Εγκόλπιο Ορθής Γραφής : Ρήματα

ΡΗΜΑΤΑ

ΒΑΛΛΩ ΚΑΙ ΑΓΩ

Το ρήμα βάλλω (και τα σύνθετα του) γράφονται με δύο -λ- μόνον στον ενεστώτα και στον παρατατικό· στους άλλους χρόνους γράφεται με ένα -λ-. Γράφουμε:

βάλλω, έβαλλα· θα βάλω (μέλλων)· έβαλα, να βάλω (αόριστος)· έχω βάλει.

Το ρήμα άγω (στη δημοτική το ρήμα άγω απαντά μόνον σύνθετο με προθέσεις) σχηματίζει κανονικά τον ενεστώτα και τον παρατατικό, ενώ στον μέλλοντα και στον αόριστο παίρνει εσωτερικό αναδιπλασιασμό. Λέμε και γράφουμε:

συνάγω, προσήγε· θα εξαγάγω, εισήγαγα· έχω προσαγάγει.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Γράφουμε να/θα συμβάλλει με δύο -λ-, όταν με το ρήμα δηλώνεται διάρκεια ή επανάληψη:

υπόσχομαι να συμβάλλω εφεξής με τη συμπεριφορά μου στην τήρηση της τάξης· θα συμβάλλω, κάθε φορά που θα χρειάζεται, με τη συμπεριφορά μου στην τήρηση της τάξης.

Γράφουμε να/θα συμβάλει με ένα -λ-, όταν με το ρήμα δηλώνεται κάτι στιγμιαίο, που θα συμβεί μία μόνον φορά:

δυστυχώς δεν μπορώ να συμβάλω σε αυτήν την επιχείρηση· θα συμβάλω όσο μπορώ στην πραγματοποίηση των σχεδίων σου.

Γράφουμε να/θα συνάγει, όταν με το ρήμα δηλώνεται διάρκεια ή επανάληψη:

ο καθένας πρέπει να συνάγει καθημερινώς τις συνέπειες της συμπεριφοράς του· θα εξάγει η χώρα μας και στα επόμενα χρόνια καπνά.

Γράφουμε να/θα συναγάγει, όταν με το ρήμα δηλώνεται κάτι στιγμιαίο, που θα συμβεί μία μόνο φορά:

αδυνατώ να συναγάγω το συμπέρασμα που ζητάς· θα προσαγάγει αμέσως τον μαρτυρά μου.

ΑΥΞΗΣΗ ΡΗΜΑΤΩΝ

Η συλλαβική αύξηση, που παίρνουν στον παρατατικό και τον αόριστο όσα ρήματα αρχίζουν από σύμφωνο, μένει μόνον όταν τονίζεται Γράφουμε: έδενα - έδενες - έδενε - αλλά: δέναμε (όχι: εδέναμε), δένατε (όχι: εδένατε). Δείλιασαν, δέχτηκαν, θησαύρισαν, νικούσαν, περνούσαν, προστάτευαν (όχι: εδέχτηκαν, εθησαύρισαν, ενικούσαν).

Τα λόγια σύνθετα ρήματα κατά κανόνα κρατούν την τονισμένη εσωτερική τους αύξηση. Λέμε και γράφουμε:

ανέλυσε, αντέτεινε, ανέδειξε, απέβαλε, διέθεσε, διέκρινε, διένειμε, διέπραξε, ενδιέφερε, ενέκρινε, εξέθεσε, εξέφρασε, κατέληξε, κατέρριψε, παρέλαβε, συνέφερε· αλλά: αποδοκίμασε, διατύπωσε, καταδίκασε, προκάλεσε, προσκάλεσε, προκήρυξε, προτίμησε, συνδύασε, υποδαύλισε, υποκίνησε.

Σύνθετα ρήματα, κοινά στον νεοελληνικό λόγο, δεν κρατούν την εσωτερική τους αύξηση, έστω και τονισμένη. Λέμε και γράφουμε:

απόστασε, απόκαμε, απόφαγε, διάβηκε, σύστησε.

Σύνθετα ρήματα με τις προθέσεις προς και προ αποβάλλουν κατά κανόνα την τονισμένη εσωτερική τους αύξηση. Ήδη στην καθαρεύουσα η αύξηση έγινε στα ρήματα της κατηγορίας αυτής εξωτερική. Λέμε και γράφουμε:

πρόφερε – επρόφερε, πρόλαβε – επρόλαβε, πρόσθεσε – επρόσθεσε, πρόδωσε – επρόδωσε, πρόσταξε – επρόσταξε.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ορισμένα σύνθετα ρήματα είναι διπλόμορφα ως προς την τονισμένη εσωτερική τους αύξηση ανάλογα με τη σημασία τους:

κατάλαβε (κατανόησε) – αλλά: κατέλαβε την πόλη· ο ήλιος πρόβαλε – αλλά: προέβαλε αντίσταση· με πρόσβαλε – αλλά: προσέβαλε τη διαθήκη· μου σύστησε τον Κώστα – αλλά: συνέστησε δύναμη από τρεις χιλιάδες πεζούς.

Η τονισμένη χρονική αύξηση διατηρείται σε ορισμένα λόγια ρήματα με ευρύτατη και αναντικατάστατη χρήση. Λέμε και γράφουμε:

υπήρχε, υπήρξε· απήγαγε, συνήγαγε, εξήγαγε· διηύθυνε· ενήργησε· εξήρε· συνήψε κτλ.

Το απρόσωπο ρήμα συμβαίνει διατηρεί στον παρατατικό και τον αόριστο την αρχαία του μορφή. Λέμε και γράφουμε:

συνέβαινε, συνέβη – όχι: συνέβηκε.

ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕ ΚΑΙ ΥΠΟΓΡΑΨΕ

Η προστακτική του αορίστου συνθέτων ρημάτων δεν παίρνει συλλαβική ή χρονική αύξηση. Γράφουμε και λέμε:

υπόγραψε – όχι: υπέγραψε· παράγγειλε – όχι: παρήγγειλε· αντίγραψε – όχι: αντέγραψε· απάντησε – όχι: απήντησε.

ΠΡΟΣΟΧΗ: ως εκ τούτου η προστακτική «επέστρεφε» του Κ.Π.Καβάφη γραμματικώς είναι λάθος, όσο κι αν ποιητικώς παραμένει αναντικατάστατη!

ΑΡΧΑΙΟΚΛΙΤΑ ΡΗΜΑΤΑ

Κάποια αρχαία ρήματα βαρύτονα σε ή σε -μαι, διατηρούν και στον νεοελληνικό, γραπτό και προφορικό, λόγο τον αρχαιόμορφο κλιτικό τους τύπο: τίθεμαι και τα σύνθετα του (συντίθεμαι, κατατίθεμαι, διατίθεμαι κτλ.)· ίσταμαι και τα σύνθετα του (συνίσταμαι, αφίσταμαι, διίσταμαι κτλ.)· άγω και τα σύνθετα του (συνάγω, διάγω, απάγω κτλ.). Η αρχαιόμορφη κλίση ισχύει προπάντων για την οριστική του ενεστώτα και την οριστική του αορίστου. Λέμε και γράφουμε:

δεν τίθεται θέμα· τίθενται οι όροι του προβλήματος – όχι: θέτονται οι όροι του προβλήματος· ετέθη ως θέμα αρχής – όχι: τέθηκε ως θέμα αρχής· τα απορρίματα αποσυντίθενται· διίστανται οι απόψεις· υφίσταται κίνδυνος· κατέστη σαφές· κατέστησαν άρχοντες της χώρας· υπέστη πολλά δεινά· παρέστη ο πρωθυπουργός στη δοξολογία· διήγαγε βίον ανθόσπαρτο· συνήγαγε τα συμπεράσματα του· απήγαγαν τον πρωθυπουργό της χώρας· κατήγαγε μεγάλη νίκη.

Δύσχρηστος και κακόφωνος κρίνεται ο παρατατικός των ρημάτων αυτών, και πρέπει να αποφεύγεται· στη θέση του μπορεί να μπαίνει περιφραστικός τύπος. Το ίδιο ισχύει εν μέρει και για τον αόριστο. Λέμε και γράφουμε:

το θέμα έχει τεθεί υπό συζήτηση (για να αποφύγουμε το: ετέθη υπό συζήτηση)· είχε παραστεί και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή ήταν παρών και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (για να αποφύγουμε το: παρίστατο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή παρέστη και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας).

Σε ορισμένες περιπτώσεις τα αρχαιόμορφα αυτά ρήματα μπορούν να αντικατασταθούν από νεοελληνικά συνώνυμα τους, εφόσον δεν δημιουργείται νοηματική ασάφεια ή δεν δίνεται η αίσθηση αμήχανης μετάφρασης του αντίστοιχου αρχαιόμορφου ρήματος. Λέμε και γράφουμε:

δεν έχω την πρόθεση να προσχωρήσω στην άποψη του – αντί: δεν διατίθεμαι να προσχωρήσω στην άποψη του· δεν υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης – αντί: δεν υφίσταται κίνδυνος μόλυνσης- πέρασε ή περνούσε άνετα τη ζωή του – αντί: διήγε ή διήγαγε άνετη ζωή· έβγαλε τα συμπεράσματα του – αντί: συνήγαγε τα συμπεράσματα του.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ορισμένες φορές ο αρχαιόμορφος τύπος είναι αναντικατάστατος. Λέμε και γράφουμε: θέτω θέμα – όχι: βάζω ζήτημα.

Δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ του ρήματος συστήνω (κάνω συστάσεις) και του αρχαίου συνίστημι (στήνω μαζί με κάποιον). Το ρήμα συστήνω δεν έχει συνήθως μονολεκτικό παρατατικό· αντ’ αυτού χρησιμοποιείται περιφραστικός τύπος. Λέμε και γράφουμε:

συστήνω, έκανε τις συστάσεις του ή τη σύσταση του – όχι: συνιστούσε, συνέστησε τον γαμπρό στην οικογένεια της.

ΑΣΚΩ – ΕΞΑΣΚΩ/ΠΡΑΓΜΑΤΕΥΟΜΑΙ -ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΟΜΑΙ

Τα ρηματικά ζεύγη ασκώ/εξασκώ και πραγματεύομαι/διαπραγματεύομαι σημασιολογικώς διακρίνονται και δεν πρέπει να συγχέονται στον γραπτό και προφορικό λόγο.

Το σύνθετο ρήμα εξασκώ σημαίνει την επίμονη και εξαντλητική άσκηση· το σύνθετο ρήμα διαπραγματεύομαι χρησιμοποιείται μεταφορικώς και σημαίνει προβαίνω σε διαπραγματεύσεις με κάποιον για κάτι. Λέμε και γράφουμε:

ασκώ το επάγγελμα του δασκάλου – όχι: εξασκώ το επάγγελμα του δασκάλου· ασκείται ως δικηγόρος – όχι: εξασκείται ως δικηγόρος- πρβ. και: ασκούμενος δικηγόρος. Αλλά:

χρόνια ολόκληρα εξασκήθηκε στην ξιφασκία, για να γίνει πρωταθλητής· ο πρωταθλητισμός επιβάλλει να καταπονούνται οι αθλητές και να εξασκούνται καθημερινά επί πολλές ώρες· στη διατριβή του περί ποιήσεως πραγματεύεται ο Λογγίνος την κατηγορία του ύψους – όχι: διαπραγματεύεται· πραγματεύεται το επίμαχο θέμα των ναρκωτικών – όχι: διαπραγματεύεται. Αλλά:

η κυβέρνηση διαπραγματεύτηκε με τον πρέσβη της Σοβιετικής Ένωσης την ανταλλαγή προϊόντων διαπραγματεύομαι την πώληση ή την αγορά ενός ακινήτου.

ΑΠΟΤΕΙΝΟΜΑΙ – ΛΟΙΔΟΡΩ

- Το ρήμα
αποτείνομαι σχηματίζει μέλλοντα θα αποταθώ – όχι: θα αποτανθώ, και αόριστο λόγιο απετάθην, απετάθη – όχι: απετάνθην, απετάνθη.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η υποτακτική του αορίστου δεν έχει -ν·: να αποταθώ – όχι: να αποτανθώ.

- Το ρήμα λοιδορώ γράφεται με όμικρον – όχι: με ωμέγα = λοιδωρώ.

ΚΛΙΣΗ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ TOY ΡΗΜΑΤΟΣ ΕΚΠΙΠΤΩ

Το ρήμα εκπίπτω είναι αμετάβατο· αποτελεί λάθος η χρήση του ως μεταβατικού ρήματος. Γράφουμε και λέμε:

εκπίπτει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων από τη φορολογία – όχι: δικαιούται ο φορολογούμενος να εκπέσει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων από το προσεχές έτος θα εκπέσει ο φόρος ακίνητης περιουσίας – όχι: οι φορολογούμενοι δικαιούνται να εκπέσουν τον φόρο ακινήτου περιουσίας από το προσεχές έτος.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Το εκπίπτω ως αμετάβατο ρήμα, δεν τρέπεται σε μέσο ή παθητικό ρήμα. Γράφουμε:

το ποσό εκπίπτει – όχι: εκπίπτεται· ο φόρος εισοδήματος συγγραφικών δικαιωμάτων εκπίπτει – όχι: εκπίπτεται.

ΤΟ ΡΗΜΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΖΟΜΑΙ

Το ρήμα επεξεργάζομαι είναι αποθετικό, συντάσσεται με αιτιατική και έχει πάντοτε ενεργητική σημασία. Είναι επομένως λάθος να χρησιμοποιούνται κάποιοι χρόνοι του με σημασία παθητική. Λέμε και γράφουμε:

η νομοπαρασκευαστική επιτροπή της Βουλής επεξεργάζεται το φορολογικό νομοσχέδιο – όχι: το φορολογικό νομοσχέδιο έχει επεξεργαστεί· ο επαρκής δημοσιογράφος επεξεργάζεται τα κείμενα που γράφει – ποτέ: τα κείμενα έχουν επεξεργαστεί.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Μόνον η μετοχή του παρακειμένου (επεξεργασμένος-η-ο) είναι αμετάβατo και έχει κατά κάποιον τρόπο παθητική σημασία. Λέμε και γράφουμε:
επεξεργασμένα χαπνά· επεξεργασμένο κείμενο· επεξεργασμένη πρόταση.

ΣΥΝΤΡΕΧΩ – ΘΑ ΣΥΝΔΡΑΜΩ – ΣΥΝΕΔΡΑΜΑ

Το ρήμα συντρέχω σπανίως χρησιμοποιείται με την κυριολεκτική σημασία του (τρέχα με κάποιον μαζί)· συνήθως έχει μεταφορική σημασία (βοηθώ). Στη δεύτερη περίπτωση o ενεστώς είναι συντρέχω (όχι: συνδράμω)· ο μέλλων θα συνδράμω” ο αόριστος συνέδραμα. Γράφουμε και λέμε:
δεν συντρέχει κανένας κίνδυνος – όχι: δεν συνδράμει κανένας κίνδυνος· θα συνδράμω στη δυστυχία κάποιου· οι καθηγητές αποφάσισαν να συνδράμουν στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Από τον αόριστο εύχρηστοι τύποι είναι μόνον οι: συνέδραμα, συνέδραμες, συνέδραμε, συνέδραμαν.

ΤΟ ΡΗΜΑ ΑΠΑΝΤΩ

Όταν το ρήμα απαντώ χρησιμοποιείται μεταφορικά, για να δηλώσει την παρουσία και τη συχνότητα ενός όρου μέσα σε μία πρόταση, δεν τρέπεται στον μέσο τύπο του. Λέμε και γράφουμε:

το όνομα Πλάτων απαντά σε πολλά σημεία αυτής της μελέτης – όχι: απαντάται· η έκθλιψη και η αφαίρεση απαντούν στον προφορικό λόγο κυρίως – όχι: απαντώνται.

Σχολιάστε