Σημερινή όψη πολυβολείου Κοζάνης. Σχέδιο: Σταματία Λαγού

Σημερινή όψη πολυβολείου Κοζάνης. Σχέδιο: Σταματία Λαγού

Κατηγορούσαν και μέμφονταν ως πρότινος την Αλβανία για τα εκατοντάδες χιλιάδες πολυβολεία, τα οποία είχαν εγερθεί ή χωθεί στο έδαφός της. Την ίδια όμως πρακτική, σε μικρότερη έκταση αλλά όχι σε μαεστρία κι επιβλητικότητα, είχε ακολουθήσει και η Ελλάδα από το 1936 και μετά. Είχε μάλιστα πρωτοπορήσει.

Η αλλαγή της πολεμικής τακτικής, η κατασκευή νέων δρόμων και η αστικοποίηση συνετέλεσαν στην εγκατάλειψη των παλαιών οχυρωματικών έργων στο έλεος της φύσης. Χειρότερος όμως εχθρός η λιθολόγηση των αμυντικών κτισμάτων από ανθίστορες νεόπλουτους, που κοσμούν τις αυλές τους με έτοιμες καλά πελεκημένες πέτρες.

Γνωστότερα όλων στη χώρα είναι τα οχυρά, στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Όσον δε αφορά στην περιοχή μας δεν διέφυγαν της καταγραφής αντίστοιχα έργα στη δίοδο «Πόρτις» (αττικιστί πόρτες) των Σερβίων. Τα υπόλοιπα, ιδιαίτερα όσα ευρίσκονται στην πόλη της Κοζάνης, δεν είναι ευδιάκριτα. Αν και η ακριβής, χρονικά, τοιχοδόμησή τους δεν έχει διαπιστωθεί, η ιστορική λογική υποθέτει ότι το πρώτο βήμα έγινε το 1913, κατά τη διάρκεια του πολέμου με τη Βουλγαρία.

Ήταν φυσιολογικό τότε η άμυνα να προσανατολιστεί προς βορράν. Έτσι ανασκάφτηκαν ως απλά παρατηρητήρια οι κορυφές των λόφων Ψηλός Αϊ-Λιας, Κρανιές (όπου σήμερα  ο ναός της Αγίας Παρασκευής), Πουπλιού τ΄ ράχ(η) (τώρα ναός Αϊ-Σαράντη) και Μπούκα Πέτρα, για να εξασφαλιστούν η «αμαξιτή» και οι ημιονικές οδοί προς Κοίλα και Δρέπανο. Ένα χρόνο αργότερα τα απλά χαρακώματα ενισχύθηκαν με λιθόκτιστα πολυβολεία.

Την ακμή τους άρχισαν να γνωρίζουν οι αμυντικές οχυρώσεις της πόλης επί διακυβερνήσεως Ιωάννη Μεταξά. Τα κεντρικά αυτά πολυβολεία μεγάλωσαν σε όγκο κι επιχαλυβώθηκαν με αντίστοιχα πλαγιοφύλαξης. Οι χαλαρές πέτρες στερεοποιήθηκαν με κονίαμα ενώ από πάνω στεγάστηκαν με οπλισμένο σκυρόδεμα. Επιπλέον συνδέθηκαν μεταξύ τους με ορύγματα επικοινωνίας κι ασφαλίστηκαν περαιτέρω με συρματοπλέγματα.

Δεν ήταν επανδρωμένα, όταν κατέφθασαν οι Γερμανοί την άνοιξη του 1941. Δυο χρόνια όμως μετά, με το φούντωμα του αντάρτικου, απέκτησαν περιχαρή ενοίκους, ανάμεσα στους οποίους συναριθμούνταν κι Έλληνες αντικομμουνιστές οπλίτες από την Κοζάνη και τα γύρω χωριά. Από αυτά μέσα έπεσαν φονικές ριπές τον Οκτώβρη του 1944 κατά την οπισθοχώρηση των Γερμανών, για να χυθεί το πρώτο και μοναδικό για την πόλη βρετανικό αίμα, θυσία φιλελληνισμού.

Τα ίδια πολυβολεία κατά την περίοδο του κυρίως Εμφυλίου Πολέμου, παρόλο που έσφυζαν ως προς την προσέλευση φρουρών, δεν έριξαν ούτε μία ντουφεκιά. Οι αντάρτες του ΔΣΕ ολιγώρησαν να επιτεθούν στην βαριά οπλισμένη και βαθιά φιλοκυβερνητική (όπως πάντα) πόλη.

Ένα μόνον πολυβολείο ακανθίζει και σήμερα τη μνήμη, Όχι επειδή ήταν αρτιπαγές, του 1947, αλλά διότι κτίστηκε μέσα στην πόλη. Βρισκόταν στην νότια αυλόπορτα του 3ου -4ου Δημοτικού Σχολείου (σήμερα Χαρίσιος Μούκας), ώστε να φυλάσσονται από εξωτερική επίθεση, οι φυλακισμένοι στο υπόγειό του κρατούμενοι χωριάτες, ύποπτοι ως κομουνιστές ή αντικαθεστωτικοί.

Σκεπτόμενος, κι όχι αποκλειστικά φιλίστορας, είναι όποιος προτείνει μια χαρτογράφηση, μελέτη κι αξιοποίηση των παραγνωρισμένων αυτών ιστορικών μνημείων, ο κοιτώνας των οποίων γέμει σκουπιδιών, ενώ οι θυρίδες τους χασκάζουν επί ματαίω. Για να μη λησμονείται, τουλάχιστον, η ρήση του Δημοσθένη: «πόλεμος ένδοξος, ειρήνης αισχράς, αιρετώτερος».

 

Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στο νεανικό περιοδικό της Κοζάνης Τogether 10 (Noέμβριος 2015) 35