Το έργο (σενάριο: Θανάσης Καλλιανιώτης, σκηνοθεσία: Στέφανος Γιαννακόπουλος) παίχτηκε για πρώτη φορά στο ΔΣ Αιανής την 24η Μαρτίου 2005. Δημοσιεύτηκε το 2005 στους ιστοτόπους «Θρανίο/σχολικές γιορτές και σε παλαιότερη ιστοσελίδα του γράφοντος.


 

ΠΡΑΞΗ Α΄: Καθημερινότητα κι επανάσταση

ΠΡΟΣΩΠΑ

  1. ΠΑΤΕΡΑΣ (μαύρη φουστανέλα, 40 χρ.)
    2. ΜΑΝΑ (μεσαιωνική στολή ηλικιωμένης, 38 χρ.)
    3. ΚΟΡΗ (μεσαιωνική στολή έφηβης, 16 χρ.)
    4. ΓΙΟΣ (μαύρη φουστανέλα, 18 χρ.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Σεπτέμβρης 1821. Στη χώρα Κάλιανη, τη σημερινή Αιανή, τα νέα από την εξέγερση της άνοιξης του 1821 όχι μόνο φτάνουν πολύ αργά κι αδρά, αλλά και παραλλαγμένα. Απόστολοι της Φιλικής Εταιρίας δεν ήρθαν ποτέ στο μικρό χωριό και οι μόνοι κάτοικοι που βγαίνουν έξω από αυτό, ώστε να είναι σε θέση να φέρουν νέα, είναι ο παπάς, που επισκέπτεται τη Μητρόπολη της Κοζάνης για υποθέσεις της εκκλησίας, και ο μουχτάρης, δηλαδή ο πρόεδρος του χωριού, που σπάνια ταξιδεύει ως τα Σέρβια για δουλειές της κοινότητας, σχετιζόμενες συνήθως με τα φορολογικά. Όσοι κάτοικοι πωλούν ξύλα στην Κοζάνη κάθε βδομάδα ή επισκέπτονται τα εμπορικά και θρησκευτικά πανηγύρια της περιοχής λίγα μαθαίνουν για όσα συμβαίνουν γύρω τους. Στη σκηνή αυτή ο μουχτάρης της Κάλιανης συζητά με την οικογένειά του σχετικά με τις φήμες της επανάστασης.

(Εσωτερικό χωριάτικου σπιτιού στην Κάλιανη. Κάθονται μέσα ο πατέρας με τη μάνα γύρω από ένα σνι, ψιλοτρώνε και συζητούν)

ΠΑΤΕΡΑΣ1: Γναίκα, θα πάθουμι τρανό χατά φέτους! (πίνει τσίπουρο) Μη τα ρουτάς! Τόσα χρόνια ήμασταν καλά, τώρα τι φκιάνουμι; Ακούουντι πουλλά κι τι να προυτουπιστέψς!

ΜΑΝΑ1: Ό ρα άντρα, τι λες; Έγινι τίπουτα κι δεν του ξέρου (τρίβει τα χέρια στη μεσάλα); Όλ΄ μέρα στου κασμέρ΄ είμι, δεν άκσα τίπουτα. Σαν τι είνι αυτό που λες;

ΠΑΤΕΡΑΣ2: Θα έχουμι, να μ΄ ακούειισ΄ τρανές φασαρίες. Οι καπιταναραίιοι άρπαξαν τα τφέκια κι βγήκαν όξου, ζμιγν΄ αρματουλοί κι κλέφτις. Κατ΄ ακούγιτι ότ΄ γίνιτι κι τριουιούρου ιδώια!

ΜΑΝΑ2: Ό ρα άντρα, που να φτάσν΄ αυτοί ιδώια πέρα; Απ΄ τμνια μιριά είνι οι Βαλαάδις στα Βέντζια, απού τν άλλην οι Τούρκοι στουν Τσιαρτσιαμπά, πώς να ρθούν ιδώια; Μόνου απού του Ρύμνιου, αν ρθούν. Αλλά ικεί είνι οι Μπζιουταίοι αρματωλοί, θα τς τσακώσν απ΄ του ζβέρκου, μη σκάειιζ΄! (στήνει αυτί) Ποιος έρχιτι;

(μπαίνει ο γιος μέσα)

ΠΑΤΕΡΑΣ3: Καλώς τουν! Που γκιζιράς του λύκου ισύ; Κάτσι να φας, είδι αδύνατους πουλύ, θα σι πιάσ΄ καμιά αρώστεια!

ΓΙΟΣ1: Ήμαν στουν άρτηκα ικείια σνμ Παναγία, κασμέριβάμι. Ακούουντι πουλλά, τι να προυτουπιστέψς; Ου καθένας ιδώ στου χουριού ν τρίχα τ φκιάν΄ γριντιά! (μπαίνει και η κόρη μέσα)

ΜΑΝΑ3: Που ήσαν κι ισύ, μα κόρ΄; Τι οικουγένια ήμιστι ιμείς; Άλλους στουν άρτηκα, άλλους σττσ φιλινάδις, τι φκιάνουμι; Αυτήν είνι η πρόουδους που λέν΄; Ποιοι σας βαζν΄ σι τέτοιιες ζάντσις;

ΚΟΡΗ1: Ήμαν ζντ βρύσ΄ για νιρό. Πιρνώντας απ΄ τουν άρτηκα άκσα πουλλά. Είνι αλήθχια, είνι ψέμματα, κανένας δεν ξέρ΄!

ΠΑΤΕΡΑΣ4: Τι γλέπου; Όλ΄ κάτ΄ άκουσάμι, άρα αυτό του κάτ΄ μι φαίνιτι είνι αλήθεια! Για μολόγα, πρώτα ισί, ρα γιε, τι άκσις κατ΄ ικεί;

ΓΙΟΣ2: Να, λεν ότι κουντά στ Σαλουνίκ΄, ξησκώθκαν κάτ΄ καπιταναραίοι, παίρν κι παράδις απού τσ΄ καλογέρ΄, κι έχν πουλύ άχαρου σκουπό. Κάτ΄ άκουσα ότ΄ κι στ΄ Νιάουστα είνι έτοιμ΄ να σκουθούν κι αυτοί κι θα μπουν κι μέσα σντ Βέροια!

ΚΟΡΗ2: Τα ίδια πιρίπου άκσα κι γω. Καμόσ΄ μι φαίνιτι είπαν ότι θα πιράσν του πουτάμ΄ οι κλέφτις κι θα ρθουν να μάσν κι απου δω κανέναν, να τουν παρν΄ στου βουνό να πουλιμίσ΄.

ΜΑΝΑ4: Κι να ρθουν ποιος έρμους θα τσ΄ ακλουθήσ΄; Τι θα φαν΄, άμα βγουν στου βουνό; Ποιος θα τσ΄ δώσ΄ φαϊ; Θα τσ΄ πλακώσν΄ οι Τούρκ΄ κι οι Αρβανίτες στου κιφάλ΄ κι θα τσ΄ σκουτώσν όλ΄! Ποιος ακλουθάει;

ΠΑΤΕΡΑΣ5: Σουστά μιλάς, πουλύ σουστά. Κι δεν είνι μούγκι αυτό! Τα τφέκια χαλέβν΄ μπαρούτ΄ κι μουλύβια, κι άμα τιλιώσν΄;Η θάλασσα είνι μακριά απού δω, Τούρκ΄ είνι γιουμάτου ιδώ πέρα και Βαλαάδις απν΄ άλλν τμιργιά.

ΚΟΡΗ3: Κι που να πιράσν ιδώια; Του παμι, οι αρματουλοί δε τσ΄ αφήν΄! Άιντι κι ρθουν πάει του κουπάδ΄ μας, παν τα χουράφια μας. Μας παίρν΄ ου μπέης του δέκατου, αλλά οι Κλέφτις άμα ρθουν τα σκών΄ όλα, δεν αφήν΄ καντίπουτα!

ΓΙΟΣ3: Γλέπου όλ΄ φουβάστι. Ίλιγα κι γω να πάρου του τφέκ΄ κι να βγώ κλέφτς! Να ακούσκι ιχτέ ότ΄ απού τ΄ Ζάμπουρντα πέρασαν καμιά τριανταριά Σιατσνοί κι πήγαν στουν Όλυμπου να ξισκώσν΄ τουν κόσμου, είχαν κι τφέκια μαζί. Ένας που τουν έλιγαν Νικόλα ήταν αρχηγός τς, ήξιρι κι πουλλά γράμματα αυτός! Μίλτσαν ικεί μι τουν ηγούμενου, κι ύστρα πέρασαν απού του καρούλ΄ απέναντι!

ΠΑΤΕΡΑΣ6: Τι να βγεις, ρα γιε, όξου; Τι μας έκαναν οι Τούρκ΄; Τόσις ικλισιές έφκιασάμι κι δεν είπαν τίπουτα. Ακόμα κι τώρα, άμα τσ΄ πούμι να φκιάσουμι ακόμα μια, δε θα πουν όχ΄! Βλέπου ου Αϊ Μάρκους κάτ΄ είνι έτοιμους να πέσ΄, άμα τσ΄ πούμι θα τουν χαλάσουμι να φκιάσουμι μια κινούργια ικκλησιά, ούδε αύριο μας στέλν του χαρτί! Μόνου παράδις να έχουμι!

ΜΑΝΑ5: Δόξα τουν, καλά ίμιστι. Αλλά να, καμιά φουρά οι Αρβανίτις φουνάζν, βαραίν΄ κι απού καγκάνα. Αλλά πε ότ΄ φέγν οι Τούρκ΄, ποιος θα έρθ΄; Κι θα αλλάξν κι ισένα, άντρα μ΄, μια χαρά είσι τώρα! Τώρα, έχουμι να φάμι κι να πιούμι, βάζουμι κι καμιά λίρα σν΄ άκρια για καμιά ανάγκ΄!

ΚΟΡΗ4: Μια χαρά πιρνάμι, δε λέου κι γω. Αλλά μήπους άμα ιλιφθιρουθούμι, είνι καλύτιρα; Αλλά τι θα πει λιφτιργιά, κανένας δεν ξέρ΄ να μας πει! Τι είνι η λιφτιργιά, ξέρτι καγκάνας;

ΓΙΟΣ4: Να λιφτιργιά θα πει να βουσκάς όπ΄ χαλέφς τα ζώα. Να μη σι παίρν΄ του δέκατου οι μπέης. Να έχς άλουγου να γκιζιράς τα παγγύρια! Να έχς φουστανέλα μι πουλλά λαγκιόλια! Αυτό θα πει λιφτιργιά!

ΠΑΤΕΡΑΣ7: Σαν πουλλά λες, ρα γιε. Αλλά όπους κι να είνι αυτήν η λιφτιργιά, ιμάς μας νοιάζ΄ να είμαστι πάλι ιμείς γκισέμνια ιδώια σγ Κάλιαν΄. Οι άλλοι όλοι είνι αχαμπάρστ΄! Ιπρουχτέ καμόσ΄ χούιαζαν να διώξν τουν πιλαργό που έκατσι απάν΄ στουν Αγιώρ΄! Τι λιγφιργιά τσ΄ χρειάζιτι αυτοί; Άμπουξέ τς! Άμπουξέ τα όλα!

 

 

ΠΡΑΞΗ Β΄: επιφυλάξεις και δισταγμοί

ΠΡΟΣΩΠΑ

  1. ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (αρματολός Ολύμπου, μαύρη φουστανέλα)
    2. ΓΟΥΛΑΣ ΔΡΑΣΚΟΥ (αρματολός Ολύμπου, μαύρη φουστανέλα)
    3. ΑΡΧΗΓΟΣ ΦΡΟΥΡΑΣ (αρματολός Ολύμπου, μαύρη φουστανέλα)
    4. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ (Κοζανίτης έμπορος, άσπρη φουστανέλα )
    5. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ (γραμματέας αρματολών Ολύμπου, φράγκικα ρούχα)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Σεπτέμβρης 1821. Ο βλάχικης καταγωγής έμπορος Νικόλαος Κασομούλης, γεννηθείς στην Κοζάνη κι εργαζόμενος στις Σέρρες, μετά την αποτυχία της επανάστασης έρχεται κρυφά στη Σιάτιστα. Από εκεί μαζί με άλλους περνάει τον Αλιάκμονα από τη Ζάμπουρντα και μέσω του Μεταξά οδεύει προς την περιοχή Κατερίνης. Εκεί συναντά τον αρματολό, δηλαδή τον αστυνόμο της τουρκικής εξουσίας, Διαμαντή Νικολάου και του ζητά να επαναστατήσει. Ο Διαμαντής συμφωνεί, αφού πρώτα έρθουν ενισχύσεις από τη νότια Ελλάδα και υπόσχεται ότι θα μιλήσει και στους άλλους καπετάνιους, να συμμετάσχουν κι αυτοί στον αγώνα. Ο Κασομούλης φεύγει για τη Χαλκιδική παίρνοντας τον αδερφό του Διαμαντή Κώστα κι άλλους μαζί.

(εσωτερικό σπιτιού στην Πιερία. Κάθονται στο σνι κοντά στο τζάκι ο Διαμαντής, το πρωτοπαλίκαρό του και ο γραμματέας του)

ΓΟΥΛΑΣ1: Σωπάστε, κάποια φασαρία ακούγεται εκεί έξω. Τι να τρέχει άραγε, θα έχουμε κανένα χατά; Ξεσηκώθηκε και στα μέρη μας κανένας καπετάνιος ή κάτι άλλο συμβαίνει;

(σηκώνεται να δει από το παράθυρο)

ΑΡΧΗΓΟΣ ΦΡΟΥΡΑΣ1: (μπαίνει μέσα στο δωμάτιο) Γεια σας. Ήρθαν καμιά 20ριά άτομα έξω, όλοι καλά αρματωμένοι. Είπαν ότι είναι από τη Σιάτιστα. Ο ένας που φαίνεται για αρχηγός τους με είπε ότι τον λένε Νικόλα Κασομούλη. Θέλει να δει το Διαμαντή, τον μεγάλο αρματολό!. Καπετάνιε (απευθύνεται στο Διαμαντή), να τους αφήσω να μπουν ή όχι;

ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ1: Τι είναι και τούτο σήμερα; Χτες διάβασα στην πλάτη του αρνιού ότι ένα μεγάλο νέο θα έρθει και να που βγήκε αληθινό. Πες τους να μπουν, αλλά πρώτα ας αφήσουν τα καριοφίλια τους έξω.

ΑΡΧΗΓΟΣ ΦΡΟΥΡΑΣ2: Έγινε καπετάνιε! Βέβαια όχι μόνο τα όπλα τους θα αφήσουν αλλά και τις πιστόλες, τα μαχαίρια κ ό,τι άλλο φονικό εργαλείο έχουν. Θα τους ψάξω πολύ καλά. Στη δουλειά μας δεν επιτρέπονται λάθη. Θα αφήσω αυτόν μόνο να μπει μέσα. Τους άλλους θα τους έχουμε τριγύρω με τα όπλα μας αναμμένα (φεύγει και φέρνει σε λίγο τον Κασομούλη).

ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ1: (μπαίνει στο δωμάτιο μαζί με τον αρχηγό της φρουράς και τους ασπάζεται όλους) Είμαι ο Νικόλας Κασομούλης από την Κοζάνη, έμπορος. Τελευταία δουλεύαμε στις Σέρρες, αλλά χάσαμε εκεί τη δουλειά μας. Σηκώσαμε επανάσταση κατά των Τούρκων πριν από μερικούς μήνες. Τώρα με τα παλικάρια αυτά εδώ από τη Σιάτιστα κατεβαίνω στο Μοριά. Σκέφτηκα όμως πρώτα να περάσω να σας δω.

ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ2: Καλά έκανες, ρε πατριώτη. Εμείς είμαστε αστυνόμοι των Τούρκων, αλλά είμαστε χριστιανοί. Άκουσα κι εγώ για την επανάσταση, αλλά δεν ήξερα τι ακριβώς έγινε. Με έστειλε πριν από λίγο καιρό γράμμα ένας ονόματι Εμμανουήλ Παπάς από τη Χαλκιδική, ζητούσε βοήθεια.

ΓΟΥΛΑΣ2: Αν είναι για ελευθερία, για καλό σκοπό, ακολουθώ κι εγώ. Τόσα χρόνια κοντά στους Τούρκους προκοπή δεν είδαμε. Οι καιροί όμως είναι πονηροί και αν κινηθούμε χωρίς μεγάλη δύναμη, θα μας λιανίσουν οι Τούρκοι. Τι λένε όμως οι άλλοι οι καπεταναίοι, βρήκες κανέναν;

ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ2: Είστε οι δεύτεροι που βρίσκω εδώ. Πέρασα πρώτα από το Μεταξά, είδα τους συναδέλφους σας τους Μπζιωταίους. Εμείς κινήσαμε στις Σέρρες την επανάσταση, στο Βέρμιο είναι έτοιμοι, στη Χαλκιδική βγήκαν όλοι στο κλαρί. Εκεί θέλω να πάω, να τους δω και μετά κατεβαίνω στο Μοριά. Θα έρθει κανείς μαζί μου;

ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ3: Θα σε δώσω τον αδερφό μου και μερικούς άλλους. Κι εμείς θα σηκωθούμε κατά των Τούρκων, μη σε νοιάζει. Φέρε όμως πρώτα από το Μοριά, άντρες, πολεμοφόδια, όπλα και παράδες. Για τους άλλους καπεταναίους μη σε νοιάζει. Θα τους γράψουμε να δούμε τι σκοπό έχουν. Γραμματικέ, πάρε πένα και χαρτί.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ1: Λέγε καπετάνιε. Προς Μπζιωταίους. Αγαπητοί πατριώτες, σας γράφω εγώ ο Διαμαντής Νικολάου, αρματολός του Ολύμπου. Πολλοί καπεταναίοι ξεσηκώθηκαν κατά των Τούρκων. Εμείς τι θα κάνουμε; Θα συνεχίσουμε να τους υπηρετούμε; Άνθρωπός μας θα πάει κάτω στο Μοριά να φέρει ενισχύσεις, λεφτά και τα αναγκαία του πολέμου. Όταν έρθουν εδώ, τι θα κάνουμε; Αποκριθείτε στο μήνυμά μου σύντομα και προσοχή να μη σας πάρουν χαμπάρι οι Τούρκοι. Σας φιλώ αδερφικά.

ΓΟΥΛΑΣ3: Γραμματικέ, συμπλήρωσε κι από μένα δύο λόγια. Γράψε: εγώ ο Γούλας Δράσκου, αρματολός του Ολύμπου, στέλνω χαιρετίσματα. Αγαπητοί καπεταναίοι, όλα τα μέρη έχουν ξεσηκωθεί κι εμείς ακόμα καθόμαστε χωρίς να κάνουμε τίποτα. Σήμερα μας ήρθαν 30 Σιατιστινοί και πάνε στη Χαλκιδική για ενίσχυση στους εκεί επαναστάτες. Τι έχετε στο νου σας να κάνετε; Περιμένω απόκρισή σας σύντομα.

ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ3: Αδέρφια καπεταναίοι, ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Δώστε με έναν οδηγό να μας κατεβάσει ως τη θάλασσα, να βρούμε ένα καράβι για τη Χαλκιδική. Εύχομαι σύντομα να ανταμώσουμε. Θα γυρίσω φέρνοντάς σας όλα τα απαραίτητα για τον αγώνα μας.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ2: Αδέρφια, δεν είμαι σαν κι εσάς άνθρωπος των όπλων, αν ήμουν θα σας ακολουθούσα. Ζηλεύω πολύ. Μ΄ αρέσει η μυρουδιά του μπαρουτιού, η κλαγγή των όπλων, αλλά είμαι άμαθος στις κακουχίες και διστάζω. Σας ζηλεύω πολύ!

 

 

ΠΡΑΞΗ Γ΄: Ποιος Όλυμπος;

ΠΡΟΣΩΠΑ

  1. ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (στολή Ρώσου αξιωματικού)
    2. ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ (υπασπιστής β΄ του Υψηλάντη,στολή Ρώσου αξιωματικού)
    3. ΣΑΛΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ (υπασπιστής α΄ του Υψηλάντη, στολή Ρώσου αξιωματικού)
    4. ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (έμπορος, επαναστάτης, άσπρη φουστανέλα)
    5. ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (αρματολός Ολύμπου, μαύρη φουστανέλα)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Οκτώβριος 1821. Ο Κασομούλης από τον Όλυμπο που είδε τους καπεταναίους πέρασε στη Χαλκιδική. Από κει με ένα καράβι φτάνει στην Ύδρα και μετά βγαίνει στην Πελοπόννησο. Συναντάει τον Δημήτριο Υψηλάντη στο Άργος, μερικούς οπλαρχηγούς στην Τρίπολη και ξαναγυρνά στον Υψηλάντη να ζητήσει ενίσχυση. Αυτός του δίνει τον υπασπιστή του και λίγα πολεμοφόδια. Από κει με ένα καράβι γυρνούν στα νησιά να στρατολογήσουν εθελοντές και να συλλέξουν λεφτά. Αργότερα έρχονται στη Μακεδονία.
(ο Υψηλάντης κάθεται μόνος σε τραπέζι σε ένα δωμάτιο και συλλογίζεται)
(χτυπά η πόρτα και μπαίνει ο υπασπιστής β΄)

ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ1: Πρίγκιπα, έφτασαν δύο άτομα και θέλουν να σε δουν. Λένε ότι είναι από τον Όλυμπο, Έλυμπο, κάπως έτσι. Είπαν ότι έχουν ξαναρθεί.

ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ1: Όλυμπο είπες; κάπου την άκουσα αυτή τη λέξη! Α, μήπως είναι ένας με φαρδύ πρόσωπο μαζί με έναν άλλο με μαύρη φουστανέλα; Σαν κάτι να θυμάμαι, πριν λίγο καιρό πράγματι πέρασαν.

ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ2: Σωστά μιλάς. Τώρα θυμάμαι κι εγώ. Ο Νικόλαος Κασομούλης. Ζητούσε άντρες, πολεμοφόδια και λεφτά. Να βρούμε κι ένα καράβι για να πάνε στην πατρίδα τους, πολύ προς τα πάνω.

ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ2: Έχω φόρτο εργασίας, φόρτο εργασίας, όπως πάντα. Αλλά φέρε τους για λίγο μέσα, να δω τι επιτέλους θέλουν. Αν μπορούμε να τους βοηθήσουμε, έχει καλώς. (Φεύγει ο υπασπιστής)

ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ1: (Μπαίνει μέσα χτυπώντας πρώτα τη θύρα) Πρίγκιπα, σε χαιρετώ. Με λένε Νικόλαο Κασομούλη, είχα ξαναπεράσει από δω. Έρχομαι από τους επαναστάτες του Ολύμπου, της Χαλκιδικής και του Βερμίου. Ζητάμε άνδρες, τρόφιμα, όπλα και λεφτά. Για να μη σβήσει η επανάσταση που ξεκινήσαμε.

ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ3: Οι άλλοι που συνάντησες τι σου είπαν; Θυμάμαι ότι ο Κουντουριώτης στην Ύδρα κάτι σου υποσχέθηκε.

ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ2: Ναι. Στην Τρίπολη όμως που πήγα σε μια συνάντηση των καπεταναίων, μόνον ο Οδυσσέας Αντρούτσος με άκουσε. Οι άλλοι δεν ήξεραν αν υπάρχει βουνό με το όνομα Όλυμπος και σε ποιο μέρος μάλιστα είναι. Δεν ξέρουν σχεδόν τίποτα πάνω από τη Λαμία, ακόμα πιο λίγα δεξιά από τα Γιάννενα. Απογοήτευση!

ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ4: Σε καταλαβαίνω. Όμως μη απογοητεύεσαι. Υπασπιστή! (φωνάζει και μπαίνει ο υπασπιστής β΄). Πες, σε παρακαλώ, το Γρηγόρη να έρθει μέσα. (μπαίνει ο Γρηγόριος Σαλάς). Γρηγόρη, από σήμερα αναλαμβάνεις αρχηγός των επαναστατικών δυνάμεων στη Μακεδονία.

ΣΑΛΑΣ1: Μετά χαράς, πρίγκιπά μου! (χαιρετά) Θα τους βάλω όλους εκεί πάνω σε τάξη. Θα γίνουν στρατός κανονικός. Τι μαύρες φουστανέλες είναι αυτές που φορούν; Και τι όπλα αρχαία έχουν; Κάθε μέρα γυμναστική, ασκήσεις, παρελάσεις! Θα τους κάνω στρατό πραγματικό!

ΚΩΣΤΑΣ1: (κρυφά στον Κασομούλη) Ο, ρε, Νικόλα, αυτόν θα πάρουμε μαζί μας για πάνω; Θα μας κασμερεύουν οι καπεταναίοι. Δε χαμπαριάζει τίποτα από το δικό μας πόλεμο όπως φαίνεται. Τι να τον κάνουμε στο βουνό; Θα τον φαν αμέσως οι Τούρκοι!

ΣΑΛΑΣ2: (γυρίζει στους Κώστα και Νικόλα) Τι λέτε εσείς οι δύο; Είμαι έτοιμος (σιάζει τη στολή του). Θα παραγγείλουμε πρώτα μια σημαία, γιατί χωρίς όνομα και λογότυπο δεν υπάρχουμε. Μερικά πυρομαχικά θα βρούμε να πάρουμε μαζί. Όσο για άντρες θα μαζέψουμε κανέναν από τα νησιά, τώρα που θα πάμε με τα καράβια. Σας αφήνω και πάω να ετοιμαστώ.

(Φεύγει. Πίσω του ακολουθούν ο Κώστας και ο Νικόλας. Μετά στέκονται κάτω από τη σκηνή)

ΚΩΣΤΑΣ2: Ο ρε Νικόλα, και σημαία με γράμματα θα μας δώσει ο στρατηγός! Πάμε να φύγουμε γρήγορα! Ο ένας δε μας δίνει τίποτα, ο άλλος σχεδόν καθόλου, αυτός μας φορτώνει στρατηγό με υπασπιστές και παραϋπασπιστές. Πώς θα πείσουμε τους καπεταναίους να βγούνε στο κλαρί;

ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ3: Σε καταλαβαίνω, Κώστα. Αλλά αφού αρχίσαμε τον αγώνα, δε μπορούμε να σταματήσουμε. Το στρατηγό ας τον έχουμε μαζί. Θα μας φέρνει χρήμα, κύρος, αξία. Εμείς θα πολεμάμε όπως ξέρουμε, αυτός θα φαίνεται. Ας προσπαθήσουμε τώρα να μαζέψουμε εθελοντές, τρόφιμα και παράδες στα νησιά που πάμε. Να έχεις ηθικό ακμαιότατο. Η Λευτεριά θέλει θυσίες!

 

 

ΠΡΑΞΗ Δ΄: Γνωριμίες και λεφτά

ΠΡΟΣΩΠΑ

  1. ΜΕΧΜΕΤ ΕΜΙΝ (Τούρκος πασάς)
    2. ΒΕΝΙΑΜΙΝ (μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης)
    3. ΕΜΠΟΡΟΣ (Κοζάνης, φράγκικα ρούχα)
    4. ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΑΣ (Κοζάνης, στολή κοτσάμπαση)
    5. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ (Τούρκος απεσταλμένος του Δράμαλη)
    6. ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ (του Μεχμέτ Εμίν πασά)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ: τέλη άνοιξης του 1822. Μετά την καταστροφή της Νάουσας από τους Τούρκους ο αρχηγός τους Μεχμέτ Εμίν ή Εμπού Λουμπούτ πασάς κατευθύνεται με το στρατό του στην Κοζάνη. Οι πρόκριτοι της πόλης προσπαθούν να τον εξευμενίσουν. Του φέρνουν δύο άριστα μουλάρια, δώρα διάφορα και λεφτά. Αφού βάλουν φίλους τους Τούρκους τοπικούς αξιωματούχους να μεσολαβήσουν, επισκέπτονται και αυτοί τον Μεχμέτ Εμίν, που έχει καταλύσει σε ένα αρχοντικό σπίτι της Κοζάνης.

(ο Μεχμέτ Εμίν κάθεται μέσα σε αρχοντικό σπίτι της Κοζάνης. χτυπά η πόρτα και μπαίνει ο υπασπιστής)

ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ1: Πασά, ήρθαν τρεις άπιστοι και ζητάν να σε δουν. Ο ένας από αυτούς φορά ράσο. Ο άλλος έχει δική μας στολή. Ο τρίτος φορά φράγκικα ρούχα. Να τους πω να περάσουν;

ΜΕΧΜΕΤ ΕΜΙΝ1: Βέβαια, αυτούς περιμένω. Γι αυτό ήρθα εδώ στην Κοζάνη. Να δούμε τι θα πουν. Είναι τελικά ανακατεμένοι με την επανάσταση ή όχι. Για να δούμε τι θα πουν!

(έρχονται ο Βενιαμίν, ο έμπορος και ο δημογέροντας, χαιρετούν με τεμενάδες και κάθονται κάτω)

ΒΕΝΙΑΜΙΝ1: Πολυχρονεμένε μας πασά. Ήρθαμε να υποβάλλουμε τα σέβη μας. Έχεις χαιρετίσματα από το φίλο μου το Χατζή Χαλήλ αγά, φρούραρχο Ελασσόνας, Σερβίων, Κοζάνης και Γρεβενών. Έχει πει τα καλύτερα για σένα

ΕΜΠΟΡΟΣ1: Πολυχρονεμένε μας πασά, φέραμε και μερικά δώρα για σένα, για να δείξουμε την εκτίμηση που τρέφουμε προς το πρόσωπό σου. Η φήμη σου είναι ξακουστή , όπως και η καλοσύνη σου.

ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΑΣ1: Πολυχρονεμένε πασά, έχεις χαιρετίσματα από το Ζαήρ μπέη και το Κιολομέτ Σαρήγγιολου, πολύ φίλους μου. Όσα μας κατηγορούν ότι υποστηρίξαμε τους κλέφτες είναι ψέματα. Εμείς είμαστε πάντα πιστοί στο σουλτάνο και ποτέ δεν αθετούμε το λόγο μας.

ΜΕΧΜΕΤ ΕΜΙΝ2: Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια, τα χαιρετίσματα και τα δώρα, όμως, αυτά που άκουσα μήπως ισχύουν; Οι επαναστάτες της Νιάουστας πέρασαν κι από την Κόζιανη από δω; Τους δώσατε τροφή, τους κρύψατε; Το ασκέρι που έχω μαζί μου με το ζόρι το κρατώ εδώ στην πόλη, να μη την καταστρέψει!

ΒΕΝΙΑΜΙΝ2: αποκλείεται, πασά μου. Εμείς πάντα είμαστε νομιμόφρονες απέναντι στην εξουσία. Οι κατσαπλιάδες της Νιάουστας δεν πέρασαν από την πόλη μας. Ποιος θα τους έδινε φαγητό, ποιος θα τους έπαιρνε στο σπίτι του; εμείς θέλουμε την ησυχία μας.

ΕΜΠΟΡΟΣ2: Με τέτοια άτομα δεν έχουμε πάρε δώσε εμείς, πασά. Κοιτάμε τη δουλειά μας και ο σουλτάνος μας συμπαραστέκεται, αφού μας επιτρέπει να εμπορευόμαστε με τις ξένες χώρες. Μόνο ζημιά κάνουν οι κλέφτες, γιατί να τους υποστηρίξουμε; Μας κατηγόρησαν άδικα Τούρκοι του τόπου εδώ, για εμπορικά συμφέροντα και μόνο.

ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΑΣ2: Πασά μου, πώς να έρθουν εδώ, αυτοί που γλίτωσαν από τη Νιάουστα; Στα Μπουτζάκια είναι τουρκικά τα χωριά, στα Καϊλιάρια τουρκικά, πώς θα περνούσαν αυτοί απαρατήρητοι; Εμείς, αν βλέπαμε κανένα, αμέσως θα το λέγαμε.

ΜΕΧΜΕΤ ΕΜΙΝ3: Ίσως έχετε δίκιο. Είναι λίγο απίθανο να ήρθαν εδώ επαναστάτες από τη Νιάουστα. Μήπως όμως τους τροφοδοτούσατε πιο πριν;

ΒΕΝΙΑΜΙΝ3: Μα τι λες, πασά μου; Τι σχέση έχουμε εμείς με αυτούς; Αυτοί ξεσηκώθηκαν πριν από δύο χρόνια, αλλά καμιά βοήθεια δεν προσφέραμε στους αποστάτες. Σε είπα, θέλουμε την ησυχία μας!

ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ2: (μπαίνει μέσα) Πασά, ήρθε ένας δικός μας, απεσταλμένος από το Μαχμούτ πασά Δράμαλη. Να τον αφήσω να μπει; (φεύγει, έρχεται ο σύνδεσμος)

ΜΕΧΜΕΤ ΕΜΙΝ4: Ναι. Βγείτε έξω για λίγο εσείς. (φεύγουν οι τρεις Κοζανίτες, μπαίνει ο σύνδεσμος)

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ1: Πασά, ο Μαχμούτ πασάς σε στέλνει πολλά χαιρετίσματα. Με έδωσε αυτό το γράμμα για σένα. Είπε να το ανοίξεις αμέσως χωρίς καμιά χρονοτριβή. Πάρτο (δίνει το γράμμα και φεύγει)

ΜΕΧΜΕΤ ΕΜΙΝ5: (ανοίγει το γράμμα, διαβάζει. Γελάει και μονολογεί) Το ήξερα, ο Μαχμούτ θέλει να μη καταστρέψω την Κόζιανη. Οι κάτοικοί της είναι νομιμόφρονες στους Τούρκους. Αλλά αν δε μας χρειαζόταν σαν σταθμός στις διάφορες εκστρατείες μας, θα την είχα διαλύσει δέκα φορές! (φωνάζει) Υπασπιστή! (έρχεται μέσα ο τελευταίος) Φώναξε τους Κοζανίτες μέσα (μπαίνουν αυτοί).
Τι γλιτώσατε ακόμα μία φορά. Προσέξτε όμως καλά, μην ακούσω το παραμικρό, δεν θα αφήσω πέτρα στην πέτρα πάνω!

ΤΡΕΙΣ ΚΟΖΑΝΙΤΕΣ ΜΑΖΙ: Ευχαριστούμε, πολυχρονεμένε πασά. Ξέραμε την ευσπλαχνία σου. Ποτέ εμείς δε θα προδώσουμε το σουλτάνο.

 

Για τη συγγραφή του σεναρίου μελετήθηκαν οι εξής εργασίες:

Κασομούλης Νικόλαος, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 -1833, Αθήναι 1939

Κασομούλης Νικόλαος, Ημερολόγιον, Βαγιονάκης, Αθήναι 1968

Λιούφης Παναγιώτης, Ιστορία της Κοζάνης, Βάρτσος, Αθήναι 1924

Κωστόπουλος Αριστοτέλης, Η συμβολή της Δυτικής Μακεδονίας εις τους απελευθερωτικούς αγώνας του Έθνους, ΣΓΚΤΝΚ, Κοζάνη 1970

Ξανθοπούλου Άρτεμη, «Η επανάσταση του 1821 και η Μακεδονία», Η νεότερη και σύγχρονη Μακεδονία, ιστορία –οικονομία –κοινωνία –πολιτισμός, Παπαζήσης, Παρατηρητής, Αθήνα χ.χ., σ. 458-477

 

Ετικέτες: , , ,