«

»

Δεκ 08 2010

«Του Νεκρού Αδερφού» : Σημειώσεις

Πώς τα πρόσωπα βιώνουν το θάνατο

Η πρώτη απουσία που καταγράφεται, του πατέρα, δημιουργεί το κλίμα της συγκρατημένης αισιοδοξίας και ευτυχίας. Η απουσία αυτή διαταράσσει την αρμονία του μαγικού αριθμού και των πολλαπλασίων του 12.  Η απουσία του ενός δημιούργησε συσπείρωση των εναπομεινάντων μελών στρέφοντας την προσοχή και ορίζοντας  ως στόχο την ευτυχία της κόρης , της μικρότερης που θ’ αποτελέσει εγγύηση για τη διαιώνιση της ζωής. Στα πλαίσια του αγεωγράφητου και άχρονου χωροχρόνου του ποιήματος, που συνιστά μια οικουμενική διαχρονικότητα, η προσοχή επικεντρώνεται  στην άγουρη, αθώα και ανέγγιχτη ομορφιά και τιμή της μοναχοκόρης, που πρέπει να διαφυλαχτεί ως κόρη οφθαλμού. Με τη γνωστή οικονομία το δημοτικού τραγουδιού και τη φιλοσοφική διάσταση του δυναμικού χρόνου, που τον βιώνουμε ανάλογα με τις εμπειρίες μας και τα συναισθήματά μας και όχι στο στατικό χώρο που ορίζουν οι δείχτες του ρολογιού, φτάνει η στιγμή που θα οριστεί η ευτυχία της κοπέλας. Ευτυχία σημαίνει γάμος. Αν η κοπέλα πεθάνει άγαμη, θεωρείται ότι παντρεύεται το χάρο. Έτσι με βάση τις λαϊκές δοξασίες με το προξενιό και τον επικείμενο ή προσδοκώμενο γάμο η έννοια του θανάτου απομακρύνεται, αλλά δεν αποσοβείται εντελώς, καθώς τη ζωή της νυμφευμένης  μπορεί ν’ αγγίξει ο θάνατος άλλου προσώπου, και τον ευτυχισμένο, ανέμελο νυμφευμένο βίο της μπορεί να διακόψει και να διασαλεύσει ένας ενδεχόμενος θάνατος της οικογένειας.

Τα όρια ζωής και θανάτου συγχέονται

Ο πατέρας είναι ένας υποθετικά νεκρός λόγω της αναιτιολόγητης απουσίας του

Η Αρετή είναι μια ζωντανή νεκρή, εφόσον ζει άβουλη και ανελεύθερη, φυλακισμένη μακριά από την πραγματική ζωή στην πατρική εστία, αλλά και στη συζυγική οικία, ζώντας (ποιητικά)  μόνο το χρόνο του σκοταδιού που προσιδιάζει στο χρόνο του θανάτου

Οι 9 αδελφοί αιφνίδια και αναίτια μετατρέπονται από ζωντανοί σε νεκρούς

Απ αυτούς εντοπίζονται οι εξής καταστάσεις

Ο Κωνσταντής είναι ζωντανός, νεκρός (αναίτια, παράλογα και απροσδόκητα), νεκροζώντανος (αφύσικα και φρικιαστικά), νεκρός (λυτρωτικά επιστρέφοντας εκεί που ανήκει).

Η μάνα είναι μια δυστυχισμένη ζωντανή – νεκρή από τη στιγμή που θα χάσει τους γιους της ή από τη στιγμή που θα απομακρυνθεί η κόρη της και θα καταλήξει μια λυτρωτικά νεκρή.

Τελικά ο τελευταίος στίχος τι γεύση αφήνει στον αναγνώστη;

Είναι η ζωή που κρύβει μέσα της το θάνατο ή ο θάνατος που κρύβει μέσα του τη ζωή; Πιστεύω ότι δεν περιμένετε ούτε από μένα ούτε από κανέναν άλλο να σας δώσει απάντηση, ίσως ούτε κι από τον εαυτό σας.

Όταν ο Κωνσταντής δίνει όρκο στη μητέρα του, η μοίρα της Αρετής, αλλά και της μάνας, έχει σφραγιστεί οριστικά και τελεσίδικα. Η ανύπαρκτη συμμετοχή, η άβουλη απουσία της κόρης, αλλά και η αποτυχημένη προσπάθεια αντίστασης της μητέρας η οποία επιστρατεύσει  τόσο λογικά όσο και συναισθηματικά επιχειρήματα δεν είναι ικανές ν’  αλλάξουν την προδιαγεγραμμένη μοίρα .

Είναι τυχαίο άραγε ότι οι δυο γυναικείες παρουσίες , οι λιγότερο ελεύθερες να ορίσουν τη ζωή τους και επομένως οι λιγότερο υπεύθυνες, είναι αυτές που υποφέρουν περισσότερο; Κι όσο μικρότερη ελευθερία και ευθύνη φέρεις, τόσο μεγαλύτερο  το πάθος, τόσο εντονότερη η τραγικότητα. Είναι τυχαίο άραγε ότι η ζωή είναι γένους θηλυκού, ενώ ο θάνατος γένους αρσενικού; (Κακριδής)

Έτσι ο Κωνσταντής ως άτομο που επιφορτίστηκε την ευθύνη της ζωής της αδελφής του και δεσμεύτηκε με τον ιερό όρκο που συγχωνεύει ΑΕ παγανιστικές και χριστιανικές αντιλήψεις χρεώνεται ένα τίμημα που καταρχήν δε φαντάζει ως τίμημα, αλλά ως απελευθέρωση: «να ζήσει» ένα βράδυ, για να επιστρέψει την αδελφή του στη μάνα του. Η αμφισημία «στη μάνα μας  να πάμε» για τον υποψιασμένο αναγνώστη που γνωρίζει ότι αυτό πρακτικά είναι ανέφικτο, παράλογο και αφύσικο, προοικονομεί το μαρτύριο της Αρετής , το πέρασμα από την άγνοια στη γνώση, το οδοιπορικό αγωνίας δίπλα σ’ ένα νεκρό.

Η παραβίαση αυτού του φυσικού νόμου λογικά θα επιφέρει τιμωρία στα πρόσωπα που συμμετείχαν στη διασάλευση της τάξης:

στη μάνα που έχει βαριά ευθύνη, γιατί με τις κατάρες της προκάλεσε τη νεκρανάσταση του Κωνταντή, η οποία πεθαίνει, αφού βιώσει μια ζωή ως θάνατο, ζώντας ως ζωντανή νεκρή.

Στην Αρετή, που συμμετέχει στη διασάλευση της τάξης αυτής, συνυπάρχοντας για ένα κρίσιμο διάστημα μ’ να νεκρό, ζώντας τις πιο φρικιαστικές της ζωής της

Οι κατάρες της μάνας αναγκάζουν τον Κωνσταντή να νεκραναστηθεί, να περάσει από τον κύκλο του θανάτου στον κύκλο της ζωής. Όμως η πορεία αυτή κατά τις χριστιανικές αντιλήψεις είναι αδύνατη. Λογική, φυσική και αναγκαία αποδεχτή είναι μόνο η αντίστροφη πορεία, η οποία είναι μοναδική (άπαξ συμβαίνουσα) με μονόδρομη πορεία , και όχι αμφίδρομη. Σε αντίθεση με τις χριστιανικές αντιλήψεις η ελληνική μυθολογία βρίθει από παραδείγματα αμφίδρομης πορείας.

Η πορεία  της Αρετής από την άγνοια στη γνώση γίνεται βήμα προς βήμα, και είναι αργή, σταδιακή και βασανιστική και στο τέλος η αλήθεια είναι άρρητη και ανείπωτη. Η Αρετή δε λέει πουθενά τα πράγματα με τα’ όνομά τους . Ο αφηγητής που έχει τα πρωτεία σ’ όλο το ποίημα στη σκηνή του οδοιπορικού έντεχνα και διπλωματικά αποχωρεί παύοντας να σχολιάζει, ξέροντας να σιωπά στα δύσκολα, αναλαμβάνοντας μόνο τον τυπικό ρόλο του δημοσιογράφου που δίνει το μικρόφωνο πότε στον ένα και πότε στον άλλο.  Η αριθμολογία είναι έντονα προσεγμένη: 5 διάλογοι Αρετής – Κωνσταντή με 3 διαλόγους που προκλήθηκαν από τα ερεθίσματα των πουλιών ( ο αγγελιαφόρος της ΑΕ τραγωδίας ) συνήθως φέρνει στα δημοτικά τραγούδια άσχημες ειδήσεις, ο αγγελιαφόρος κακών  παραφράζοντας το μάντι κακών.

Ο αφηγητής γίνεται κάμερα που βλέπει και ακούει με τα μάτια και τα αυτιά της Αρετής . Το μοναδικό του σχόλιο είναι μοναχή της

Πώς δικαιολογείται η οργή της μάνας προς τον Κωνσταντή και πώς μπορούμε να δεχτούμε την ανάλγητη συμπεριφορά της να ταράξει τον ύπνο του νεκρού;

Είναι η κόρη που έχασε και που θα ‘θελε τώρα κοντά της

Είναι η μοναξιά που βιώνει

Ή είναι ο πόνος του θανάτου που δεν μπορείς να τον αντέξεις μόνος και παραλογίζεσαι

Είναι η υπόσχεση που δεν τηρήθηκε

Είναι η διασάλευση των αξιών για τις οποίες παρείχαν εγγυήσεις ιερά πρόσωπα

Είναι η απλότητα του λόγου και όχι των νοημάτων που επιτρέπει στον καθένα να προβάλλει μέσα από τον τεράστιο καθρέπτη της που χωρά τους πάντες τις αντιλήψεις και τις ερμηνείες καθενός

Ένας γνήσιος φυσικός ζωντανός λαϊκός αληθινός κόσμος

Στο χώρο του πολέμου, άνθρωποι και ζώα αποφασίζουν να αντιμετωπίσουν ενωμένοι τον εχθρό, όταν διαπιστώνουν ότι κρίνεται η ζωή τους. Πώς άραγε να ερμηνεύσουμε την απουσία πολεμικής διάθεσης, παρά ως μια δεδομένη παραδοχή μειονεκτικότητας προς έναν σαφώς  ισχυρότερο εχθρό, που συν τοις άλλοις είναι ύπουλος, γιατί είναι άγνωστος =αόρατος (α
στερητικό +<όραση). Βλέπουμε = διαπιστώνουμε μόνο τα αποτελέσματά του, τις απουσίες που αφήνει στο πέρασμα του (οξύμωρο, ε; βλέπουμε τις απουσίες)Λυπάμαι που θα διαφωνήσω με το Ρίτσο (οποίον θράσος εκ μέρους μου!):       Κι ο θάνατος μια πρόσθεση, όχι αφαίρεση. Για το Ρίτσο είναι πρόσθεση, εφόσον βλέπει από την οπτική γωνία του θανάτου: ο θάνατος
προσθέτει στη λίστα του. Για μένα, και υποθέτω με αρκετή σιγουριά και για όλους τους ανθρώπους, ο θάνατος  είναι μια αφαίρεση – απουσία.
Να θυμηθώ στο δημοτικό του νεκρού αδελφού ότι στον πρώτο κιόλας στίχο μέσα από την πρόσθεση εμφανίζεται αμέσως – αμέσως μια αφαίρεση
Μάνα(1)  με τους εννιά (9)  σου γιους και με τη μια σου κόρη (1)
1+9+1=11
11=12-1
Η απουσία που προσμετράται (υπολογίζοντας τον πανταχού παρόντα στη δημοτική ποίηση  νόμο των τριών – πολλαπλασίων του τρία) είναι του πατέρα. Από τον πρώτο στίχο  κιόλας διαπιστώνουμε το πρώτο χτύπημα του θανάτου, που είναι μια απουσία που βαραίνει τα εναπομείναντα πρόσωπα, προκαλώντας την ορφάνια τους, την έλλειψη προστάτη απέναντι σε ένα
πανίσχυρο εχθρό. Αν ο ισχυρός προστάτης πρώτος υπέκυψε στο χτύπημα του ισχυρού αντιπάλου, τι μπορούμε να αναμένουμε από τα προστατευόμενα (που έχουν πάψει πια να είναι προστατευμένα) μέλη της οικογένειας; Και πράγματι σε πολύ σύντομο χρόνο, όπως φαίνεται από τη συστολή του χρόνου της αφήγησης,  9 άνδρες(=παλικάρια, γενναίοι)  θερίζονται από
το χτύπημά του αφήνοντας την απαρηγόρητη μάνα σαν καλαμιά στον κάμπο. Ανακεφαλαίωση: 1 απουσία του πατέρα και 9 απουσίες των γιων= 10 απουσίες

Συμπέρασμα: έχουν απομείνει 2 παρουσίες: μάνα και κόρη
Και όχι μόνο αυτό, αλλά στο πλαίσιο των ιστορικών – κοινωνικών συνθηκών του ποιήματος ο ανδρικός πληθυσμός, ο μάχιμος πληθυσμός, άφησε με την απουσία του ανυπεράσπιστο το γυναικείο- άμαχο πληθυσμό της οικογένειας (μάνα και κόρη) και επιπλέον διασπασμένο, ώστε να μην μπορούν να εφαρμόσουν καν το η ισχύς εν τη ενώσει, ή τουλάχιστον να βρει παρηγοριά
κλαίγοντας η μια στην αγκαλιά της άλλης. Η αίσθηση της αδυναμίας του άμαχου άραγε εκφράζεται στην προοικονομία – αρνητική στάση της μάνας στον επικείμενο γάμο (αποξένωση για την ίδια) της κόρης της; μετρώ σε τρεις μόλις στίχους(πάλι ο νόμος των τριών) 5 φορές ξεν-
«Μάνα μου κι ας τη δώσουμε την Αρετή στα ξένα,
Στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
Αν πάμε εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.»)

Η ταυτόχρονη παρουσία –απουσία του Κωνσταντή αποτελεί βέβαια διασάλευση της φυσικής τάξης και οδηγεί τα πρόσωπα που υπεύθυνα ή ανεύθυνα συμμετέχουν σ’ αυτήν να δεχτούν τις συνέπειες – τιμωρία = το δικό τους θάνατο: τη μάνα που με τις κατάρες της προκάλεσε τη νεκρανάσταση του Κωνσταντή (υπεύθυνη)και την κόρη που αναγκάστηκε να βιώσει μια δραματικό – τραγική συμπόρευση με το νεκρό  Κωνσταντή (ανεύθυνη).
Ο κοινός τους θάνατος πέρα από την αίσθηση παντοδυναμίας του θανάτου που αφήνει ως πικρή γεύση στα χείλη μας, μήπως υποδηλώνει την άποψη ότι ούτε το μοίρασμα (ή διπλασιασμός;) του πόνου της απουσίας = θανάτου είναι μια ικανοποιητική στάση;
Μήπως αφήνει τη μοιρολατρική εντύπωση της επίγειας μοναξιάς και παρηγορεί μόνο με τη λυτρωτική χριστιανική  θεωρία της επανένωσης των προσώπων σε ένα χώρο που δεν είναι επίγειος, όμως για τον επί γης άνθρωπο συνεχίζει να παραμένει άγνωστος, επομένως δεν τον έχει βοηθήσει καθόλου να ρίξει φως στο σκοτάδι, αλλά απλά ενίσχυσε την πίκρα και τη μοναξιά του;

Λόγος και σιωπή στο δημοτικό τραγούδι του νεκρού αδελφού

Ένα πέπλο μυστικής σιωπής καλύπτει το πρόσωπο του πατέρα που δεν αναφέρεται πουθενά και δικαιολογημένα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται για ένα μονίμως απόν πρόσωπο, ένα νεκρό πρόσωπο.

Η Αρετή είναι ένα πρόσωπο που κινείται αποκλειστικά στο σκοτάδι και όσο μένει αποκλεισμένη από τον έξω κόσμο και το φως του ήλιου στο πλαίσιο της πατρικής (ή μητρικής;) οικίας στερείται την ελευθερία να κινείται, να σκέφτεται, να αισθάνεται, να αποφασίζει για τη ζωή της, ακόμα και να αγανακτεί, να διαμαρτύρεται, να μιλά καν. Η σιωπή της επιβάλλει το τίμημα που πρέπει να πληρώσει με το θάνατό της, αφού προηγουμένως έχει ζήσει οδυνηρές στιγμές συνύπαρξης μ’ ένα νεκρό.

Η Αρετή έφταιξε σε τίποτα ή είναι το θύμα που αναίτια και τραγικά πάσχει; Η έλλειψη βούλησης, η σιωπή είναι αρκετή να την καταδικάσει σε μια μοναξιά σε όλη της ζωή της, καθώς η συνύπαρξή της με άλλα πρόσωπα είναι ανύπαρκτη, παρά μόνο  με την αφύσικη μορφή του νεκραναστημένου Κωνσταντή; Ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, σχεδόν φυλακισμένο, για το καλό του, έχει τη δυνατότητα να αρθρώσει λόγο και μάλιστα επαναστατικό προς ισχυρότερες δυνάμεις τουλάχιστον τις ορατές ( τη μητέρα και τους 9 αδελφούς της);

Το τίμημα της σιωπής πληρώνουν και τα 8 αδέλφια που δε διεκδικούν τα δημοκρατικά δικαιώματα της αντίθετης ψήφου τους, αλλά επαναπαύονται ή υποτάσσονται στη βούληση άλλων αφήνοντας τη ζωή να κυλήσει ερήμην τους, συμβάλλοντας  με την παραίτησή τους στη μοναχική ζωή της Αρετής κατά τον έγγαμο βίο της.

Η μητέρα παρά τις καλές της προθέσεις να κάνει το καλύτερο για την κόρη της διαφυλάσσοντας την ομορφιά και την τιμή της κάνει το μεγάλο λάθος να μην υπολογίζει καθόλου τη σκέψη και τα συναισθήματά της, αλλά να ενεργεί με μια κτητικότητα στην αγάπη της και αφού την διασφαλίσει τότε μόνο συναινεί σ’ αυτό το γάμο.

Το τίμημα που πληρώνει ο Κωνσταντής, ο οποίος υφίσταται και τη μεγαλύτερη ποινή, όχι μόνο του θανάτου, ως στέρησης του φωτός και της ζωής, αλλά της νεκρανάστασης, της βίωσης του νυκτερινού σκότους ή ημίφωτος, προκύπτει από το αμάρτημα να σκέφτεται και να ενεργεί με γνώμονα το συμφέρον του και όχι τα συναισθήματα του επιβάλλοντάς τα στους άλλους, έστω και δια της πειθούς, χωρίς να τους υπολογίσει καθόλου, αναλαμβάνοντας με μεγάλη ευκολία επί ματαίω το όνομα ιερών προσώπων στο στόμα του με τον όρκο του.

Ο αναγνώστης βουβός κι αυτός παρακολουθεί την τραγωδία που εξελίσσεται στους στίχους του ποιήματος περιμένοντας την αναμενόμενη καταστροφή, από την οποία όμως θα βιώσει το πάθος των άλλων με ανακούφιση, εφόσον θα έχει γίνει μάθος για τον ίδιο, ώστε να μη χρειαστεί να το κάνει ο ίδιος.

Τα στοιχεία μιας τραγωδίας,

στην οποία τα πρόσωπα αθώα, ανυποψίαστα πάσχουν και καταστρέφονται

προκαλώντας τον έλεό μας

και στο τέλος την κάθαρση,

αφού θεατής της τραγωδίας, στον οποίο απευθύνεται  το ποίημα, είναι ολόκληρος ο λαός,

τραγική ειρωνεία, εφόσον ο αναγνώστης – ακροατής γνωρίζει , ενώ οι ήρωες αγνοούν

πορεία κλιμακούμενης έντασης, που οδηγείται στην κορύφωση για να καταλήξει στη λύση

η διασάλευση της φυσικής τάξης (ζωής – θανάτου) αποδεκτή εν μέρει στους ΑΕ, είναι απαράδεκτη στους ΝΕ, εξαιτίας της μεσολάβησης του χριστιανισμού

Όσο η Αρετή εκφράζει εντονότερα την ανησυχία της για τον Κωνσταντή  στο ταξίδι της επιστροφής, τόσο εκείνος αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει πειστικότερα επιχειρήματα. Συμφωνείτε με την άποψη αυτή;

Λειτουργεί ως μοτίβο που αποτελείται από τρία μέρη:

αφηγητής – εξωτερικό ερέθισμα

διατύπωση ερώτησης από την Αρετή

απάντηση – δικαιολογία του Κωνσταντή

α)

3 αφηγητής

1 τα πουλιά

1 Αρετή

1 Κωνσταντής
-Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος;

-Άκουσες, Κωνσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;

-Πουλάκια είν’ κι ας κελαηδούν, πουλάκια είν κι ας λένε

β)

1  αφηγητής

2 τα πουλιά

2 Αρετή

1 Κωνσταντής

Και παρακεί που πήγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε

-Δεν είναι κρίμα κι άδικο παράξενο μεγάλο

να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους;

- Άκουσες Κωνσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια,

πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους;

- Απρίλης είν και κελαηδούν και Μάης και φωλεύουν

γ)

1Αρετή

2 Κωνσταντής

- Φοβούμαι σ΄, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.

- Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Άι- Γιάννη,

κι εθύμιασε μας ο παπάς με περισσό λιβάνι

δ)

1 αφηγητής

2 τα πουλιά

1 αφηγητής

1 Αρετή

1 Κωνσταντής

-Για δες θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο

τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος

-Άκουσες, Κωνσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;

-Άφησε, Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ’ ας λέγουν

ε)

2 Αρετή

1 Κωνσταντής

-Πες μου πού είν’ τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,

και τα σγουρά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;

-Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου

α)

3 αφηγητής               αρκετοί στίχοι, για να εισαγάγει το θέμα και να ενημερώσει τον αναγνώστη – ακροατή

1 τα πουλιά               διακριτική νύξη, μιλώντας γενικά, χωρίς να κάνουν λόγο για τα συγκεκριμένα πρόσωπα

1 Αρετή                      δειλή ερώτηση, χωρίς να τολμά να επαναλάβει τα λόγια

των  πουλιών

1 Κωνσταντής           δε σπουδαιολογεί την ερώτηση, αλλά προσπαθεί να την προσπεράσει ανώδυνα

β)

1  αφηγητής

2 τα πουλιά               επαναλαμβάνουν εντονότερα αυξάνοντας τον αριθμό των στίχων, μιλώντας ακόμα γενικά, αλλά τονίζοντας τη μεγάλη ηθική παραβίαση

2 Αρετή                      η επίταση του ερεθίσματος βρίσκει το στόχο του, και η Αρετή διατυπώνει την ερώτηση σε δυο στίχους, τολμώντας να επαναλάβει την ερώτηση των πουλιών, χωρίς όμως να κάνει το συσχετισμό με τα πρόσωπα

1 Κωνσταντής         αναγκάζεται να δώσει μια εξήγηση, η οποία όμως είναι άσχετη με το θέμα

γ)

1Αρετή                       χωρίς εξωτερικό ερέθισμα,, περνά άμεσα στο θέμα κάνο-       ντας απευθείας (σε β΄ πρόσωπο) το συσχετισμό. Δηλώνει το συναίσθημα (φοβούμαι σε) και αιτιολογώντας το προλαβαίνει πιθανή διαμαρτυρία, χρησιμοποιώντας όχι στοιχεία άλλων, αλλά δικά της εμπειρικά στοιχεία (όσφρησης), που δεν είναι όμως τα πλέον αξιόπιστα- αδιάσειστα

2 Κωνσταντής           αναγκάζεται να δώσει μια λογική και όσο γίνεται πειστική εξήγηση χρησιμοποιώντας λέξεις – φράσεις που στηρίζουν την επιχειρηματολογία του:  εχτές βραδίς = πρόσφατα, διαρκεί ακόμα, περισσό λιβάνι= δεν έχει εξαφανιστεί η δράση του

Στο σημείο αυτό ολοκληρώνεται το 1ο σχήμα του νόμου των τριών με κλιμάκωση, το τρίτο το καλύτερο, οπότε πρέπει να ξαναπάρουν τα πράγματα από την αρχή

δ)

1 αφηγητής

2 τα πουλιά               επειδή η επιχειρηματολογία του Κωνσταντή φαίνεται πειστική και ενδέχεται να επαναπαυτεί η Αρετή, τα πουλιά επανέρχονται με 2 στίχους

1 αφηγητής               για τον ίδιο λόγο και ο αφηγητής αναγκάζεται να επανεμφανιστεί

1 Αρετή                      η Αρετή ξαναπιάνει το νήμα των ερωτήσεων από την αρχή, το ίδιο δειλά χωρίς να συγκεκριμενοποιεί την ερώτηση

1 Κωνσταντής           κι αυτός προσπαθεί να προσπεράσει την ερώτηση, όπως στην αρχή, και έμμεσα προτείνει να αφήσουν το θέμα

ε)

2 Αρετή χωρίς εξωτερικό ερέθισμα αναδιπλώνει την ερώτηση (οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή), καθώς τα ερεθίσματα είναι οι δικές της εμπειρίες για την εμφάνισή του (οπτικές, που είναι οι πλέον αξιόπιστες =το βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια).

Αρχίζει από γενική περιγραφή της εμφάνισης και  συγκεκριμένα αναφέρει στοιχεία της ανδρικής ομορφιάς (=μαλλιά, μουστάκι) που παρουσιάζουν διαφοροποίηση.

τα κάλλη=  ομορφιά για όλους

και η λεβεντιά ένδειξη αρρενωπότητας

τα μαλλιά= στοιχείο ομορφιάς όλων των ανθρώπων

μουστάκι= διακριτικό του φύλου του

πάλι όμως δεν τολμά να διατυπώσει τη φοβερή λέξη που χρησιμοποίησαν επανειλημμένα τα πουλιά: πεθαμένος

1 Κωνσταντής  δίνει μια λογική αλλά αόριστη απάντηση, η οποία αποτελεί ένα μικρό μόνο μέρος της αλήθειας

Αυτή τη φορά ο νόμος των τριών δεν ολοκληρώνεται. ( Ουσιαστικά υπάρχει δύο φορές  το σχήμα νόμος των τριών, μόνο που στη δεύτερη περίπτωση απουσιάζει το τέλος που αποτελεί τον επίλογο συνολικά αυτής της ενότητας).   Θα ήταν ο επίλογος που θα δήλωνε αν η Αρετή πείστηκε ή όχι από τις δικαιολογίες του Κωνσταντή, όμως η επόμενη ενότητα στην αρχή της προϋποθέτει ότι το οδυνηρό οδοιπορικό για την Αρετή συνεχίστηκε χωρίς να τολμά να ομολογήσει στον αδερφό της, ίσως και στον ίδιο της τον εαυτό, τη φοβερή αλήθεια.

Η μυστηριώδης εξαφάνιση του Κωνσταντή έξω από την εκκλησία και η ταφόπλακα που βροντά ξανα-σφραγίζοντας τον τάφο και επαναφέροντας τη φυσική τάξη που είχε διασαλευτεί, βάζει βέβαια τέλος στην αγωνία της, καθώς δίνει σαφή απάντηση στις υποψίες της, όμως γκρεμίζει το δικό της επίγειο κόσμο και -σύμφωνα με τις λαϊκές αντιλήψεις-  προετοιμάζει το δικό της θάνατο, ως τιμωρία, αφού σ’ αυτή την παραβίαση της φυσικής τάξης συμμετείχε και η ίδια.

Η τελευταία απάντηση  του  Κωνσταντή είναι αποστομωτική και λογικά πειστική, καθώς μετά από αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει αντίλογος. Εκεί που φαινομενικά λοιπόν η λογική φαίνεται να έχει κλείσει το θέμα τα γεγονότα που ακολουθούν ,η εικόνα του χώρου της εκκλησίας η ήχος της ταφόπλακας φέρνουν συνειρμικά στο μυαλό της Αρετής όλα τα προηγούμενα στοιχεία τα οποία επεξεργαζόμενη λογικά και συνολικά μπορεί να συναγάγει το τελικό αποτέλεσμα. Η απορία δεν υπάρχει νόημα να διατυπωθεί, καθώς η απάντηση έχει δοθεί από τα ίδια τα γεγονότα. Έτσι η απάντηση του Κωνσταντή περιττεύει , αλλά και ο ίδιος δεν είναι παρών για να δώσει απάντηση. Το β μέρος του νόμου των τριών που θα ολοκλήρωνε τον αριθμό των 6 ενοτήτων δεν ολοκληρώνεται καθώς η σιωπή του ποιητή και των προσώπων, της Αρετής και του Κωνσταντή, είναι η καλύτερη απάντηση, ενώ ο αναγνώστης έχει μείνει άφωνος μπροστά στα διαδραματιζόμενα κι εξάλλου στο πλαίσιο της τραγικής ειρωνείας είναι γνώστης των γεγονότων.

Να εντοπίσετε πρόσωπα ή και γεγονότα  που παρουσιάζονται στο ποίημα, τα οποία αντιστρατεύονται τον κόσμο της πραγματικότητας και της φυσικής τάξης.

ο όρκος του Κωνσταντή

η κατάρα της μάνας

η νεκρανάσταση του Κωνσταντή

το ταξίδι του Κωνσταντή στη Βαβυλώνα (χρόνος και μέσα)

η ομιλία των πουλιών

η μυστηριώδης εξαφάνιση του Κωνσταντή

ο κοινός θάνατος μάνας και κόρης

Το πολιτιστικό φορτίο του ποιήματος που, ξεκινώντας από αρχαιοελληνικές αντιλήψεις και συνεχίζοντας με χριστιανικές αντιλήψεις, φτάνει μέχρι σήμερα

η θέση της γυναίκας

οι στενοί οικογενειακοί δεσμοί

ο λόγος – υπόσχεση

το μοιρολόι

τα βάσανα (πόλεμος, αρρώστα, θάνατος) που κατατρέχουν το λαό

η στενή σχέση με τη φύση

η απέχθεια για την ξενιτιά

η θαλπωρή της πατρικής εστίας

το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα

η επικράτηση του συναισθήματος έναντι της λογικής

η επικράτηση των εμπειρικών στοιχείων

Πρόσωπα της ΑΕ μυθολογίας που κατέβηκαν ζωντανά στον Άδη

  1. Ο Οδυσσέας, για να πάρει χρησμό από το μάντη Τειρεσία για την επιστροφή του στην πατρίδα του
  2. Ο Ηρακλής, επιτελώντας ένα από τους 12άθλους του, για να φέρει τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα
  3. ο Θησέας για να βοηθήσει το φίλο του Πειρίθο να αρπάξει την Περσεφόνη
  4. Ο Ορφέας, για να επαναφέρει στη ζωή τη γυναίκα του Ευρυδίκη
  5. Ο Άδωνις μοιράζοντας τη ζωή του στον πάνω και Κάτω κόσμο
  6. οι Διόσκουροι, Κάστωρ και Πολυδεύκης, εναλλασσόμενοι μέρα παρά μέρα στη ζωή και στο θάνατο
  7. Η Περσεφόνη, μοιράζοντας σε εξάμηνα τη ζωή της ανάμεσα στη μητέρα της Δήμητρα στον πάνω κόσμο και στο σύζυγό της Πλούτωνα στον Κάτω κόσμο

Μια παραλλαγή του «Νεκρού αδελφού», που  προέρχεται από την περιοχή Σωζοπόλεως – Αγαθουπόλεως, και ειδικότερα από το χωριό Κωστή.

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με την μια την κόρη
στα σκοτεινά την έλουζε , στ’ άφεγγα τη χτενίζει
και στο χρυσό ν’ αυγερινό , έπλεκε τα μαλλιά της
να μην το μάθει η γειτονιά και στείλει προξενήτες.
Προξενητάδες ήρθανε από την Βαβυλώνα
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.

Και η συνέχεια του τραγουδιού :

Γυρεύουν τόπο να σταθούν , αυλές να ξεπεζέψουν ,
γυρεύ’ν αργυροπάλουκα να δέσουν τ’ άλογά τους ,
γυρεύουν και την Αρετή πολύ μακρυά στα ξένα.
Όλα τ’ αδέλφια δεν θέλουν κι’ ο Κωνσταντίνος θέλει.
« — Ελάτες κι’ ας την δώσουμε την Αρετή στα ξένα ,
στα ξένα και στα μακριά και στου γαμπρού τα χέρια ,
να την φορέσουν μάλαμα κι’ όλο μαργαριτάρι ,
να βάλουν στο κεφάλι της διαμάντινο στεφάνι.
Δός την μάννα μ’, δόστηνε την Αρετή στα ξένα
να κάνουμε ξένους δικούς και ξένες παραμάνες
που είμ’ κι’ εγώ πραματευτής τυχαίνει και παγαίνω ,
για νάχει το άλογό μ’ ταγή και γω νάχω κονάκι».
Κι’ η μάννα της εφώναξε , τον Κωνσταντή της λέγει.
— Αν είνε λύπη ή χαρά ποιός πάγει να την φέρει ;
— Αν είνε λύπη ή χαρά το άλογό μου έχω ,
δάση βουνά θε να διαβώ , την Αρετή να φέρω.
Κι έστρεξε και έδωσε την Αρετή στα ξένα.
Τότ’ άλλαξε η Αρετή και βάζει τα χρυσά της ,
στους προξενήτες έτρεξε με λύπη με χαρά της.
Ήλθε πανούκλα φόνισσα η αντρογυνοχωρίστρα ,
μήνες οχτώ δεν πέρασαν τ’ αδέλφια οχτώ πεθαίνουν ,
και στις εννιά ο Κωνσταντής , το πρώτο παλλικάρι
κι’ απόμεινε η μάννα της σα φύλλο , σα κλωνάρι.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε , σ’ όλα μοιρολογούσε ,
στου Κωνσταντή τα χώματα νε έκλαιγε , νε θρηνούσε.
Ο ήλιος εβασίλευε κι’ η μάννα βλαστημούσε.
«Πέτρα να γίνεις Κωνσταντή , σίδερο να μη λυώσεις
που έστρεξες και έδωσα την Αρετή στα ξένα»
Ο Κωνσταντής σαν τ’ άκουσε βαριά τον βαρυφάνει ,
κάνει τα χέρια τιυ τσαπιά , τις απαλάμες φκυάρια
και το κιβούρι του άλογο και το καπάκι σέλλα
και τα καρφιά του κιβουριού , καλύβια στ’ άλογό του.
Βιτσιά τον μαύρο έδωσε , στην Αρετή παγαίνει ,
βρίσκει χορό τρικούβερτο , η Αρετή τον σέρνει.
— Ποιός είν’ αυτός όπου χτυπά , ποιός είνε που βροντάει ;
— Ξένος στη θύρα στέκεται , την Αρετή ζητάει.
Κατέβηκε η Αρετή τον ξένο της κοιτάζει.
— Ποιός είσαι συ , ω ξένε μου , και ποιό το όνομά σου ;
— Δεν είμ’ εγώ ο Κωνσταντής , το πρώτο σου αδέλφι ;
Για σήκω έλα , Αρετή , κι’ η μάννα σου σε θέλει.
— Πού είν’ Κωνσταντή , τα νειάτα σου , πού είν’ η ομορφιά σου;
πού είνε η ξανθή περτσιά
(1) , το μαύρο σου μουστάκι ;
— Αχ , βαριά αρρώστια πέρασα και πάγ’ η ομορφιά μου
κ’ έπεσε η ξανθή μ’ περτσιά , το μαύρο μου μουστάκι ,
άϊντε να πάμε , Αρετή , η μάννα μας σε θέλει.
— Αν και με θέλει για καλό , να πάγω ετσ’ πως είμαι
αν και με θέλει για κακό , να βουτηχτώ στα μαύρα.
— Άϊντε να πάμε , Αρετή , κι’ ας είσαι όπως είσαι.
Πάν’ στ’ άλογο τ’ την κάθησε , στη μάννα της την πάγει.
Στο δρόμο όπου πάγαιναν , πουλάκια κελαηδούσαν ,
δεν κελαηδούσαν σαν πουλί , μηδέ σα χελιδόνι
μόν’ κελαηδούσαν κι’ έλεγαν μ’ ανθρώπινη φωνίτσα.
— Για δες καημός που γίνεται εις τον επάν’ τον κόσμο ,
να περπατούν οι ζωνανοί με τις αποθαμένοι.
— Ακούς τί λένε τα πουλιά , ακούς τί λεν’ τ’ αηδόνια ;
— Άφσε , πουλιά ’ναι και λαλούν , πουλιά ’ναι και ας λένε.
Και στο χωριό που κόντεψαν , ο Κωνσταντής της λέγει.
— Άντε , Αρετή , στο σπίτι μας και κάνε το σταυρό σου
(και γω) θα συργιανίσω τ’ άλογό μ’ που θέλ’ να κασαντίσει.
Κι’ αν δεν πιστέψ’ η μάννα μου που σ’ έφερα στο σπίτι ,
να και το δαχτυλίδι μου , την πρώτη μ’ αρραβώνα.
Βλέπει την πόρτα σφαλιχτή , σφιχτά μανταλωμένη
και τα σπιτοπαράθυρα νάναι αραχνιασμένα.— Ποιός είν’ αυτός
που κρικελεί και την κρικέλα παίζει ;
— Εγώ είμαι , μανούλα μου , η μίκρο Αρετή σου.
— Αν είσαι συ η Αρετή κι’ αν είσαι η καλή μου
έλα να φάνεις το πανί σ’, τότε θα σε γνωρίσω.
Η πόρτ’ αμέσως
άνοιξε και μέσ’ τον λάκκο
(2) μπαίνει ,
τρεις σαϊτιές δεν έρριξε κι’ η μάννα της φωνάζει :
«Αυτές οι τρεις οι σαϊτιές μοιάζουν της Αρετής μου»
κι’ η μάννα την γκλυκοφιλεί και την γλυκορωτάει :
— Με ποιόνα ήρθες Αρετή μ’ για πές με την αλήθεια ;
— Ο αδερφός μου μ’ έφερε , ο πρώτος ο Κωνσταντίνος.
Κι’ η μάννα σαν το άκουσε , πέφτει , λιγοθυμάει
κι’ επάν’ στο λιγοθύμιασμα εβγήκε η ψυχή της.

(1) μπούκλα , (2) αργαλειός.

Διαφορές της παραλλαγής της Σωζοπόλεως – Αγαθουπόλεως

η «φυλάκιση « της Αρετής γίνεται για να μην τα στείλουν προξενιό από τη γειτονιά, προφανώς η Αρετή προορίζεται για κάποιον εκλεκτό γαμπρό

πλούτος και μεγαλοπρέπεια των προξενητάδων που προμηνύουν ένα πλούσιο και επιτυχημένο γάμο για τη Αρετή

ο Κωνσταντής εκτός από το προσωπικό του συμφέρον προβάλλει και την πλούσια τύχη που θα έχει η Αρετή , άρα η ευτυχία προϋποθέτει πλούτο

ο Κωνσταντής απευθύνεται στη μάνα και όχι σε όλο το οικογενειακό συμβούλιο

ο Κωνσταντής δε δίνει το φοβερό όρκο

παρουσιάζονται τα ανάμεικτα συναισθήματα της Αρετής, ενώ στο σχολικό κείμενο ούτε ο ποιητής αξιώνει να ασχοληθεί μαζί της

μαθαίνουμε την αιτία και το χρονικό διάστημα της απώλειας των 9 αδελφών

αναφέρεται λεπτομερειακά η κατάρα της μάνας στο Κωνσταντή

το μεταφορικό μέσο που χρησιμοποιεί ο Κωνσταντή είναι πιο φρικιαστικό

περιγράφεται και η έξοδος του από τον τάφο

η Αρετή φαίνεται να περνά ευτυχισμένη ζωή στη Βαβυλώνα και δεν είναι μόνη της

δεν αναγνωρίζει τον Κωνσταντή και όταν εκείνος ομολογεί την ταυτότητά του εκείνη θέτει λογικά ερωτήματα που προκαλούν λογικές διαβεβαιώσεις από μέρους του αδελφού της

και στο διάστημα της επιστροφής όμως τα πουλιά επεμβαίνουν επικρίνοντας τη διασάλευση της φυσικής τάξης

ο Κωνσταντής αποχαιρετά την Αρετή όταν πλησιάζουν στο πατρικό σπίτι και της δίνει το δαχτυλίδι του να προσφέρει στη μητέρα του ως αποδεικτικό στοιχείο ότι εκτέλεσε την υπόσχεσή του

η μάνα ζητά πιστοποιητικά για να αναγνωρίσει την Αρετή και αυτό γίνεται μέσω του αργαλειού

μένει ασαφής η τύχη της Αρετής, καθώς δηλώνεται ο θάνατος μόνο της μητέρας

το ποίημα κινείται σε ένα περισσότερο λογικό παρά εξωλογικό περιβάλλον

παρουσιάζονται τυπικά στοιχεία των δημοτικών τραγουδιών, όπως οι αναγνωρίσεις ( το δαχτυλίδι του Κωνσταντή, η ύφανση από την Αρετή)

η Αρετή δεν είναι τόσο τραγικό πρόσωπο, καθώς όλοι θέλουν το καλό της και ίσως τελικά  οι θυσίες που υπέστη να μην πήγαν χαμένες,  και στο τέλος δε φαίνεται να πεθαίνει , αφήνεται όμως μια αοριστία ως προς την τύχη της

η απουσία όρκου από μέρους του Κωνσταντή δε δικαιολογεί την κατάρα της μάνας

η νεκρανάσταση του Κωνσταντή είναι φρικιαστική , ενώ ο ποιητικός εξωραϊσμός της στο σχολ. βιβλίο τη θέτει εκτός πραγματικότητας

Ερωτήσεις

Το τραγούδι αρχίζει με μια κατάσταση ευτυχίας. Πώς προσδιορίζεται αυτή;

Να αποδώσετε σε πεζό λόγο:

το θέμα της διαφωνίας του Κωνσταντή με τη μητέρα του

τα επιχειρήματα του κάθε συνομιλητή

Να παρουσιάσετε με στοιχεία του κειμένου την κοινωνική  θέση της γυναίκας, όπως φαίνεται μέσα στο ποίημα.

Ο Κωνσταντής με τον βαρύ του όρκο ανέλαβε κάποια δέσμευση.

Να εντοπίσετε τους στίχους που εκφράζουν τον όρκο και τη δέσμευση του Κωνσταντή.

Γιατί ο Κωνσταντής  δεν μπορούσε να τηρήσει τη δέσμευση που ανέλαβε;

Ποιο γεγονός επέτρεψε στον Κωνσταντή να εκπληρώσει τελικά τον όρκο του και με ποιο τίμημα;

Το ταξίδι επιστροφής έχει χαρακτηριστεί ως «οδοιπορικό αγωνίας» για την Αρετή. Συμφωνείτε με αυτό το χαρακτηρισμό; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.

Σε ποιους στίχους φαίνεται η ανησυχία της Αρετής στο ταξίδι επιστροφής της προς την πατρική εστία;

Ποια επιχειρήματα χρησιμοποιεί ο Κωνσταντής για να διασκεδάσει τις υποψίες της Αρετής;

Όσο η Αρετή εκφράζει εντονότερα την ανησυχία της για τον Κωνσταντή  στο ταξίδι της επιστροφής, τόσο εκείνος αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει πειστικότερα επιχειρήματα. Συμφωνείτε με την άποψη αυτή;

Να εντοπίσετε πρόσωπα ή και γεγονότα  που παρουσιάζονται στο ποίημα και τα οποία αντιστρατεύονται τον κόσμο της πραγματικότητας και της φυσικής τάξης.

Στο ποίημα όπως και σε πολλά άλλα δημοτικά τραγούδια απουσιάζει η μορφή του πατέρα. Πώς εξηγείτε την απουσία αυτή;

Σε ποιο χρόνο γίνεται το ταξίδι της επιστροφής στο πατρικό σπίτι; Ποια στοιχεία βρίσκουμε μέσα από το κείμενο; Υπάρχουν αρκετοί χρονικοί προσδιορισμοί στο ποίημα; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.

Ποιο από τα πρόσωπα του ποιήματος προκάλεσε περισσότερο τη συμπάθειά σας;

Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.

Ποια στοιχεία του ποιήματος προσδιορίζουν το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα πρόσωπα του ποιήματος;

Σχολιάστε