

Γραμματικόπουλος Παναγιώτης, Γνωριμία με την Ποντοκώμη, «Η φωνή της Εθνικής Αντίστασης», Γρεβενά 43 (Ιούλης 2000) 3

Γρηγοριάδης Ν. Φοίβος, Το αντάρτικο, ΕΛΑΣ –ΕΔΕΣ –ΕΚΚΑ –(5/42), τ. Β΄, Καμαρινόπουλος, Αθήναι χ.χ.

Γρηγοριάδης Σόλων, Ιστορία της συγχρόνου Ελλάδος, 1941 –1974, τ. Α΄, Καπόπουλος, Αθήνα χ.χ.

Γυιόκας Κ. Παναγιώτης, Καιροί εθνικής δοκιμασίας, Θεσσαλονίκη 1982

Δαρλαγιάννης Γιάννης, «Στοιχεία από τον αγώνα στο χωριό Βογατσικό –Καστοριάς», Εθνική Αντίσταση, 63 (1989) 50 -1

Δασκαλάκης Ε. Απόστολος, Ιστορία της Ελληνικής χωροφυλακής χρονικής περιόδου 1936 –1950, τ. Α΄, Β΄, Αρχηγείον Χωροφυλακής, Αθήναι 1973

Διαμαντόπουλος Θεολόγος, «Το κάψιμο του Τσοτυλίου», Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 429 -430

Δορδανάς Ν. Ευστράτιος, Η περιοχή της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης Μακεδονίας κάτω από τη γερμανική κατοχή, 1941 –1944, (πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία στο τμήμα Ιστορίας του Α.Π.Θ.), Θεσσαλονίκη 1996

Δουβαλίδης Π., «Το ξεκίνημα του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στην περιφέρεια Καστοριάς, (1941 –1944)», Εθνική Αντίσταση, 28 (1981) 146 -9

Δρόσος Π. Ζαχαρίας, Φαρδύκαμπος, Η Δυτική Μακεδονία στ’ άρματα, Αθήνα 1984

Έφεδρος Πολεμιστής, Υπό το φως της Αληθείας: Αι οργανώσεις Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1948

Ζαναλίδης Κλήμης, «Ένας Ιμεριώτης αφηγείται», Η φωνή των Ιμεριωτών, 17 (1999) 5

Ζαφειρόπουλος Δημήτριος, Το Κ.Κ.Ε. και η Μακεδονία, Αθήναι 1948

Ζηκόπουλος Μ. Ιωάννης, «Πώς επεκράτησεν ο ΕΛΑΣ εις το Βόιον το 1943», Ημερολόγιον Δυτικής Μακεδονίας, (1960) Κοζάνη, σ. 225 -8

Ζιώγας Δ. Γιώργος, Αντίσταση, Εμφύλιος, Πολιτική προσφυγιά, Αθήνα 1999

Ζυγούρας Δημήτριος (Παλαιολόγος), «Η μάχη Βίγλας –Φαρδυκάμπου», Ιστορία της Αντίστασης, τ. 2, Αυλός, Αθήνα 1979, σ. 691 -714

Ζυγούρας Δημήτριος (Παλαιολόγος), «Η μάχη του Σνίχοβου Γρεβενών (8 –2 –1944)», ΕΕΕΑ, 11 –13 (1988) 55 -8

Ηλιάδης Ηλίας, «Η προσφορά της Κορομηλιάς στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης», Εθνική Αντίσταση, 41 (1984) 76 -8

Ηλιάκης Γ. Ιωάννης, περ. Εθνική Πολιτική, 1 (1920) 9, Κοζάνη

Ήρωες και Μάρτυρες, Παπακωνσταντίνου, Αθήνα χ.χ. (ανατύπωση από έκδοση της «Νέας Ελλάδας» στη Ρουμανία το 1952)

Θεοδοσιάδης Σταύρος (Θαλασσινός), [Αναμνήσεις], ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2000 [ανέκδοτο]

Hammond L.G. Nicholas, Περιπέτεια με τους αντάρτες, 1943 -44, Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1982

Ιγγλέζος Ι. Θανάσης, «Λίγα στοιχεία από τον αγώνα του λαού κατά τη διάρκεια της Κατοχής στα Χάσια», Εθνική Αντίσταση, 100Α΄ (1998) 43 –46

Ιστορία της Αντίστασης 1940 –1945, τ. Α΄-ΣΤ΄, επιμ. Βάσος Γεωργίου, Αυλός, Αθήνα 1979

Ιωακειμίδης Αλέξανδρος, «Το ολοκαύτωμα του Μεσόβουνου», Εθνική Αντίσταση, 27 (1981) 45 -6

Ιωακειμίδης Αλέξανδρος, Θυμήματα της ζωής μου, Πτολεμαϊδα 1994

Καββαδάς Χρήστος, «Οι προσφυγικοί συνοικισμοί του ν. Φλώρινας», Εταιρία, 13 (1993) 26 -28

Καλλιανιώτης Θανάσης, «Ίμερα Κοζάνης: το πρόσωπο της τραγωδίας», Παρέμβαση, 93 (1996) 20

Καλλιανιώτης Θανάσης, «ΠΑΟ –ΕΛΑΣ: Ο εμφύλιος στη Δυτική Μακεδονία, 1943 –1945», Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1998

Καλλιανιώτης Θανάσης, «Το χειρόγραφο του παοτζή Πρόδρομου Γεωργιάδη, μέρος Β΄», Παρέμβαση, 91 (1996) 13

Καλλινικίδης Φ. Χαράλαμπος, Ελληνική Εθνική Αντίστασις (Αίμα –Δάκρυ –Νίκη), Θεσσαλονίκη 1961

Καλλίνος Θεόδωρος (Αμάρμπεης), «Από την Αντίσταση στη Θεσσαλία», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση 8 –10 (1987) 1 –12, Αθήνα

Καλογερόπουλος Νίκος, «Η ζωή του εκδότη Σταύρου Θεοδοσιάδη», εφ. Γραμμή, (25.7.00), 12 Κοζάνη

Καλύβας Χρίστος, «Μαρτυρίες από τη ζωή στο Τσοτύλι στη 10ετία του ΄40», Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 299 -311

Καραγιάννης Βασίλης, «Βασίλης Τσουκαλίδης, ο εκ Ποντοκώμης Κοζάνης λαϊκός συγγραφέας της αριστεράς», Παρέμβαση 37 (1990) 2, Κοζάνη

Καραγιάννης Γ. Χρήστος, Η προδομένη Αντίστασις, Εθνικός Σύνδεσμος Ελασιτών Μακεδονίας – Θράκης, Θεσσαλονίκη 1962

Καραγιάννης Γεώργιος, Απομνημονεύματα και αυτοβιογραφία Εθνικής Αντίστασης 1941 –1944, Σέρβια 1992 [πολυγραφημένο]

Καρκάνης Νίκος, «Στέλιος Κατσόγιαννος (Γιάννης ο Λαμιώτης) 1920 –1943», Εθνική Αντίσταση,79 (1993) 76 -78

Κατσάκος Λευτέρης, «Το ξεκίνημα της Εθνικής Αντίστασης (1941 –1944) στους νομούς Φλώρινας –Καστοριάς», στου Βαφειάδη Μάρκου, Απομνημονεύματα, τ. 3, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1985, σ. 275 -281

Καφταντζής Γιώργος, «Μακεδονία ΄41, ντοκουμέντα», περ. Γιατί, 121 -2 (1985) 34-48 και 146 (1987) 1-16 Σέρρες

Κέντρος Στράτος (Βαγγέλης), «Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία (1941 – 1944)», Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 79 -86

Κερασίδης Σίμος, Πέτρες και ρόδα, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1997

Κηπουρός Κώστας, «Αναμνήσεις από τον ΕΛΑΣ Θεσσαλίας», Εθνική Αντίσταση, 35 (1983) 37 -53 και 37 (1983) 70 -6

Κηρυττόπουλος Χρήστος, [«μαρτυρία»], Βαφειάδης Μάρκος, Απομνημονεύματα, τ. 3, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1985, σ. 347

Κολιόπουλος Σ. Ιωάννης, Λεηλασία φρονημάτων: το μακεδονικό ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτική Μακεδονία 1941 –1944, τ. Α΄, β΄ έκδ., Βάνιας, Θεσσαλονίκη1995

Κουζινόπουλος Σπύρος, «Ελευθερία, η άγνωστη ιστορία της πρώτης παράνομης οργάνωσης και εφημερίδας της κατοχής», εκδ. Β΄, Καστανιώτης, Θεσσαλονίκη 1986

Κουρκούτας Μιχαήλ, «Η Εθνική Αντίσταση (όπως την έζησα)», Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 79 -86

Κουρκούτας Μιχάλης, «Οι Βλάχοι και οι Γκρέκοι της Πιπιλίστας και του Μπλατσιού», Δυτ. Γράμματα (1997) Κοζάνη, σ. 312 –329

Κουτσομάρκος Γιώργης, «Πώς, πού και πότε ιδρύθηκε η Εθνική Αντίσταση», Βαφειάδης Μάρκος, Απομνημονεύματα, Γ΄, 323 -7

Κούφης Παύλος, «Πτυχή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στη Φλώρινα», Εθνική Αντίσταση, 84 (1994) 30 -4

Κούφης Παύλος, Άλωνα Φλώρινας, αγώνες και θυσίες, Αθήνα 1990

Κυρατζίδης Θάνος, «Ροδοχώρι Βοϊου, η δεκαετία του ΄40», Ροδοχώρι Βοϊου, επιμ. Ν. Καλογερόπουλου, Σύλλογος Ροδοχωριτών Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1999, 198 -217

Κωνσταντινίδης Αλέξανδρος, [Αναμνήσεις], Βαθύλακκος χ.χ. [ανέκδοτες σημειώσεις]

Κωτούλας Δ. Δημήτριος, «Τα δυτικομακεδονικά νερά, προβλήματα, δυνατότητες, προοπτικές», Η Δυτική Μακεδονία, χθες, σήμερα, αύριο», πρακτικά 1ου Δυτικομακεδονικού Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 1987

Κωτσόπουλος Σταύρος, «Το ΕΑΜ στο ν. Φλώρινας», Εθνική Αντίσταση, 30 (1982) 13 –24, όπου έκθεση δράσης του Ναούμ Σιουπούρκα στη σ. 20

Λαμπρέτσας Κ. Ηλίας, Μικρόβαλτο, ιστορική και λαογραφική συλλογή με σύντομη γεωγραφική και ιστορική επισκόπηση της περιοχής των Καμβουνίων, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2000

Λεύκωμα εκπαιδευτικών Φλωρίνης 1945 –1947, χ.χ.

Μαγκριώτης Δημήτριος , Θυσίαι της Ελλάδος και εγκλήματα κατοχής κατά τα έτη 1941 –1944, Αθήναι 1949

Mazower Mark, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, η εμπειρία της Κατοχής, μετ. Κώστας Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια 1994

Μαλούκος Ι. Κωνσταντίνος, Ενθυμήματα κατοχικά και αντιστασιακά, ο Μακεδονικός Μύθος, Θεσσαλονίκη 1992

Μαλούτας Ε. Μηνάς, Τα Σέρβια, ιστορική και λαογραφική επισκόπησις, Θεσσαλονίκη 1956

Μάνιος Κίτσιος, Η ιστορική μάχη του Φαρδυκάμπου, οι παλαιότεροι ας θυμηθούν και οι νεώτεροι ας μάθουν, Σιάτιστα 1982

Μαραντζίδης Α. Νίκος, Οι μικρές  Μόσχες: πολιτική και εκλογική ανάλυση της παρουσίας του κομμουνισμού στον ελλαδικό αγροτικό χώρο, Παπαζήσης, Αθήνα 1997

Μάτσος Ν. Γιάννης, «Μια αποφράδα μέρα για την Κοζάνη (5 Μάη 1943), Εθνική Αντίσταση, 36 (1983) 16 -8

Μάτσος Ν. Γιάννης, «Μια αποφράδα μέρα για την Κοζάνη (5 Μάη 1943), Εθνική Αντίσταση, 36 (1983) 16 -8

Μεγαρίτης Απόστολος, «Από τον αγώνα του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας» , Εθνική Αντίσταση, 44 (1985) 77 –82

Μεκάσης Δημήτρης, «Αμαξάδες και αυτοκινητιστές της παλιάς Φλώρινας», Εταιρία, 10 (1992) 27 -35

Μεκάσης Δημήτρης, «Τα παλιά φωτογραφεία», Εταιρία, 6 (1991) 41 –44

Μούζας Νικόλαος, «Φως εις το εσωτερικόν μας δράμα», Φωνή της Καστοριάς, (21.10.45) 4, (28.10.45) 2, (4.11.45) 2 και (11.11.45) 2

Μπαντάς Ε. Θεόδωρος, «Το ολοκαύτωμα των Σερβίων (6 Μάρτη 1943), Εθνική Αντίσταση, 26 (1981) 35 -8

Μπαξεβάνος Αρ. Νικόλαος, Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, Η κατοχή και η Εθνική Αντίσταση όπως τα έζησα, Θεσσαλονίκη 1994

Μπέσσας Χρίστος, «Μητροπολίτης Ιωακείμ, συνοπτική αναφορά», Παρέμβαση 71 (1993) 3 –4, 10, Κοζάνη

Μπουροζίκος Χρυσόστομος, «Ιστορικό αυτόγραφο», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση, 8 –10 (1987 –1988) 19 -23

Μπουσχότεν Βαν Ρίκη, Ανάποδα χρόνια, συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900 –1950), Πλέθρον 1997

Μπουσχότεν Βαν Ρίκη, Περάσαμε πολλές μπόρες κορίτσι μου, Πλέθρον 1998

Νεδέλκος Γεώργιος (Μακεδόνας), Αναμνήσεις απ’ την Εθνική Αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία, Αριστείδου, Φλώρινα 2000

Νταγκούλης Γιώργος (Δράκος), Το ημερολόγιο της ζωής μου και η προδομένη Εθνική Αντίσταση, Κοζάνη 1986 [ανέκδοτες σημειώσεις]

Νταϊλιάνης Βασίλης, Το αντάρτικο στη Δυτική Μακεδονία, η ζωή και η δράση του Βασίλη Νταϊλιάνη, Κώδικας, Θεσσαλονίκη 1995

Ντέμκας Β. Φώτιος, Το χρονικό ενός αντάρτη, Ελεύθερη Ελλάδα 1943 –1945, Θεσσαλονίκη χ.χ.

Ξυνός Θανάσης, «Η Τσαρίτσανη στην Εθνική Αντίσταση», Εθνική Αντίσταση, 42 (1984) 108 -117

Οικονόμου Γιάννης, «Οι πρώτοι αντάρτες στον Όλυμπο», Εθνική Αντίσταση, 29 (1981) 33 -4

Πάικος Νίκος, «Η συμβολή μας στην νίκη του Φαρδυκάμπου», Εθνική Αντίσταση, 22 (1980) 60 -73

Πάικος Νίκος, «Οι συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών», Εθνική Αντίσταση, 56 (1987) 29 -32

Πάικος Νίκος, «Συναδέλφωση αποσπάσματος χωροφυλακής και ανταρτών του Ολύμπου σε μια ενέδρα», Εθνική Αντίσταση, 37 (1983) 63 -69

Παλάσκας Κ., «Η ακριβής αλήθεια για την πρώτη ανταρτοομάδα στον Όλυμπο 1941 –44», Εθνική Αντίσταση, 92 (1996) 78 -81

Παπαδημητρίου Χρίστος, «Δημήτρη Κυρατζοπούλου –Φωτεινού, Απομνημονεύματα του Εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου και της Εθνικής Αντίστασης στην Ελλάδα 1940 –1944», Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 133 -147

Παπαδόπουλος Κυριάκος, «Ο άθλος του Φαρδύκαμπου», Εθνική Αντίσταση, 90 (1996) 55

Παπαθανασίου Ι. Παρμενίων, Για τον Ελληνικό Βορρά, Μακεδονία 1941 –44, Εθνική Αντίσταση και τραγωδία, το ανέκδοτο αρχείο –ημερολόγιο του ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, ιδρυτικού μέλους της ΥΒΕ/ΠΑΟ, τ. Α΄-Β΄, έκδ. β΄, Παπαζήσης, Αθήνα 1997

Παπαθανασίου Παρμενίων, «Πρωτογενή στοιχεία για τη διάσπαση της Εθνικής Αντίστασης μετά την ένδοξη μάχη του Φαρδύκαμπου», Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1998, 157 -166

Παπαϊωάννου Αχιλλέας, «Μνήμες από το ένδοξο ιστορικό παρελθόν», εφ. Αλεβίτσα, 53 (1988) 2 και του ιδίου «53 χρόνια πριν», Αλεβίτσα, 41 (1995) 3

Παπακωνσταντίνου Αποστόλης (Πανουργιάς), «Η συμβολή των Ανταρτών της Θεσσαλίας στη νίκη του Φαρδυκάμπου», ΕΕΕΑ, 8 –10 (1987 -88) 83-4

Παπακωνσταντίνου Αποστόλης (Πανουργιάς), «Το Υπαρχηγείο Αμάρμπεη», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση, 8 –10 (1987 -88) Αθήνα, 29 -31

Παπακωνσταντίνου Μιχάλης, Η Πέτρινη πόλη, Εστία 1995

Παπακωνσταντίνου Μιχάλης, Το Χρονικό της μεγάλης νύχτας, Εστία, Αθήνα 1999

Παπαστεργιόπουλος Βασίλης (Ολύμπιος), «Αναμνήσεις από τον ΕΛΑΣ», Εθνική Αντίσταση, 42 (1984) 142 -7

Παπαστεργιόπουλος Βασίλης, «Η δεκαετία του 1940 –50 στο χωριό μου Ροδοχώρι», Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 95 -101

Πελαγίδης Στάθης, «Η διαμόρφωση του κοινωνικού και πολιτικού σκηνικού στις περιφέρειες Καστοριάς και Κοζάνης μετά την εγκατάσταση των προσφύγων (1923 –1940)», Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 39 -49

Πετρίδης Γεώργιος, «Στοιχεία από το κίνημα Εθνικής Αντίστασης στην περιοχή Πτολεμαϊδας», Εθνική Αντίσταση, 75 (1992) 70 -5

Πολύζου Κατίνα, «Αναμνήσεις από τον αγώνα στο ΕΑΜ –ΕΛΑΣ», Εθνική Αντίσταση, 43 (1984) 33 -7

Πουταχίδης Αναστάσιος, «Το χ. Οινόη Κοζάνης στα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα και του Εμφυλίου Πολέμου (1940 –1949)», Εθνική Αντίσταση, 98 (1998) 31 -2

Πρωτόπαπας Σαράντης (Κικίτσας), Χη μεραρχία του ΕΛΑΣ, επιμ. Ν. Μάργαρης, Αθήνα 1978

Πυλάης Κυριάκος (Πέτρος), Μνήμες –Βιώματα –Στοχασμοί, 1870 –1990, [επιμ. Παύλος Κούφης] Αθήνα 1990

Ράπτης Ν. Δημήτρης, Απομνημονεύματα: φωτεινές και μαύρες σελίδες μιας εποχής, Αθήνα 1995

Σαϊτσης Δημήτρης, «Κατάληψη του σταθμού ιταλικής καραμπινιερίας στη Βωβούσα», Εθνική Αντίσταση, 64 (1989) 62 -3

Σακαλής Αλέκος (Πετρόμπεης), Μνήμες, Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης, Κοζάνη 1998

Σακελλαρίου Επαμεινώνδας, «…Διαθέσαμε τη ζωή μας», Θεσσαλονίκη 1991

Σάρρος Χρήστος, «Από τη δράση του ΕΛΑΣ στη Δυτική Μακεδονία», Εθνική Αντίσταση, 44 (1985) 19 -22

Σιώζος Αθ. Γεώργιος, Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Αθ. Λιούλιας, 1911 –1943, Ο δυτικομακεδόνας Εθνομάρτυρας, Πολιτιστικός Σύλλογος Κρόκου «Ιωακείμ Λιούλιας», Κοζάνη 2000

Σπανός Κοσμάς (Αμύντας), Εθνική Αντίσταση –Εμφύλιος πόλεμος, αναμνήσεις ενός καπετάνιου, Μπίμπης, Θεσσαλονίκη 1986

Στ’ άρματα! Στ’ άρματα, το χρονικό του Αγώνα, ιστορία της Εθνικής Αντίστασης, τ. Α΄, Γιαννίκος, Αθήνα χ.χ.

Σταθόπουλος Γ. Νικόλαος, «Κεραυνός», ο οργανωτής της ένοπλης δύναμης των Καμβουνίων του Εφεδρικού, Θεσσαλονίκη 1988

Σταθόπουλος Νίκος (Κεραυνός), «Από την οργάνωση και δράση του Εφεδρικού ΕΛΑΣ Μικροβάλτου –Σερβίων», Εθνική Αντίσταση, 45 (1985) 128 –131 [καταγραφή Δημήτρη Φυλακτού]

Στεργίου Γιώργης, Σακατεμένες προσδοκίες, (ΤΤΤ Αμυνταίου), Αθήνα 1988

Στεφανής Αθανάσιος, Το χωριό μου ο Σιταράς, Θεσσαλονίκη 1990

Στούμπος Αποστόλης, «Αναμνήσεις από τα πρώτα βήματα του αντάρτικου στα μακεδονικά βουνά», Εθνική Αντίσταση, 37 (1983) 30 -2

Στρακαλής Μιλτιάδης, 50 έτη ελευθερίας, Δήμος Σιατίστης, Σιάτιστα 1962

Τάκης Ν. Βαγγέλης, «40 χρόνια από το ολοκαύτωμα της Κατράνιτσας», Εθνική Αντίσταση, 42 (1984) 122 -7

Τζήκας Μήτσος, «Τα πρώτα βήματα της Αντίστασης στη Δυτ. Μακεδονία», Εθνική Αντίσταση, 70 (1991) 59 -64

Τζημόπουλος Δ. Ι., Πολύλακκος, ένα Δυτικομακεδονικό χωριό, Θεσσαλονίκη 1988

Τριανταφυλλίδης Γιάννης, «Το ξεκίνημα της Εθνικής Αντίστασης στον νομό Καστοριάς», Εθνική Αντίσταση, 27 (1981) 64 -5

Τσαμπούρης Ζήσης, Αναμνήσεις, [ανέκδοτο] ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2000

Τσιάτας Ανδρέας, «Οι πρώτες οργανώσεις και ανταρτικές ομάδες στο Βόιο και Γρεβενά», Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 150 -1

Τσιουκαρδάνης Α. Αλέξανδρος, Θλιμμένες αναμνήσεις από τα Σέρβια, Μορφωτικός Όμιλος Σερβίων «Τα κάστρα», Σέρβια 1992

Τσιούκρας Μάρκος (Μπότσαρης), Αντιστασιακά ενθυμήματα, 1941 –1993, Κοζάνη 1994 [ πολυγραφημένο]

Τσιούμης Α. Κώστας, «Πολιτικές δυνάμεις και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση στην εκλογική περιφέρεια της Φλώρινας (1923 – 1936)», Εταιρεία, 19 (1995) 26 -35

Τσίτας Δημήτρης, Φάκελος Γιαννούλη και άλλα τινά…, Σημειώσεις ενός ελεύθερου σκοπευτή του ΔΣΕ – ανέκδοτα έγγραφα –μαρτυρίες κ.α.π., Άνοιξη, Αθήνα 1992

Τσολάκογλου Γεώργιος, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1959

Τσομπάνος Δ. Γιάννης, «Η Εβραϊκή Κοινότητα Φλώρινας», Εταιρία, 10 (1992) 62 –63

Τσοπανάκης Αγαπητός, «Σιάτιστα, 1941 –1943, Έρευνες για όπλα –Φαρδύκαμπος», περ. Σιατιστινά, 2 (1989) 7-22

Τσότσος Π. Γεώργιος, «Οι μετοικεσίες των βλαχοφώνων από την Β. ‘Ήπειρο στη Δυτ. Μακεδονία», Δυτ. Γράμματα (1996) Κοζάνη, 326 -338

Τσουκαλίδης Βασίλης, Μια ξεχασμένη Ιστορία, Αθήνα 1981

Τσουκαλίδης Βασίλης, Χρονικά του αγώνα και οι ήρωες αυτών των χρονικών, Αθήνα 1980

Τσουμής Ι. Παύλος, Ο Πάικος, Κοζάνη 1878 –1958, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 1998

Το Φανάρι, [μηνιαίο περιοδικό], έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Ανατολικού [Εορδαίας] «Η Ανατολή», αρ. 15 (Απρίλιος 1993) Ανατολή

Φίλιος Θεοδόσης (Τρεμόπουλος), «Η παλλαϊκή συμμετοχή των χωριών της δυτικής Μακεδονίας στον αγώνα», Εθνική Αντίσταση 33 (1982) 18 –24

Φλάισερ Χάγκεν, Στέμμα και Σβάστικα, Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941 –1944, τ. Α΄, χ.χ. και τ. Β΄, 1995, Παπαζήσης, Αθήνα

Φλούντζης Αντώνης, Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες 1937 –1943, Θεμέλιο, Αθήνα 1979

Φροντιστής Αθανάσιος, Π.Α.Ο., Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις, ιστορία και προσφορά της εις την Εθνικήν Αντίστασιν, 1941 –1945, Θεσσαλονίκη 1977

Φυλακτός Ν. Δημήτρης, Εθνική Αντίσταση 1941 – 1944, (αναμνήσεις από το Βελβεντό), Αθήνα 1977

Χαραλαμπίδης Κλίμης (Σωφέρ), «Αφιερωμένο στο πρώτο αντάρτικο συγκρότημα του Βίτσι», Εθνική Αντίσταση 54 (1987) 42 –4

Χατζής Γιάννης, «Το κτύπημα των Ιταλών στη Βίγλα», Εθνική Αντίσταση 37 (1983) 48 –9

Χουρίδης Βασίλης, Κατοχή, γεγονότα περιόδου 1941 –44 στην Ελασσόνα, Θεσσαλονίκη 1985

Χρονικό αγώνων και θυσιών του ΚΚΕ, τ. Α΄, 1918 –1945, εκδ. β΄, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1986

Χρυσοχόου Ι. Αθανάσιος, Η κατοχή εν Μακεδονία,  η δράσις του ΚΚΕ, βιβλίον Α΄, – Η δράσις της βουλγαρικής προπαγάνδας, τεύχη Β΄1 (1941 και 1942) και Β΄2 (1943 –1944) Η δράσις της ιταλορουμανικής προπαγάνδας, βιβλίον Γ΄ Οι Γερμανοί εν Μακεδονία, βιβλίον Ε΄, Εταιρία Μακεδονικών σπουδών, Θεσσαλονίκη 1949, 1950, 1951 και 1962 αντίστοιχα

Woodhouse M.C., Το μήλο της έριδος, Αθήνα, Εξάντας 1976

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Βέντζια

Αβραμίδης Ευθύμιος, αγρότης από Ποντινή, (18.7.98)

Καλαϊτζίδης Ιορδάνης, αντάρτης ΔΣΕ από Αγαλαίους, (7.4.99)

Νταγκούλης Γεώργιος (Δράκος), Αχτιδικός ΚΚΕ Βεντζίων από Χρώμιο, (19.7.98) Κοζάνη

Χαριζόπουλος Αχιλλέας, αγρότης από Κνίδη, (21.7.98)

Χαστάς Αθανάσιος, Αχτιδικός Βεντζίων από Πόρο Γρεβενών, (15.7.98)

Βόιο

Γιτσιούλη –Παρίντα Χρυσάνθη, αγρότισσα από Πολυκάστανο, τηλ. επικοιν. (20.6.00)

Καραμπέρης Στέφανος, ανθυπολοχαγός ΥΒΕ –ΠΑΟ από Κλεισώρεια, (31.10.98) Θεσσαλονίκη (συνέντευξη στον μεταπτυχιακό Γιώργο Αντωνίου)

Ζυγούρας Δημήτριος (Παλαιολόγος), διοικητής αρχηγείου Μπούρινου από Βουχωρίνα, (11.2.95) Αθήνα

Χοτούρας Αριστοτέλης (Αρριανός), διοικητής συγκροτήματος ΕΛΑΣ από Λευκοθέα Βοϊου, (17.4.96) Καρδίτσα

Γρεβενά

Αραιοβηματάς Νικόλαος, αντάρτης ΕΛΑΣ από Γριά (Άνοιξη), (8.4.95) Λάρισα

Ιωαννίδης Θωμάς, γραμματέας Αχτίδας Γρεβενών, χ.χ., Νέα Σεβάστεια Δράμας (συνέντευξη στην τραπεζικό Μαρίνα Ιωαννίδου)

Ιωαννίδης Σόλων, αγρότης από Νέα Σεβάστεια Δράμας, (17.6.00)

Μαγιάννης Παναγιώτης, αντάρτης ΕΛΑΣ από Βατόλακκο, (2.8.97)

Ντέμκας Φώτιος, εργάτης μεταλλείων Βοϊδόλακκα από Ταξιάρχη, (2.7.98) Θεσσαλονίκη

Τσιάτας Ανδρέας, αντάρτης ΕΛΑΣ από Κυδωνιές Γρεβενών, (12.7.00)

Καστοριά

Παπαϊωάννου Αχιλλέας, συγκροτηματάρχης ΕΛΑΣ από Καλή Βρύση, (28.5.99) Θεσσαλονίκη

Στούμπος Αποστόλης, οπλίτης Κολλάρα κι ΕΛΑΣ από Κορησσό, (7.9.00)

Τακατζάς Αθανάσιος, οπλίτης Κολλάρα κι ΕΛΑΣ από Γέρμα, χ.χ. Θεσσαλονίκη (συνέντευξη στον μεταπτυχιακό Γιώργο Αντωνίου)

Χατζηιωάννου Βαλσαμής, πολιτικός ΕΑΜ από Κορησό, (26.4.98) (συνέντευξη στον μεταπτυχιακό Γιώργο Αντωνίου)

Κοζάνη

Βακατάρη –Παπασάββα Αργυρή, αγρότισσα από Μεταμόρφωση, (23.9.00)

Γεωργιάδης Σάββας, οπλίτης ΠΑΟ από Βαθύλακκο, (3.8.95)

Γκαλιαμούτσας Γεώργιος, Εαμίτης από Αιανή, (12.4.98)

Γκέκας Κωνσταντίνος, πολιτικός ΕΚΑ από Κοζάνη, (29.9.00)

Ζυμπά -Παπαδοπούλου Ολυμπία, [κόρη Μιχάλαγα] ιδιωτικός υπάλληλος από Σέρβια, (16.8.96) Κοζάνη

Κακαβέλης Φίλιππος, αγρότης από Αιανή, (19.3.96)

Καλλιανιώτης Γρηγόριος, αποθηκάριος μεταλλείων χρωμίου από Αιανή, (2.9.00)

Κοτσιανάκης Σωκράτης, αντάρτης υποδειγματικής ΕΛΑΣ από Ρύμνιο, (16.7.91)

Κυριακίδης Χρήστος, αντάρτης ΕΛΑΣ από Ίμερα, (3.5.96) Βέροια

Κωνσταντινίδης Αλέξανδρος, Εαμίτης από Βαθύλακκο, (26.7.97)

Μάτσος Ιωάννης, στέλεχος ΠΕ ΚΚΕ Κοζάνης, (19.6.94) και (9.4.95) (συνέντευξη στον τραπεζικό Σίμο Κερασίδη)

Μουταφτσής Χαρίσιος, αντάρτης ΕΛΑΣ από Καισαρειά, (6.3.96)

Νομικός Χρήστος (Μπούρινος), αντάρτης ΕΛΑΣ από Αθήνα, (25.6.93)

Ντουβαρτζίδου Ελένη, αγρότισσα από Ροδίτη, (12.4.98)

Παπανικολάου Γεώργιος, αντάρτης Εφεδρικού ΕΛΑΣ από Χρώμιο, (17.7.98)

Πεχλιβανίδης Παναγιώτης, αγρότης από Σκάφη, (7.8.97) Καπνοχώρι

Πεχλιβανίδης Πέτρος, οπλίτης ΠΑΟ από Λεύκαρα (11.5.96) Κοζάνη

Πεχλιβανίδης Χαράλαμπος, οπλίτης ΥΒΕ από Σκάφη, (7.8.97) Μελίκη

Σακαλής Αλέκος (Πετρόμπεης), καπετάνιος τάγματος ΕΛΑΣ, από Κοζάνη, (22.4.95)

Σιαμπανόπουλος Νικόλαος, Επονίτης από Χρώμιο, (19.7.97) και (3.9.00)

Στάμος Αργύριος, λαϊκός επίτροπος ΕΑΜ από Αιανή, (17.8.92)

Τριανταφυλλίδης Αχιλλέας, οπλίτης ΥΒΕ από Καπνοχώρι, (7.4.96) Κοιλάδα

Τσίρος Δημήτριος (Δεσπότης), αντάρτης ΕΛΑΣ από Λευκοπηγή, (15.8.91) Κοζάνη

Χρυσοστομίδης Χριστόφορος, οπλίτης ΥΒΕ από Ίμερα, (10.7.1994)

Όλυμπος

Αρσενίου Λάζαρος, στέλεχος ΚΚΕ από Λάρισα, (21.5.00) Τρίκαλα

Πάικος Νικόλαος, αντάρτης ΕΛΑΣ Ολύμπου από Λιβάδι Ελασσόνας, τηλεφ. επικοιν. (2.9.00) Αθήνα

Τζεβελεκίδου Χρυσούλα, Επονίτισσα από Ολυμπιάδα Ελασσόνας, (14.7.96)

Εορδαία

Ιωακειμίδης Αλέξανδρος, στέλεχος ΕΑΜ από Πτολεμαϊδα (πρόσφυγας από Αλί Σοφί Πόντου), (23.4.88)

Μπόζος Σταύρος, οπλίτης Πούλου από Χαραυγή, (10.7.99) Πτολεμαϊδα

Παρμάκης Χρήστος, αγρότης από Χαραυγή, (2.7.99)

Πολυχρονίδης Γεώργιος, αντάρτης ΥΒΕ από Χαραυγή, (2.7.99)

Τσουκαλίδης Βασίλειος, γραμματέας Αχτίδας Εορδαίας από Ποντοκώμη, (1990)

Χαριτωνίδης Ιωάννης, οπλίτης ΕΕΣ από Μαυροδέντρι, (8.8.96) Κοζάνη

Σιάτιστα

Τσιούκρας Μάρκος (Μπότσαρης), αντάρτης ΕΛΑΣ από Μικρόκαστρο Σιάτιστας, (21.3.96) Κοζάνη

Φλώρινα

Κέντρος Νικόλαος, καθοδηγητής ΚΚΕ από Φλώρινα, συνέντευξη στον μεταπτυχιακό Γιώργο Αντωνίου, (χ.χ.) Αθήνα

Κούφης Παύλος, αντάρτης ΔΣΕ από Άλωνα, (25.11.99), Αθήνα

Πυλάης Κυριάκος, γραμματέας Αχτίδας Αμυνταίου από Ξυνό Νερό, (13.6.98)

Κυριότερα παροράματα

σ. 3, γρ. 23: ο Βάνιας να μπει μπροστά από τη Θεσ/νίκη

σ. 12, γραμμή 5, αντί φητοιτές να γραφεί: φοιτητές

σ. 20, γρ. 6, αντί Άνοιξης: άνοιξης

σ. 22, γρ.7, αντί Γκοτζαμάνη: Σωτηρίου Γκοτζαμάνη

σ. 35, υποσημείωση. 32, αντί σχεδόν άγνωστες: ευρύτερα γνωστές

σ. 42, γρ. 3, να προστεθεί μετά τη Ζάμπορντα η λέξη: (Ζάβορδα)

σ. 42, γρ. 9, αντί θεσσαλίας: Θεσσαλίας

σ. 43, γρ. 1, αντί θελημένη: ηθελημένη

σ. 51, στον τίτλο αντί γ΄) Ο ΕΛΑΣ: β΄) Ο ΕΛΑΣ

σ. 53, υποσ. 50 κ.ε. αντί Χοτούρας: Χουτούρας

σ. 56, γρ. 13 και υποσ. 54, αντί Οξύνοια: Οξύνεια

σ. 57, υποσ. 54, αντί Τσιούμης, Ιστορία, 3-6: Κωνσταντίνος Τσιούμης, Ιστορία της Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία, [1955] (φωτοτυπία δακτυλογραφημένου κειμένου στο ΙΝΒΑ Κοζάνης), 3-6

σ. 58, γρ. 11 αντί ΕΛΑΣ: ΕΛΑΣ Φλώρινας

σ. 58 στον τίτλο αντί δ΄) Η συμφωνία: γ΄) Η συμφωνία

σ. 58, υποσ. 55 να προστεθεί: Για την εμφάνιση του Αρριανού στο Γέρμα Καστοριάς βλ. Γκάσας Δ. Γεώργιος, Οι Αθάνατοι της Καστοριάς 1940 –1949, [επιμ. Παύλος Κούφης], Αθήνα 1992, 25

σ. 59, γρ. 9 αντί πόλη Κοζάνη: πόλη της Κοζάνης

σ. 69, υποσ. 69 στην τελευταία σειρά αντί άρνηση: αναφέρεται άρνηση

σ. 78, γρ. 17 αντί Βαζάκα: Βαζάκα από τον Πεντάλοφο

σ. 80, γρ. 1, αντί Εμφυλίου: εμφυλίου

σ. 80, υποσ. 79, γρ. 11, αντί χρησιμοποιήθηκαν: χρησιμοποιήθηκαν προφανώς

σ. 81, γρ. 4 αντί αντεπανάσταση: «αντεπανάσταση»

σ. 90, υποσ. 90, να προστεθεί: Τον Απρίλη του ΄43 ο ελασίτες επικοινωνούσαν ελεύθερα με την Ήπειρο, αφού κατέβαλαν το ιταλικό φυλάκιο της Βωβούσας, Σαϊτσης Δημήτρης, «Κατάληψη του σταθμού ιταλικής καραμπινιερίας στη Βωβούσα», ΕΑ, 64 (1989) 62 -3

σ. 93, γρ. 8, αντί Egejska Makedonija vo NOB: Egejska Makedonija vo NOB

 

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

 

Αγγελόπουλος, Βασίλειος, 58, 79, 81

Άγγλοι (Βρετανοί), 3, 49, 89

Αγία Κυριακή, 66

Αγιόφυλλο, 52

Αγροτική, 93

Αγροτικός αγώνας,  93

Αγροτικός Κήρυξ, 29

Αιανή  (Κάλιανη), 45, 80, 108

ΑΚΕ (Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας), 9, 13, 23

Ακροναυπλία, 105, 16, 29

Αλατόπετρα (Τούζι), 53

Αλβανία, 6, 7, 33, 44, 90

Αλί Σοφή, 24, 28, 109

Αλιάκμονας, 6, 42, 43, 56, 63, 64, 70, 71, 83

Αμάρμπεης (βουνό), 71

Αμάρμπεης, συγκρότημα, 49, 102

Αμάρμπεης, 98

Αμάσεια, 60

Αμύνταιο, 6, 7, 18, 104, 109

Ανατολική Μακεδονία, 11, 25

Ανθούσα, 58, 79

Ανθοχώρι (Τσακνοχώρι), 57

Άνοιξη (Γριά), 54, 107

Αντωνίου Γεώργιος, 5, 107, 109

Αντωνίου, Κωνσταντίνος, Σ., 94

Αντωνόπουλος, Αντώνιος, (Περικλής), 28, 65, 76

Άνω Κώμη, 45

αξιωματικοί, 1, 2, 4, 18, 21, 22, 30-5, 37, 40, 46, 49, 50, 57-62, 65, 68-71, 73-6, 78, 79, 81, 83, 84, 87, 89, 90

Αραιοβηματάς Ι. Νίκος, 94, 107

Αρβανίτες, 7, 14

Άργος Ορεστικό, 18, 57, 65, 66

Αργυροπούλι (Καρατζόλι), 44

Αργυρόπουλος, Αρχιμήδης, 92

Αριστερά, 2-4, 9, 13, 50, 98

Αρσενίου, Λάζαρος, 94, 109

Αρχηγείο Βαρνούντος, 72, 73

Αρχηγείο Βοϊου, 74

Αρχηγείο Γράμμου, 65, 76

Αρχηγείο Μπούρινου, 70-2, 80, 107

Αρχηγείον Καστορίας, 77

Αρχηγείον Πίνδου, 17, 75, 78

ΑΣΚΙ (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας), 3, 91

Αύρα (Κουμουσλάρ), 83

αυτονομία, 2, 24, 39

αχτίδα, 20, 24, 28, 41, 52, 107, 109

 

Βάβδος, 33

Βαζάκας, Αλέξανδρος, 78

Βαζάκας, Ευάγγελος, Γ., 95

Βαής, Δαμιανός, Θ., 95

Βαθύλακκος, 71, 95, 99, 108

Βακατάρη –Παπασάββα, Αργυρή, 108

Βαλεργάκης, Κωνσταντίνος, 23

Βασιλάρας (Μαστοροδήμος Βασίλειος), 44

Βασιλίτσα, 6

Βατόλακκος, 50, 107

Βαφειάδης, Μάρκος, 2, 95, 98, 99

Βελανιδιά, 57

Βενέτικος, 6

Βενετσανόπουλος, Θωμάς, 55, 63, 82

Βέντζια, 44, 46, 47,  51, 54, 68, 71, 80,

106

Βέρμιο, 6, 23, 24, 29, 30

Βέροια, 6, 7, 39, 43, 108

Το Βήμα, 95

Βήττος,Χρήστος, Δ., 95

Βίγλα, 43, 66, 68, 69, 97, 106

Βίτσι, 6, 29, 58, 106

Βλάχοι, 7, 9, 14, 16, 17, 19, 20, 26, 46, 53, 57, 64, 73, 74, 89, 99

Βλάχος, Ηλίας, Δ., 95

Βλάχος, Θανάσης, 95

Βόβουρας, Γιώργης, Κ., 95

Βογατσικό, 68, 96

Βοϊδόλακκας, 47, 107

Βόιο, 2, 3, 4, 6, 7, 9, 19, 43, 57, 58, 59, 61, 62, 68, 69, 74-6, 78, 80, 82, 83, 86, 90, 96-9, 102-4, 107

Βόρειος Ελλάς, 93

Βουλγαρία, 8, 11, 21, 22

Βούλγαροι, 8, 14, 16, 21, 34, 48, 57, 76, 78, 85, 92

βουλγαροφιλία, 2, 13, 23

Βουρβούρης, Λουκάς, 95

Βραχνιάρης, Χρήστος, 95

Βροντή, 62, 78

ΓΑΚΚ (Γενικά Αρχεία του Κράτους, παράρτημα Κοζάνης), 3, 91

Γαλατινή, 9, 68

Γαμβέτας, Κώστας (Ψηλός Γ΄), 51

ΓΔΜ (Γενική Διοίκηση Μακεδονίας), 31, 92

Γενική Επιθεώρησις Νομαρχιών, 1, 31, 39

Γέρμας, 17, 107

Γερμανικό Φρουραρχείο, 34

Γερμανοί, 3, 19, 23, 24, 34, 39, 43, 45-51, 55, 59, 63, 64, 71, 80, 87, 88, 92, 101, 106

Γερούκης Γρηγόριος, 59, 60, 61, 95

ΓΕΣ (Γενικό Επιτελείο Στρατού), 91

Γεωργιάδης, Πρόδρομος, 71, 95, 98

Γεωργιάδης, Σάββας, 108

Γεωργιάδης, Στέλιος, 95

Γεωργόπουλος, Δημητρός, 57

Γιαγγιώργος, Κίτσος, 95

Γιάγκοβα, 74

Γιαννούλης, Γεώργιος, 65, 76-8, 82, 105

Γιουγκοσλαβία, 6, 34, 90

Γιτσιούλη –Παρίντα, Χρυσάνθη, 107

Γιτσιούλης, Αθανάσιος, 81

Γκαλιαμούτσας, Γεώργιος, 108

Γκανάτσιος, Βασίλης (Χείμαρρος),

Γκατζιάνας, Νικόλαος, 96

Γκέκας, Κωνσταντίνος, 35, 36, 38, 108

Γκοτζαμάνης, Σωτήριος, 22

Γκουλιούρης, Ιωάννης Χ., 94

Γκρηγκόροβ, Γκεόργκι, 16

Γληνός, Δημήτρης, 96

Γραμματικόπουλος, Παναγιώτης, 96

Γραμμή, 98

Γράμμος, 6, 65

Γρεβενά, 6, 7, 13, 18, 19, 20, 21, 28, 31, 43, 46, 50-4, 56, 57, 59, 66-70, 74-6, 78, 82, 83, 86, 89, 94-7, 101, 104, 106, 107

Γρεβενίτης, 6

Γρηγοριάδης, Φοίβος, Ν., 96

Γρηγοριάδης, Σόλων, 96

Γυιόκας, Παναγιώτης, Κ., 96

Γυφτοδήμος, Κώστας, (Καραγιώργης), 49

Γύφτοι, 7

 

Δαβίδης, Γεώργιος, (Γέρος), 65

Δαμασκηνιά, 61

Δαμόπουλος, Λάζαρος (Ντάμοφσκι ή Οσένσκι), 12

Δαρλαγιάννης, Γιάννης, 96

Δασκαλάκης, Απόστολος, Ε., 96

δεκαρχίες (εφεδρικός ΕΛΑΣ), 41, 46, 57, 63, 67, 68, 71-4

Δενδροχώρι, 13, 16

Δεσκάτη, 41, 51

Δεσπότης (Σνίχοβο), 56, 67, 97

Δημαρέληδες, 46

Δημοκρατική Άμυνα, 13

Διάκος (Λιμπίνοβο), 19

Διαμαντόπουλος, Θεολόγος, 96

Δίλοφος, 62

ΔΙΣ (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού), 4, 91, 92

Δορδανάς, Ευστράτιος, Ν., 96

Δουβαλίδης, Π., 96

Δρόσος, Ζαχαρίας, Π., 2, 96

Δυτική Μακεδονία, 2-7, 11, 12, 18, 25, 27, 34, 51, 53, 80, 83, 86, 88-90, 92, 94-9, 101-5

 

ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), 2, 3, 5, 26-30, 32, 34, 37-9, 41, 44, 46, 48, 50, 51, 53-61, 63, 65-7, 69, 70, 73, 74, 76-9, 82-4, 86-9, 94, 96, 98, 100-3, 107-9

Εβραίοι, 7, 73

Εθνική Απελευθερωτική Οργάνωση, (Πατριωτική Οργάνωση), 20, 21

εθνικιστές, 2, 5, 34, 57, 59, 62, 74, 76, 77-9, 81, 82, 89, 90

Εθνικόν Κέντρον, 43

Εθνικός Αγών, 93

ΕΚΑ, 3-5, 30, 35-9, 61, 71, 73, 75, 85, 87, 108

Εκκλησία, 11, 15, 30, 34

ΕΛΑΣ (Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), 2, 4, 17, 41, 42, 44, 46, 47, 49, 51, 52, 54-61, 64, 67, 69, 70, 73, 75, 78-80, 83, 84, 86, 88-90, 96, 97, 99, 100, 102-4, 107-9

Ελασίτες, 63, 64, 69, 71, 81, 98

Ελασσόνα, 7, 40, 41, 44, 46, 50, 106, 109

Έλατος, 53

Ελευθερία (οργάνωση), 18, 20, 23, 53, 99

Ελευθερία, (εφημερίδα), 2, 75, 78, 85, 93, 99

Ελευθεριάδης, Ευστάθιος (Περδίκκας), 71, 84, 85

Ελληνική Πολιτεία, 20

Εμπόριο, 48

Έξαρχος, 55, 73

Εορδαία, 7, 18, 23-5, 32, 37, 91, 105, 109

Επαρχιακή Φωνή, 93

επισιτισμός, 51, 54, 57, 93

Επταχώρι, 65, 78, 82

Εργατική Βοήθεια, 13

Ερυθρός Σταυρός, 78

Ευαγγελόπουλος, Δημήτριος ή Μπάτζιος, 19

Εύβοια, 66

Ευθυμιάδης, Θεόδωρος, 20, 21, 53

Η Εφημερίς της Σιατίστης,93

εφεδρικό, βλ. δεκαρχίες

 

Ζάζαρη, 6

Ζάμπορντα ή Ζάβορδα, 42, 51

Ζαναλίδης, Κλήμης, 96

Ζαραλής, Νικόλαος, (Χασιώτης), 52

Ζαρκάδας, Ιωάννης, 45

Ζαρκαδόπετρα, 71, 84, 85

Ζαφειρόπουλος, Δημήτριος, 1, 29

Ζελοβίτης, 6

Ζηκόπουλος, Ιωάννης, Μ., 97

Ζήσης, Κωνσταντίνος, 66, 76, 82

Ζησιάδης Λάζαρος, βλ. Τερπόφσκι

Ζιάκας (χωριό), 9, 70, 101

Ζιδάνι ή Ζντιάνι, 41

Ζιώγας, Γιώργος, Δ., 97

Ζιώγας, Θανάσης, (Σπύρος), 17, 18

Ζυγούρας, Δημήτριος, (Παλαιολόγος), 97, 107

Ζυμπά –Παπαδοπούλου, Ολυμπία, 108

 

Hammond, Nicholas, G., L., 89, 97

Ηλιάδης, Ηλίας, 97

Ηλιάκης, Ιωάννης, Γ., 97

Ήπειρος, 7, 28, 105

Ηχώ της Μακεδονίας, 93

 

Θεοδοσιάδης, Σταύρος, 28, 32, 45, 63, 93, 97, 98

Θεοδωρίδης, Σάββας, 85

Θεσσαλία, 4, 7, 11, 20, 42, 49, 51, 53, 56, 89, 94, 98-100, 102

Θεσσαλικό Γραφείο, 40

Θεσσαλονίκη, 1-3, 5, 16, 18, 21, 28, 31, 34, 35, 38, 43, 44, 59, 61, 92-6, 98-107

 

ΙΑΜ (Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας), 92

Ιγγλέζος, Θανάσης, Ι., 97

Ίμερα, 71, 97, 108, 109

ΙΝΒΑ (Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης), 2, 3, 92, 103

Ιταλοί, 4, 19, 20, 26, 33, 39, 41, 43, 46, 47, 49, 51, 55, 56, 58, 64-8, 70-2, 74-8, 87-9, 92, 106

Ιωακείμ, 43, 46, 59, 60, 61, 63, 101, 103

Ιωακειμίδης, Αλέξανδρος,97, 109

Ιωαννίδης, Θωμάς, (Φίλος Γ΄ ή Σέφτελος), 28, 51, 52, 54, 55, 70, 107

Ιωαννίδης, Σόλων, 107

Ιωαννίδου, Μαρίνα, 5, 107

 

Καββαδάς, Χρήστος, 97

Καϊμάκτσαλαν, 6

Κάιρο, 31, 34, 92

Καισαρειά, 45, 108

Κακαβέλης, Φίλιππος, 108

Καλαϊτζίδης, Ιορδάνης, 106

Καλιάρκα Πλανίνα, 24

Καλιμάνης, Ζήσης, (Τενεκετζής), 17, 18, 20, 28

Καλλιανιώτης, Αθανάσιος, 4

Καλλιανιώτης, Γρηγόριος, 108

Καλλιανιώτης, Θανάσης, 97, 98

Καλλιανιώτης, Λάζαρος, 4

Καλλινικίδης, Χαράλαμπος, Φ., 98

Καλλίνος, Θεόδωρος, (Αμάρμπεης), 98

Καλογερόπουλος, Νίκος, 3, 98, 99

Καλονέρι, 47

Καλοχώρι, 17, 77

Καλύβας, Χρίστος, 98

Καμβούνια, 6, 41, 42, 45, 51, 59, 64, 100, 104

Καραγιάννης, Βασίλης, 98

Καραγιάννης, Χρήστος, Γ., 98

Καραγιάννης, Γεώργιος, 98

Καραμπέρης, Στέφανος, 62, 107

Καρατζάς, Τάσος, 13, 18

Καρδίτσα, 74, 107

Καρκάνης, Νίκος, 98

Καστοριά, 2, 4, 6, 16, 17-9, 26, 28, 31, 33, 34, 56, 57, 59, 65, 66, 68, 75, 76, 78-80, 82, 83, 87, 89, 90, 94-6, 98, 101, 103, 104, 107

Καστοριανή Ζωή, 94

Καταφύγι Αγράφων, 59

Καταφύγι Πιερίων, 25, 41

Κατερίνη, 13, 47, 72

Κατοχή, 1-4, 19, 22, 29, 34, 40, 50, 54,

87, 88, 91, 92, 95-7, 99-101, 105, 106

Κατσάκος, Λευτέρης, 98

Κατσόγιαννος, Στέλιος, (Γιάγκοβας ή Γιάννης Λαμιώτης), 55, 98

Κάτω Κλεινές, 18

Καυκάσιοι, 10, 18, 23, 24, 29, 41

Καφταντζής, Γιώργος, 98

Κέντρος, Ευστράτιος, (Σλομπόντας), 17, 18, 70, 87, 98

Κέντρος, Νικόλαος, 109

Κέντρος, Πέτρος, 16

Κερασίδης, Σίμος, (Χρυσαφόπουλος, Μήτσος), 18, 72, 74, 76, 77, 83-5

Κερασίδης, Σίμος, Χ., 5, 99, 108

Κήπος (Μπαξί), 46

Κηπουρός, Κώστας, 99

Κηρυττόπουλος, Χρήστος, 99

Κιουρτσιδάκης, Εμμανουήλ, 66, 76, 79, 82

Κιουτσιούκ Τεκελέρ, (Αμυγδαλιά), 71

ΚΚΕ, 1, 2, 4, 9-13, 15, 16, 18-20, 23, 28, 29, 40, 49, 51, 65, 69, 83-8, 90, 91, 94, 106, 108, 109

Κλεισούρα, 48

Κλεισώρεια, 62, 107

Κλείτος, 37, 71

Κοζάνη, 2-7, 9, 10, 12, 13, 18, 25, 29, 30, 32, 35, 36, 38, 39, 41-3, 46, 50, 56, 59, 60, 61, 63, 68, 69, 71-3, 76, 77, 79, 80, 81, 84, 87, 89, 91-4, 97-101, 103-6, 108, 109

Κοκκινιά, 68, 74

Κοκκινοπλός, 70

Κολιόπουλος, Ιωάννης, Σ., 3, 5, 99

Κολλάρας, Φραγκίσκος, ή Τσέζος, 58, 65, 79, 82, 107

Κομιτατζήδες, 66, 76, 79, 87

κομμουνιστές, 2, 11-3, 16-8, 20, 24, 26, 27, 39, 40, 44, 52, 57, 59, 65, 73, 76, 79, 84, 85, 88, 89, 92

Κοντονάσης, Ιωάννης, 70, 78, 92

Κοπάνη, 70

Κορησός, 31, 58, 107

Κορομηλιά, 79, 97

Κορυτσά, 7, 66

Κοτσιανάκης, Σωκράτης, 108

Κουζινόπουλος, Σπύρος, 2, 99

Κουλούρης, Τιμόθεος, 66

Κουρκούτας, Μιχαήλ, 99

Κουτρούλια, 80

Κουτσομάρκος, Γιώργης, 99

Κουτσούρης, Αρχέλαος, 3

Κούφης, Παύλος, 96, 99, 103, 109

Κρήτη, 55, 66

Κρόκος, 79, 103

Κυδωνιές, 31, 52, 107

Κυπαρισσία, 55

Κύπριος, 39

Κυρατζίδης, Θάνος, 99

Κυρατζόπουλος, Δημήτριος, (Φωτεινός), 52, 102

Κυριακίδης, Χρήστος, 108

Κυριακόπουλος, Παντελής, 30

Κωνσταντινίδης, Αλέξανδρος, 99, 108

Κωνσταντινίδης, Στάθης, (Κότζια, Ιστάς) 30

Κωσταράζι, 66

Κωτούλας, Δημήτριος Δ., 99

Κωτσόπουλος, Σταύρος, 100

 

Λάβα, (Λαβανίτσα), 41

Λάγγα, 79

λαϊκά δικαστήρια, 54

Λαϊκή Φωνή, 94

Λακκώματα, 87, 89

Λαλόπουλος, Ανδρέας, 61, 80, 81

Λαμπράκης, Χ., Δ., 95

Λαμπρέτσας. Ηλίας, 100

Λάρισα, 13, 40, 41, 44, 63, 64, 68, 94, 95, 107, 109

Λεγεωνάριοι, 42, 46

Λέρος, 28

Λεύκαρα, 108

Λευκοθέα, 57, 107

«Λευτέρης». Βλ. Μαργιόλης

Λιβάδι, 41, 109

Λιούλιας, Ιωακείμ, 103

 

Μαγιάννης, Παναγιώτης, 107

Μαγκριώτης, Δημήτριος,  100

Mazower, Mark, 100

Μακεδονία, 1, 2, 11, 18, 22, 24, 31, 39, 43, 50, 74, 78, 89, 91, 93, 94, 95-8, 102, 106

Μακεδονικό Γραφείο, (ΜΓ), 16, 17, 20, 28, 94

Μακεδονικόν Βήμα, 94

Μακεδονομάχοι, 32, 39

Μαλούκος, Κωνσταντίνος, Ι., 100

Μαλούτας, Μηνάς, Ε., 100

Μάνιος, Κίτσιος, 100

Μανταρόπουλος, Ηλίας, 66, 82

Μάντζιος, Λάζαρος, (Σουλιώτης), 70, 73, 79, 81

Μαραντζίδης, Νίκος, Α. 100

Μαργιόλης, Θεόδωρος, (Λευτέρης), 26, 28, 29, 65, 76, 98

Μαρωνίδης, Γεώργιος, 70

Μαστοροδήμος, Βασίλης, βλ. Βασιλάρας

Μάτσος, Γιάννης, Ν., 100, 108

Μαυρομάτης, Παναγιώτης, 94

ΜΓ, βλ. Μακεδονικό Γραφείο

Μεγαρίτης, Απόστολος, 100

Μεκάσης, Δημήτρης, 100

Μελάνθιο, 79, 80, 82

Μελίσσια, 30, 39

Μελίτη, 58

Μέντζας, Γεώργιος, 13, 83

Μέση Ανατολή, 31, 53

Μεσόβουνο, 23-5, 30, 34, 89, 97

Μεσολούρι, 52

Μεταμόρφωση, (Τραβουντάντστα), 73, 108

Μεταξάς, (καθεστώς και περίοδος), 12, 13, 22, 24, 28, 29, 32, 37, 54, 65, 88

Μηλοχώρι, (Λίγκα), 82

Μικρόβαλτο, 51, 100

Μικρόκαστρο, (Τσιαρούσινο), 47, 109

Μικροκλεισούρα, (Σαντοβίτσα), 46

Μιχάλαγας, 37, 50, 71, 84, 108

Μοναστήρι, (Bitola), 7, 16, 34

Μόρφη, 87

Μούζας, Νικόλαος, 100

Μουρίκι, 58

Μουταφτσής, Χαρίσιος, 106

Μπαντάς, Θεόδωρος, Ε., 101

Μπαξεβάνος, Νικόλαος, Αρ., 101

Μπάρα, 72

Μπάρμπας, Θωμάς, 31

Μπασκάκης, Εμμανουήλ ή Βασίλειος, 58, 65, 82

Μπνάσια ή Βουνάσια, 6

Μπεζεριάνος, Ανδρέας, 49

Μπέσσας, Χρίστος, 101

Μπόζος, Σταύρος, 109

Μπουγάζι, 70, 74

Μπουλογιάννης, Κοσμάς, 62, 70, 78, 81

Μπούρινος, (βουνό), 6, 72, 73

Μπούρινος (ψευδώνυμο), 108

Μπουροζίκος, Χρυσόστομος, 101

Μπουσχότεν, Ρίκη, Βαν, 101

Μπουτζάκια, 37

Μπραζοτικαίοι, 57

Μπρέτσα, Μαρία, 5

Μυτιλήνη, 59

 

Νάματα, 14

Νέα Ευρώπη, 94

Νέα Σεβάστεια, 28, 107

Νεάπολη, 56, 75

Νεδέλκος, Γεώργιος, (Μακεδόνας), 101

Νέος Καύκασος, 10

Νεστόριο, 26, 58, 65-7, 76, 77, 80, 82

Η Νίκη, 94

Νικηφόρος, 33, 82

Νομικός, Χρήστος, βλ. «Μπούρινος»

Νόστιμο, 9

Νταβίτης, Ιωάννης, 35

Νταγκούλης, Γιώργος, (Δράκος), 101, 106

Νταϊλιάνης Βασίλης, 2, 101

Ντέμκας, Φώτιος, Β., 55, 101, 107

Ντουβαρτζίδου, Ελένη, 108

Νυμφασία, 35

 

Ξηρολίβαδο, 51

Ξηρολίμνη, 48

Ξυνό Νερό, 17, 109

Ξυνός, Θανάσης, 101

Ξυνός, Νικόλαος, (Ζωντανός ή Σμόλικας), 40

 

Οινόη (Κοζάνης), 39, 103

Οινόη (Καστοριάς), 12

ΟΚΝΕ, (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας), 13, 18

Όλυμπος, 35, 40, 42, 49, 101, 102, 109

Οξύνεια, (Μιρίτσα), 56

ΟΠΛΑ, (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα), 35, 39

Όρλιακας, 53

 

Πάικος, Νίκος, 101, 109

Παλάσκας, Κ., 102

Παλιόκαστρο, 67

Παλλαϊκό Μέτωπο, 12, 20, 94

Παναγιωτίδης, Δημήτρης, 61, 78

Παντελίδης, Κωνταντίνος, 37

Παντίδης, Νίκος, (Κεραυνός), 57

ΠΑΟ, (Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις), 1-3, 35, 59, 85, 97, 102, 107, 108

Παπαβασιλείου, Χρήστος, 35, 37, 38, 84, 85

Παπαδημητρίου, Χρίστος, 102

Παπαδόπουλος, Γεώργιος, 71

Παπαδόπουλος, Κυριάκος, 102

Παπαδόπουλος, Μιχαήλ, βλ. Μιχάλαγας

Παπαθανασίου, Ιωάννης, 1, 33, 91, 102

Παπαθανασίου, Παρμενίων, Ι., 1, 32, 102

Παπαϊωάννου, Αχιλλέας, 102, 107

Παπακωνσταντίνου, Αποστόλης, (Πανουργιάς), 102

Παπακωνσταντίνου, Μιχάλης, 102

Παπανικολάου, Γεώργιος, 108

Παπαστεργιόπουλος, Βασίλης, (Ολύμπιος), 102

Παραστατίδης, Αγαθάγγελος, 29, 93

Παρλιάρου –Λιανού, Δέσποινα, 2

Παρμάκης, Χρήστος, 109

παρτιζάνοι, 29, 57, 58, 76

Πάτρα, 49

Πατρίς, 94

Πατριωτική Οργάνωση, βλ. Εθνική Απελευθερωτική Οργάνωση

Πατσιούρας, Ιωάννης, 65, 82

Πελαγίδης, Στάθης, 103

Πεντάλοφος, 61, 78, 79, 89

Περικλής, βλ. Αντωνόπουλος

Πετρίδης, Γεώργιος, 103

Πετρών, (λίμνη), 6

Πεχλιβανίδης, Μιχαήλ, 37, 39, 50, 71

Πεχλιβανίδης, Παναγιώτης, 108

Πεχλιβανίδης, Πέτρος, 108

Πεχλιβανίδης, Χαράλαμπος, 108

Πιέρια, 25, 59, 70, 83, 84

Πίνδος, 6, 17, 19, 75, 78

Πλακοπίτης, Νικόλαος, 12

Πολύζου, Κατίνα, 103

Πολύκαρπος,  43

Πολυκάστανο, 61, 81, 107

Πολύμυλος,37

Πολυνέρι, 13, 52

Πολυχρονίδης, Γεώργιος, 109

Πόντιοι, 26, 58

Ποντοκώμη, 10, 18, 96, 98, 109

Πόντος, 9, 28, 50, 95, 109

Πόρτες, 64

Πόρτης, Μιλτιάδης, 61, 75, 78, 81

Πουταχίδης, Αναστάσιος, 103

Πραμόρτσα, 6

Πρέσπες, 6, 18, 19

πρωτόκολλο συνεργασίας ή τιμής, 61, 70

Πρωτόπαπας, Σαράντης, (Κικίτσας), 103

Πτολεμαϊδα, 6, 10, 13, 15, 24, 25, 29, 37, 59, 82, 93, 97, 103, 109

Πυλάης, Κυριάκος, (Πέτρος), 17, 18, 103, 109

Πύργοι, (Κατράνιτσα), 24

 

Ράπτης, Δημήτρης, Ν., 103

Ριζοσπάστης, 12

Ροδιά, 52

Ρόσιος, Αλέξης, (Υψηλάντης), 2, 70, 103

 

Σαϊτσης, Δημήτρης, 90, 103

Σακαλής, Αλέκος, (Πετρόμπεης), 2, 103, 108

Σακελλαρίδης, Αναστάσιος, 31

Σακελλαρίου, Επαμεινώνδας, 103

Σακελλαρίου Κ., 93

Σαραντάπορο, (δίοδος), 41, 49-51, 64

«Σαράντης» ή Μπαρμπασαράντης, 44, 46, 47-9, 51, 54, 103

Σάρρος, Χρήστος, 103

Σέππαρντ, Ρούφους, 64

Σέρβια, 10, 37, 41, 50, 63, 64, 68, 70, 71, 98, 100, 104, 108

Σιαμπανόπουλος, Νικόλαος, 108

Σιάτιστα, 9, 13, 43, 47, 48, 54, 55, 66-8, 70, 72, 75, 83, 93, 100, 04, 105, 109

Σιδηρόπουλος, Θεόδωρος, 62, 78, 79, 81

Σιέμπης, Αλέκος, 17, 18

Σινιάτσικο, (Άσκιον), 6, 14, 24, 48, 56, 70-2, 75, 79

Σιούτσα, 6

Σιώζος, Γεώργιος, Αθ., 103

Σκάφη, (Οκιούζοβα), 37, 50, 71, 85, 108

Σλαβομακεδόνες, 3, 7, 9, 11, 13, 14, 16, 18, 21, 23, 24, 26, 29, 34, 57, 58, 66, 76, 77, 79, 83, 86-9

Σλομπόντας, βλ. Κέντρος Ευστράτιος

Σνίχοβο, βλ. Δεσπότης

ΣΝΟΦ, (Σλαβομακεδόνικο Απελευθερωτικό Μέτωπο), 13, 89

Σουλού, 6

Σουμελίδης, Μιχαήλ, (Μίσια ή Βόρειος), 29, 63

Σπανός, Κοσμάς, (Αμύντας), 104

Σπηλιά, 37

ΣΣΕ (Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή), βλ και Σύμμαχοι, 64

Σταθόπουλος, Νικόλαος, Γ., (Κεραυνός), 104

Στάμος, Αργύριος, 108

Στεργίου, Γιώργης, 104

Στεφανής, Αθανάσιος, 104

Στούμπος, Αποστόλης, 104, 107

Στρακαλής, Μιλτιάδης, 104

Στρατιωτικά Τμήματα, 22, 32

Σύμμαχοι, 2, 40, 89

Σωτηρίου, Σωτήρης, βλ. Σαράντης

 

Τακατζάς, Αθανάσιος,

Τάκης, Βαγγέλης, Ν.,

Τάρης, Σωτήρης, (Παπαφλέσσας), 44

Τασιανόπουλος, Δημήτριος,

Τερπόφσκι, 16, 18, 24, 26, 29, 70, 77, 83

Τετράλοφος, 9

Τζανακάκης, (Χάρος), 36

Τζανής, Απόστολος, (Κωστάκης), 18

Τζεβελεκίδου, Χρυσούλα, 109

Τζήκας, Μήτσος, 104

Τζήμας, Ανδρέας, (Σαμαρινιώτης), 16

Τζημόπουλος, Ι., Δ., 104

Τζώνης, Μιλτιάδης, Κ., 93, 84, 85

τουρκόφωνοι, 14, 30, 50, 60, 62, 71,

Τριανταφυλλίδης, Αχιλλέας, 108

Τριανταφυλλίδης, Γιάννης, 104

Τρίκαλα, 109

Τσαμπούρης, Ζήσης, 104

Τσαρίτσανη, 40, 101

Τσερβένα, 54

Τσιαρτσιαμπάς, 6, 42-4, 46, 49, 51, 59, 68, 71, 73

Τσιάτας, Ανδρέας, 104, 107

Τσιουκαρδάνης, Αλέξανδρος Α., 104

Τσιούκρας, Μάρκος, (Μπότσαρης), 2, 47, 104, 109

Τσιούμης, Κώστας, Α., 105

Τσιούμης, Κωνσταντίνος, 1, 105

Τσίρος, Δημήτριος, (Δεσπότης), 109

Τσιστίνας, Διαμαντής, (Ντάλης), 18

Τσίτας, Δημήτρης, 105

Τσολάκογλου, Γεώργιος, 105

Τσομπάνος, Γιάννης, Δ., 105

Τσοπανάκης, Αγαπητός, 105

Τσότσος, Γεώργιος, Π., 105

Τσοτύλι, 1, 3, 56, 74, 98

Τσουκαλίδης, Βασίλης, 18, 98, 105, 109

Τσουμής, Παύλος, Ι., 105

 

ΥΒΕ, (Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος), 2, 3, 24, 30-5, 38, 39, 57, 59, 61, 85, 89, 102, 107-9

Υπαρχηγείο Βιτσίου, 72

Υπαρχηγείο Βοϊου, 75

Υπαρχηγείο Μπούρινου, 72

Υπαρχηγείο Σινιάτσικου, 72, 75

Το Φανάρι, 105

Φαρδύκαμπος, 2, 4, 64, 68, 69, 96, 102, 105

Φθιώτιδα, 56

Φιλική Εταιρία,  49

Φίλιος, Θεοδόσης, (Τρεμόπουλος), 105

Φίλος Γ΄, βλ. Ιωαννίδης Θωμάς

Φλάισερ, Χάγκεν, 3, 105

Φλούντζης, Αντώνης, 105

Φλώρινα, 6, 10, 13, 16-8, 33, 34, 58, 59, 88, 95, 97-101, 105, 109

Φουντουκλί, 30

Φούρκα, 45

Φροντιστής, Αθανάσιος, 1, 105

Φυλακτός, Δημήτρης, Ν., 104, 106

 

Χαραλαμπίδης, Κλίμης, (Σωφέρ), 106

Χαραυγή, 37, 71, 109

Χαριζόπουλος, Αχιλλέας, 106

Χαρισιάδης, Δημήτριος, (Καραϊσκάκης), 47

Χαριτωνίδης, Ιωάννης, 109

Χάσια, 6, 7, 21, 42, 44, 51, 52, 54, 56, 94, 97

Χασιώτης, Ιωάννης, 5

Χαστάς, Αθανάσιος, 106

Χατζηιωάννου, Βαλσαμής, 107

Χατζής, Γιάννης, 106

Χατζής, Δημήτριος, 68, 70, 71, 72

Χατζητάσκος, Αλέκος, 24, 41

Χειμαδίτης, 6

Χοτούρας, Αριστοτέλης, (Αρριανός), 57, 78, 81, 107

Χουρίδης, Βασίλης, 106

Χρυσοστομίδης, Χριστόφορος, 109

Χρυσοχόου, Αθανάσιος, Ι., 1, 31, 61, 91, 106

Χρώμιο, (Σφίλσι), 44, 106, 108

Χωροφυλακή, 10, 13, 19, 21, 22, 24, 26, 31, 36, 40, 41, 45, 47, 48, 52, 54, 55, 58, 63, 66, 88, 94, 96, 101

 

Woodhouse, C., M., 3, 106

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Δημήτριος Δ. Κωτούλας, «Τα δυτικομακεδονικά νερά, προβλήματα, δυνατότητες, προοπτικές», Η Δυτική Μακεδονία, χθες, σήμερα, αύριο», πρακτικά 1ου Δυτικομακε­δονικού Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 1987, 137 κ.ε.. Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Λεηλα­σία φρονημάτων: το μακεδονικό ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτική Μακεδονία 1941 –1944, τ. Α΄, έκδ. β΄, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1995, 1-3

[2] Λεύκωμα εκπαιδευτικών Φλωρίνης 1945 –1947, χ.χ., 60, 98, 127

[3] Δημήτρης Μεκάσης, «Αμαξάδες και αυτοκινητιστές της παλιάς Φλώρινας», περ. Εταιρία, 10 (1992) 27–35, Φλώρινα και του ιδίου «Τα παλιά φωτογραφεία», Εται­ρία, 6 (1991) 41–44, 32. Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, Η Πέτρινη πόλη, Εστία, Αθήνα 1995, 61. Κωνσταντίνος Γκέκας, πολιτικός ΕΚΑ από Κοζάνη, συνέντευξη (29.9.00)

[4] Γεώργιος Π. Τσότσος, «Οι μετοικεσίες των βλαχοφώνων από την Β. ‘Ήπειρο στη Δυτ. Μακεδονία», περ. Δυτ. Γράμματα (1996) Κοζάνη, 326–338, 327. Γιάννης Δ. Τσομπάνος, «Η Εβραϊκή Κοινότητα Φλώρινας», Εταιρία, 10 (1992) 62–63. Μι­χάλης Κουρκούτας, «Οι Βλάχοι και οι Γκρέκοι της Πιπιλίστας και του Μπλατσιού», Δυτ. Γράμματα (1997) 312–329, 355 κ.ε.. Οι Σλαβομακεδόνες αποκαλούνταν «Σκιάδες» στην αρβανίτικη γλώσσα της Μπελκαμένης, Κίτσος Γιαγγιώργος, Μπελκαμένη, χωριό του νομού Φλώρινας, (Εκατό χρόνια ζωή), Διογένης, Αθήνα 2000, 21-2, 146. Χρήστος Καββαδάς, «Οι προσφυγικοί συνοικισμοί του ν. Φλώρινας», Εταιρία, 13 (1993) 26 –28. Εφ. Καστοριανή Ζωή, 55 (27.6.36) 4 Καστοριά, όπου εξέ­γερση βοσκών Γράμμου κατά Τουρκαλβανών ιδιοκτητών. Κολιόπουλος, 2-4, 9, 20, 21. Σχετικά με τις προσπάθειες αφομοίωσης των πληθυσμών της Μακεδονίας στο Ελληνικό Κράτος βλ. Ιωάννης Γ. Ηλιάκης, περ. Εθνική Πολιτική, 1 (1920) 9, Κοζάνη. Ο Ηλιάκης ήταν τότε Γενικός Διοικητής Δυτ. Μακεδονίας. Εφ. Βόρειος Ελλάς, (16.2.28) 2 και (15.7.28) 2 Κοζάνη, όπου διαφωνίες ντόπιων με Καυκάσιους πρόσφυγες στην Ανθούσα Βοϊου

[5] Στάθης Πελαγίδης, «Η διαμόρφωση του κοινωνικού και πολιτικού σκηνικού στις περιφέρειες Καστοριάς και Κοζάνης μετά την εγκατάσταση των προσφύγων (1923 –1940)», Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1998, 39 –49, 43-4, 48 [στο εξής Δεκαετία]. Κλήμης Ζαναλίδης, «Ένας Ιμεριώτης αφηγείται», εφ. Η φωνή των Ιμεριωτών, 17 (1999) 5, Θεσσαλονίκη. Παπακωνστα­ντίνου, Πόλη, 113-4, 127. Εφ. Ηχώ της Μακεδονίας, (21.11.26) 2 Κοζάνη, όπου τα αποτελέσματα των τριών χωριών

[6] Στον Τετράλοφο, το βενιζελικό προμαχώνα της περιοχής, εισχώρησαν στις εκλογές του ΄33 για πρώτη φορά οι Λαϊκοί βουλευτές με ποσοστό 13 %, Βόρειος Ελλάς, (12.3.33) 2. Για το ΑΚΕ ν. Κοζάνης βλ. στην ίδια εφημερίδα στις ημερομηνίες (22.3.28) 2 -(3.6.28) 4 -(12.8.28) 1 και στην Ηχώ της Μακεδονίας, 26.2.28) 3. Επίσης στην εφ. Αγροτική της Κοζάνης του 1929 και στη Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια, συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900 –1950), Πλέθρον, Αθήνα 1997, 63. Γεώργιος Νταγκούλης (Δράκος), Αχτιδικός ΚΚΕ Βεντζίων από Χρώμιο, (19.7.98) Κοζάνη και του ιδίου, Το ημερολόγιο της ζωής μου και η προδομένη Εθνική Αντίσταση, Κοζάνη 1986, 196 [ανέκδοτες σημειώσεις], όπου η πρώιμη εμφάνιση του ΚΚΕ στα Βέντζια. Για τα γεγονότα της Ποντοκώμης βλ. Βασίλης Τσουκαλίδης, Χρονικά του αγώνα και οι ήρωες αυτών των χρονικών, Αθήνα 1980, 22-5 και Βασίλης Καραγιάννης, «Βασίλης Τσουκαλίδης, ο εκ Ποντοκώμης Κοζάνης λαϊκός συγγραφέας της αριστεράς», περ. Παρέμβαση 37 (1990) 2, Κοζάνη, όπως επίσης Παναγιώτης Γραμματικόπουλος, «Γνωριμία με την Ποντοκώμη» και Γκέκας, (29.9.00). Εφ. Η φωνή της Εθνικής Αντίστασης, 43 (Ιούλης 2000) 3, Γρεβενά. Παπακωνσταντίνου, Πόλη, 212-3. Τη ζωή της δεκαετίας του ΄20 στην Κοζάνη περιγράφει ο Παύλος Ι. Τσουμής, Ο Πάικος, Κοζάνη 1878 –1958, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 1998, 106, 113. Εφ. Αγροτικός αγώνας, 2 (9.12.44) 1, 4, Θεσσαλονίκη, όπου προτροπή μητροπολίτη Ιωακείμ στο ΑΚΕ να υποστηρίξει το ΚΚΕ. Ο Κυριάκος Πυλάης (Πέτρος) στο έργο του Μνήμες –Βιώματα –Στοχασμοί, 1870 –1990, Αθήνα 1990, 51 δίνει πληροφορίες για το ΚΚΕ στο χωριό του Ξυνό Νερό

[7] Για τη ζωή των Σλαβομακεδόνων βλ. Κωνσταντίνος Ι. Μαλούκος, Ενθυμήματα κατοχικά και αντιστασιακά, ο Μακεδονικός Μύθος, Θεσσαλονίκη 1992, 44-5και Λεύκωμα, 65, 68. Κολιόπουλος, 20-7, όπου αναφορά για τη σχέση των Σλαβομακεδόνων με το ΚΚΕ

[8] Βασίλης Νταϊλιάνης, Το αντάρτικο στη Δυτική Μακεδονία, η ζωή και η δράση του Βασίλη Νταϊλιάνη, Κώδικας, Θεσσαλονίκη 1995, 36. Πυλάης, 52-4, 78-81. Καραγιάννης, Τσουκαλίδης, 2. Αλέκος Σακαλής (Πετρόμπεης), Μνήμες, Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης [στο εξής ΙΝΒΑ], Κοζάνη 1998, 29. Νικόλαος Αραιοβηματάς, αντάρτης ΕΛΑΣ από Γριά (Άνοιξη) Χασίων, (8.4.95) Λάρισα. Μάρκος Βαφειάδης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, Δίφρος, Αθήνα 1984, 240-2. Τσουκαλίδης, Χρονικά, 22-5, 29, 32. Κριτική των συνθημάτων του ΚΚΕ παραθέτει η εφ. Καστοριανή Ζωή, 2 (9.6.35) 1. Το ΚΚΕ στη Φλώρινα πήρε 5,03% το 1933, Κώστας Α. Τσιούμης, «Πολιτικές δυνάμεις και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση στην εκλογική περιφέρεια της Φλώρινας (1923 – 1936)», Εταιρεία, 19 (1995) 26 –35, 28-31. Για τη δράση του ΚΚΕ της Κοζάνης στο Μεσοπόλεμο βλ. Ζήσης Τσαμπούρης, Αναμνήσεις, [ανέκδοτο] ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2000, 103. Κολιόπουλος, ό.π.

[9] Χρονικό αγώνων και θυσιών του ΚΚΕ, τ. Α΄, 1918 –1945, εκδ. β΄, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1986, 43. Για βιογραφικά Δαμόπουλου και Καρατζά βλ. Πυλάης, 235-8 και περ. Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση, [στο εξής ΕΕΕΑ], 3 (1986) 78 –80, Αθήνα. Καστοριανή Ζωή, 58 (17.8.35) 1. Γιώργος Καφταντζής, «Μακεδονία ΄41, ντοκουμέντα», περ. Γιατί, 148 (1987) 3, υποσ. 2, Σέρρες. Έγγραφα εκτόπισης κομμουνιστών και μομφές εναντίον τους υπάρχουν αρκετά στο λυτό αρχείο (Αρχείο Νομαρχίας Κοζάνης) του Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης Κοζάνης [στο εξής ΙΝΒΑ], Φ126 /Α, όπως τα: αρ. πρωτ. 22, 18.3.36 – 21/67/22, 27.10.36 – 3/123/23, 17.5.37 – 29/2/24, 19.5.37 και αναφορά Υ. Χ. Σιάτιστας προς Νομαρχία Κοζάνης με ημερομηνία 5.9.36. Ο Βλάχος κοινοτάρχης Περιβολίου Γρεβενών δεν εκτοπίστηκε ως προπαγανδιστής της «Ρουμανικής», όπως φανερώνει σημείωμα της Υ. Χ. Γρεβενών με ημερομ. 25.4.47, ΙΝΒΑ, Φ126/Α. εφ. Αγροτικός Κήρυξ, 1 (13.12.33) 2, 4, Πτολεμαϊδα. Για δασκάλους, κατασκόπους Βλάχων και Σλαβομακεδόνων βλ. Νικόλαος Αρ. Μπαξεβάνος, Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, Η κατοχή και η Εθνική Αντίσταση όπως τα έζησα, Θεσσαλονίκη 1994, 374 και Μαλούκος, 43

ρ

[11] Για την εκπαίδευση στο αρβανίτικο χωριό Μπελκαμένη Φλώρινας βλ. Γιαγγιώργος, 80-4, ενώ για τις Πρέσπες Μαλούκος, 44. «Υδρόμυλος άνευ ύδατος» χαρακτηρίστηκε το σχολείο του σλαβομακεδόνικου χωριού Ανθηρού σε έκθεση του Σχολικού Επιθεωρητή Βοϊου για το 1937 –1938, Σιάτιστα 20.7.38, σ. 73-5, ΙΝΒΑ, Φ161. «Ουδεμία δίωξις» δεν έπρεπε να ενεργείται «κατά των ομιλούντων [την] κουτσοβλαχικήν», και την τουρκική βέβαια, σύμφωνα με απόρρητες διαταγές της ΓΔΜ προς τους Νομάρχες, αρ. πρωτ. 318/31.3.37, ΙΝΒΑ, Φ126 /Α, φραστική ασυλία που δεν αφορούσε στους Σλαβομακεδόνες. Αριθμό μαθητών στα βλάχικα σχολεία των Γρεβενών παραθέτει Σταύρος Θεοδοσιάδης (Θαλασσινός), [Αναμνήσεις], ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2000 [ανέκδοτο], 23. Για τα προβλήματα στην εκπαίδευση των Σλαβομακεδόνων βλ. Πυλάης, 85 και Παύλος Κούφης, Άλωνα Φλώρινας, αγώνες και θυσίες, Αθήνα 1990, 55-6

[12] Έκθεση της γενικής κατάστασης του ν. Κοζάνης, Β΄ τετράμηνο του 1939, Νομαρχία Κοζάνης προς Υπ. Εσωτ., 20.9.39, Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας/Γενική Διοίκηση Δυτικής Μακεδονίας [στο εξής ΙΑΜ/ΓΔΔΜ], Θεσσαλονίκη, Φ 10/6, όπου αναφορά για τις υφιστάμενες προπαγάνδες. Για τις συλλήψεις στα Γρεβενά βλ. Χρήστος Δ. Βήττος., Τα Γρεβενά στην Κατοχή και στο Αντάρτικο, ιστορική μελέτη δεκαετίας 1940 –1950, Art of Text, Θεσσαλονίκη 2000, 111 και Οι Αντιστασιακοί της Εθνικής Αντίστασης του νομού Γρεβενών, τ. Β΄, Τα Νέα, Γρεβενά 1997, 105. Επίσης Γιώργος Δ. Ζιώγας, Αντίσταση, Εμφύλιος, Πολιτική προσφυγιά, Αθήνα 1999, 29-32 και Ζαχαρίας Δρόσος, Φαρδύκαμπος, Η Δυτική Μακεδονία στ’ άρματα, Αθήνα 1984, 51. Η εφ. της Κοζάνης Μακεδονικόν Βήμα δημοσιεύει πολλές δηλώσεις κομμουνιστών, βλ. ενδεικτικά αρ. 576, 593 και 607 (27.8.39). Ο δάσκαλος Αλέξανδρος Ιωακειμίδης από την Πτολεμαϊδα στο βιβλίο του Θυμήματα της ζωής μου, Πτολεμαϊδα 1994, 158 αναφέρεται στην απόλυσή του το 1939. Ο υφυπουργός Δημ. Ασφ. Μανιαδάκης τύπωνε πλαστό Ριζοσπάστη και είχε ιδρύσει δική του Κεντρική Επιτροπή. Το ΚΚΕ είχε στα τέλη της δεκαετίας του ΄30  τρεις Κεντρικές Επιτροπές, Βασίλειος Τσουκαλίδης, γραμματέας αχτίδας Εορδαίας, από Ποντοκώμη, (καλοκαίρι 1990)

[13] Για τις αυτομολίες Βλάχων βλ. Μπαξεβάνος, 374. Δέκα Σλαβομακεδόνες στρατιώτες και δυο λοχίες αυτομόλησαν στην Αλβανία από τη διμοιρία του Παύλου Κούφη της 1/33 μοίρας πυροβολικού, Παύλος Κούφης, αντάρτης ΔΣΕ από Άλωνα, (25.11.99), Αθήνα. Κολιόπουλος, 34-5, όπου αριθμητική αναφορά για τους Σλαβομακεδόνες αυτόμολους και 156-7 όπου βιογραφικά του Τζήμα. Δηλώσεις «αιχμαλωσίας» Ελλήνων στρατιωτών το ΄40 –41 στο ν. Κοζάνης την 29.4.41, υπάρχουν στο ΙΝΒΑ, Φ22. Για την απελευθέρωση από την Ακροναυπλία βλ. Στέλιος Γεωργιάδης, Θεσσαλονίκη, η ανυπότακτη πόλη, μαρτυρίες και έρευνα για τον αγώνα 1941 –1944, Θεσσαλονίκη 1995, 38-41, 345-7 και Καφταντζής, Μακεδονία, 121-2 (1985) 42-3, όπως επίσης και Κυριάκος Πυλάης, στέλεχος ΚΚΕ από Ξυνό Νερό, (13.6.98). Βιογραφικά του Τερπόφσκι παραθέτει ο Πυλάης, 236-7 και το Ήρωες και Μάρτυρες, Παπακωνσταντίνου, Αθήνα χ.χ. (ανατύπωση από έκδοση της «Νέας Ελλάδας» στη Ρουμανία το 1952), 271. Νικόλαος Κέντρος, καθοδηγητής ΚΚΕ από Φλώρινα, (συνέντευξη στον μεταπτυχιακό Γιώργο Αντωνίου), (χ.χ.), Αθήνα, όπου μαρτυρείται ότι και ο Ζήσης Ζωγράφος από το Βογατσικό ήθελε να βγει με τους 27 αλλά διαγράφτηκε επειδή τον κατάλαβαν ότι ήταν Έλληνας. Βιογραφικό του Σιέμπη παραθέτει ο Νεδέλκος Γεώργιος (Μακεδόνας), Αναμνήσεις απ’ την Εθνική Αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία, Αριστείδου, Φλώρινα 2000, 60

[14] Για τον «Σπύρο» και τον Καλιμάνη βλ. Βασίλης Τσουκαλίδης, Μια ξεχασμένη Ιστορία, Αθήνα 1981, 26 και το Ενημερωτικό Δελτίο Πανελλήνιας Ένωσης Επαναπατρισθέντων Πολιτικών Προσφύγων, [στο εξής Δελτίο] 61 (1991) 61, Αθήνα και Πυλάης, 235. Καφταντζής, Μακεδονία, 121 (1987) 9. Ιστορία της Αντίστασης 1940 –1945, τ. Α΄, επιμ. Βάσος Γεωργίου, Αυλός, Αθήνα 1979, 195-203. Στράτος Κέντρος (Βαγγέλης), «Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία (1941 – 1944)», Δεκαετία, 299–311, 299. Γιώργης Κουτσομάρκος, «Πώς, πού και πότε ιδρύθηκε η Εθνική Αντίσταση», Μάρκος Βαφειάδης, Απομνημονεύματα, Γ΄, 323 –7, 323-4. Οι Γερμανοί απελευθέρωσαν αρκετούς κομμουνιστές κρατούμενους το 1941, Νέα Ευρώπη, (12.5.41) 2. Ήθελαν να αντιτεθούν στο καθεστώς Μεταξά, να προκαλέσουν ρήξεις στην κοινωνία ή να αποκοιμίσουν τη Σοβιετική Ένωση από την προσεχή τους επίθεση;

[15] Τσουκαλίδης, Ιστορία, 17. Γεωργιάδης, Θεσσαλονίκη, 45-9. Πυλάης, 157. Κέντρος, Χρονικό, 300. Μαλούκος, 56. Σακαλής, 40. Σπύρος Κουζινόπουλος, «Ελευθερία, η άγνωστη ιστορία της πρώτης παράνομης οργάνωσης και εφημερίδας της κατοχής», εκδ. Β΄, Καστανιώτης, Θεσσαλονίκη 1986, 9 κ.ε.. Σίμος Κερασίδης, Πέτρες και ρόδα, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1997, όπου βιογραφικά της οικογένειας Κερασίδη

[16] Στοιχεία για τους Βλάχους και τον Ευαγγελόπουλο δίνουν οι Αθανάσιος Ι. Χρυσοχόου, Η δράσις της ιταλορουμανικής προπαγάνδας, βιβλίον Γ΄, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1951 και ιδιαίτερα οι σ. 42, 54-5, 113 και ο Ηλίας Δ. Βλάχος, Φελλίον, Ιστορία, Αθήνα 1999, 88-9. Επίσης ο Βασίλης Παπαστεργιόπουλος (Ολύμπιος), «Αναμνήσεις από τον ΕΛΑΣ», Εθνική Αντίσταση, [στο εξής ΕΑ] 42 (1984) 142 –7, 142. Για τα οφέλη των συνεργαζομένων με τους Ιταλούς βλ. Γεώργιος Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1959, 187-8 και Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, η εμπειρία της Κατοχής, μετ. Κώστας Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια 1994, 137. Αναφορές στους Βλάχους των Γρεβενών την ίδια περίοδο παραθέτουν οι Βήττος, 117-8, Θεοδοσιάδης, 26 και Θανάσης Βλάχος, «Το ηρωικό Κηπουριό», ΕΑ, 80 (1993) 63 –7, 63 και Δρόσος, 33, 35-46. Κολιόπουλος, 44-52, όπου καταγραφή των Βλάχων παραγόντων στα Γρεβενά

[17] Για την «Πατριωτική» βλ. Δρόσος, 51-62 και Φοίβος Ν. Γρηγοριάδης, Το αντάρτικο, ΕΛΑΣ –ΕΔΕΣ –ΕΚΚΑ –(5/42), τ. Β΄, Καμαρινόπουλος, Αθήναι χ.χ., 323-4. Επίσης Σόλων Ν. Γρηγοριάδης, Ιστορία της συγχρόνου Ελλάδος, 1941 –1974, τ. Α΄, Καπόπουλος, Αθήνα χ.χ., 360 και Αντιστασιακοί, Γ΄, 112. Η εφ. Βόρειος Ελλάς, (24.2.35) 1, δίνει πληροφορίες για τον Ευθυμιάδη. Στις διώξεις των Ιταλών αναφέρονται οι Βήττος, 119-2, 170-1, 178-9 και Γεώργιος Κ. Καραγιάννης, Απομνημονεύματα και αυτοβιογραφία Εθνικής Αντίστασης 1941 –1944, Σέρβια 1992, 7-8 [πολυγραφημένο]. Παπαστεργιόπουλος, 142. Τις επαφές της Πατριωτικής με τη Θεσσαλία περιγράφει ο Χρήστος Βραχνιάρης, Τα χρόνια της λαϊκής εποποιίας, Πανόραμα, Αθήνα 1983, 37. Για τις διώξεις των Ιταλών στα Χάσια βλ. Ιγγλέζος Ι. Θανάσης, «Λίγα στοιχεία από τον αγώνα του λαού κατά τη διάρκεια της Κατοχής στα Χάσια», ΕΑ, 100Α΄ (1998) 43–46, 43 και Νίκος Ι. Αραιοβηματάς, Η αντίσταση στα Χάσια και η επιμελητεία του αντάρτη δυτικής Μακεδονίας (Ε.Τ.Α.), Λάρισα 1988, 10 κ.ε. και συνέντευξη με τον ίδιο στις 8.4.95, όπου συλλήψεις από τους Ιταλούς στα Χάσια. Μια πληροφορία που δεν έχει διασταυρωθεί μιλά για δράση το καλοκαίρι του ΄41 μιας αγγλοελληνικής οργάνωσης με ηγέτες τον Βρετανό ταγματάρχη Τζακ Πρέστον, τον ταγματάρχη Μιλτιάδη Πόρτη από τον Πεντάλοφο, τον Κύπριο επιλοχία Τηλέμαχο Παπαγεωργίου και Βλάχους οπλαρχηγούς στην περιοχή της Σαμαρίνας, εφ. Εθνική Αντίστασις, 11 (5.12.49) 2, Θεσσαλονίκη

[18] Πλούσιες πληροφορίες για τη βουλγαρική προπαγάνδα παραθέτει ο Αθανάσιος Ι. Χρυσοχόου, Η δράσις της βουλγαρικής προπαγάνδας, βιβλίον Β΄, τεύχη 1 και 2, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1950, Β΄1: 34, 44, 59, 69, 72, 177.. Για τις Πρέσπες βλ. Μαλούκος, 47, 51 και Νεδέλκος, Αναμνήσεις, 56. Κούφης, Άλωνα, 61. ΙΝΒΑ, Φ154/Β/Δ/5 και Φ 54/Α/Ε/12/18, όπου αναφορές για καταδότες στο Ανθηρό Βοϊου. Πληροφορίες για τη βουλγαροφιλία στην Εορδαία παρέχει ο Παπακωνσταντίνου, Πόλη, 114, 132-5, 143-4, 177. Κολιόπουλος, 38-40

[19] Για τον υπουργό Γκοτζαμάνη και τους διορισμούς βλ. ΔΙΣ/ΓΕΣ, [CD ROM], History GES/AEA, [στο εξής GES/AEA ] 7/5/73και εφ. Νέα Ευρώπη, (6.5.41) 1, (5.6.41) 2 και (12.6.41) 2, όπου στην τελευταία αδιαφορία προς κατάταξη στη χωροφυλακή. Επίσης Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, Το Χρονικό της μεγάλης νύχτας, Εστία, Αθήνα 1999, 209-210 και Καλύβας Χρίστος, «Μαρτυρίες από τη ζωή στο Τσοτύλι στη 10ετία του ΄40», Δεκαετία, 299 –311, 81, όπου αναφορά για το διορισμό του λοχαγού Σάββα ως κοινοτάρχη Πενταλόφου. Ακόμα Μάρκος Τσιούκρας, Αντιστασιακά ενθυμήματα, 1941 –1993, Κοζάνη 1994, 74 [πολυγραφημένο] και Τσουμής, 174. Για τους εράνους στο ν. Κοζάνης βλ. ΙΝΒΑ, Φ154/Α/Ε/12/18. Σε εντολή παρακρατήματος από τη σοδειά του δημάρχου Κοζάνης αναφέρεται έγγραφο του στρατηγού Καβράκου με ημερομηνία 11.7.41, ΙΝΒΑ, Φ69. Τσολάκογλου, 175. Αθανάσιος Ι. Χρυσοχόου, Οι Γερμανοί εν Μακεδονία, βιβλίον Ε΄, ΕΜΑΣ, Θεσσαλονίκη 1962, 106

[20] Χρυσοχόου, Β΄1: 52, 58. Γεώργιος Πετρίδης, «Στοιχεία από το κίνημα Εθνικής Αντίστασης στην περιοχή Πτολεμαϊδας», ΕΑ, 75 (1992) 70 –5. Ιστορία της Αντίστασης, 1940 –1945, τ. Α΄-ΣΤ΄, επιμ. Βάσος Γεωργίου, Αυλός, Αθήνα 1979, Α΄: 286-290, όπου περιγραφή των γεγονότων από το δάσκαλο Χατζητάσκο. Αλέξανδρος Ιωακειμίδης, στέλεχος ΕΑΜ από Πτολεμαϊδα (πρόσφυγας από Αλί Σοφί Πόντου), 23.4.88. Πυλάης, 158. Κέντρος, 300. Εφ. Η Νίκη, 25 (6.10.45) 1, Κοζάνη

[21] Αλέξανδρος Ιωακειμίδης, «Το ολοκαύτωμα του Μεσόβουνου», ΕΑ, 27 (1981) 45 –6 και συνέντευξη με τον ίδιο ό.π., όπου αναφέρεται ότι, όταν οι οπλισμένοι της Πτολεμαϊδας ανέβηκαν στο Βέρμιο, δήλωσαν στους Σαρακατσάνους που συνάντησαν ότι είναι «Ελληνικός Στρατός». Βαγγέλης Ν. Τάκης, «40 χρόνια από το ολοκαύτωμα της Κατράνιτσας», ΕΑ, 42 (1984) 122 –7. Η Νίκη, ό.π.. Παπακωνσταντίνου, Χρονικό, 217, 233. Χρυσοχόου, Α΄: 22. Ο Χατζητάσκος μαζί με έναν πρόσφυγα κατέφυγαν για να προφυλαχθούν στο Μοναστήρι, όπου πιάστηκαν από τους Βούλγαρους περ. Το Φανάρι, έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Ανατολικού [Εορδαίας] «Η Ανατολή», 15 (Απρίλιος 1993) 23 –4, όπου αφήγηση  Λογδανίδη Κυριάκου από Μεσόβουνο. Πετρίδης, ό.π.. Ιστορία της Αντίστασης, Α΄: 286-90. Στοιχεία βιογραφίας του Χατζητάσκου βλ. ΙΑΜ, ΓΔΔΜ, Φ 12/1 και άρθρο του Παύλου Κούφη στο Δελτίο 54, σ. 25. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941 –1944, τ. Α΄, Παπαζήσης, Αθήνα, χ.χ.. Ευστράτιος Ν. Δορδανάς, Η περιοχή της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης Μακεδονίας κάτω από τη γερμανική κατοχή, 1941 –1944, (πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία στο τμήμα Ιστορίας του Α.Π.Θ.), Θεσσαλονίκη 1996, 88 –9, 92 –3, όπου η γερμανική άποψη για τα γεγονότα στο Μεσόβουνο

[22] ΙΝΒΑ, Φ152/301/183, με ημερομηνία 22.8.42 όπου έγγραφο κοινότητας Πτολεμαϊδας προς Νομάρχη Κοζάνης και ΙΝΒΑ, Φ152/301/258, 22.8.42 σχετικά με τους πρόσφυγες του Καταφυγίου. Επίσης στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στο παράρτημα Κοζάνης, [στο εξής ΓΑΚΚ] υπάρχει ο σχετικός Φ1339 για τους «νεοπρόσφυγες». Ο Νομάρχης Κοζάνης επηρεασμένος από τα γεγονότα του Μεσόβουνου ρωτούσε στις 19.11.41 τον κοινοτάρχη Κομνηνών, που ήθελε να φιλοξενήσει 76 παιδιά των Αθηνών, αν οι κάτοικοι του χωριού έχουν «πραγματικά Εθνικιστικά φρονήματα», ΙΝΒΑ, Φ154/Α/Ε/12/24

[23] Για την ιταλική βία κατά την περίοδο του αφοπλισμού και την εγκατάσταση των Ιταλών στα χωριά βλ. Τσολάκογλου, 196-7 και Μπαξεβάνος, 386, 389. Επίσης Μιλτιάδης Στρακαλής, 50 έτη ελευθερίας, Δήμος Σιατίστης, Σιάτιστα 1962, 42, 47, 39 και Δρόσος, 37-46. Για το αντάρτικο της Καστοριάς βλ. Κολιόπουλος, 64-5, 83, 84 και Γιάννης Τριανταφυλλίδης, «Το ξεκίνημα της Εθνικής Αντίστασης στον νομό Καστοριάς», ΕΑ, 27 (1981) 64 –5. Επίσης Λευτέρης Κατσάκος, «Το ξεκίνημα της Εθνικής Αντίστασης (1941 –1944) στους νομούς Φλώρινας –Καστοριάς» και Μάρκος Βαφειάδης, Απομνημονεύματα, Γ΄: 275 –281, 276. Ακόμα Ηλίας Ηλιάδης, «Η προσφορά της Κορομηλιάς στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης», ΕΑ, 41 (1984) 76 -8

[24] Για την οργάνωση στο ΕΑΜ και τις υποχρεώσεις της βλ. Δημήτρης Ν. Φυλακτός, Εθνική Αντίσταση 1941 – 1944, (αναμνήσεις από το Βελβεντό), Αθήνα 1977, 40-4 και Βουρβούρης Λουκάς, Ο Βήος μου Και Απομημονέυατα, Κρανίδια 1996, τετράδιο Β΄, 46 [ανέκδοτο]. Το πρόγραμμα του ΕΑΜ παρατίθεται στην εφ. Ελευθερία, 5 (3.7.42) 1, 7 (16.10.42) 1, 6 (10.9.42) 1 και 14 (10.5.43) και 9 (17.11.42) 1, όπου και ανακοίνωση για τα κόμματα και τα άτομα που το απαρτίζουν. Αθανάσιος Στεφανής, Το χωριό μου ο Σιταράς, Θεσσαλονίκη 1990, 41, όπου νύξη για υποχρεωτική εγγραφή στο ΕΑΜ. Βήττος, 207. Το ΕΑΜ ταυτίζονταν με τη Φιλική Εταιρία του 1821, όπως άφηναν να εννοηθεί οι καθοδηγητές του και η προσωνυμία «φίλοι» Παπαστεργιόπουλος, 142. Κρίσεις για το ΕΑΜ παραθέτουν οι C. M. Woodhouse, Το μήλο της έριδος, Αθήνα, Εξάντας 1976, 27, 53 και Mazower, 136-7. Προφανώς λόγω εαμικής προτροπής οι αγροτοκτηματίες Κοζάνης, με επιστολή τους στο Δήμο την 11.7.42, ζητούσαν να οριστεί η απόδοση των χωραφιών τους σε 60 οκάδες ανά στρέμμα, κι όχι 100 οκ., λόγω της μειωμένης σοδειάς από φυσικές αιτίες (παγετώδης χειμώνας, ανοιξιάτικη ανομβρία), ΙΝΒΑ, Φ138 /Δ /5

[25] Σόλων Ιωαννίδης, αγρότης από Νέα Σεβάστεια Δράμας, (17.6.00). Θωμάς Ιωαννίδης, γραμματέας Αχτίδας Γρεβενών, (χ.χ.), Νέα Σεβάστεια (συνέντευξη στην τραπεζικό Μαρίνα Ιωαννίδου). Μαγιάννης Παναγιώτης, αντάρτης ΕΛΑΣ από Βατόλακκο, (2.8.97). Αραιοβηματάς, 51. Αθανάσιος Χαστάς, Αχτιδικός Βεντζίων από Πόρο, (15.7.98). Θεοδοσιάδης, 52. Σακαλής, 40. Κέντρος, 302. Πυλάης, 164

[26] Για τον Σουμελίδη βλ. Παπακωνσταντίνου, Χρονικό, 161, 173-5. Αντώνης Φλούντζης, Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες 1937 –1943, Θεμέλιο, Αθήνα 1979, 195. Για τα στελέχη της Καστοριάς βλ. Γιάννης Τριανταφυλλίδης, 65 και Δημήτριος Γ. Ζαφειρόπουλος, Το Κ.Κ.Ε. και η Μακεδονία, Αθήναι 1948, 28. Κέντρος, 301. Για τον Παραστατίδη βλ. Κυριάκος Ιορδανίδης, «Η Δυτική Μακεδονία υπό το πέλμα Τετραπλής Κατοχής 1941 –44 Βουλγάρων –Γερμανών –Ιταλών –Κομμουνιστών», 7.3.66, ΔΙΣ/ΓΕΣ, Φ909/Β/6, 2. Στο βιβλίο του στελέχους του ΚΚΕ Γρεβενών Γιώργου Δ. Ζιώγα από την Ανθρακιά Χασίων, που αναφέρθηκε πιο πάνω, ο Φίλος Γ΄ λείπει εντελώς!

[27] Ο Ζαφειρόπουλος αναφέρει ότι οι Παρτιζάνοι πέρασαν στην Ελλάδα τον Απρίλη του ΄43, ενώ ο Κέντρος το χειμώνα του ΄42, Ζαφειρόπουλος και 58 Κέντρος 304. Για το ΕΑΜ στην περιοχή των Πρεσπών βλ. Νεδέλκος, 25, 28-9, 115 και Μαλούκος, 75. έγγραφο σχετικά με αρπαγή πιεστηρίου από Φλώρινα για τον «Αγώνα» με ημερομηνία 25.2.46, υπάρχει στο ΙΝΒΑ, Κιβώτιο10/17. Κοσμάς Σπανός (Αμύντας) Εθνική Αντίσταση –Εμφύλιος πόλεμος, αναμνήσεις ενός καπετάνιου, Μπίμπης, Θεσσαλονίκη 1986, 49 όπου αποσιωπείται η ομάδα των Παρτιζάνων. Παύλος Κούφης, «Πτυχή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στη Φλώρινα», ΕΑ, 84 (1994) 30 –4

[28] Ιορδανίδης, ό.π.. Χριστόφορος Χρυσοστομίδης, οπλίτης ΠΑΟ από Ίμερα, 10.7.1994. Θανάσης Καλλιανιώτης, «ΠΑΟ –ΕΛΑΣ: Ο εμφύλιος στη Δυτική Μακεδονία, 1943 –1945», Δεκαετία, 229

[29] Δύο είναι τα βασικά έργα για την ΥΒΕ/ΠΑΟ, ύστερα γραμμένα από αξιωματικούς: του Αθανασίου Φροντιστή με τίτλο Π.Α.Ο., Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις, ιστορία και προσφορά της εις την Εθνικήν Αντίστασιν, 1941 –1945, Θεσσαλονίκη 1977και του Παρμενίωνος Ι. Παπαθανασίου, Για τον Ελληνικό Βορρά, Μακεδονία 1941 –44, Εθνική Αντίσταση και τραγωδία, το ανέκδοτο αρχείο –ημερολόγιο του ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, ιδρυτικού μέλους της ΥΒΕ/ΠΑΟ, τ. Α΄-Β΄, έκδ. β΄, Παπαζήσης, Αθήνα 1997. Πληροφορίες για την ΥΒΕ από [φιλελεύθερο] πράκτορα των Άγγλων στην Ελλάδα το Μάη του 1943 υπάρχουν στο GES/AEA, 7/5/33/58-9 και ΔΙΣ/ΓΕΣ, Φ916/Β/2β. Για την ΠΑΟ και τον ΕΔΕΣ Μακεδονίας βλ. εκθέσεις των αξιωματικών Αρχ. Αργυρόπουλου και Α. Παπαχριστοδούλου, στο GES/AEA, τ.5/30 και τ.5/32. Δέμα με προκηρύξεις της Επιθεώρησης Νομαρχιών προς τοιχοκόλληση έστειλε στις 14.12.42 ο Νομάρχης Κοζάνης προς Επάρχους και Υ. Χ. του νομού του, ΙΝΒΑ, Φ150/Β/106/46/61. Έκθεση για την μέχρι το Δεκέμβριο του 1942 οργάνωση και διεξαγωγή της Εθνικής Αντίστασης στη Χαλκιδική και Μακεδονία, Εφ. Λοχαγός Άγγελος Αγαπητός προς ΓΕΣ, Σμύρνη 5-12-1942, GES/AEA, 5/21/192-6

[30] Νίκος Καλογερόπουλος, «Η ζωή του εκδότη Σταύρου Θεοδοσιάδη», εφ. Γραμμή, (25.7.00), 12 Κοζάνη και παρέμβαση του ιδίου στη Δεκαετία, 36 για τον διανοούμενο εκδότη της εφ. Βόρειος Ελλάς Σταύρο Θεοδοσιάδη. Επίσης Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, [στο εξής ΑΣΚΙ], Κιβ. 415/23/8/141, όπου επιστολή παραπόνων του Θεοδοσιάδη στην ΠΕ ΚΚΕ Κοζάνης στις 15.12.44 και η σχετική θετική γνώμη του Nicholas G. L. Hammond, Περιπέτεια με τους αντάρτες, 1943 -44, Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1982, 43. Ακόμα Παπαθανασίου, Α΄: 275-6, όπου μομφή για τον «επαίτη» Θεοδοσιάδη. Για την «εθνικιστική» κίνηση στην Καστοριά βλ. Παναγιώτης Κ. Γυιόκας, Καιροί εθνικής δοκιμασίας, Θεσσαλονίκη 1982, 15 και Ζαφειρόπουλος, 23. Ονόματα μελών ή συμπαθούντων της ΥΒΕ στην Καστοριά παραθέτει ο Παπαθανασίου, Α΄: 328-33, όπως επίσης και ο Αποστόλης Στούμπος, «Αναμνήσεις από τα πρώτα βήματα του αντάρτικου στα μακεδονικά βουνά», ΕΑ, 37 (1983) 30 –2. Τις «διαφορές» αξιωματικών και λαού παραθέτει ο Σπανός 37-8. Κατά τον Πυλάη ο συνταγματάρχης Παπαευαγγέλου [εννοεί τον αξιωματικό Ιωάννη Παπαπέτρου από το Ξυνό Νερό] ήταν επικεφαλής της ΑΥΕΜ στο ν. Φλώρινας, Πυλάης, 159. Σύμφωνα με σήμα πράκτορα των Άγγλων στην Ελλάδα το Μάη του ΄43 οι ταγματάρχες Χατζής και Παπαζήσης ήταν μέλη της ΥΒΕ σε Κοζάνη, GES/AEA, ό.π.. Δείγμα έμφυτης ευλυγισίας των χωρικών ήταν η απάντηση του καπετάν Πρόδρομου Γεωργιάδη από το Βαθύλακκο στις αρχές του ΄43 στον Μιχάλαγα, όταν ο τελευταίος τον κατηγόρησε γιατί, εκτός από αξιωματικούς της ΥΒΕ, συναντιόταν και με Κομμουνιστές: «Κάτσε καλά, Μιχάλη, διότι δεν ξέρουμε την έκβασιν», βλ. Θανάσης Καλλιανιώτης, «Το χειρόγραφο του παοτζή Πρόδρομου Γεωργιάδη, μέρος Β΄», Παρέμβαση, 91 (1996) 13

[31] Επικεφαλής της ΥΒΕ στη Φλώρινα ήταν ο νομάρχης Κωνσταντίνος Μπόνης, Φροντιστής, 162-5, 169. Παπαθανασίου, Α΄: 99, 324-7. Ο μητροπολίτης Καστοριάς κατηγορούνταν από ιεροκήρυκα ως «όργανον αντεθνικών προπαγανδών», Γυιόκας, 29, 30, 34-5, 38, ίσως επειδή δεν «συντονίζονταν» με τις άμεσες επιταγές της Επιθεώρησης Νομαρχιών ή της ΥΒΕ

[32] Η Φλώρινα ήταν έδρα Εκατονταρχίας χωροφυλάκων, σταλμένη προφανώς για την αντιμετώπιση της βουλγαρικής προπαγάνδας. Στα τέλη του ΄42 υπηρετούσαν εκεί 120 χωροφύλακες, ΙΑΜ/ΑΥΕΜ, Φ120/3

[33] Φροντιστής, 397, όπου έγγραφο για χρηματική ενίσχυση της ΥΒΕ. Τα εσωτερικά προβλήματα της οργάνωσης περιγράφει ο Παπαθανασίου, Α΄, 120-3 και Β΄, 824-7. Οι Σπανός, 37-8 και Φλάισερ, Β΄, 117, 120-1 τονίζουν τους δισταγμούς της ΥΒΕ για τον αντάρτικο αγώνα. Για τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις αποστολής αξιωματικών βλ. Νικόλαος Μούζας, «Φως εις το εσωτερικόν μας δράμα», εφ. Φωνή της Καστοριάς, (21.10.45) 4 και (28.10.45), Καστοριά και Κολιόπουλος, 283. Άλλος λόγος αδράνειας της ΥΒΕ ήταν οι συμβουλές του Καϊρου για συνεργασία της ΥΒΕ με το ΕΑΜ, όπως φανερώνει Έκθεση για την κατάσταση στη Μακεδονία και για την δράση στην περιοχή των Ανταρτικών Ομάδων την περίοδο της Κατοχής», Συνταγματάρχης (ΠΖ) Γούλας προς ΓΕΣ, Κάιρο 3-12-1943, GES/AEA, 5/23/198. Η οργάνωση ΥΒΕ δεν αναφέρεται καθόλου στο βιβλίο του «Έφεδρου Πολεμιστή», [ίσως του Αρχιμήδη Αργυρόπουλου] Υπό το φως της Αληθείας: Αι οργανώσεις Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1948, 31, 71-4, ενώ στο ίδιο έργο αναγράφονται οι συντηρητικές οργανώσεις «Πατριωτικό Ελληνικό Κομιτάτο» και «Οργάνωσις Μεγάλης Ελλάδος», που δεν είναι σχεδόν άγνωστες

[34] Βιογραφικό του Παπαβασιλείου βλ. στο ΔΙΣ/ΓΕΣ, 4ο γραφείο, Φάκελοι φονευθέντων αξιωματικών και Παπαθανασίου, Β΄: 814. Ο Παπαβασιλείου κατηγορήθηκε ως συνεργάτης των Γερμανών. Πάντως τέλη ΄43  ή αρχάς ΄44 υπέγραψε μαζί με τον Αντώνιο Βήχο, τον Γεώργιο Σερεμέτη, τον Σπύρο Σπυρίδη, τον Μιχάλαγα, τον Ιωάννη Θεοχαρίδη κι άλλους εφτά διακήρυξη με τίτλο «Προς όλους» με την οποία ζητούσαν όπλα από τους Γερμανούς για να «φέρωσι εις πέρας τον αναληφθέντα εθνικόν αγώνα», ΙΝΒΑ, Φ85/104/14/31. Στην ΕΚΑ συμμετείχε κι ένας χωροφύλακας με το ψευδώνυμο Μαύρος μαρτυρεί ο Γκέκας, (29.9.00). Αρνητικές κρίσεις για την ΕΚΑ παραθέτουν οι Φυλακτός, 57, όπου η οργάνωση ΕΚΑ ονομάζεται «Εθνική Κοινωνική Άμυνα» και η εφ. Ελευθερία, 14 (10.6.43) 2 και 14 (10.5.43) 2. Παρόμοιες κρίσεις επαναλαμβάνονται στην εφ. Η Νίκη, 24 (26.9.45) 1, όπως και σε Έκθεση της ΠΕ ΚΚΕ Κοζάνης –Καϊλιαρίων, 26.4.44, ΑΣΚΙ, Κιβ. 415/23/8/102. Ο σοφέρ Αντώνιος Δάγκουλας από τα Γρεβενά, μετέπειτα περιβόητος ταγματασφαλίτης στη Θεσσαλονίκη, ήταν γνωστός στους οδηγούς της Κοζάνης. Πιθανώς γνώριζε την ύπαρξή της ΕΚΑ και ίσως διώχτηκε τότε από το ΕΑΜ ως μέλος της, βλ. εφ. Λαϊκή Φωνή, 46 (20.2.45), όπου ανάκριση του Δάγκουλα. Ο ενωμοτάρχης Ανδρέας Τζανακάκης, σύμφωνα με τον Αλέκο Σακαλή, χρημάτισε επιτελής του 2/27 τάγματος του ΕΛΑΣ, Αλέκος Σακαλής (Πετρόμπεης), καπετάνιος τάγματος ΕΛΑΣ, από Κοζάνη, (22.4.95) και ίσως είναι ο πρώην αντάρτης της ΕΚΑ «Χάρος» . Ο ταγματάρχης Λαλόπουλος δεν ήθελε πολίτες (εμπόρους) στην Αντίσταση και γι αυτό δεν μπήκε στην ΕΚΑ μαρτυρεί ο Γκέκας, (29.9.00). Αναφέρεται επίσης ότι ένας «Γερμανός πράκτορας» ήρθε στην Κοζάνη και συστήνονταν ως συνταγματάρχης Τζανακάκης, Γεώργιος Αθ. Σιώζος, Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Αθ. Λιούλιας, 1911 –1943, Ο δυτικομακεδόνας Εθνομάρτυρας, Πολιτιστικός Σύλλογος Κρόκου «Ιωακείμ Λιούλιας», Κοζάνη 2000, 107-8

[35] Για την ΕΚΑ στη Χαραυγή βλ. Γεώργιος Πολυχρονίδης, αντάρτης ΠΑΟ από Χαραυγή, 2.7.99 και Χρήστος Παρμάκης, αγρότης από Χαραυγή, 2.7.99. Γκέκας, (29.9.00). Για τον Μιχαήλ Πεχλιβανίδη βλ. Καλλιανιώτης, ΠΑΟ, 229 και Παναγιώτης Πεχλιβανίδης, αγρότης από Σκάφη, 7.8.97 Καπνοχώρι. Επίσης Πέτρος Πεχλιβανίδης, οπλίτης ΠΑΟ από Λεύκαρα (11.5.96) Κοζάνη. Στην εφ. Ακρίται, (15.3.48) 2 της Θεσσαλονίκης βλ. άρθρο του ιδίου για το σκληρό αντάρτικο των Φουντουκλιωτών στον Πόντο. Ο Δαμιανός Θ. Βαής, Από τον Πόντο στη Νεράιδα: ιστορικό αφήγημα της ζωής και της δράσης των ανθρώπων του Πόντου και του χωριού τους, Θεσσαλονίκη 1991, 197, μαρτυρεί επαφές του ταγματάρχη Παπαβασιλείου με τον Μιχάλαγα, όπως  και Ολυμπία Ζυμπά –Παπαδοπούλου [κόρη Μιχάλαγα], ιδιωτικός υπάλληλος από Σέρβια, 16.8.96 Κοζάνη. Την ΕΚΑ από τη δική της σκοπιά βλέπει η ΠΕ ΚΚΕ Κοζάνης σε έγγραφο του ΑΣΚΙ, Κιβ. 415/23/8/102, όπως και η εφ. Ελευθερία, ό.π.. ΙΝΒΑ, Φ72/Β/12. Στο χτύπημα του φορτηγού στο χωριό Λεβέντης σκοτώθηκε ένας Κοζανίτης οδηγός, μαρτυρεί ο Αχιλλέας Τριανταφυλλίδης, οπλίτης ΥΒΕ από Καπνοχώρι, (7.4.96) Κοιλάδα. Επίσημα πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής: συνεδρίασις ΜΘ΄(23.7.46) (δ΄Αναθεωρητική), τ. Β΄, Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήναι 1946, 541, όπου ο βουλευτής της Κοζάνης Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος από το Κιλκίς αναφέρει την οργάνωση «Πατριωτικός Στρατιωτικός Σύνδεσμος», που έδρασε στη Ζαρκαδόπετρα στις 28.10.41 με μέλη τους Μιχάλαγα, Ελευθεριάδη κ.α.. Η πληροφορία αυτή δεν έχει διασταυρωθεί

[36] Ένα σπουδαίο ερέθισμα, που κέντριζε τον πατριωτισμό των Ελλήνων ήταν το βιβλιαράκι του κομμουνιστή δασκάλου Δημήτρη Γληνού με τίτλο: «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», ΕΑ, 28 (1981) 14 –30. ΑΣΚΙ, Κιβ. 415/23/8/102. Για τις καλοκαιρινές κατηγορίες αυτονομισμού της ΥΒΕ βλ. Παπαθανασίου, Α΄: 139 και ΔΙΣ/ΓΕΣ, Φ909/Β/7β, όπου αναφέρεται ως το Φθινόπωρο του ΄42 ως ημερομηνία των κατηγοριών αυτών. Μομφές του ΕΑΜ για χρηματισμό των εθνικιστών της Καστοριάς από την ΥΒΕ παραθέτει ο Μούζας, Φως, (21.10.45) 4. Τις διώξεις των μελών της ΕΚΑ από το ΕΑΜ αναγράφουν ο Σακαλής, 40-1 και ο Ιωάννης Μάτσος, στέλεχος ΠΕ ΚΚΕ Κοζάνης, 19.6.94 και 9.4.95 (συνέντευξη στον τραπεζικό Σίμο Κερασίδη), όπως επίσης και ο Αναστάσιος Πουταχίδης, «Το χ. Οινόη Κοζάνης στα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα και του Εμφυλίου Πολέμου (1940 –1949)», ΕΑ, 98 (1998) 31 -2. Για την υπόθεση του «Ιταλού» βλ. Πρωτόπαπας Σαράντης (Κικίτσας), Χη μεραρχία του ΕΛΑΣ, επιμ. Ν. Μάργαρης, Αθήνα 1978, 88 και Παπακωνσταντίνου, Χρονικό, 253. Επίσης Ζυμπά, (16.8.96), όπου αναφέρει ότι «Ένας που έλεγε ότι ήταν Κύπριος ήρθε μαζί με δύο αξιωματικούς στο μπαμπά μου [Μιχάλαγα], σπίτι μας, στα Σέρβια»

[37] Κώστας Κηπουρός, «Αναμνήσεις από τον ΕΛΑΣ Θεσσαλίας», ΕΑ, 35 (1983) 37-53. Νίκος Πάικος, «Συναδέλφωση αποσπάσματος χωροφυλακής και ανταρτών του Ολύμπου σε μια ενέδρα», ΕΑ, 37 (1983) 63 –69. Κ. Παλάσκας, «Η ακριβής αλήθεια για την πρώτη ανταρτοομάδα στον Όλυμπο 1941 –44», ΕΑ, 92 (1996) 78 –81. Κουτσομάρκος, Αντίσταση, 326. Ελευθερία, 7 (16.10.42) 4. Θεόδωρος Καλλίνος (Αμάρμπεης), «Από την Αντίσταση στη Θεσσαλία», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση [στο εξής ΕΕΕΑ],  8 –10 (1987) 1 –5. Νίκος Α. Μαραντζίδης, Οι μικρές  Μόσχες: πολιτική και εκλογική ανάλυση της παρουσίας του κομμουνισμού στον ελλαδικό αγροτικό χώρο, Παπαζήσης, Αθήνα 1997, 221 κ.ε., όπου πολιτική αναφορά για το χωριό Γεράνεια Ελασσόνας

[38] Κηπουρός Αναμνήσεις,, 37 (1983) 70 –1. Ιστορία της Αντίστασης, Β΄: 614 –5 όπου μαρτυρία του Κώστα Λειβαδιώτη. Το κατασχεθέν αυτοκίνητο οδηγήθηκε στο Σαραντάπορο, στη γερμανική ζώνη και κάηκε, Λάζαρος Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, έκδ. γ΄, «έλλα», Λάρισα 2000, 161, 168

[39] Καραγιάννης, Απομνημονεύματα, 10 –12. Στο Μικρόβαλτο η παράδοση της ληστείας, ιδίως ζώων από τα πεδινά, διατηρούνταν πολύ ζωντανή, Ηλίας Κ. Λαμπρέτσας, Μικρόβαλτο, ιστορική και λαογραφική συλλογή με σύντομη γεωγραφική και ιστορική επισκόπηση της περιοχής των Καμβουνίων, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2000, 147-8, 214-5, 232, 235. Νικόλαος Γ. Σταθόπουλος, «Κεραυνός», ο οργανωτής της ένοπλης δύναμης των Καμβουνίων του Εφεδρικού, Θεσσαλονίκη 1988, 64-6. Ο σταθμάρχης Λιβαδερού, υπηρετώντας πρώτα στα Γρεβενά, είχε κρατηθεί από τους Ιταλούς και είχε μετατεθεί  στα γερμανοκρατούμενα, Βήττος, 98, 197, όπου αναφορά για τον αφοπλισμό της Δεσκάτης. Για το ίδιο θέμα βλ. Χρυσοχόου, Α΄, 40. Αρσενίου, Θεσσαλία, έκδ. γ΄, 130. Απόστολος Μεγαρίτης, «Από τον αγώνα του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας» , ΕΑ, 44 (1985) 77 –82, 77. Γιώργης Κ. Βόβουρας, «Αφιέρωμα στους πατριώτες του χωριού μου Καλλονή Γρεβενών», ΕΑ, 70 (1991) 46 –9, 47, όπου αναφορά για χωριανό του χωροφύλακα, που υπηρετούσε στα Καμβούνια. Αρχάς ΄42 τρεις χωροφύλακες στάθμευαν στο Σαραντάπορο, 4 στη γέφυρα του Αλιάκμονα και 5 στο Καταφύγι, Κατάστασις δυνάμεως Α.Δ.Χ.Μ., 14.1.42, ΙΑΜ, ΑΥΕΜ, Φ120/3

[40] Παρόμοια εισβολή ανταρτών του Ολύμπου στον κάμπο της Λάρισας χωρίς εντολή από την καθοδήγηση αναφέρει ο Χρυσόστομος Μπουροζίκος, «Ιστορικό αυτόγραφο», ΕΕΕΑ, 8 –10 (1987 –1988) 21. Στις 7 Γενάρη 1943 το Στρατηγείο ΕΛΑΣ Θεσσαλίας είχε αποφασίσει να δεκαπλασιαστεί  ο ΕΛΑΣ, Αρσενίου, Θεσσαλία, έκδ. γ΄, 203. Χρυσοχόου, Ε΄: 301 –2, όπου η αποστολή των μητροπολιτών στον Όλυμπο. Για τις επαφές των οργανώσεων του ΚΚΕ Κοζάνης κι Ελασσόνας βλ. Κέντρος, 303. Για το «Εθνικόν Κέντρον» Θεσσαλονίκης βλ. Φροντιστής, 21

[41] Ευάγγελος Μαστοροδήμος, κτηνοτρόφος από Κρανιά Ελασσόνας, 2.9.00 Κοζάνη. Λαμπρέτσας, 147. Η οικογένεια Τάρη κατάγονταν από το Μπλάτσι (Βλάστη) Κοζάνης και διατηρούσε μεγάλο τσελιγκάτο στο Αργυροπούλι. Ο Σωτήρης, αφού γύρισε από την αποστολή στον Τσιαρτσιαμπά, «τα γύρισε» και ψυχράθηκε με τον ΕΛΑΣ με συνέπεια ο αδελφός του Τιμολέων, να ανακριθεί από τον ΕΛΑΣ, ενώ ο ίδιος ο Σωτήρης εκτελέστηκε, Νικόλαος Πάικος, αντάρτης ΕΛΑΣ Ολύμπου από Λιβάδι Ελασσόνας, τηλεφ. επικοιν. (2.9.00) Αθήνα και . Σακαλής, 45, όπου πληροφορία για τον Τάρη. Αρσενίου, Θεσσαλία, έκδ. α΄, 124 και έκδ. γ΄, 131. Ο Σαράντης «είχε αθλητικό σώμα… και έφερνε στη μέση μια χατζάρα. Άνθρωπος από τη φύση ζωηρός και με πολλές προσωπικές αδυναμίες. Σ’ όλο το αντάρτικο άφοβος». Το 1944 οδηγώντας τεθωρακισμένο του ΕΛΑΣ χτυπήθηκε από αγγλικό τανκ στην Αθήνα και του έκοψαν τα δύο πόδια. Μετά τη Βάρκιζα φυλακίστηκε. Κηπουρός, Αναμνήσεις, 35 (1983) 45. Βασίλης Χουρίδης, Κατοχή, γεγονότα περιόδου 1941 –44 στην Ελασσόνα, Θεσσαλονίκη 1985, 97. Θανάσης Ξυνός, «Η Τσαρίτσανη στην Εθνική Αντίσταση», ΕΑ, 42 (1984) 112

[42] Γεώργιος Παπανικολάου, αντάρτης Εφεδρικού ΕΛΑΣ από Χρώμιο, (17.7.98). Νικόλαος Σιαμπανόπουλος, Επονίτης από Χρώμιο, (19.7.97) και (3.9.00). Νταγκούλης, (19.7.98) Κοζάνη. Οι Αιανιώτες που κατατάχτηκαν στο Σαράντη ήταν: οι εσώγαμπροι Δημήτριος ή Μπίντιας Τσίρος ή Δεσπότης από τη Λευκοπηγή και ο Ευθύμιος Αναστασόπουλος ή Αναστασιάδης από την Αγία Παρασκευή και δύο εξαδέλφια ο ορφανός Λάζαρος Τσιτούρας και ο Κωνσταντίνος Τσιτούρας, Δημήτριος Τσίρος (Δεσπότης), αντάρτης ΕΛΑΣ από Λευκοπηγή, (15.8.91) Κοζάνη. Το απολυτήριο του Αναστασιάδη από τον ΕΛΑΣ αναγράφει ως ημερομηνία κατάταξης του κατόχου του στον ΕΛΑΣ την 15η Γενάρη 1943. Χιόνια υπήρχαν την ίδια ημερομηνία στην Κοζάνη, οπότε η ημερομηνία 15 Γενάρη, ως χρόνος ερχομού των ανταρτών του Ολύμπου στην Αιανή σταθεροποιείται. έγγραφο Α. Τ. Κοζάνης προς Δήμο στις 15.1.43 για καθαρισμό χιονιού, ΙΝΒΑ, Φ158. Γρηγόριος Καλλιανιώτης, αποθηκάριος μεταλλείων χρωμίου από Αιανή, (2.9.00). Γεώργιος Γκαλιαμούτσας, Εαμίτης από Αιανή, (12.4.98). Φίλιππος Κακαβέλης, αγρότης από Αιανή, (19.3.96). Ως άρπαγες μέμφονται τους αντάρτες αυτούς ο Θεοδοσιάδης, 20και ο Αλέξανδρος Κωνσταντινίδης, [Αναμνήσεις], Βαθύλακκος χ.χ. [ανέκδοτο] και συνέντευξη με τον ίδιο (26.7.97). Επίσης ο Σταθόπουλος, Κεραυνός, 67

[43] «Με μακριά γένια και μάλια, βρώμικοι από την απλησιά και τις κακοχίες παρουσίαζαν μια εικόνα τρόμο στο λαό που τους έβλεπε για πρώτη φορά και τους θεορούσε και αυτούς ίδιους με τις ομάδες των ληστών… Ο κάθε αντάρτης …κουβαλούσε μαζί του διπλές χατζάρες (μαχαίρες), βούρδουλα, μαγκούρα με κλίτσα και σχοινί…», Νταγκούλης, 75. Σταθόπουλος, Κεραυνός, 67 –9 όπου αναφέρεται ότι ο «Βλάχος» και «Λεγεωνάριος» Σαράντης «από τη Σαμαρίνα» «βίαζε γυναίκες και κορίτσια» και αργότερα «παρουσιάστηκε στη Γκεστάπο». Για την ομάδα του «Γιατρού» βλ. Σωκράτης Κοτσιανάκης, αντάρτης ΕΛΑΣ από Ρύμνιο, 16.7.91 και Χρυσούλα Τζεβελεκίδου, Επονίτισσα από Καλλιθέα Ελασσόνας, (14.7.96). Θεοδοσιάδης, 20. Οι Δημαρέληδες κατάγονταν από την περιοχή της Κόνιτσας και ξεχειμώνιαζαν στη Ροδιά, το Αργυροπούλι Τυρνάβου και στη Βουβάλα Ελασσόνας. Ήρθαν σε σύγκρουση με τους αντάρτες και μπήκαν υπό την προστασία των Ιταλών. Στις 23 Μάρτη 1943 δεκατρία μέλη των οικογενειών Ευάγγελου και Δημοσθένη Δημαρέλη κατέφυγαν από τα Γρεβενά στη Θεσσαλονίκη, Βήττος, 106, 219, 626. Για τη σύγκρουση στα Βέντζια μας πληροφορεί ο Νικόλαος Γκατζιάνας, Ο Ταξιάρχης Γρεβενών, Θεσσαλονίκη 1980, 137, 140 και ο Φώτιος Β. Ντέμκας, Το χρονικό ενός αντάρτη, Ελεύθερη Ελλάδα 1943 –1945, Θεσσαλονίκη χ.χ., 15 –6, όπως και συνέντευξη με τον ίδιο (Ντέμκας Φώτιος, εργάτης μεταλλείων Βοϊδόλακκα από Ταξιάρχη (2.7.98) Θεσσαλονίκη)

[44] Ο Σαράντης είχε δώσει την εντύπωση στους κατοίκους της Αιανής, ότι ήταν «καθηγητής», έτσι όπως μιλούσε, Γκαλιαμούτσας, (12.4.98). Τσιούκρας, 81 –2, 160 -1 και συνέντευξη (21.3.96) στην Κοζάνη. «Φαφλατά», «απατεώνα και τυχοδιώκτη» αποκάλεσαν εκ των υστέρων το Σαράντη στα Νάματα και τη Σιάτιστα, Μιχαήλ Κουρκούτας, «Η Εθνική Αντίσταση (όπως την έζησα)», Δεκαετία, 320-1. Σιαμπανόπουλος, (19.7.97). «Ως προδόται», φονευθέντες από τον ΕΛΑΣ στις 18.2.43 αναφέρονται 4 άτομα στη Σιάτιστα, ενώ ο μαθητής λησμονήθηκε να γραφεί, Κατάστασις εκτελεσμένων,  Υ. Χ. Σιατίστης, 26.9.45, ΙΝΒΑ, Κιβ. 8/Φ7. Σακαλής, 46. Ρόσιος, 75 –7. Στο δικαστήριο αυτό συμμετείχαν, εκτός του Μπαρμπασαράντη και οι Κατσόγιαννος, Βενετσανόπουλος και Υψηλάντης, Θεοδοσιάδης, 4, 20. Για το ίδιο θέμα βλ. Χρυσοχόου, Γ΄: 42, 55 και Στρακαλής, 50

[45] Στο Εμπόριο «συνειργάσθησαν και εφιλοξενήθησαν από τον αρχηγόν των Βουλγάρων Κυριαζήν Βρίγκαν, ον ενηγκαλίσθησαν κατά την συνάντησίν των, κομίσαντες αυτώ τους χαιρετισμούς του Δημητρώφ, του Ποπώφ και του εκπροσώπου της Μακεδονίας εις το Ε.Α.Μ Τότσεφ», αναφέρει ο Χρυσοχόου σε εγκύκλιο της εποχής GES/AEA, 5 /18/68, αλλά είναι απίθανο να γνώριζαν οι αντάρτες τα ονόματα αυτά. «Ικεί στου Ιμπόριου μοίρασάμι τα δέκατα απ’ του στιάρ(ι) στουν κόζμου», Τσίρος, (15.8.91). Ο Τσιούκρας αναφέρει ότι ξανασυναντήθηκαν με το Σαράντη το 1948, αμφότεροι κρατούμενοι στη Θεσσαλονίκη, αλλά δυσκολεύτηκε να τον γνωρίσει, προφανώς γιατί τότε ο Σαράντης είχε κομμένα τα πόδια του Τσιούκρας, 80, 83, 161 –2. Οι Θεσσαλοί γύρισαν από κει στον Όλυμπο και ο Σαράντης (Σωτήρης Σωτηρίου) πήρε μέρος σε συμπλοκή με Γερμανούς στη Μόρνα Πιερίων, όπου ο Σωτηρίου, επικεφαλής της ομάδας «Γεωργάκης Ολύμπιος», έδειξε μεγάλη γενναιότητα βλ. Αρσενίου, Θεσσαλία, έκδ. γ΄, 231 και Πρωτόπαπας, 104 κ.ε.. Γερμανικά τμήματα της 117 Μεραρχίας Κυνηγών ενισχυμένα με μια Εκατονταρχία Ελλήνων χωροφυλάκων έδρασαν ΒΔ της Κοζάνης, Δορδανάς, 110 -1. Ίσως είναι αυτά που ακολουθούσαν τα ίχνη των ανταρτών του Σαράντη. Η Εκατονταρχία των χωροφυλάκων  (120 άνδρες) είχε έδρα τη Φλώρινα, ΙΑΜ/ΑΥΕΜ, Φ120/3

[46] Καλλίνος, Αντίσταση, 6 –11. Πρωτόπαπας, 88 –9. Αποστόλης Παπακωνσταντίνου (Πανουργιάς), «Το Υπαρχηγείο Αμάρμπεη», ΕΕΕΑ, 8 –10 (1987 -88) Αθήνα, 29 -31. Νίκος Πάικος, «Η συμβολή μας στην νίκη του Φαρδυκάμπου», ΕΑ, 22 (1980) 61. Woodhouse, 67 –8 όπου κρίσεις για τον φιλοεαμικό σύνδεσμο Ρούφους Σέππαρντ, που είχε πέσει πρώτος στον Όλυμπο στις 24.1.43

[47] Κατά τον Κηπουρό ο «νταής» ήταν ο Μιχάλαγας, από τα Σέρβια, Κηπουρός, Αναμνήσεις, 37 (1983) 73. Όμως ο Μιχάλαγας δεν ήταν ψηλός (μάλλον θυμάται τον τσοπάνο Ιωάννη Μόκα από την Καστανιά Σερβίων, αντάρτη κατόπιν του ΕΛΑΣ). Πάικος Νίκος, «Οι συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών», ΕΑ, 56 (1987) 29 –30. Παπακωνσταντίνου, Υπαρχηγείο, 29. Θετικές κρίσεις για το Μιχάλαγα βλ. Κολιόπουλος, 80-1 και Ζυμπά, (16.8.96), όπως επίσης Καλλιανιώτης, ΠΑΟ, 230-1. Στο Ληξιαρχείο Βατολάκκου υπάρχει η ημερομηνία γέννησης του Μιχάλαγα

[48] Πρωτόπαπας, 116. Μπαλής, 206, όπου υπερβολικά ως προς τον αριθμό των απωλειών ανακοινωθέντα του «Στρατηγείου Θεσσαλίας» για τις συγκρούσεις με τους Γερμανούς, όπως και Έκθεση της Επιτροπής Περιοχής Μακεδονίας του ΕΑΜ, 10.8.44. Για τη μάχη στο Ξηρολίβαδο βλ. Πάικος, (2.9.00)και Ευθύμιος Αβραμίδης, αγρότης από Ποντινή, (18.7.98), όπως και Αρσενίου, έκδ. γ΄, 232 –3

[49] Για το αχτίφ των στελεχών βλ. Λάζαρος Αρσενίου, στέλεχος ΚΚΕ από Λάρισα, 21.5.00 Τρίκαλα. Τα προβλήματα με τους Κλέφτες της Θεσσαλίας στον ΕΛΑΣ περιγράφει ο Αρσενίου, Θεσσαλία, έκδ. γ΄, 147-8. Αποχαιρετώντας το Ζαραλή οι καταδιωκόμενοι τον ορμήνεψαν: «Εκεί που θα πας, να μην κλέψεις ποτέ, να μη σκοτώσεις αβασάνιστα αθώο κόσμο, να είσαι φίλος με όλους…», Αραιοβηματάς, 73 –4. Για τον Κρητικό χωροφύλακα βλ. Βήττος, 213-6 και Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, Περάσαμε πολλές μπόρες κορίτσι μου, Πλέθρον 1998, 72. Επίσης Ανδρέας Τσιάτας, αντάρτης ΕΛΑΣ από Κυδωνιές, (12.7.00) και Νταϊλιάνης, 68, 71, όπου και η «νέα» εμφάνιση του Φίλου Γ΄ στα Γρεβενά

[50] Νταϊλιάνης, 66-70. Ανδρέας Τσιάτας, «Οι πρώτες οργανώσεις και ανταρτικές ομάδες στο Βόιο και Γρεβενά», Δεκαετία, 150 –1 και συνέντευξη (12.7.00), όπου η αναφορά για τους αντάρτες της Θεσσαλίας. Βασίλης Παπαστεργιόπουλος, «Η δεκαετία του 1940 –50 στο χωριό μου Ροδοχώρι», Δεκαετία, 97. Παπαδημητρίου Χρίστος, «Δημήτρη Κυρατζοπούλου –Φωτεινού, Απομνημονεύματα του Εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου και της Εθνικής Αντίστασης στην Ελλάδα 1940 –1944», Δεκαετία, 140. Κολιόπουλος, 84-5, όπου αναφορά για τις πρώτες ομάδες των ανταρτών στα Γρεβενά

[51] Αντιστασιακοί, Β΄: 181 και Γ΄: 30. Δρόσος, 63-4. Αριστοτέλης Χοτούρας (Αρριανός), διοικητής συγκροτήματος ΕΛΑΣ από Λευκοθέα Βοϊου, (17.4.96) Καρδίτσα. Μπουσχότεν, Μπόρες, 75. Καταστάσεις εκτελεσμένων ν. Κοζάνης και Φλώρινας, ανάμεσά τους και ο αναφερόμενος κοινοτάρχης υπάρχουν στο ΙΝΒΑ, Φ104/Γ

[52] Νταϊλιάνης, 71-2. Δρόσος, 69 –81. Μπουσχότεν, Μπόρες, 73. Από τότε ο Φίλος Γ΄ πήρε το ανεπίσημο παρώνυμο «Κοκκινοσκούφης», Ιορδάνης Καλαϊτζίδης, αντάρτης ΔΣΕ από Αγαλαίους, (7.4.99). Χαστάς, (15.7.98). Χαριζόπουλος Αχιλλέας, αγρότης από Κνίδη, (21.7.98). Τσιάτας, 150 –2 και συνέντευξη (12.7.00)

[53] Ρόσιος, 49 -51, 76. Ελευθερία (15.2.43) 3. ΙΝΒΑ, Φ126 /Α, όπου πληροφορίες για εξορίες πολιτών της Σιάτιστας. Οι Σιατιστινοί αγαπούσαν πολύ τα όπλα. Όταν στις 19.7.42 εκτελέστηκαν 11 άτομα στη Θεσσαλονίκη για κατοχή όπλων. οι 7 ήταν από τη Σιάτιστα, Στ’ άρματα! Στ’ άρματα, το χρονικό του Αγώνα, ιστορία της Εθνικής Αντίστασης, τ. Α΄, Γιαννίκος, Αθήνα χ.χ., 119. Ντέμκας, 13. Τσιάτας, (12.7.00). Εφημερίς της Σιατίστης, (26.5.35) 2 Σιάτιστα και (4.8.35) 4, όπου αναφορές για τους φόρους ενώ η  εφ. Παλλαϊκό Μέτωπο, (11.7.36) 4, Κοζάνη ασχολείται με την απαγόρευση ξύλευσης στην Τσερβένα

[54] Για την έλλειψη σαπουνιού βλ. αναφορά του ΑΧΔΜ προς τη ΓΔΜ, 28.7.42, ΙΑΜ/ΑΥΕΜ, Φ120/3. Ο Βήττος, 98 και Μήτσος Τζήκας, «Τα πρώτα βήματα της Αντίστασης στη Δυτ. Μακεδονία», ΕΑ, 70 (1991) 60 παραθέτουν περιπτώσεις συγκρούσεων Ελλήνων με τους Ιταλούς. Βιογραφικά του Βενετσανόπουλου βλ. ΕΑ 92 (1996) 66 –7. Για τη Σιάτιστα και τη δίκη Βενετσανόπουλου βλ. Στρακαλής, 42, 49 και Τσιούκρας, 69 και (21.3.96). Νίκος Καρκάνης, «Στέλιος Κατσόγιαννος (Γιάννης ο Λαμιώτης) 1920 –1943», ΕΑ, 79 (1993) 76 -78

[55] Για τη μάχη στο Σνίχοβο και την Οξύνοια βλ. Αραιοβηματάς, 74 –84 και Νταϊλιάνης, 77-9. Επίσης Τσιάτας, 153 και Παπαδημητρίου, 141. Ακόμα Ιγγλέζος, 43 –5, Μπαλής, 202 –3, Δημήτρης Ν. Ράπτης, Απομνημονεύματα: φωτεινές και μαύρες σελίδες μιας εποχής, Αθήνα 1995, 9 –11 και Δημήτριος Ζυγούρας (Παλαιολόγος), «Η μάχη του Σνίχοβου Γρεβενών (8 –2 –1944)», ΕΕΕΑ, 11 –13 (1988) 55 –8. Στις 2 Φλεβάρη οι Ιταλοί είχαν κάψει σπίτια στον Άγιο Γεώργιο, Δρόσος, 82, 92 –3, ενώ στις 4.2.43 τη Μόρφη Βοϊου. Χρυσοχόου, Α΄, 47.. Δ. Ι. Τζημόπουλος, Πολύλακκος, ένα Δυτικομακεδονικό χωριό, Θεσσαλονίκη 1988, 126 –7. Αντιστασιακοί, Β΄, 133. Για τη Νεάπολη και το Τσοτύλι βλ. Τσιούμης, Ιστορία, 3 –6 και Καλύβας, 82 –3. Επίσης Θεοδόσης Φίλιος (Τρεμόπουλος), «Η παλλαϊκή συμμετοχή των χωριών της δυτικής Μακεδονίας στον αγώνα», ΕΑ 33 (1982) 21 και Κολιόπουλος, 85-6. Ο Χοτούρας, (17.4.96) αναφέρει: «Μπήκαμε Παρασκευή βράδυ στη Νεάπολη γύρω στις 18 Φλεβάρη»

[56] Χοτούρας, (17.4.96). Γιάννης Δαρλαγιάννης, «Στοιχεία από τον αγώνα στο χωριό Βογατσικό –Καστοριάς», ΕΑ, 63 (1989) 50 –1. Τακατζάς Αθανάσιος, οπλίτης Κολλάρα και ΕΛΑΣ από Γέρμα, (συνέντευξη στον μεταπτυχιακό Γεώργιο Αντωνίου), (χ.χ.) Θεσσαλονίκη. Κούφης, Άλωνα, 65 –8

[57] Σταύρος Κωτσόπουλος, «Το ΕΑΜ στο ν. Φλώρινας», ΕΑ, 30 (1982) 13 –24, όπου κι έκθεση δράσης του Ναούμ Σιουπούρκα  ή Λέοντος, 13 –24. Κλίμης Χαραλαμπίδης (Σωφέρ), «Αφιερωμένο στο πρώτο αντάρτικο συγκρότημα του Βίτσι», ΕΑ 54 (1987) 42 –4. Κούφης, Άλωνα, 25.11.99

[58] Ζαφειρόπουλος, 28. Ιωάννης Μ. Ζηκόπουλος, «Πώς επεκράτησεν ο ΕΛΑΣ εις το Βόιον το 1943», Ημερολόγιον Δυτικής Μακεδονίας, (1960) Κοζάνη, σ. 225 -8. Κολιόπουλος, 76-7, 269-70. Απόστολος Ε. Δασκαλάκης, Ιστορία της Ελληνικής χωροφυλακής χρονικής περιόδου 1936 –1950, τ. Α΄, Αρχηγείον Χωροφυλακής, Αθήναι 1973, 266

[59] Γερούκης Γρηγόριος, Αντίσταση αγωνιστών του Αιγαίου 1941 –1942, Θεσσαλονίκη 1986 και του ιδίου Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, χωρίον Κεράσοβον Ευρυτανίας, Θεσσαλονίκη 1987, 89. Γρηγόριος Καλλιανιώτης, (2.9.00), όπου πληροφορίες για το Γερούκη

[60] Παπακωνσταντίνου, Χρονικό, 223, 230, 260. Τσουμής, 223. Σακαλής, 38. Ο μητροπολίτης Ιωακείμ, «πνευματικός αρχηγός του ΕΑΜ –ΕΛΑΣ», μετά τις εκτελέσεις των αξιωματικών του Βοϊου αποπειράθηκε ανεπιτυχώς, σύμφωνα με το Χρυσοχόου, να ξαναγυρίσει στην έδρα του. Κατέληξε μετά «πειθήνιον όργανον του ΚΚΕ». Το 1945 καθαιρέθηκε και ιδιώτευσε στην Αθήνα, όπου πέθανε. Είχε φανατικούς κατήγορους, όσο και υπερασπιστές. Για τη οξεία αντιπαράθεση που προκάλεσε η πρόσφατη τοποθέτηση ανδριάντα του στην Κοζάνη βλ. Παρέμβαση, 69 (1993) 4,6. Επίσης 70 (1993) 5 και 71 (1993)11,12. Εκτενές βιογραφικό παραθέτει ο Χρίστος Μπέσσας, «Μητροπολίτης Ιωακείμ, συνοπτική αναφορά», Παρέμβαση 71 (1993) 3 –4, 10, Κοζάνη, 71 (1993) 3 –4, 10. Ο Woodhouse ονομάζει τον Ιωακείμ και το στρατηγό Γρηγοριάδη «γελοίους κι ανόητους τύπους», Woodhouse, 279. Στο ΕΑΜ Κοζάνης συμμετείχε κι ο έμπορος Αντώνιος Τζέλλος, που το 1941 είχε οικονομικά προβλήματα με το Νομάρχη, βλ. αίτηση Α. Δ. Τζέλλου προς Νομάρχη Κοζάνης, 21.2.41, ΙΝΒΑ, Φ137/2/Β

[61] Egejska Makedonija vo NOB [στο εξής EM vo NOB], τ. Α΄, Σκόπια 1971, 335. Ελευθερία, 14 (10.5.43) 2, 3, 4. Το πρωτόκολλο υπογράφτηκε ανάμεσα στο ΕΑΜ και την ΕΚΑ, διατείνονται αρκετές αριστερές πηγές, όπως: Βαφειάδης, Β΄, 97, Στ’ άρματα, 159, ενώ σε έκθεση του ΕΑΜ Μακεδονίας, της 10.8.44, όπως και σε εαμικό φυλλάδιο του Ιούλη 1944, αναφέρεται ανάμεσα συμφωνία σε ΕΑΜ και ΥΒΕ, Κείμενα, Α΄: 88 και Γρηγοριάδης, Αντάρτικο, Β΄: 562 -3. Ο Χρυσοχόου αναφέρει συμφωνία μεταξύ ΕΑΜ και οχτώ αξιωματικών, με σύνδεσμο τον Λαλόπουλο [της ΥΒΕ], Χρυσοχόου, Ε΄: 198 –9, 303 -5

[62] Στέφανος Καραμπέρης, ανθυπολοχαγός ΥΒΕ –ΠΑΟ από Κλεισώρεια Βοϊου, (31.10.98) Θεσσαλονίκη (συνέντευξη στον μεταπτυχιακό Γεώργιο Αντωνίου). Ο ταγματάρχης Παπαθανασίου επιμένει ότι ο Πόρτης, ο ταγματάρχης Χρήστος Παπαβασιλείου και ο υπολοχαγός Τιμόθεος Κουλούρης ήταν μέλη της ΠΑΟ, ΔΙΣ/ΓΕΣ, Φ909/Β/7β, 35. Το στέλεχος της ΠΑΟ Αρχιμήδης Αργυρόπουλος αναφέρει ότι στο Βόιο υπήρχαν 200 ένοπλοι της ΠΑΟ, η οποία συγκροτήθηκε το 1941, ΔΙΣ/ΓΕΣ, Φ909/Β/5, 5. Μια ανώνυμη αναφορά στο ΓΕΣ λέει ότι οι αντιεαμικοί αντάρτες του Βοϊου ήταν «καθαρώς Εθνικιστικά σώματα» χωρίς να κατονομάζει την ΥΒΕ ή την ΕΚΑ, ΔΙΣ/ΓΕΣ, Φ909/Β/7γ, 3

[63] Εφ. Λαϊκή Φωνή, 167 (16.3.45) και 167 (17.3.45) Θεσσαλονίκη, όπου αφήγηση Ιωακείμ. Η γέφυρα κάηκε στις 4 του Μάρτη 1943 και ο Ιωακείμ ήταν παρών κι έβγαλε και λόγο αναφέρει ο Χρυσοχόου, Ε΄: 305. Ο δάσκαλος της Νεράιδας Κοζάνης Δαμιανός Βαής παραθέτει την 2η Μάρτη 1943 ως ημερομηνία καψίματος, Βαής, 186 –7. Η Νίκη, 24 (26.9.45) 2. Φυλακτός, 50 –1. Παπακωνσταντίνου, Χρονικό, 260 –1, 272, 280-3 και Θεόδωρος Ε. Μπαντάς, «Το ολοκαύτωμα των Σερβίων (6 Μάρτη 1943), ΕΑ, 26 (1981) 36-7, όπου η σύγκρουση με τους Γερμανούς. Τσουμής, 172-3. Αλέξανδρος Α. Τσιουκαρδάνης, Θλιμμένες αναμνήσεις από τα Σέρβια, Μορφωτικός Όμιλος Σερβίων «Τα κάστρα», Σέρβια 1992, 115-7. Την ίδια περίοδο αντάρτες από την άλλη πλευρά του Αλιάκμονα με επικεφαλής τον δικολάβο Κοσμά Σαββίδη από τα Σέρβια έκαψαν τα αρχεία της Χαραυγής, Ιωάννης Χαριτωνίδης, οπλίτης ΕΕΣ από Μαυροδέντρι, 8.8.96 Κοζάνη. ο Χρυσοχόου παραθέτει γράμμα του Ιωακείμ με ημερομηνία 23.3.43, όπου ο μητροπολίτης τον παρακαλεί να επανέλθει στην έδρα του, Χρυσοχόου, Ε΄: 306 –9. Θα του το επέτρεπε ο ΕΛΑΣ;. Πάικος, Συμβολή, 63 –9. Γερούκης, Αντίσταση, 14 –5. Μηνάς Ε. Μαλούτας, Τα Σέρβια, ιστορική και λαογραφική επισκόπησις, Θεσσαλονίκη 1956, 123. εφ. Εθνικός Αγών, 1 (30.9.45) 3 Κοζάνη. Αποστόλης Παπακωνσταντίνου (Πανουργιάς), «Η συμβολή των Ανταρτών της Θεσσαλίας στη νίκη του Φαρδυκάμπου», ΕΕΕΑ, 8 –10 (1987 -88) 83-4. Μπαλής, 208. Σιώζος, 109

[64] Σταθόπουλος, Κεραυνός, 74. Τσίρος, (15.8.91). Καραγιάννης Γεώργιος, 13. Παπακωνσταντίνου, Συμβολή, 84. Μπαντάς, 37 –8. Βαής, 188. Τσιουκαρδάνης, 119, 124. Φυλακτός, 72. Δρόσος, 160 –1. Ελευθερία, 12 (25.3.43) 4. Μαλούτας, 123. Παπακωνσταντίνου, Χρονικό, 281. Πρωτόπαπας, 125 –9. Η εφ. Εθνικός Αγών, ό.π. αναφέρει «κοροϊδευτικά» το κάψιμο της γέφυρας . Σύμφωνα με αριστερές πηγές στις μάχες αυτές με τους Ιταλούς σκοτώθηκαν 4 Σερβιώτες, οι Θεόδωρος Μέλιος, Λουκάς Ζυγούρης (47 χρ.), Γεώργιος Θεοφάνους (47 χρ.) και Κωνσταντίνος Παρασκευάς (65 χρ.), βλ. Πάικος, Συμβολή, 70 –3 και Αρσενίου, Θεσσαλία, έκδ. α΄, 263, 268. Σε μια μεταπολεμική όμως κατάσταση της Υ. Χ. Σερβίων, της 14.11.45, οι Ζυγούρης και Παρασκευάς αναφέρονται ως φονευθέντες από τους Ιταλούς, ο Θεοφάνους από τους Γερμανούς το Μάη του ΄43, ενώ ο Εφεδροελασίτης Μέλιος παραλείπεται τελείως, βλ. ΙΝΒΑ, Κιβ.8/Φ7

[65] Αχιλλέας Παπαϊωάννου, συγκροτηματάρχης ΕΛΑΣ από Καλή Βρύση, (28.5.99) Θεσσαλονίκη και τα άρθρα του ιδίου «Μνήμες από το ένδοξο ιστορικό παρελθόν», εφ. Αλεβίτσα, 53 (1988) 2, Θεσσαλονίκη και «53 χρόνια πριν», Αλεβίτσα, 41 (1995) 3. Κολιόπουλος, 270 –1. Ζαφειρόπουλος, 28 –9. Χρυσοχόου, Α΄, 56

[66] Για το σχέδιο επίθεσης στην Καστοριά βλ. Παπαϊωάννου, (28.5.99). Κολιόπουλος, 272-4, όπου στις 5 Μάρτη 1943 η κατάληψη του Νεστορίου από τους αντάρτες. Ο Ζαφειρόπουλος, 31-2, παραθέτει την 14η του Μάρτη και πληροφορεί για διαφορετική διάρθρωση στα συγκροτήματα των ανταρτών

[67] Κολιόπουλος, 271-4. Παπαϊωάννου, (28.5.99). Ζαφειρόπουλος, 31-2. Γυιόκας, 57. Μούζας, Φως, (4.11.45) 2. Κωνσταντίνος Σ. Αντωνίου, Ιστορία Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, 1833-1965, τ. Γ΄, Αθήναι 1965, 1799 -1800 και του ιδίου Η Σλαυϊκή και Κομμουνιστική Επιβουλή και η Αντίστασις των Μακεδόνων, Θεσσαλονίκη 1950, 91-2, 110

[68] «Μας βασάνιζε η σκέψη,[όταν διαπιστώθηκε ότι οι Ιταλοί δεν έρχονταν στη Σιάτιστα] πώς να γυρίσουμε ατουφέκιστοι στη Σιάτιστα…, γιατί άμα πάρεις τα όπλα, δεν μπορείς να τα σεργιανάς, πρέπει να τα ματώσεις…», ομολογεί με ειλικρίνεια ο Υψηλάντης, Ρόσιος, 78 –81. Δρόσος, 98 –102. Τσιούκρας, 86 –96. Ζυγούρας Δημήτριος (Παλαιολόγος), «Η μάχη Βίγλας –Φαρδυκάμπου», Ιστορία της Αντίστασης, Β΄:  698-700 και στο ίδιο έργο σ. 686-7 υπάρχει αναδημοσίευση της μάχης από εφημερίδα της Ν.Ε. ΕΑΜ Κοζάνης, γραμμένη από δημοσιογράφο καταγόμενο μάλλον από το Βόιο. Για τη μάχη της Βίγλας υπάρχει το  «στρατιωτικό ανακοινωθέν» του «Αρχηγείου Βαρνούντος» του ΕΛΑΣ, Ελευθερία, 12 (25.3.43) 1. Οι εθνικόφρονες αξιωματικοί οργάνωσαν και πολέμησαν στην ενέδρα της Βίγλας ισχυρίζεται λανθασμένα ο Χρυσοχόου, Α΄, 52, ενώ ο Φροντιστής, 190, ο Παπαθανασίου, Α΄: 286 –7 και ο ταγματάρχης Κοντονάσης, GES/AEA, 5/37/392 αποδίδουν σωστά την ενέδρα στο ΕΑΜ. Δυο μόνο Ιταλοί γλίτωσαν από την ενέδρα στη Βίγλα, Παπακωνσταντίνου, Χρονικό, 274 –5. Γιάννης Χατζής, «Το κτύπημα των Ιταλών στη Βίγλα», ΕΑ 37 (1983) 48 –9. Δρόσος, 102-5. Στρακαλής, 50-4. Κίτσιος Μάνιος, Η ιστορική μάχη του Φαρδυκάμπου, οι παλαιότεροι ας θυμηθούν και οι νεώτεροι ας μάθουν, Σιάτιστα 1982, 7-9. Γιώργης Στεργίου, Σακατεμένες προσδοκίες, (ΤΤΤ Αμυνταίου), Αθήνα 1988, όπου η πληροφορία για το πέρασμα της φάλαγγας από το Μπουγάζι

[69] Για την «αριστερή» εκδοχή της μάχης βλ. Δρόσος, 105-123, Χοτούρας, (17.4.96), Ρόσιος, 81-5, Ζυγούρας, Βίγλα, 700-6, Τσιούκρας, 96-103, Σακαλής, 47, Νταγκούλης, 84, Νταϊλιάνης, 79-82, Παπαδημητρίου, Απομνημονεύματα, 143-4 και Τσιάτας, 154. Τη «δεξιά» εκδοχή παρουσιάζουν οι Καραμπέρης, (31.10.98), Παπαθανασίου, Α΄: 287-299, Κοντονάσης, ό.π., 392-5 και Μάνιος, 10 –11. Η κύρια διαφωνία είναι το ποσοστό των συμμετασχόντων από κάθε πλευρά.

[70] Παπαδόπουλος Κυριάκος, «Ο άθλος του Φαρδύκαμπου», ΕΑ, 90 (1996) 55. Κοντονάσης, ό.π.. Τσιούκρας, 103 –111. Ρόσιος, 85 –88. Παπαθανασίου, ό.π.. Ζυγούρας, (11.2.95). Παπακωνσταντίνου, Συμβολή, 83 –4. Χοτούρας, (17.4.96). Δρόσος, 118 –125. Κανείς «Λεγεωνάριος» δεν πιάστηκε στο Φαρδύκαμπο, όλοι τους δραπέτευσαν τη νύχτα, Νταγκούλης, 86. Παπαστεργιόπουλος, 143. Κατίνα Πολύζου, «Αναμνήσεις από τον αγώνα στο ΕΑΜ –ΕΛΑΣ», ΕΑ, 43 (1984) 33. Mazower, 171. Χρήστος Γ. Καραγιάννης Γ., Η προδομένη Αντίστασις, Εθνικός Σύνδεσμος Ελασιτών Μακεδονίας – Θράκης, Θεσσαλονίκη 1962, 43 –4. Δύο μόνιμοι και δέκα έφεδροι αξιωματικοί, που έλαβαν μέρος στο Φαρδύκαμπο αλλά μετά –εκτός ενός- δεν μετείχαν στον ΕΛΑΣ, προτάθηκαν από το ΓΕΣ για σταυρό Γ΄ τάξεως, βλ. Γρηγοριάδης, Αντάρτικο, Β΄: 331 και 331 –8 περιγραφή της μάχης του Φαρδύκαμπου, Παπαθανασίου, Α΄: 304-5 και Χαράλαμπος Φ. Καλλινικίδης, Ελληνική Εθνική Αντίστασις (Αίμα –Δάκρυ –Νίκη), Θεσσαλονίκη 1961, 45. Πρακτικά της Βουλής, 543, όπου άρνηση συμμετοχής του ΕΑΜ στη μάχη του Φαρδύκαμπου

[71] Βιογραφικά του Μάντζιου βλ. ΔΙΣ/ΓΕΣ/4ο γραφείο, ενώ περιγραφή του Σλομπόντα στο Hammond, 46. Δημήτριος Ζυγούρας (Παλαιολόγος), διοικητής αρχηγείου Μπούρινου από Βουχωρίνα, (11.2.95) Αθήνα. Ελευθερία, 14 (10.5.43) 2, 3. Τσιούκρας, 117-9. Νταϊλιάνης, 86-7. «Πολύς αυτοσχεδιασμός» και «πολλή απειρία» χαρακτήριζε τη σύσκεψη στη Σιάτιστα, Αγαπητός Τσοπανάκης «Σιάτιστα, 1941 –1943, Έρευνες για όπλα –Φαρδύκαμπος», Σιατιστινά, 2 (1989) 18 και Κολιόπουλος, 82, 228. Σακαλής, 49-50. Παπακωνσταντίνου, Χρονικό, 284-6. Δρόσος, 145-6. Παρμενίων Παπαθανασίου, «Πρωτογενή στοιχεία για τη διάσπαση της Εθνικής Αντίστασης μετά την ένδοξη μάχη του Φαρδύκαμπου», Δεκαετία, 157, όπου η σύσκεψη στη Σιάτιστα. Βασίλης Γκανάτσιος (Χείμαρρος), «Αλβανικός πόλεμος –Κατοχή –Αντίσταση στη Δυτ. Μακεδονία», Δεκαετία, 184. Εφ. Το Βήμα, (10.6.63) 5, Αθήναι

[72] Σακαλής, 51-3. Χαρίσιος Μουταφτσής, αντάρτης ΕΛΑΣ από Καισαρειά, (6.3.96). Γκέκας, (29.9.00). Κέντρος, 306. Χρήστος Νομικός, (Μπούρινος) αντάρτης ΕΛΑΣ από Αθήνα, (25.6.93). Νταγκούλης, 89-91. Χρήστος Κυριακίδης, αντάρτης ΕΛΑΣ από Ίμερα, (3.5.96) Βέροια. Παπαδόπουλος, Άθλος, 55. Παπακωνσταντίνου, Χρονικό, 276, 286 –7, 290 -4. Ελευθερία, 14 (10.5.43) 3. Ζυγούρας, (11.2.95). Κωνσταντινίδης, [Αναμνήσεις], 39 και 26.7.97. Δρόσος, 146-7. ΙΝΒΑ, Φ87/Α/Α3, όπου απόφαση 526/7.3.43 της Νομαρχίας Κοζάνης για τους πυροπαθείς Σερβίων. Νταγκούλης, 90. Χρυσοχόου, Α΄: 57. Ελένη Ντουβαρτζίδου, αγρότισσα από Ροδίτη, (12.4.98). Παπαθανασίου, Α΄: 300 –2, όπου αναφέρεται ότι λόγω έλλειψης φυσιγγίων δεν δόθηκε η μάχη. Οι Ιταλοί σκότωσαν στην Κοζάνη έναν χωροφύλακα από τη Λευκόβρυση, Αντωνίου, Ιστορία, Γ΄: 1721, 1761. Καλλιανιώτης, Χειρόγραφο, 3, όπου η άποψη του Πρόδρομου Γεωργιάδη για τα γεγονότα. Σιώζος, 92-3, όπου αναφορά για τις δεκαρχίες της ΕΚΑ

[73] Πρωτόπαπας, 127-30. Κέντρος, 305-7. Σακαλής, 51-2. Δρόσος, 147-8. ΙΝΒΑ, Φ84/Γ και Φ84/Δ, όπου καταστάσεις «ιταλοπροσφύγων» της Νομαρχίας Κοζάνης με ημερομηνίες, 26.3.43, 31.3.43, 4.4.43, 5.4.43 και 11.4.43. Νταγκούλης, 90-1. Νταϊλιάνης, 89. Χρυσοχόου, Α΄: 55-6. «Κι ο Σλομπόντας είχε υπογράψει μαζί με το Μάντζιο τη διαταγή απόσυρσής μας στη Βουχωρίνα», Ζυγούρας, (11.2.95). Αβραμίδης, (18.7.98). Χαριζόπουλος, (21.7.98). Ελευθερία, 12 (25.3.43) 3, όπου το γενικό κάλεσμα του ΕΑΜ. Πάντως ανάμεσα στις λέξεις «Έλληνες Μακεδόνες» δεν υπάρχει κόμμα, ή σκόπιμα ή διότι εννοούνται μόνο οι Έλληνες της Μακεδονίας. Νομικός, (25.6.93). Ο Κέντρος δεν δέχτηκε ως αντάρτη τον ανθυπασπιστή Γεώργιο Παπασάββα από την Κοζάνη και τον έδιωξε, Σακαλής, 52 –4. Η Αργυρή Παπασάββα μαρτυρεί ότι τον άντρα της τον έσπασαν τα δόντια οι Ελασίτες. Ήρθε μετά στην Κοζάνη και κατατάχτηκε στη Χωροφυλακή, Βακατάρη –Παπασάββα Αργυρή, αγρότισσα από Μεταμόρφωση, (23.9.00) Κοζάνη. Ντέμκας, 21. Τσιούμης, Ιστορία, 8-9 και 10, όπου αναγκαστική επιστράτευση από το ΕΑΜ ατόμων «υγιών κοινωνικών φρονημάτων» στο Τσοτύλι

[74] Ζυγούρας, (11.2.95). Χοτούρας, (17.4.96). Νομικός, (25.6.93). Δρόσος, 161 –171, 174 -8. Στρακαλής, 62. Χρυσοχόου, Α΄: 56–7. Κυρατζόπουλος, ΕΑ, 27 (1981) 12. Ελευθερία, ό.π. . Παπαθανασίου, Α΄: 300, όπου μαρτυρία για την άμυνα στην Κοκκινιά με αρχηγό το μέλος της «ΠΑΟ» αξιωματικό Χρήστο Καλογερόπουλο από το Ροδοχώρι. Νταϊλιάνης, 91. Ιταλός αξιωματικός που στάλθηκε για συνεννόηση στις γραμμές των ανταρτών της Κοκκινιάς, κρατήθηκε απ’ αυτούς, παρά τους νόμους του πολέμου [αν ο πόλεμος διέπεται από νόμους!], Χρήστος Σάρρος, «Από τη δράση του ΕΛΑΣ στη Δυτική Μακεδονία», ΕΑ, 44 (1985) 20. Ντέμκας, 23 -4

[75] Κατά τον Φωτεινό οι αξιωματικοί είχαν προτείνει «να διαλυθεί το ΕΑΜ –ΕΛΑΣ, να παραδόσουμε τα όπλα και να ζητήσουμε η ιταλοκρατούμενη περιοχή της Μακεδονίας να περιέλθει στην κατοχή των γερμανών…», Κυρατζόπουλος, ΕΑ, 27 (1981) 12. Σάρρος, 19. Νταϊλιάνης, 89. Χρυσοχόου, Α΄: 53-4. Ελευθερία, 12 (25.3.43) 3. Γκανάτσιος, 173. Φροντιστής, 194 και GES/AEA, 5 /37 /399, όπου δύο «διαφορετικές» εκθέσεις του Κοντονάση για το Φαρδύκαμπο και τα ακολουθήσαντα. Χοτούρας, (17.4.96)

[76] Νταϊλιάνης, 91-8. Χοτούρας, (17.4.96). Σάρρος, 20. Δρόσος, 178-9. Κυρατζόπουλος, ό.π., 12-4, 17. Παπαθανασίου, Στοιχεία, 157. Παπαδόπουλος, 43-50. Ελευθερία, ό.π.. Χρυσοχόου, Α΄: 58. Φροντιστής, 194-5. Τσιούμης, Ιστορία, 12-5. Καραμπέρης, (31.10.98). Αντωνίου, Επιβουλή, 111. Ζαφειρόπουλος, 38. Στρακαλής, 63. Πριν από το συνέδριο της 24ης Μαρτίου στο Τσοτύλι οι Κερασίδης, Φωτεινός, Γκανάτσιος και Φίλος Γ΄ είχαν συζητήσει τι στάση έπρεπε να κρατήσει ο καθένας στη συνάντηση, Γκανάτσιος, 175. Για τους εκτελεσμένους από τους Ιταλούς βλ. Μαγκριώτης Δημήτριος, Θυσίαι της Ελλάδος και εγκλήματα κατοχής κατά τα έτη 1941 –1944, Αθήναι 1949, 213 και Δαρλαγιάννης, 51. Διαμαντόπουλος Θεολόγος, «Το κάψιμο του Τσοτυλίου», Δεκαετία, 429 -430

[77] Τσιούμης, Ιστορία, 10 –1, 15 –6. Μια δεύτερη απόπειρα του ΕΑΜ να προσελκύσει τους Κομιτατζήδες της Λιθιάς δεν είχε τύχη. Στην επιχείρηση αυτή του ΕΛΑΣ συμμετείχαν οι αντάρτες της Φλώρινας (Ελασίτες, Σέρβοι Παρτιζάνοι και αυτόμολου Βούλγαροι). «Εμής δεν ήχαμε συμφέρο να γένουν πολή αυτή», εξομολογήθηκε αργότερα ο Κολλάρας, που έβαλε εναντίον όλων για να μη επιτύχει η συνάντηση, Κολιόπουλος, 77, 275 –9, 283 και 52-66, όπου κεφάλαιο για τους Κομιτατζήδες. Ζαφειρόπουλος, 32 –6, 58. Στο Νεστόριο Εθνικιστές και Κομμουνιστές κάθονταν σε ξεχωριστές γειτονιές, Καραμπέρης, (31.10.98). Λιάμος, 2 –3. Π. Δουβαλίδης, «Το ξεκίνημα του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στην περιφέρεια Καστοριάς, (1941 –1944)», ΕΑ, 28 (1981) 148. Δημήτρης Τσίτας, Φάκελος Γιαννούλη και άλλα τινά…, Σημειώσεις ενός ελεύθερου σκοπευτή του ΔΣΕ – ανέκδοτα έγγραφα –μαρτυρίες κ.α.π., Άνοιξη, Αθήνα 1992, 200, όπου πόρισμα για το Γιαννούλη από στέλεχος του ΚΚΕ, ομόθεμη έκθεση του Σκοτίδα και έκθεση του ίδιου του Γιαννούλη για τα γεγονότα αυτά. Χαραλαμπίδης, 44. Αποστόλης Στούμπος, οπλίτης τμήματος Κολλάρα από Κορησσό, (7.9.00). Βαλσαμής Χατζηιωάννου, πολιτικός ΕΑΜ από Κορησό, (26.4.98) (συνέντευξη στον μεταπτυχιακό Γιώργο Αντωνίου), όπου φαίνεται η αγεφύρωτη σχέση προσφύγων και Σλαβομακεδόνων

[78] Για τους πρόσφυγες χωριών της Κοζάνης βλ. ΙΝΒΑ, Φ84/Γ και Φ84/Δ. Στις 24 Μάρτη ο Δήμος της Κοζάνης παρακαλούσε τους Γερμανούς να ενεργήσουν, ώστε να λυθούν τα προβλήματα που επισώρευσαν οι Ιταλοί, έγγραφο Δήμου Κοζάνης προς Στρατιωτικό Διοικητή Θεσσαλονίκης –Αιγαίου την 24.3.43, χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου, ΙΝΒΑ, Φ126. Για τον συνωστισμό και τα δημιουργηθέντα προβλήματα από τους καταφεύγοντες στην Κοζάνη βλ. Ανακοίνωση Υγειονομικού Κέντρου Κοζάνης, 1.4.43, ΙΝΒΑ, Φ136/Α. Ελευθερία. 12 (25.3.43) 2. Ζηκόπουλος, ΕΛΑΣ, 225. Χοτούρας, (17.4.96). Τσιούμης, Ιστορία, 19

[79] Στις συλλήψεις των Εθνικιστών σπουδαίο ρόλο έπαιξε ο Αρριανός και η ομάδα του, Χοτούρας, (17.4.96), Τσιάτας, (12.7.00) και Γκανάτσιος, 174. Νομικός, (25.6.93), όπου η απαγωγή του Μάντζιου και η προσαγωγή του στον Όλυμπο για ανακρίσεις. Την αντιεαμική πλευρά εκφράζουν οι Τσιούμης, Ιστορία, 15-6, Καραμπέρης, (31.10.98) και Μούζας, Φως (4.11.45) 2

[80] Στις 13 Μάρτη σκοτώθηκαν οι 3 Κορομηλιώτες, Ηλιάδης, 77. Ωστόσο η ημερομηνία αυτή είναι πολύ πρώιμη. Για τη δολοφονία του Μπραγιάννη βλ. Τσιούκρας, 129–132, Ρόσιος, 98 –9, Παπαθανασίου, Α΄: 337–8, Φροντιστής, 183–5, Χρυσοχόου, Α΄: 60 και Κέντρος, 307-8. Κολιόπουλος, 284, όπου επαφές Κολλάρα και Κούνδουρα. Χαρακτηριστικές του κλίματος της εποχής είναι οι κατηγορίες για τους αυτόχειρες των εκτελέσεων των Μακεδονομάχων Μπραγιάννη και Κούνδουρα: Αναφέρονται οι Τερπόφσκι, Σλομπόντας, Τσιούκρας, Καραϊσκάκης, εφ. Νέα Ευρώπη, (9.5.43) και εφ. Πατρίς, 5 (16.7.44) 3, Κοζάνη. Πάντως οι δυο Μακεδονομάχοι, όπως και ο επίσης δολοφονηθείς συνάδελφός τους Νικόλαος Νταϊλάκης βαρύνονταν με φόνους και λεηλασίες σλαβομακεδόνικων χωριών της Καστοριάς στη δεκαετία του 1910, βλ. άρθρο του Ι. Π. Χονδροματίδη στην εφ. Γραμμή, (14.6.00) 20 Κοζάνη. Οι δολοφονίες των Μακεδονομάχων χρησιμοποιήθηκαν αργότερα ως παράδειγμα φιλίας του ΕΑΜ προς τους Σλαβομακεδόνες, όπως έγινε και με τις εκτελέσεις των αξιωματικών στη Βουχωρίνα, βλ. Κολιόπουλος, 88-9

[81] Το σχέδιο της Αντεπανάστασης αποκαλύπτει μόνο ο Ζαφειρόπουλος, 36-7, 39. Τσιούμης, Ιστορία, 18 –21. Καραμπέρης, (31.10.98). Νταϊλιάνης, 103 –5. Ζηκόπουλος, ΕΛΑΣ, 226 –7. Ελευθερία, 12 (25.3.43) 4. Ο Κοντονάσης κρατούσε ίσες αποστάσεις, Γκανάτσιος, 176 –180. Κέντρος, 307. Χρυσοχόου, Α΄: 59. Για τη δραστηριότητα του συγκροτήματος Μπούρινου βλ. Νομικός, (25.6.93), Σακαλής, (22.4.95), Zυγούρας, (11.2.95), Αραιοβηματάς, 84, 91, Δρόσος, 179 –181 και Αργύριος Στάμος, λαϊκός επίτροπος ΕΑΜ από Αιανή, (17.8.92)

[82] Χοτούρας, (17.4.96). Τσιούμης, ό.π. . Φίλιος, 1 –2. Καραμπέρης, ό.π.. Ζηκόπουλος, ό.π. . 4 νεκρούς και 2 τραυματίες είχαν οι Εθνικιστές, Ελευθερία, ό.π. . ΙΑΜ, ΓΔΔΜ, 1/8, όπου αναφορά για τραυματισμό Εθνικόφρονα στον Αυγερινό. Παπακωνσταντίνου, Χρονικό, 297-8. Γκανάτσιος, ό.π.. Παπαθανασίου, Α΄: 302, 337-8 και Β΄, 897. Χρυσοχόου, Α΄: 58. Δρόσος, ό.π.. Παπαστεργιόπουλος, 144. Γιτσιούλη –Παρίντα Χρυσάνθη, αγρότισσα από Πολυκάστανο, τηλ. επικοιν. (20.6.00) σχετικά με την εκτέλεση του Αθανάσιου Γιτσιούλη. Τσιάτας, 219 –220. Σύμφωνα με μια μαρτυρία στη δίκη των αξιωματικών έλαβαν μέρος  οι Φίλος Γ΄, Θεοδοσιάδης, Σουμελίδης, Σλομπόντας, Τερπόφσκι και Κερασίδης, Παπαθανασίου, Στοιχεία, 159 –161. Αν  όντως οι δυο τελευταίοι ήταν παρόντες, υπόθεση πολύ απίθανη, τότε η δίκη θα έγινε στις 8 Απρίλη 1943, αμέσως μετά τη μάχη του Αυγερινού. Όμως οι αριστερές πηγές δεν καταγράφουν ως παρόντες στη δίκη τους Τερπόφσκι και Κερασίδη, γιατί ήδη είχαν φύγει προς Κοζάνη. Σύμφωνα με τα βιογραφικά στοιχεία των φονευθέντων αξιωματικών που υπάρχουν στο 4ο γραφείο του ΔΙΣ/ΓΕΣ ο Μάντζιος εκτελέστηκε την 13.4.43, ο Πόρτης στις 14 ή 17 Απρίλη, ενώ ο Μπουλογιάννης –απλά- τον Απρίλη του ΄43. Ο Χρυσοχόου καταγράφει την 13η Απρίλη ως ημέρα της εκτέλεσης, όπως και η Νέα Ευρώπη, (8.5.43) 1. Για τα βασανιστήρια των αξιωματικών βλ. Θάνος Κυρατζίδης, «Ροδοχώρι Βοϊου, η δεκαετία του ΄40», Ροδοχώρι Βοϊου, επιμ. Ν. Καλογερόπουλου, Σύλλογος Ροδοχωριτών Βοϊου, Θεσσαλονίκη 1999,  221-4και Θεοδοσιάδης, 49

[83] Για τη μάχη στο Μηλοχώρι βλ. Στούμπος, (7.9.00) και 31 –2. Τα γεγονότα στο Μελάνθιο περιγράφουν οι Ζαφειρόπουλος, 41 –3, Δουβαλίδης, 149, Λιάμος, 58 –9, Φίλιος, 3, Παπαστεργιόπουλος, 144 και Χοτούρας, (17.4.96).. Χρυσοχόου, Α΄, 60. Δικαστής των Εθνικιστών ήταν «το ανθρωπόμορφο κτήνος» Γεώργιος Δαβίδης (Γέρος) από το Νέο Καύκασο, συνεργάτης του «γύφτου» Περικλή, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Περικλής Χ. Ηλιάδης στην Φωνή της Καστοριάς, (7.10.45) 1. Ο Περικλής «αποκήρυξε» το Γιαννούλη μετά τη φυγή του στο Επταχώρι, αναφέρει σε έκθεσή του στις 5.12.48 ο ίδιος ο Γιαννούλης,  Τσίτας 200. Κολιόπουλος, 283 –4. ΑΣΚΙ, Κιβ. 415/23/8/102. Στις 23 του Απρίλη οι ελασίτες κύκλωσαν το Κλείτος και τη Χαραυγή και μετά από μικρή μάχη συνέλαβαν τον ενωμοτάρχη της Χαραυγής και δύο πρόσφυγες οπλίτες της ΕΚΑ, τους οποίους εκτέλεσαν στη Σιάτιστα, βλ. Φροντιστής, 187 –9και εφ. Πατρίς, 5 (16.7.44) 3, όπως και Παρμάκης, (2.7.99). Επίσης Σταύρος Μπόζος, οπλίτης Πούλου από Χαραυγή, (10.7.99) Πτολεμαϊδακαι  Πολυχρονίδης, (2.7.99). Μερικοί οπλίτες που κατάφεραν να ξεφύγουν κρύφτηκαν και μετά κατετάγησαν είτε στην ΥΒΕ είτε στο σώμα των γερμανοντυμένων του Πούλου, σύμφωνα με τον Χατζηιωάννου, (26.4.98)

[84] Αντιστασιακοί, Α΄: 43 -4 και Β΄: 202. Ήρωες, 168. Πρωτόπαπας, 135, 209. Τσουκαλίδης, Ιστορία, 6. Κυριακίδης, (3.5.96). Χρυσοστομίδης, (10.7.94). Μάτσος, (19.6.94). Θανάσης Καλλιανιώτης, «Ίμερα Κοζάνης: το πρόσωπο της τραγωδίας», Παρέμβαση, 93 (1996) 20-1

[85] Την επίθεση των ανταρτών ενάντια στα Ίμερα πριν από τις 10 Απρίλη 1943 αναφέρει μόνο ο Κυριακίδης, ό.π.. Χρυσοστομίδης, ό.π.. Φυλακτός, 78 –9. Καλλιανιώτης Χειρόγραφο, 13. «Έχω τα χέρια μου, δεν φοβάμαι», δήλωνε ο Κερασίδης, όταν του συνέστησαν να φυλάγεται, Επαμεινώνδας Σακελλαρίου, «…Διαθέσαμε τη ζωή μας», Θεσσαλονίκη 1991, 32, όμως στη σπηλιά της Ζαρκαδόπετρας που φυλακίστηκαν δεν υπήρχαν κάγκελα να λυγίσουν και ο δεσμοφύλακές τους ήταν άγριοι τουρκόφωνοι κι όχι πολιτισμένοι αστυνομικοί των πόλεων. Σακαλής, (22.4.95)

[86] Ελευθερία, 15 (6.6.43) 1, 4, «Ειδική έκδοση» . Φροντιστής, 186. Χρυσοστομίδης, ό.π.. Κυριακίδης, ό.π.. Παναγιώτης Πεχλιβανίδης, (7.8.97). Χαράλαμπος Πεχλιβανίδης, οπλίτης ΥΒΕ από Σκάφη, (7.8.97) Μελίκη. Σάββας Γεωργιάδης, οπλίτης ΠΑΟ από Βαθύλακκο, (3.8.95). Χρονικό, 166. Φυλακτός, ό.π.. Μάτσος, (19.6.94) και (9.4.95). Βαφειάδης, Β΄: 80 –2, όπου παρατίθεται έγγραφο της ΠΕ ΚΚΕ Κοζάνης, σχετικά με την εκτέλεση των εφτά, το οποίο όμως πάσχει από ανακρίβειες, καθώς μιλά για συμμετοχή Γερμανών, ερχομό πληρωμένων φονιάδων από Θεσσαλονίκη κ.α. Λες και οι Τουρκόφωνοι της Σκάφης δεν ήταν ικανοί να σκοτώσουν! Όμως το βασικό κενό που ακόμα επιμένει είναι η ακριβής ημερομηνία της εκτέλεσης. Κυμαινόμενη μεταξύ 10.4.43 και 15.4.43 Απρίλη δεν επιτρέπει να ανακαλύψει κανείς με σιγουριά ποιοι σκοτώθηκαν πρώτοι, οι αξιωματικοί στη Βουχωρίνα ή τα εφτά «στελέχη». Πάντως ως τα τέλη του 1944 το ΚΚΕ είχε αντιφατικές πληροφορίες για την υπόθεση των εφτά και ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε τελείως, ΠΕ Κοζάνης προς ΜΓ, 56/28.12.44, ΑΣΚΙ, Κιβ. 415/23/8/142. Κωνσταντινίδης, (26.7.97). Σακαλής, 57. Νομικός, (25.6.93). Προς το τέλος του 1943 μια ομάδα του ΣΝΟΦ, ονομάστηκε «γκρούπα Τερπόφσκι», και συνετέλεσε στη διάσπαση του ΕΛΑΣ, Νεδέλκος, 52. Η άλλη πλευρά για να δικαιολογήσει το φόνο τουλάχιστον του Τερπόφσκι, φόρτωσε πλειάδες φόνων, στον «πρώτα Βούλγαρο και μετά κομμουνιστή» Τερπόφσκι, Ευάγγελος Γ. Βαζάκας, Ο Σλαυισμός και η μάχη δια την Ελλάδα εις την Μακεδονίαν, Τριανταφύλλου, χ.χ., 40 –1. Μετά θάνατον ο Τερπόφσκι χρίστηκε από τους Σλαβομακεδόνες αυτονομιστές, όπως και από τους Έλληνες Εθνικιστές, ως πρώιμος ηγέτης του αυτονομισμού, Λάζαρος Ντάμος, υπεύθυνος Οινόης [Καστοριάς] προς Δυτικομακεδονικό Γραφείου ΚΚΕ, 24.1.44, EM vo NOB, Α΄, 341. Ο Χρυσοχόου υποστηρίζει ότι η ΥΒΕ άλλαξε με δική του προτροπή το όνομά της σε ΠΑΟ στο τέλος της άνοιξης του 1943, επειδή οι Γερμανοί υποψιάστηκαν την ύπαρξή της, Χρυσοχόου, Ε΄: 238 κ.ε. και επιστολή του ιδίου  στο βιβλίο του Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη, Η Ελληνική Αντίστασις, 1941 –1944, όπως αποκαλύπτεται από τα μυστικά αρχεία της Βέρμαχτ εις την Ελλάδα, Μια νεοελληνική Τραγωδία, Εστία, Αθήναι 1964, 249. Ο Χάμμοντ, υπέγραψε συμφωνητικό με την ΥΒΕ το καλοκαίρι του ΄43, Hammond, 71 –3. Ο ταγματάρχης Παπαθανασίου αναφέρει ότι η ΥΒΕ μετονομάστηκε σε ΠΑΟ το Φθινόπωρο του ΄42, ημερομηνία πολύ πρώιμη, ΔΙΣ/ΓΕΣ/, Φ909/Β/7β, 31. Μια ανώνυμη αναφορά στο ΓΕΣ λέει ότι η ΥΒΕ μετονομάστηκε σε ΠΑΟ το Μάρτη του ΄43, ΔΙΣ/ΓΕΣ, Φ909/Β/7γ, 2. Η Νίκη, (24.2.46) 3. Φλάισερ, Β΄: 122

[87] Για τη μάχη στα Λακκώματα βλ. Ντέμκας, (2.7.98), Κέντρος, 301 και Βασίλειος Γκανάτσιος (Χείμαρρος), καπετάνιος ΕΛΑΣ από Ζιάκα, (27.6.96) Θεσσαλονίκη

[88] Τζήκας, 62 –3, όπου αναφορά για τη διαφωνία στη Μόρφη

[89] Χαρακτηριστικό για την «εκδικήτρα λευτεριά» είναι το τραγούδι των κρατούμενων κομμουνιστών της Ακροναυπλίας: Ακροναυπλία, Ακροναυπλία /πίστη, ελπίδα, πειθαρχία /είσαι βράχος φως γεμάτος κ’ εκδικήτρα λευτεριά, Αντώνης Φλούντζης, Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες 1937 –1943, Θεμέλιο, Αθήνα 1979, 195

[90] Hammond, 27, 44

[91] Ο Βρετανός Χάμμοντ δεν γνώριζε, ή δεν συνέφερε να γνωρίζει, τις διαμάχες ΕΛΑΣ κι Εθνικιστών που είχαν προηγηθεί στην περιοχή, Hammond, ό.π.. Η Νίκη, (26.9.45) 2. Τον Απρίλη του 1943 οι Γερμανοί έκαναν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στον Όλυμπο, τα Πιέρια και το Βέρμιο και παράλληλα συνέλαβαν πολίτες της Κοζάνης, ανάμεσά τους και τον επαναστάτη αρχιμανδρίτη Ιωακείμ Παπαλιούλια από τον Κρόκο αλλά δεν μπόρεσαν να καταβάλουν το ΕΑΜ, Σιώζος, 117 και Νομικός, (25.6.93), όπως επίσης και Δορδανάς, 115 -20. Στις συλλήψεις από τους Γερμανούς αναφέρεται και ο Γιάννης Ν. Μάτσος, «Μια αποφράδα μέρα για την Κοζάνη (5 Μάη 1943), ΕΑ, 36 (1983) 16 –8