Δεκ 16 2014

Κώδικες επικοινωνίας στην εφηβεία

Τατουάζ – Τρύπημα δέρματος – Χρήση κινητών και διαδικτύου: Κώδικες επικοινωνίας στην εφηβεία

Σήμερα όλο και περισσότερο αυξάνεται η χρήση της κινητής τηλεφωνίας από όλες τις ηλικίες. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί μάλιστα σε όλους πως ακόμη και τα παιδιά του νηπιαγωγείου έχουν πλέον το δικό τους κινητό. Σύμφωνα με στατιστικές μελέτες κατά τη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων γιορτών αντηλλάχθησαν μέσω κινητών 258.000.000 γραπτά μηνύματα. Σύμφωνα με έρευνες η μακροχρόνια χρήση της κινητής τηλεφωνίας έχει βλαβερές συνέπειες τόσο για την σωματική όσο και για την ψυχική υγεία του ατόμου. Ενώ μέχρι τώρα γνωρίζαμε πως η χρήση των κινητών προκαλεί πονοκεφάλους και καρκίνο, μια πρόσφατη έρευνα έδειξε πως μπορεί να προκαλέσει επιπλέον αγχώδεις διαταραχές και κατάθλιψη. Συγκριτικά με άλλες ηλικιακές ομάδες, οι έφηβοι χρησιμοποιούν το κινητό ως βασικό μέσο επικοινωνίας και στέλνουν τα περισσότερα γραπτά μηνύματα.

Εάν εξαιρέσουμε τις βλαβερές επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην σωματική και ψυχική υγεία του ατόμου η μακροχρόνια χρήση της κινητής τηλεφωνίας και το υψηλό κόστος, όσον αφορά στους εφήβους θα μπορούσαμε να πούμε πως έχει και κάποια πλεονεκτήματα. Και αυτό γιατί η χρήση των κινητών, όπως και η χρήση του συμβατικού τηλεφώνου, βοηθά στην ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων και τις επαφές των εφήβων με τους συνομηλίκους τους αφού η άμεση επαφή τους δυσκολεύει γιατί κάποιοι είναι ντροπαλοί και εσωστρεφείς. Οι έφηβοι νιώθουν την ανάγκη να μιλήσουν με άτομα με τα οποία έχουν κοινά ενδιαφέροντα και να μοιραστούν τις σκέψεις, τις ανησυχίες και τα ερωτήματα της ηλικίας τους, τους προβληματισμούς και τις ιδέες τους. Έτσι ανταλλάσσουν συχνά γραπτά μηνύματα μέσω των κινητών τους, αστεία εικονίδια και βίντεο και πολλές φορές σημειώνουν μέσω της λειτουργίας υπενθύμισης τα ραντεβού τους.

Πολύ συχνό φαινόμενο κατά την εφηβική περίοδο είναι οι αυτοτραυματισμοί και οι απόπειρες αυτοκτονίας. Αυτό συμβαίνει γιατί ο έφηβος βιώνει απότομα μεγάλες αλλαγές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές και βρίσκεται σε σύγχυση. Σύμφωνα με τον Erik Erickson στην εφηβεία το άτομο βιώνει μια σύγχυση ταυτότητας η οποία χαρακτηρίζεται από την ανικανότητα του εφήβου να συνάψει στενές και αυθεντικές διαπροσωπικές σχέσεις. Έτσι αποσαθρώνεται το συναίσθημά του και είναι σα να τον κατακλύζει ντροπή με αποτέλεσμα είτε να συνάπτει σχέσεις με τους πιο απίθανους συντρόφους και να κάνει παρέα με άτομα που δεν ταιριάζει, είτε να απομονώνεται και να απομακρύνεται από όλους. Αυτή η σύγχυση ταυτότητας που βιώνει ο έφηβος εκφράζεται και με μια αδιαφορία για το χρόνο. Δηλαδή ο έφηβος είτε δρα σα να είναι μεγαλύτερος είτε πολύ μικρότερος σε ηλικία. Αυτή η αδιαφορία για το χρόνο συνδέεται και με την επιθυμία του θανάτου γι αυτό και στην περίοδο της εφηβείας συναντάμε συχνά αυτοτραυματισμούς και απόπειρες αυτοκτονίας. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της σύγχυσης ταυτότητας κατά την εφηβεία είναι μια απαξιωτική εχθρότητα η οποία εκφράζεται μέσω της απαιτητικής και αντιδραστικής συμπεριφοράς προς τους γονείς, την έλλειψη εμπιστοσύνης, τις συχνές συγκρούσεις και τους διαπληκτισμούς με τα άτομα του οικογενειακού περιβάλλοντος, του θυμού και της απαξιωτικής στάσης προς τους γονείς.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της εφηβείας είναι η εκκεντρική εξωτερική εμφάνιση. Οι έφηβοι γενικότερα ασχολούνται μόνο με την εξωτερική πραγματικότητα και όχι με το τι συμβαίνει μέσα τους γι’ αυτό και δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στις τάσεις της μόδας, στα επώνυμα ρούχα και στον τρόπο που ντύνονται οι άλλοι. Επίσης, εμφανίζουν σαδομαζοχιστικές τάσεις γι αυτό και συνηθίζουν να τρυπάνε το δέρμα τους σε διάφορα σημεία, όπως στη μύτη, στα χείλη, στα δόντια, τη γλώσσα, το φρύδι, τον αφαλό, στο στήθος, ακόμη και στα γεννητικά τους όργανα ή να κάνουν τατουάζ. Το ποιο σημείο του σώματος επιλέγει ο έφηβος να τρυπήσει έχει συγκεκριμένο συμβολισμό. Ο Freud μιλώντας για την υστερία ανέφερε το σύμπτωμα μετατροπής, δηλαδή κάποια στιγμή κάποιο σημείο του σώματος πονάει ή παραλύει. Το άτομο φορτώνεται σαν τιμωρία το σημείο του σώματος που κάθε φορά πλήττεται. Τα διάφορα σημεία του σώματος είναι φορτισμένα διαφορετικά και μεταφέρουν κάτι από την προσωπική ιστορία του ατόμου, για παράδειγμα μπορεί να μεταφέρουν ένα τραύμα της παιδικής ηλικίας. Έτσι, ο έφηβος επιλέγει να τρυπήσει το σημείο του σώματος μέσω του οποίου θέλει να προκαλέσει και να δείξει κάτι σε κάποιον, π.χ. θέλει να αντιδράσει απέναντι σε έναν πατέρα που πάντα ήταν επιθετικός. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο έφηβος μέσα από τη διεργασία της εφηβείας οικειοποιείται το piercing και τα tattoo. Οι έφηβοι όταν κάνουν τατουάζ επιλέγουν συγκεκριμένα σχέδια ανάλογα με το τι προβάλλεται κάθε φορά μέσω των τάσεων της μόδας. Με την πάροδο των εποχών αλλάζουν τα δεδομένα πρότυπα μόδας και το κοινωνικό και πολιτισμικό κατεστημένο τα οποία επηρεάζουν την ψυχολογία και την ψυχοπαθολογία του εφήβου. Παλιότερα για παράδειγμα το τατουάζ δεν ήταν φαινόμενο της εφηβείας, αλλά ταυτιζόταν με τους ναυτικούς, τους φυλακισμένους και γενικότερα με την αντικοινωνική και παραβατική συμπεριφορά και το περιθώριο.

Ένας άλλος τρόπος έκφρασης των σημερινών εφήβων είναι το διαδίκτυο. Οι έφηβοι περνούν πολλές ώρες σερφάροντας στο internet σε διάφορες ιστοσελίδες και κάνοντας  chat. Επίσης επισκέπτονται στον ελεύθερο χρόνο τους τα internet café. Το διαδίκτυο εξασφαλίζει στους έφηβους ανώνυμη επικοινωνία γι” αυτό και εφράζονται ελεύθερα μέσω της χρήσης του.

Σήμερα συναντάμε 3 ομάδες εφήβων: 1) Στην πρώτη ομάδα ανήκουν αυτοί που συνήθως έχουν κάνει piercing σε πάρα πολλά σημεία του σώματος, έχουν γενικότερα εκκεντρικό και ατημέλητο λουκ, κάνουν σε μικρή ηλικία ολοκληρωμένες σχέσεις με πολλούς συντρόφους και προέρχονται τις περισσότερες φορές από ένα βίαιο οικογενειακό περιβάλλον, από διαζευγμένους γονείς, από αδιάφορους γονείς ή από γονείς αλκοολικούς ή χρήστες ουσιών. Οι έφηβοι αυτοί επειδή έχουν υποστεί πολλαπλά ψυχικά τραύματα έχουν μεγάλες πιθανότητες να εμφανίσουν κάποια ψύχωση.

2) Στη δεύτερη ομάδα συναντάμε εφήβους με πιο περιορισμένη προβληματική συμπεριφορά και λίγο πιο προσεγμένη εμφάνιση. Συνήθως οι συγκεκριμένοι έφηβοι αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα προσαρμογής στο σχολικό περιβάλλον και κάποια στιγμή εγκαταλείπουν το σχολείο. Οι έφηβοι αυτοί υιοθετούν μια στάση υποκουλτούρας και αυτοπροσδιορίζονται ως emo γιατί είναι ιδιαίτερα συναισθηματικοί. Οι έφηβοι αυτοί συχνά εμφανίζουν αγχώδεις διαταραχές και κατάθλιψη.

3) Τέλος, στη τρίτη ομάδα συναντάμε τους έφηβους που ακολουθούν πιστά τα πρότυπα της μόδας και φορούν επώνυμα ρούχα ενώ προσέχουν ιδιαίτερα την εξωτερική τους εμφάνιση και κυκλοφορούν ακόμη και στο χώρο του σχολείου με περιποιημένα μαλλιά. Οι συγκεκριμένοι έφηβοι έχουν έναν ανοστοχαστικό τρόπο σκέψης, δηλαδή κάνουν υγιεινή διατροφή, ασχολούνται πολύ με τον αθλητισμό και τη γυμναστική και φροντίζουν ιδιαίτερα το σώμα τους.

Κλείνοντας θα μπορούσαμε να πούμε πως υπάρχει μια ρευστότητα σήμερα ως προς τα κοινωνικά πρότυπα, το πολιτισμικό γίγνεσθαι και τους θεσμούς της οικογένειας, τα οποία καθορίζουν την συμπεριφορά, την ψυχολογία και την ψυχοπαθολογία των εφήβων και τις ομάδες των νέων που συναντάμε.  

Μαρίνα Κόντζηλα 

Συμβουλευτική Ψυχολόγος – Εκπαιδεύτρια Ομάδων Γονέων

Γραφείο: Φαρσάλων 10, Χαλάνδρι (δίπλα στο μετρό στάση «Χαλάνδρι»)

Τηλέφωνα επικοινωνίας: 210-6005441 & 697-0084190

 

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3324

Δεκ 15 2014

Αρχαία Ελληνική Μετρική

ΣΤΟΙΧΕΙΑ-ΑΡΧΑΙΑΣ-ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ-ΜΕΤΡΙΚΗΣ

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΡΙΚΗ

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3321

Δεκ 15 2014

Μετρική Νεοελληνική

Νεοελληνική μετρική

  • Κάθε στίχος χωρίζεται σε συλλαβές , τονισμένες ( με δυνατή φωνή ) και άτονες ( τις προσπερνάμε γρήγορα)

π.χ αχός / βαρύς / ακού / γεται ( τις δεύτερες συλλαβές τις τονίζουμε περισσότερο )

  • Οι συλλαβές που τονίζονται ( με τη φωνή μας ) περισσότερο λέγονται μακρές ( -) , ενώ όσες δεν τονίζονται λέγονται βραχείες ( τις συμβολίζουμε με το υ ) .

( μακρά συλλαβή , βραχεία συλλαβή )

  • Το ζευγάρι των συλλαβών ( τονισμένη , άτονη ) το λέμε «πόδα» π.χ « αχός» Στον κάθε πόδα μπορεί να έχουμε και τρεις συλλαβές .

π.χ « στων ψαρών / την ολό / μαυρη ρά / χη »

  • Επομένως το μυστικό του μέτρου είναι ο πόδας , δηλαδή οι τονισμένες και άτονες συλλαβές του. Ανάλογα με τη θέση ( 1η,2η,3η ) που βρίσκεται / νται οι τονισμένες συλλαβές , χαρακτηρίζουμε και το μέτρο του στίχου .
  • Με βάση τα παραπάνω έχουμε 5 βασικά μέτρα
  1. 1.  Ιαμβικό μέτρο ( υ – ) : πρώτη συλλαβή άτονη και η δεύτερη τονισμένη ( με τη φωνή μας ) π.χ μάνα / με τους / εννιά / σου γιους / και με / τη μια / σου κό / ρη
  2. 2. Τροχαϊκό μέτρο ( – υ ) : ο τρέχων , ο γρήγορος ρυθμός . Σε γνω / ρίζω α / πό την / κόψη

3. Ανάπαιστος (αναπαίω: αντιστρέφω ) : αντίθετος με το δάκτυλο, αντιδάκτυλος . ( υ υ – ) : Στων Ψαρών / την ολό / μαυρη ρά / χη

  1. 4.  Δάκτυλος ( – υ υ ) : ξύπνα δρο / σιά της αυ / γής και φεγ / γάρι
  2. 5.  Αμφίβραχυς ( υ – υ ) : Στην όψη / σου βλέπω / φουρτούνα / μεγάλη
  • Μυστικό για να μην μπερδεύουμε τα μέτρα

Ο τελευταίος γραμματικός τόνος τόνος του στίχου ταυτίζεται πάντα με τον ρυθμικό τόνο.

  • Πώς ονομάζεται ο στίχος Κάθε στίχος έχει 4 ονομασίες .

π.χ τροχαϊκός ( μέτρο ) οχτασύλλαβος ( αριθμός συλλαβών) οξύτονος ( γραμματικός τόνος στην τελευταία συλλαβή του στίχου ) ακατάληκτος ( όταν όλοι οι πόδες του στίχου είναι ισοσύλλαβοι ) . Μπορεί να είναι και :

Παροξύτονος : τονίζεται η προτελευταία συλλαβή του στίχου Προπαροξύτονος : τονίζεται η τρίτη συλλαβή από το τέλος .

Καταληκτικός στίχος : όταν ο τελευταίος πόδας του στίχου έχει λιγότερες συλλαβές ( δηλαδή καταλήγει σε υπόλοιπο )

  • Χασμωδία – συνίζηση

Όταν σε μία λέξη ( ή ανάμεσα σε 2 λέξεις ) βρίσκονται δίπλα – δίπλα 2 φωνήεντα, έχουμε χασμωδία ( δεν ακούγονται καλά στο αυτί μας )

Τα δύο αυτά φωνήεντα τα διαβάζουμε σαν ένα , σαν μία συλλαβή ( συνίζηση ) . π.χ Σε γνω / ρίζω α / πό την / κόψη

  • Ομοιοκαταληξία

Όταν το ποίημα έχει ρίμα ( ομοιοκαταληξία ) , τότε έχουμε 4 βασικά είδη ομοιοκαταληξίας

  1. 1.  Ζευγαρωτή : ( ίδια Ρίμα α και β στίχου / γ και δ )
  2. 2.  πλεχτή : ( ίδια Ρίμα α και γ / β και δ )
  3. 3.  σταυρωτή : ( ίδια Ρίμα α και δ / β και γ )
  4. 4.  Μικτή : διάφοροι συνδυασμοί .

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3320

Δεκ 15 2014

Αθηναϊκή δημοκρατία

Από τη Wikipedia

Η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν το πολιτικό σύστημα που αναπτύχθηκε στην πόλη-κράτος της αρχαίας Αθήνας (που περιλάμβανε την κεντρική πόλη των Αθηνών και την περιβάλλουσα επικράτεια της Αττικής). Η Αθήνα ήταν η πρώτη γνωστή δημοκρατία και ίσως η πιο σημαντική κατά την αρχαιότητα. Και άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις είχαν δημοκρατικό πολίτευμα αλλά κανένα από αυτά δεν ήταν εξίσου ισχυρό και σταθερό με αυτό των Αθηνών. Παραμένει ένα μοναδικό και εξαιρετικού ενδιαφέροντος πείραμα άμεσης δημοκρατίας, όπου οι άνθρωποι δεν εξέλεγαν αντιπροσώπους για να αποφασίζουν στο όνομά τους, αλλά έπαιρναν οι ίδιοι αποφάσεις νομοθετικού και εκτελεστικού περιεχομένου. Δε συμμετείχε, ωστόσο, το σύνολο του πληθυσμού της πόλης, αλλά το σύνολο αυτών που είχαν πολιτικά δικαιώματα συγκροτούνταν ανεξαρτήτως από οικονομικά θέματα και οι πολίτες συμμετείχαν σε πρωτοφανή κλίμακα. Ποτέ μέχρι τότε τόσο πολλοί άνθρωποι δεν είχαν περάσει τόσο χρόνο αυτοκυβερνώμενοι.

Ιστορία

Μέρος της αθηναϊκής ισχύος προήλθε από την κατοχή ολόκληρης της Αττικής, η οποία, κατά την παράδοση, αποδίδεται στο συνοικισμό του Θησέα. Για όσους ο Θησέας ανήκει εξ ολοκλήρου στη σφαίρα της μυθολογίας, είναι ασαφής ο χρόνος και ο τρόπος της ενοποίησης υπό την Αθήνα. Η Ελευσίνα, π.χ., εμφανίζεται ως ανεξάρτητη πόλη-κράτος τον 8ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ο πληθυντικός της λέξης ‘αι Αθήναι’ αποτελεί μία ένδειξη ότι περισσότεροι οικισμοί συνενώθηκαν για να σχηματίσουν την πόλη.

Ο Σόλων (περίπου το 590 π.Χ.), ο Κλεισθένης (508 π.Χ.) και ο Εφιάλτης (462 π.Χ.) συνέβαλαν στην ανάπτυξη του δημοκρατικού πολιτεύματος. Οι ιστορικοί διαφοροποιούνται ως προς το ποιος δημιούργησε ποιους θεσμούς και ποιος ανάμεσά τους αντιπροσωπεύει ένα πραγματικά δημοκρατικό κίνημα. Συνήθως, η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας αποδίδεται στον Κλεισθένη, αφού οι νόμοι του Σόλωνα καταλύθηκαν από τον Πεισίστρατο και ο Εφιάλτης απλώς βελτίωσε κάποιες ρυθμίσεις του Κλεισθένη.

Το τέλος της τυραννίας των Πεισιστρατιδών αποδόθηκε στη δολοφονία του Ίππαρχου, αδερφού του Ιππία, από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, στους οποίους απέδιδαν τιμές οι μετέπειτα Αθηναίοι επειδή κατά τη γνώμη τους αποκατέστησαν την αθηναϊκή ελευθερία. Η δολοφονία του Ίππαρχου, όμως, έλαβε χώρα τέσσερα χρόνια πριν την επανάσταση και έξι πριν από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Παρόλη τη δριμεία αντίδραση του Ιππία, η δολοφονία του αδερφού του πιθανώς να αποσταθεροποίησε τη θέση του.

Ο σημαντικότερος δημοκρατικός ηγέτης ήταν ο Περικλής. Μετά τον θάνατό του, η Αθηναϊκή δημοκρατία διακόπηκε δύο φορές από ολιγαρχικές επαναστάσεις προς το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου. Τροποποιήθηκε κάπως από τον Ευκλείδη μετά την παλινόρθωσή της. Οι πιο λεπτομερείς αναφορές προέρχονται από τον 4ο αιώνα παρά από την εποχή του Περικλή. Καταλύθηκε από τους Μακεδόνες το 322 π.Χ. Οι Αθηναϊκοί θεσμοί αργότερα αναβίωσαν, αλλά είναι αμφισβητήσιμο σε ποιον βαθμό αυτό ήταν μία πραγματική δημοκρατία.

Ετυμολογία

Η λέξη δημοκρατία αποτελείται από τα συνθετικά ‘δήμος’ (το σύνολο ή η συνέλευση των ανθρώπων που έχουν πολιτικά δικαιώματα) και ‘κράτος’ (δύναμη, εξουσία, κυριαρχία). Η λέξη ‘κράτος’ είναι μία απροσδόκητα σκληρή λέξη. Στις λέξεις ‘μοναρχία’ και ‘ολιγαρχία’ το δεύτερο συνθετικό ‘άρχω’ σημαίνει ‘κυβερνώ, οδηγώ, κυριαρχώ’. Είναι πιθανό ο όρος ‘δημοκρατία’ να επινοήθηκε από τους δυσφημιστές της που απέρριπταν την πιθανότητα μίας, ούτως ειπείν, ‘δημαρχίας’. Οποιοσδήποτε κι αν ήταν η αρχική απόχρωση, ο όρος υιοθετήθηκε από τους Αθηναίους δημοκρατικούς. Ο όρος, πάντως, ουσιαστικά δηλώνει ‘το πολίτευμα εκείνο στο οποίο η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της συνέλευσης των εχόντων πολιτικά δικαιώματα’.

Η λέξη παρουσιάζεται στον Ηρόδοτο, που έγραψε μερικά από τα πρωιμότερα σωζόμενα γραπτά, αλλά ίσως δεν χρησιμοποιήθηκε πριν το 440-430 π.Χ. Δεν είναι σίγουρο ότι η λέξη χρησιμοποιήθηκε από τη στιγμή της γέννησης της δημοκρατίας, αλλά από το 460 π.Χ. γνωρίζουμε την ύπαρξη του ονόματος ‘Δημοκράτης’, που προφανώς δόθηκε από τους γονείς στο παιδί τους ως ένδειξη δημοκρατικής νομιμότητας.

Συμμετοχή και αποκλεισμός

Μέγεθος και σύσταση του Αθηναϊκού πληθυσμού

Μόνο να εικάσουμε μπορούμε για τον πληθυσμό της Αττικής, καθώς οι Αθηναίοι ποτέ δεν διεξήγαν μία πλήρη απογραφή. Ο αριθμός των σκλάβων και των μετοίκων ιδιαίτερα διακυμαίνονταν συχνά. Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.. ο πληθυσμός της Αθήνας μπορεί να περιλάμβανε περίπου 250.000-300.000. οι οικογένειες των πολιτών μπορεί να ανέρχονταν σε 100.000 και από αυτούς περίπου 30.000 ήταν οι άρρενες ενήλικες που είχαν δικαιώματα να συμμετάσχουν στη συνέλευση. Στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. ο αριθμός των ενηλίκων πολιτών ίσως έφθανε και τις 60.000, αλλά αυτός ο αριθμός έπεσε σημαντικά κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Αυτή η απότομη μείωση ήταν μόνιμη λόγω της εισαγωγής ενός αυστηρότερου ορισμού όπως περιγράφεται παρακάτω. Από μία σύγχρονη προοπτική αυτά τα μεγέθη μοιάζουν θλιβερά μικρά, αλλά στον κόσμο των ελληνικών πόλεων-κρατών, η Αθήνα ήταν τεράστια: περισσότερες από χίλιες πόλεις-κράτη αποτελούνταν από μόλις 1.000-1.500 ενήλικες άρρενες πολίτες και η Κόρινθος, μία σημαντική δύναμη της εποχής, διέθετε το πολύ 15.000 πολίτες.

Πέραν των πολιτών, ο υπόλοιπος πληθυσμός διαιρούνταν στους μετοίκους και τους δούλους, με τους τελευταίους ίσως περισσότερο πολυάριθμους. Γύρω στο 338 π.Χ., ο ρήτορας Υπερείδης ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν 150.000 δούλοι στην Αττική, αλλά ο αριθμός είναι απλώς η εντύπωση του ρήτορα: οι δούλοι υπερτερούσαν αριθμητικά των πολιτών αλλά όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό.

Η ιδιότητα του πολίτη στην Αθήνα

Μόνο άρρενες ενήλικοι που είχαν ολοκληρώσει τη διετή (από τα 18 μέχρι τα 20) στρατιωτική τους θητεία είχαν το δικαίωμα να συμμετάσχουν και να ψηφίσουν στη συνέλευση. Αυτό απέκλειε την πλειονότητα του πληθυσμού, δηλαδή τους δούλους, τις γυναίκες και τους μετοίκους. Επίσης, δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στη συνέλευση, των οποίων τα πολιτικά δικαιώματα είχαν ανασταλεί (συνήθως γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν τις οφειλές τους προς την πόλη: βλέπε ατιμία). Για ορισμένους Αθηναίους, αυτό ισοδυναμούσε με μόνιμη (και κληρονομήσιμη) στέρηση δικαιώματος. Παρ’ όλα αυτά, σε αντίθεση με τις ολιγαρχικές πόλεις δεν υπήρχαν ουσιαστικά όρια ελάχιστης απαιτούμενης περιουσίας ή εισοδήματος. (Οι εισοδηματικές τάξεις της νομοθεσίας του Σόλωνα παρέμειναν, αλλά ήταν μάλλον νεκρό γράμμα.) Δεδομένης της απαγορευτικής και προγονικής σύλληψης της ιδιότητας του πολίτη στις αρχαιοελληνικές πόλεις πόλεις-κράτη, μία μόνο μερίδα του πληθυσμού έπαιρνε μέρος στη διακυβέρνηση της Αθήνας και σε άλλες ριζοσπαστικά δημοκρατικές πόλεις όπως αυτή. Στην Αθήνα, κάποιοι πολίτες ήταν μακράν περισσότερο δραστήριοι από άλλους, αλλά οι μεγάλοι αριθμοί που απαιτούνταν για να δουλέψει το πολιτικό σύστημα μαρτυρούν ένα εύρος συμμετοχής που ξεπερνούσε σημαντικά οποιαδήποτε σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Οι Αθηναίοι πολίτες έπρεπε να είναι νόμιμα τέκνα πολιτών –και μάλιστα, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Περικλή το 451 π.Χ., και από τους δύο γονείς τους, αποκλείοντας έτσι τα παιδιά Αθηναίων ανδρών και ξένων γυναικών. Παρόλο που η νομοθεσία δεν είχε αναδρομική ισχύ, πέντε χρόνια αργότερα οι Αθηναίοι αφαίρεσαν από τους καταλόγους των πολιτών 5.000 άτομα όταν ένας Αιγύπτιος βασιλιάς έστειλε δωρεάν καλαμπόκι για όλους τους Αθηναίους πολίτες. Η ιδιότητα του πολίτη μπορούσε να παραχωρηθεί από τη συνέλευση. Ορισμένες φορές παραχωρούνταν σε μεγάλες ομάδες (στους Πλαταιείς το 427 π.Χ., στους Σάμιους το 405 π.Χ.), αλλά από τον 4ο αιώνα μπορούσε να παραχωρηθεί μόνο σε άτομα με ειδικό ψήφισμα, με απαρτία 6.000 ατόμων στην Εκκλησία. Η παραχώρηση γινόταν ως ανταμοιβή για υπηρεσίες προς την πόλη. Ο μέτοικος που είχε πλέον πολιτικά δικαιώματα ονομαζόταν ισοτελής. Σε τέτοια κατάσταση βρισκόταν πολλοί κάτοικοι της Αθήνας. Ανάμεσα σε αυτούς: ο Λυσίας, ο Αριστοτέλης κ.ά. Στην πορεία ενός αιώνα, οι αριθμοί αυτών που συμμετείχαν μετρούνταν πλέον σε εκατοντάδες παρά σε χιλιάδες. Αυτό αντανακλούσε τη γενική σύλληψη της πόλεως ως μιας κοινότητας ανθρώπων, παρά ως μιας εδαφικής κυριαρχίας.

Οι σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες επίσης αποκλείουν άτομα: ξένους κατοίκους (νόμιμους και μη), άτομα κάτω από μία ηλικία και σε κάποιες περιπτώσεις φυλακισμένους. Οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες έχουν και άλλους περιορισμούς: το δικαίωμα της ψήφου ασκείται μία φορά κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια και οι εκλογείς απλώς διαλέγουν τους αντιπροσώπους τους, οι οποίοι ( και όχι οι πολίτες οι ίδιοι ) ασκούν την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία και παίρνουν πολιτικές αποφάσεις στο όνομα των πολιτών –με την εξαίρεση των περιστασιακών δημοψηφισμάτων.

Οι πολιτικοί θεσμοί

Κληρωτήριο για την κλήρωση των δικαστών. Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς, Αθήνα

Χάρτης του πολιτεύματος των Αθηνών, τον 4ο αιώνα πΧ

Υπήρχαν τρία πολιτικά σώματα όπου οι πολίτες συγκεντρώνονταν σε εκατοντάδες και χιλιάδες. Αυτά ήταν η εκκλησία (σε ορισμένες περιπτώσεις με ελάχιστο όριο 6.000 ατόμων), η βουλή των 500 και τα δικαστήρια (τουλάχιστον 200 άτομα, αλλά έφταναν τα 6.000, όταν συγκαλούνταν η ολομέλεια της Ηλιαίας). Από αυτά τα τρία σώματα η εκκλησία και τα δικαστήρια είχαν πραγματική εξουσία –παρόλο που τα δικαστήρια, σε αντίθεση με την εκκλησία, ποτέ δεν αποκαλήθηκαν ‘δήμος’, καθώς επανδρώνονταν από ένα υποσύνολο του σώματος των πολιτών, αυτούς που είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους. Αλλά οι πολίτες οι οποίοι ψήφιζαν και στα δυο δεν υπέκειντο σε έφεση ή δικαστική δίωξη, όπως τα μέλη της βουλής και οι υπόλοιποι κάτοχοι δημοσίων αξιωμάτων. Τον 5ο αιώνα π.Χ. συχνά η εκκλησία συνερχόταν ως δικαστήριο για πολιτικές δίκες και δεν είναι σύμπτωση ότι ο ελάχιστος αριθμός για απαρτία στην εκκλησία και ο αριθμός της ετήσιας κληρωτίδας από την οποία κληρώνονταν οι δικαστές ήταν ο ίδιος (6.000). Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., ωστόσο, οι δικαστικές αρμοδιότητες της εκκλησίας περιορίστηκαν, παρόλο που διατήρησε ένα ρόλο στην ανάληψη πρωτοβουλίας για διάφορα είδη πολιτικών δικών.

Η εκκλησία του Δήμου

Τα κεντρικά γεγονότα της Αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν οι συνεδριάσεις της εκκλησίας, Σε αντίθεση με ένα κοινοβούλιο, τα ‘μέλη’ της εκκλησίας δεν εκλέγονταν, αλλά συμμετείχαν όλοι οι έχοντες πολιτικά δικαιώματα όποτε και αν ήθελαν. Η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν άμεση και όχι έμμεση, αντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική. Κάθε ενήλικας πολίτης άνω των 20 μπορούσε να συμμετάσχει και μάλιστα θεωρούνταν καθήκον. Οι αξιωματούχοι επιλέγονταν είτε με κλήρωση είτε με άμεση ψηφοφορία.

Η εκκλησία είχε τουλάχιστον τέσσερις λειτουργίες : ψήφιζε εκτελεστικά ψηφίσματα (π.χ. για την έναρξη πολέμου ή απονομή της ιδιότητας του πολίτη σε έναν ξένο), εξέλεγε ορισμένους αξιωματούχους, νομοθετούσε και δίκαζε πολιτικά εγκλήματα. Καθώς, όμως, το σύστημα εξελισσόταν σημαντικό μέρος των δύο τελευταίων λειτουργιών μεταφέρθηκε σε δικαστήρια. Η τυποποιημένη διάταξη ήταν η εξής: ομιλητές εκφωνούσαν λόγους υπέρ και κατά μίας πρότασης και ακολουθούσε η ψηφοφορία υπέρ ή κατά της πρότασης συνήθως με ανάταση των χεριών. Σε αντίθεση με τα σύγχρονα κοινοβούλια, οι αγορεύσεις ήταν κατ’ ουσία προσπάθειες πειθούς των παρευρισκομένων. Παρόλο που μπορεί να υπήρχαν μπλοκ υποστήριξης διάφορων θέσεων, που μερικές φορές παρουσίαζαν μεγάλη διάρκεια, αναφορικά με κρίσιμα θέματα, δεν υπήρχαν οργανωμένα κόμματα ή κυβέρνηση και αντιπολίτευση με τη σημερινή έννοια, όπως ισχύει στο σύστημα του Ουέστμινστερ. Κατ’ ουσίαν, η εκάστοτε κυβέρνηση ήταν ο /οι ομιλητής /ομιλητές με τον οποίο συμφωνούσε η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στη συνέλευση για το συγκεκριμένο ζήτημα. Τον 5ο αιώνα τουλάχιστο υπήρχαν ελάχιστα όρια στην εξουσία που ασκούνταν από την εκκλησία. Εάν η εκκλησία παραβίαζε έναν ήδη ισχύοντα νόμο με νέα της πράξη, το μόνο που μπορούσε να συμβεί ήταν η επιβολή ποινής σε εκείνον που είχε κάνει την πρόταση η οποία είχε γίνει αποδεκτή από τη συνέλευση. Εάν είχε ληφθεί κάποια λανθασμένη απόφαση, σύμφωνα με την άποψη του δήμου είχε συμβεί διότι είχε ‘παρασυρθεί’.

Όπως συνηθιζόταν στα αρχαία δημοκρατικά πολιτεύματα, κάποιος έπρεπε να παρευρίσκεται σε μία συνέλευση για να μπορέσει να ψηφίσει. Η υπηρέτηση της θητείας ή η απλή απόσταση μπορούσαν να εμποδίσουν την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Η ψηφοφορία γινόταν συνήθως με ανάταση των χεριών (‘χειροτονία’) ενώ κάποιοι αξιωματούχοι έκριναν το αποτέλεσμα με βάση την οπτική παρατήρηση του πλήθους. Καθώς παρευρίσκονταν χιλιάδες άτομα η καταμέτρηση ήταν αδύνατη. Για μια μικρή κατηγορία ψηφοφοριών για τις οποίες απαιτούνταν ένας ελάχιστος αριθμός συμμετεχόντων (6.000), κυρίως για παροχή της ιδιότητας του πολίτη, χρησιμοποιούνταν σφαιρίδια, χρωματισμένα άσπρα για το ‘ναι’ και μαύρα για το ‘όχι’. Πιθανώς, στο τέλος της συνέλευσης, ο κάθε πολίτης έριχνε το ένα από τα δύο σε ένα μεγάλο πιθάρι, που στη συνέχεια σπαζόταν για να καταμετρηθούν οι ψήφοι. (Για τον οστρακισμό απαιτούνταν οι πολίτες να αναγράψουν το όνομα σε ένα κομμάτι ενός αγγείου, το όστρακο.)

Τον 5ο αιώνα, υπήρχαν 10 τακτικές συνελεύσεις της εκκλησίας κάθε χρόνο, μία κάθε μήνα, ενώ μπορούσαν να συγκληθούν και έκτακτες, όποτε προέκυπτε ανάγκη. Τον επόμενο αιώνα καθορίστηκαν σαράντα συνελεύσεις της εκκλησίας, τέσσερις κάθε μήνα, μία εκ των οποίων ονομαζόταν ‘κυρία εκκλησία’. Μπορούσαν ακόμη να συγκληθούν επιπλέον συναντήσεις, ιδίως καθώς ως το 355 π.Χ. υπήρχαν ακόμη πολιτικές δίκες που δικάζονταν από την εκκλησία. Οι συνελεύσεις των πολιτών δε συνέβαιναν σε τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς έπρεπε να μη συμπίπτουν με τις γιορτές, που λάμβαναν χώρα σε διαφορετικό χρονικό σημείο σε καθένα από τους δώδεκα σεληνιακούς μήνες. Υπήρχε ακόμη η τάση να συγκεντρώνονται οι τέσσερις συνελεύσεις στο τέλος κάθε μήνα.

Η συμμετοχή στη συνέλευση ήταν προαιρετική. Τον 5ο αιώνα, δημόσιοι δούλοι, σχηματίζοντας μία ζώνη με ένα κόκκινο σκοινί κατεύθυναν τους πολίτες από την αγορά στον τόπο της συνέλευσης (την Πνύκα), επιβάλλοντας πρόστιμο σε όσων τα ενδύματα είχαν βαφεί. Το μέτρο αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να συγκριθεί με τις μεθόδους υποχρεωτικής ψηφοφορίας κάποιων σύγχρονων δημοκρατιών. Ήταν μάλλον ένα μέτρο γρήγορης συγκέντρωσης του απαιτούμενου αριθμού συμμετεχόντων. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 403 π.Χ., για πρώτη φορά εισήχθη η πληρωμή για τη συμμετοχή στην εκκλησία. Εξαιτίας αυτού παρουσιάστηκε ενθουσιασμός για τις συνελεύσεις. Μόνο οι πρώτοι έξι χιλιάδες που έφταναν γίνονταν δεκτοί και πληρώνονταν, ενώ το κόκκινο σκοινί χρησιμοποιούνταν πλέον για να συγκρατήσει τους αργοπορούντες. Αυτές οι δύο χρήσεις του κόκκινου σκοινιού μας είναι γνωστές από τις αριστοφανικές κωμωδίες Αχαρνείς, στίχοι:17-22 και Εκκλησιάζουσαι, στίχοι:378-9.

Η βουλή των 500

Η βουλή των 500, το πολυπληθέστερο σώμα αξιωματούχων, αποτελούσε μια οργανωτική επιτροπή της εκκλησίας, ετοιμάζοντας νομοθετικά προσχέδια και καθορίζοντας τη θεματολογία της. Οι 500 βουλευτές καθορίζονταν με κλήρωση, που λάμβανε χώρα μία φορά κάθε χρόνο. Ένας πολίτης μπορούσε να είναι μέλος της βουλής δύο φορές στη ζωή του. Κάθε πολίτης μπορούσε να καταθέσει προτάσεις στη βουλή. Τυπικά απαγορευόταν η εκκλησία να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς ένα προβούλευμα, δηλαδή μία πρόταση από τη βουλή. Η πρόταση αυτή μπορούσε να είναι συμπαγής, επεξεργασμένη ή ‘ανοιχτή’, που λίγο διέφερε από το να καθορίζει τη θεματολογία της εκκλησίας. Η βουλή ή τα εναλλασσόμενα τμήματά της, οι πρυτανείες, εξυπηρετούσαν ως ένα είδος . Κάθε μέρα του έτους ένας από τους βουλευτές ήταν αρχηγός του κράτους για αυτή τη μέρα (για παράδειγμα κρατούσε τα κλειδιά του ταμείου και τη σφραγίδα του κράτους και ήταν υπεύθυνος για την υποδοχή ξένων αποστολών και (τον 5ο αιώνα) προέδρευε στις συνελεύσεις της εκκλησίας και της βουλής). Υπολογίστηκε ότι περίπου ένα τέταρτο του συνόλου των πολιτών πρέπει να κατείχε το αξίωμα κάποια στιγμή της ζωής του. Αυτή τη θέση του -τρόπον τινά- ‘αρχηγού του κράτους’ μπορούσε να την κατέχει ο καθένας μια φορά στη ζωή του.

Βιβλιογραφία

  • Αντώνιος Μανιτάκης, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ως παράδειγμα αυτοπροσδιορισμού του πλήθους μέσω της αυτοκυβέρνησης του Δήμου, στον Τιμητικό Τόμο για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη, τόμος, ΙΙΙ, εκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 43-64.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3319

Δεκ 14 2014

Εκστρατεία στη Σικελία

Από τη Wikipedia

Με τον όρο Εκστρατεία στη Σικελία εννοούμε την εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία, η οποία ξεκίνησε το 415 π.Χ και ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 413 π.Χ, στα πλαίσια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Στόχος της εκστρατείας ήταν η κατάλυση της ηγεμονίας των Συρακουσών στη Σικελία, την οποία οι Αθηναίοι ήθελαν να καταστήσουν ορμητήριο κατά των ελληνικών πόλεων της Κάτω Ιταλίας. Παρά τη μεγάλη εκστρατευτική δύναμη, καθώς και τις ενισχύσεις που έλαβαν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι τους υπέστησαν καταστροφική ήττα από τα στρατεύματα των Συρακουσίων και των συμμάχων τους. Κύριος λόγος της αποτυχίας ήταν η προδοσία του Αλκιβιάδη, ο οποίος έπεισε τους Σπαρτιάτες να στείλουν τον Γύλιππο να ηγηθεί των Συρακουσίων. Ο Γύλιππος κατάφερε να συγκεντρώσει μεγάλο στράτευμα και πέτυχε σημαντικές νίκες στη ξηρά και στη θάλασσα, αναγκάζοντας τους Αθηναίους να παραδοθούν.

Η εκστρατεία στη Σικελία υπήρξε η σημαντικότερη απ” όλες τις ελληνικές πολεμικές επιχειρήσεις του Πελοποννησιακού Πολέμου και απέφερε δόξα στους νικητές, ενώ οι ηττημένοι υπέστησαν ολοκληρωτική πανωλεθρία[1].

Προηγούμενες συγκρούσεις

Η πρώτη εκστρατεία των Αθηναίων κατά της Σικελίας ξεκίνησε το 427 π.Χ, όταν οι Αθηναίοι έστειλαν στόλο με 20 πλοία υπό τις διαταγές του Λάχητος και του Χαροιάδη για να βοηθήσει τους Λεοντίνους που βρίσκονταν σε διαμάχη με τις Συρακούσες. Στο πλευρό των Λεοντίνων βρίσκονταν οι Χαλκιδείς, η Καμάρινα και το Ρήγιο, ενώ οι δωρικές πόλεις της Σικελίας είχαν συμμαχήσει με τις Συρακούσες. Οι Λεοντίνοι είχαν στείλει πρέσβεις στην Αθήνα για να ζητήσουν βοήθεια, λόγω της κοινής ιωνικής καταγωγής[2]. Οι Αθηναίοι δέχτηκαν, αν και τους ενδιέφερε πρωτίστως να εμποδίσουν την παροχή σιτήρων από τις Συρακούσες στην Πελοπόννησο[3] και να επεκτείνουν την ηγεμονία τους στη Σικελία. Βάση των επιχειρήσεων έγινε το Ρήγιο της Ιταλίας[4]. Η πρώτη σύγκρουση σημειώθηκε τον χειμώνα, όταν οι Αθηναίοι προσπάθησαν με τη βία να αποσπάσουν την Λιπάρα από τους Συρακουσίους. Παρά την καταστροφή των κτημάτων τους, οι κάτοικοι της πόλης αρνήθηκαν να συμμαχήσουν με τους Αθηναίους και οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο Ρήγιο[5]. Το καλοκαίρι του επόμενου έτους είχαν σημειωθεί αρκετές συγκρούσεις, με πιο σημαντική τη μάχη που διεξήχθη στις Μύλες μεταξύ Αθηναίων και Μεσσηνίων. Ο στρατηγός Χαροιάδης είχε πεθάνει σε μάχη κατά των Συρακουσίων και ο Λάχης έγινε ο μόνος αρχηγός του αθηναϊκού στόλου. Οι Μύλες ήταν ένα φρούριο, όπου οι Μεσσήνιοι είχαν παρατάξει δύο τάγματα για να στήσουν ενέδρα στους Αθηναίους, αλλά οι τελευταίοι επιτέθηκαν και έτρεψαν σε φυγή τους Μεσσηνίους, φονεύοντας πολλούς από τους ενεδρεύοντες και αναγκάζοντας τη φρουρά να παραδώσει την ακρόπολη και να τους ακολουθήσει στη Μεσσήνη. “Οταν οι Μεσσήνιοι είδαν την προσέγγιση των Αθηναίων, αποφάσισαν να παραδοθούν[6]. Επίσης, οι Αθηναίοι αποβιβάστηκαν στη Λοκρίδα και νίκησαν τους Λοκρούς, με αποτέλεσμα να καταλάβουν ένα τείχος κοντά στον ποταμό Άληκα[7]. Τον χειμώνα, ωστόσο, οι Αθηναίοι υπέστησαν ήττα στην Ίνησσα από τους Συρακουσίους, αν και μετά επιχείρησαν νέα απόβαση στη Λοκρίδα, όπου συγκρούστηκαν με 300 Λοκρούς υπό τις διαταγές του Προξένου, τους οποίους φόνευσαν[8]. Επίσης, οι Αθηναίοι επιχείρησαν απόβαση στο έδαφος της Ιμέρας, ενώ οι Σικελιώτες εισέβαλαν από το εσωτερικό στο μεσογειακό τμήμα της πόλης – παράλληλα, οι Αθηναίοι επιτέθηκαν εναντίον των Αιολίδων Νήσων. Όταν επέστρεψαν στο Ρήγιο, οι Αθηναίοι έμαθαν πως αρχηγός του στόλου – στη θέση του Λάχητος – είχε διοριστεί ο Πυθόδωρος, ενώ αργότερα έπρεπε να φθάσουν οι στρατηγοί Σοφοκλής και Ευρυμέδοντας με σοβαρές ενισχύσεις (σαράντα πλοία) μετά από αντίστοιχο αίτημα των συμμάχων. Ο Πυθόδωρος επιτέθηκε στη Λοκρίδα, αλλά αυτή τη φορά επικράτησαν οι Λοκροί[9]. Το επόμενο καλοκαίρι, οι Αθηναίοι υπέστησαν νέα ήττα στη Μεσσήνη – η οποία είχε μεγάλη στρατηγική σημασία για τις δύο πλευρές – από μοίρα 20 πλοίων των Συρακουσίων και των Λοκρών[10].

Παράλληλα, ο Σοφοκλής και ο Ευρυμέδοντας έλαβαν διαταγή να βοηθήσουν την Κέρκυρα, η οποία απειλείτο από ένα πελοποννησιακό στόλο με 60 πλοία, αλλά ο Δημοσθένης έπεισε τις αρχές της Αθήνας να στείλουν τις δυνάμεις των δύο στρατηγών στην Πελοπόννησο[11]. Ο Δημοσθένης οδήγησε τους Αθηναίους στην Πύλο και προσπάθησε μάταια να πείσει τους άλλους δύο στρατηγούς για τη στρατηγική θέση που είχε η περιοχή[12]. Προς καλή του τύχη, ο καιρός ήταν άστατος και οι δύο στρατηγοί αναγκάστηκαν να μείνουν στην Πύλο, ενώ οι Αθηναίοι οχύρωναν τα αδύναμα σημεία της περιοχής[13]. Οι Αθηναίοι εκμεταλλεύτηκαν επίσης τη βραδύτητα των Σπαρτιατών, οι οποίοι τελούσαν γιορτές και είχαν αφήσει στην Αττική μεγάλο στράτευμα, για να ολοκληρώσουν την οχύρωση της Πύλου και να αφήσουν τον Σοφοκλή και τον Ευρυμέδοντα να συνεχίσουν τον πλου προς την Κέρκυρα και τη Σικελία[14]. Ενώ στην περιοχή της Ελλάδας, οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν να αντιμετωπίσουν τους Σπαρτιάτες στην Πύλο και στη Σφακτηρία, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι τους επιχείρησαν ναυτική επίθεση στο Ρήγιο, έχοντας στη διάθεση τους 70 πλοία. Από την άλλη, οι Αθηναίοι και οι Ρηγίνοι είχαν στη διάθεση τους συνολικά 24 πλοία, αλλά κατάφεραν να νικήσουν τους Συρακούσιους και να τους τρέψουν σε φυγή[15]. Αργότερα, οι Αθηναίοι έπλευσαν στην Καμάρινα, καθώς έμαθαν πως κάποιος Αρχίας και οι οπαδοί του είχαν σκοπό να αποσπάσουν την πόλη από τους Αθηναίους και να την παραδώσουν στις Συρακούσες. Παράλληλα, οι Μεσσήνιοι επιχείρησαν να καταλάβουν τη Νάξο, αλλά υπέστησαν σοβαρή ήττα. Οι Λεοντίνοι και οι Αθηναίοι εκμεταλλεύτηκαν την ήττα των Μεσσηνίων στη Νάξο και επιτέθηκαν στη Μεσσήνη – αρχικά, οι Μεσσήνιοι είχαν νικήσει τους Λεοντίνους, αλλά η επέμβαση των Αθηναίων ανάγκασε τους Μεσσήνιους να κλειστούν πίσω από τα τείχη[15]. Το καλοκαίρι του 424 π.Χ, οι πόλεις της Σικελίας έστειλαν εκπροσώπους στη Γέλα για να συζητήσουν το ενδεχόμενο λήξης των εχθροπραξιών μεταξύ των πόλεων τους[16]. Στο συμβούλιο πρωτοστάτησε ο Ερμοκράτης, εκπρόσωπος των Συρακουσίων, ο οποίος έπεισε τους υπόλοιπους πως οι εμφύλιες συγκρούσεις στη Σικελία θα ωφελούσαν τους Αθηναίους, γιατί θα τους δινόταν η ευκαιρία να στείλουν περισσότερες δυνάμεις[17], γι” αυτό και πρότεινε την ειρηνική επίλυση των διαφορών τους[18]. Οι Σικελοί έλυσαν ειρηνικά τις διαφορές τους και οι συμμαχικές πόλεις της Αθήνας ανακοίνωσαν στους αρχηγούς του αθηναϊκού στόλου πως συμφωνήθηκε ο τερματισμός του πολέμου[19]. Κατά την επιστροφή τους στην Αθήνα, ο Πυθόδωρος και ο Σοφοκλής εξορίστηκαν, ενώ ο Ευρυμέδοντας πλήρωσε πρόστιμο εξαιτίας της αποτυχίας στη Σικελία[20]. Το καλοκαίρι του 422 π.Χ, οι Αθηναίοι έστειλαν μια αντιπροσωπεία με επικεφαλής του Φαίακα με σκοπό να συνάψει συμμαχίες με τις πόλεις της Σικελίας – η Καμάρινα και ο Ακράγαντας δέχτηκαν, ενώ η Γέλα αρνήθηκε. Επίσης, ο Φαίακας σύναψε συμμαχίες με πόλεις της Ιταλίας, ακόμα και με τους Λοκρούς, οι οποίοι βρίσκονταν σε πόλεμο με τους Μεδμαίους και τους συμμάχους τους[21].

Η απόφαση για νέα εκστρατεία

Προτομή του Αλκιβιάδη (ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΚΛΙΝΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙΟΣ), ο οποίος υποστήριξε θερμά την αποστολή των αθηναϊκών στρατευμάτων στη Σικελία

Το 415 π.Χ, η Αθήνα και η Σπάρτη υπέγραψαν ειρήνη και έβαλαν τέλος στην πρώτη φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου, γνωστή ως Αρχιδάμειος πόλεμος. Ωστόσο, η ειρήνη δεν ικανοποιούσε πλήρως τις δύο πόλεις, καθώς η Σπάρτη αρνήθηκε να παραχωρήσει την Αμφίπολη στην Αθήνα, ενώ η Αθήνα είχε τον έλεγχο της Πύλου. Νωρίτερα, το 418 π.Χ, στη μάχη της Μαντινείας, οι πόλεις του Άργους και της Μαντινείας – μαζί με άλλες πελοποννησιακές πόλεις – συμμάχησαν με την Αθήνα σε μια προσπάθεια να απελευθερωθούν από τον σπαρτιατικό ζυγό. Στη μάχη πρωτοστάτησε ο Αθηναίος αριστοκράτης Αλκιβιάδης, ο οποίος κατάφερε να βάλει προσωρινό τέλος στον έλεγχο της Πελοποννησιακής Συμμαχίας από τη Σπάρτη[22]. Παρά την αθηναϊκή ήττα στη μάχη της Μαντινείας, ο Αλκιβιάδης κατάφερε να επικρατήσει στην πολιτική σκηνή και να εκλεγεί στρατηγός το 417 π.Χ[23]. Ο έλεγχος της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας παρέμεινε μοιρασμένος μεταξύ του κόμματος της ειρήνης (αρχηγός ο Νικίας) και του κόμματος του πολέμου (αρχηγός ο Αλκιβιάδης)[24]. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης δεν ήταν ευχαριστημένος με την υπογραφή της ειρήνης και ειδικά με το γεγονός ότι οι Σπαρτιάτες είχαν υπογράψει την ειρήνη με τον Νικία χωρίς να συνεννοηθούν μαζί του, καθώς ήταν πρόξενος της Σπάρτης[25].

Τον χειμώνα του 416-415 π.Χ, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να εκστρατεύσουν εκ νέου στη Σικελία με περισσότερες δυνάμεις απ” ότι την προηγούμενη φορά[26]. Προέβαλαν ως αφορμή, την καταπίεση που δεχόταν η Έγεστα από τους Σελινουντίους από ξηρά και θάλασσα. Στην Αθήνα είχαν παρουσιαστεί πρέσβεις από την Έγεστα που ζήτησαν βοήθεια από τους Αθηναίους λόγω κοινής καταγωγής, ενώ δήλωσαν πως είχαν στη διάθεση τους αρκετά χρήματα για να χρηματοδοτήσουν την εκστρατεία. Oι Αθηναίοι αποφάσισαν να στείλουν πρώτα μια αντιπροσωπεία στην Έγεστα για να επιβεβαιώσουν τα λεγόμενα των Εγεσταίων[27]. Η αντιπροσωπεία επιβεβαίωσε την ύπαρξη μεγάλου χρηματικού ποσού στην Έγεστα (εξήντα τάλαντα αργυρού), το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως μηνιαίος μισθός για πληρώματα 60 πλοίων που ζητούσαν οι Εγεσταίοι.

Οι συζητήσεις στην Εκκλησία του Δήμου

Οι πρέσβεις της Εγέστας ανέπτυξαν τις απόψεις τους στην Εκκλησία του Δήμου και, παρά την αντίδραση του επί κεφαλής των συντηρητικών Νικία, αποφασίστηκε η εκστρατεία με αρχηγούς τον Αλκιβιάδη, τον Νικία και τον Λάμαχο, στους οποίους έδωσαν εντολή να βοηθήσουν την Έγεστα και να αποκαταστήσει τους Λεοντίνους στην εστία τους (σε περίπτωση που οι κάτοικοι της πόλης έφευγαν μαζικά για να γλιτώσουν τον πόλεμο). Ο Νικίας εξελέγη παρά την θέλησή του.[28].
Πέντε μέρες μετά την πιο πάνω συνέλευση, πραγματοποιήθηκε δεύτερη, για ν” αποφασιστεί το μέγεθος των δυνάμεων που θα αποστελλόταν. Ο Νικίας προσπάθησε και πάλι να μεταπείσει την Εκκλησία, υποστηρίζοντας πως η πόλη έπρεπε να εκμεταλλευτεί την ειρήνη με τους Πελοποννήσιους για να αναπληρώσει τις απώλειες σε άνδρες και χρήμα[29], ενώ εξέφρασε την άποψη πως η πόλη δεν ήταν έτοιμη για τέτοια εκστρατεία και προειδοποίησε πως σε περίπτωση ήττας, οι Πελοποννήσιοι με τις δυνάμεις τους ακέραιες θα προχωρούσαν σε επίθεση κατά των Αθηνών[30], αλλά και σε περίπτωση νίκης, οι Αθηναίοι θα αδυνατούσαν να ελέγξουν τη Σικελία εξαιτίας της μεγάλης απόστασης[31]. Αμφισβήτησε επίσης την αξιοπιστία του Αλκιβιάδη υποστηρίζοντας ότι νεαρός και αλαζών, επιθυμεί την εκστρατεία από ματαιοδοξία και για προσωπικά οφέλη.
Μετά τον Νικία, τον λόγο έλαβε ο Αλκιβιάδης, ο οποίος απέκρουσε τις κατηγορίες του Νικία περί προσωπικής φιλοδοξίας και θύμισε στους Αθηναίους πως οι Σπαρτιάτες είχαν διακινδυνεύσει τα πάντα στη μάχη της Μαντινείας εξαιτίας της δράσης του[32]. Ο Αλκιβιάδης καθησύχασε τους Αθηναίους, λέγοντας πως στην πόλη θα παρέμενε ένας ισχυρός στόλος που θα ήταν ικανός να αποκρούσει μια πιθανή επίθεση των Σπαρτιατών[33], ενώ τόνισε πως έπρεπε να εκμεταλλευτούν τις εμφύλιες συρράξεις στη Σικελία[33] και να επεκτείνουν την ηγεμονία τους στην περιοχή, ενώ θύμισε πως ήταν υποχρεωμένοι να τηρήσουν τους όρκους που έδωσαν στους συμμάχους τους[34]. Μετά τον Αλκιβιάδη μίλησαν οι Εγεσταίοι και οι Λεοντίνοι που θύμισαν τους όρκους συμμαχίας που έδωσαν οι Αθηναίοι, κάτι που αύξησε τον ενθουσιασμό των Αθηναίων [35].
Ο Νικίας κατάλαβε ότι η απόφαση της Εκκλησίας ήταν αμετάκλητη και αποφάσισε να αλλάξει τακτική. Πήρε πάλι τον λόγο και δήλωσε πως μονάχα η Νάξος και η Κατάνη θα βοηθούσαν τους Αθηναίους, ενώ οι υπόλοιπες πόλεις θα βοηθούσαν τους Συρακούσιους. Επίσης, κατά τον Νικία, οι Συρακούσιοι διέθεταν πολυάριθμο ιππικό και πολλά χρήματα για τον επικείμενο πόλεμο, ενώ τόνισε το γεγονός ότι οι Συρακούσιοι μπορούσαν να τροφοδοτήσουν τον στρατό τους με εγχώρια προϊόντα ενώ οι Αθηναίοι θα στηρίζονταν μονάχα σε εισαγόμενα προϊόντα[36]. Ο Νικίας έδωσε έμφαση στο γεγονός πως οι Αθηναίοι χρειάζονταν μεγάλο στόλο και πολλούς οπλίτες, για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το ιππικό του αντιπάλου[37], καθώς επίσης μεγάλο αριθμό τοξοτών και βοηθητικών στρατευμάτων[38]. Τέλος, ο Νικίας εξέφρασε τις ανησυχίες του για την εκστρατεία και ζήτησε να απαλλαγεί από την αρχηγία αν οι προτάσεις του δεν γίνονταν δεκτές[39].
Ο ελιγμός του Νικία -που ζήτησε πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις απ” όσες είχαν αποφασιστεί αρχικά- είχε σκοπό να αποθαρρύνει τους Αθηναίους, αλλά πέτυχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Οι Αθηναίοι έδειξαν μεγαλύτερο ενθουσιασμό και αποφάσισαν να διατηρήσουν τον Νικία στη θέση του αρχηγού[40], ενώ ζήτησαν απ” αυτόν να παρουσιάσει το απαραίτητο μέγεθος της αποστολής. Ο Νικίας δήλωσε πως χρειάζονταν τουλάχιστον 100 τριήρεις από την Αθήνα και όσο το δυνατόν περισσότερες από τις συμμαχικές πόλεις, ενώ επίσης χρειάζονταν τουλάχιστον 5.000 οπλίτες. Τέλος, ο Νικίας δήλωσε πως χρειάζονταν ένα στράτευμα που να είναι ανάλογο προς τους οπλίτες και να περιλαμβάνει Αθηναίους και Κρήτες τοξότες και σφενδονιστές[41]. Οι Αθηναίοι δέχτηκαν τις προτάσεις του Νικία, έδωσαν πλήρη εξουσία στους στρατηγούς για τα θέματα που αφορούσαν την εκστρατεία και έστειλαν πρέσβεις στις συμμαχικές πόλεις για να συντάξουν καταλόγους στρατευσίμων[42].

Ο ακρωτηριασμός των Ερμών

Πριν ξεκινήσει ο στόλος, μια ομάδα αγνώστων ακρωτηρίασε τις Ερμές, αγάλματα αφιερωμένα ατον Ερμή που πίστευαν ότι έφερναν καλή τύχη, τοποθετημένα σε διάφορα σημεία της πόλης. Το γεγονός θεωρήθηκε κακός οιωνός για την εκστρατεία καθώς επίσης και προπαρασκευαστικό της ανατροπής του πολιτεύματος. Κανένας δεν γνώριζε την ταυτότητα των ενόχων, ωστόσο, Αθηναίοι και ξένοι έσπευσαν στα δικαστήρια για να δώσουν μαρτυρίες[43], αν και οι περισσότερες δεν είχαν σχέση με το θέμα, αλλά με την πρόσφατη παρωδία των Μυστηρίων από μεθυσμένους νεαρούς[44]. Πολλοί κατηγόρησαν τον Αλκιβιάδη, ο οποίος ήταν γνωστός για την ανάρμοστη συμπεριφορά απέναντι στα Μυστήρια, και οι εχθροί του επωφελήθηκαν για να του αφαιρέσουν την εξουσία. Ο Αλκιβιάδης ζήτησε να δικαστεί πριν από την αναχώρηση του στόλου, αλλά οι εχθροί του – φοβούμενοι την επιρροή του στον στρατό και στο πλήθος – μίσθωσαν ρήτορες για να πείσουν τον λαό να επιτρέψει την αποστολή του στόλου πριν να γίνει η δίκη[45].

Πρώτη φάση της εκστρατείας

Η πορεία του αθηναϊκού στόλου προς τη Σικελία

Η εκστρατεία στη Σικελία ξεκίνησε το καλοκαίρι του 415 π.Χ, μετά από επίδειξη ισχύος στο λιμάνι του Πειραιά για τους Αθηναίους και τους ξένους της πόλης[46]. Οι Αθηναίοι απέπλευσαν για την Αίγινα και μετά έφθασαν στην Κέρκυρα, όπου ενώθηκαν με τους συμμάχους τους[47]. Οι φήμες για την επικείμενη εκστρατεία είχαν φθάσει στις Συρακούσες, αλλά κανένας δεν τις πίστεψε. Κατά τη διάρκεια λαϊκής συνέλευσης, ο Ερμοκράτης, ο οποίος είχε ακριβείς πληροφορίες για το θέμα[48], ζήτησε τον λόγο και τόνισε πως οι Αθηναίοι δεν είχαν σκοπό να βοηθήσουν τους Εγεσταίους και τους Λεοντίνους, αλλά να επεκτείνουν την ηγεμονία τους. Ο Ερμοκράτης θύμισε πως οι υπερπόντιες εκστρατείες που διεξήχθησαν στο παρελθόν είχαν αποτύχει και έφερε το παράδειγμα των Περσών, οι οποίοι απέτυχαν να καταλάβουν την Αθήνα το 490 π.Χ και το 480 π.Χ, λόγω της απόστασης και της έλλειψης πολεμοφοδίων[49]. Τέλος, ο Ερμοκράτης ζήτησε από τους Συρακούσιους να συνάψουν συμμαχίες με τις άλλες πόλεις της Σικελίας, τις πόλεις της Ιταλίας, καθώς και με την Καρχηδόνα, ενώ απαίτησε την αποστολή στόλου στον Τάραντα και στο ακρωτήριο της Ιαπυγίας με διαταγή να επιτεθεί στους Αθηναίους[50]. Μετά τον Ερμοκράτη μίλησε ο Αθηναγόρας, ο οποίος αμφισβήτησε την ακρίβεια της είδησης για την επικείμενη αθηναϊκή εκστρατεία, καθώς ήταν σίγουρος πως οι Αθηναίοι δεν θα επιχειρούσαν εκστρατεία στη Σικελία ενώ δεν είχε λήξει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος[51], και έδωσε έμφαση στην αμυντική ικανότητα της Σικελίας, στην αριθμητική υπεροχή του στρατού και του ιππικού των Συρακουσίων και στην έλλειψη εφοδίων που θα αντιμετώπιζαν οι Αθηναίοι[52]. Μετά τον Αθηναγόρα μίλησε ένας εκ των Συρακουσίων στρατηγών και δήλωσε πως θα συγκέντρωναν ιππικό και άλλα εφόδια και θα ετοίμαζαν την πόλη για άμυνα. Παράλληλα, αποφασίστηκε να σταλούν πράκτορες στις άλλες πόλεις της Σικελίας για να συλλέξουν πληροφορίες σχετικά με την εκστρατεία[53].

Στην Κέρκυρα, εν τω μεταξύ, οι Αθηναίοι είχαν συγκεντρώσει τις δυνάμεις τους και χώρισαν τον στόλο σε τρεις μοίρες, κάθε μια από τις οποίες θα είχε ως αρχηγό ένα από τους στρατηγούς, ενώ έστειλαν πρέσβεις στις πόλεις της Ιταλίας και της Σικελίας για να μάθουν ποιες ήταν πρόθυμες να τους υποδεχτούν[54]. Στην Κέρκυρα, οι Αθηναίοι είχαν συγκεντρώσει την εξής δύναμη: 134 τριήρεις (100 από την Αθήνα και 34 από τη Χίο και άλλες περιοχές), 2 πεντηκοντόρους, 5.100 οπλίτες (1.500 Αθηναίοι πολίτες, 700 θήτες πεζοναύτες, 500 Αργείοι, 250 Μαντινείς και άλλοι μισθοφόροι και 2.150 οπλίτες από συμμαχικές πόλεις), 480 τοξότες (80 Κρήτες και 100 από άλλες περιοχές), 700 σφενδονιστές (Ρόδιοι), 120 ψιλοί (Μεγαρείς) και 30 ιππείς, τους οποίους μετέφερε ένα ιππαγωγό πλοίο[55]. Αυτή τη δύναμη συνόδευαν 30 μεταγωγικά πλοία με τρόφιμα, προσωπικά και διάφορα εργαλεία, ενώ τους είχαν ακολουθήσει και αρκετά εμπορικά πλοία. Ο στόλος διέσχισε αθρόος τον Ιόνιο κόλπο και προσέγγισε στο ακρωτήριο της Ιαπυγίας – οι ιταλικές πόλεις είχαν αρνηθεί να βοηθήσουν τους Αθηναίους, αν και μερικές τους έδωσαν την άδεια να αγκυροβολήσουν. Στο τέλος, η αθηναϊκή δύναμη έφθασε στο Ρήγιο, οι κάτοικοι του οποίου αποφάσισαν να μείνουν ουδέτεροι και να συμμορφωθούν με την απόφαση του συνεδρίου των ελληνικών πόλεων της Ιταλίας. Τότε, οι Αθηναίοι άρχισαν να μελετούν τρόπους βελτίωσης της κατάστασης και περίμεναν πλοία από την Έγεστα για να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη του θησαυρού, για τον οποίο έκαναν λόγο οι Εγεσταίοι[56]. Ωστόσο, τους περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη: οι Εγεσταίοι είχαν στη διάθεση τους μονάχα 30 τάλαντα, ενώ τα διάφορα μεταλλικά σκεύη τους (τα οποία είχαν δανειστεί από άλλες πόλεις) είχαν μεγάλο μέγεθος που ήταν δυσανάλογο με την αξία τους. Παρ” ολ” αυτά, η μεγάλη ποσότητα των χρυσών και άλλων μεταλλικών σκευών έπεισε τους Αθηναίους πως οι Εγεσταίοι διέθεταν αρκετά χρήματα για τη χρηματοδότηση του αθηναϊκού στόλου. Οι Αθηναίοι κατηγόρησαν τους πρώτους απεσταλμένους στην Έγεστα ότι τους οδήγησαν σε πλάνη, ενώ οι στρατηγοί αποφάσισαν να συγκαλέσουν πολεμικό συμβούλιο[57].

Ο Νικίας πρότεινε να επιτεθούν οι Αθηναίοι κατά του Σελινούντος, ο οποίος ήταν ο κύριος σύμμαχος των Συρακουσών και κύριος εχθρός των Εγεσταίων, με σκοπό να αναγκάσουν τους Σελινουντίους να συνάψουν ειρήνη με τους Εγεσταίους (είτε μέσω βίας είτε μέσω συνεννόησης), ενώ μετά να προχωρήσουν σε επίδειξη ισχύος και να πείσουν τις άλλες πόλεις να συνάψουν συμμαχία. Αν η αποστολή έληγε με επιτυχία, τότε θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην Αθήνα, εκτός και αν οι Λεοντίνοι αντιμετώπιζαν ξαφνικά νέα απειλή[58]. Ο Αλκιβιάδης πρότεινε την αποστολή πρεσβευτών στις ελληνικές πόλεις της Σικελίας για να τις αποσπάσουν από τους Συρακούσιους και να συνάψουν συμφωνία τροφοδότησης του αθηναϊκού στρατεύματος. Ο Αλκιβιάδης έδωσε έμφαση στη Μεσσήνη που ήταν το κλειδί της Σικελίας και δήλωσε πως έπρεπε πρώτα να συνάψουν συμμαχία με τους κατοίκους της πόλης και μετά να προχωρήσουν σε επίθεση κατά των Συρακουσών και του Σελινούντος[59]. Τελευταίος μίλησε ο Λάμαχος, ο οποίος αν και συμφώνησε με τον Αλκιβιάδη όσον αφορά τη σημασία της Μεσσήνης, πρότεινε να επιτεθούν αμέσως κατά των Συρακουσών, ενώ στους Μεσσηνίους θα πήγαινε ο ίδιος για να συνάψει συμμαχία[60]. Το ότι η άποψη του Λάμαχου επικράτησε, ο Ντόναλντ Κάγκαν το αποδίδει (πέραν της εκτίμησης την οποία έχαιρε λόγω της πολεμικής του εμπειρίας) στο ότι οι Αθηναίοι προσπαθούσαν να βρούν μια ισορροπία μεταξύ ενός νεαρού και επιθετικού ηγέτη -του Αλκιβιάδη, που ήταν ο πρωτοστάτης της εκστρατείας- και μιας παλαιάς συντηρητικής προσωπικότητας – του Νικία που ήταν ο κορυφαίος αντίπαλος της εκστρατείας και αρχηγός του κόμματος της ειρήνης.[61]. Ο Λάμαχος ήταν ένας 50χρονος στρατιώτης, τον οποίο ο Αριστοφάνης παρουσιάζει ως μόνιμα φτωχό στρατιώτη στην κωμωδία «Αχαρνής».

Οι Μεσσήνιοι αρνήθηκαν τις προτάσεις του Λάμαχου, γι” αυτό και οι Αθηναίοι έπλευσαν κατά μήκος της ακτής της Νάξου με τα 2/3 του στόλου και από εκεί κατευθύνθηκαν προς την Κατάνη. Οι Καταναίοι αρνήθηκαν να δεχτούν τους Αθηναίους και οι τελευταίοι στρατοπέδευσαν κοντά στον ποταμό Τηρία, ενώ έστειλαν μια μοίρα 10 πλοίων για να παρακολουθεί τον Μεγάλο Λιμένα των Συρακουσών. Αργότερα, οι Αθηναίοι έπλευσαν με τον υπόλοιπο στόλο και μόλις έφθασαν στις Συρακούσες, διακήρυξαν πως σκοπός της αποστολής τους ήταν η αποκατάσταση των Λεοντίνων και ζήτησαν από τους Λεοντίνους που βρίσκονταν στις Συρακούσες να προσέλθουν άφοβα προς τους Αθηναίους. Μετά την προκήρυξη, οι Αθηναίοι επανέπλευσαν προς την Κατάνη[62]. Οι Καταναίοι έκαναν δεκτούς μόνο τους στρατηγούς: όσο μιλούσε ο Αλκιβιάδης, οι κάτοικοι ήταν απασχολημένοι μονάχα μ” αυτόν και δεν αντιλήφθηκαν πως οι Αθηναίοι είχαν διαρρήξει μια μικρή πύλη του τείχους, η οποία ήταν σαθρώς κατασκευασμένη. Οι Αθηναίοι έπεισαν τους Καταναίους να ψηφίσουν υπέρ της συμμαχίας με την Αθήνα και να δεχτούν το αίτημα των Αθηναίων για στρατοπέδευση ολόκληρου του εκστρατευτικού σώματος τους στην Κατάνη[63]. Παράλληλα έφθασε η είδηση πως οι Συρακούσιοι επιβιβάζουν τα πληρώματα τους στην Καμάρινα, η οποία ήθελε να συνάψει συμμαχία με τους Αθηναίους. Όταν έφθασαν στην Καμάρινα, οι Αθηναίοι έστειλαν κήρυκα στην πόλη, αλλά οι Καμαριναίοι δεν τον δέχτηκαν με τη δικαιολογία πως οι Αθηναίοι έπρεπε να είχαν στείλει μονάχα ένα πολεμικό σκάφος (εκτός και αν οι ίδιοι ζητούσαν περισσότερα). Μετά, οι Αθηναίοι προέβησαν σε λεηλασία της ακτής των Συρακουσών, αλλά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μετά από επίθεση των ιππέων και των ψιλών στρατιωτών του στρατού των Συρακουσίων[64].

Την ίδια εποχή, στην Κατάνη έφθασε το πλοίο «Σαλαμινία» με εντολή του δήμου της Αθήνας προς τον Αλκιβιάδη και άλλους στρατιώτες να απολογηθούν για τον ακρωτηριασμό των Ερμών και τη βεβήλωση των Μυστηρίων[65]. Οι Αθηναίοι είχαν επίσης υποψίες πως ο Αλκιβιάδης σχεδίαζε πραξικόπημα κατά της δημοκρατίας και παράδοση της πόλης τους Σπαρτιάτες – κύρια απόδειξη αυτής της κατηγορίας ήταν η παρουσία μιας μικρής δύναμης των Σπαρτιατών στον Ισθμό, η οποία είχε σκοπό να βοηθήσει τους Βοιωτούς, κάτι που οι Αθηναίοι δεν είχαν πιστέψει. Οι Αθηναίοι είχαν συλλάβει τους φίλους του Αλκιβιάδη στο Άργος και ζήτησαν από τους Αργείους να τους θανατώσουν[66]. Οι αρχές της Αθήνας είχαν σκοπό να θανατώσουν τον Αλκιβιάδη, αλλά το πλήρωμα της Σαλαμινίας έλαβε διαταγή να τον καλέσει να τους ακολουθήσει χωρίς να τον συλλάβει, καθώς φοβούνταν να προκαλέσουν ταραχές στον στρατό. Ο Αλκιβιάδης και οι σύντροφοι του επιβιβάστηκαν στο πλοίο, αλλά το εγκατέλειψαν στους Θούριους – το πλήρωμα προσπάθησε για αρκετό διάστημα να ανακαλύψει τους φυγάδες, αλλά μάταια. Οι φυγάδες έφθασαν στην Πελοπόννησο με άλλο πλοίο, ενώ οι αρχές της Αθήνας τους καταδίκασαν σε θάνατο[67]. Μετά την ανάκληση του Αλκιβιάδη, ο Νικίας και ο Λάμαχος μοίρασαν τον στρατό σε δύο μοίρες. Οι Αθηναίοι έπλευσαν στην Έγεστα για να εξετάσουν τα επίμαχα ζητήματα μεταξύ των Εγεσταίων και των Σελινουντίων και να μάθουν αν οι Εγεσταίοι είχαν σκοπό να δώσουν τα χρήματα που είχαν υποσχεθεί. Μετά, οι Αθηναίοι προσέγγισαν την Ιμέρα, αλλά οι κάτοικοι της πόλης αρνήθηκαν να τους δεχτούν. Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, οι Αθηναίοι είχαν προχωρήσει σε επίθεση κατά των Υκκάρων, με αποτέλεσμα να καταστρέψουν την πόλη και να την παραδώσουν στους Εγεσταίους. Μετά την επίθεση, οι Αθηναίοι επέστρεψαν στην Κατάνη με αρκετούς σκλάβους, ενώ επιχείρησαν επίθεση κατά της Πελεάτιδος Ύβλας, η οποία έληξε με αποτυχία. Παράλληλα, ο Νικίας είχε λάβει τριάντα τάλαντα από τους Εγεσταίους και έστειλε πρέσβεις σε άλλες πόλεις της Σικελίας για να ζητήσει στρατιωτική ενίσχυση[68].

Τον χειμώνα, οι Αθηναίοι και οι Συρακούσιοι ξεκίνησαν τις προετοιμασίες για τη μάχη[69]. Οι Αθηναίοι στρατηγοί ήθελαν να απομακρύνουν τους Συρακούσιους από την πόλη τους σε ένα μέρος όπου το ιππικό τους δεν θα μπορούσε να προκαλέσει ζημιές στα βοηθητικά σώματα του αθηναϊκού στρατού. Μετά από συμβουλή εξόριστων Συρακουσίων που συμμάχησαν με τους Αθηναίους, οι στρατηγοί αποφάσισαν να στρατοπεδεύσουν στο Ολυμπιείον και προχώρησαν στο εξής τέχνασμα: έστειλαν στις Συρακούσες ένα άνθρωπο, ο οποίος ήταν πιστός στους Αθηναίους και συνάμα θεωρείτο φίλος των Συρακουσίων, ο οποίος θα τους ανακοίνωνε πως οι Αθηναίοι είχαν σκοπό να διανυκτερεύσουν στην πόλη, μακριά από το στρατόπεδο τους, ενώ θα τους πρότεινε να επιτεθούν στα χαρακώματα των Αθηναίων όσο οι Καταναίοι θα έσφαζαν τους Αθηναίους μέσα στην πόλη και θα έκαιγαν τα πλοία τους[70]. Οι Συρακούσιοι δέχτηκαν να επιτεθούν στην Κατάνη και προχώρησαν στις ανάλογες προετοιμασίες. Όταν τελείωσαν τις προετοιμασίες και έλαβαν ενισχύσεις από άλλες πόλεις, οι Συρακούσιοι ξεκίνησαν την πορεία τους και στρατοπέδευσαν κοντά στον ποταμό Σύμαιθο. Οι Αθηναίοι, κατά τη διάρκεια της νύχτας, αποβιβάστηκαν στην περιοχή του Ολυμπιείου. Το ιππικό των Συρακουσών, το οποίο έμεινε στην οπισθοφυλακή, αντιλήφθηκε την απόβαση των Αθηναίων και μετέφερε το μήνυμα στο πεζικό, το οποίο έσπευσε να επιστρέψει[71]. Οι Αθηναίοι προχώρησαν σε οχύρωση της θέσης τους και αρνήθηκαν να δώσουν μάχη εκείνη την ημέρα, γι” αυτό και οι Συρακούσιοι παρατάχθηκαν στην Ελωρίνη Οδό[72]. Την επομένη, οι Αθηναίοι ήταν έτοιμοι για μάχη: αφού μοίρασαν τον στρατό σε δύο μοίρες, παρέταξαν την εμπροσθοφυλακή και την οπισθοφυλακή σε φάλαγγα βάθους 8 οπλιτών – στα δεξιά παρατάχθηκαν οι Αργείοι και οι Μαντινείς, στο κέντρο οι Αθηναίοι και στα αριστερά οι υπόλοιποι σύμμαχοι. Από την άλλη, οι Συρακούσιοι παρατάχθηκαν σε βάθος 10 οπλιτών, ενώ το ιππικό (1200 ιππείς) και οι ακοντιστές τους παρατάχθηκαν στα δεξιά[73]. Οι Αθηναίοι αποφάσισαν να επιτεθούν πρώτοι, κάτι που δεν περίμεναν οι Συρακούσιοι – γι” αυτό και επικράτησε πανικός, αλλά οι Συρακούσιοι κατάφεραν να γεμίσουν τις γραμμές τους και να πάρουν τα όπλα[74]. Η μάχη ξεκίνησε με δράση των λιθοβόλων, των τοξοτών και των σφενδονιστών των δύο πλευρών, οι οποίοι απώθησαν τους ψιλούς της κάθε παράταξης. Μετά, οι οπλίτες προχώρησαν σε μετωπική επίθεση και η μάχη διαρκούσε για πολλή ώρα, λόγω της καταιγίδας και της σθεναρής αντίστασης των Συρακουσίων. Ωστόσο, οι Αθηναίοι κατάφεραν να απωθήσουν τους Συρακούσιους στο κέντρο, αφού πρώτα οι Αργείοι απώθησαν το αριστερό κέρας των Συρακουσίων – ακολούθησε καταδίωξη των Συρακουσίων, η οποία απέτυχε λόγω της δράσης του ιππικού. Οι Συρακούσιοι οπλίτες ανασυντάχθηκαν στην Ελωρίνη Οδό, έστειλαν φρουρά στον ναό του Δία (φοβούμενοι πως οι Αθηναίοι θα κλέψουν τον θησαυρό του ναού) και επέστρεψαν στην πόλη[75]. Οι Αθηναίοι δεν προχώρησαν στην κλοπή του θησαυρού, αλλά συνέλεξαν τους νεκρούς, κάτι που επέτρεψαν στους Συρακούσιους να κάνουν την επόμενη μέρα – οι Αθηναίοι είχαν χάσει 50 άνδρες, ενώ οι Συρακούσιοι είχαν χάσει 260[76]. Μετά τη μάχη, οι Αθηναίοι επέστρεψαν στην Κατάνη, καθώς έκριναν πως ο χειμώνας θα τους εμπόδιζε να στρατοπεδεύσουν πλησίον των Συρακουσών – ήταν σίγουροι, όμως, πως με τον ερχομό της άνοιξης θα επιχειρήσουν νέα επίθεση[77].

Ο πρώτος χειμώνας της εκστρατείας και διπλωματική δράση των δύο πλευρών

Στη λαϊκή συνέλευση των Συρακουσίων, η οποία ακολούθησε της μάχης, ο Ερμοκράτης πρότεινε να μειώσουν τον αριθμό των στρατηγών (που ήταν 15) και να αυξήσουν την παραγωγή όπλων, ώστε να αυξήσουν και τον αριθμό των οπλιτών, ενώ επίσης πρότεινε τη συστηματική εκπαίδευση των οπλιτών[78]. Οι Συρακούσιοι αποδέχτηκαν τις προτάσεις του Ερμοκράτη και τον εξέλεξαν στρατηγό, μαζί με τον Ηρακλείδη και τον Σικανό, ενώ έστειλαν πρεσβείες στην Κόρινθο και στη Σπάρτη για να ζητήσουν βοήθεια και τη συνέχεια του πολέμου στην Ελλάδα – οι Συρακούσιοι ήλπιζαν πως αυτό θα ανάγκαζε τους Αθηναίους είτε να αναχωρήσουν από τη Σικελία είτε να μειώσουν την αποστολή ενισχύσεων[79]. Οι Αθηναίοι σχεδίαζαν να καταλάβουν τη Μεσσήνη μέσω συνωμοσίας, ωστόσο, η αποστολή τους απέτυχε εξαιτίας της προδοσίας του Αλκιβιάδη. Οι Μεσσήνιοι φόνευσαν τους συνωμότες και ετοιμάστηκαν για άμυνα. Οι Αθηναίοι έμειναν προ πυλών της πόλης για 13 μέρες και μετά αποφάσισαν να διαχειμάσουν στη Νάξο, όπου έφτιαξαν νεώρια γα τα πλοία και έσκαψαν χαρακώματα για να προστατεύσουν το στρατόπεδο, ενώ παράλληλα έστειλαν πλοίο στην Αθήνα για να ζητήσουν χρήματα και ιππικό[80]. Παράλληλα, οι Συρακούσιοι έχτισαν προτείχισμα, ως συμπλήρωμα του ήδη υπάρχοντος τείχους της πόλης, το οποίο κάλυπτε την ιερή περιοχή του Τεμενιτού Απόλλωνα και επεκτάθηκε μέχρι τις Επιπολές, ενώ έστειλαν φρουρά στα Μέγαρα και στο Ολυμπιείον. Μόλις έμαθαν για την παραμονή των Αθηναίων στη Νάξο, οι Συρακούσιοι επιτέθηκαν στην Κατάνη, την οποία ερήμωσαν – μετά, οι Συρακούσιοι προχώρησαν σε εμπρησμό του αθηναϊκού στρατοπέδου και επέστρεψαν στην πόλη τους[81]. Την ίδια εποχή, οι δύο πλευρές έστειλαν πρέσβεις στην Καμάρινα – επικεφαλής της πρεσβείας των Συρακουσίων ήταν ο Ερμοκράτης, ενώ επικεφαλής της αθηναϊκής πρεσβείας ήταν ο Εύφημος[82]. Πρώτος τον λόγο έλαβε ο Ερμοκράτης, ο οποίος τους θύμισε την τύχη των Ιώνων που δεν πολέμησαν στο πλευρό των Αθηναίων κατά τους Περσικούς πολέμους – οι Αθηναίοι τους υπέταξαν παρά την κοινή καταγωγή και ουσιαστικά αντικατέστησαν την περσική ηγεμονία με τη δική τους[83]. Επίσης, ο Ερμοκράτης επέκρινε τους Σικελιώτες που δεν αντιστάθηκαν ενωμένοι κατά των Αθηναίων εισβολέων[84] και θύμισε τις πραγματικές αιτίες της αθηναϊκής εκστρατείας[85]. Για να πείσει τους Καμαριναίους να πολεμήσουν στο πλευρό των Συρακουσίων, ο Ερμοκράτης παρέπεμψε στους Ρηγίνους που αρνήθηκαν να βοηθήσουν τους Αθηναίους να αποκαταστήσουν τους Λεοντίνους στην εστία τους παρά το γεγονός ότι είχαν κοινή καταγωγή με τους Λεοντίονους[86], ενώ επίσης δήλωσε πως περίμεναν ενισχύσεις από την Πελοπόννησο[87]. Μετά τον Ερμοκράτη, τον λόγο έλαβε ο Εύφημος, ο οποίος μίλησε για τους λόγους που ώθησαν τους Αθηναίους να αποκτήσουν ηγεμονία, με κύριο λόγο την απειλή των Σπαρτιατών. Επίσης, ο Εύφημος αιτιολόγησε το γεγονός ότι οι Αθηναίοι υπέταξαν την Ιωνία, λέγοντας πως οι Ίωνες είχαν συμμαχήσει με τους Πέρσες κατά της μητρόπολης τους[88]. Ο Εύφημος τόνισε την καλή μεταχείριση των συμμάχων από τους Αθηναίους και προσπάθησε να πείσει τους Καμαριναίους πως οι Συρακούσιοι είχαν σκοπό να ενώσουν τις πόλεις της Σικελίας για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους[89], γι” αυτό και τους κάλεσε να πολεμήσουν στο πλευρό των Αθηναίων[90].

Οι Καμαριναίοι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, καθώς είχαν συνάψει συμμαχία και με την Αθήνα και με τις Συρακούσες, γι” αυτό και αποφάσισαν πως η καλύτερη λύση είναι η ουδετερότητα[91]. Μετά, οι Αθηναίοι έστειλαν πρέσβεις στις πόλεις της Σικελίας για να συνάψουν συμμαχία – οι πεδινές πόλεις (πλην μερικών εξαιρέσεων) αρνήθηκαν να βοηθήσουν, ενώ οι πόλεις του εσωτερικού αποδέχτηκαν την πρόταση (είτε ειρηνικά είτε δια της βίας). Επίσης, οι Αθηναίοι έστειλαν πρέσβεις στην Καρχηδόνα και στην Τυρρηνία για να ζητήσουν βοήθεια, ενώ έστειλαν πρέσβεις στις συμμαχικές πόλεις της Σικελίας και στην Έγεστα για να ζητήσουν ιππικό και προμήθειες. Τέλος, οι Αθηναίοι μετέφεραν τη βάση τους από τη Νάξο στην Κατάνη, αποκατέστησαν το στρατόπεδο τους και διαχείμασαν[92]. Ενώ αυτά διαδραματίζονταν στη Σικελία, στην Ελλάδα, η Κόρινθος ψήφισε υπέρ της αποστολής ενισχύσεων στις Συρακούσες και υπέρ της διεξαγωγής πολέμου κατά των Αθηναίων στην Ελλάδα[93]. Οι Κορίνθιοι και οι Συρακούσιοι έστειλαν πρέσβεις στη Σπάρτη για να πείσουν τους Λακεδαιμόνιους να στείλουν ενισχύσεις στις Συρακούσες και να κηρύξουν πόλεμο στην Αθήνα, αλλά οι Σπαρτιάτες είχαν σκοπό να στείλουν μονάχα μια πρεσβεία για να ενθαρρύνουν τους Συρακούσιους να συνεχίσουν τον αγώνα. Στη Σπάρτη βρισκόταν και ο Αλκιβιάδης, ο οποίος έλαβε τον λόγο και προσπάθησε να πείσει τους Σπαρτιάτες να στείλουν βοήθεια[94]. Ο Αλκιβιάδης τόνισε τις πραγματικές αιτίες της αθηναϊκής εκστρατείας και παρουσίασε τα σχέδια που είχαν κάνει οι Αθηναίοι στρατηγοί: πρώτα, οι Αθηναίοι είχαν σκοπό να καταλάβουν τη Σικελία, μετά τις ελληνικές πόλεις της Ιταλίας και την Καρχηδόνα, ενώ αργότερα είχαν σκοπό να εκστρατεύσουν με μεγάλες δυνάμεις κατά της Πελοποννήσου[95]. Ο Αλκιβιάδης πρότεινε την αποστολή ενός Σπαρτιάτη αρχιστράτηγου για να αναλάβει την οργάνωση του στρατού των Συρακουσίων και την οχύρωση της Δεκέλειας για να αποκόψουν τους Αθηναίους από τα ορυχεία του Λαυρίου[96]. Οι Σπαρτιάτες αποδέχτηκαν τις προτάσεις του Αλκιβιάδη και επέλεξαν για αρχιστράτηγο τον Γύλιππο, στον οποίο έδωσαν διαταγή να διευθετήσει το θέμα των ενισχύσεων με τους Κορίνθιους και τους Συρακούσιους. Ο Γύλιππος ζήτησε από τους Κορίνθιους να στείλουν 2 πολεμικά πλοία στην Ασίνη και να ετοιμάσουν όσα πλοία είχαν σκοπό να στείλουν, ώστε να αποπλεύσουν την κατάλληλη εποχή[97]. Παράλληλα, οι αρχές της Αθήνας έλαβαν αίτηση για αποστολή ενισχύσεων στις Συρακούσες και δέχτηκαν να στείλουν χρήματα και ιππικό. Μ” αυτό τον τρόπο ολοκληρώθηκε ο πρώτος χειμώνας της εκστρατείας[98].

Αποκλεισμός των Συρακουσών

Χάρτης που δείχνει τις Συρακούσες, τις Επιπολές και τα τείχη που έστησαν οι Συρακούσιοι.

Την άνοιξη του 414 π.Χ, οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στα Υβλαία Μέγαρα, όπου ερήμωσαν τους αγρούς, αλλά απέτυχαν να καταλάβουν το οχύρωμα των Συρακουσίων – μετά προέβησαν σε εμπρησμό σιτηρών στον Τηρία ποταμό, στην Ινήσση και στα Υβλαία, καθώς και σε επίθεση κατά των Κεντορίπων, τους οποίους ανάγκασαν σε παράδοση. Στην Κατάνη, οι Αθηναίοι έλαβαν ενισχύσεις με 250 ιππείς (αν και χωρίς ίππους, καθώς οι αρχές της Αθήνας ήσαν σίγουρες ότι θα βρουν άλογα στη Σικελία) και 30 ιπποτοξότες, καθώς επίσης και 300 τάλαντα αργυρού[99]. Το καλοκαίρι, οι Συρακούσιοι έμαθαν για την αποστολή ενισχύσεων από την Αθήνα και θεώρησαν πως οι Αθηναίοι θα προβούν σε επίθεση κατά των Συρακουσών, γι” αυτό και αποφάσισαν να στείλουν στις Επιπολές μια φρουρά από 600 οπλίτες υπό τις διαταγές του Διομήλου – οι Συρακούσιοι στρατηγοί ήσαν βέβαιοι πως αν οι Αθηναίοι δεν καταλάβουν τις Επιπολές, τότε δεν θα μπορούσαν να αποκλείσουν την πόλη μέσω περιτειχίσματος, ακόμα και σε περίπτωση νίκης[100]. Ωστόσο, οι Αθηναίοι είχαν φθάσει απαρατήρητοι στη θέση Λέοντας που απείχε 7 στάδια από τις Επιπολές και αποβιβάστηκαν στη Θάψο (χερσόνησος με στενό ισθμό). Ενώ ο στόλος είχε παραμείνει στη Θάψο, ο στρατός ανέβηκε το Ευρύαλο (ή Ευρύηλο) τείχος και επιτέθηκε στις Επιπολές – εκείνη τη στιγμή, οι Συρακούσιοι ήσαν σε επιθεώρηση του στρατεύματος στο λιμάνι και έσπευσαν να φθάσουν στις Επιπολές. Ωστόσο, οι Συρακούσιοι αναγκάστηκαν να τρέξουν απόσταση 25 σταδίων από το λιμάνι μέχρι τις Επιπολές και νικήθηκαν στη μάχη από τους Αθηναίους – οι Αθηναίοι είχαν σκοτώσει 300 Συρακούσιους, συμπεριλαμβανομένου του Διομήλου και μετά επιτέθηκαν στο Λάβδαλον[101]. Λίγο αργότερα, οι Αθηναίοι έλαβαν 300 ιππείς από την Έγεστα και 100 ιππείς από τη Νάξο, με τη συνολική δύναμη του ιππικού να ανέρχεται στους 650 ιππείς. Αφού άφησαν φρουρά στο Λάβδαλο, οι Αθηναίοι έφθασαν στη Συκή και ξεκίνησαν να κατασκευάζουν ένα κυκλικό τείχος. Οι Συρακούσιοι αποφάσισαν να δώσουν μάχη, αλλά το πεζικό τους βρισκόταν σε κακή κατάσταση, γι” αυτό και περιορίστηκαν σε επίθεση του ιππικού, η οποία όμως απέτυχε[102]. Την επομένη, οι Αθηναίοι άρχισαν να φτιάχνουν ένα περιτείχισμα στο βόρειο μέρος του κυκλικού τείχους, ενώ οι Συρακούσιοι – μετά από παρότρυνση των στρατηγών – αποφάσισαν να μην δώσουν μάχη και να φτιάξουν ένα αντιτείχισμα – παράλληλα, ο έλεγχος του Μεγάλου Λιμένα βρισκόταν στα χέρια των Συρακουσίων, καθώς ο αθηναϊκός στόλος δεν είχε αποπλεύσει από τη Θάψο[103].

Οι δύο πλευρές δεν ενοχλούσαν η μια την άλλη στην κατασκευή οχυρώσεων, αν και οι Αθηναίοι φρόντισαν να καταστρέψουν τους υπόγειους οχετούς για να εμποδίσουν την παροχή νερού στις Συρακούσες. Ένα μεσημέρι, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να επιτεθούν – οι Αθηναίοι έστειλαν 300 οπλίτες και ψιλούς στρατιώτες να επιτεθούν στο αντιτείχισμα, ενώ άλλο ένα σώμα στρατού βάδισε προς την πόλη και ακόμα ένα προς τα χαρακώματα των Συρακουσίων πλησίον της πυλίδος. Οι 300 κατάφεραν να καταλάβουν το αντιτείχισμα των Συρακουσίων και τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν στο προτείχισμα – ωστόσο, οι Αθηναίοι εισήλθαν στο περιτείχισμα, αλλά δεν κατάφεραν να το καταλάβουν και υποχώρησαν με μερικές απώλειες. Μετά τη μάχη, οι Αθηναίοι κατεδάφισαν το αντιτείχισμα και έστησαν τρόπαιο[104]. Την επομένη, οι Αθηναίοι ξεκίνησαν να κατασκευάζουν ένα τείχος επί του κρημνού, ο οποίος βρισκόταν στις Επιπολές και απ” όπου φαινόταν ο Μεγάλος Λιμένας, ενώ οι Συρακούσιοι έφτιαξαν τάφρο για να εμποδίσουν τους Αθηναίους να επεκτείνουν το περιτείχισμα μέχρι τη θάλασσα. Ενώ ο αθηναϊκός στόλος έλαβε διαταγή να αποπλεύσει από τη Θάψο, ο στρατός επιτέθηκε και νίκησε τους Συρακούσιους σε πεδινό έδαφος στις Επιπολές. Όσοι από τους Συρακούσιους είχαν παραταχθεί στα δεξιά υποχώρησαν προς την πόλη, ενώ αυτοί που παρατάχθηκαν στα αριστερά υποχώρησαν προς τον ποταμό. Οι 300 Αθηναίοι προσπάθησαν να καταλάβουν τη γέφυρα, αλλά απέτυχαν εξαιτίας της επέμβασης του ιππικού. Μετά, το ιππικό των Συρακουσίων επιτέθηκε στη δεξιά πτέρυγα των Αθηναίων, αναγκάζοντας τον Λάμαχο να φτάσει από τα αριστερά με τοξότες και Αργείους οπλίτες, αλλά, όταν προσπάθησε να διαβεί μια τάφρο, έπεσε νεκρός[105][106]. Τότε, οι Συρακούσιοι που υποχώρησαν στην πόλη, ανέκτησαν το θάρρος τους και επιτέθηκαν στο προτείχισμα του κυκλικού τείχους – ωστόσο, ο Νικίας έκαψε διάφορα υλικά και μηχανές με αποτέλεσμα να προκληθεί μεγάλη πυρκαγιά που ανάγκασε τους Συρακούσιους σε υποχώρηση. Παράλληλα, το πεζικό των Αθηναίων είχε φθάσει στο τείχος, ενώ έγινε γνωστή η εκκίνηση του αθηναϊκού στόλου από τη Θάψο, αναγκάζοντας τους Συρακούσιους να υποχωρήσουν στην πόλη – οι Συρακούσιοι θεωρούσαν πως δεν μπορούσαν πλέον να εμποδίσουν την κατασκευή αθηναϊκού περιτειχίσματος που θα έφτανε μέχρι τη θάλασσα[107].

Μετά τη μάχη, οι δύο πλευρές συνέλεξαν τους νεκρούς τους. Παράλληλα, οι Αθηναίοι συγκέντρωσαν ολόκληρο το στράτευμα τους και αποφάσισαν να αποκλείσουν τις Συρακούσες με διπλό τείχος – επίσης, οι Αθηναίοι έλαβαν εφόδια από τις άλλες πόλεις της Σικελίας και 3 πεντηκόντορους από την Τυρρηνία. Οι Συρακούσιοι συνέλαβαν τους στρατηγούς και τους αντικατέστησαν με τον Ηρακλείδη, τον Ευκλή και τον Τελλία, ενώ αποφάσισαν να συνάψουν ειρήνη με τον Νικία, καθώς δεν ήλπιζαν να λάβουν ενισχύσεις από την Πελοπόννησο[108]. Την ίδια εποχή, ο Γύλιππος και τα κορινθιακά πλοία έφτασαν στη Λευκάδα αλλά δεν απέπλευσαν για τη Σικελία, καθώς είχαν μάθει πως οι Συρακούσες είχαν πλήρως αποκλειστεί. Ο Γύλιππος και ο Κορίνθιος Πυθήν, μαζί με 4 πλοία, απέπλευσαν για τον Τάραντα – στον Τάραντα επρόκειτο να φθάσουν ακόμα 22 πλοία από την Κόρινθο, τη Λευκάδα και την Αμβρακία. Οι Πελοποννήσιοι προσπάθησαν να πείσουν τους κατοίκους του Τάραντα και των Θουρίων να τους βοηθήσουν, αλλά αυτοί αρνήθηκαν. Στον πλου τους για την Ιταλία, οι Πελοποννήσιοι συνάντησαν βόρειο άνεμο στον Τεριναίο κόλπο που προκάλεσε τρικυμία – αρκετά πλοία των Πελοποννησίων καταστράφηκαν και ο Γύλιππος αναγκάστηκε να επιστρέψει στον Τάραντα για να τα επισκευάσει. Ο Νικίας έμαθε για την αποστολή του Γύλιππου, αλλά δεν έδωσε σημασία, εξαιτίας της μικρής δύναμης που διέθετε ο Σπαρτιάτης[109].

Η άφιξη του Γύλιππου στις Συρακούσες

Μόλις επισκεύασε τα πλοία του, ο Γύλιππος απέπλευσε από τον Τάραντα και συνάντησε τους Επιζεφυρίους Λοκρούς, όπου έμαθε πως οι Συρακούσες δεν είχαν αποκλειστεί εντελώς και πως υπήρχε ακόμα ελπίδα να βοηθήσει. Μετά από αρκετή σκέψη, ο Γύλιππος αποφάσισε να πλεύσει δεξιά της σικελικής ακτής και να αποβιβαστεί στην Ιμέρα, όπου θα λάμβανε ενισχύσεις και θα έφτανε μέσω ξηράς στις Συρακούσες – ο Νικίας έμαθε για την επίσκεψη του Γύλιππου στους Λοκρούς και έστειλε 4 πλοία στο Ρήγιο για επιτήρηση, αλλά οι Πελοποννήσιοι κατάφεραν να φθάσουν απαρατήρητοι στην Ιμέρα. Στην Ιμέρα, ο Γύλιππος ζήτησε ενισχύσεις από τους κατοίκους της πόλης, τους Σελινουντίους, τους κατοίκους της Γέλας και άλλες σικελικές πόλεις. Χάρη στις ενέργειες του, ο Σπαρτιάτης συγκέντρωσε 700 ναύτες και πεζοναύτες από την Πελοπόννησο, 1.000 οπλίτες και 100 ιππείς από την Ιμέρα, 1.000 Σικελιώτες οπλίτες και μερικούς ιππείς και ψιλούς από τον Σελινούντα και τη Γέλα[110]. Παράλληλα, ο Γογγύλος (Κορίνθιος στρατηγός) είχε φτάσει στις Συρακούσες με πλοίο και ανακοίνωσε την άφιξη του Γύλιππου. Ο Γύλιππος κατέλαβε τους Ιετάς (σικελικό φρούριο), ενώθηκε με τους Συρακούσιους στις Επιπολές και επιτέθηκε στο διπλό περιτείχισμα των Αθηναίων[111]. Οι Αθηναίοι κατάφεραν να παρατάξουν τον στρατό τους για μάχη, παρά την αρχική έκπληξη. Ο Γύλιππος έστειλε κήρυκα στους Αθηναίους να ανακοινώσει πως είχαν 5 μέρες να συγκεντρώσουν τα αγαθά τους και να αναχωρήσουν από τη Σικελία, αλλά οι Αθηναίοι δεν απάντησαν και οι δύο στρατοί ετοιμάστηκαν για μάχη. Ο Γύλιππος είδε πως οι Συρακούσιοι δεν μπορούσαν να επιτεθούν στο περιτείχισμα και τους επανέφερε σε πιο ευρύ έδαφος, αλλά ο Νικίας δεν εκμεταλλεύτηκε αυτή τη σύγχυση στις τάξεις των Συρακουσίων, δίνοντας στον Γύλιππο τη δυνατότητα να στρατοπεδεύσει στο ύψωμα του Τεμενίτου Απόλλωνα. Την επομένη, ο Γύλιππος παρέταξε τον στρατό του απέναντι στο αθηναϊκό περιτείχισμα και έστειλε απόσπασμα στο Λάβδαλο – οι Συρακούσιοι κατέλαβαν το Λάβδαλο και φόνευσαν την αθηναϊκή φρουρά που βρισκόταν εκεί, ενώ κυρίευσαν μια αθηναϊκή τριήρη στον Μεγάλο Λιμένα[112]. Μετά, οι Συρακούσιοι επιχείρησαν να φτιάξουν ένα απλό τείχος έξω από την πόλη στο άνω μέρος των Επιπολών, ενώ οι Αθηναίοι ολοκλήρωσαν το διπλό περιτείχισμα και ανέβηκαν στο βόρειο μέρος του κυκλικού τείχους. Ο Γύλιππος αποφάσισε να επιτεθεί εκ νέου στο αθηναϊκό περιτείχισμα (αυτή τη φορά στο βόρειο μέρος του περιτειχίσματος), αλλά αναγκάστηκε να υποχωρήσει χωρίς μάχη χάρη στην παρέμβαση των Αθηναίων, οι οποίοι ενίσχυσαν τη φρουρά σ” αυτό το σημείο του τείχους με τα δικά τους στρατεύματα, ενώ οι σύμμαχοι ανέλαβαν τη φρουρά άλλων σημείων[113]. Ο Νικίας μετέφερε το ορμητήριο των Αθηναίων στο ακρωτήριο Πλημμύριον, όπου έφτιαξε 3 φρούρια, στα οποία μετέφερε πολεμικό υλικό – ο Νικίας δεν ενδιαφερόταν πλέον για τον πόλεμο στη ξηρά, αλλά έδωσε έμφαση στον πόλεμο στη θάλασσα. Ωστόσο, οι Αθηναίοι αντιμετώπιζαν προβλήματα από σοβαρή δύναμη του ιππικού των Συρακουσίων, η οποία παρατάχθηκε στο Ολυμπιείον και τους παρενοχλούσε συνεχώς[114].

Για την κατασκευή του τείχους δια μέσου των Επιπολών, ο Γύλιππος χρησιμοποίησε τα υλικά που είχαν συγκεντρώσει οι Αθηναίοι για την κατασκευή του δικού τους τείχους, μετά παρέταξε τον στρατό του προ του τείχους – οι Αθηναίοι είχαν παρατάξει και αυτοί τον στρατό τους προ του αθηναϊκού τείχους – και επιτέθηκε κατά των Αθηναίων. Ωστόσο, η μάχη διεξήχθη σε στενό χώρο, κάτι που εμπόδισε τη χρήση του ιππικού από τους Συρακούσιους και έδωσε τη νίκη στους Αθηναίους. Μετά τη μάχη, ο Γύλιππος παραδέχτηκε το λάθος του και ενθάρρυνε τους Συρακούσιους για τη συνέχιση του αγώνα[115]. Κατά τη διάρκεια της επόμενης μάχης, ο Γύλιππος οδήγησε το πεζικό πιο μακριά και παρέταξε το ιππικό στα πλάγια, αλλά ο Νικίας αποφάσισε να επιτεθεί πρώτος. Η αθηναϊκή επίθεση έληξε με αποτυχία χάρη στη δράση του ιππικού των Συρακουσίων και ο Νικίας αναγκάστηκε να μεταφέρει τον στρατό πίσω από το τείχος – την επομένη, οι Συρακούσιοι επέκτειναν το τείχους τους πέρα από το αθηναϊκό περιτείχισμα και εμπόδισαν τους Αθηναίους να αποκλείσουν τις Συρακούσες μ” αυτό το μέσο[116]. Μετά τις συγκρούσεις, στον Μεγάλο Λιμένα είχαν φτάσει 12 πλοία από την Κόρινθο, τη Λευκάδα και την Αμβρακία υπό τις διαταγές του Κορίνθιου Ερασινίδη, ενώ ο Γύλιππος έφυγε από τις Συρακούσες για να ζητήσει ενισχύσεις από τις άλλες σικελικές πόλεις. Οι Συρακούσιοι ξεκίνησαν να ασκούνται εντατικά στον χειρισμό στόλου και σχεδίαζαν επίθεση κατά του αθηναϊκού στόλου, ενώ είχαν ζητήσει ενισχύσεις από την Κόρινθο και από τη Σπάρτη[117]. Παράλληλα, ο Νικίας ζήτησε ενισχύσεις από την Αθήνα και έστειλε γραπτή αναφορά των τελευταίων συγκρούσεων στη Σικελία[118], οι οποίες τον ανάγκασαν να τηρήσει αμυντική στάση[119]. Ο Νικίας έδωσε έμφαση στις ενισχύσεις που περίμεναν οι Συρακούσιοι από την Πελοπόννησο και στην τραγική κατάσταση του αθηναϊκού στόλου, ο οποίος ήταν πλέον ισάριθμος ή μικρότερος από τον στόλο των Συρακουσίων[120]. Ο Νικίας τόνισε επίσης την έλλειψη πειθαρχίας από την πλευρά των τριηράρχων[121] και την έλλειψη πληρωμάτων για τα πλοία, καθώς και το γεγονός ότι οι ιταλικές πόλεις που τροφοδοτούσαν τον αθηναϊκό στόλο θα μπορούσαν να συμμαχήσουν με τους Συρακούσιους, κάτι που θα προκαλούσε πείνα στο αθηναϊκό στράτευμα και θα το ανάγκαζε σε παράδοση[122]. Γι” αυτό και ο Νικίας ζήτησε ενισχύσεις που θα είχαν το ίδιο μέγεθος με την αρχική αποστολή και την αποστολή νέων αρχηγών, καθώς ο ίδιος αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα στα νεφρά που δεν του επέτρεπε να ελέγχει αποτελεσματικά το στράτευμα[123].

Οι Αθηναίοι ψήφισαν υπέρ της αποστολής ενισχύσεων και υπέρ της διατήρησης του Νικία στη θέση του αρχηγού, αν και αποφάσισαν να διορίσουν τον Μένανδρο και τον Ευθύδημο που βρίσκονταν στη Σικελία στη θέση των βοηθών του Νικία. Επίσης, οι Αθηναίοι αποφάσισαν ορίσουν τον Ευρυμέδοντα και τον Δημοσθένη ως συστρατηγούς του Νικία. Ο Ευρυμέδοντας έλαβε διαταγή να πλεύσει απευθείας στη Σικελία με 10 πλοία και να μεταφέρει 120 τάλαντα[124]. Ο Δημοσθένης έμεινε πίσω για να συγκεντρώσει στρατό, στόλο και χρήματα από την Αθήνα και τις συμμαχικές πόλεις, ενώ έστειλε 20 πλοία να περιπολούν τις ακτές της Πελοποννήσου και να εμποδίσουν την αποστολή ενισχύσεων από την Πελοπόννησο στις Συρακούσες. Στον αντίποδα, οι Κορίνθιοι είχαν μάθει για τη βελτίωση της κατάστασης στις Συρακούσες και αποφάσισαν να στείλουν οπλίτες στη Σικελία με εμπορικά σκάφη – επίσης, οι Κορίνθιοι εξόπλισαν 25 πολεμικά σκάφη για να ναυμαχήσουν με τα 20 πλοία που έστειλε ο Δημοσθένης στη Ναύπακτο[125]. Την άνοιξη, οι Πελοποννήσιοι έμαθαν για την αποστολή του Ευρυμέδοντα στη Σικελία, γι” αυτό και οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν (με παρότρυνση των Συρακουσίων και των Κορινθίων) να εισβάλουν στην Αττική και να στείλουν ενισχύσεις στη Σικελία με εμπορικά σκάφη, αναγκάζοντας τους υπόλοιπους Πελοποννήσιους να κάνουν το ίδιο[126]. Την άνοιξη του 413 π.Χ, οι Πελοποννήσιοι εισέβαλαν στην Αττική υπό τις διαταγές του βασιλιά Άγη και ερήμωσαν τη χώρα, ενώ μετά προχώρησαν στην οχύρωση της Δεκέλειας. Στη Σικελία, οι Πελοποννήσιοι έστειλαν 600 οπλίτες (είλωτες και νεοδαμώδεις) από τη Σπάρτη, 300 οπλίτες από τη Βοιωτία και 500 οπλίτες από την Κόρινθο[127]. Από την άλλη, οι Αθηναίοι έστειλαν τον Δημοσθένη στη Σικελία με την εξής δύναμη: 1.200 οπλίτες από την Αθήνα και τις συμμαχικές πόλεις και 65 πλοία από την Αθήνα και τη Χίο, ενώ οι Αθηναίοι ανέθεσαν στον Χαρικλή να συγκεντρώσει οπλίτες από το Άργος και να ενωθεί με τον Δημοσθένη στην Αίγινα[128].

Ναυμαχίες στις Συρακούσες και στη Ναύπακτο

Ναυμαχίες στις Συρακούσες

Την άνοιξη του 413 π.Χ, ο Γύλιππος επέστρεψε στις Συρακούσες με όσους στρατιώτες κατάφερε να συγκεντρώσει από τις συμμαχικές πόλεις και ενθάρρυνε τους Συρακούσιους (με τη στήριξη του Ερμοκράτη) να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στον αθηναϊκό στόλο[129]. Μόλις ολοκλήρωσε τις προετοιμασίες για τη ναυμαχία, ο Γύλιππος οδήγησε τον στρατό κατά του ακρωτηρίου Πλημμύριον, ενώ δύο στόλοι από 35 και 45 πλοία αντίστοιχαν έπλεαν από τον Μεγάλο και τον Μικρό Λιμένα κατά του ακρωτηρίου. Οι Αθηναίοι επιβιβάστηκαν σε 60 πλοία και συγκρούστηκαν με τα πλοία των Συρακουσίων στον Μεγάλο Λιμένα και στο στόμιο του λιμένα. Η ναυμαχία ήταν για πολλή ώρα ισόπαλη[130], ενώ ο Γύλιππος εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι η φρουρά του ακρωτηρίου ήταν απασχολημένη με τη ναυμαχία και κατάφερε να καταλάβει τα τρία οχυρά που είχαν στήσει οι Αθηναίοι – στην αρχή κατέλαβε γρήγορα το μεγαλύτερο, ενώ τα άλλα δύο παραδόθηκαν αμαχητί. Παρά τη νίκη του στρατού των Συρακουσίων, ο στόλος τους είχε υποστεί ήττα στη ναυμαχία, καθώς είχε χάσει 11 πλοία και είχε ναυαγήσει μονάχα 3 αθηναϊκά πλοία[131]. Η απώλεια του ακρωτηρίου προκάλεσε σοβαρό πλήγμα στο αθηναϊκό στράτευμα, καθώς είχαν αφήσει εκεί τις προμήθειες τους και την εξάρτηση των πλοίων τους – αναφέρεται πως οι Συρακούσιοι είχαν καταλάβει ιστία και εξάρτηση 40 πλοίων, καθώς και 3 τριήρεις που είχαν μείνει στην ακτή[132]. Μετά τη ναυμαχία, οι Συρακούσιοι έστειλαν ένα πλοίο στην Πελοπόννησο για να δώσουν αναφορά για τις επιτυχίες των Συρακουσίων, ενώ άλλα 11 είχαν σταλεί στις ιταλικές ακτές για να επιτεθούν σε σκάφη που μετέφεραν ναυπηγήσιμη ξυλεία στους Αθηναίους. Μετά τον εμπρησμό των σκαφών του αντιπάλου, οι Συρακούσιοι έφθασαν στους Λοκρούς, όπου ενώθηκαν με απόσπασμα Θεσπιεών οπλίτων. Ωστόσο, στα Υβλαία δέχτηκαν επίθεση από 20 αθηναϊκά πλοία, η οποία όμως δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα – οι Συρακούσιοι είχαν χάσει μονάχα ένα πλοία, ενώ τα υπόλοιπα 10 επέστρεψαν στις Συρακούσες[133]. Την ίδια εποχή, στον Μεγάλο Λιμένα σημειώθηκαν αψιμαχίες μεταξύ των Συρακουσίων και των Αθηναίων ακροβολιστών λόγω των πασσάλων που είχαν μπήξει οι Συρακούσιοι για να προστατεύσουν τα πλοία τους από επιθέσεις των Αθηναίων – παρά τις προσπάθειες των Αθηναίων, οι Συρακούσιοι συνέχισαν να μπήγουν όσο το δυνατόν περισσότερους πασσάλους[134]. Παράλληλα, οι Συρακούσιοι έστειλαν πρέσβεις στις σικελικές πόλεις για να μεταδώσουν τα νέα των τελευταίων συγκρούσεων και να ζητήσουν ενισχύσεις, αφού πρώτα είχαν λάβει διαταγή να πείσουν τους υπόλοιπους Σικελιώτες πως η ήττα στη θάλασσα ήταν αποτέλεσμα της αταξίας που προκλήθηκε στις τάξεις των Συρακουσίων και όχι της ανωτερότητας των Αθηναίων[135].

Στην Αίγινα, ο Δημοσθένης ενώθηκε με τα 30 πλοία του Χαρικλή που μετέφεραν Αργείους οπλίτες και εξέπλευσε για τις ακτές της Πελοποννήσου. Στην αρχή, ο Δημοσθένης ερήμωσε την Επίδαυρο Λιμηρά και προσήγγισε στη λακωνική ακτή απέναντι από τις Κυθήρες, όπου οχύρωσε την περιοχή. Από τις Κυθήρες, ο Δημοσθένης απέπλευσε για την Κέρκυρα, ενώ ο Χαρικλής έμεινε πίσω για να ολοκληρώσει τα οχυρωματικά έργα[136]. Κατά τη διάρκεια του πλου του για την Κέρκυρα, ο Δημοσθένης συνάντησε στη Φαιά (Ηλεία) ένα εμπορικό πλοίο που μετέφερε Κορίνθιους οπλίτες στη Σικελία και το κατέστρεψε – παρόλα αυτά, οι Κορίνθιοι συνέχισαν τον πλου για τη Σικελία με άλλο πλοίο. Μετά ο Δημοσθένης πέρασε από τη Ζάκυνθο, τη Κεφαλληνία, την Ακαρνανία, την Αλύζεια και το Ανακτόριο για να ζητήσει ενισχύσεις. Στο Ανακτόριο, ο Δημοσθένης συνάντησε τον Ευρυμέδοντα και έμαθε τα τελευταία νέα από τη Σικελία, ενώ έμαθε από τον Κόνωνα (φρούραρχο της Ναυπάκτου) για την πρόθεση των Κορινθίων να ναυμαχήσουν. Ο Κόνωνας ζήτησε ενισχύσεις και ο Δημοσθένης του παραχώρησε 10 ταχύπλοα σκάφη, με τη συνολική δύναμη των Αθηναίων να ανέρχεται στα 28 πλοία, ενώ αυτή των Κορινθίων ανερχόταν στα 25 πλοία – ο Δημοσθένης και ο Ευρυμέδοντας ασχολήθηκαν με τη συγκέντρωση νέων δυνάμεων: ο Ευρυμέδοντας ζήτησε από τους κατοίκους της Κέρκυρας να εξοπλίσουν 15 πλοία και να στρατολογήσουν οπλίτες, ενώ ο Δημοσθένης στρατολόγησε σφενδονιστές και ακοντιστές από την Ακαρνανία[137]. Στη ναυμαχία που έλαβε μέρος στο Ερινέο, οι Κορίνθιοι έχασαν 3 πλοία, ενώ οι Αθηναίοι δεν είχαν χάσει ούτε ένα πλοίο – παρόλα αυτά, ο Θουκυδίδης αναφέρει πως το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν αμφίρροπο, καθώς 7 πλοία των Αθηναίων είχαν καταστεί άχρηστα για πλου[138]. Οι Αθηναίοι έλαβαν ενισχύσεις από 150 ακοντιστές από την Ιαπυγία, 300 ακοντιστές και 2 τριήρεις από το Μεταπόντιο Ιταλίας[139], καθώς επίσης και 700 οπλίτες και 300 ακοντιστές από τους Θουρίους και συγκέντρωσαν τον στρατό και τον στόλο τους στον ποταμό Υλία, απ” όπου εξέπλευσαν για τους Λοκρούς με τελική κατεύθυνση την Πέτρα της περιφέρειας Ρηγίου[140]. Την ίδια περίοδο, ο Νικίας προσπάθησε να αποτρέψει την άφιξη ενισχύσεων στις Συρακούσες και έστησε ενέδρα στα συμμαχικά στρατεύματα των Συρακουσίων – η μάχη έληξε με τον θάνατο 800 οπλιτών και των πρεσβευτών (πλην του πρέσβη της Κορίνθου), αλλά 1.500 στρατιώτες κατάφεραν να ξεφύγουν και να φθάσουν στις Συρακούσες[141]. Παράλληλα, οι Συρακούσιοι έλαβαν ενισχύσεις: 500 οπλίτες, 300 ακοντιστές και 300 τοξότες από την Καμάρινη, 5 πολεμικά σκάφη, 400 ακοντιστές και 200 ιππείς από τη Γέλα – ο Θουκυδίδης παρατηρεί πως οι πόλεις της Σικελίας που είχαν τηρήσει στάση ουδετερότητας στην αρχή, είχαν πλέον συμμαχήσει με τους Συρακούσιους[139].

Επιθέσεις των Συρακουσίων από ξηρά και από θάλασσα

Οι Συρακούσιοι είχαν μάθει για την αποστολή του Δημοσθένη στην Ιταλία και αποφάσισαν να επιτεθούν ταυτόχρονα από ξηρά και από θάλασσα – ο στόλος είχε σκοπό να ναυμαχήσει στον Μεγάλο Λιμένα[142]. Πριν ξεκινήσει η επίθεση του στόλου, ο Γύλιππος οδήγησε το στράτευμα του εναντίον της πλευράς του αθηναϊκού τείχους που ήταν στραμμένη προς την πόλη, ενώ η φρουρά του Ολυμπιείου (ιππικό και ψιλοί) επιτέθηκε στην αντίθετη πλευρά του τείχους. Οι Αθηναίοι δεν περίμεναν ταυτόχρονη επίθεση από ξηρά και θάλασσα, αλλά κατάφεραν να επιβιβάσουν πλήρωμα σε 75 πολεμικά σκάφη και έπλευσαν να ναυμαχήσουν με τον στόλο των Συρακουσίων που αποτελείτο από 80 πλοία[143]. Καθ” όλη τη διάρκεια της ημέρας, οι δύο στόλοι επιχειρούσαν μικροεπιθέσεις που δεν είχαν αξιόλογο αποτέλεσμα – οι Συρακούσιοι κατάφεραν να αχρηστεύσουν ένα ή δύο αθηναϊκά πλοία πριν αποσυρθούν στην πόλη μαζί με τον στρατό ξηράς. Την επόμενη μέρα, οι Συρακούσιοι δεν έδωσαν μάχη, αλλά ο Νικίας έδωσε διαταγή στους τριηράρχους να επισκευάσουν γρήγορα τα παθόντα πλοία και τοποθέτησε εμπορικά πλοία μπροστά στα χαρακώματα των Αθηναίων – το εμπορικά πλοία είχαν απόσταση 200 ποδιών το ένα από το άλλο, ώστε να επιτρέπουν στις τριήρεις να καταφύγουν μέσω των εμπορικών πλοίων και μετά να εκπλεύσουν χωρίς πρόβλημα[144]. Την επομένη, οι Συρακούσιοι προχώρησαν σε νέα επίθεση, με τους δύο στόλους να καταναλώνουν μεγάλο μέρος της ημέρας σε μικροεπιθέσεις. Ωστόσο, ο Κορίνθιος Αρίστων πρότεινε το στήσιμο πρόχειρης αγοράς στην ακτή, ώστε οι Συρακούσιοι να λάβουν το μεσημεριανό τους και μετά να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στους Αθηναίους[145]. Οι αρχηγοί των Συρακουσίων αποδέχτηκαν την πρόταση και τα πληρώματα αποβιβάστηκαν στην παραλία, δίνοντας στους Αθηναίους την εντύπωση πως η μάχη είχε λήξει. Ωστόσο, οι Συρακούσιοι επιβιβάστηκαν γρήγορα στα πλοία τους και επιτέθηκαν, προκαλώντας μεγάλες ζημιές στα αθηναϊκά πλοία[146]. Μετά τη νίκη, οι Συρακούσιοι κατεδίωξαν τα αθηναϊκά πλοία μέχρι τη γραμμή των εμπορικών πλοίων, αν και δύο πλοία των Συρακουσίων όρμησαν στη γραμμή και καταστράφηκαν – στη ναυμαχία, οι Συρακούσιοι είχαν καταστρέψει 7 αθηναϊκά πλοία[147].

Η άφιξη του Δημοσθένη και η μάχη στις Επιπολές

Έκλειψη της σελήνης. Εξαιτίας της έκλειψης της σελήνης, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να παραμείνουν στη Σικελία για 27 μέρες[148]

Εν τω μεταξύ, ο Δημοσθένης και ο Ευρυμέδοντας έφτασαν στη Σικελία με 73 πλοία, 5.000 οπλίτες και αρκετούς Έλληνες και ξένους τοξότες και σφενδονιστές, καθώς και με άφθονα εφόδια. Η άφιξη του Δημοσθένη προκάλεσε πλήγμα στο ηθικό των Συρακουσίων, κάτι που εκμεταλλεύτηκε ο Αθηναίος στρατηγός που ερήμωσε τα κτήματα των Συρακουσίων στον ποταμό Άναπο και απεκατέστησε την υπεροχή του αθηναϊκού στόλου παρά τις επιδρομές των Συρακουσίων από το Ολυμπιείο[149]. Μετά, ο Δημοσθένης προέβη σε απόπειρα κατάληψης του εγκάρσιου τείχους των Συρακουσίων με χρήση πολιορκητικών μηχανών, αλλά οι Συρακούσιοι έκαψαν τις μηχανές, ενώ άλλες επιθέσεις των Αθηναίων στο τείχος είχαν λήξει και αυτές με αποτυχία. Τότε, ο Δημοσθένης αποφάσισε να επιτεθεί στις Επιπολές. Αφού συγκέντρωσε τρόφιμα και βοηθητικά σώματα για τις επόμενες 5 μέρες, ο Δημοσθένης – μαζί με τον Ευρυμέδοντα και τον Μένανδρο – ηγήθηκε του μεγαλύτερου μέρους του στρατού, ενώ ο Νικίας είχε μείνει κοντά στα τείχη. Οι Αθηναίοι βάδισαν κατά τη διάρκεια του πρώτου πρωινού ύπνου και έφτασαν στις Επιπολές μέσω του Ευρυήλου χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τη φρουρά – οι Αθηναίοι κατέλαβαν τα φρούρια των Συρακουσίων στην περιοχή και φόνευσαν μέλη της φρουράς, αλλά οι επιζόντες μετέφεραν την είδηση στους Συρακούσιους. Οι 600 Συρακούσιοι που είχαν αναλάβει τη φρούρηση της περιοχής επιτέθηκαν στους Αθηναίους, αλλά ο Δημοσθένης τους αναχαίτισε, ενώ ο Νικίας κατέλαβε το εγκάρσιο τείχος αμαχητί και προέβη στην κατεδάφιση των επάλξεων. Ο Γύλιππος προσπάθησε να σταματήσει την αθηναϊκή προέλαση, αλλά απέτυχε, ωστόσο, οι Βοιωτοί έσωσαν την κατάσταση και απώθησαν τους Αθηναίους[150]. Τότε, στο αθηναϊκό στράτευμα προκλήθηκε μεγάλη σύγχυση εξαιτίας της νύχτας, ενώ τα στρατεύματα δεν μπορούσαν να διακρίνουν τους φίλους από τους εχθρούς στον στενό χώρο. Οι πρώτοι Αθηναίοι είχαν τραπεί σε φυγή, ενώ δεν άργησαν να τραπούν σε φυγή και τα υπόλοιπα αθηναϊκά στρατεύματα από τους Συρακούσιους, των οποίων οι γραμμές δεν είχαν διασπαστεί και προχωρούσαν ψέλνοντας τον παιάνα – ο παιάνας προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση στους Αθηναίους, καθώς ο ασμός ήταν ίδιος μ” αυτό του αθηναϊκού. Οι Συρακούσιοι προχώρησαν στην καταδίωξη των Αθηναίων, αρκετοί από τους οποίους έπεσαν από τους κρημνούς και σκοτώθηκαν, ενώ άλλοι έχασαν τον δρόμο και θανατώθηκαν από πρωινές περιπολίες του εχθρικού ιππικού[151][152].

Μετά τη μάχη, η οποία έληξε με νίκη των Συρακουσίων, οι Αθηναίοι συνέλεξαν ένα μεγάλο αριθμό νεκρών και έμαθαν πως έχασαν ένα μεγαλύτερο αριθμό όπλων, καθώς οι πανικόβλητοι στρατιώτες έριξαν τα όπλα τους προκειμένου να σωθούν[153]. Οι Συρακούσιοι έστειλαν 15 πλοία στον Ακράγαντα, όπου διεξαγόταν εμφύλιος πόλεμος, για να πείσουν τους κάτοικους της πόλης να βοηθήσουν. Παράλληλα, ο Γύλιππος ανέλαβε να φέρει ενισχύσεις από τις πόλεις της Σικελίας και ήλπιζε να καταλάβει με έφοδο το αθηναϊκό τείχος[154]. Μετά τη μάχη, το ηθικό των Αθηναίων υπέστη καταστροφικό πλήγμα και οι στρατηγοί συγκρότησαν πολεμικό συμβούλιο. Ο Δημοσθένης τάχθηκε υπέρ της άμεσης αναχώρησης από τη Σικελία όσο είχαν ακόμα το πλεονέκτημα στη θάλασσα[155], ενώ ο Νικίας προτίμησε να παραμείνει στη Σικελία, καθώς ήλπιζε πως η οικονομική δυσχέρεια των Συρακουσών δεν θα τους επέτρεπε να συνεχίσουν τον πόλεμο, ενώ είχε και αρκετούς πράκτορες στην πόλη που σκόπευαν να την παραδώσουν στους Αθηναίους[156]. Ο Δημοσθένης δήλωσε πως αν είχαν σκοπό να παραμείνουν στη Σικελία, έπρεπε να μεταφέρουν το ορμητήριο τους στη Θάψο ή στην Κατάνη και να προβούν σε επιδρομές κατά του μεγαλύτερου τμήματος της χώρας, αν και ο ίδιος – μαζί με τον Ευρυμέδοντα – είχαν ταχθεί κατά της παραμονής – ωστόσο, η διαφωνία με τον Νικία είχε ως συνέπεια την παραμονή των Αθηναίων στη Σικελία[157]. Ωστόσο, η άφιξη νέων ενισχύσεων στις Συρακούσες από την Πελοπόννησο και από άλλες πόλεις της Σικελίας και οι ετοιμασίες των Συρακουσίων για νέα επίθεση στρατού και στόλου ανάγκασε τον Νικία να συμφωνήσει με τον Δημοσθένη και να ορίσει την ημέρα της αναχώρησης. Ωστόσο, όταν πλησίασε η μέρα της αναχώρησης, η σελήνη που έτυχε να είναι πλησιφαής έπαθε έκλειψη. Οι Αθηναίοι θεώρησαν πως η έκλειψη ήταν κακός οιωνός και ο Νικίας, ο οποίος απέδιδε εξαιρετική σπουδαιότητα στους οιωνούς και στις συμβουλές από τους μάντεις, αποφάσισε να παραμείνει στη Σικελία για ακόμα 27 μέρες[158][159].

Για ένα διάστημα, οι Συρακούσιοι ασκούνταν στον χειρισμό του στόλου και μόλις ολοκλήρωσαν τις ετοιμασίες τους, επιτέθηκαν κατά των αθηναϊκών τειχών. Οι Αθηναίοι τοποθέτησαν λίγους οπλίτες και ιππείς, τους οποίους νίκησε εύκολα μια ομάδα Συρακουσίων οπλιτών, με αποτέλεσμα οι Αθηναίοι να χάσουν 70 ίππους[160]. Την επομένη, οι Συρακούσιοι με 70 πλοία επιτέθηκαν κατά του αθηναϊκού στόλου που αποτελείτο από 80 πλοία. Ο Ευρυμέδοντας, ο οποίος βρισκόταν στα δεξιά της παράταξης, προσπάθησε να υπερφαλαγγίσει τους εχθρούς, αλλά οι Συρακούσιοι νίκησαν τους Αθηναίους στο κέντρο και απέκοψαν τη μοίρα του Ευρυμέδοντα από τον υπόλοιπο στόλο – ο ίδιος ο Ευρυμέδοντας είχε σκοτωθεί στον μυχό του λιμένα, ενώ τα πλοία που τον ακολούθησαν είχαν καταστραφεί[161][162]. Οι Συρακούσιοι κατεδίωξαν τους Αθηναίους στην παραλία, αλλά αναχαιτίστηκαν από τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους. Οι Αθηναίοι κατάφεραν να σώσουν τα περισσότερα πλοία τους από την επίθεση των Συρακουσίων, αν και οι τελευταίοι είχαν κυριεύσει 18 πλοία. Επίσης, οι Συρακούσιοι προσπάθησαν να κάψουν τα υπόλοιπα πλοία, γι” αυτό και φόρτωσαν ξύλα και άλλα εύφλεκτα υλικά σε μια παλιά φορτηγίδα που την άφησαν να κινείται εναντίον των Αθηναίων, εκμεταλλευόμενοι τον ούριο άνεμο – παρά τις προσπάθειες των Συρακουσίων, τα πυροσβεστικά σώματα των Αθηναίων αντιμετώπισαν επιτυχώς την απειλή[163]. Παρόλα αυτά, το ηθικό των Αθηναίων είχε υποστεί πλήγμα, καθώς είχαν συνειδητοποιήσει πως έχασαν το πλεονέκτημα στη θάλασσα[164]. Οι Συρακούσιοι έπλεαν ανενόχλητοι στην ακτή και έκλεισαν το στόμιο του λιμένα για να αποτρέψουν την αναχώρηση των Αθηναίων, καθώς ήσαν σίγουροι πως μια νίκη στη ξηρά και στη θάλασσα θα τους επέφερε δόξα[165]. Το στόμιο του λιμένα είχε μήκος 8 σταδίων και οι Συρακούσιοι τοποθέτησαν πλαγίως τριήρεις και μικρά πλοία που στερέωσαν με άγκυρες[166].

Η τελική ήττα των Αθηναίων στη θάλασσα

Οι Αθηναίοι είχαν καταλάβει τις προθέσεις των Συρακουσίων και συγκάλεσαν πολεμικό συμβούλιο, όπου οι στρατηγοί και οι ταξίαρχοι έδωσαν έμφαση στην έλλειψη τροφίμων και στην απώλεια του πλεονεκτήματος στη θάλασσα. Οι Αθηναίοι αποφάσισαν να αφήσουν τους ασθενείς και τις αποσκευές τους στη ξηρά και να επιβιβάσουν τους υπόλοιπους στα πλοία για να ναυμαχήσουν. Σε περίπτωση νίκης, οι Αθηναίοι σκόπευαν να μεταβούν στην Κατάνη, ενώ σε περίπτωση ήττας, θα έκαιγαν τα πλοία τους και θα δοκίμαζαν να φθάσουν δια ξηράς σε ένα φιλικό μέρος. Οι Αθηναίοι ετοίμασαν για τη ναυμαχία 110 πλοία και πριν επιβιβαστούν, ο Νικίας έλαβε τον λόγο για να τους ενθαρρύνει[167] και να τους εξηγήσει πως θα αντιμετώπιζαν τις παχιές επωτίδες που είχαν στα πλοία τους οι Συρακούσιοι (και που είχαν προκαλέσει σοβαρές απώλειες στον αθηναϊκό στόλο την προηγούμενη φορά) με σιδερένιες αρπάγες[168]. Στον αντίποδα, ο Γύλιππος ενθάρρυνε τους Συρακούσιους και εξήγησε πως θα σκέπαζαν τις επωτίδες με δέρμα, ώστε οι αρπάγες των Αθηναίων να γλιστρούν και να μην μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα στα πλοία των Συρακουσίων[169]. Αρχηγοί του αθηναϊκού στόλου τέθηκαν ο Δημοσθένης, ο Μένανδρος και ο Ευθύδημος, οι οποίοι έπλευσαν από το ορμητήριο τους κατ” ευθείαν προς το κλειστό στόμιο του λιμένα για να βρεθούν σε ανοικτή θάλασσα μέσω της αφεθείσης εξόδου[170]. Ωστόσο, οι Συρακούσιοι αποφάσισαν να επιτεθούν πρώτοι, αφού πρώτα έστειλαν μια μοίρα κοντά στην έξοδο του λιμένα και παρέταξαν τον υπόλοιπο στόλο σε κυκλικό σχήμα. Αρχηγοί του στόλου των Συρακουσίων ήταν ο Σικανός και ο Αγάθαρχος, οι μοίρες των οποίων παρατάχθηκαν στα πλάγια, ενώ στο κέντρο παρατάχθηκε η μοίρα του Κορίνθιου Πυθήνος. Η ναυμαχία ήταν δύσκολη, καθώς στον στενό χώρο του λιμένα είχαν παραταχθεί περίπου 200 πλοία και οι δύο πλευρές προχωρούσαν σε τυχαίες συγκρούσες παρά σε εμβολισμό[171]. Στη ξηρά, οι δύο στρατοί παρακολουθούσαν τη ναυμαχία και ενθάρρυναν τους συντρόφους τους, ωστόσο, όταν έγινε κατανοητό πως η ναυμαχία έληξε με νίκη των Συρακουσίων και οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να ρίξουν τα πλοία τους και να ορμήσουν στη ξηρά, στο στράτευμα των Αθηναίων ξέσπασε πανικός[172][173].

Οι δύο πλευρές είχαν χάσει αρκετούς άνδρες και αρκετά πλοία κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, αλλά μονάχα οι Συρακούσιοι σύλλεξαν τα ναυάγια και τους νεκρούς τους. Οι Αθηναίοι αποφάσισαν να αναχωρήσουν κατά τη διάρκεια της νύχτας, με τον Δημοσθένη να προτείνει τον εξοπλισμό των 60 πλοίων που σώθηκαν μετά τη ναυμαχία και την έναρξη της αναχώρησης τα ξημερώματα – ο Νικίας δέχτηκε, αλλά τα πληρώματα αρνήθηκαν να επιβιβαστούν στα πλοία, καθώς ήσαν σίγουρα πως οποιαδήποτε απόπειρα αναχώρησης μέσω θαλάσσης θα έληγε με αποτυχία[174]. Γι” αυτό τον λόγο, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να αναχωρήσουν δια ξηράς, αλλά ο Ερμοκράτης κατάλαβε τις διαθέσεις τους και προσπάθησε να πείσει τους Συρακούσιους να φράξουν τη διάβαση με εγκάρσιο τείχος, ωστόσο, οι τελευταίοι δεν είχαν προθυμία να εκτελέσουν τις διαταγές του και να διακόψουν το γλέντι. Αλλά, ο Ερμοκράτης έστειλε φίλους του με συνοδεία ιππέων να μεταφέρουν στους Αθηναίους το μήνυμα πως οι Συρακούσιοι είχαν αποκόψει τον δρόμο διαφυγής και να πείσουν τους Αθηναίους πως η νυχτερινή αναχώρηση ήσαν αδύνατη[174][175]. Οι Αθηναίοι αποφάσισαν να αναχωρήσουν την επόμενη μέρα, ωστόσο, ο Γύλιππος και οι Συρακούσιοι εξήλθαν με τον στρατό πριν τους Αθηναίους και έφραξαν τους δρόμους και τα ρυάκια, τα οποία θα ήταν χρήσιμα για την αναχώρηση – οι Αθηναίοι έκαψαν τα πλοία τους, αν και αρκετά είχαν γίνει τρόπαια των Συρακουσίων[176].

Η αναχώρηση

Χάρτης που δείχνει τον δρόμο αναχώρησης των Αθηναίων. Μπροστά προχωρούσε η μεραρχία του Νικία, ενώ ακολουθούσε η μεραρχία του Δημοσθένη. Παρά τις προσπάθειες τους, το αθηναϊκό στράτευμα περικυκλώθηκε και αιχμαλωτίστηκε από τους Συρακούσιους, ενώ οι δύο στρατηγοί εκτελέστηκαν

Τη μεθεπόμενη της ναυμαχίας, ο Νικίας και ο Δημοσθένης έδωσαν διαταγή για αναχώρηση, αλλά η ψυχολογική κατάσταση των Αθηναίων ήταν τραγική, καθώς περπατούσαν μπροστά στα άταφα πτώματα των συντρόφων τους[177]. Ο Νικίας και ο Δημοσθένης αποφάσισαν να ενθαρρύνουν τους στρατιώτες, ενώ παράλληλα μετέβαιναν από το ένα τμήμα του στρατού στο άλλο για να επαναφέρουν την τάξη στις γραμμές των οπλιτών, οι οποίοι παρατάχθηκαν σε σχήμα τετράπλευρο – στα πλάγια παρατάχθηκαν οι οπλίτες, ενώ στο κέντρο παρατάχθηκαν τα βοηθητικά σώματα. Ο στρατός χωρίστηκε σε δύο μεραρχίες: μπροστά προχωρούσε η μεραρχία του Νικία, ενώ πίσω ακολουθούσε η μεραρχία του Δημοσθένη. Στην αρχή, οι Αθηναίοι απάντησαν ένα σώμα Συρακουσίων στον ποταμό Άναπο, το οποίο απώθησαν και συνέχισαν την πορεία τους – την πρώτη μέρα, οι Αθηναίοι είχαν διασχίσει περίπου 40 στάδια πριν σταματήσουν, αλλά οι Συρακούσιοι τους παρενοχλούσαν τακτικά. Τη δεύτερη μέρα, οι Αθηναίοι διέσχισαν 20 στάδια πριν στρατοπεδεύσουν σε επίπεδο χώρο και προσπάθησαν να αποσπάσουν τρόφιμα από τους κάτοικους της περιοχής, ενώ οι Συρακούσιοι έσκαψαν χαρακώμα που έφραξε τη δίοδο του λόφου Ακραίον Λέπας (Άδενδρον Ύψωμα). Την επιούσα, οι Αθηναίοι συνέχισαν την πορεία, αλλά η συνεχής παρενόχληση από τους Συρακούσιους τους ανάγκασε να επιστρέψουν στο στρατόπεδο τους, ενώ δεν μπορούσαν να συλλέξουν τρόφιμα λόγω της δράσης του ιππικού[178]. Το πρωϊ της επόμενης μέρας, οι Αθηναίοι συνέχισαν την πορεία τους προν τον λόφο Ακραίον Λέπας και συνάντησαν το πεζικό των Συρακουσίων που είχε παραταχθεί πίσω από τα χαράκωμα σε βαθιά φάλαγγα, λόγω της στενότητας του χώρου. Οι Αθηναίοι επιτέθηκαν για να καταλάβουν τη δίοδο, ωστόσο, η αριθμητική υπεροχή των Συρακουσίων είχε ως αποτέλεσμα την υποχώρηση των Αθηναίων. Κατά τη διάρκεια της ανάπαυσης, ο Γύλιππος διέταξε τους στρατιώτες του να φράξουν με τείχος την οπισθοφυλακή των Αθηναίων – οι Αθηναίοι ουσιαστικά βρέθηκαν περικυκλωμένοι και στρατοπέδευσαν σε ένα πεδινό μέρος. Την επομένη, οι Αθηναίοι προχώρησαν ακόμα 5-6 στάδια και στρατοπέδευσαν στην πεδιάδα – μονάχα τότε, οι Συρακούσιοι επέστρεψαν στο στρατόπεδο τους[179].

Τη νύχτα, ο Δημοσθένης και ο Νικίας αποφάσισαν να αλλάξουν πορεία και να πάρουν τον αντίθετο δρόμο, ο οποίος οδηγούσε στη θάλασσα – οι στρατηγοί είχαν σκοπό να φθάσουν στην Καμάρινα, στη Γέλα ή σε άλλες ελληνικές και ξένες πόλεις. Αφού άναψαν πολλούς πυρσούς, οι Αθηναίοι ξεκίνησαν την πορεία τους – μπροστά προχωρούσε η μεραρχία του Νικία και πίσω ακολουθούσε η μεραρχία του Δημοσθένη. Η μεραρχία του Νικία προχωρούσε συντεταγμένη, ενώ αυτή του Δημοσθένη προχωρούσε με αταξία και έμεινε πίσω. Παρ” ολ” αυτά, οι δύο μεραρχίες έφθασαν κοντά στη θάλασσα τα ξημερώματα και εισήλθαν στην Ελωρίνη Οδό, απ” όπου σκόπευαν να φθάσουν στον ποταμό Κακύπαριν και να προχωρήσουν στο εσωτερικό – στον ποταμό, οι Αθηναίοι συνάντησαν ένα απόσπασμα Συρακουσίων, το οποίο απώθησαν[180]. Εν τω μεταξύ, οι Συρακούσιοι είχαν αντιληφθεί την αλλαγή πορείας από τους Αθηναίους και κατηγόρησαν τον Γύλιππο ότι τους είχε αφήσει σκόπιμα να διαφύγουν. Όταν οργάνωσαν το στράτευμα τους, οι Συρακούσιοι ξεκίνησαν την πορεία και έφθασαν γρήγορα κοντά στη μεραρχία του Δημοσθένη, στην οποία επιτέθηκαν. Η μεραρχία του Δημοσθένη βρέθηκε περικυκλωμένη με τους Συρακούσιους να βάλλουν συνεχώς εναντίον τους[181]. Κατά τη διάρκεια της μάχης, οι Συρακούσιοι είχαν προτείνει στους νησιώτες που συμμάχησαν με το μέρος να προσέλθουν σ” αυτούς, αλλά λίγοι αποδέχτηκαν την πρόταση. Στο τέλος, όταν οι Αθηναίοι εξαντλήθηκαν, οι δύο πλευρές προχώρησαν σε συμφωνία, βάσει της οποίας ο Δημοσθένης δέχτηκε να παραδοθεί και οι Συρακούσιοι υποσχέθηκαν να μην σκοτώσουν κανένα στρατιώτη – ο Θουκυδίδης αναφέρει πως εκείνη τη στιγμή παραδόθηκαν 6.000 στρατιώτες που μεταφέρθηκαν στις Συρακούσες[182]. Την επομένη, οι Συρακούσιοι έστειλαν κήρυκα για να μεταφέρει την είδηση της παράδοσης του Δημοσθένη στον Νικία. Ο Νικίας αρχικά δεν πίστεψε την είδηση, γι” αυτό και έστειλε ένα ιππέα για να επιβεβαιώσει την κατάσταση – κατά την επιστροφή του, ο ιππέας επιβεβαίωσε το γεγονός της παράδοσης του Δημοσθένη. Ο Νικίας πρότεινε στον Γύλιππο την απόδοση των πολεμικών δαπανών των Συρακουσίων και φόρο ενός ταλάντου για κάθε στρατιώτη, αν οι Συρακούσιοι τους επέτρεπαν να επιστρέψουν στην Αθήνα. Ο Γύλιππος αρνήθηκε και οι Συρακούσιοι επιτέθηκαν στη μεραρχία του Νικία – οι Συρακούσιοι έβαλλαν μέχρι τη νύχτα. Τη νύχτα, οι Αθηναίοι προσπάθησαν να διαφύγουν, αλλά έγιναν αντιληπτοί από τους Συρακούσιους και έβγαλαν τον εξοπλισμό τους, πλην 300 ανδρών που κατάφεραν να ξεφύγουν δια μέσου των εχθρικών φρουρών[183]. Τα ξημερώματα, οι Αθηναίοι ξεκίνησαν την πορεία τους, ενώ οι Συρακούσιοι τοξότες και ακοντιστές συνέχιζαν να βάλλουν εναντίον τους. Οι Αθηναίοι έτρεξαν προς τον ποταμό Ασσίναρο για να ξεφύγουν από τους Συρακούσιους και για να ξεδιψάσουν. Στον ποταμό, οι Αθηναίοι στρατιώτες έσπρωχναν ο ένας τον άλλο για να ξεδιψάσουν, ενώ οι Συρακούσιοι και οι Πελοποννήσιοι τους έσφαζαν[184]. Ο Νικίας είδε την τραγική κατάσταση που επικρατούσε στον ποταμό και παραδόθηκε στον Γύλιππο με μόνο όρο τη λήξη της σφαγής – ο Πλούταρχος αναφέρει πως ο Νικίας είχε πει στον Γύλιππο τα εξής λόγια: «Έλεος, Γύλιππε, νικήσατε! Όχι, δεν ζητώ έλεος για τον εαυτό μου, το όνομα του οποίου συνδέθηκε με μεγάλες καταστροφές, αλλά για τους υπόλοιπους Αθηναίους. Να θυμάστε πως στον πόλεμο η κάθε πλευρά μπορεί να υποστεί καταστροφή και πως οι Αθηναίοι σας είχαν δείξει έλεος όταν είχαν την τύχη με το μέρος τους»[185]. Κατά τη διάρκεια της μάχης, οι Συρακούσιοι είχαν φονεύσει ένα μεγάλο αριθμό στρατιωτών, ενώ είχαν συλλάβει αρκετούς αιχμαλώτους. Η σφαγή στον ποταμό Ασσίναρο ήταν η τελευταία μάχη που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της σικελικής εκστρατείας[186].

Επακόλουθα

Μετά τη μάχη, οι Συρακούσιοι συγκέντρωσαν όσο το δυνατόν περισσότερους αιχμαλώτους, τους οποίους έστειλαν στα λατομεία. Από την άλλη, ο Δημοσθένης και ο Νικίας εκτελέστηκαν, παρά τις αντιρρήσεις του Γύλιππου που ήθελε να μεταφέρει τους δύο στρατηγούς στη Σπάρτη[187] – ο Θουκυδίδης παρατηρεί πως ο Γύλιππος ήθελε έτσι να αυξήσει το γόητρο του, καθώς ο Δημοσθένης ήταν ο χειρότερος εχθρός της Σπάρτης μετά τη μάχη στην Πύλο και στη Σφακτηρία, ενώ ο Νικίας είχε κερδίσει την εύνοια των Λακεδαιμονίων για την απόλυση των αιχμαλώτων της μάχης αυτής και της ειρήνης που πρότεινε. Ωστόσο, οι Συρακούσιοι και οι Κορίνθιοι εξέφρασαν φόβους πως οι δύο αιχμάλωτοι θα εξαγόραζαν την ελευθερία τους και θα προκαλούσαν περισσότερα προβλήματα στο μέλλον. Στην περιγραφή των γεγονότων, ο Θουκυδίδης εκφράζει λύπη για τον θάνατο του Νικία, τον οποίο θεωρούσε άνθρωπο του καθήκοντος και δηλώνει πως δεν άξιζε τέτοιο τέλος[188]. Όσον αφορά τους αιχμαλώτους, οι Συρακούσιοι τους είχαν κακομεταχειριστεί στην αρχή, δίνοντας τους ελάχιστη ποσότητα σιτίου και νερού και τοποθετώντας τους σε στενούς και βαθείς λάκκους, αυξάνωντας έτσι τις ασθένειες, ενώ τους νεκρούς τους τοποθετούσαν τον ένα πάνω στο άλλο, προκαλώντας τρομερή δυσοσμία. Μετά, οι Συρακούσιοι πούλησαν αρκετούς αιχμαλώτους ως δούλους, με εξαίρεση τους Αθηναίους και τους Έλληνες της Σικελίας και της Ιταλίας. Ο ακριβής αριθμός των αιχμαλώτων είναι άγνωστος, ωστόσο, ο Θουκυδίδης υπολογίζει πως δεν ήσαν λιγότεροι των 7.000 ανδρών[189]. Οι Αθηναίοι, όταν έμαθαν για την καταστροφή στη Σικελία, για αρκετό καιρό δυσπιστούσαν παρά τις αναφορές των στρατιωτών που είχαν γλιτώσει. Όταν, όμως, επιβεβαίωσαν την είδηση, οι Αθηναίοι κινήθηκαν κατά των ρητόρων και των μαντείων: οι Αθηναίοι θεωρούσαν τους ρήτορες υπεύθυνους καθώς τους είχαν ωθήσει να αναλάβουν την εκστρατεία, ενώ οι μάντεις κατηγορήθηκαν για ψευδείς χρησμούς περί νίκης των Αθηναίων. Η πόλη των Αθηνών αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, καθώς επίσης και έλλειψη νεαρών στρατιωτών. Οι Αθηναίων ήσαν σίγουροι πως οι Συρακούσιοι και οι Πελοποννήσιοι θα εκμεταλλευτούν την πανωλεθρία τους στη Σικελία και θα επιτεθούν εναντίον της πόλης τους, γι” αυτό και άρχισαν να εξοπλίζουν νέο στόλο[190]. Στον αντίποδα, η είδηση της πανωλεθρίας των Αθηναίων στη Σικελία προκάλεσε ενθουσιασμό στους Σπαρτιάτες, οι οποίοι θεώρησαν πως θα μπορούσαν να πετύχουν γρήγορη νίκη και να γίνουν ηγεμόνες της Ελλάδος[191]. Ωστόσο, ο πόλεμος συνεχίστηκε για ακόμα 9 χρόνια και έληξε μετά την ήττα των Αθηναίων στη ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς και την κατάληψη της πόλης από τους Σπαρτιάτες[192].

Παραπομπές

  1. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.87 (β)
  2. Kagan, The Archidamian War, σελ. 265
  3. Fine, The Ancient Greeks, σελ. 476. Επίσης βλ. Θουκυδίδης (μετάφραση), Γ.86
  4. Θουκυδίδης (μετάφραση), Γ.87
  5. Θουκυδίδης (μετάφραση), Γ.88
  6. Θουκυδίδης (μετάφραση), Γ.90
  7. Θουκυδίδης (μετάφραση), Γ.99
  8. Θουκυδίδης (μετάφραση), Γ.103
  9. Θουκυδίδης (μετάφραση), Γ.115
  10. Θουκυδίδης (μετάφραση), Δ.1
  11. Θουκυδίδης (μετάφραση), Δ.2
  12. Θουκυδίδης (μετάφραση), Δ.3
  13. Θουκυδίδης (μετάφραση), Δ.4
  14. Θουκυδίδης (μετάφραση), Δ.5
  15. Θουκυδίδης (μετάφραση), Δ.25
  16. Θουκυδίδης (μετάφραση), Δ.58
  17. Θουκυδίδης (μετάφραση), Δ.60
  18. Θουκυδίδης (μετάφραση), Δ.61
  19. Fine, The Ancient Greeks, σελ. 476–8.
  20. Θουκυδίδης (μετάφραση), Δ.65
  21. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ε.5
  22. Kagan, The Peace of Nicias and the Sicilian Expedition, σελ. 133.
  23. Kagan, The Peace of Nicias and the Sicilian Expedition, σελ. 143.
  24. Kagan, The Peace of Nicias and the Sicilian Expedition, σελ. 146–7. Το 417 π.Χ, ο Νικίας και ο Αλκιβιάδης συμμάχησαν για να εξορίσουν (χάρη στον οστρακισμό) τον δημαγωγό Υπέρβολο, καθώς δεν ήταν σίγουροι πως θα μπορούσε ο ένας να εξορίσει τον άλλο.
  25. Πλούταρχος, Αλκιβιάδης 14
  26. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 1
  27. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 6
  28. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 8
  29. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 12
  30. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 12
  31. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 11
  32. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 16
  33. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 17
  34. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 18
  35. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 19
  36. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 20
  37. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 21
  38. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 22
  39. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 23
  40. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 24
  41. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 25
  42. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 26
  43. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 27
  44. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 28
  45. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 29
  46. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 31
  47. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 32
  48. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 33
  49. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 33 (β)
  50. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 34
  51. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 36
  52. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 37
  53. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 41
  54. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 42
  55. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 43
  56. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 44
  57. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 46
  58. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 47
  59. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 48
  60. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 49
  61. Kagan, The Peace of Nicias and the Sicilian Expedition, σελ. 170–171.
  62. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 50
  63. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 51
  64. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 52
  65. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 53
  66. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 61
  67. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 61 (β)
  68. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 62
  69. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 63
  70. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 64
  71. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 65
  72. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 66
  73. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 67
  74. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 68
  75. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 69
  76. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 70
  77. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 71
  78. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 72
  79. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 73
  80. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 74
  81. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 75
  82. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 75 (β)
  83. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 76
  84. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 77
  85. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 78
  86. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 79
  87. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 80
  88. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 82
  89. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 85
  90. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 87
  91. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 88
  92. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 88 (β)
  93. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 88 (γ)
  94. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 88 (δ)
  95. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 90
  96. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 91
  97. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 93
  98. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 93 (β)
  99. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 94
  100. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 96
  101. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 97
  102. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 98
  103. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 99
  104. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 100
  105. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 101
  106. Πλούταρχος, Νικίας 18
  107. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 102
  108. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 103
  109. Θουκυδίδης (μετάφραση), ΣΤ. 104
  110. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.1
  111. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.2
  112. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.3
  113. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.4
  114. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.4 (β)
  115. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.5
  116. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.6
  117. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.7
  118. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.8
  119. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.11
  120. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.12
  121. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.13
  122. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.14
  123. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.15
  124. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.16
  125. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.17
  126. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.18
  127. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.19
  128. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.20
  129. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.21
  130. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.22
  131. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.23
  132. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.24
  133. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.25
  134. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.25 (β)
  135. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.25 (γ)
  136. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.26
  137. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.31
  138. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.34
  139. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.33
  140. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.35
  141. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.32
  142. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.36
  143. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.37
  144. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.38
  145. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.39
  146. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.40
  147. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.41
  148. NASA – Lunar Eclipses of History
  149. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.42
  150. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.43
  151. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.44
  152. Πλούταρχος, Νικίας 21
  153. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.45
  154. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.46
  155. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.47
  156. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.48
  157. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.49
  158. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.50
  159. Πλούταρχος, Νικίας 23
  160. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.51
  161. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.52
  162. Πλούταρχος, Νικίας 24
  163. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.53
  164. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.55
  165. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.56
  166. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.59
  167. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.60
  168. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.62
  169. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.65
  170. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.69
  171. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.70
  172. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.71
  173. Πλούταρχος, Νικίας 25
  174. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.72
  175. Πλούταρχος, Νικίας 26
  176. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.74
  177. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.75
  178. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.78
  179. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.79
  180. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.80
  181. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.81
  182. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.82
  183. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.83
  184. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.84
  185. Πλούταρχος, Νικίας 27
  186. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.85
  187. Πλούταρχος, Νικίας 28
  188. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.86
  189. Θουκυδίδης (μετάφραση), Ζ.87
  190. Θουκυδίδης (μετάφραση), Η.1
  191. Θουκυδίδης (μετάφραση), Η.2
  192. Ελληνικά (Ξενοφώντας), Βιβλίον Β, κεφ. 2

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3317

Δεκ 12 2014

Ταφικά Έθιμα στην Αρχαία Ελλάδα


View on YouTube

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3313

Δεκ 12 2014

Γάμος στην Αρχαία Ελλάδα


View on YouTube

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3310

Δεκ 12 2014

Τα ταφικά έθιμα στην Ελλάδα από τα αρχαία έως τα νεότερα χρόνια

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Το αρχαιότερο ανθρωπολογικό λείψανο στο Αιγαίο είναι το κρανίο που αποκαλύφθηκε στο σπήλαιο των Πετραλώνων, στη Βόρεια Ελλάδα. Παρά το ότι οι συνθήκες εύρεσης και χρονολόγησής του παραμένουν προβληματικές (χρονολογείται στο 160,000-240,000 π.Χ.) τετοιου είδους κατάλοιπα (π.χ. ευρήματα από τη θέση Atapuerca στην Ισπανία 300.000 π.Χ.) αποτελούν τις κύριες πηγές πληροφόρησης για την πρακτική ταφής για αυτή την περίοδο. Μόνο κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική υπάρχουν παραδείγματα ταφών, με ίχνη προσφορών (λίθινα εργαλεία). Αυτές προέρχονται από λίγες σε αριθμό θέσεις όπως τα σπήλαια της Θέοπετρας, Θεσσαλίας και Απήδημα Πελοπoννήσου.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΣΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Νεκροταφεία και Ταφικές Πρακτικές
Σημαντικές ενδείξεις ταφών προέρχονται από το σπήλαιο Φράγχθι στην Πελοπόννησο και από το σπήλαιο Θεόπετρα στη Θεσσαλία. Στο σπήλαιο Φράγχθι, κατά την Νεώτερη Νεολιθική Περίοδο, επιλέχθηκε σημείο, κοντά στην είσοδο, για την ταφή επτά ενηλίκων και δύο νηπίων. Άλλα σκελετικά λείψανα αποτέθηκαν αργότερα σε αβαθείς κοιλότητες οι οποίες καλύπτονταν με πέτρες. Πιθανόν συνοδεύονταν από κτερίσματα. Ίχνη καύσης νεκρών προέρχονται από την ίδια θέση.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Ταφικές Πρακτικές
Για την Νεολιθική Περίοδο δεν υπάρχουν ακόμη αρκετές πληροφορίες αναφορικά με την πρακτική και τα έθιμα ταφής. Έως σήμερα επισημαίνονται τρεις διαφορετικές πρακτικές ταφής:

1. Ταφές στο εσωτερικό κατοικημένων χώρων: κυρίως για νήπια, ανήλικους και γυναίκες (π.χ., σπήλαιο Φράγχθι, Κνωσός, Σέσκλο Θεσσαλίας, Νέα Νικομήδεια στη βόρεια Ελλάδα κλπ). Λαμβάνουν χώρα σε απλούς λάκκους, εκτός των οικιών ή πιο σπάνια στο εσωτερικό αυτών, στο έδαφος. Πρόκειται για την πιο συνηθισμένη πρακτική ταφής αυτής της περιόδου.

2. Καύση των νεκρών σε επιλεγμένη θέση, εκτός των ορίων του οικισμού. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της θέσης Σουφλί Μαγούλα, στη Θεσσαλία, το οποίο χρονολογείται στην 6η χιλιετία π.Χ. (Gallis 1982). Η καύση των νεκρών έγινε πυρές κυκλικού σχήματος. Οι νεκροί ενταφιάστηκαν σε αβαθείς κοιλότητες. Τα αγγεία αποτελούν τα συνήθη κτερίσματα των λειψάνων.

3. Κατά την ανακομιδή φυλάσσονται κρανία και επιλεγμένα μέρη του σώματος (π.χ., Πρόδρομος, Θεσσαλία). Η πρακτική αυτή συναντάται και κατά την Ύστερη Νεολιθική Περίοδο.

Η έλλειψη αρχαιολογικών ενδείξεων αναφορικά με τις συλλογικές ταφές στην Πρώιμη Νεολιθική Περίοδο και οι λιγοστές ενδείξεις ταφικών εθίμων (π.χ. προσανατολισμός σώματος, κτερίσματα κλπ) σε περιπτώσεις ταφών εντός των οικισμών δικαιολογεί την υπόθεση ότι τα παραπάνω παραδείγματα θα πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως εξαιρέσεις και όχι σαν καθεστώς καθώς αφορούν «άτομα τα οποία δεν αντιπροσωπεύουν τυπικά δείγματα ταφών…κυρίως γιατί δεν έχουν συμπληρώσει την απαιτούμενη ηλικία ή δεν έχουν την κατάλληλη θέση στο κοινωνικό σύνολο» (Perles 2001:277, 279). Είναι πιθανό ότι η πλειονότητα του πληθυσμού δεν ενταφιάζονταν εντός ή κοντά σε οικίες. Ωστόσο, σύμφωνα με τις περιπτώσεις 2 και 3, ποσοστό των εκλιπόντων θα συνδέονταν άμεσα με τη ταυτότητα ολόκληρης της κοινότητας και την ομόνοια μεταξύ των ζώντων.

Νεκροταφεία
Νεκροταφεία της Ύστερης Νεολιθικής περιόδου έχουν αποκαλυφθεί σε διάφορες περιοχές. Σε πολλή καλή κατάσταση βρίσκεται το νεκροταφείο στην θέση Κεφάλα, στην Κέα (Κυκλάδες) και στη θέση Θαρρούνια στην Εύβοια. Και στις δύο περιπτώσεις οι τάφοι είναι κτιστοί ή λιθοπερίβλητοι με τοιχώματα επενδυμένα εσωτερικά με μικρές πέτρες και καλυμμένοι από πλάκες. Οι ταφές είναι ατομικές ή πολλαπλές. Αγγεία από πηλό και από μάρμαρο τοποθετούνται δίπλα στο σώμα. Η καύση των νεκρών συνεχίζεται και κατά την Ύστερη Νεολιθική περίοδο (π.χ. Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου, Σουφλί, Θεσσαλία. Gallia 1982).

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΙΜΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ
Οι ενδείξεις ταφών κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού και ιδιαίτερα κατά την ΠΧ ΙΙ Εποχή αυξάνονται σημαντικά. Τα παραδείγματα των νεκροταφείων με λακκοειδείς ή χτιστούς τάφους εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα. Σημαντικές πληροφορίες εθίμων ταφής απορρέουν από οργανωμένα νεκροταφεία που χρονολογούνται στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού ΙΙ (ΠΧ ΙΙ). Ο ενταφιασμός είναι η κύρια πρακτική ταφής (έως σήμερα δεν υπάρχουν ίχνη καύσης νεκρών). Στις Κυκλάδες τα νεκροταφεία παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές γεγονός που μας επιτρέπει να τα διαχωρίσουμε σε ειδική κατηγορία. Στη μελέτη του Ντούμα (1977) δίδεται πλήρης περιγραφή των χαρακτηριστικών τους. Αυτά είναι:

1. Τα έθιμα ταφής αφορούν τη στάση του νεκρού, ο οποίος τοποθετείται σε συνεσταλμένη στάση, την επένδυση του δαπέδου, τη στήριξη του κρανίου σε λίθο και τη συνοδεία του νεκρού με κτερίσματα όπως κεραμική, αγγεία από μάρμαρο και σπανιότερα ειδώλια, λίθινες χάντρες, χάλκινες περόνες, βελόνες, λεπίδες, κλπ. Οι Κυκλαδικές ταφές έχουν λιγοστά κτερίσματα.

2. Οι τάφοι είναι απλοί ή έχουν όροφο. Όταν ο τάφος γεμίσει, σε μια ένδειξη σεβασμού προς τα λείψανα του νεκρού, παραμερίζονται τα μακριά οστά προς τα τοιχώματα και ο νέος νεκρός ενταφιάζεται στο χώρο που είναι πλέον διαθέσιμος. Ορισμένοι από αυτούς τους τάφους θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πραγματικά οστεοφυλάκια.

Ο απλός ενταφιασμός, σύμφωνα με τους ανασκαφείς των τύμβων (Λευκάδα και Ολυμπία), αποτελεί την κύρια πρακτική ταφής ενώ σπανιότερα επιλέγεται πρακτική της καύσης των νεκρών. Ο απλός ενταφιασμός περιλαμβάνει την ταφή του νεκρού στο ένα πλευρό με διπλωμένα τα χέρια και τα σκέλη κοντά στο πρόσωπο και την συνοδεία κτερισμάτων (κεραμική, λίθινα, οψιανός, χάλκινα εργαλεία κλπ) τα οποία διαφοροποιούνται ίσως ανάλογα με την κοινωνική θέση του νεκρού.

Ταφικές Πρακτικές
Τρεις κύριοι τύποι ταφής υπάρχουν. Αυτοί είναι οι παρακάτω:
1. Τα νεκροταφεία της Κυκλαδικής Περιόδου (ΠΕΧ) περιλαμβάνουν συστάδες, οργανωμένες σε επίπεδα ή διαχωρισμένες με ογκόλιθους (π.χ., Χαλανδριανή, Σύρος). Οι συστάδες θα μπορούσαν να ανήκουν σε μικρές κοινωνικές ομάδες ή σε οικογένειες (Tsountas 1898). Η πλειονότητά τους εντοπίζεται σε πλαγιές στη Μήλο, με εξαίρεση εκείνες που εντοπίζονται σε επίπεδες περιοχές. Προκειμένου της υποστήριξής τους διαμορφώνονται αναλληματικοί τοίχοι κατά μήκος της πλαγιάς. Αν και τα νεκροταφεία αυτής της περιόδου αποτελούνται συνήθως από 15-20 τάφους έχουν εντοπιστεί και νεκροταφεία με περισσότερους από 50 τάφους. Για παράδειγμα στη Χαλανδριανή στη Σύρο αποκαλύφθηκε μια νεκρόπολη με 600 τάφους.

2. Στα νεκροταφεία των Κυκλάδων δεν υπάρχει μια σταθερή επιλογή προσανατολισμού των τάφων. Ακολουθείται κυρίως η γεωμορφολογία του εδάφους (προς τα ανατολικά, προς τα δυτικά, προς τα νότια κλπ.)

3. Οι τύποι των τάφων περιλαμβάνουν απλούς λάκκους (δηλαδή υπόγειους, σε ευθεία γραμμή, λάκκους οι οποίοι καλύπτονται με πλάκα), λάκκους που περικλείονται από λιθόκτιστο τοιχίο και λαξευμένους στο βράχο τάφους (ορθογώνια σκάμματα με είσοδο και δρόμο). Αυτοί οι τύποι συνεχίζουν και κατά τις υπόλοιπες υποπεριόδους

Σε γενικές γραμμές οι πρακτικές ταφής και τα νεκροταφεία έχουν ομοιότητες με τα αντίστοιχα της ηπειρωτικής Ελλάδας (Μάνικα, Αγ. Κοσμάς), της Κρήτης (Αγ. Φωτιά) και της Μ. Ασίας (Ιασσός). Οι ομοιότητες αυτές ωθούν τους μελετητές στην υπόθεση ανταλλαγών (εμπόριο, αποικίες;) ή πολιτιστικών επιρροών ανάμεσα στις Κυκλάδες και στον υπόλοιπο κόσμο, ειδικά κατά την περίοδο ΙΙ (Κέα-Σύρος).

Στην ηπειρωτική Ελλάδα συναντάται ποικιλομορφία ταφικών πρακτικών. Εκτός από εκείνες που φαίνεται να έχουν επιρροές από τις Κυκλάδες (κυρίως κιβωτιόσχημοι, λάκκοι με λίθινες πλάκες ή τοίχους χτισμένους με βότσαλα) άλλοι τύποι τάφων είναι ο θαλαμοειδής και οι τύμβοι. Οι θαλαμοειδείς τάφοι που αποκαλύφθηκαν στην Κόρινθο, στο Ελαφονήσι, στη Νέα Μάκρη, στη Μάνικα κλπ είναι κυκλικοί ή τραπεζοειδείς, με είσοδο (στόμιο;) και δρόμο. Οι τύμβοι από ωμή πλίνθο ή από χώμα και χαλίκια προαναγγέλλουν κυρίως τις ιδιαιτερότητες της περιόδου ΙΙΙ (ΠΕ ΙΙΙ).

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΜΕΣΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

Νεκροταφεία
Κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού δεν παρατηρείται ουσιαστική μεταβολή ως προς την αρχιτεκτονική των τάφων και των ταφικών πρακτικών, γεγονός που σημαίνει ίσως μια πολιτιστική συνέχεια από την προηγούμενη περίοδο. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι ότι επιλέγεται η ταφή εντός των ορίων του οικισμού (σε αυτή την περίπτωση τα παιδιά ενταφιάζονται σε τάφους που σκάβονται μέσα στα σπίτια, μέσα σε εγκαταλελειμμένα σπίτια ή νεκροταφεία σε μικρή απόσταση από τον οικισμό). Όσον αφορά τους τύπους των τάφων διακρίνονται σε: πιθοειδείς, κιβωτιόσχημους, χτιστούς τάφους και σε ταφικούς τύμβους. Στις Μυκήνες, στον ταφικό κύκλο Β, εντοπίζεται ένας νέος τύπος τάφου, ο λακκοειδής. Οι τοίχοι του είναι επενδυμένοι από λίθους ή είναι λαξευμένοι στο βράχο.

Ταφικές Πρακτικές
Όσον αφορά τις ταφικές πρακτικές αυτή την περίοδο διατηρείται τακτική της εκτεταμένης στάσης του νεκρού και της πολλαπλής ταφής. Οι τάφοι της ΜΧ Περιόδου χαρακτηρίζονται από τα πενιχρά κτερίσματα. Τα πιο συνηθισμένα είναι οι πρόχοι, τα κύπελλα και οι φιάλες τα οποία παραπέμπουν ίσως στο έθιμο του νεκρόδειπνου. Επιπλέον των παραπάνω κτερισμάτων εντοπίζονται αποθηκευτικά αγγεία, μαγειρικά σκεύη, κοσμήματα, εργαλεία από μέταλλο και οψιανό. Οι λακκοειδής τάφοι περιλαμβάνουν κτερίσματα ιδιαίτερης αξίας όπως χρυσές χάνδρες, κύπελλα, κοσμήματα και άλλα τέχνεργα τα οποία προορίζονται για την ένδυση του σώματος.. Σε ορισμένες περιπτώσεις λείψανα αλόγων συνοδεύουν τον νεκρό. Τέλος, ένας νέος τύπος τάφου που εμφανίζεται αυτή την περίοδο, είναι εκείνος του πολεμιστή. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο νεκρός πολεμιστής συνοδεύεται από τον εξοπλισμό του (π.χ., Αίγινα).

Οι ταφικές πρακτικές, εκτός από τις ενδείξεις ύπαρξης μιας άρχουσας τάξης (εύπορες οικογένειες, πολεμιστές κλπ) γεγονός που υποδηλώνει πολιτική διαφοροποίηση, δίνουν έμφαση στη συλλογικότητα, είτε υπό τη μορφή της οικογένειας είτε υπό τη μορφή των εκτεταμένων οικογενειών.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ YΣΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

Νεκροταφεία
Κατά την Ύστερη Μυκηναϊκή Ι-ΙΙ Περίοδο φαίνεται ότι αντίληψη γύρω από το θάνατο διαφοροποιείται. Κατά πρώτον η κατασκευή των τάφων προϋποθέτει κατασκευαστικές γνώσεις και και τα κτερίσματα δεν αναλογούν με εκείνα των προηγούμενων περιόδων. Η αντίληψη αυτή σχετίζεται με την ανάγκη κατασκευής εντυπωσιακών θαλαμοειδών και θολωτών τάφων οι οποίοι εξαρτώνται άμεσα από την κοινωνική θέση των Μυκηναίων νεκρών (στρατιωτική αριστοκρατία;). Η εξύμνηση του θανάτου αποτελεί ένα κοινό χαρακτηριστικό των Μυκηναίων. Επιπλέον διακρίνεται μια συνέχεια ως προς τη διατήρηση των νεκροταφέιων εντός των ορίων των οικισμών ενώ φαίνεται ότι οι τύποι των απλών λάκκων ή των κιβωτιόσχημων τάφων κληροδοτήθηκαν από τη ΜΕ Περίοδο.

Το καλύτερο παράδειγμα των λακκοειδών τάφων είναι εκείνο του Ταφικού Κύκλου Α των Μυκηνών. Οι τάφοι αποτελούνται από ένα σκάμμα και τοίχους που περικλείουν το λάκκο, αν και σε μερικές περιπτώσεις φαίνεται ότι οι πάσσαλοι της οροφής υποστηρίζονται από βραχότμητες αντηρίδες (Cavanagh and Mee 1998). Θολωτοί τάφοι της ΥΕ Ι Περιόδου υπάρχουν στην Πελοπόννησο και ειδικότερα στη Μεσσηνία και στην Αργολίδα. Ορισμένοι είχαν κατασκευαστεί στις ακροπόλεις αλλά οι περισσότεροι γνωστοί τάφοι αυτής της περιόδου (Κακόβατος, Βαφειό) είχαν κατασκευαστεί σε απόσταση 100μ. από τον οικισμό. Η θέση του τάφου εξαρτάται μάλλον από την κοινωνική θέση του νεκρού. Ως προς την αρχιτεκτονική οι θολωτοί τάφοι διακρίνονται από τα ισχυρά τείχη (Κυκλώπεια), τη θόλο, το ανακουφιστικό τρίγωνο της εισόδου και τον επενδυμένο με λίθους δρόμο. Στο εσωτερικό των τάφων υπάρχουν θάλαμοι και απλοί λάκκοι.

Η Ύστερη Μυκηναϊκή ΙΙΙ Περίοδος χαρακτηρίζεται από την αποδιοργάνωση της Μυκηναϊκής γραφειοκρατίας και της κρατικής μηχανής καθώς και από τη μετακίνηση πληθυσμού σε νησιά του Αιγαίου, στην Κρήτη και στην Κύπρο. Η τυπολογία των τάφων και των νεκροταφείων δεν παρουσιάζει σημαντικές διαφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνεχίζεται η χρήση τάφων της προηγούμενης περιόδου (κυρίως στην Πελοπόννησο) χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν δημιουργήθηκαν νέα μνήματα (Αχαΐα, Πελοπόννησος, κεντρική Ελλάδα) και νέα νεκροταφεία (νησιά του Αιγαίου). Διατηρώντας τη συνήθεια του παρελθόντος οργανώνονται εντός των ορίων των οικισμών, σκαμμένοι ανάμεσα σε κατοικίες (Τίρυνθα) ή σε εγκαταλελειμμένες κατασκευές (Μυκήνες). Οι ταφικοί τύμβοι κατανεμημένοι στην περιφέρεια των οικισμών (Θεσσαλία, Μ. Ασία, Κρήτη) εξακολουθούν να κατασκευάζονται ενώ οι θολωτοί τάφοι διατηρούνται μόνο υπό το εθιμοτυπικό τοπικών παραδόσεων. Νεκροταφεία εκτός των ορίων των οικισμών, για παράδειγμα στην Περατή είναι ακόμη σε χρήση.

Ταφικές Πρακτικές
Τα κτερίσματα, του συνόλου των τάφων του Κύκλου Α των Μυκηνών, ήταν στο σύνολό τους διαταραγμένα (μικρός αριθμός βρέθηκε άθικτος). Οι θολωτοί τάφοι περιείχαν πολλαπλές ταφές ανδρών και γυναικών. Η κύρια πρακτική ταφής ήταν ο ενταφιασμός αν και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υφίστατο και η πρακτική της καύσης, ιδιαίτερα σε μετέπειτα περιόδους. Ο νεκρός συνοδεύονταν από τα κοσμήματά του, πολύτιμους λίθους, όπλα (ξίφη), χρυσά και ασημένια κύπελλα. Τα πολύτιμα κτερίσματα χρησιμοποιήθηκαν από ότι φαίνεται ως ένδειξη της κοινωνικής θέσης του νεκρού. Ορισμένοι ερευνητές διακρίνουν σε αυτό το εθιμοτυπικό ένα μέσο επίδειξης. Υποθέτουν ότι κάποιου είδους τελετουργικό ελάμβανε χώρα σε ορισμένους τάφους (στάχτη). Ο νεκρός ενταφιάζονταν σε εκτεταμένη και όχι σε συνεσταλμένη στάση.

ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

ΥΠΟ-ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Ταφικές Πρακτικές και Νεκροταφεία
Κατά τη διάρκεια του 12ου-11ου αι. (Υπο-Μυκηναϊκή Περίοδος) επισημαίνεται σημαντική καινοτομία η οποία διαφοροποιεί εντελώς την πρακτικής ταφής από εκείνη που ίσχυε κατά τη διάρκεια της Μυκηναϊκής Περιόδου: αυτή αφορά την επικράτηση του ενταφιασμού ενός ατόμου σε κάθε λακκοειδή ή θαλαμοειδή τάφο (Desborough 1995). Η Κρήτη και η Μεσσηνία εξακολουθούν την πρακτική των πολλαπλών ταφών. Υποστηρίζεται ότι αυτή η μέθοδος έχει τις ρίζες της στην περιφέρεια του Μυκηναϊκού κόσμου (π.χ., Ήπειρος, Θεσσαλία, κλπ) και εξαπλώθηκε σε μεταγενέστερους χρόνους και σε άλλα γεωγραφικά διαμερίσματα της Ελλάδας.

Η πρακτική του ενταφιασμού συνεχίζει στο Αιγαίο. Συνήθως λάμβανε χώρα σε κιβωτιόσχημους (cist graves), δηλαδή σε ορθογώνιους λάκκους στο έδαφος επενδυμένους με πλάκες ή σε λαξευτούς τάφους. Από τα νεκροταφεία στη Σαλαμίνα και στον Κεραμεικό πληροφορούμαστε ότι αυτοί οι τάφοι ήταν οργανωμένοι σε παράλληλες ευθείες γραμμές. Μικρός σωρός λίθων συγκεμτρώνεται επάνω από αυτούς και σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργεί ως σήμα. Παρά το γεγονός ότι ο ενταφιασμός είναι η κύρια πρακτική ταφής λιγότερο συχνά συναντάται η πρακτικής τηε καύσης – συνήθως ο νεκρός αποτεφρώνεται σε διαφορετικό σημείο από εκείνο που ενταφιάζεται. Ο κατάλογος των κτερισμάτων είναι περιορισμένος δηλαδή εξαντλείται σε κεραμική (αγγεία για λάδι, πρόχους, λύκηθοι) και σε κοσμήματα (κυρίως για τα ενδύματα (πόρπες [fibulae], σπιράλ κλπ.).

Δύο τύποι τάφων συναντώνται: 1. οι θαλαμοειδείς τάφοι οι οποίοι, αυτή την περίοδο, έχουν μικρότερες διαστάσεις (π.χ. Περατή) και 2. τάφοι σε δεύτερη χρήση. Η γενική εντύπωση που αποκομίζεται είναι ότι επιλέγονται οι κατά το δυνατόν πιο οικονομικοί μέθοδοι ενταφιασμού των νεκρών.

ΠΡΩΙΜΗ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Ταφικές Πρακτικές
Η επόμενη περίοδος (Πρώιμη Γεωμετρική, 11ος – 10ος αι. π.Χ.) χαρακτηρίζεται από μια ευρεία διάδοση των ταφικών πρακτικών σε ολόκληρο το Αιγαίο (Lemos 2002:184). Αυτή την περίοδο αναπτύσσονται κυρίως δύο πρακτικές ενταφιασμού.

1. Η μονή ταφή (εξαίρεση: Μεσσηνία, Κρήτη) γίνεται η κύρια πρακτική ταφής σε αντίθεση με τη συνήθεια των πολλαπλών ταφών της προηγούμενης περιόδου. Η αιτία υιοθέτησης νέων τύπων τάφων ανάγεται στο κόστος κατασκευής τους γεγονός που επιβεβαιώνεται από την τεχνοτροπία της κατασκευής (βλ. και τις διπλές ταφές, Lemos 2002:189). Η καινοτομία αυτή θα μπορούσε να προέρχεται από την περιφέρεια του Μυκηναϊκού κόσμου.

2. Η καύση των νεκρών, η οποία χρησιμοποιήθηκε μόνο για ενήλικες, σύμφωνα με τις ενδείξεις από τον Ελλαδικό χώρο, αποτελεί νέα πρακτική ταφής (Lemos 2002). Είναι κληροδότημα μάλλον των Μυκηναίων οι οποίοι το είχαν υιοθετήσει από τους Χετταίους, γεγονός που εξηγεί και τον τρόπο διάδοσης από την Μ. Ασία στην Ελλάδα. Πιθανόν είναι η εποχή κατά την οποία αφομοιώνονται εθιμοτυπικά με συμβολική σημασία (Lemos 2002, 186ff).

Τα υπολείμματα της καύσης των νεκρών φυλάσσονταν σε τεφροδόχους οι οποίες ενταφιάζονταν σε θαλαμοειδείς τάφους. Η πλειονότητα των Πρώιμων Γεωμετρικών ταφών ήταν ανακομιδές καθώς λίγες πυρρές έχουν εντοπιστεί (π.χ., Νέα Ιωνία) στα σημεία ταφής. Στην Αττική, τα αποτεφρωμένα λείψανα φυλάσσονται σε τεφροδόχα αγγεία — κυρίως σε αμφορείς με λαβές στο λαιμό για τους άνδρες και σε αμφορείς με λαβές στην κοιλιά για τις γυναίκες – τα οποία ετοποθετούντο σε κυκλική κοιλότητα τετράγωνου λακκοειδούς τάφου. Το σημείο των τάφων διακρίνονταν από την ύπαρξη τύμβων. Η πλειονότητα των ενηλίκων, με λίγες εξαιρέσεις, αποτεφρώνονταν. Τα κτερίσματα περιλάμβαναν όπλα, κοσμήματα, περόνες, αγγεία κλπ.

Ο ενταφιασμός παρέμεινε η κύρια πρακτική ταφής για τα παιδιά, τα οποία θάβονταν σε μικρότερους λάκκους απλούστερης κατασκευής. Ωστόσο, σε αρκετές περιοχές συνυπήρχε η πρακτική του ενταφιασμού με την πρακτική της καύσης, γεγονός που αποδεικνύει ότι και οι δύο μέθοδοι χρησιμοποιούνταν από το ίδιο κοινωνικό σύνολο στην ίδια χρονική περίοδο. Τα κτερίσματα στους ενταφιασμούς περιορίζονται σε μικρογραφίες αντικειμένων για τα παιδιά ενώ στην περίπτωση καύσης ποικίλουν ανάμεσα σε αγγεία (πρόχους, φιάλες), ειδώλια από πηλό, λιγοστά κοσμήματα και αιχμές δόρατος.

Νεκροταφεία
Οι ταφές οργανώνονται σε νεκροταφεία (πάνω από 30 τάφους) ή σε συστάδες τάφων (2-3 τάφοι). Τα νεκροταφεία που χρησιμοποιήθηκαν για μακρό χρονικό διάστημα βρίσκονταν στην Αθήνα, στο Λευκαντί, στην Ασίνη, στην Αταλάντη, στην Κω και στην Κρήτη. Μικρότερες συστάδες τάφων ίσως υποδηλώνουν ότι αποτελούν μέρος μιας μικρότερης κοινωνικής ομάδας ή ότι αποτελούν τμήμα ενός μεγαλύτερου νεκροταφείου το οποίο ακόμη δεν έχει ανασκαφεί. Η θέση του νεκροταφείου είναι πολλές φορές δύσκολο να συσχετιστεί με την εγκατάσταση την οποία εξυπηρετεί (π.χ. Αγορά). Όταν αυτό είναι εφικτό (π.χ., Λευκαντί κοντά στην Ξερόπολη), διαπιστώνεται ότι πρόκειται για νεκροταφεία εκτός των ορίων του οικισμού. Αυτή την περίοδο διακρίνεται μια προσπάθεια διαχωρισμού του γένους.

ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Νεκροταφεία και Ταφικές Πρακτικές
Κατά τη διάρκεια του 9ου και 8ου αι. π.Χ. (Γεωμετρική Περίοδος) η κύρια πρακτική ταφής είναι η καύση. Η πρακτική του ενταφιασμού διατηρείται κυρίως στην Αθήνα. Ίχνη της εντοπίζονται στα μεγάλα νεκροταφεία της Οδού Πειραιώς και Κυνοσάργων, τα οποία ιδρύθηκαν από κρατούσες Αθηναϊκές οικογένειες. Διαπιστώνεται καύσης είναι σπάνια στην Αθήνα (με εξαίρεση το νεκροταφείο στην οδό Κριεζή – εδώ ο τύπος του τεφροδόχου αγγείου έχει διαφοροποιηθεί – αντί για αμφορέα από πηλό αποκαλύπτεται λέβητας από χαλκό, πιθανόν σε περιπτώσεις ανδρικών ταφών). Μετά το 700 π.Χ. η πρακτική της καύσης εφαρμόζεται και στα μέλη της αριστοκρατίας.

Σε άλλα σημεία της Ελλάδος, διαπιστώνεται ποικιλομορφία των ταφικών εθίμων. Για παράδειγμα στις βόρειες Κυκλάδες (Τήνος, Νάξος) αποκαλύπτονται μονοί ενταφιασμοί ενώ στα νησιά των νότιων Κυκλάδων (Κίμωλος, Μήλος) η κύρια πρακτική ταφής ήταν η καύση. Στη Θήρα, τους νεκρούς τους οποίους έχουν υποβάλλει στη μέθοδο καύσης εντοπίστηκαν επίσης στη Δονούσα και στη Νάξο (Goldstream 2003). Στη Νάξο, 20 ταφικοί τύμβοι αποκαλύφθηκαν κοντά σε οικισμό. Περιείχαν πυρρές καύσης, ενταφισμένες σε ορθογώνιους τάφους. Στην Κρήτη η πρακτική της καύσης φαίνεται να είναι η κύρια μέθοδος ταφής των ενηλίκων. Αναφορές για τα έθιμα ταφής προέρχονται από αγγεία της περιόδου. Η συνηθέστερη σκηνή που απεικονίζεται είναι εκείνη της πρόθεσης, αποδίδοντας το νεκρό να περιβάλλεται από τους θρηνούντες. Ορισμένα αγγεία αποδίδουν την εκφορά δηλαδή τη μεταφορά του νεκρού και την πομπή από πολεμιστές και άρματα. Το εθιμοτυπικό αυτό αντανακλά την τιμή προς το νεκρό και αφορά κυρίως τις αριστοκρατικές οικογένειες.

Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στη λατρεία των ηρώων αυτής της περιόδου. Μια νέα αντίληψη γύρω από το Μυκηναίο νεκρό και τους θολωτούς τάφους της προηγούμενης περιόδου αναπτύσσεται η οποία ίσως συνδέεται με τη διάδοση της λατρείας των ηρώων. Η παρουσία Γεωμετρικής κεραμική γύρω από αυτούς τους τάφους, χωρίς ενδείξεις χρήσης τους, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία (π.χ. ιερά αφιερωμένα σε Ομηρικούς ήρωες) δίνουν την εντύπωση ότι ο κόσμος της Γεωμετρικής Περιόδου εντυπωσιάστηκε από το μέγεθος και την ιδιαιτερότητα αυτών των μνημείων και πιθανόν διαμόρφωσε ιστορίες γύρω από το ένδοξο μακρινό παρελθόν. Επιπλέον, μετά το 750 π.Χ. σειρά από αφιερώματα σε αυτούς τους τάφους άρχισε να προσανατολίζει προς μια ηρωική λατρεία, συχνά συνδεδεμένη με γνωστούς Ομηρικούς ήρωες (π.χ., Οδυσσέα, Αγαμέμνονα, Μενέλαο κλπ.).

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Ταφικές Πρακτικές
Κατά την Αρχαϊκή Περίοδο εφαρμόστηκε κυρίως η πρακτική της καύσης, ίσως επιρροή της Ανατολής. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πρακτικής απλού ενταφιασμού. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η καύση επιλέγονταν προς χάριν του νεκρού καθώς θεωρούνταν απαραίτητη για την απελευθέρωση της ψυχής. Οι στάχτες φυλάσσονταν σε ένα αμφορέα και ενταφιάζονταν σύμφωνα με το εθιμοτυπικό του ενταφιασμού.

Αυτή την περίοδο η καύση πραγματοποιούνταν στο σημείο ταφής (μέχρι τότε προτιμούνταν η ανακομιδή των υπολειμμάτων καύσης).

Νεκροταφεία
Τα νεκροταφεία βρίσκονται εκτός των τειχών της πόλης. Επιμελημένα ταφικά σήματα κατασκευάζονται στο σημείο ταφής. Το όνομα του νεκρού, της οικογένειας και του καλλιτέχνη της στήλης χαράσσονταν επάνω σε αυτή.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
Ταφικές Πρακτικές
Στην Εποχή του Ομήρου υπήρχε η αντίληψη ότι ο νεκρός κατευθύνονταν προς τον Άδη, αντίληψη που κυριάρχησε και κατά την Κλασική Περίοδο. Τον 5ο αι. π.Χ. η διαδικασία αυτή γίνονταν σταδιακά. Απαιτούνταν η καθοδήγηση του Χάρου και του Ερμή Ψυχοπομπού προκειμένου να περάσει η ψυχή στον Κάτω Κόσμο.

A. Ενταφιασμός
Ο ενταφιασμός περιλάμβανε τα παρακάτω στάδια:

1. την πρόθεση
2. την εκφορά
3. το περίδειπνο
4. τις ετήσιες προσφορές στη μνήμη των νεκρών

Η πρόθεσις γινόταν μια ημέρα μετά το θάνατο. Διαρκούσε μια ημέρα κατά την οποία πραγματοποιούνταν τα, σύμφωνα με την παράδοση, μοιρολόγια και η τελευταία επίσκεψη των συγγενών και των φίλων. Το σώμα του νεκρού, καλυμμένο με ένα λινό ύφασμα τοποθετούνταν σε μια επιμελημένη κατασκευή (κομμάτι ύφασμα κάλυπτε την ταφικη κλίνη ή το νεκρό σώμα). Γυναίκα του άμεσου περιβάλλοντος του νεκρού φρόντιζε για την προετοιμασία του νεκρού σώματος. Το έπλυνε, το άλειφε με λάδι, το έντυνε και το κοσμούσε με άνθη, στεφάνια και κοσμήματα.

Κατά την τρίτη ημέρα, πριν από τη δύση του ηλίου, γίνονταν η εκφορά του νεκρού. Αυτή προϋπέθετε πομπή, η οποία σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να περάσει σιωπηλά από τους δρόμους της πόλης. Όταν αυτή έφτανε στο σημείο ταφής, το νεκρό σώμα αφήνονταν στο μνήμα. Σύμφωνα με τον Κικέρωνα υπήρχε η συνήθεια να φυτεύουν άνθη σε μια προσπάθεια εξασφάλισης της ανάπαυσης του νεκρού και του εξαγνισμού του εδάφους. Άλλοι αρχαίοι συγγραφείς μας πληροφορούν ότι χοές ελάμβαναν χώρα επάνω από τον τάφο. Μετά την τελετή οι πενθούντες επιστρέφουν στο σπίτι του εκλιπόντος.

Το περίδειπνο ακολουθούσε την ταφή. Πρόκειται για τη συγκέντρωση των συγγενών για φαγητό αφού όμως πρώτα γινόταν ο καθαρμός της οικίας με θυμίαμα και αγιασμό και των ιδίων με πλύσιμο χεριών και κεφαλιού. Ήταν μια ευκαιρία για τους συγγενείς να συγκεντρωθούν και να συζητήσουν γύρω από το πρόσωπο του εκλιπόντος. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά κατάλοιπα – ίχνη από στάχτη, οστά ζώων, όστρακα αγγείων πόσεως, πινάκια και λεκανίδες – τα νεκρόδειπνα θα πρέπει να οργανώνονταν και στο σημείο ταφής. Λαμβάνοντας υπόψη ωστόσο τις γραπτές πηγές το γεύμα σερβιρίζονταν και στα σπίτια. Οι εκδηλώσεις αγάπης και ο κατακερματισμός των αγγείων θα μπορούσαν να ερμηνευθούν σαν μια προσπάθεια προσφοράς ειδών άμεσης ανάγκης στο νεκρό. Οκτώ ημέρες μετά την ταφή οι συγγενείς και οι φίλοι του νεκρού συγκεντρώνονταν στο σημείο ταφής και τελούνταν τα «ένατα» (= εννέα ημέρες από την ταφή).

Δεν είναι γνωστό πότε το πένθος ελάμβανε τέλος. Κάποιου είδους τελετή, η οποία διασφαλίζει ότι έχουν γίνει τα δέοντα απέναντι στο θανόντα (νομιζόμενα) επέτρεπε στην οικογένεια να επιστρέψει στους πρότερους ρυθμούς της ζωής.

Οι τελετές που σχετίζονταν με το θάνατο αποτέλεσαν συχνά το έναυσμα για όσους δεν είχαν κληρονόμους να αποκτήσουν (δηλαδή να υιοθετήσουν) προκειμένου να εξασφαλίσουν την εφαρμοργή του περί του θανάτου εθυμοτυπικού, γεγονός που αποδεικνύει τη σημασία που έδιναν σε αυτές οι άνθρωποι της Κλασικής Περιόδου.

B. Καύση
Η καύση των νεκρών, στην Κλασική Αθήνα, τουλάχιστον έως τον 4ο αι. π.Χ. ήταν μια μη διαδομένη πρακτική. Γίνονταν είτε γίνονταν στο σημείο ταφής είτε με τη μέθοδο της ανακομιδής. Στη δεύτερη περίπτωση τα υπολείμματα της καύσης (στάχτη) τοποθετούνταν σε τεφροδόχο αγγείο από πηλό ή από μέταλλο.

Η καύση εμφανίζεται κατά την Αρχαϊκή Περίοδο. Η πιο συνηθισμένη μέθοδος αφορούσε τον ενταφιασμό μετά από ανακομιδή. Είναι εντυπωσιακή η ποικιλία των τεφροδόχων αγγείων που έχουν εντοπιστεί. Θα πρέπει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι τα εν λόγω αγγεία χρησιμοποιούνταν ως τεφροδόχα σε μια δεύτερη χρήση. Ορισμένα ήταν ακόσμητα και άλλα είχαν διακόσμηση ερυθρόμορφου ρυθμού.

Τοποθετούνται είτε απευθείας στο άδαφος είτε σε λάρνακα. Χάλκινοι λέβητες ή υδρίες (τοποθετημένες σε κιβωτίδια με πώμα) συχνά χρησίμευαν ως τεφροδόχα αγγεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρούνται ίχνη υφάσματος το οποίο κάλυπτε το σώμα ή το αγγείο υποδοχής. Η καύση των παιδιών συναντάται στην Κλασική Αθήνα αλλά σε γενικές γραμμές δεν ήταν καθόλου αποδεκτή. Σε μια περίπτωση έχουν εντοπιστεί υπολείμματα παιδικής καύσης αλλά δεν είναι σίγουρο για το αν πρόκειται όντως για παιδική καύση ή για τα υπολείμματα κτερισμάτων που έχουν καεί σε εκείνο το σημείο.

Νεκροταφεία
Στην Κλασική Περίοδο τα νεκροταφεία βρίσκονται εκτός των ορίων οικισμού. Ο τύπος ταφής εξαρτάται από τη βούληση του ατόμου ή της οικογένειας. Όπως και στις προηγούμενες περιόδους, ο ενταφιασμός και η καύση ήταν οι συνήθης πρακτικές αν και τα ποσοστά της δεύτερης αυξάνονται σημαντικά κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. Το εθιμοτυπικό των τελετών και το είδος των κτερισμάτων δεν διαφέρουν σημαντικά από εκείνα της Αρχαϊκής Περιόδου.

A. Τάφοι
Ο πιο απλός τύπος τάφου ήταν ο λακκοειδής. Πρόκειται για λάκκο σκαμμένο στο έδαφος. Τα τοιχώματα ορισμένες φορές ήταν επενδυμένα με κονίαμα, και το έδαφος καλυμμένο με ένα στρώμα από βότσαλα ή λίθους. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά κατάλοιπα ο τάφος σφραγίζονταν με πλάκες. Τα κτερίσματα τοποθετούνταν είτε μέσα στον τάφο είτε στον περιβάλλοντα χώρο. Ένας τάφος αντιστοιχούσε συνήθως σε ένα άτομο. Πολλαπλές ταφές δεν αναφέρονται συχνά. Η πρακτική αυτή φαίνεται σπάνια και συνδέεται με ειδικά γεγονότα όπως για παράδειγμα με την επιδημία που είχε εξαπλωθεί κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (Thucydides 3.87).

Οι Κεραμοσκεπείς τάφοι ήταν επίσης διαδεδομένοι τύποι τάφων στους Κλασικούς Χρόνους. Το σώμα ήταν τοποθετημένο είτε απευθείας στο έδαφος είτε πιο σπάνια σε στρώμα από κεραμίδες. Σε ορισμένες περιπτώσεις στρώμα από επίπεδες κεραμίδες το κάλυπταν. Όπως και στις περιπτώσεις των λακκοειδών τάφων έτσι και εδώ τα κτερίσματα τοποθετούνται εντός του τάφου ή στον περιβάλλοντα χώρο του.

Οι τάφοι ήταν είτε ανεξάρτητα κτίσματα είτε αποτελούσαν τμήματα (σε μια ή περισσότερες πλευρές) άλλων κατασκευών. Στο σύνολό τους ή μόνο οι πλευρικοί τοίχοι ήταν κατασκευασμένοι από πλίνθους. Λίθοι κάλυπταν την είσοδο.

Για τους ενηλίκους χρησιμοποιούνταν σαρκοφάγοι από μάρμαρο ή ασβεστόλιθο ενώ για τους ανηλίκους σαρκοφάγοι από πέτρα. Ορισμένες από αυτές ήταν διακοσμημένες και καλύπτονται από πλάκες ή ασβεστόλιθο.

Τα παιδιά ενταφιάζονται σε ορθογώνιους ή σχήματος οβάλ λουτήρες καθώς ήταν πιο εύκολοι και πιο οικονομικοί στην κατασκευή τους. Οι λουτήρες μπορούσαν να τοποθετηθούν η μια επάνω στην άλλη. Ορισμένες φορές διακοσμούνταν εσωτερικά και εξωτερικά. Οι παιδικές ταφές αποκαλύπτονται σε χώρους οι οποίοι χρησιμοποιούνται μόνο για την ταφή ανηλίκων είτε μέσα σε αγγεία είτε σε λάκκους καλυμμένους με κεραμίδες είτε τέλος σε κυκλικούς πήλινους αγωγούς, παρόμοιους με τους αγωγούς νερού.

Τα κενοτάφια ήταν κενοί τάφοι προς τιμή εκείνων που απεβίωσαν σε ξένη χώρα ή προς τιμή εκείνων των οποίων δεν βρέθηκαν τα οστά. Συμπεριλαμβάνταν ανάμεσα στα δημόσια σήματα που βρισκόταν κατά μήκος της οδού Ακαδημίας, στην Αθήνα. Κτερίσματα αποτίθονταν και στα κενοτάφια: σε μερικές περιπτώσεις τοποθετούνταν στον περιβάλλοντα χώρων των σημάτων.

B. Κτερίσματα
Τα κτερίσματα ετοποθετούντο σε πινάκια ή σε συγκεκριμένα σημεία του επενδυμένου δαπέδου ή σε γύρω από το σώμα. Η πλειονότητα αυτών ήταν αγγεία από πηλό (π.χ. κύλικες, λεκανίδες, πινάκια, λευκοί λήκυθοι, γαμικοί λέβητες, υδρίες και χύτρες). Τα παιδιά συνόδευαν συνήθως οινοχόες και θήλαστρα. Λιγότερο συχνά συναντώνται αγγεία από μάρμαρο ή από αλάβαστρο – πυξίδες με πώμα και πλημοχόες.

Επιπλέον επιλέγονταν αγαπημένα αντικείμενα του νεκρού (π.χ. παιχνίδια) και πήλινα ειδώλια (καθιστές ανδρικές μορφές, ζώα). Μικρός αριθμός κοσμημάτων έχουν εντοπιστεί κυρίως δακτυλίδια και ενώτια από χρυσό και χαλκό.

Γ. Δημόσια Σήματα
Δίπλα στα ιερά θεοτήτων και ηρώων, κατά μήκος της οδού Ακαδημίας εντοπίστηκαν ταφικά σύνολα (Pausanias 1.29,2). Σύμφωνα με τον Αθηναϊκό πάτριο νόμο, τα οστά των νεκρών πολεμιστών εναποτίθονταν σε αυτό το σημείο. Δεν είναι η προέλευση και η διάρκεια του εθίμου. Ωστόσο είναι σίγουρο ότι δεν εφαρμόστηκε για τους νεκρούς των μαχών στο Μαραθώνα και στις Πλαταιές. Η μόνη περιγραφή αναφορικά με την τοπογραφία του Δημόσιου Σήματος προέρχεται από τον Παυσανία.

Οι πρωιμότεροι δημόσιοι τάφοι βρίσκονται κατά μήκος του Θεμιστόκλειου τείχους. Καλύφθηκαν μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και η περιοχή ανοικοδομήθηκε. Εκείνη την περίοδο φαίνεται ότι τα δημόσια σήματα αναπτύσσονται και κατά μήκος της οδού Ακαδημίας και του Θριάσιου πεδίου. Στην μια επιφάνειά τους φέρουν συνήθως ανάγλυφες παραστάσεις εφίππων και πολεμιστών και εγχάρακτο το όνομα του νεκρού. Η πόλη τιμούσε το νεκρό κατά την ημέρα ταφής και ετησίως από την ημέρα εκείνη και μετά.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Ενταφιασμός
Ο ενταφιασμός περιλάμβανε τα παρακάτω στάδια:

1. την πρόθεση
2. την εκφορά
3. το περίδειπνο
4. τις ετήσιες προσφορές στη μνήμη των νεκρών

Η πρόθεσις γινόταν μια ημέρα μετά το θάνατο. Διαρκούσε μια ημέρα κατά την οποία πραγματοποιούνταν τα, σύμφωνα με την παράδοση, μοιρολόγια και η τελευταία επίσκεψη των συγγενών και των φίλων. Το σώμα του νεκρού, καλυμμένο με ένα λινό ύφασμα τοποθετούνταν σε μια επιμελημένη κατασκευή (κομμάτι ύφασμα κάλυπτε την ταφικη κλίνη ή το νεκρό σώμα). Γυναίκα του άμεσου περιβάλλοντος του νεκρού φρόντιζε για την προετοιμασία του νεκρού σώματος. Το έπλυνε, το άλειφε με λάδι, το έντυνε και το κοσμούσε με άνθη, στεφάνια και κοσμήματα.

Κατά την τρίτη ημέρα, πριν από τη δύση του ηλίου, γίνονταν η εκφορά του νεκρού. Αυτή προϋπέθετε πομπή, η οποία σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να περάσει σιωπηλά από τους δρόμους της πόλης. Όταν αυτή έφτανε στο σημείο ταφής, το νεκρό σώμα αφήνονταν στο μνήμα. Χοές χύνονταν στο έδαφος.

Το περίδειπνο ακολουθούσε την ταφή. Πρόκειται για τη συγκέντρωση των συγγενών για φαγητό αφού όμως πρώτα γινόταν ο καθαρμός της οικίας με θυμίαμα και αγιασμό και των ιδίων με πλύσιμο χεριών και κεφαλιού. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά κατάλοιπα – ίχνη από στάχτη, οστά ζώων, όστρακα αγγείων πόσεως, πινάκια και λεκανίδες – τα νεκρόδειπνα θα πρέπει να οργανώνονταν και στο σημείο ταφής. Λαμβάνοντας υπόψη ωστόσο τις γραπτές πηγές το γεύμα σερβιρίζονταν και στα σπίτια. Οι εκδηλώσεις αγάπης και ο κατακερματισμός των αγγείων θα μπορούσαν να ερμηνευθούν σαν μια προσπάθεια προσφοράς ειδών άμεσης ανάγκης στο νεκρό. Δύο ημέρες μετά την ταφή γίνονταν μια τελετή που ονομάζονταν «τρίτα» ενώ οκτώ ημέρες μετά την ταφή οι συγγενείς και οι φίλοι του νεκρού συγκεντρώνονταν στο σημείο ταφής, όπου τελούνταν τα «ένατα»

B. Καύση
Η καύση του νεκρού γίνονταν είτε γίνονταν στο σημείο ταφής είτε με τη μέθοδο της ανακομιδής. Στη δεύτερη περίπτωση τα υπολείμματα της καύσης (στάχτη) τοποθετούνταν σε τεφροδόχο αγγείο από πηλό ή από μέταλλο.

Η διαφορά ανάμεσα στην Κλασική και στην Ελληνιστική Περίοδο βρίσκεται μόνο στον τύπο του αγγείου υποδοχής των ανθρώπινων λειψάνων. Η τεφροδόχος τοποθετούνταν είτε α) απευθείας στο έδαφος είτε β) σε ένα είδος «φερέτρου» είτε τέλος γ) σε λαξευμένες κόγχες στο εσωτερικό των θαλαμοειδών τάφων. Σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρούνται ίχνη υφάσματος το οποίο κάλυπτε το σώμα ή το αγγείο υποδοχής.

Κτερίσματα
Τα κτερίσματα τοποθετούνταν δίπλα στο νεκρό σώμα – σε πινάκια – ή σε συγκεκριμένα σημεία του επενδυμένου δαπέδου ή σε κόγχες μέσα στους θαλαμοειδείς τάφους. Θα μπορούσαν να διακριθούν σε εκείνα που αποτελούσαν προσωπικά αντικείμενα του νεκρού – αντικείμενα της καθημερινής ζωής – και σε αντικείμενα που κατασκευάζονταν αποκλειστικά για τον τάφο. Κοινά κτερίσματα ήταν τα πήλινα αγγεία ενώ λιγότερο συχνά συνατώνται λίθινα ή από μέταλλο αγγεία, ειδώλια, λυχνάρια, όπλα, κοσμήματα και νομίσματα (π.χ. τοποθετούσαν ένα κέρμα στο στόμα του νεκρού προκειμένου να εξασφαλίσουν την είσοδο του νεκρού τον Άδη;). Τα κτερίσματα επίσης είχαν άμεση σχέση με το επάγγελμα και με την ηλικία του νεκρού. Για παράδειγμα τα όπλα εντοπίζονται σε τάφους ανδρών, τα κάτοπτρα σε τάφους γυναικών και τα παιχνίδια σε τάφους παιδιών.

Η καινοτομία της εποχής αφορά στην περιβολή του νεκρού. Χρυσά στεφάνια έχουν εντοπιστεί και στις δύο πρακτικές ταφής (ενταφιασμό και καύση) ήδη από τον 4ο αι. π.Χ. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν αποκαλυφθεί εγχάρακτες πλάκες με αναθηματικά κείμενα (καταδεσμοί) ή με Ορφικούς ύμνους και Πυθαγόρειες συμβουλές προς τον νεκρό.

Νομοθεσία
Το εθιμοτυπικό της τελετής σχετίζεται με το κόστος ταφής και τη διάρκεια του πένθους. Κατά τα τέλη του 4ου αιώνα, στην Αττική, ο Δημήτριος ο Φαληρέας με διάταγμα απαγορεύει την ανέγερση πολυτελών ταφικών μνημείων και έτσι στο εξής οι επιτύμβιες στήλες με τον εξεζητημένο διάκοσμο θα δώσουν τη θέση τους σε ταπεινούς ταφικούς κιονίσκους που φέρουν απλά το όνομα και την καταγωγή του νεκρού. Η εκφορά δεν επιτρέπεται κατά τις πρωινές ώρες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την Ελληνιστική Περίοδο αυτοί οι περιορισμοί φαίνεται ότι είχαν τοπικό χαρακτήρα και δεν ίσχυαν για όλες ανεξαιρέτως τις περιοχές του Ελληνιστικού κόσμου.

Ένας άλλος νόμος του 3ου αι. π.Χ., που προέρχεται από το Γάμβριο (κοντά στην Πέργαμο), καθορίζει τα σχετικά με τα έθιμα που ακολουθούν την ταφή και με την περίοδο πένθους, όπως επίσης και το κατάλληλο χρώμα ενδυμάτων των πενθούντων.

Νεκροταφεία
Κατά την Ελληνιστική Περίοδο τα νεκροταφεία βρίσκονταν εκτός των ορίων της πόλης (σπάνια εντοπίζονται πλησίον αυτής). Οι τάφοι οργανώνονται σε ομάδες και εξαντλούν το διαθέσιμο χώρο ταφής ενώ ο προσανατολισμός εξαρτάται κυρίως από την γεωμορφολογία του εδάφους.

Στο νεκροταφείο του Κεραμεικού, στην Αθήνα, σε μια προσπάθεια αποφυγής διατάραξης των πρωιμότερων ταφών, αρμόδιοι προχώρησαν στην επικάλυψή τους με χώμα προκειμένου ο χώρος να επαναχρησιμοποιηθεί για τον ίδιο σκοπό. Στην Αλεξάνδρεια τα νεκροταφεία είχαν τη μορφή των νεκροπόλεων, με σαφή διαχωρισμό στο εσωτερικό τους (π.χ. «Οργανωμένη Πόλη των Νεκρών» – οι Αιγύπτιοι ενταφιάζονταν σε διαφορετικό σημείο από τους μη – Αιγύπτιους).

Τάφοι
Η πρακτική ταφής κατά την Ελληνιστική Περίοδο προσομοιάζει με εκείνη της Κλασικής Περιόδου. Ο πιο απλός τύπος τάφου ήταν ο λακκοειδής. Πρόκειται για απλό λάκκο στο έδαφος, ο οποίος καλυπτόταν από χώμα ή από πλάκες. Ένας τάφος αντιστοιχούσε συνήθως σε ένα άτομο και τα κτερίσματα, αν υπήρχαν, τοποθετούνταν εσωτερικά ή εξωτερικά.

Οι τύπος του κεραμοσκεπούς τάφου ήταν αρκετά διαδεδοένος. Το σώμα αφήνονταν είτε απευθείας στο έδαφος είτε σε στρώμα από κεραμίδες, οι οποίες το προστάτευαν. Συχνά με κεραμίδες επένδυαν και τα τοιχώματα του τάφου. Η βασική διαφορά στην πρακτική ταφής ανάμεσα στην Κλασική και Ελληνιστική Περίοδο είναι ότι κατά την πρώτη επιλέγονταν επίπεδες κεραμίδες ενώ κατά δεύτερη κυκλικές.

Ο τύπος του θαλαμοειδούς τάφου ήταν επίσης διαδεδομένος αυτή την περίοδο στην Ελλάδα και κατ΄ επέκταση και στην Κρήτη. Ήταν είτε λαξευτοί είτε χτιστοί. Είχαν ένα ή περισσότερους ορθογώνιους θαλάμους. Κατά την Πρώιμη Ελληνιστική Περίοδο loculi ( = ορθογώνιες κόγχες για σαρκοφάγους ή για τεφροδόχους) λαξεύονταν κατά μήκος των πλευρών του ταφικού θαλάμου.

Ο τύπος του μνημειακού τάφου χρησιμοποιούνταν σε περιπτώσεις πολλαπλών ταφών. Ορισμένοι είχαν τη μορφή του θαλαμοειδούς τάφου, λαξευμένου ή χτιστού (ή συνδυασμό των δύο, ανάλογα με την γεωμορφολογία του εδάφους). Ήταν υπόγειοι ή υπέργειοι και σε μερικές περιπτώσεις (π.χ. οι Μακεδονικοί τάφοι) οι θάλαμοι καλύπτονταν με τύμβους (tumuli). Έπιπλα, όπως ταφικές κλίνες και πιο σπάνια θρόνοι εντοπίζονται στο εσωτερικό των θαλάμων.

Ο αποκαλούμενος τύπος hypogeum ήταν μια διαφορετική απόδοση του μνημειώδους θαλαμοειδούς τάφου. Ήταν υπόγειος τάφος με πολλαπλούς θαλάμους οργανωμένους κατά μήκος του διαδρόμου. Μπορούσε να έχει πιο πολύπλοκη κάτοψη καθώς περισσότεροι από ένας διάδρομοι μπορούσαν να κατασκευαστούν. Στα Χανιά της Κρήτης έχει αποκαλυφθεί ο απλούστερος τύπος hypogeum. Έχει ένα κεντρικό διάδρομο. Κατά μήκος των δύο πλευρών του έχουν λαξευτεί ορθογώνιοι θάλαμοι. Ο κάθε θάλαμος είναι σφραγισμένος με μια πλάκα. Ο διάδρομος αυτός ήταν προσιτός από ένα μακρύ δρόμο.

Ο τύπος του μνημειακού τάφου έχει εντοπιστεί σε νεκροπόλεις οι οποίες βρίσκονται εκτός οικισμών (π.χ. Πέτρα, Κυρήνη κλπ). Βρίσκεται επίσης σε σύνολα τα οποία καταλαμβάνουν μια ολόκληρη έκταση (π.χ. Μακεδονία). Προφανώς κατασκευάστηκαν ως οικογενειακοί τάφοι αν και ορισμένοι από αυτούς χρησιμοποιήθηκαν ως κοινοτικοί. Για παράδειγμα στα νεκροταφεία της Αλεξάνδρειας, κατά τα μέσα του 3ου αι. π.Χ. πολλοί τάφοι οργανώθηκαν για να δεχτούν τα μέλη συντεχνιών, θρησκευτικών οργανώσεων και άλλων ομοειδών κοινωνικών ομάδων.

Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία ως προς τον τρόπο κατασκευής μνημειωδών τάφων της Ελληνιστικής Περιόδου γεγονός που καθιστά δύσκολη την την τυποποίησή τους. Μπορούσαν να έχουν τη μορφή ενός βωμού, μιας στήλης, ενός πύργου, ενός κύβου, ενός κυλίνδρου, μιας πυραμίδας, μιας σαρκοφάγου, ενός προστώου ή ενός πιο σύνθετου οικοδομήματος, το οποίοι απαρτίζεται από περισσότερα μέρη π.χ. οικίες, προαύλιο ή ναό.

Ο τύπος του Μακεδονικού Τάφου είναι ο πιο χαρακτηριστικός τύπος Ελληνιστικού μνημειώδους τάφου στην Ελλάδα. Αποτελείται από ένα ορθογώνιο ταφικό δωμάτιο, με μια ή δύο κλίνες στο εσωτερικό του. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν κόγχες στους τοίχους για τα ανθρώπινα λείψανα και τα κτερίσματα. Πίσω από την είσοδο υπάρχει ένα χαμηλό δωμάτιο με είσοδο. Η οροφή είναι κυρίως θολωτή. Δρόμος (=διάδρομος) οδηγεί σε αυτόν. Στους μεγαλύτερους τάφους η είσοδος ήταν διακοσμημένη. Οι τάφοι είναι κατασκευασμένοι από τοπικό ασβεστόλιθο και οι τοίχοι επενδυμένοι με στούκο ορισμένες φορές επίσης διακοσμημένο. Όλη η κατασκευή καλύπτεται με τύμβο (tumulus).

Ο χαρακτηρισμός «Μαυσωλείο» προέρχεται από το μνημειώδη τάφο του Μαύσωλου, δυνάστη της Καρίας, στην Αλικαρνασσό. Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε αργότερα για να υποδηλώσει τάφους που είχαν παρόμοια τυπολογία και εξαιρετική διακόσμηση. Αυτού του είδους τα μνημεία, ιδιαίτερα δημοφιλή στη Μ. Ασία, αποτελούνται από ένα πόδιο με υψηλή κατασκευή στο ανώτερο επίπεδο (συχνά είχε τη μορφή πυραμίδας ή σαρκοφάγου).

Ο τύπος του «ηρώου» είναι ταφικό μνημείο (ποικίλης τεχνοτροπίας) στο οποίο αποδίδονταν η λατρεία του ήρωα. Ήταν συνδυασμός ενός τάφου και ενός ναού. Συχνά υπήρχε βωμός στην εγγύς περιοχή. Φαίνεται ότι κατά την Ελληνιστική Περίοδο διαφοροποιήθηκε η αντίληψη γύρω από το πρόσωπο του νεκρού και την έννοια της αθανασίας με αποτέλεσμα ορισμένες προσωπικότητες να λατρεύονται ως θεότητες ή ως ήρωες. Μετά από την Εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου η λατρεία ηρώων γνώρισε ιδιαίτερη έξαρση στις τοπικές κοινωνίες. Συχνά προς τιμήν τους κατασκευάζονταν εντυπωσιακά οικοδομήματα. Βασικό χαρακτηριστικό τους ήταν ότι ο τάφος περικλείονταν από τέμενος, σαν ιερό. Οι πιο σύνθετες δομές, εκτός των ταφικών κτισμάτων, περιλαμβάνουν, αυτόνομες μονάδες όπως αύλιους χώρους, λουτρά, στάδια κλπ (π.χ. Ηρώο του Αντίγονου Γονατά) ομοιάζοντας σε ένα Γυμνάσιο ή σε μια Βασιλική.

Τα κενοτάφια ήταν τάφοι χωρίς λείψανα προς τιμήν εκείνων που σκοτώθηκαν μακριά από την πατρίδα τους ή προς τιμήν εκείνων των οποίων τα λείψανα δεν βρέθηκαν ποτέ. Κυρίως αφορούν προσωπικότητες του στρατού. Το εθιμοτυπικό ακολουθούσε εκείνο των πραγματικών τάφων. Η τυπολογία τους ποικίλει και μερικές φορές δεν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν από τους πραγματικούς τάφους.

Οι ομαδικές ταφές, χωρίς ιδιαίτερη τυπολογία, ήταν απλοί στην κατασκευή τους. Ωστόσο υπάρχουν παραδείγματα ταφικών συνόλων που χρονολογούνται στην Ελληνιστική Περίοδο τα οποία διακρίνονται για την ποιότητα της κατασκευής τους (π.χ. ο ομαδικός τάφος των Λεόντων στην Κνίδο).

Ταφικά Σήματα
Στην περίπτωση των «σημάτων» δεν υπήρχε διαχωρισμός ανάμεσα στον απλό ενταφιασμό και στην καύση των νεκρών. Κατασκευάζονταν από χώμα, πλίνθους ή λίθους και τοποθετούνταν στην κορυφή ή εμπρός από το μνήμα. Ο πιο συνηθισμένος τύπος σήματος ήταν η «στήλη». Ως προς το σχήμα ήταν είτε ορθογώνιες κατασκευές είτε μιμούνταν αρχιτεκτονήματα με αετωματική επίστεψη. Άλλος τύπος σήματος ήταν η «τράπεζα», η οποία είχε τη μορφή χαμηλού τραπεζίου. Σε αυτή την περίπτωση το σήμα εξυπηρετούσε και ως χώρος απόθεσης των προσφορών προς το νεκρό. Στην Ανατολική και Βόρεια Ελλάδα τέτοιου είδους βωμοί γνώριζαν ευρεία διάδοση.

Τα σήματα με μορφή αγαλματιδίων ήταν επίσης γνωστά στην Ελληνιστική Περίοδο. Αυτά μπορούσαν να αναπαριστάνουν τη μορφή του νεκρού, ενός ζώου ή ενός μυθολογικού πλάσματος. Οι μορφές των λιονταριών για παράδειγμα χρησιμοποιούνταν συχνά σε περιπτώσεις ομαδικών τάφων (π.χ. τάφος με απεικόνιση λιονταριού στην Κνίδο). Επιπλέον τύποι σημάτων έχουν το σχήμα κιόνων ή αγγείων (συνήθως υδρίες) ενώ «Ερμαί» και «Φαλλοί» εντοπίζονται σε σημαντικά ποστοστά αυτή την Περίοδο.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗΝ ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Ταφικές Πρακτικές
Έως τον 1ο αι. μ.Χ., με λίγες εξαιρέσεις, η κύρια πρακτική ταφής στη Ρώμη ήταν η καύση του σώματος. Κατά τη διάρκεια του 2ου αι. μ.Χ. διαφοροποιήθηκε ο τρόπος έκθεσης τους νεκρού σώματος. Σε περιοχές της Αυτοκρατορία όπου μέχρι τότε κυριαρχούσε το έθιμο της καύσης διαδίδεται η πρακτική του ενταφιασμού. Εξωτερικές επιρροές καλλιεργούν τη συντηρητική εφαρμογή νέων πρακτικών ταφής π.χ. της ταρίχευσης κατά την περίοδο της Ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.

Στην Ελλάδα φαίνεται ότι εφαρμόζεται τόσο η ο απλός ενταφιασμός όσο και η καύση των νεκρών, με μεγαλύτερη έμφαση στην πρακτική του ενταφιασμού. Στην Κρήτη ειδικότερα δεν υπάρχουν ενδείξεις υιοθέτησης άλλης πρακτικής εκτός εκείνης του ενταφιασμού. Ένδειξη καύσης θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αγγείο (το οποίο θα μπορούσε να είναι τεφροδόχο αγγείο), που βρέθηκε στη Γόρτυνα. Ο τάφος μάλλον ανήκει σε Ιταλό απόδημο καθώς είναι γνωστό ότι μεγάλος αριθμός Ιταλών είχαν εγκατασταθεί στη Γόρτυνα κατά τη διάρκεια του 1ου αι. π.Χ. Τα ταφικά έθιμα στην Κρήτη ακολουθούν το εθιμοτυπικό των προηγούμενων περιόδων. Παρόλα αυτά, μετά από την κατάκτηση της Κρήτης και την εγκαθίδρυση Ρωμαϊκής αποικίας στην Κνωσό (Colonia Iulia Nobilis Cnosus), σημαντικός αριθμός ταφικών πρακτικών αναπτύχθηκε στο νησί.

Η διαδικασία ταφής ενός Ρωμαίου εξαρτώνταν άμεσα από την πολιτική και κοινωνική του θέση. Για ένα κοινό πολίτη η ταφή (funus translaticum) ήταν μια απλή διαδικασία. Στενοί συγγενείς και φίλοι συγκεντρώνονταν στο σπίτι του νεκρού για να τον αποχαιρετήσουν. Η μητέρα του και ο μεγαλύτερος σε ηλικία υιός του έδιναν του έδιναν τον τελευταίο ασπασμό (σαν μια προσπάθεια να κρατηθεί στη μνήμη τους). Στη συνέχεια όλοι μαζί ξεκινούσαν το μοιρολόι. Τα μάτια του νεκρού ήταν σφαλισμένα, το σώμα πλένονταν με ζεστό νερό και μύρα, τα άκρα του σώματος τεντωμένα και ένα μικρό νόμισμα τοποθετημένο ανάμεσα στα δόντια του προκειμένου να πληρώσει για τη διέλευσή του στον Άδη. Σε περίπτωση που ο νεκρός ήταν κάτοχος αξιώματος εξασφαλίζονταν εκμαγείο των χαρακτηριστικών του Το σώμα σε αυτή την περίπτωση ντύνονταν με τήβεννο και τα διακριτικά του αξιώματος τα οποία ο νεκρός φορούσε εν ζωή και τοποθετούνται επάνω σε ένα ταφικό ανάκλιντρο στο atrium, με τα πόδια προς την πόρτα σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί στο αξίωμά τους έως την ώρα της ταφής. Το ανάκλιντρο ήταν στολισμένο με άνθη. Στην είσοδο του σπιτιού ήταν τοποθετημένα κλαδιά πεύκου ή κυπαρισσιού ως ένδειξη ότι το σπίτι ήταν μιασμένο από το θάνατο.

Οι ταφές γίνονταν το βράδυ. Τα παιδιά ηλικίας μικρότερης των 40 ημερών ενταφιάζονταν πριν από τη δύση του ηλίου. Συγγενείς ή στενοί φίλοι (4-8 άνδρες) μετέφεραν στους ώμους τους το ανάκλιντρο με τον νεκρό έως το σημείο της ταφής ή της αποτέφρωσης. Επαγγελματίες γυναίκες μοιρολογήτρες συνόδευαν την πομπή.

Σύμφωνα με το νόμο όλες οι ταφές γινόντουσαν εκτός των ορίων της πόλης. Στο σημείο της ταφής ή της αποτέφρωσης οι παριστάμενοι πετούσαν λίγο χώμα στο πρόσωπο του νεκρού. Στην περίπτωση του απλού ενταφιασμού το σώμα θάπτονταν απευθείας στο χώμα, σε πλήρη έκταση, ή μέσα σε σαρκοφάγο. Σε περίπτωση αποτέφρωσης τμήμα του σώματος, συνήθως οστό από το δάχτυλο θάβονταν στο έδαφος. Σκάπτονταν μικρός λάκκος τον οποίο γέμιζαν με υγρά ξύλα επάνω στα οποία τοποθετούσαν το σώμα. Στη συνέχεια έβαζαν φωτιά. Όταν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία της καύσης τα υπολείμματα καλύπτονταν με τύμβο (tumulus). Η καύση γινόταν είτε στο σημείο ταφής είτε σε ειδικά αφιερωμένο για αποτέφρωση χώρο. Στη δεύτερη περίπτωση ράντιζαν τα υπολείμματα της καύσης με κρασί και τα τοποθετούσαν σε τεφροδόχους ποικίλης τυπολογίας και υλικού. Την παραπάνω διαδικασία την αναλάμβαναν επαγγελματίες.

Συνηθισμένη πρακτική σε αρκετά μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν να δημιουργούν τρύπες ή αγωγούς στους τάφους προκειμένου να μπορούν οι συγγενείς να ρίχνουν φαγητό και ποτό στους νεκρούς. Την ημέρα της κηδείας οργανώνονταν νεκρόδειπνα. Παρόμοια γεύματα γίνονταν εννέα ημέρες μετά την ταφή και κατά τη διάρκεια των μνημόσυνων. Κατά την ημέρα της ταφής οργανώνονταν επίσης τελετές κάθαρσης και εξαγνισμού.

Οι «Εννέα Ημέρες Πένθους» τηρούνταν από τους συγγενείς πρώτου βαθμού. Στο τέλος αυτής της περιόδου προσφέρονταν στο νεκρό μια θυσία (sacrificium novendiale), ένα νεκρόδειπνο (cena novendiali) και οργανώνονταν παιχνίδια στο σπίτι του. Η συνολική περίοδος πένθους ποικίλει από 3 έως 10 μήνες ανάλογα με την ηλικία και το είδος της σχέσης που είχε κάποιος με τον νεκρό. Κατά τη διάρκεια του έτους τελούνταν μνημόσυνα δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα π.χ. κατά την ημερομηνία γενεθλίων του νεκρού ή κατά την επέτειο της ημέρας ταφής. Εκείνες τις ημέρες κατατίθενται άνθη και προσφορές (Violaria, Rosaria) τόσο στις περιπτώσεις ενταφιασμού όσο και στις περιπτώσεις αποτέφρωσης.

Ενταφιασμός προσωπικοτήτων
Σε περιπτώσεις στρατιωτών που έχουν σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης η τυπική διαδικασία ταφής είναι η “funus militare”, δηλαδή η μαζική ταφή η καύση των σωμάτων. Τα έξοδα αναλάμβαναν οι σύντροφοι τους. Σε περιπτώσεις επιφανών πολιτών οργανώνονταν ταφή δημοσία δαπάνη “funus publicus”. Το νεκρό σώμα εκτίθονταν με τιμές και διαβάζονταν ένας πανηγυρικός. Το κόστος της ταφής καλύπτοτναν από το κράτος. Για τους αυτοκράτορες και τα μέλη της οικογένειάς τους οργανώνονταν κηδεία με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπειας“funus imperatorum».

Κτερίσματα
Τα κτερίσματα που αποκαλύφτηκαν σε τάφους της Ρωμαϊκής Περιόδου ήταν κοσμήματα, μέρος στρατιωτικού εξοπλισμού, είδη καλλωπισμού, αγγεία πόσεως και τροφής, λυχνάρια, μαγειρικά σκεύη, ζάρια, παιχνίδια, ειδώλια κλπ. Θα μπορούσαν να διακριθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: στα προσωπικά αντικείμενα του νεκρού και στα αντικείμενα που κατασκευάστηκαν αποκλειστικά για την ταφή.

Ο χαρακτήρας τους εξαρτάται συχνά από τις ειδικές ικανότητες που είχε ο νεκρός εν ζωή (π.χ. επάγγελμα), την ηλικία,το φύλο, την κοινωνική θέση και οικονομική άνεσή του. Τέλος, εντοπίζονται κατάλοιπα τροφής την οποία εισήγαγαν στο μνήμα μέσα από τρύπες που είχαν ανοιχθεί επι τούτου στο έδαφος ή μέσα από αγωγούς. Τα κτερίσματα τοποθετούνταν σε αβαθή αυλάκια στο έδαφος ή σε κόγχες στους τοίχους των θαλαμοειδών τάφων. Στόχος τους ήταν τόσο να τιμήσουν το νεκρό όσο και να τον εξυπηρετήσουν στη μεταθανάτια ζωή του.

Νομοθεσία
Το εθιμοτυπικό αναφορικά με τις ιδιωτικές ταφές εξαρτάται άμεσα από το χαμηλό κόστος που οι συγγενείς υποχρεούνταν να πληρώσουν. Ο κανονισμός καθορίζονταν στον «Δωδεκάδελτο» νόμο όπου μεταξύ των άλλων αναγραφόταν ότι οι ταφές θα έπρεπε να γίνονται εκτός των ορίων της πόλης.

Νεκροταφεία
Ο Ρωμαϊκός Νόμος καθόριζε αυστηρά ότι τα νεκροταφεία θα πρέπει να βρίσκονται εκτός των ορίων της πόλης. Συνήθως οργανώνονταν κατά μήκος τους δρόμου που οδηγούσε στην έξοδο της πόλης, στην ύπαιθρο. Εκεί διαρθρώνονταν σειρές πανομοιότυπων τάφων. Δεν υπήρχε σταθερός αριθμός μνημάτων σε κάθε σειρά γεγονός που δείχνει την αδυναμία του κράτους να διαχειριστεί τον ίδιο το χώρο του νεκροταφείου αλλά και να ελέγξει την επέκτασή του.

Στις βόρειες και δυτικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα στη Βρετανία και στη Γαλατία εντοπίζονται κοιμητήρια περιφραγμένα, χωρίς στέγη, διαφορετικού τύπου και χαρακτήρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτά τα ταφικά περιφράγματα χρησιμοποιούνται σαν Μαυσωλεία ή για τα μέλη μιας οικογένειας ή για ομαδικούς τάφους.

Μια ειδική κατηγορία νεκροταφείων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από τις Χριστιανικές και Εβραϊκές κοινότητες στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ήταν οι κατακόμβες (2ος-4ος αι. μ.Χ.). Ήταν υπόγεια νεκροταφεία, με μακριούς διατεμνόμενους διαδρόμους, σκαμμένα σε ηφαιστειακό πέτρωμα. Κατά μήκος των θαλάμων (cubicula) οικογενειακοί τάφοι λαξεύονταν στο μαλακό πέτρωμα ενώ κατά μήκος των διαδρόμων αναπτύσσονταν οριζόντια διαζώματα τάφων, από το έδαφος έως την οροφή. Ήταν ορθογώνιες κόγχες (loculi) στις οποίες χωρούσε μόνο ένα άτομο ή πολύ μεγαλύτερες κόγχες με αψίδα (arcosolia) στις οποίες χωρούσαν σαρκοφάγοι. Τάφοι ανασκάπτονταν και στα δάπεδα των διαδρόμων ή των θαλάμων. Οι τάφοι των μαρτύρων βρίσκονταν συνήθως σε μεγαλύτερα δωμάτια, τις κρύπτες, οι οποίες ήταν μέρος μικρών υπόγειων εκκλησιών. Η επιθυμία ταφής κοντά στον τάφο ενός μάρτυρα ή ενός ιερού αποδεικνύεται από το μεγάλο αριθμό των ταφών που βρίσκονται στον περίγυρό τους. Στους τάφους απεικονίζονταν συμβολικές παραστάσεις ενώ σύντομες επιγραφές δίνουν πληροφορίες για την ταυτότητα του νεκρού. Η πρόσβαση στις κατακόμβες γινόταν από σκαλοπάτια. Προκειμένου της ανανέωσης του αέρα υπήρχαν ανοίγματα (luminaria).

Περισσότερες από 60 κατακόμβες βρέθηκαν στη Ρώμη. Πολλά παραδείγματα υπάρχουν και από άλλα μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Κεντρική Ιταλία, Νάπολη, Σικελία, Μάλτα, Σαρδηνία, Βόρεια Αφρική κα.). Στην Ελλάδα το καλύτερο παράδειγμα προέρχεται από τη Μήλο όπου οι κατακόβμες αποτελούνται από τρεις κύριους διατεμνόμενους διαδρόμους με arcosolia. Οι ταφές χρονολογούνται ανάμεσα στο τέλος του 2ου αι. έως τον 5ο αι. μ.Χ. (Fig. 10-11)

Οι τάφοι, είτε προορίζονταν για τα οστά του νεκρού είτε για τα υπολείμματα της καύσης είτε και για τα δύο, διέφεραν πολύ ως προς τον τρόπο κατασκευής τους. Ο πιο απλός τύπος τάφου ήταν ο λακκοειδής. Πρόκειται για απλό λάκκο στο έδαφος, ο οποίος καλύπτονταν από χώμα ή από πλάκες. Ένας τάφος αντιστοιχούσε συνήθως σε ένα άτομο και τα κτερίσματα, αν υπήρχαν, τοποθετούνταν στο εσωτερικά ή εξωτερικά.

Οι τύπος του κεραμοσκεπούς τάφου ήταν αρκετά διαδεδοένος. Το σώμα αφήνονταν είτε απευθείας στο έδαφος είτε σε στρώμα από κεραμίδες, οι οποίες το προστάτευαν. Συχνά με κεραμίδες επένδυαν και τα τοιχώματα του τάφου.

Οι λακκοειδείς και οι κεραμοσκεπείς τάφοι, χωρίς ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους, είναι διαδεδομένοι στην Ελλάδα και κατ΄ επέκταση στην Κρήτη.

Ο τύπος του θαλαμοειδούς τάφου ήταν επίσης διαδεδομένος αυτή την περίοδο στην Ελλάδα και κατ΄ επέκταση και στην Κρήτη. Ήταν είτε λαξευτοί είτε χτιστοί. Είχαν ένα ή περισσότερους ορθογώνιους θαλάμους. Συνήθως είχαν κόγχες (loculi) και μικρότερου ή μεγαλύτερου μεγέθους arcosolia, στα οποία τοποθετούνταν οι σαρκοφάγοι ή τα τεφροδόχα αγγεία. Στην Κρήτη τρεις περιπτώσεις λαξευμένων θαλαμοειδών τάφων έχουν αποκαλυφθεί, όλοι με arcosolia και σε μερικές περιπτώσεις με loculi. Ο κύριος τύπος αποτελείται από ένα ορθογώνιο θάλαμο, έπεται ο τύπος με ένα βοηθητικό δωμάτιο και ο τύπος με τα δύο βοηθητικά δωμάτια. Αυτού του είδους οι τάφοι δεν φαίνεται να χρησιμοποιούνται με την εγκαθίδρυση του χριστιανισμού, τον 4ο αι. π.Χ.

Ο αποκαλούμενος τύπος hypogeum ήταν μια διαφορετική απόδοση του μνημειώδους θαλαμοειδούς τάφου. Ήταν υπόγειος τάφος με πολλαπλούς θαλάμους οργανωμένους κατά μήκος του διαδρόμου. Μπορούσε να έχει πιο πολύπλοκη κάτοψη καθώς περισσότεροι από ένας διάδρομοι μπορούσαν να κατασκευαστούν. Η πιο σύνθετη και εντυπωσιακή μορφή Hypogeum είναι του Aurelii στη Ρωμη.

Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία ως προς τον τρόπο κατασκευής μνημειωδών τάφων της Ρωμαϊκή Περιόδου γεγονός που κάνει δύσκολη την τυποποίησή τους. Για παράδειγμα μπορούσαν να έχουν τη μορφή αψίδα, κίονα, πύργου, πυραμίδας, οβελίσκου, προστώου, ή πιο συχνά οικίας ή ναού. Στην Κρήτη παραδείγματα υπέργειων θολωτών τάφων έχουν αποκαλυφθεί στις νότιες ακτές. Είναι κατασκευασμένοι από ακατέργαστους λίθους, έχουν στενή είσοδο και αρκοσόλια σε τρεις πλευρές τοίχων. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι βρίσκονται επάνω σε εξέδρα. Παρόμοιοι τάφοι έχουν αποκαλυφθεί στη Σικελία στο Amerium.

Ο χαρακτηρισμός «Μαυσωλείο» προέρχεται από το μνημειώδη τάφο του Μαύσωλου, δυνάστη της Καρίας, στην Αλικαρνασσό. Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε αργότερα για να υποδηλώσει τάφους που είχαν παρόμοια τυπολογία και εξαιρετική διακόσμηση. Αυτού του είδους τα μνημεία αποτελούνται από ένα πόδιο με υψηλή κατασκευή στο ανώτερο επίπεδο. Κατά τη διάρκεια τη Ρωμαϊκής Περιόδου διακρίνονται διαφορετικοί τύποι Μαυσωλείων: μεταξύ αυτών οι πιο διαδεδομένοι τύποι ήταν εκείνοι με τους ορθογώνιους και τους κυκλικούς πύργους (π.χ. το Μαυσωλείο του Αυγούστου), παραδείγματα τα οποία υπάρχουν και στην Ελλάδα (π.χ. Μαυσωλείο του Γαλέριου στη Θεσσαλονίκη). Στην Κρήτη υπάρχουν Μαυσωλεία του τύπου με το ορθογώνιο κτίσμα. Φαίνεται ότι είναι αρκετά διαδεδομένος. Αρκετά παραδείγματα προέρχονται από την περιοχή της Κνωσού (4ος-5ος αι. μ.Χ.).

Ο τύπος του «ηρώου» είναι ταφικό μνημείο (ποικίλης τεχνοτροπίας) στο οποίο αποδίδονταν η λατρεία του ήρωα. Ήταν συνδυασμός ενός τάφου και ενός ναού. Συχνά υπήρχε βωμός στην εγγύς περιοχή. Αυτή την περίοδο, ορισμένοι τάφοι τύπου ιερού ήταν ένα είδος ηρώου.

Στην Κρήτη, τα ηρώα, τόσο της Ελληνιστικής όσο και της Ρωμαϊκής Περιόδου προέρχονται από την περιοχή της Κνωσού.

Τα κενοτάφια ήταν τάφοι χωρίς λείψανα προς τιμήν εκείνων που σκοτώθηκαν μακριά από την πατρίδα τους ή προς τιμήν εκείνων των οποίων τα λείψανα δεν βρέθηκαν ποτέ. Κυρίως αφορούν σε προσωπικότητες του στρατού. Το εθιμοτυπικό ακολουθούσε εκείνο των πραγματικών τάφων. Η τυπολογία τους ποικίλει και μερικές φορές δεν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν από τους πραγματικούς τάφους.

Τα Columbaria ήταν μεγάλοι τάφοι στους οποίους συγκεντρώνονταν μεγάλος αριθμός τεφροδόχων αγγείων. Συνήθως ήταν υπόγειες κατασκευές, ορθογώνιες, με μεγάλο αριθμό κογχών (columbaria) οργανωμένες σε ευθείες οριζόντιες (gradus) και κάθετες (ordines) γραμμές. Στα μεγάλου μεγέθους columbaria προγραμματιζόταν η φύλαξη περίπου 100 τεφροδόχων. Γύρω από τους τοίχους, στο ύψος του ποδίου (podium) υπήρχαν σαρκοφάγοι με υπολείμματα ενταφιασμού ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ανασκάφηκαν θάλαμοι οι οποίοι εξυπηρετούσαν τις ίδιες ανάγκες. Στο πόδιο υπήρχαν επίσης κόγχες σε μια προσπάθεια εξοικονόμησης χώρου. Σε περίπτωση που το κτίσμα ήταν αρκετά υψηλό κατασκευάζονταν διάδρομοι από ξύλο γύρω από τους τοίχους. Πρόσβαση στο θάλαμο γίνονταν με μια σκάλα στην οποία επίσης διαμορφώνονταν κόγχες. Το φως διαχέονταν μέσα από μικρά ανοίγματα που βρίσκονταν κοντά στην οροφή. Οι τοίχοι και τα δάπεδα ήταν όμορφα διευθετημένα και διακοσμημένα.

Οι κόγχες ήταν μερικές φορές ορθογώνιου αλλά πιο συχνά ημισφαιρικού σχήματος. Σε ορισμένα columbaria οι πιο χαμηλές σειρές είναι ορθογώνιες, εκείνες που βρίσκονται κάτω από τις αψίδες. Συνήθως περιέχουν δύο τεφροδόχους (ollae, ollae ossuariae) μια στην κάθε πλευρά, ώστε να είναι ορατές από εμπρός. Ορισμένες φορές οι κόγχες είχαν αρκετό βάθος ώστε να δεχθούν από δύο τεφροδόχους σε κάθε πλευρά. Εκείνες που βρίσκονταν στο πίσω μέρος ήταν σε υπερυψωμένο επίπεδο. Πάνω ή κάτω από την κόγχη υπήρχε τμήμα μαρμάρου (titulus) στο οποίο χαράσσονταν το όνομα του ιδιοκτήτη. Σε περίπτωση που τα μέλη μιας οικογένειας «καταλάμβαναν» τέσσερις ή έξι κόγχες συνήθιζαν να τις διαφοροποιούν με τοιχογραφίες. Συνήθης πρακτική ήταν η ανέγερση κιόνων ώστε να δίδεται η εντύπωση ενός ναού. Τέτοιου είδους σύνολα ονομάζονταν aediculae. Η αξία του μνήματος σχετίζονταν με τη θέση στην οποία αυτό βρίσκονταν. Οι τάφοι στα υψηλότερα σημεία (gradus) ήταν κόστιζαν λιγότερο από εκείνους που βρίσκονταν στο έδαφος. Ιδιαίτερη προτίμηση γνώριζαν εκείνοι που βρίσκονταν κάτω από σκάλες.

Οι τεφροδόχες ήταν από διαφορετικά υλικά και συνήθως στερεώνονταν στη βάση της κόγχης. Το πώμα μπορούσε να απομακρυνθεί και αυτές να σφραγιστούν αμέσως μετά την τοποθέτηση της στάχτης μέσα σε αυτές. Μικρά ανοίγματα παρέμεναν προκειμένου να μπορούν οι συγγενείς να ρίχνουν στο εσωτερικό γάλα και κρασί. Στο πώμα ή επάνω στις τεφροδόχες χαράσσονταν το όνομα του νεκρού, η ημέρα και ο μήνας του θανάτου. Το έτος συναντάται σπάνια. Στην πόρτα του columbarium υπήρχαν τα ονόματα των ιδιοκτητών, το έτος κατασκευής και άλλες λεπτομέρειες.

Αυτού του είδους τα ταφικά μνημεία κατασκευάστηκαν στην εποχή του Αυγούστου, λόγω του μεγάλου κόστους της γης. Στην πλειονότητά τους ανήκουν σε οικονομικά ασθενείς κοινωνικές ομάδες ή σε μέλη ομάδων που επιθυμούν να μειώσουν το κόστος ταφής τους.

Κήποι
Ταφικά σύνολα, κήποι, (cepotafia) αναφέρονται για πρώτη φορά στις επαρχίες της Ανατολής. Από τον 2ο αι. και εξής γνωρίζουν ευρεία διάδοση στην Αυτοκρατορία. Περιβάλλονταν από τείχους, είχαν μεγάλη ποικιλία φυτών στο εσωτερικό τους, ήταν εξοπλισμένοι με κτίσματα και διαμερίσματα κατάλληλα για δείπνα προς τιμήν του νεκρού.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΩΣ ΤΑ ΝΕΩΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ο λαός ως προς τα ταφικά έθιμα φαίνεται συντηρητικός, αντιμετωπίζει το θάνατο και την ταφή των προγόνων του με προσήλωση και εμμονή στις παραδόσεις, τις δοξασίες και τις συνήθειες, που αυτοί του κληροδότησαν. Έτσι, πολλά σημερινά έθιμα ανάγονται στην αρχαιότητα, στα ομηρικά χρόνια. Όμως, δεν είναι λίγες οι αλλαγές που συντελέστηκαν στο μεταχριστιανικό κόσμο. Ο θάνατος και η ταφή του Χριστού, η ίδρυση της Εκκλησίας, οι τάφοι των μαρτύρων του χριστιανισμού και η πίστη στην ανάσταση των νεκρών αναδιαμόρφωσαν το εθιμοτυπικό και τις ταφές από τους χρόνους του Βυζαντίου μέχρι και τα νεώτερα χρόνια.

Ταφικές πρακτικές

Ο θάνατος

Όταν ο νεκρός αισθανόταν το θάνατο να πλησιάζει φρόντιζε για τη διαθήκη του, στην οποία επισήμανε ότι την υπογράφει με σώας τα φρένας. Στη συνέχεια ερχόταν ιερέας, σαν προάγγελος του θανάτου, να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τον μελλοθάνατο. Ταυτόχρονα οι συγγενείς και προσφιλείς μαζεύονταν να χαιρετήσουν τον άνθρωπό τους. Την οριακή αυτή κατάσταση που βρισκόταν ο άνθρωπος την ώρα που πέθαινε, περιέγραφαν με ποικίλες εκφράσεις, που σώζουν οι πηγές και φαίνεται να έχουν συνέχεια από τα ομηρικά χρόνια μέχρι σήμερα.

Επερχομένου του θανάτου, οι συγγενείς έκλειναν τα μάτια και το στόμα του νεκρού, ακολουθούσε το λουτρό, το οποίο στους ιερωμένους γίνονταν με σταυρικές κινήσεις, ενώ στη συνέχεια, σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση που υιοθετήθηκε, άλειφαν το σώμα με μύρα.

Οι συγγενείς και φίλοι επισκέπτονταν το νεκρό προκειμένου να τον χαιρετήσουν, την ώρα της πρόθεσης, σύμφωνα με πολλές πηγές.

Ο θρήνος
Μετά το στολισμό του νεκρού, οι παρευρισκόμενοι θρηνούσαν, οι γυναίκες αποκάλυπταν το κεφάλι και τράβαγαν τα μαλλιά τους, τα ρούχα τους και μέλη του σώματός τους. Κάποιες φορές και οι άνδρες εξέφραζαν τον πόνο τους με τις ίδιες έντονες κινήσεις, ενώ δεν έλειπαν οι περιπτώσεις που θρηνούντες χτυπιούνταν μέχρι θανάτου. Παρ΄όλες τις προσπάθειες των φρονιμότερων αποτροπής των παραπάνω εκδηλώσεων ως μη χριστιανικών, σε συνέχεια των αρχαίων και εβραϊκών εθίμων, αυτές επιβίωσαν μέχρι και τη νεώτερη Ελλάδα.

Τον νεκρό, επίσης, θρηνούσαν με τα μοιρολόγια, άσματα εγκωμιαστικά και πένθιμα, το περιεχόμενο των οποίων για τα βυζαντινά χρόνια λαμβάνουμε από μεταφορές τους μέσα σε βυζαντινά μυθιστορήματα. Οι στίχοι μίλαγαν για τη χαμένη νεότητα των νεαρών νεκρών, εκφράζανε το παράπονο της χηρείας στο σύζυγο που έφυγε, ζητούσαν τελευταίες συμβουλές από το νεκρό γονέα. Υπήρχαν μάλιστα και επαγγελματίες μοιρολογίστρες που καλούνταν για το θρήνο.

Ο νεκρός φυλασσόταν από τους προσφιλείς τους μια νύχτα πριν ταφεί, τελετή υποχρεωτική στη λαϊκή σκέψη, η οποία διατηρείται ακόμα στην ελληνική ύπαιθρο.

Η εκφορά του νεκρού και η πομπή
Μετά το θρήνο άρχιζε η κηδεία ή εξόδιον, τελετουργία που δεν ήταν χρονικά προκαθορισμένη, αν και το μεσογειακό κλίμα δεν επέτρεπε την καθυστέρηση της ταφής. Τοποθετούσαν το νεκρό σε φέρετρο, με το πρόσωπο ακάλυπτο, σύμφωνα με το αρχαίο τυπικό, και κατά τη νεκρική πομπή οι συγγενείς ή φίλοι του νεκρού ή ακόμα και επαγγελματίες νεκροφόροι κουβαλούσαν τη σορό στους ώμους. Τα φέρετρα έμοιαζαν με κρεβάτια, κατασκευάζονταν από απλό ξύλο ενώ των πλουσιότερων, από ξύλο κέδρου ή κυπαρισσιού ή ακόμα από ασήμι ή χρυσό. Τα απλούστερα φέρετρα, από τη βυζαντινή εποχή μέχρι και τον 20ο αιώνα ήταν κτήμα των εκκλησιών και ενοικιάζονταν στις κηδείες.

Στην κηδεία μετείχαν όλοι οι συγγενείς και φίλοι, οι δούλοι και όσοι είχαν ευεργετηθεί από το νεκρό. Αν ήταν παραγγελία του νεκρού ή υπόσχεση των κληρονόμων του, οι δούλοι που ακολουθούσαν στην κηδεία ελεθευρώνονταν και ήταν νομικά κατοχυρωμένοι σε αυτό. Εάν ο εκλειπών ήταν μέλος συντεχνίας όλοι οι συνάδελφοί του ήταν υποχρεωμένοι να παραβρεθούν στην κηδεία. Την εξόδιον των δημοσίων προσώπων παρακολουθούσαν όλοι οι πολίτες, ενώ των ευγενών παραβρίσκονταν ακόμα και τα άλογα τους.

Στην πομπή προηγούνταν οι ιερείς που έψαλλαν κρατώντας κεριά και θυμιάματα, ακολουθούσε το σκήνωμα και έπονταν οι λαϊκοί με λαμπάδες στα χέρια. Ταυτόχρονα, καθ΄ όλη τη διάρκεια, χτυπούσαν οι καμπάνες. Ακόμα, μετείχαν και οι μοιρολογίστρες που συνέχιζαν το θρήνο, έθιμο αρχαίο ελληνικό και ιουδαϊκό που διατηρήθηκε στη βυζαντινή και οθωμανική εποχή, στα χρόνια της βενετοκρατίας και μέχρι σήμερα. Δεν έλειπαν, στην νεκρική πομπή, επεισόδια για πιθανές οικονομικές οφειλές του νεκρού, για τα οποία ο νόμος προέβλεπε ποινές. Άλλωστε οι πενθούντες ήταν γενικώς προστατευμένοι από το νόμο, προκειμένου να μένουν ανενόχλητοι.

Η νεκρώσιμος ακολουθία και η ταφή
Με την άφιξη στο ναό, η κλίνη τοποθετούνταν σε βάθρο μπροστά στη τράπεζα εάν ο νεκρός ήταν ιερωμένος, στο νάρθηκα εάν ήταν λαϊκός και πάντως με το κεφάλι του στην ανατολή. Η θέση της κεφαλής του νεκρού προς ανατολάς, που συνηθίζεται στο χριστιανικό κόσμο και στην προσευχή ήταν άγνωστη στα αρχαία χρόνια και πιστεύεται ότι κληρονομήθηκε από τους ινδούς στα ελληνιστικά χρόνια. Στον 15ο αιώνα όλοι τοποθετούνταν πλέον στον κυρίως ναό. Ακολουθούσε η νεκρώσιμος ακολουθία, η οποία είναι διαφέρει εάν πρόκειται για λαϊκούς, ιερείς, μοναχούς ή νήπια.

Τη θρησκευτική τέλεση της κηδείας, αλλά όχι την ταφή αρνούταν η εκκλησία στους αλλόθρησκους, στους αιρετικούς και στους σχισματικούς, στα αβάπτιστα αποθανόντα παιδιά, στους αμετανόητους αφορισθέντες και στους αυτόχειρες που δεν έπασχαν από ψυχικό νόσημα.

Μετά την ακολουθία η πομπή συνόδευε το φέρετρο στον τάφο, όπου κάποιος προσφιλής του νεκρού, όπως και στην αρχαία ελληνική και ιουδαϊκή παράδοση, εκφωνούσε επιτάφιο λόγο, βιογραφικό και εγκωμιαστικό του νεκρού, παρηγορητικό για τους δικούς του. Κατόπι, έβαζαν το φέρετρο στον τάφο και ο ιερέας περιέχυνε το σώμα του με λάδι και έριχναν ένα πήλινο τεμάχιο που έφερε χαραγμένο σταυρό, συνήθεια που συνεχίστηκε μέχρι πρόσφατα.

Από τα βυζαντινά χρόνια, άρχισαν να θάβουν την ημέρα τους νεκρούς τους, αφού οι πατέρες της εκκλησίας πολέμησαν την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων και των Ιουδαίων που θεωρούσαν τους νεκρούς πηγή μόλυνσης και για αυτό τους έθαβαν νύχτα. Η αντίληψη αυτή διατηρήθηκε όμως μέσα στους αιώνες και μέχρι πρόσφατα και η κάθαρση μετά από ταφή ήταν απαραίτητη και η συνάντηση κηδείας θεωρούταν κακός οιωνός. Θεμιτή ήταν πάντως η ταφή στην πατρική γη του εκλιπόντα ή η εκ των υστέρων μετακομιδή των λειψάνων του στην πατρίδα του.

Πένθος
Το βαρύ πένθος για τους Βυζαντινούς κρατούσε δια νόμου και συνέχεια της ρωμαϊκής παράδοσης εννέα ημέρες, ενώ η χήρα όφειλε να πενθήσει για ένα χρόνο. Ένδειξη πένθους αποτελούσε το κόψιμο των μαλλιών και τα μαύρα ρούχα, αρχαίες συνήθειες που συνεχίστηκαν στους χρόνους του Βυζαντίου, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και τους νεώτερους χρόνους. Επιπλέον, το πένθος γινόταν φανερό από τη μερική ασιτία, το μη καλλωπισμό, αλλά και την αποχή από τα λουτρά. Αναμενόμενη στις γυναίκες που είχαν πένθος ήταν μείωση των κοινωνικών επαφών, ιδίως για τις χήρες.

Μνημόσυνα
Τη βυζαντινή και οθωμανική εποχή οι μνημόσυνες ακολουθίες για το νεκρό γίνονταν, όπως ακόμα και σήμερα, την τρίτη, την ένατη και την τεσσαρακοστή ημέρα από το θάνατό του, καθώς και μετά από ένα χρόνο, χρονικά διαστήματα με θεολογικούς συμβολισμούς. Στα μνημόσυνα οι συγγενείς έφερναν στο ναό και κατόπι στον τάφο κόλλυβα, κόκκους δηλαδή σιταριού αναμεμειγμένους με ρόδια, αμύγδαλα, καρύδια, σταφίδες και κουκουνάρια. Εκτός από τα κόλλυβα προσφέρονταν σύμφωνα με την αρχαιοελληνική και ιουδαϊκή συνήθεια νεκρόδειπνα στους τάφους, ή και τρόφιμα στην εκκλησία που τα μοίραζε ύστερα στους φτωχούς. Τα συμπόσια αυτά μαρτυρούν και ευρήματα σε τάφους, όπως χύτρες, λαγήνια, πινάκια και άλλα. Δείπνα κατά τα μνημόσυνα γίνονταν μέχρι το 12ο αιώνα, αλλά το έθιμο επιβίωσε σε χωριά της Πελοποννήσου καθώς και στην Κωνσταντινούπολη την ήμερα των νεκρών (14 Σεπτ.).
Το αρχαίο έθιμο των χοών διατήρησαν οι Βυζαντινοί, αλλά και οι νεώτεροι Έλληνες. Στην Μακεδονία, την Τραπεζούντα, στην Καππαδοκία, στην Κρήτη, στα χωριά του Ολύμπου, τις ημέρες των μνημοσύνων έκαναν σπονδές με κρασί από οπές ή ειδικές φυάλες στον τάφο του νεκρού.

Τάφοι και ταφή
Οι νεκροί είτε καταχώνονταν σε λάκκους, είτε θάβονταν σε χτιστούς τάφους, είτε τοποθετούνταν σε σαρκοφάγους, πάντως με το κεφάλι στην ανατολή. Έκτος από τους απλούς τάφους, υπήρχαν κενοτάφεια, που λειτουργούσαν ως ταφικά μνημεία, οστεοφυλάκια και τάφοι αγίων προσώπων όπου λειτουργούσαν και λειτουργούν προσκυνήματα. Ως προς τη μορφολογία χωρίζονται σε: απλός (λάκκος), θήκη (λάρνακα), μνημείο (κατασκευές όπου περικλείεται ο τάφος), χαμοσόρια (λαξευτοί), διώροφοι καμαρωτοί, σαρκοφάγος. Οι σαρκοφάγοι κατασκευάζονταν από ξύλο ή μέταλλο ή λαξεύονταν σε λίθο ή μάρμαρο, σύμφωνα με τις πηγές που δίνουν αναλυτικές περιγραφές.

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους οι τάφοι ήταν οικογενειακοί ή κληρονομικοί. Ανάλογα με τη κοινωνική θέση και τον πλούτο του ενταφιαζόμενου ήταν απλούστεροι ή πολυτελέστεροι. Πάνω στον τάφο τοποθετούνταν επιτάφιος πλάκα ενεπίγραφος, που σε πεζό ή έμμετρο λόγο ανέφερε το όνομα του νεκρού και του πατέρα του, την ημερομηνία του θανάτου και εν συντομία τα βιογραφικά του στοιχεία. Λόγω των θρησκευτικών ερίδων σκόπιμο ήταν να γράφεται το ότι ο θαμμένος ήταν ορθόδοξος. Πάνω στην πλάκα τοποθετούταν σταυρός και μέσα σε κόγχη λυχνάρια, ιερές εικόνες, εικόνα του νεκρού και άλλα. Δεν ήταν σπάνιο ο τάφος να περιφρασσόταν με κάγκελα, ενώ μπορεί να στολιζόταν με λουλούδια, δενδρύλλια, στυλίσκους και γλυπτά. Ο τάφος θεωρούταν ιερός και ήταν ανόσιο να πατηθεί. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των τάφων και των κοιμητηρίων ήταν και είναι το φύτεμα των κυπαρισσιών, γεγονός που μνημονεύεται από τον 9ο αιώνα.

Μέσα σε τάφους έχουν βρεθεί διάφορα αντικείμενα που τοποθετούσαν δίπλα στους νεκρούς τους, όπως φιαλίδια μύρων, χρυσά στεφάνια, κοσμήματα, χρήματα και άλλα, κτερίσματα που προκαλούσαν την τυμβωρυχία, για αυτό πολλάκις απαγορεύτηκαν. Τους τάφους προστάτευαν ειδικοί φύλακες, χωρίς όμως να εμποδίζουν πάντα την τυμβωρυχία για την οποία ο βυζαντινός νόμος προέβλεπε διάφορες ποινές. Ταυτόχρονα ο νόμος όριζε ποινές για περιπτώσεις ιεροσυλίας, όπως η μετακίνηση οστών, επιτάφιων λίθων κλπ.

Ταρίχευση και καύση νεκρών
Η ταρίχευση που ακολουθούνταν από τους χριστιανούς της Αιγύπτου, δεν θεωρείτο σωστή από την εκκλησία, αφού ο Χριστός ετάφη, αν και ήταν συνηθισμένη η προσωρινή ταρίχευση για τη μεταφορά ενός νεκρού σε άλλο τόπο.

Η καύση δεν ήταν απαγορευμένη, αλλά η συνήθεια της ταφής στηριζόταν από τα κείμενα της χριστιανικής εκκλησίας. Οι νεκροί δεν καίγονταν στα βυζαντινά χρόνια, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η τέφρα του νεκρού παραδιδόταν σε ταφή.

Η ανάγκη της ταφής, που κυριαρχούσε από τα ομηρικά χρόνια σαν αντίληψη, φανερώνεται από τις πηγές που αναφέρουν ότι οποιοσδήποτε συναντούσε νεκρό σώμα, όφειλε να το κρύψει κάτω από τη γη, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώ θεωρούταν κατάρα για κάποιον να μείνει άταφος, όπως άλλωστε πιστεύεται από το λαό.

Ταφή βασιλέων
Συγκεκριμένο τυπικό υπήρχε για την κηδεία και την ταφή των βασιλέων.

Ο νεκρός βασιλέας που επρόκειρο να μεταφερθεί ταριχευόταν. Τοθετούνταν σε χρυσό φέρετρο, που καλύπτότανε από τη βασιλική αλουργίδα και το τοποθετούσανε σε άμαξα, που συνόδευαν ένοπλοι άντρες ντύμενοι με πορφυρά χρώματα. Τη σορό που κατέφτανε στην πρωτεύουσα υποδέχονταν οι άρχοντες, η σύγκλητος, ο στρατός, πλήθος και ψάλλοντες κληρικοί. Ούτως ή άλλως, ο νεκρός αυτοκράτορας ή όποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του στολιζόταν ειδικά. Γινόταν ειδική τελετή εξόδου της σορού από το ανάκτορο, μεγαλοπρεπής η πομπή και τελετουργική η νεκρωσιμός ακολουθία.

Οι αυτοκράτορες θάβονταν τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη, σε στοές και στα ηρώα του Μ. Κωνσταντίνου και του Ιουστινιανού. Στον 9ο αιώνα αριθμούνται περίπου 45 αυτοκρατορικές λάρνακες στο ναό αυτό.

Εκτός από το ναό, χώροι ταφής βασιλέων και των οικογενειών τους αποτελούσαν διάφοροι ναοί και μοναστήρια, συνήθως της πρωτεύουσας, που πιθανόν είχαν ιδρύσει οι θαμμένοι αυτοκράτορες, όπως ο ναός της Περιβλέπτου, η μονή Λιβός, η μονή Παντοκράτορος.

Βασιλικές λάρνακες
Οι βασιλικές λάρνακες φτιάχνονταν από μάρμαρα πορφυρά, πράσινα, πνευμονούσια, λευκά ή ροδοποίκιλα, σύμφωνα με την προεπιλογή του αυτοκράτορα (φώτο από Μουσείο Κωνσταντινουπόλεως), χαρακτηρίζονταν από πολυτέλεια και συχνά έφεραν παραστάσεις.

Τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, καθώς και οι αυλικοί και αξιωματούχοι ανάλογα με το πρόσωπο του αποθνήσκοντα, φορούσαν, χάρη πένθους συγκεκριμένο χρώμα ρούχα. Ο αυτοκράτορας εάν έχανε συγγενικό πρόσωπο ά βαθμού φορούσε λευκά, ενώ ο λαός στο θάνατό του ντυνόταν στα μαύρα.

Αντίστοιχα ανεπτυγμένο τυπικό υπήρχεκαι για την κήδευση των πατριαρχών.
Δίκαιο
Υπήρχαν στο Βυζάντιο νομικές διατάξεις για τη στέρηση της εκκλησιαστικής κηδεύσεως, για θέματα σχετικά με την κηδεία, για τους υποχρεωτικά μετέχοντες στην κηδεία, για το εάν μια ταφή είναι νόμιμη ή όχι, ανάλογα με το χρόνο της ταφής, για τον ιδιοκτήτη του τάφου, οικοπέδου ή αγρού και το ιστορικό των ταφών στο χώρο αυτό, όπως επίσης, για το τι συνιστά προσβολή σε πτώμα, προσβολή στο νεκρό, ή στους κληρονόμους και για τις ποινές, ιδίως εάν οι υβριστές είναι οι δανειστές του

Στις πηγές δεν εμφανίζονται διατάξεις που κατοχυρώνουν την εκκλησιαστική κήδευση των νεκρών χριστιανών. Η απουσία της σχετικής διατάξεως αναπληρώνεται και καλύπτεται απόλυτα από την παράδοση της εκκλησίας, που θεωρεί την υποχρέωση αυτή ως αυτονόητη.

Σύμφωνα με έγγραφο του πατριάρχη Φωτίου (858 – 867), η παράλειψη εκκλησιαστικής κηδεύσεως ενός νεκρού από κληρικό με δόλο αποτελούσε τιμωρητέο αδίκημα. Άλλο πατριαρχικό έγγραφο (1143) καταδικάζει αιρετικούς μοναχούς και ανάμεσα στις κατηγορίες είναι ότι στέρησαν νεκρούς χριστιανούς από την εκκλησιαστική κήδευση των λειψάνων τους, με την πρόφαση, ότι δεν είχαν μετανοήσει για τα αμαρτήματά τους. Αντίστοιχο έγγραφο (1356) καταδικάζει μητροπολίτη που ανάμεσα σε άλλα αδικήματα, εμπόδισε τους κληρικούς να κηδεύσουν δύο χριστιανούς.

Δαπάνες
Υπόχρεος σε ενταφιασμό του νεκρού, είναι εκείνος, τον οποίο επέλεξε, όσο ζούσε ο τελευταίος, και στον οποίο ανέθεσε τη μέριμνα της κηδείας και ταφής του. Αυτός που ανέθετε σε τρίτο την τέλεση της κηδείας και της ταφής του φρόντιζε να διασφαλίσει την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσης και την καταβολή των σχετικών δαπανών με μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων προς τον υπόχρεο και σχετικούς δεσμευτικούς όρους. Ένα ο αποθανών δεν ανέθεσε τα παραπάνω καθήκοντα αυτά μεταφέρονται αυτόματα στους κληρονόμους του. Υπάρχουν ακόμα και άλλες ειδικές διατάξεις που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες αποθανόντων και υπόχρεων.

Και ενώ οι πλούσιοι κάλυπταν τα έξοδα της κηδείας των οικείων τους, κάνοντας ακόμα και υπέρμετρες δαπάνες, η κηδεία των φτωχών αποτελούσε προβλεπόμενο κρατικό έξοδο, με την συνδρομή της εκκλησίας που είχε ταμείο για την ταφή άπορων και ξένων.

Διατάξεις που εκδόθηκαν, από την αρχή τις βυζαντινής αυτοκρατορίας, αφορούσαν την δωρεάν τέλεση της κηδείας των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, με την παραχώρηση πλήρους φορολογικής ατέλειας σε περίπου 1000 εργαστήρια της Πόλης και αντάλλαγμα την δωρεάν μεταφορά των νεκρών στα κοιμητήρια και τη διευθέτηση του χώρου για την ταφή. Δηλαδή παραχωρούνταν χρήματα και το αναγκαίο προσωπικό, που χαρακτηρίζεται με τις επωνυμίες δεκανοί, λεκτικάριοι και κοπιαταί και αργότερα σε αυτούς προστίθενται οι ασκήτριες και οι κανονικές.

Επαγγέλματα
Οι δεκανοί ήταν υπαξιωματικοί του βυζαντινού στρατού και επιφορτισμένοι τόσο με τη συνοδεία του νεκρού μέχρι τον τόπο του ενταφιασμού, όσο και με την τήρηση της τάξης κατά την εκφορά και την απόθεση του λειψάνου στον τάφο.

Οι λεκτικάριοι ήταν αυτοί που μετάφεραν τη “lectica”, τα φέρετρα δηλαδή, με τα οποία μεταφέρονταν τα λείψανα από την οικία του αποβιώσαντα στο ναό, όπου λάμβανε χώρα η νεκρώσιμη ακολουθία και στη συνέχεια στον τόπο ενταφιασμού, όπου απέθεταν το λείψανο στον τάφο.

Οι κοπιαταί ήταν τα πρόσωπα που κατασκεύαζαν τον τάφο ή διαμόρφωναν κατάλληλα το χώρο ταφής που υπήρχε στα κοιμητήρια.

Οι ασκήτριαι και οι κανονικαί ήταν γυναίκες αφιερωμένες στην εκκλησία, προηγούνταν και έπονταν της σορού ψάλλοντας, ενώ αναλάμβαναν και τη φροντίδα για τους νεκρούς στις μονές και στα ξενοδοχεία.

Οι μνημοράλιοι κατασκεύαζαν τους τάφους, τα βασιλικά μνήματα και αναλάμβαναν και τη φύλαξη αυτών.

Οι διατάξεις αναφέρουν τους μισθούς και τον τρόπο πληρωμής των παραπάνω προσώπων, ανάλογα το είδος της κηδείας, τον τύπο του φέρετρου και τον τόπο ταφής, ενώ προβλέπονται τόκοι για αργοπορημένες πληρωμές και ποινές για οικονομικά αδικήματα είτε σε βάρος των εργαζομένων, είτε σε βάρος των συγγενών του νεκρού.

Επαγγελματίες ήταν, όχι μόνο στο Βυζάντιο, αλλά και αργότερα οι μοιρολογίστρες, οι οποίες προσλαμβάνονταν και πληρώνονταν από τους πενθούντες, χωρίς όμως να είναι νομικά κατοχυρωμένες.

Νεκροταφεία
Η λέξη κοιμητήριο αρχικά χρησιμοποιήθηκε για τον τάφο ενός νεκρού και στη συνέχεια ο όρος δήλωνε όλη την περιοχή όπου υπήρχαν τάφοι. Τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες τα νεκροταφεία, κατά την αρχαία συνήθεια, παρέμειναν δια νόμου εκτός των πόλεων και δίπλα στο δρόμο. Με την πάροδο του χρόνου αναφέρονται στις πηγές και αστικές ταφές, ενώ επί Λέοντος Σοφού επιτρέπονται οι ταφές είτε εντός είτε εκτός πόλης. Η κατάλυση της απαγορεύσεως προέκυψε από χωρικές ανακατατάξεις, που επέφεραν αλλαγές στη δομή, διάταξη και διαστάσεις των μεσαιωνικών πόλεων και από το φαινόμενο της ταφής σε ναούς.

Στην Κωνσταντινούπολη τα παλιά νεκροταφεία θάφτηκαν στην ίδρυση της νέας πρωτεύουσας και τα νέα νεκροταφεία με την εξάπλωση της πόλης, βρέθηκαν ανάμεσα στα παλαιά και νέα τείχη. Ανάλογη εξέλιξη παρατηρείται και σε άλλες βυζαντινές πόλεις. Οι ανασκαφές στη μεσαιωνική Κόρινθο έφεραν στο φως επτά συγκροτήματα τάφων, που βρίσκονταν στο κέντρο της αρχαίας πόλης και χρονολογούνται από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα. Το ίδιο συνέβη στην Αθήνα και τις Σάρδεις, μετά την καταστροφή τους από τους Σλάβους και τους Πέρσες αντίστοιχα. Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι τόποι ενταφιασμού επικεντρώθηκαν γύρω από παλαιοχριστιανικά μαρτύρια ή κοιμητηριακές βασιλικές. Στη συνέχεια οι ταφές μεταφέρθηκαν στο δάπεδο ναών μέσα στις πόλεις, μετά τη συνήθεια να μεταφέρονται τα λείψανα αγίων μέσα σε ναούς και να θάπτονται οι αρχιερείς εντός του θυσιαστηρίου. Σε μοναστηριακούς ναούς υπήρχαν επίσης τάφοι ιερωμένων μοναχών στο ιερό και τάφοι λαϊκών στις πύλες από το νάρθηκα στον κυρίως ναό.

Μετά τον πέμπτο αιώνα διαμορφώνονται δύο τάσεις. Η μια ακολουθεί την ανάγκη για ταφή στον ιερό τόπο του ναού, όπου βρίσκονται λείψανα αγίων προσώπων και η άλλη αντιτίθεται στην ταφή αμαρτωλών στον οίκο του Θεού, που είναι και αντίθετη με το πνεύμα της ταπείνωσης. Έτσι, μετά τον 6ο αιώνα προτιμάται η τοποθέτηση σαρκοφάγων στο νάρθηκα και στο αίθριο που είναι υποδεέστεροι χώροι. Ο ζήλος για την απόκτηση τάφου στους παραπάνω χώρους δημιούργησε έλλειψη χώρων ταφής και έτσι δημιουργήθηκαν εξωνάρθηκες, παρεκκλήσια, ευκτήριοι οίκοι, μοναστήρια, νεκρικές κρύπτες κάτω από τους ναούς. Από τις νομισματικές ενδείξεις προκύπτει ότι η ταφή σε ναούς εμφανίζεται την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, αυξάνει σε συχνότητα κατά το 10ο – 11ο αιώνα και αποκτά μεγαλύτερη διάδοση την περίοδο των Παλαιολόγων.

Οι τάφοι λοιπόν και όχι ο θεσμός των κοιμητηρίων εισέρχονται στα αστικά κέντρα, παρόλο που δεν συμβαδίζει το γεγονός με τις πηγές του βυζαντινού δικαίου. Ταφές γίνονταν και μέσα στα μοναστήρια, γεγονός συνδεδεμένο με το θεσμό της κτητορίας. Δηλαδή, ο κτήτορας και στη συνέχεια οι κληρονόμοι του είχαν το δικαίωμα της ταφής στο ναό ή στο κοιμητήριο της μονής που ίδρυσε, ενώ πολλές φορές η αιτία της ίδρυσης μονής ήταν η πρόθέση του κτήτορα να εξασφαλίσει τον κατάλληλο τόπο ενταφιασμού για τον εαυτό του και τους συγγενείς του και την αδιάλειπτο προσευχή για της σωτηρία των ψυχών τους.

Τα τυπικά των μονών βεβαιώνουν για την ύπαρξη και λειτουργία ειδικά οργανωμένων κοιμητηρίων στις μονές της αυτοκρατορίας, με ναό και ιερωμένο επιφορτισμένο αποκλειστικά με τις νεκρώσιμες και επιμνημόσυνες ακολουθίες. Τα μοναστήρια πάντως, ιδίως στην πόλη, αντιμετώπιζαν πρόβλημα στενότητας χώρου και υπάρχουν περιπτώσεις που οι μονές ιδρυόταν κοιμητήρια σε άλλη περιοχή και με πολύ αυστηρά κριτήρια για το δικαίωμα ενταφιασμού σε αυτά (Μονή Κεχαριτωμένης, Μονή Παντοκράτορος, Μονή Κοσμοσώτειρας).

Υπήρχαν όμως και μονές που δεν είχαν κοιμητήριο και οι μοναχοί ενταφιάζονταν εντός του μοναστηριακού ναού, συνήθως στο νάρθηκα. Στο δάπεδο, εντός του ναού, επέλεγαν συνήθως να ταφούν και οι κτήτορες, που μετά από το 10ο αιώνα πρόκειται για μεγάλο αριθμό λαϊκών και ανώτατων κληρικών. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι μεγάλος αριθμός μελών βυζαντινών αυτοκρατορικών οικογενειών και αρκετοί πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως ενταφιάστηκαν στο δάπεδο μοναστηριακών ναών.

Οι μάρτυρες, οι μοναχοί και οι κληρικοί, οι βασιλείς και άλλα επίσημα πρόσωπα θάπτονταν σε ιδιαίτερο τμήμα των νεκροταφείων ή στον περίβολο ή το εσωτερικό κάποιου ναού. Οι βυζαντινοί βασιλείς θάπτονταν στον περίβολο του ναού των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη.

Η νομοθεσία απαγόρευε πάντως ταφές γυναικών σε ανδρικά μοναστήρια και αντίστροφα, όπως και ταφές ορθοδόξων σε λατινικούς ναούς. Για τους ξένους πάντως που πέθαιναν, αγοράζονταν με εισφορές ιδιαίτεροι χώροι ταφής, που ονομάζονταν ξενοτάφια.

Στο πέρασμα των αιώνων με τους χριστιανούς ορθόδοξους συνυπάρξαν και άλλα δόγματα, θρησκεύματα και έθνη. Έτσι, εκτός από τα χριστιανικά νεκροταφεία υπήρξαν και υπάρχουν στο ελληνικό τοπίο ταφές και νεκροταφεία μουσουλμανικά, εβραικά, αρμένικα και στους νεώτερους χρόνους νεκροταφεία ρωμαιοκαθολικών και διαμαρτυρόμενων.

Στις περιοχές που έζησαν υπό την κυριαρχία ευρωπαικών δυνάμεων συναντούνται επίσης απλές και κτιστές ταφές, τάφοι σε ναούς και στον περιβολό τους. Αξιωματούχοι και κληρικοί θάβονται σε ναούς, που μπορεί να έχουν κτίσει οι ίδιοι, είτε σε τάφρο που από πάνω του υψώνεται νεκρικός θάλαμος, είτε σε αληθινή σαρκοφάγο, πέτρινη ή χτιστή, που τοποθετείται στους τοίχους του ναού είτε από την εσωτερική είτε από την εξωτερική πλευρά και πάνω της υψώνεται πάντοτε σχεδόν ένα τόξο. Στους τάφους και τις επιτύμβιες χαράσσονται το όνομα και το εγκώμιο του νεκρού, ο οικογενειακός θυρεός και άλλα πένθιμα εμβλήματα. Τα μαυσωλεία αυτού του τύπου στηρίζονταν κατευθείαν στο έδαφος ή υποβαστάζονταν από πέτρινα υποστηρίγματα, μπηγμένα στους τοίχους του ναού.

Στα νεώτερα χρόνια, δεν είναι λίγα τα νεκροταφεία που έχουν αναπτυχθεί γύρω από βυζαντινές εκκλησίες, σε όλη την Ελλάδα. Ταυτόχρονα δεν είναι λίγα τα νεκροταφεία, χριστιανικά και μουσουλμανικά που έχουν μεταφερθεί και καταστραφεί, ιδίως μέσα στις πόλεις. Τα εβραικά νεκροταφεία,σε πολλές περιοχές ισοπεδώθηκαν από τους Ναζί την περίοδο της κατοχής της Ελλάδος από τους Γερμανούς.

ΚΡΗΤΗ

Σύντομη Ιστορική Αναδρομή από Παλαιοχριστιανικά χρόνια μέχρι απελευθέρωση από Τούρκους
Το νησί της Κρήτης ήταν μέρος της Ρωμαικής και της μετέπειτα Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, πέρασε στα χέρια των Βενετών και ύστερα των Τούρκων. Για τα βυζαντινά χρόνια στο νησί (330 – 1204), τα οποία διακόπτονται από έναν αιώνα αραβοκρατίας (824 – 961), οι σωζόμενες πληροφορίες είναι λίγες. Η εποχή της βενετικής κυριαρχίας (1204 – 1669), από την άλλη, τεκμηριώνεται επαρκώς από σωζόμενες πηγές και αρχαιολογικά τεκμήρια. Έγγραφα και μνημεία σώζονται και από την Τουρκοκρατία (1669 – 1898). Το 1913 η Κρήτη ενώνεται με την υπόλοιπη Ελλάδα.

Ταφικά Έθιμα στην Κρήτη
Μικρές ιδαιτερότητες διαφοροποιούν την Κρήτη από την υπόλοιπη Ελλάδα, στις συνήθειες και τις τελετουργίες στο θάνατο και την ταφή κάποιου προσώπου. Οι περισσότερες διαθέσιμες πληροφορίες έρχονται από έγγραφα της εποχής της Βενετοκρατίας.

Ως προς την προετοιμασία του ετοιμοθάνατου, ακολουθούνταν η ίδια σειρά: ο εοιμοθάνατος ετοίμαζε τη διαθήκη του και λάμβανε θεία κοινωνία. Όμως, οι ιερείς στη Κρήτη μάλλον παραμέλησαν αυτό το καθήκον, όπως φανερώνει δουκικό διάταγμα του 1567, που υποχρέωνε τους ιερείς όχι μόνο να πηγαίνουν να κοινωνούν τους ετοιμοθάνατους, αλλά να τέλουν το χρέος αυτό φορώντας τα ιερά τους άμφια και με τη συνοδεία λαού και κωδωνοκρουσιών.

Η επίσκεψη του νεκρού στο σπίτι, ο θρήνος και η εκφορά επακολουθούσαν κανονικά. Στην Κρήτη, όση ώρα βρισκόταν το λείψανο στο σπίτι δε σκουπίζανε για να μη διώξουνε τους πεθαμένους που ήρθανε να συνοδέψουνε την ψυχή, ενώ συνήθιζαν να γεμίζουν το μαξιλάρι του νεκρού με φύλλα ελιάς. Το έθιμο της αποκοπής της κόμης κατά το θάνατο προσφιλούς προσώπου, εκτός της παλαιότητάς του, ήταν εξαιρετικά διαδεδομένο στην Κρήτη και συνεχίζονταν μέχρι πρόσφατα στα Σφακιά. Σκηνές θρήνου περιέχονται και στον Ερωτόκριτο, με χτυπήματα στα γόνατα και τα στήθη, ενώ μοιρολόγια της εποχής ανασυνθέτονται από τα κείμενα της Ερωφίληςκαι άλλα.

Η εκφορά στην Κρήτη λεγόταν, όπως και σήμερα σε διάφορους τόπους, «ξόδι», οι νεκροφόροι «σηκωταί» το φέρετρο «κιβούρι». Με διάταγμα του δούκα της Κρήτης που εκδόθηκε το 1356, απαγορεύτηκε η συμμετοχή μοιρολογητριών στην πρόθεση, εκφορά και κηδεία. Οι γυναίκες που παραβίαζαν την απαγόρευση, αλλά και αυτοί που τις προσκαλούσαν, τιμωρούνταν σύμφωνα με το νόμο. Το ίδιο διάταγμα επέβαλλε σοβαρούς περιορισμούς στον αριθμό των προσώπων που μπορούσαν να συμμετέχουν στην εκφορά του λειψάνου, καθώς και στους δρόμους περιφοράς της σορού.

Φαίνεται πως οι Κρητικοί συνήθιζαν πολυτέλειες στους νεκρούς τους, αφού απειλήθηκαν με αφορισμό, επειδή έθαπταν στα μνήματα χρυσό, ασήμι, μεταξωτά φορέματα και άλλα. Σώζεται η περιγραφή της μεγαλοπρεπούς κηδείας του Μεγάλου Άρχοντος Αλεξίου Καλλέργη που τάφηκε το 1299 μετά από μεγάλη πομπή και τη συνοδεία Λατίνων και Ελλήνων στην σιναϊτική εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, αναφέρονται και οι 35 χιλιάδες των χρυσών νομισμάτων (υπέρπυρων) που δαπανήθηκαν κατά την κηδεία του, από τους γιους του και κληρονόμους της μεγάλης του περιουσίας.

Στην Κρήτη συνηθίζονταν, όπως και αλλού οι επιτάφιοι λόγοι, ο στολισμός των τάφων με λουλούδια και στεφάνια, οι επιτύμβιες στήλες σε πεζό ή έμμετρο λόγο και τα τακτά μνηνόσυνα στους νεκρούς, όπως επιβεβαιώνουν ποικίλα έγγραφα και μαρτυρούν στίχοι του Ερωτόκριτου. Το πένθος έδειχναν οι προσφιλείς του νεκρού φορώντας μαύρα ρούχα, κρατώντας τα παράθυρα κλειστά, νηστεύοντας και μένοντας χωρίς περιποιήσεις.

Τάφοι και Νεκροταφεία στην Κρήτη
Τάφοι και νεκροταφεία βυζαντινής εποχής, ανακαλύπτονται και ερευνούνται στις αρχαιολογικές ανασκαφές, σε διάφορα μέρη της Κρήτης. Συχνές είναι οι μεμονωμένες ταφές που αποκαλύπτονται χωρίς συμφραζόμενα και χρονολογούνται από τα παλαιοχριστιανικά έως και την αρχή της Βενετοκρατίας. Νεκροταφεία ή συστάδες ταφών έχουν βρεθεί δίπλα ή μέσα σε βασιλικές, όπως στη βασιλική Βυζαρίου, καθώς και σε ανασκαφές κοντά σε σημαντικές πόλεις της πρώτης βυζαντινής περιόδου, όπως το νεκροταφείο στον Άγιο Τίτο στη Γορτυνα και το παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο της αρχαίας Κισάμου.

Τα ενετικά έγγραφα βεβαιώνουν, ότι υπήρχε συνήθεια κατά την εποχή της Βεννετοκρατίας να θάβουν τους νεκρούς στους περιβόλους των πολυαρίθμων ναών των πόλεων, εντός αυτών, αλλά και σε μονές. Όσοι αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, δούκες, αρχιστράτηγοι, προβλεπταί, σύμβουλοι και λοιποί ευγενείς και φεουδάρχες πέθαιναν, για παράδειγμα, στο Ηράκλειο, θάπτονταν στα προαύλια και τους περιβόλους των ναών του Αγίου Μάρκου, Αγίου Τίτου, Αγίου Φραγκίσκου κ.λ.π. Αναφέρονται πολλές τέτοιες ταφές με το όνομα του νεκρού και την εκάστοτε εκκλησία. Άλλωστε πολλές είναι και οι επιτύμβιες επιγραφές που έχουν σωθεί και συνεχίζουν να βρίσκονται στις ανασκαφές. Το ίδιο συνέβαινε και με τους Κρητικούς αρχοντορωμαίους και άλλους προύχοντας Έλληνες κληρικούς και λαϊκούς.

Την εκταση του φαινομένου φανερώνει η απαγόρευση των αστικών ταφών με δουκικό διάταγμα του 1365, που δε φαίνεται να ίσχυσε. Το ίδιο διάταγμα αναφέρει ιδιωτικούς τάφους μέσα στις πόλεις, οι οποίοι εξαιρούνται της απαγόρευσης. Από την άλλη, δεν υπάρχουν σαφείς ειδήσεις για το αν υπήρχαν εκτός της πόλεως νεκροταφεία για τον πολύ κόσμο, αλλά είναι το πιθανότερο. Οι απλοί τάφοι, πάντως, ονομάζονταν «μνημούρια».

Εκτός από τους απλούς αυτούς τάφους για τους φτωχούς, υπήρχαν δύο είδη τάφων – μνημείων. Το ένα είδος αποτελείται από ένα νεκρικό θάλαμο πάνω από την τάφρο που είναι σκαμμένη στο πάτωμα του ναού ή στο γύρω από αυτόν χώρο. Το άλλο παίρνει σχήμα σαρκοφάγου, πέτρινης ή χτιστής, που τοποθετείται στους τοίχους του ναού εσωτερικά ή εξωτερικά και από πάνω της υψώνεται ένα τόξο. Τα μαυσωλεία αυτού του τύπου, που ονομάζονται «αρκοσόλια», στηρίζονταν κατευθείαν στο έδαφος ή υποβαστάζονταν από πέτρινα υποστηρίγματα, μπηγμένα στους τοίχους. Στους τάφους και τις επιτύμβιες πλάκες χαράσσονται το όνομα και το εγκώμιο του νεκρού, ο οικογενειακός θυρεός και άλλα πένθιμα εμβλήματα.

Τα αρκοσόλια που σώζονται από τη βενετική εποχή φτάνουν τα πενήντα τρία, αφού φαίνεται πως πολλά έχουν καταστραφεί βανδαλικά, και ως προς τη διακόσμηση χωρίζονται σε αρκοσόλια με ανάγλυφο διάκοσμο, δείγματα βενετοκρητικής γλυπτικής, και στα τοιχογραφημένα. Υπάρχουν παραδείγματα σαρκοφάγων σε διάφορους ναούς, καθώς και σχέδιο του τέλους του 16ου αιώνα που παριστάνει το μαυσωλείο του Μαθαίου Καλλέργη. Εκτός από λίγους του 15ου αιώνα, οι περισσότεροι ανήκουν στον 16ο και 17ο αιώνα.

Του τέλους του 15ου αιώνα ήταν ο μεγαλοπρεπής τάφος του Κ. Βενιέρη, ο οποίος όταν καταστράφηκε τα διάφορα κομμάτια του τοποθετήθηκαν πάνω από την πόρτα του ναού του Αγίου Ιωάννη Πρόδρομου στην Κίσαμο και του 1610 ήταν ο τάφος του Γ. Βλάχου στον Άγιο Αθανάσιο στις Λιθίνες, ναό που ο ίδιος ανακαίνισε. Λείψανα τάφου των Καλλεργών σώζονται στο ναό της Παναγίας στο θρόνο Αμαρίου. Καλύτερα διατηρείται το μαυσωλείο στην Παναγία στον Πρινό Μυλοποτάμου που είναι μέσα στον μεσημβρινό τοίχο της δυτικής καμάρας του ναού. Το μνημείο του Αγίου Ιωάννη στα Σκουλούφια Μυλοποτάμου, που η σαρκοφάγος του είχε καταστραφεί και επιδιορθωθεί εξωτερικά, φέρει χαραγμένη χρονολογία 1531.

Οι χριστιανοί επί Τουρκοκρατίας εξακολούθησαν να θάπτονται στα προαύλια ναών, ενώ στις πόλεις αναπτύχθηκαν ή πιθανόν συνέχισαν να χρησιμοποιούνται για το λαό, νεκροταφεία στα όρια των πόλεων.

Στο Ηράκλειο υπήρχε η τάση να θάπτωνται οι επισημότεροι τουλάχιστον, στο προαύλιο του σιναϊτικού μετοχιού του Αγίου Ματθαίου. Ο πολύς όμως χριστιανικός κόσμος χρησιμοποιούσε το προς δυσμάς της πόλης κατά την παραλία λεγόμενο παλαιό νεκροταφείο, που σήμερα βρίσκεται ο συνοικισμός Αγία Βαρβάρα. Σύμφωνα με τουρκικό φιρμάνιτου 1671, παραχωρήθηκαν στους ορθοδόξους κατοίκους του Ηρακλείου, δύο στρέμματα γης στο άκρο του βοσκότοπου που βρίσκεται έξω από την Κιζίλ Τάμπια. Την ίδια χρονιά, άλλο φιρμάνι παραχώρησε τέσσερα στρέμματα γης, στην ίδια περιοχή, για την ταφή των Αρμενίων του Ηρακλείου. Στο έγγραφο αυτό μαρτυρείται ήδη υπάρχον εκεί εβραικό νεκροταφείο. Kizil Tabya σημαίνει το ερυθρόν πρόχωμα και έτσι ονομάστηκε από τους Τούρκους το δυτικό προς τη θάλασσα τμήμα του φρουρίου του Χάνδακος. Το ένα χριστιανικό, το αρμενικό και το εβραικό νεκροταφείο, δηλαδή, βρισκόταν κάπου στην περιοχή του γηπέδου του ΟΦΗ στα Καμίνια και το άλλο χριστιανικό στο σιναΐτικο μοναστήρι του Αγίου Ματθαίου. Τα κοιμητήρια της περιοχής των Καμινίων δεν άφησαν κανένα ίχνος,ενώ κάτι ανάλογο συνέβη και στο κοιμητήριο του Αγίου Ματθαίου, που πριν λίγα χρόνια και εντελώς τυχαία, κάποιο επιτάφιο επίγραμμα αποκάλυψε το όνομα επιφανούς Ηρακλειώτη που είχε ενταφιαστεί εκεί.

Στα Χανιά, τα πρώτα χρόνια της τουρκικής κατοχής ο πληθυσμός έθαβε μέσα στην πόλη τους νεκρούς του, από τους οποίους δεν χωρίζονταν και μετά το θάνατο.

Όσο για τους μουσουλμάνους, επί Τουρκοκρατίας επικρατούσε η συνήθεια να θάβονται οι επισήμοι νεκροί, βεζίρηδες, πασάδες, κληρικοί κ.λ.π. στους περιβόλους των τζαμιών και τεκέδων. Στο Βεζίρ Τζαμί στο Ηράκλειο λ.χ. τάφηκε ο Αλβανός αρχιστράτηγος Χασάν Πασάς, ο οποίος μετά τη σφαγή 2000 χριστιανών στο σπήλαιο της Μιλάτου το 1823, σκοτώθηκε πέφτωντας από το άλογό του. Ο τάφος του, με επιγραφή βρίσκεται αντικρύ της αποθήκης Δυαλινά. Επίσης, ο χριστιανός και εκτουρκισθείς Ισμαήλ Πασάς, κατά την επιστροφή από εκστρατεία το Μάιο 1867 αποθανών, τάφηκε στον ίδιο περίβολο του Βεζίρ Τζαμιού. Στο γέροντα Ιμπραΐμ Μπαμπά Αφεντακάκη επετράπη με διαταγή του αρμόδιου υπουργείου να ταφή πριν κάποια χρόνια στον Τεκέ των Δερβισών πίσω από το ξενοδοχείο Κνωσός, αν και τα οστά του πήραν οι εγγονοί του μαζί τους αναχωρούντες ως ανταλλάξιμοι.

Στο Ρέθυμνο το νεκροταφείο ήταν εκεί που σήμερα βρίσκεται ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, απέναντι από τα ΚΤΕΛ. Πηγές αναφέρουν στο ίδιο σημείο βρίσκονταν ο Άγιος Αθανάσιος των Φράγκων και ο Άγιος Αθανάσιος των Ελλήνων. Το νεκροταφείο φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε και κατά την Ενετική Περίοδο.

Στο Ηράκλειο η τεράστια έκταση που κάλυπταν οι τουρκικοί τάφοι μοιράστηκε από το δημόσιο και σήμερα στη θέση του βρίσκονται πολύκατοικίες και δρόμοι.

Ο πολύς τουρκικός λαός, λοιπόν, θάβονταν έξω από την πόλη, όπου με την συνήθεια των μουσουλμάνων να θάπτεται ο καθένας σε χωριστό μνήμα, δημιουργήθηκαν γρήγορα, μεγάλα τουρκικά νεκροταφεία που καταλάμβαναν έκταση πολλών στρεμμάτων.

Στους ιδίους περιβόλους, όπου κάποτε είχαν τους τάφους τους οι βυζαντινοί μητροπολίτες και Κατεπάνω Κρήτης και οι αρχοντόπουλοι, θάπτονταν ύστερα οι Φράγκοι αρχιερείς και δούκες και στρατηγοί και τελευταία οι Τούρκοι βεζίρηδες και πασάδες.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

Α. Ταφικές Πρακτικές σε ορθόδοξα κοιμητήρια
Στην Ελλάδα υιοθετείται η πρακτική του απλού ενταφιασμού. Η τελετή της κηδείας αποτελεί τρόπο έκφρασης της αγάπης των ζωντανών προς τον εκλιπόντα. Οι χριστιανοί πιστεύοντας ότι το σώμα είναι προορισμένο να αναστηθεί θάβουν τον νεκρό με «όλες» τις τιμές. Για αυτό το λόγο πριν από την ταφή τον λούουν, τον στολίζουν, τον ντύνουν με λευκή στολή και τον τοποθετούν ακάλυπτο σε «κλίνη» (φέρετρο).

Σύμφωνα με το νόμο ο νεκρός θα πρέπει να παραμείνει άταφος σε σπίτι συγγενικού προσώπου ή σε περιπτώσεις που έχει προηγηθεί σοβαρή ασθένεια σε ειδικό θάλαμο τουλάχιστον 24 ώρες από τη διάγνωση του θανάτου.

Ο θρήνος διαρκεί μια ημέρα. Πριν από την εκφορά αναγιγνώσκεται στην οικία του νεκρού ευχή «προς εκκόμισιν» από το ευχολόγιο του Σεραπίωνος. Κατά την εκφορά του και μέχρι την είσοδό του στον ναό ψάλλεται καθ΄ οδόν, ως εξόδιος, τρισάγιος ύμνος ίσως προς ομολογία της πίστεως του θανόντος ή προς ένδειξη ότι αυτός βρίσκεται ήδη κοντά στους αγγέλους. Παράλληλα ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος εις την ζωοποιό Τριάδα. Το λείψανο μεταφέρεται από συγγενείς ή φίλους στα χέρια σε μια προσπάθεια έκφρασης της εκτίμησης προς τον νεκρό ή σε νεκροπομπή.

Στο ναό ο νεκρός τοποθετείται με το πρόσωπο προς τα ανατολικά μια και από εκεί έρχεται ο Σωτήρ και εκεί είναι ο Παράδεισος της Εδέμ. Στη συνέχεια ψάλλεται πληρέστερα νεκρώσιμος ακολουθία και δίδεται ο τελευταίος ασπασμός.

Μετά την απόλυση ο νεκρός οδηγείται στον τάφο. Πριν από τον ενταφιασμό ψάλλεται και πάλι σύντομη νεκρώσιμη ακολουθία του τρισάγιου και ενταφιάζεται ο νεκρός με το πρόσωπο προς τα ανατολικά με την προσδοκία ότι από εκεί θα φανεί ο Χριστός για να κρίνει τους νεκρούς και τους ζωντανούς. Το σώμα περιχύνεται με έλαιο και με χώμα σταυροειδώς από τον ιερέα. Η τελετή διαιρείται σε τρία μέρη:

•στην σύντομη ακολουθία εντός της οικίας και της εκφοράς
•στη νεκρώσιμη ακολουθία στο ναό
•στην ακολουθία στο σημείο ταφής και
•στην ταφή

Κατά το τέλος του 5ου και αρχές του 6ου αιώνα μ.Χ. η νεκρώσιμος ακολουθία εμπλουτίσθηκε με διαφορετικά τροπάρια και κανόνες ενώ διαμορφώθηκαν διαφορετικές νεκρώσιμες ακολουθίες για τις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις όπως π.χ. για τους κοσμικούς, τους μοναχούς, τους ιερείς, τα νήπια Η εκτενέστερη είναι εκείνη των ιερέων, στην οποία είναι χαρακτηριστικό ότι αναγιγνώσκονται 5 Αποστολικές και 5 Ευαγγελικές περικοπές. Για τους νεκρούς μοναχούς καθιερώθηκε επί Θεοδώρου του Στουδίτου η ανάγνωση όλου του Ψαλτηρίου. Σήμερα όμως τελείται για όλους η ακολουθία των κοσμικών. Μόνο στα μοναστήρια τελούνται και οι άλλες ακολουθίες.
Σήμερα επαγγελματίες αναλαμβάνουν τη φροντίδα του νεκρού σώματος. Το κόστος της ταφής εξαρτάται από τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν (π.χ. φέρετρο, άνθη, δείπνο κλπ).

Μνημόσυνα
Η λέξη προέρχεται από τη λέξη «ο κόλλυβος» που σημαίνει σταθμικό μέτρο για τον προσδιορισμό του βάρους του χρυσού, όπως επίσης και κάθε νόμισμα μικρής αξίας, δηλαδή το πολύ λεπτό σε πάχος και αξία νόμισμα. Με τις λέξεις «κόλλυβα» και «κόλλυβο» στην αρχή εννοούνταν κάθε είδος μικρού γλυκού από σιτάρι σε σχήμα πίτας ή τα «τρωγάλια» και τα «τραγήματα», δηλαδή ξηρούς καρπούς (καρύδια, αμύγδαλα, σταφίδες, φουντούκια κ.α.) καθώς και τον «εψιτόν σίτον» κατά τον Βυζαντικό λεξικογράφο Σουΐδα.

Σύμφωνα με τη γνώμη μερικών το έθιμο των κολλύβων οφείλεται στην παλαιά συνήθεια της διανομής νομισμάτων κατά τα μνημόσυνα. Η διανομή νομισμάτων – κολλύβων συνδέονταν με την ελεημοσύνη κατά τα χρόνια του χριστιανισμού. Αυτές τις ελεημοσύνες ελάμβαναν, από τα υπάρχοντα του αναπαυομένου, οι πτωχοί, οι συγγενείς και οι φίλοι του μεταστάντος, οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι.

Ημερομηνίες μνημοσύνων
Από την εποχή των Αποστόλων υπάρχει μια συγκεκριμένη μορφή μνημόσυνων. Το βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών που απηχεί σχεδόν ολόκληρη την λατρευτική παράδοση των Αποστολικών χρόνων, κάνει μια χρονική διάκριση των μνημοσύνων. Οι καθορισμένες ημέρες για την τέλεσή τους από την ημέρα που πεθαίνει κάποιος είναι:

•η τρίτη (συμβολίζει την 3ήμερη παραμονή του Κυρίου στον τάφο)
•η ενάτη (κατά την ενάτη ημέρα δημιουργείται η σάρκα ή διαλύονται τα μέλη της)
•η τεσσαρακοστή (η Ανάσταση του κυρίου έγινε μετά από 40 ημέρες, ή τότε αποσυντίθεται η καρδιά)
•τα τρίμηνα (Αγία Τριάδα)
•τα εξάμηνα (Αγία Τριάδα)
•τα εννιάμηνα (Αγία Τριάδα)
•ο χρόνος (Ανάσταση) και
•κάθε χρόνο η επέτειος της μνήμης.

Ημερομηνίες κατά τις οποίες δεν επιτρέπεται η τέλεση μνημοσύνων
Όσον αφορά την τέλεση μνημόσυνων υπάρχουν ορισμένες χρονικές εκκλησιαστικές περίοδοι που δεν επιτρέπονται. Ο λόγος που δεν επιτρέπονται είναι γιατί σε αυτές τις ημερομηνίες επικρατεί το γεγονός «Χριστός» οπότε τίποτε άλλο δεν μπορεί να χωρέσει στο μεγαλείο της Δεσποτικής ημέρας. Έτσι, δεν πρέπει να τελούνται μνημόσυνα με κόλλυβα:

•από το Σάββατο του Λαζάρου μέχρι την Κυριακή του Θωμά
•σε όλες τις Δεσποτικές εορτές δηλαδή προ της Χριστού Γεννήσεως, των Θεοφανείων, της Πεντηκοστής, της Υπαπαντής, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος κ.α.
•σε όλες τις Θεομητορικές εορτές
•σε όλες τις ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής εκτός του Σαββάτου και της Κυριακής
•της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού
•κατά την ημέρα της ιεράς πανηγύρεως του ναού
•κατά τις εθνικές εορτές δηλ. της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου
•την ημέρα της πανηγύρεως του εκάστοτε ναού

Σε περίπτωση που ένα μνημόσυνο συμπέσει με τις παραπάνω ημερομηνίες, μπορεί να τελεσθεί ανήμερα ένα τρισάγιο και να προηγηθεί ή να ακολουθήσει τέλεση μνημοσύνου με κόλλυβα σε μια λειτουργική ημέρα. Για τις αλειτούργητες ημέρες της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής μνημόσυνα μπορούν να τελεσθούν μόνο κατά τα Σαββατοκύριακα εκτός του Μεγάλου Σαββάτου.

Σύγχρονα Νεκροταφεία
Η θέση των σύγχρονων κοιμητηρίων στην Ελλάδα συνήθως καταλαμβάνουν συνήθωςς περιοχές με εξαιρετική θέα. Οι τάφοι είναι οργανωμένοι σε ευθείες γραμμές με προσανατολισμό Α-Δ.

Σε κάθε κοιμητήριο υπάρχει ένα ή περισσότερα οστεοφυλάκια ανάλογα με της ανάγκες του νεκροταφείου. Σε κάθε οστεοθήκη υπάρχουν τα λείψανα ενός ατόμου. Στην εξωτερική του επιφάνεια αναγράφεται το όνομα του.

Σε κάθε νεκροταφείο υπάρχει συνήθως ένας υπεύθυνος για την καθαριότητα του χώρου και για την παροχή πληροφοριών σε όποιον χρειάζεται βοήθεια (αναφορικά με τα σημεία άντλησης νερού, απόρριψης άχρηστων αντικειμένων, φροντίδα του μνήματος κλπ).

Β. Στρατιωτικά Νεκροταφεία, Ταφικές Πρακτικές

Α. Ευρώπη
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ιδρυθεί στρατιωτικά πολεμικά νεκροταφεία, όπου έχουν ταφεί οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί που έχασαν τη ζωή τους, κατά τη διάρκεια του Πρώτου και Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα νεκροταφεία αυτά ιδρύθηκαν είτε κατά τη διάρκεια του πολέμου, είτε αμέσως μετά το τέλος του. Συνήθης είναι, επίσης, η περίπτωση της εγκαταστάσεως ενός νεκροταφείου σε κάποιο χώρο για τους νεκρούς μιας συγκεκριμένης μάχης, αλλά μετά το τέλος του πολέμου να μεταφέρονται σε αυτό νεκροί που είχαν ταφεί αρχικά σε άλλα νεκροταφεία ή μεμονωμένους τάφους.

Η θέση των περισσότερων στρατιωτικών νεκροταφείων επιλέχθηκε, από τις αρχές, στις πιο ελκυστικές περιοχές της πόλης ή της χώρας, ίσως σαν φόρος τιμής στους νεαρούς άνδρες που έχασαν τη ζωή τους για την πατρίδα τους. Το κεντρικό σημείο των περισσότερων νεκροταφείων είναι ο Σταυρός της Θυσίας. Γύρω από αυτόν, είναι διευθετημένες οι πλάκες των τάφων σε απόλυτα ευθείες σειρές. Στην κορυφή κάθε πλάκας έχει τοποθετηθεί το εθνικό έμβλημα και ακολουθείται από το βαθμό του νεκρού στο στρατό, το όνομα, τη μονάδα του και την ημερομηνία γεννήσεως και θανάτου. Στο κάτω μέρος της πλάκας υπάρχει σε κάποιες περιπτώσεις μια επιγραφή που επιλέχθηκε από τους συγγενείς του νεκρού.

Στη συνέχεια του κειμένου παρατίθενται κάποια παραδείγματα ευρωπαϊκών συμμαχικών νεκροταφείων:

Στο Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται το «Cliveden War Cemetery». Περιλαμβάνει 42 ταφές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, από τις οποίες 28 είναι Καναδών και οι υπόλοιπες Αμερικανών, Βρετανών, Αυστραλών και Νεοζηλανδών. Υπάρχουν ακόμη μία ταφή Καναδού και μία ταφή Βρετανού του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα σήματα είναι μικρές απλές λίθινες πλάκες.

Στη Γαλλία βρίσκεται το «Calais Southern Cemetery». Περιλαμβάνει σχεδόν 950 τάφους του Α΄ παγκοσμίου πολέμου και πάνω από 22 του Δευτέρου. Στο «St. Sever Cemetery and Extension» στην ίδια χώρα, έχουν γίνει πάνω από 8.500 ταφές του Πρώτου και 300 του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, σε μία έκταση 49.885 τμ.

Στη Γερμανία βρίσκεται το «Berlin 1939-45 War Cemetery». Η θέση του επιλέχθηκε από τις Βρετανικές αρχές, το 1945, αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου σε μία από τις πιο όμορφες περιοχές της πόλης. Οι ταφές που βρίσκονται στο νεκροταφείο αυτό είναι ανακομιδές αρχικών ενταφιασμών από την περιοχή του Βερολίνου και την ανατολική Γερμανία. Περιλαμβάνει περίπου 2.700 ταφές Βρετανών, 530 Καναδών, 220 Αυστραλών, 60 Νεοζηλανδών, 30 Νοτιοαφρικανών και 50 Ινδών.

Το μεγαλύτερο συμμαχικό νεκροταφείο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκεται επίσης, στη Γερμανία. Πρόκειται για το «Reichswald Forest War Cemetery». Στο νεκροταφείο αυτό μεταφέρθηκαν τα λείψανα χιλιάδων στρατιωτών, που είχαν αρχικά ταφεί σε άλλα σημεία στη Γερμανία. Περιλαμβάνει συνολικά πάνω από 7.600 ταφές, από τις οποίες οι 6.400 είναι Βρετανών στρατιωτών.

Στην Ιταλία, βρίσκεται το «Βeach Head War Cemetery», δύο μίλια βόρεια του Αnzio, πάνω στο δρόμο για τη Ρώμη. Ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1944 και περιλαμβάνει 2.200 ταφές Βρετανών και ένα μικρό αριθμό ταφών Αυστραλών, Νεοζηλανδών και Νοτιοαφρικανών.

Συμμαχικά νεκροταφεία έχουν ιδρυθεί, επίσης, στο Βέλγιο, στη Δανία, στην Ολλανδία, στη Μάλτα, στην Ισπανία, στην Ελλάδα κι αλλού στην Ευρώπη.

Πάνω από 800 πολεμικά νεκροταφεία Γερμανών στρατιωτών υπάρχουν σε ολόκληρο τον κόσμο, που περιλαμβάνουν χιλιάδες ταφές. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, στο πολεμικό νεκροταφείο του «Andilly» έχουν γίνει 33.064 ταφές Γερμανών στρατιωτών, στο «Marigny» 11.169 ταφές και στο «Orglandes» 10.152. Στην Αγγλία, στο νεκροταφείο «Cannock Chase» περιλαμβάνονται 4940 ταφές Γερμανών, ενώ στο νεκροταφείο «Costermano» 21.972 ταφές. Όλα τα γερμανικά νεκροταφεία ιδρύθηκαν από τη «Volksbund», ένα γερμανικό οργανισμό, που ασχολείται με την οργάνωση, τη συντήρηση και την προστασία των Γερμανικών πολεμικών νεκροταφείων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Β. Ελλάδα
Στην Ελλάδα, υπάρχουν τόσο συμμαχικά, όσο και γερμανικά πολεμικά νεκροταφεία. Τα γερμανικά είναι αυτά του Μάλεμε στην Κρήτη (βλ. παρακάτω) και το «Γερμανικό Νεκροταφείο του Διονύσου, κοντά στην Αθήνα. Το Γερμανικό νεκροταφείο στο Διόνυσο ιδρύθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1975 στη θέση Ραπετζώνα, 30 χλμ. από την Αθήνα. Η περιοχή παραχωρήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση και σε αυτήν έγιναν οι ανακομιδές των λειψάνων των Γερμανών στρατιωτών που είχαν αρχικά ενταφιασθεί σε άλλες περιοχές της Ελλάδας (εκτός από την Κρήτη). Περιλαμβάνει 68 ταφές του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου και 9.905 ταφές του Δευτέρου.

Σε πολλές περιοχές της χώρας έχουν ιδρυθεί πολεμικά νεκροταφεία, όπου έχουν ταφεί οι σύμμαχοι της Ελλάδας (Βρετανοί, Γάλλοι, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί), που σκοτώθηκαν στις επιχειρήσεις του Πρώτου και Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ταφές του πολέμου 1914-18 έχουν γίνει στο «Στρατιωτικό νεκροταφείο Θεσσαλονίκης». Εγκαινιάστηκε το Νοέμβριο του 1915 και περιλαμβάνει Βρετανικό, Γαλλικό, Σέρβικο, Ιταλικό και Ρώσικο τομέα. Οι περισσότερες ταφές είναι στρατιωτών που πέθαναν στα νοσοκομεία που λειτουργούσαν στην περιοχή.

Από τις αρχές του 1917, άρχισαν να γίνονται ταφές Βρετανών και στο «Βρετανικό Νεκροταφείο της Μίκρας» στην Καλαμαριά (Δυτική Θεσ/νίκη).

Ταφές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έχουν γίνει και στο «Πολεμικό Νεκροταφείο Φαλήρου», κοντά στην Αθήνα. Η θέση αρχικά επιλέχθηκε ως χώρος ταφής για τις απώλειες της κοινοπολιτείας από τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο (Δεκέμβριος 1944-Φεβρουάριος 1945), αλλά σήμερα υπάρχουν και 2.028 Βρετανικές ταφές.

Συμμαχικά νεκροταφεία υπάρχουν κι αλλού στην Ελλάδα (Πολεμικό Νεκροταφείο Λέρου, Ρόδου, Πορτιανού, Στρατιωτικό Νεκροταφείο Λαχανά, Νέο Βρετανικό Νεκροταφείο Σύρας, κ.ά) Όλα έχουν τον τύπο που περιγράφηκε παραπάνω: Φροντισμένοι κήποι σε όμορφα σημεία της πόλης, με πλάκες οργανωμένες σε σειρές και το Σταυρό της Θυσίας στο κέντρο του νεκροταφείου. Σε κάποιες περιπτώσεις, υπάρχει κάποια επιγραφή που μνημονεύει τα ονόματα των νεκρών ή κάποιο επιτύμβιο γλυπτό.

Εκτός από τα οργανωμένα γερμανικά και συμμαχικά πολεμικά νεκροταφεία, υπάρχουν ακόμη οι μαζικές ταφές Ελλήνων που εκτελέστηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Τέτοιες ταφές έχουν γίνει είτε μέσα στην περιοχή ενός πολιτικού νεκροταφείου (για παράδειγμα, στο Γ΄ Νεκροταφείο Κοκκινιάς, έχουν γίνει 200 ταφές Ελλήνων-οργανωμένες σε 8 σειρές από 25 τάφους η καθεμιά-που εκτελέστηκαν την 1 Μαΐου 1944), είτε στην ύπαιθρο (παραδείγματος χάριν στην τοποθεσία Πολιόχουνι, μια κοιλάδα στην Αρκαδία, κοντά στην Τρίπολη, εκτελέστηκαν 204 Έλληνες στις 24 Φεβρουαρίου 1944 και τάφηκαν στην ίδια ακριβώς θέση από τους συγχωριανούς τους. Λίγοι μικροί σταυροί δηλώνουν το σημείο της θυσίας). Τέτοιοι χώροι ταφής υπάρχουν ακόμη σε μοναστήρια: Στα ιστορικά νεκροταφεία στο Μέγα Σπήλαιο και στην Αγία Λαύρα υπάρχουν ταφές μοναχών που εκτελέστηκαν το Δεκέμβριο του 1943 από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

A. ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΠΕΡΙΟΒΟΛΙΑ, ΡΕΘΥΜΝΟ ΚΡΗΤΗΣ (ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ)
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, με καταπληκτική θέα στην παραλία του Ρεθύμνου, βρίσκεται σε ύψωμα στην περιοχή Περιβολίων. Η ημερομηνία ίδρυσής της δεν μας είναι γνωστή. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Α. Μαυράκη ήταν ήδη σε χρήση το 182.

Στο ΝΔ τμήμα της βρίσκεται το μνημείο των Τεσσάρων Μαρτύρων (ονόματα: Γεώργιος, Αγγελής, Μανουήλ και Νικόλαος) οι οποίοι εκτελέστηκαν από τους Τούρκους στις 28 Οκτωβρίου 1824.

To 1963-1965, το Εκκλησιαστικό συμβούλιο της ενορίας αποφάσισε την ανακατασκευή του παλαιού τάφου των Τεσσάρων μαρτύρων και την ανανέωσή τους με άλλο «περικαλή και μαρμαρόγλυφο». Ανάμεσα στα κλαδιά παριστάνονται σε διάφορες θέσεις άγγελοι που κρατούν από ένα στεφάνι και το καταθέτουν τιμητικά σε κάθε έναν από τους 4 Μάρτυρες.

Ένα σημείο που θυμίζει στους κατοίκους των Περιβολίων τις δύσκολες ημέρες του πολέμου είναι το παλιό οστεοφυλάκιο, το οποίο βρίσκεται στο δυτικό τμήμα, στο μέσο περίπου του σύγχρονου κοιμητηρίου. Εκεί είχαν ταφεί τα πτώματα των εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς το 1941. Σήμερα, τα λείψανά τους έχουν μεταφερθεί στην περιοχή των Μισιρίων, στο μνημείο των πεσόντων πολέμου.

Σήμερα, το κοιμητήριο αποτελείται από 367 τάφους, οι οποίοι είναι διευθετημένοι σε σχεδόν ευθείες γραμμές. Στην πλειονότητα τους είναι οικογενειακοί/χτιστοί τάφοι από μάρμαρο ή άλλου είδους υλικό (332). Οι υπόλοιποι είναι κοινοτικοί.

Υπάρχουν 3 κύρια οστεοφυλάκια. Δύο από αυτά είναι σχεδόν πλήρη. Το οστεοφυλάκιο το οποίο βρίσκεται σε χρήση βρίσκεται στη ΝΑ γωνία του κοιμητηρίου.

Τάφοι
Τα μνήματα που βρίσκονται στο κοιμητήριο του Αγίου Γεωργίου στα Περιβόλια διακρίνονται διακρίνονται σε δύο βασικούς τύπους:

α) Χτιστοί τάφοι: Είναι συνήθως ιδιόκτητοι, οικογενειακοί. Είναι ορθογώνιοι αποτελούμενοι από μια πλάκα, ένα κιβώτιο και ένα σταυρό, σχεδόν στο σύνολό τους κατασκευασμένα από μάρμαρο. Στην άνω επιφάνεια της πλάκας χαράσσεται το όνομα της οικογένειας, στην οποία ανήκει το μνήμα. Τα ονόματα των εκλιπόντων, τα λείψανα των οποίων βρίσκονται μέσα στο μνήμα, χαράσσονται επίσης στο άνω σημείο της πλάκας, κάτω από το όνομα της οικογενείας στην οποία αυτό ανήκει. Σε κάθε τάφο είναι δυνατός ο ενταφιασμός περισσοτέρων του ενός ατόμων.

Η μεγαλοπρέπειά του εξαρτάται κυρίως από την οικονομική άνεση της οικογένειας του εκλιπόντος. Το επιτρεπόμενο ύψος και βάθος του μνήματος καθορίζεται από την Ελληνική Νομοθεσία. Ειδικότερα, το ύψος του «θόλου» δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 2,5μ.. Για τους ενήλικες οι διαστάσεις του τάφου είναι: 2.20 X 1.0μ. και για τα παιδιά είναι: 1.10 X 0.50μ. Η απόσταση μεταξύ των τάφων πρέπει να είναι τουλάχιστον 0,50μ.

Το ορθογώνιο κιβώτιο, το οποίο βρίσκεται στο δυτικότερο σημείο του τάφου περιέχει συνήθως φωτογραφίες του εκλιπόντος/ων, ένα καντήλι, εικόνα του Χριστού/Παναγίας και άνθη. Σε ορισμένες περιπτώσεις χαράσσονται λόγια παρηγοριάς στην επιφάνεια της πλάκας (π.χ. μαντηνάδες, στίχοι, αποφθέγματα κλπ)

Η φροντίδα των τάφων αποτελεί υποχρέωση των οικογενειών στις οποίες ανήκουν. Για παράδειγμα είναι υπεύθυνοι για την καθαριότητά του ή για την αντικατάσταση των άνθεων όταν αυτά μαραθούν.

β) Κοινοτικοί τάφοι: Απλά ορθογώνια ορύγματα. Η ανώτερη επιφάνεια τους δεν ξεπερνάει το επίπεδο του εδάφους. Διατίθενται συνήθως σε ανθρώπους που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να προχωρήσουν στην αγορά ενός μνήματος.

Οι διαστάσεις και το βάθος του μνήματος είναι όμοια με εκείνα του ιδιόκτητου τάφου.

Συνήθως, δεν υπάρχουν φωτογραφίες του εκλιπόντος, εικόνες ή άλλα αντικείμενα. Σπάνια συναντάται ένας σταυρός στις απολήξεις του οποίου είναι χαραγμένο το όνομα του τελευταίου εκλιπόντα.

Β. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ, ΜΑΛΕΜΕ, ΚΡΗΤΗ
Στην Κρήτη υπάρχουν δύο μεγάλα πολεμικά νεκροταφεία : το «British and Commonwealth War Cemetery» στον όρμο της Σούδας και το Γερμανικό νεκροταφείο, «Deutsche Soldaten Friedhof» στο Μάλεμε.

Το Βρετανικό συμμαχικό νεκροταφείο βρίσκεται στη ΒΔ γωνία του κόλπου της Σούδας, στη θέση Βλητέ, 5 χλμ. ανατολικά των Χανίων, σε μια όμορφη περιοχή, δίπλα στη θάλασσα. Σε αυτό το νεκροταφείο έχουν ενταφιασθεί οι σύμμαχοι της Ελλάδας κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί) που σκοτώθηκαν, κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης, το Μάϊο του 1941.

Η Μάχη της Κρήτης θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Το πρωί της 20ης Μαΐου του 1941, το αεροδρόμιο του Μάλεμε έγινε ο κύριος στόχος των γερμανικών δυνάμεων και δέχτηκε ένα ισχυρό βομβαρδισμό. Αμέσως μετά, χιλιάδες Γερμανοί αλεξιπτωτιστές έπεσαν στο Μάλεμε, ενώ το απόγευμα της ίδιας ημέρας αλεξιπτωτιστές έπεσαν στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο. Αποστολή τους ήταν η κατάληψη των τοπικών αεροδρομίων και λιμανιών. Οι δυνάμεις άμυνας στο νησί (σύμμαχοι, η πρώτη τάξη της Σχολής Ευελπίδων, μικρή ελληνική στρατιωτική δύναμη και ντόπιος πληθυσμός) αντιστάθηκαν σθεναρά απέναντι στον γερμανικό στρατό. Η Κρήτη αντιστάθηκε για εννέα ημέρες, καταλήφθηκε στις 29 Μαΐου του 1941. Τόσο οι συμμαχικές, όσο και οι γερμανικές δυνάμεις είχαν τεράστιες απώλειες.

H γη στην οποία τάφηκαν οι σύμμαχοι παραχωρήθηκε από την Ελλάδα και έγινε ο τελευταίος χώρος ανάπαυσης των νεκρών, τα λείψανα των οποίων συγκεντρώθηκαν από τέσσερα βασικά «Βρετανικά στρατιωτικά νεκροταφεία» που είχαν δημιουργηθεί από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, κατά τη διάρκεια του πολέμου. Υπάρχουν 1527 ταφές και οι περισσότερες από αυτές είναι Βρετανών, αλλά υπάρχουν και εκείνες Αυστραλών και Νεοζηλανδών. Εκτός από τους τάφους, υπάρχουν και μνημεία με τα ονόματα των ανδρών που γνωρίζουμε ότι ενταφιάσθηκαν σε ορισμένες ομάδες τάφων, αλλά των οποίων οι πραγματικοί τάφοι μέσα σε αυτές τις ομάδες δεν μπορούν συγκεκριμένα να ορισθούν. Τα μνημεία αυτά φέρουν τις επιγραφές «Θαμμένος κοντά σε αυτό το σημείο» και «Πιστεύεται ότι είναι». Το πρόβλημα αυτό δημιουργήθηκε γιατί οι γερμανικές δυνάμεις που είχαν αναλάβει το έργο της μεταφοράς των πτωμάτων από το πεδίο της μάχης στους τέσσερις χώρους ταφής που είχαν ορισθεί, συχνά έχαναν τις στρατιωτικές ταυτότητες των νεκρών.

Το νεκροταφείο συντηρείται από την Επιτροπή Πολεμικών νεκροταφείων. Υπάρχουν εκατοντάδες λευκές πλάκες στο έδαφος και ο χώρος μοιάζει με ένα τεράστιο κήπο γαλήνης. Κεντρικό σημείο του νεκροταφείου καταλαμβάνει-όπως και στα υπόλοιπα συμμαχικά νεκροταφεία της Ευρώπης-ο Σταυρός της Θυσίας.

Στο νεκροταφείο αυτό βρίσκεται και ο τάφος του J.Pendlebury (10Ε), ενός μεγάλου αρχαιολόγου, ο οποίος δούλευε για τη Βρετανική Αντικατασκοπεία και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1941.

Υπάρχει, επίσης, ο τάφος ενός Γερμανού στρατιώτη, του Alfred Hamann. Τάφηκε στο νεκροταφείο της Σούδας, εξαιτίας ενός λάθους. Τα λείψανά του ανακαλύφθηκαν κοντά στο Μάλεμε το 1956, κατά τη διάρκεια οικοδομικών εργασιών στην περιοχή. Η στρατιωτική του ταυτότητα μετακινήθηκε από το σώμα του και τα λείψανα του τάφηκαν σε ένα κήπο στο Μάλεμε. Το 1960, τα λείψανά του βρέθηκαν ξανά από την υπηρεσία ανακομιδών της Volksbund. Το μόνο πράγμα που βρέθηκε επάνω του ήταν το ρολόι του, που ήταν κατασκευασμένο στην Αγγλία. Για το λόγο αυτό πίστεψαν ότι πρόκειται για Βρετανό στρατιώτη κι έτσι τα λείψανά του παραδόθηκαν στη Βρετανική Επιτροπή πολεμικών τάφων και μεταφέρθηκαν στο συμμαχικό νεκροταφείο της Σούδας. Πολύ αργότερα έγινε γνωστό ότι πρόκειται για το Γερμανό στρατιώτη Alfed Hamann, που γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1918 στην περιοχή του Βερολίνου και πέθανε στις 20 Μαΐου του 1941,την πρώτη μέρα της Μάχης της Κρήτης. Έπειτα από συμφωνία, ανάμεσα στη Volksbund και στην επιτροπή της Κοινοπολιτείας, αποφασίστηκε να μην μεταφερθούν ξανά τα λείψανά του, αλλά να παραμείνει στη Σούδα.

Ένα συμμαχικό νεκροταφείο υπήρχε στο Ρέθυμνο, στην περιοχή των Μυσσιρίων, έως το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Το νεκροταφείο κατασκευάστηκε από τις γερμανικές δυνάμεις, κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης και της γερμανικής κατοχής. Ήταν ένας ορθογώνιος χώρος, στο πίσω μέρος του οποίου υπήρχε ένας λίθινος βωμός και στη μέση του χώρου ένας ξύλινος σταυρός, ύψους 3-4 μέτρων. Οι τάφοι (περίπου 100-150) ήταν διευθετημένοι δεξιά και αριστερά ενός διαδρόμου, που οδηγούσε από την είσοδο του νεκροταφείου στο βωμό. Μετά το τέλος του πολέμου, τα λείψανα των συμμάχων μεταφέρθηκαν στο νεκροταφείο της Σούδας. Σήμερα στο χώρο αυτό, λειτουργεί σχολείο.

Το Γερμανικό Πολεμικό Νεκροταφείο βρίσκεται σε λόφο, πίσω από το αεροδρόμιο του Μάλεμε (ύψωμα 107), εκεί όπου πολλοί Γερμανοί αλεξιπτωτιστές σκοτώθηκαν το Μάη του 1941, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στην Κρήτη. Περιλαμβάνει 4.465 ταφές. Εκτός από τους Γερμανούς που σκοτώθηκαν στο Μάλεμε, στο ίδιο νεκροταφείο μεταφέρθηκαν στη δεκαετία του 1970 τα λείψανα Γερμανών στρατιωτών που είχαν ταφεί σε άλλες θέσεις στην Κρήτη. Συγκεκριμένα στο Μάλεμε μεταφέρθηκαν τα λείψανα στρατιωτών που είχαν αρχικά ενταφιασθεί σε μαζικούς τάφους στο ΒΔ τομέα του αεροδρομίου Ηρακλείου, μπροστά στο εκκλησάκι του Γαλατά στα Χανιά και στο νεκροταφείο των Γερμανών αλεξιπτωτιστών που είχαν πέσει στο Ηράκλειο. Το νεκροταφείο αυτό βρισκόταν στην περιοχή Ατσαλένιο Ηρακλείου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το γήπεδο ποδοσφαίρου της ομώνυμης ομάδας. Το νεκροταφείο στο Μάλεμε εγκαινιάστηκε επίσημα το 1974 από τον Γερμανό Gericke, ο οποίος ήταν ένας από τους αξιωματικούς, κατά τη διάρκεια της αρχικής φάσης της επίθεσης στην Κρήτη, στις 20 Μαΐου του 1941.

Το νεκροταφείο αποτελείται από απλές πλάκες, τοποθετημένες πάνω στο έδαφος, μία πλάκα για κάθε δύο άνδρες. Στα ενδιάμεσα διαστήματα υπάρχουν μικροί λίθινοι σταυροί. Πάνω στην πλάκα αναφέρεται το όνομα του στρατιώτη, ο βαθμός του και οι ημερομηνίες γεννήσεως και θανάτου. Στην πλειονότητα τους οι νεκροί δεν ξεπερνούσαν τα 18-25 χρόνια και οι περισσότεροι σκοτώθηκαν την πρώτη μέρα της επιθέσεως στο νησί.

Στο ίδιο νεκροταφείο έχει ενταφιασθεί ο Bruno Brauer, Διοικητής του Φρουρίου Κρήτης από το Σεπτέμβριο του 1942 έως τον Ιούνιο του 1944. Μετά το τέλος του πολέμου δικάστηκε από τις Ελληνικές Στρατιωτικές αρχές ως εγκληματίας πολέμου, κρίθηκε ένοχος για επτά κατηγορίες και καταδικάστηκε σε θάνατο. Εκτελέστηκε στις 20 Μαΐου του 1947 στην Αίγινα. Σεβόμενοι την τελευταία του επιθυμία, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο Μάλεμε και τάφηκαν εκεί.

Στο Μάλεμε λαμβάνουν χώρα δύο μεγάλες επετειακές εκδηλώσεις μνήμης. Η πρώτη λαμβάνει χώρα την τρίτη Κυριακή του Νοεμβρίου, οργανώνεται από τη Γερμανική πρεσβεία και είναι κάτι σαν λαϊκό μνημόσυνο. Η δεύτερη λαμβάνει χώρα στις 20 του Μάη-ημέρα επετείου της Μάχης της Κρήτης- και οργανώνεται από τους Βετεράνους Γερμανούς Αλεξιπτωτιστές. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την τέλεση ιδιωτικών μνημοσύνων.

Στην Κρήτη, υπάρχει, επίσης, το νεκροταφείο των Γερμανών αξιωματικών που έπεσαν στο Ρέθυμνο, στην περιοχή του Μασταμπά. Είναι οργανωμένο σε επίπεδα και οι τάφοι είναι απλές πλάκες πάνω στο έδαφος και μικροί σταυροί πάνω από αυτούς.

Έως το τέλος του πολέμου, στο Ρέθυμνο, στην περιοχή των Περιβολίων, υπήρχε άλλο ένα γερμανικό νεκροταφείο, πάνω στο κεντρικό δρόμο που οδηγούσε από το Ρέθυμνο στο Ηράκλειο. Ήταν ένας ορθογώνιος χώρος, με ένα διάδρομο που οδηγούσε από την ςείσοδο στο βωμό. Ο βωμός ήταν περίπου 2μ. ψηλός και επάνω του βρισκόταν ξύλινος σταυρός, ύψους 5-6 μ. Δεξιά κι αριστερά του διαδρόμου βρίσκονταν οι τάφοι των στρατιωτών. Υπήρχαν περίπου 350-400 τάφοι. Κάθε τάφος είχε ένα μικρό σταυρό με το όνομα του νεκρού και το κράνος του. Μετά τη λήξη του πολέμου, τα λείψανα των νεκρών μεταφέρθηκαν στο Μάλεμε.

Εκτός από τα πολεμικά νεκροταφεία, πολεμικά μνημεία μπορεί κανείς να βρει παντού στην Κρήτη. Φτιάχτηκαν στη μνήμη των αθώων θυμάτων των Γερμανικών βιαιοτήτων. Ένα τέτοιο μνημείο βρίσκεται στο Ρέθυμνο, στη θέση Άμμος, στα Μυσσίρια. Στη θέση αυτή, 110 Έλληνες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς Το μνημείο ονομάζεται σήμερα «110 Μάρτυρες». Κατά τη διάρκεια της κατοχής, στο σημείο αυτό υπήρχαν οι τάφοι των εκτελεσθέντων, αλλά μετά το τέλος του πολέμου τα λείψανά τους μεταφέρθηκαν στο πολιτικό νεκροταφείο του Αγίου Γεωργίου στα Περιβόλια. Σήμερα, έχει τοποθετηθεί εκεί ένα άγαλμα της Ελευθερίας και επιγραφή με τα ονόματα των εκτελεσθέντων.

Άλλο τέτοιο μνημείο υπάρχει στην περιοχή Σφακάκι στο Ρέθυμνο, με τα ονόματα των Νεοζηλανδών στρατιωτών, που σκοτώθηκαν στη Μάχη της Κρήτης.

Ωστόσο, στο νησί υπάρχουν και ταφές παλαιότερες εκείνων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίες συνδέονται με τις τοπικές εξεγέρσεις των Κρητικών ενάντια στους Τούρκους. Στο Ρέθυμνο, στην οδό Κριάρη σώζεται έως σήμερα ένα μικρό τμήμα ενός πολωνικού νεκροταφείου, το οποίο περιλαμβάνει 18 τάφους Πολωνών στρατιωτών που σκοτώθηκαν για την ελευθερία της Κρήτης, στις επαναστάσεις εναντίον των Τούρκων, κατά την περίοδο 1897-1905.

Στις 25 Αυγούστου του 1898 στο Ηράκλειο έγινε μια μεγάλη σφαγή αθώων ανθρώπων από τους Τούρκους. Εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν κι ανάμεσά τους 17 Βρετανοί στρατιώτες, που ενταφιάσθηκαν στο πολιτικό νεκροταφείο του Αγίου Κωνσταντίνου στο Ηράκλειο.

Στο νησί υπάρχουν ακόμη πολλοί τόποι μαρτυρίου, όπως για παράδειγμα το σπήλαιο του Μελιδονίου. Τον Ιανουάριο του 1824, 340 γυναικόπαιδα και 30 άνδρες κρύφτηκαν στο σπήλαιο για να σωθούν από τους Τούρκους. Οι Τούρκοι, όμως, άναψαν φωτιά στην είσοδο του σπηλαίου και οι Κρητικοί πέθαναν από ασφυξία. Τάφηκαν από τους συντοπίτες τους στο ίδιο σπήλαιο, όπου θυσιάστηκαν.

Ωστόσο, ίσως ο γνωστότερος τόπος μαρτυρίου της Κρήτης είναι η Μονή Αρκαδίου. Το 1896, Τούρκοι πολιορκούσαν τη Μονή. Οι μοναχοί συγκεντρώθηκαν στην πυριταποθήκη του μοναστηριού και όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στο μοναστήρι, οι μοναχοί έβαλαν φωτιά στο μπαρούτι και μια τεράστια έκρηξη σκότωσε μαζί μοναχούς και Τούρκους. Σήμερα, στη μονή υπάρχει ένα οστεοφυλάκειο με τα κρανία των μοναχών του Αρκαδίου. Στις 8 του Νοέμβρη μεγάλες εκδηλώσεις λαμβάνουν χώρα στο Αρκάδι, φόρος τιμής στη μεγάλη θυσία.

Γ. YENI MAHALLE, ΚΟΜΟΤΗΝΗ, ΒΟΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΑ (ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ)

Η ζωή και ο θάνατος στο Ισλάμ
Κατά το Ισλάμ ο άνθρωπος είναι μοναδικό πλάσμα. Ο Θεός είναι δημιουργός του και όλη η ζωή προέρχεται από τον Θεό. Γι` αυτό το λόγο η ζωή είναι ιερή και ο Νόμος του Θεού την προστατεύει. Σκοπός του ανθρώπου είναι να ευχαριστεί τον Δημιουργό του και να βρει τη γαλήνη μαζί Του τηρώντας του θεϊκούς νόμους.

Ο θάνατος (mawt) είναι κάτι το φυσικό για όλα τα πλάσματα του Θεού. Με εξαίρεση τον ίδιο τον Θεό που είναι αιώνιος και αθάνατος, τα πάντα στη φύση είναι φθαρτά. Ο Θεός, λοιπόν, προσφέρει τη ζωή και ο ίδιος την αφαιρεί. Ο ίδιος ο θάνατος δεν αποτελεί μια τιμωρία. Σαν ιδέα είναι ασύλληπτος. Μπορεί να νοηθεί ως ένα είδος εκπλήρωσης της ζωή του ανθρώπου όπου μπορεί κάποιος να λάβει την ευλογία του Θεού και να γίνει δεκτός στον Παράδεισο.

Ο θάνατος, λοιπόν, είναι η ηθική ώθηση στο Ισλάμ. Η σκέψη για το θάνατο βοηθά τον άνθρωπο να εστιάσει την προσοχή στο ηθικό μια και το αγαθό πάει στον παράδεισο και το κακό στην κόλαση. Ο θάνατος είναι μια πύλη στη ζωή και η συνεχής σκέψη του βοηθά τον άνθρωπο να καταλάβει τι σημαίνει να κάνεις το καλό ή το κακό.

Τελετουργικά
Την ώρα που πεθαίνει κάποιος όποιος βρίσκεται δίπλα του υπενθυμίζει, ψιθυρίζοντας στο αυτί τη βασική αρχή του Ισλάμ (Shahadah). Πιο συγκεκριμένα του λέει την εξής φράση: «Δεν υπάρχει άλλος από τον Αλλάχ και Μωάμεθ είναι ο Προφήτης και ο Αγγελιοφόρος Του». Πρόκειται για τη φράση που πρώτη ακούει ένας μουσουλμάνος όταν γεννιέται και τελευταία όταν πεθαίνει.

Η σωρός του νεκρού τοποθετείται σε ένα φέρετρο με το κεφάλι του προς την κατεύθυνση της Μέκκας. Όσοι είναι παρόντες προσεύχονται στο Θεό το «πέρασμα» του θανόντος να είναι εύκολο και χωρίς πόνο. Κλείνουν τα μάτια του νεκρού, το στόμα του, τοποθετούν τα χέρια του ίσια στα πλευρά του, ευθυγραμμίζουν τα πόδια του, καλύπτουν το σώμα με υφασμάτινο πανί. Ακόμη, διαβάζουν αποσπάσματα από το Κοράνι και φωτίζουν το χώρο που βρίσκεται η σωρός. Αποφεύγεται να μένει μόνος του ο νεκρός στο δωμάτιο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν ειδικά γραφεία τελετών αλλά για όλα φροντίζουν οι συγγενείς του εκλιπόντος. Οι ίδιοι προετοιμάζουν το σώμα του νεκρού για τον ενταφιασμό και είναι για αυτούς μια ευκαιρία να θυμηθούν τη σύντομη ύπαρξή τους στη γη. Πριν ξεκινήσει το τελετουργικό οι συγγενείς αφαιρούν τα ρούχα του νεκρού και τυχόν ακαθαρσίες από πάνω του (π.χ. αίμα). Η πλύση του σώματος (Ghusl) γίνεται με προσοχή και σεβασμό. Γενικά, οι άντρες πρέπει να λούζουν άντρες και γυναίκες πρέπει να λούζουν γυναίκες. Όταν αυτό δεν είναι εφικτό μπορεί να το κάνει και άτομο του αντιθέτου φύλου. Συνήθως η πλύση γίνεται από τους πιο κοντινούς συγγενείς. Πλένουν το σώμα τρεις ή πέντε φορές (πάντως μονός αριθμός) με νερό και ίσως με καμφορά και μυρωδικά ξεκινώντας είτε από τη δεξιά πλευρά είτε από το κεφάλι. Έπειτα τυλίγουν το σώμα συνήθως με βαμβακερά κομμάτια υφάσματος. Τρία κομμάτια ύφασμα (kafan) για τους άντρες και πέντε για τις γυναίκες. Η ταφή γίνεται γρήγορα, πριν νυχτώσει. Διαφορετικά πραγματοποιείται την επόμενη μέρα. Η νεκρική πομπή ξεκινά από το σπίτι προς το νεκροταφείο με προαιρετική στάση στο τζαμί. Θεωρείται τιμή κάποιος να βοηθήσει στη μεταφορά του νεκρού. Γενικά οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να ακολουθήσουν τη νεκρική πομπή. Φωνές και κλάματα γενικά δεν επιτρέπονται. Στο νεκροταφείο οι γυναίκες μπορούν να εισέλθουν κάτι όμως που δε συνηθίζεται σε άλλες περιοχές.

Το βάθος του τάφου είναι περίπου στο ύψος της μέσης αν είναι άντρας και στο ύψος του στήθους αν είναι γυναίκα. Το σώμα έχει προσανατολισμό προς τη Μέκκα και τοποθετείται σε πλάγια θέση προς τη δεξιά πλευρά. Με παρουσία του Ιμάμη λέγεται τέσσερις φορές ή φράση: «Ο Θεός είναι μεγάλος». Μετά την πρώτη προσφώνηση της φράσης απαγγέλλεται το εισαγωγικό κεφάλαιο του Κορανίου. Τη δεύτερη προσφώνηση της φράσης ακολουθεί απαγγελία ύμνων για τον Προφήτη. Την τρίτη φορά έχουμε ικεσία – προσευχή για το νεκρό ενώ την τελευταία αναγγελία της φράσης ακολουθεί ικεσία – προσευχή για του παρευρισκόμενους στη νεκρώσιμη τελετή. Άλλη προσευχή λέγεται αν ο ενταφιαζόμενος είναι άντρας και άλλη αν είναι γυναίκα. Σε όλη τη διάρκεια της προσευχής ενταφιασμού (Janaazah) οι παρευρισκόμενοι είναι όρθιοι χωρίς να κάνουν υποκλίσεις (R`uku) ή να προσκυνούν (Sujjood) ενώ ο νεκρός είναι τοποθετημένος οριζόντια ανάμεσα στον ιμάμη και στην κατεύθυνση της προσευχής (Ka`bah). Η τελετή τελειώνει με επίκληση για ειρήνη στον Προφήτη, στο σπίτι του και σε όλους τους πιστούς. Η επίκληση γίνεται δύο φορές. Στις περιπτώσεις που ο ενταφιαζόμενος είναι άθεος ή αυτοκτόνησε δε λέγεται καμιά προσευχή.

Αμέσως μετά ακολουθεί ο ενταφιασμός. Μονός αριθμός συγγενών τοποθετούν το σώμα μέσα στον τάφο και χαλαρώνουν τα υφάσματα, στρέφουν το πρόσωπο προς την Μέκκα και ψιθυρίζοντας για τελευταία φορά στο αυτί: «Δεν υπάρχει άλλος από τον Αλλάχ και Μωάμεθ είναι ο Προφήτης και ο Αγγελιοφόρος Του». Σκεπάζουν τον τάφο με χώμα. Οι παρευρισκόμενοι ρίχνουν τρεις χούφτες χώμα ο καθένας στον τάφο λέγοντας τρεις ξεχωριστές προσευχές για τον θανόντα και την άφεση των αμαρτιών του.

Κοιμητήριο
Το νεκροταφείο που καταγράφηκε και αποτυπώθηκε στα πλαίσια του προγράμματος είναι αυτό του Γενί Μαχαλά ( Yeni Mahalle: Νέα Γειτονιά) στην πόλη της Κομοτηνής. Ο χώρος του νεκροταφείου βρίσκεται στη βόρεια άκρη της πόλης. Χωρίζεται ουσιαστικά σε τρία τμήματα. Υπάρχει ένας μικρός χώρος στην είσοδο όπου βρίσκεται και ένα πολύ μικρό οίκημα ως αποθηκευτικός χώρος. Έπειτα υπάρχει το κυρίως νεκροταφείο με τους τάφους ενώ το τρίτο τμήμα είναι η προέκταση του νεκροταφείου σε περίπτωση που δεν υπάρχει άλλος χώρος για νέους τάφους.

Η έκταση του νεκροταφείου είναι βακούφικη (vakf) δηλαδή θρησκευτική περιουσία και υπάγεται στη Διαχειριστική Επιτροπή Μουσουλμανικής Περιουσίας Κομοτηνής. Για τον συγκεκριμένο χώρο υπάρχει ένας υπεύθυνος φροντίζει για το άνοιγμα και το κλείδωμα του χώρου καθώς και σκάψιμο του τάφου. Ο οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος που θέλει να θαφτεί στο συγκεκριμένο νεκροταφείο αγοράζει τον απαιτούμενο χώρο. Τα έσοδα από αυτές τις αγορές χρησιμοποιούνται τόσο για τη συντήρηση του νεκροταφείου όσο και την αγορά διπλανών χώρων στην προοπτική επέκτασης του. Όπως προαναφέρθηκε ειδικά γραφεία τελετών που να οργανώνουν τις κηδείες ή κάποιες τυχόν εκδηλώσεις που σχετίζονται με αυτές δεν υπάρχουν.

Ο χώρος που βρίσκεται το νεκροταφείο του Γενί Μαχαλά είναι δωρεά και ο τάφος του δωρητή βρίσκεται σε ξεχωριστή θέση από τους υπόλοιπους τάφους. Χωροταξικός σχεδιασμός του νεκροταφείου δεν υπάρχει. Οι τάφοι έχουν προσανατολισμό προς τη Μέκκα. Στο χώρο του νεκροταφείου υπάρχουν φυτεμένα διάφορα δέντρα ενώ τα περισσότερα είναι κυπαρίσσια.

Τάφοι
Ο τύπος του τάφου που συναντάμε σε συντριπτική πλειοψηφία είναι ο εξής: Μετά τη ταφή του νεκρού και αφού ριχτεί νερό εθιμοτυπικά και αφεθούν λουλούδια στην κορυφή του χώματος που το σκεπάζει στο ύψος του κεφαλιού και των άκρων των ποδιών τοποθετούνται πασαλάκια δηλώνοντας τα όρια του. Στη θέση των μικρών πασάλων εκ των υστέρων τοποθετούνται δύο πλάκες. Αυτές μπορεί να είναι μαρμάρινες, τσιμεντένιες ή και απλές πέτρες αναλόγως με την οικονομική κατάσταση της οικογενείας του νεκρού.

Ένα άλλο τύπο τάφου που συναντάμε πολύ πιο σπάνια είναι ο εξής: ο τάφος να περιφράσσεται ολόγυρα με μάρμαρο ή με τσιμέντο έχοντας ένα ορθογώνιο σχήμα και οι πλάκες να τοποθετούνται κανονικά στο κεφάλι και στα πόδια. Μερικές φορές πάνω στον τάφο είναι φυτεμένα λουλούδια ή ακόμη και δέντρα.

Οι πλάκες ξεκινούν με τη φράση «Huvelbaki» ή τη φράση «Allah Bakidir» που σημαίνει ότι «Ο Θεός είναι αιώνιος». Στη συνέχεια αναφέρουν, συνήθως κάποιες ευχές, προσευχές ή μιλούν για τη ματαιότητα της ζωής και στο τέλος αναφέρουν τα στοιχεία του θαμμένου. Σε πολλές περιπτώσεις η μια πλάκα είναι γραμμένη στη σύγχρονη τουρκική γλώσσα και η άλλη πλάκα αναφέρει ακριβώς τα ίδια στοιχεία στην αραβική γραφή. Υπάρχουν και περιπτώσεις που οι πλάκες είναι γραμμένες μόνο με την αραβική γραφή.

Ο ενταφιασμός των νεκρών στο χώρο ξεκίνησε από το βάθος του νεκροταφείου (Βορειοανατολική πλευρά) και συνεχίστηκε πάντα με κατεύθυνση προς τη Μέκκα (δηλαδή προς τη Νοτιοδυτική πλευρά).

Καταγραφή τάφων
Η καταγραφή αφορά τους τάφους που δημιουργήθηκαν μέχρι τις 15 Ιουλίου 2004. Τα πεδία που δημιουργήθηκαν σύμφωνα με τις καταγεγραμμένες πληροφορίες αφορούν τα στοιχεία προσδιορισμού της ταυτότητας του θαμμένου, την αιτία θανάτου, το επάγγελμα, τον τόπο διαμονής, τον τόπο καταγωγής, την ημερομηνία θανάτου, την ηλικία, την ημερομηνία γέννησης. The Turkish words (for example name, location) are registered as they are written but with the English alphabet. Οι τουρκικές λέξεις (π.χ. όνομα, επάγγελμα) καταγράφηκαν όπως είναι γραμμένες αλλά με το αγγλικό αλφάβητο.

Ως προς το πρώτο πεδίο σχετικά με την ταυτότητα του νεκρού αναφέρονται όλα τα στοιχεία που προσδιορίζουν το συγκεκριμένο άτομο όπως ακριβώς είναι γραμμένα στην ταφόπλακα. Έτσι, μπορεί κανείς να διαβάσει σε αυτό το πεδίο το όνομα του νεκρού, το πατρώνυμο, την καταγωγή του (αναφέρεται και σε ξεχωριστό πεδίο), το επάγγελμα του ακόμη και κάποιο παρατσούκλι που είχε. Στους γυναικείους τάφους αναφέρεται το όνομα της καθώς και το όνομα, πατρώνυμο, το επίθετο ακόμη και το επάγγελμα ή και η καταγωγή του συζύγου της. Άλλες φορές αναφέρεται δίπλα στο γυναικείο όνομα το όνομα, το επίθετο, το πατρώνυμο, το επάγγελμα, η καταγωγή του πατέρα της. Δεν λείπουν οι περιπτώσεις που αναφέρονται τα στοιχεία τόσο του πατέρα όσο και του συζύγου. Μερικές φορές δίπλα το γυναικείο όνομα αναφέρονται όλες οι παραπάνω πληροφορίες για τα παιδιά της γυναίκας ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που δίπλα στο γυναικείο όνομα αναφέρονται ως πληροφορίες προσδιορισμού της τα στοιχεία του γαμπρού της. Πολλές φορές, ειδικά σε μεγάλους ηλικιακά νεκρούς, το επάγγελμα ή η καταγωγή μπορεί ταυτόχρονα να αποτελεί και το επίθετο τους. Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω διατηρήθηκαν στην καταγραφή αυτούσια όλα αυτά τα στοιχεία προσδιορισμού της ταυτότητας του θαμμένου δίνοντας ταυτόχρονα και μια ενδιαφέρουσα εικόνα της ιδιαιτερότητας που υπάρχει σε σχέση με τα χριστιανικά νεκροταφεία της πόλης. Τα πεδία, λοιπόν, της καταγωγής και του επαγγέλματος συμπληρώνονται όταν αφορούν άμεσα το θαμμένο πρόσωπο.

Οι τάφοι χαρακτηρίζονται ως «άγνωστοι» όταν δεν έχουν καθόλου ταφόπλακες, όταν τα γράμματα πάνω στις ταφόπλακες έχουν φθαρεί, όταν οι ταφόπλακες έχουν καταστραφεί τελείως και όταν αντί για πλάκες υπάρχουν απλές πέτρες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Agelarakis, Kanta, Moody 2000: Agelarakis A., Kanta A., Moody J., Cremation Burial in LM IIIC – Sub Minoan Crete and the Cemetery at Pezoulos Atsipades, Crete.

Aλεξίου 1967: Aλεξίου Στυλ, « Αρχαιότητες και μνημεία Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης», ΑΔ 22 (Β11, Χρονικά) , 480-488

Blackman 1999-2000: Blackman D. J. «Archaeology in Greece 1999-2000», AR 139-140

Boardman 1971: Kurtz, D. C. and Boardman J., Greek Burial Customs, Llondon.

Branigan (ed.) 1998: Branigan K.(ed.) Cemetery and Society in the Aegean Bronze Age, Sheffield Academic Press

Brock 1957: Brock J.K., Fortestsa,

Burkert 1985: Burkert W., Greek Religion, Berkeley

Cavanagh and Mee 1998: Cavanagh W. and Mee Chr., «A Private Place: Death in Prehistoric Greece», Studies in Mditerranean Archaeology, vol. CXXV.

Christou 1998: Christou D., «Cremations in the Western Necropolis of Amathous» in Karageorghis V., Stampolidis N. (eds), Eastern Mediterranean. Cyprus, Dodecanese, Crete 16th -6th c. BC., Proceedings of the International Symposium in Rethymnon 1997, Athens, 207-216.

Coldstream 2003: Coldstream J.N., Geometric Greece. 900-700BC, Rutledge

Daux 1960: Daux G., « Chronique des fouilles et decouvertes archaeologiques en Grece en 1959 », BCH 84, 819-21

Davaras 1973: Davaras Κ., «Cremations in Minoan and Subminoan Crete», Antichita Cretesi, Studi in onore di Doro Levi, Catania, I, 158-167.

Dennis 2001: Dennis G. T., «Death in Byzantium», DOP 55, 1-7

Desborough 1995: Desborough V.R., Oι Ελληνικοί Σκοτεινοί Αιώνες, (μετ. Κόντη), ΑθήναDoumas 1977: Doumas Christos, «Early Bronze Age Burial Habits in the Cyclades», Studies in Mditerranean Archaeology, vol. XLVIII

Evans 1906: Evans A., «The Prehistoric Tombs of Knossos, London

Fedwick 1976: Fedwick P. J., «Death and dying in Byzantine liturgical traditions», Eastern Churches Review 8, 157-161

Forsdyke 1926-7: Forsdyke E.J., «The Mavro Spilio cemetery at Knossos», BSA 28, 243-296

Garfield 1990: Garfield J., The Fallen: a photographic journey through the war cemeteries and memorials of the Great War 1914-18, London

Gerola 1932: Gerola G., Monumenti Veneti nell” isola de Creta, vol. IV, Venezia, μετάφραση Σπανάκης Στ., Βενετικά Μνημεία της Κρήτης (Εκκλησίες), εκδοτική φροντίδα «Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη», Κρήτη 1993

Hacioglu 1992: Hacioglu A., Imamet Rehberi, Κομοτηνή

Hale 1949: Hale J. E., The pastor of burial. A historical synopsis and a commentary, Washington

Hall 1914: Hall E. H., Excavations in Eastern Crete Vrokastro, The Museum of Anthropological Publications, 3, Pennsylvania.

Hallager, McGeorge 1992: Hallager B.R., McGeorge J.P., «Late Minoan III Burials at Chania. The tombs, finds and deceased in odos Palama», SIMA XCIII, Goteborg

Hood 1958-9: Hood S., « A Minoan Shaft-Grave on the slopes opposite the Temple Tomb», BSA 53-54, 281-2

Hood 1958-9: Hood S., «A Minoan Shaft-Grave in the bank with Hogarth΄s Tombs», BSA 53-54, 283-4

Kilavuz, Koten, Cetin, Algul 1988: Kilavuz A. S., Koten A., Cetin O., Algul H., Din kulturu ve ahlak bilgisi, Constantinople (Milli Egitim)

Kurtz, Boardman 1971: Kurtz D., Boardman J., Greek Burial Customs, London.

Kyriakakis 1974: Kyriakakis J., «Byzantine burial customs: Care of the deceased from death to the prothesis», The Greek Orthodox Theological Review 19, 37-72

Lemos 2002: Lemos I., The Protogeometric Aegean. The Archaeology of the Late Eleventh and Tenth Centuries BC, Oxford

Melas 1984: Melas M., «The origins of Aegean cremations», Ανθρωπολογικά 5, 21-34.

Muhly 1992: Muhly J.D.: Μινωικός Λαξευτός τάφος στον Πόρο Ηρακλείου, Αθήνα

Ozcan 1987: Ozcan Μ., Din gorevlisinin el kitabi, Constantinople

Papadakis 1986: Papadakis N., «Excavations, Mochlos: agros M. Katapoti», ΑΔ 41, 227-228.

Pelon 1976: Pelon O., Tholoi, tumuli et cercles funeraires, Paris.

Petrakakos 1905: Petrakakos D., «Die Toten im Recht nach der Lehre und den Normen des orthodoxen morgenlandischen Kirchenrechts und der Gesetzgebung Griechenlands», Leipzig

Popham et. al 1974: Popham et al., «Sellopoulo tombs 3 and 4, two Late Minoan graves near Knossos», BSA 69, 195-257.

Rohde 1966: Rohde E., Psyche: The Cult of Souls and Belief in Immortality Among the Greeks, New York.

Rush 1941: Rush A., Death and Burial in Christian antiquity, Washington

Rutherford 1975: Rutherford R., Psalm 113 (114-115) and Christian burial, Berlin

Rutherford 1980: Rutherford R., The Death of a Christian. The rite of funerals, New York

Sakellarakis 1972: Sakellarakis I, «Mycenean Tafikos Perivolos in Crete» AAA 5, 399-415

Savignoni 1904: Savignoni: ‘Scavi e scoperte nella Necropoli di Phaestos΄, Monumenti antichi XIV, COL. 501-566

Seager 1910: Seager R., Explorations in the island of Pseira, Crete, Philadelphia

Seager 1912: Seager R., Exploration in the island of Mochlos, Boston

Seager 1916: Seager R., The cemetery of Pachyammos, Crete, University of Pensylvania

Soles 1979: Soles J., «The Early Gournia Town», AJA 83, 149-167

Soles 1992: Soles J., The Prepalatial cemeteries at Mochlos and Gournia and the House Tombs of Bronze Age Crete, Hesperia 24 (suppl.), Princeton

Tsipopoulou 1989: Tsipopoulou M., Archaeological survey at Aghia Photia, Siteia, SIMA, Pocketbook 76, Sweden.

Van Effentere 1948: Van Effenterre H., « Mirabello, Necropoles» Etudes Cretoises, VIII, Ecole Francaise D΄ Athenes

Van Effentere 1963: Van Effenterre H., Fouilles executees a Mallia, Etude du site et exploration de necropoles, Paris
Warren και Hankey 1989: Warren P., Hankey V., Aegean Bronze Age Chronology, Bristol.

Watrous 1982: Watrous L.V., «Lasithi, a history of settlement on a highland plain in Crete», Hesperia18 (Supplement), Princeton
Xanthoudides 1914: Xanthoudides St., The Vaulted tombs of Mesara, London

Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη 1972: Αγγελομάτη Τσουγκαράκη Ε., Μητρώον Α΄ Νεκροταφείου Αθηνών, Αθήνα

Βλαζάκη 1992: Βλαζάκη Μ., «Αρχαιότητες και μνημεία Δυτικής Κρήτης. Ανασκαφικές Εργασίες», ΑΔ 47, 571-5

Βοκοτοπούλου 1986: Βοκοτοπούλου Ι., Βίτσα: τα νεκροταφεία μιας μολοσσικής κώμης, Αθήνα

Βολανάκης 1987: Βολανάκης Ι., «Τα παλαιοχριστιανικά μνημεία της Κρήτης», Κρητικά Χρονικά, τ. ΚΖ, 235-261

Γεωργίου Β: Γεωργίου Β., Ιστορία της Αντίστασης 1940-45, τ. 3, σ. 1260, 1277

Γεωργούλης: Γεωργούλης Κ. Δ., «Νεκροί (Θρησκειολογία)», Θ.Η.Ε. 9, Αθήνα, 377-383

Γιαπιτζόγλου 2000: Γιαπιτζόγλου Κ., «Ταφικά μνημεία στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Τα αρκοσόλια», Γ” Συνάντηση Βυζαντινολόγων Ελλάδος και Κύπρου (περιλήψεις), 111 – 112, Ρέθυμνο

Δαβάρας 1964: Δαβάρας Κ., «Αρχαιότητες και Μνημεία Ανατολικής Κρήτης», ΑΔ 19 (Χρονικά), 441-6

Δαβάρας 1971: Δαβάρας, K., «ΠΜ Νεκροταφείο Αγίας Φωτιάς Σητείας», AAA 4, 392-97.

Διαμαντής 2002: Διαμαντής Ν., «Επιγραφές από το παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο της Κισάμου», ΑΔ 53, Α΄ Μελέται, 313- 330

Εμμανουηλίδης 1989: Εμμανουηλίδης Ν., Το δίκαιο της ταφής στο Βυζάντιο, Αθήνα

Θεμέλης 2000: Θεμέλης Π., Πρωτοβυζανινή Ελεύθερνα, τομέας Ι, Ρέθυμνο

Θεοδωράκης 1961: Θεοδωράκης Γ., «Η Μάχη του Γαλατά», Κρητική Εστία, τ. 9, σ. 456

Θεοδωράκης 1965: Θεοδωράκης Γ., «Τα αποκαλυπτήρια του ηρώου του Γαλατά» Κρητική Εστία, τ. 13, σ. 401

Θεοδώρου 1982: Θεοδώρου Ε., «Λατρευτικές εκδηλώσεις υπέρ των κεκοιμημένων» στις «Αποστολικές Διαταγές», Ο Εφημέριος 31, 259

Ιερά Μητρόπολις Δράμας 2001: Ιερά Μητρόπολις Δράμας, Νεκρώσιμα Τελετουργικά, Εισηγήσεις-Πορίσματα Ιερατικού Συνεδρίου της Ιεράς Μητρόπολης Δράμας, Δράμα

Ιερόθεος 2000, Ιερόθεος, «Η θεολογική άποψη και οι εκκλησιολογικές συνέπειες της καύσεως των νεκρών», Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Αθήνα, 30-40

Καλλίνικος 1914: Καλλίνικος Κ., «Η φροντίς των νεκρών εν τω Χριστιανισμώ», Εκκλησιαστικός Κήρυξ 4, 200-205, 240-245, 280-285, 358-363, 395-399, 491-496

Καλοκύρης 1958: Καλοκύρης Κ., «Ολοκλήρωση της ανασκαφής της βυζαντινής βασιλικής Βυζαρίου Κρήτης», ΠΑΕ, 243-251

Καρπάθιος 2000: Καρπάθιος Στ., Η καύση των νεκρών. Αναφορά στην ψυχολογία του φαινομένου, Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Αθήνα, 87-98

Κεραμόπουλλος 1926: Κεραμοπούλλου Α., «Παλαιαί Χριστιανικαί και Βυζαντιναί ταφαί εν Θήβαις», ΑΔ 10, 124-136

Κονιδάρης 1984: Κονιδάρης, Νομική Θεώρηση των μοναστηριακών τυπικών, Αθήνα

Κονιδάρης 1999: Κουκιάρη Σ., «Η εικόνιση της ταφής των Αρχιερέων καθιστών», Κληρονομιά 31, 113 – 126

Κουκουλές 1939: Κουκουλές Φ., «Τα κατά την ταφήν των βυζαντινών βασιλέων», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών ΙΕ, Αθήναι, 52-78

Κουκουλές 1940: Κουκουλές Φ., «Βυζαντινών νεκρικά έθιμα», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. ΙΣ, Αθήναι, 3-80

Κουκουλές 1940: Κουκουλές Φ., «Συμβολή εις την Κρητικήν λαογραφίαν επί Βενετοκρατίας», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, τ. Γ, Αθήναι, 25-34

Κουκουλές 1951: Κουκουλές Φ., Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Δ, Εν Αθήναις

Λιουδάκη 1939: Λιουδάκη Μ., «Η τελευτή στην Κρήτη», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών Β, Αθήναι, 403-427

Λουκάτος 1940: Λουκάτου Δ., «Λαογραφικαί περί τελευτής ενδείξεις παρά Ιωάννη τω Χρυσοστόμω», Επετηρίς Λαογραφικού Αρχείου 2, 30-117

Μorris 1997: Morris I., Ταφικά Τελετουργικά έθιμα και κοινωνική δομή στην κλασική αρχαιότητα, Ηράκλειο

Μακρής 1989: Μακρής Ευ., «Ανίχνευση παλιότερων επιδράσεων στην παλαιοχριστιανική ταφική αρχιτεκτονική και τη νεκρική λατρεία», Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συμποσίου, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα, 89-104

Μακρής: Μακρής Σπ., «Νεκρώσιμος Ακολουθία. Κηδεία», Θ.Η.Ε. 9, Αθήνα, 383-385

Μακρής: Μακρής Σπ., «Το ζήτημα της καύσεως των νεκρών», Θ.Η.Ε. 9, Αθήνα, 385-386

Μαντζαρίδου 2000: Μαντζαρίδου Γ., «Η καύση των νεκρών από την άποψη της χριστιανικής ανθρωπολογίας και ηθικής», Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη, 3, Αθήνα, 100-107

Μαρή, Κυρίμη 2000: Μαρή Μ., Κυρίμη Μ., «Το νεκροταφείο του Ι. Ν. Αγίων Δέκα στο ομώνυμο χωριό της επαρχίας Καινουρίου (Ηρακλείου Κρήτης)», Γ” Συνάντηση Βυζαντινολόγων Ελλάδος και Κύπρου (περιλήψεις), Ρέθυμνο, 133-135

Μαρίνος 2000: Μαρίνος Α. Η καύση των νεκρών και το σύνταγμα, Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Αθήνα, 42-47

Ματθαιάκης 1973: Ματθαιάκης Τ., Το έργον της Εκκλησίας εις τα κοιμητήρια, Αθήνα

Μαυράκης 1995: Μαυράκης Aλκ., Περιβόλια Ρεθύμνου. Το Συναξάρι του τόπου, Ρέθυμνο, σ.82-84

Μικρόν Ευχολόγιον ή Αγιασματάριον 1999, «Ακολουθία Νεκρώσιμος», ΑΔΕΕ, Αθήνα, 231-267

Μπεκατώρος: Μπεκατώρος Γ. Γ., «Μνημόσυνον (Τάξις Λατρείας)», Θ.Η.Ε. 8, Αθήνα, 1229-1230

Μπλέτσα-Κλάδου 1978: Μπλέτσα-Κλάδου Α., Τα Χανιά έξω από τα τείχη, Χανιά 1978

Μπουρνέλης 2002: Μπουρνέλης Α.Ν., Πατέρων λόγος, Ιερά Μνημόσυνα, Ηράκλειο

Οικονομίδης: Οικονομίδης Δ. Β., ««Μνημόσυνον (Λαογραφία)», Θ.Η.Ε. 8, Αθήνα, 1230-1233

Παζαράς 1988: Παζαράς Θ., Ανάγλυφες σαρκοφάγοι και επιτάφιες πλάκες της μέσης και ύστερης Βυζαντινής περιόδου στην Ελλάδα, Αθήνα

Πάλλας 1937: Πάλλας Δ., «Οι χριστιανικοί καμαρωτοί τάφοι (Καταγωγοί και λατρευτικαί ιδέαι)», ΑΕ , 847-865

Πάλλας 1950-1951: Πάλλας Δ., «Σαλαμινιακά», ΑΕ, 163-181

Παναγοπούλου: Παναγοπούλου Δ., Ίνα μη αδικώμεν τους νεκρούς μας, εκδ. Ε΄, Αθήνα

Παπαδάκης 1986: Παπαδάκης N.: «Ανασκαφικές Εργασίες, Μόχλος. Αγρός Εμμ. Καταπόδη», ΑΔ 41, 227-8.

Παπαδάκης 2002: Παπαδάκη Γ., Βιάννος, Διαχρονική Πορεία από τα βάθη των αιώνων μέχρι σήμερα, Αθήνα

Παπαλεξίου 2004: Πανοσιολογιώτατος Αρχιμ. Κ. Παπαλεξίου Παύλος, Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα

Πολίτης 1921: Πολίτη Ν., «Το έθιμον της θραύσεως των αγγείων κατά την κηδείαν», Λαογραφικά Σύμμεικτα Β, εν Αθήναις, 273 – 275
Πολίτης 1931: Πολίτη Ν., «Τα κατά την τελευτήν», Λαογραφικά Σύμμεικτα Γ, εν Αθήναις, 111-113

Προβατάκης 1990: Προβατάκης Θ., Κρήτη: Λαϊκή Τέχνη και Ζωή, Αθήνα

Πρωτόδικος 1860: Πρωτόδικος Ι., Περί της παρ΄ ημίν ταφής μετά σημειώσεων και παραβολών προς την ταφήν των αρχαίων, Αθήναι

Σακελλαράκης 1972: Σακελλαράκης, Γ., 1972: «Μυκηναικός ταφικός περίβολος εις Κρήτην», ΑΑΑ 5, 399-415

Σπανάκης 1984: Στ. Σπανάκης, Η Κρήτη, Ηράκλειο, 1984, p. 264

Σπυριδάκης 1950: Σπυριδάκη Γ. Κ., «Τα κατά την τελευτήν έθιμα των Βυζαντινών εκ των αγιολογικών πηγών», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. Κ, Αθήναι, 75-171

Συλλιγαρδάκης 1981: Συλλιγαρδάκης Τ., Ποιμαντορικόν Εγκόλπιον, Ρέθυμνο

Συμεών Θεσσαλονίκης: Συμεών Θεσσαλονίκης, «Περί του τέλους ημών και της ιεράς τάξεως της κηδείας και των κατ΄ έθος υπέρ μνήμης γινομένων», P. G. 155, 669-696

Τραυλός 1993: Τραυλός Ι., Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, Αθήνα

Τreuil, Darcque 1996: Treuil R., Darcque P., Οι πολιτισμοί του Αιγαίου κατά τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού, Αθήνα

Τζεδάκης 1971: Τζεδάκης Γ., «Ανασκαφή Αρμένων», ΑΔ 26, 513-6

Τζέρπου 2000: Τζέρπου Δ. Β., Η ακολουθία του Νεκρώσιμου Ευχελαίου κατά τα χειρόγραφα ευχολόγια του 14ου – 16ου αι. Συμβολή στην ιστορία και τη θεολογία της χριστιανικής λατρείας, Αθήνα

Τίγκας 1993: Τίγκα Αν., Η ταφή των νεκρών, Αθήναι

Τρούλης 2000: Τρούλης Μ., Ιερά Μητρόπολις Ρεθύμνου και Αυλοποτάμου: ιστορία-μνημεία-θησαυροί, Ρέθυμνο

Τσιμαγένης: Τσιμαγένης Ι., «Αι ημέραι των νεκρών» Θ.Η.Ε. 9, Αθήνα, 386-388

Φάρος 1981: Φάρου Φ., Το πένθος. Ορθόδοξη, λαογραφική και ψυχολογική θεώρηση του πένθους, Αθήνα

Φουντούλης 1994: Φουντούλης Ι. Μ., Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας, τ.Β΄, Αθήνα ,151-300

Φουντούλης: Φουντούλης Ι. Μ., «Μνημόσυνον», Θ.Η.Ε. 8, Αθήνα, 1226-1229

Φραγκούλη 1995 : Φραγκούλη Α., «Το θέμα του τόπου ενταφιασμού του Γεώργιου Χορτάτζη», Πεπραγμένα Ζ΄ Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. Β2, Ρέθυμνο, 729 – 742

Φρέρης 1993: Φρέρης Β., Τα ιστορικά μοναστήρια της Κρήτης: Αρσανίου, Αρκαδίου, Ασωμάτων, Πρεβέζης, Οδηγήτριας, Αθήνα

Φυτράκη 1955: Φυτράκη Α., Λείψανα και τάφοι μαρτύρων κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, Αθήναι
Φωτεινού, Επιτροπάκης, Κυρίμη 2000: Φωτεινού Α., Επιτροπάκης Π., Κυρίμη Μ., «Ενεπίγραφες κεραμίδες από το νεκροταφείο του Ι. Ν. Αγίου Ιωάννη στο Ρουκάνι Τεμένους Ηρακλείου», Γ” Συνάντηση Βυζαντινολόγων Ελλάδος και Κύπρου (περιλήψεις), Ρέθυμνο, 155-157

Χατζή-Βαλιάνου 1989: Χατζή-Βαλιάνου Δ. Φαιστός, Αθήνα

Χατζηνικολάου 1999: Χατζηνικολάου Ν., «Το σήμερα, το χθες και το για πάντα της ταφής και της καύσεως των νεκρών. Ταφή ή καύση των νεκρών», Ομιλίες στην ημερίδα με θέμα «Η καύση των νεκρών», Αθήνα

Χατζηνικολάου 2000: Χατζηνικολάου Ν., Το σήμερα, το χθες και το για πάντα της ταφής και της καύσεως των νεκρών, Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη, 3, Αθήνα, 73-85

Χετζογιαννάκη 2002: Χετζογιαννάκη N., Tοπογραφία ταφικών θέσεων σε σχέση με τους οικισμούς της εποχής του Χαλκού στη Κρήτη. Διπλωματική εργασία μεταπτυχιακού διπλώματος, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, Κρήτη.

Χριστινάκης 2000: Χριστινάκης Π. Ε., Ταφή ή καύση των νεκρών; Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Αθήνα, 49-71

Χριστόδουλος 2002: Χριστόδουλος Θ. Στ., «Τα ιερά μνημόσυνα», Λειτουργικά Θέματα, 2, Αθήνα

Ψευδοδιονύσιος Αρεοπαγίτης: Ψευδοδιονυσίου Αρεοπαγίτου, «Περί των επί τοις κεκοιμημένοις τελούμενων», P.G. 3, 552 – 584

Ψιλάκης 1994: Ψιλάκη Ν., Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, Ηράκλειο

Panagiotakis 2000: Panagiotakis G., Ντοκουμέντα από τη Μάχη και την Αντίσταση της Κρήτης, Ηράκλειο

Stewart 1970: Stewart MGD. G., H Mάχη της Κρήτης, Αθήναι, τ. 2, σ. 392

Vermeule 1983: Vermeule E., Η Ελλάς την Εποχή του Χαλκού, Αθήνα 1983

Vovelle 2000: Vovelle M., Ο θάνατος και η δύση: από το 1300 ως τις μέρες μας, Αθήνα

Πηγή : http://www.logiosermis.net/2012/04/blog-post_2057.html

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3308

Δεκ 12 2014

Ιωάννινα – Ιστορία και Πολιτισμός

Ιωάννινα

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3306

Δεκ 12 2014

Χανιά – Ιστορία και Πολιτισμός

Χανιά

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3305

Παλαιότερα άρθρα «