Οκτ 18 2014

Καθορισμός διδακτέας-εξεταστέας ύλης των μαθημάτων της Α ́ τάξης Ημερησίου Γενικού Λυκείου και των Α ́και Β ́ τάξεων Εσπερινού Γενικού Λυκείου

Ύλη Μαθημάτων Α” Λυκείου 2014-2015

Οκτ 16 2014

Σχήματα λόγου (με παραδείγματα από τα Κείμενα Ν.Ε Λογοτεχνίας της Θωρητικής Κατ. Γ’Λυκείου)

Τα σχήματα λόγου είναι ιδιορρυθμίες του λόγου άλλοτε στη συντακτική δομή, άλλοτε στη θέση των λέξεων στη σειρά του λόγου, άλλοτε στο ποσό των λεκτικών στοιχείων με τα οποία εκφράζεται μια έννοια και άλλοτε, τέλος, στη σημασία με την οποία χρησιμοποιείται μια λέξη. Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά σχήματα λόγου που συναντούμε στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας γ” Λυκείου (Κατεύθυνσης) είναι:

Υπερβατό: Όταν με την παρεμβολή μιας ή περισσότερων λέξεων ένας όρος της πρότασης απομακρύνεται από άλλον όρο της ίδιας πρότασης, με τον οποίο βρίσκεται σε στενή συντακτική ή λογική σχέση: π.χ.

^νάρκης του άλγους δοκιμές (αντί «δοκιμές νάρκης του άλγους»)

^Τα πέλαγα στην αστραπή κι ο ουρανός αντήχαν ^Αν είν” δεν ήξερα κοντά…

Πρωθύστερο: όταν αντιστρέφεται η σειρά του λόγου και αναφέρεται πρώτη μια πράξη που χρονικά και λογικά είναι δεύτερη. π.χ.

^Όμως κοντά στην κορασιά που μ” έσφιξε κι εχάρη (πρώτα χάρηκε και έπειτα τον έσφιξε)

Χιαστό: όταν στη σειρά του λόγου δύο ζεύγη λέξεων εκφέρονται έτσι ώστε τα δύο μέλη του δεύτερου ζευγαριού να έχουν αντίστροφη θέση από τα δύο μέλη του πρώτου (α – β / β – α):

π.χ.

^του δέντρου και του λουλουδιού που ανοίγει και λυγάει (αντί «του δέντρου και του λουλουδιού που λυγάει και ανοίγει)

Παρηχηση ή παρονομασία: όταν παρατίθενται η μια δίπλα στην άλλη λέξεις ομόηχες π.χ.

το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με ατάκτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον… (παρήχηση υγρών συμφώνων λ, ρ)

Ομοιοτέλευτο ή ομοιοκατάληκτο: όταν στο τέλος επάλληλων προτάσεων ή περιόδων τίθενται λέξεις που έχουν όμοια κατάληξη π.χ.

Φαλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια

Ασύνδετο: όταν ίδιοι όροι μέσα σε μια πρόταση ή ολόκληρες προτάσεις του ίδιου είδους παρατίθενται χωρίς να συνδέονται με κάποιο σύνδεσμο π.χ.

*Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα.

*Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ” ολίγα λεπτά της ώρας (τριμερή ασύνδετα σχήματα)

*Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει

Πολυσύνδετο: όταν αλλεπάλληλες λέξεις ή προτάσεις συνδέονται με συμπλεκτικούς ή διαχωριστικούς συνδέσμους π.χ.

άδραχνεν όλη την ψυχή και να “μπει δεν ημπόρει ο ουρανός κι η θάλασσα κι ακρογιαλιά κι η κόρη.

Έλξη: όταν ένας όρος μιας πρότασης «έλκεται» (επηρεάζεται) από όρο άλλης πρότασης, με αποτέλεσμα να αλλάζει το γένος, ο αριθμός ή η πτώση του (αν είναι όνομα) ή η έγκλιση, ο χρόνος, ο αριθμός (αν είναι ρήμα) π.χ.

*γιατί αυτοί (εννοεί τα μάτια) είναι θεοί (έλξη του γένους από το «θεοί»)

Αναδίπλωση ή παλιλλογία: όταν μια λέξη ή φράση επαναλαμβάνεται αμέσως δεύτερη φορά, συνήθως μαζί με κάποιον προσδιορισμό της π.χ.

*Ηχός, γλυκύτατος ηχός

Eπαναφορά ή επάνοδος: όταν επαναλαμβάνεται η ίδια λέξη ή φράση στην αρχή επάλληλων προτάσεων κι έτσι δύο ή περισσότερες προτάσεις στη σειρά αρχίζουν με την ίδια λέξη ή φράση π.χ.

*Μα τες πολλές λαβωματιές που μόφαγαν τα στήθια, Μα τους συντρόφους πόπεσαν στην Κρήτη πολεμώντας, Μα την ψυχή που μ” έκαψε τον κόσμο απαρατώντας.

Eπαναστροφή: όταν ο λόγος συνεχίζεται κατά παράταξη (συνήθως ασύνδετα) με την επανάληψη μια λέξης ή φράσης που προηγείται π.χ.

*Κι αντιβουίζει ολονυχτίς από πολύ γλυκάδα

η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα (επαναστροφή και χιαστό)

Eπανάληψη: όταν η ίδια λέξη ή φράση επαναλαμβάνεται αυτούσια ή ελαφρά παραλλαγμένη π.χ.

^Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα *Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως (…) Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως

Περίφραση: όταν μια έννοια εκφράζεται με δύο ή περισσότερες λέξεις π.χ.

*Και βγαίνει τ” άστρο του βραδιού (δηλαδή το φεγγάρι) και τα νερά θολώνουν *Κι έβλεπα τ” άστρο τ” ουρανού (δηλαδή τον ήλιο) μεσουρανίς να λάμπει *Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να “χω (εννοεί την κορασιά) *απλή θυγάτηρ της Εύας (εννοεί μια απλή γυναίκα)

Υποφορά – ανθυποφορά: όταν υποβάλλεται μια ερώτηση (υποφορά) και ακολουθεί η απάντηση (ανθυποφορά) π.χ.

*_Μην είδετε την ομορφιά που την Κοιλάδα αγιάζει; _Ψηλά την είδαμε πρωί” της τρέμαν τα λουλούδια

Άρση και θέση: όταν από τη μια λέγεται τι δεν είναι κάτι ή τι δε συμβαίνει και από την άλλη λέγεται τι είναι κάτι ή τι συμβαίνει π.χ.

*Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλιά το χέρι, π” αγνάντευεν Αγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι” χαρά δεν του “ναι ο πόλεμος· τ” απλώνω του διαβάτη ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι. *Όχι στην κόρη, αλλά σ” εμέ την κεφαλή της κλείνει

Αναφώνηση ή επιφώνηση: όταν στο πλαίσιο μιας περιόδου προστίθενται φράσεις επιφωνηματικές (επικλήσεις, ευχές, κατάρες…), που δεν είναι αναγκαίες για το νόημα, αλλά φανερώνουν τη συναισθηματική κατάσταση του υποκειμένου π.χ.

*Εχάθη, αλιά μου! Αλλ’άκουσα του δάκρυου της ραντίδα…

Μεταφορά: όταν η σημασία μιας λέξης μεταφέρεται από μια έννοια (πράγματος, προσώπου, ιδιότητας), στην οποία έχει αποδοθεί εξαρχής, σε άλλη έννοια, με την οποία έχει κάποια ομοιότητα π.χ.

*Αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν *Βρύση έγινε το μάτι μου.

*Κοίτα με μες στα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι

ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή * Τούτη η εποχή / του εμφυλίου σπαραγμού *(…) κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή *(…) την είδαμε να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι. *(…) το κατώφλι με το αφράτο μάρμαρο *το βουβό ποτάμι των προγόνων ^Χάνομαι μέσα στις μεγάλες αρτηριες

*Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα

Σχήμα κατ’εξοχήν: όταν μια λέξη (ένα προσηγορικό ουσιαστικό ή επίθετο) που εκφράζει εξαρχής ένα σύνολο ομοειδών όντων, καταλήγει να φανερώνει ένα μόνο από αυτά τα όντα «κατ’εξοχήν», δηλαδή εξαιρετικά π.χ.

*Μην είδετε την ομορφιά που την Κοιλάδα αγιάζει; (Η κόρη έχει ομορφιά στον υπέρτατο βαθμό)

*(…) απ” την καρδιά της Πόλης (της Κωνσταντινούπολης)

*Και όταν λέγουν περί τινός «τον επήρε το ποτάμι», εννοούν ότι επνίγη εις αυτόν τούτον τον χείμαρρον.

Συνεκδοχή: όταν χρησιμοποιείται στο λόγο α) το ένα αντί για τα πολλά ομοειδή π.χ.

*που αγνάντευεν Αγαρηνό (αντί «Αγαρηνούς») β) το μέρος αντί του όλου ή αντίστροφα, π.χ.

*Βρύση έγινε το μάτι μου (αντί «τα μάτια μου»)

*(…) κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι (αντί «μάτια»)

*Καλή είν” η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι (αντί «η κρητική γη»)

*(…) όνειρον επιπλέον εις το κύμα (αντί «θάλασσα»)

γ) η ύλη αντί για εκείνο που είναι κατασκευασμένο απ” την ύλη

π.χ.

*Όταν ανάβει το κόκκινο (αντί « το κόκκινο φανάρι»)

δ) το όργανο μιας ενέργειας αντί για το πρόσωπο που χειρίζεται το όργανο αυτό π.χ.

*Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’αναβρύζει (αντί «που το θωρώ εγώ να αναβρύζει),

*Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι

που αγνάντευεν Αγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι (αντί «δεν είμαι πια ο άνθρωπος που …) ε) το όργανο μιας ενέργειας αντί για μια σχετική ενέργεια που παράγεται από το όργανο αυτό

π.χ.*κι εγύρευε μαχαίρι (αντί «μαχαίρωμα, να σκοτώσει») *Δεν είναι αηδόνι κρητικό … (αντί «κελάηδημα αηδονιού») *Δεν ειν” φιαμπόλι το γλυκό. (αντί «ήχος φιαμπολιού»)

στ) η λέξη που φανερώνει ένα φαινόμενο που παράγεται καθώς γίνεται μια ενέργεια

αυτή

ζ) η λέξη που φανερώνει ένα εικονιζόμενο πρόσωπο, ενώ πρόκειται για την εικόνα του προσώπου αυτού π.χ.

^Ενώπιον της Μητρός του Σωτήρος (αντί « ενώπιον της εικόνας της Μητρός τους Σωτήρος»)

Μετωνυμία: όταν χρησιμοποιείται α) το όνομα εκείνου που συνέθεσε κάτι αντί για το έργο που συνέθεσε

β) το όνομα εκείνου που εφηύρε κάτι αντί για τη λέξη που φανερώνει την εφεύρεσή του

γ) η λέξη που φανερώνει εκείνο που περιέχει κάτι αντί για το περιεχόμενο

π.χ.

*το Μοναστήρι (αντί «οι μοναχοί») μου έδιδε φασκιές δια τσαρούχια δ) το τοπωνύμιο αντί για το επίθετο που παράγεται απ” αυτό ε) το αφηρημένο αντί για το αντίστοιχο συγκεκριμένο

Ειρωνεία: όταν μια λέξη ή φράση χρησιμοποιείται με αντίθετη έννοια,γιατί κάποιος θέλει να αστειευθεί η να χλευάσει κάποιον άλλο. π.χ.

*Ποιος ξέρει τι μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους. *Το ιδανικό, η τελευταία λέξη του πολιτισμού είναι, λέει, να μη ξέρεις ούτε στη φάτσα το γείτονά σου.

Ευφημισμός: όταν από φόβο, πρόληψη ή δεισιδαιμονία, χρησιμοποιεί κανείς λέξεις ή φράσεις που έχουν καλή σημασία αντί για λέξεις ή φράσεις με αρνητική σημασία π.χ.

^Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι.

Υπερβολή: όταν λέγεται κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ το πραγματικό π.χ.

*Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει

Αλληγορία: μεγάλη και τολμηρή μεταφορά *Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να “χω” Σε γκρεμό κρέμουμε βαθύ κι αυτό βαστώ μονάχο

Αποσιώπηση: όταν ο ομιλητής ή ο γράφων διακόπτει την ομαλή ροή του λόγου, αποφεύγοντας να πει κάτι για διάφορους λόγους, και στη θέση των φράσεων που παραλείπονται μπαίνουν αποσιωπητικά. π.χ.

Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι.

Πλεονασμός: όταν ένα νόημα εκφράζεται με περισσότερες λέξεις από όσες χρειάζονται. π.χ.

Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι.

Παρομοίωση: όταν συγκρίνονται δύο πρόσωπα, πράγματα ή αφηρημένες έννοιες, για να φωτιστεί η σημασία του πρώτου συγκρινόμενου μέσω της αντιπαραβολής του με κάτι πιο γνωστό και σαφές

*Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού *(…) όμοιον (το νερό) με το βρέφος το ψελλίζον *(…) ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν *(…) τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας *(…) πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική *Μόνο γι’αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο ^Ερείπια / Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες *Σαν περιβόλι ευώδησε [ο ήχος] (…)

*Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν” αναβρύζει / (…) βρύση έγινε το μάτι μου. *Σαν του Μαϊού τις ευωδιές γιομίζαν τον αέρα

*κι όπως το κούτσουρο που κόβει το νερό, έτσι περιστρέφονται γύρω μου οι διαβάτες *Κάτι σα ζεστό κύμα με σκεπάζει ξαφνικά

Σχήμα συναισθησίας: όταν συμφύρονται δύο διαφορετικές αισθήσεις π.χ.

^δροσάτο φως (αφή, όραση) ^γλυκύτατος ήχος (γεύση, ακοή)

*Σαν του Μαϊού τις ευωδιές γιομίζαν (οι ήχοι) τον αέρα (όσφρηση, ακοή)

Αντίθεση: όταν παρατίθενται δύο έννοιες με διαφορετική σημασία *Στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της *(…) την αμαυράν κι όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της *Κι η θάλασσα που σκίρτησε… ησύχασε …

Οξύμωρο: όταν συνυπάρχουν δύο έννοιες αντιφατικές, που η ύπαρξη της μιας να αποκλείει την άλλη π.χ.

*Όταν το φως λιγοστεύει / τα ξημερώματα (τα ξημερώματα το φως αυξάνει) *Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της (το φως είναι πηγή θερμότητας και δεν μπορεί να είναι δροσερό)

Κλιμάκωση: όταν παρατίθενται έννοιες με αυξανόμενή ένταση π.χ.

*η εικόνα της φωτοχυσίας στον «Κρητικό» γίνεται με ανιούσα κλιμάκωση που εκφράζεται με τη συνδρομή πολυσύνδετου

Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της (…) Εκοίταξε τ” αστέρια, κι εκείνα αναγαλλιάσαν Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν (…)Κι ανεί τς αγκάλες μ’έρωτα και με ταπεινοσύνη, (…) Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει.

Προσωποποίηση: όταν αποδίδονται ανθρώπινες ιδιότητες σε ζώα, σε αντικείμενα ή αφηρημένες έννοιες π.χ.

*Ο ουρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος

*Κάθε ομορφιά να στολιστεί [η φύση] και το θυμό ν’αφήσει

*Κι ακούει κι αυτή (η Αυγή) και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια

*Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι

*(.) το οποίον [το νερό] εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον …

*(.) όπου εσχημάτιζε …. αγκαλίτσες το κύμα

*Ονόματα από σβησμένους τάχα λαούς και χώρες δειλιάζουν μέσα στο νου *Τους πληροφορεί το αίμα τους για μένα.

Κύκλος: όταν μια φράση ή και ολόκληρο ποίημα ή αφήγημα αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη ή φράση. Στη δεύτερη περίπτωση μιλάμε για κυκλική δομή του αφηγήματος ή του ποιήματος. π.χ.

*      Το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Όνειρο στο κύμα» αρχίζει και τελειώνει με την ίδια φράση ελαφρώς παραλλαγμένη (Ήμην πτωχόν βοσκόπουλο εις τα όρη … Ω! Ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη)

*      Το ποίημα του Παυλόπουλου «Αντικλείδια» αρχίζει και τελειώνει με τον ίδιο στίχο (Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Μα, η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή).

Βιβλιογραφία: Αχιλλ. Α. Τζάρτζανου, Νεοελληνική Σύνταξις (της Κοινής Δημοτικής), τόμος Β., Εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσ, 1989

Πηγή : http://www.filologikofrontistirio.gr

Οκτ 16 2014

Οδηγοί Σπουδών για τους μαθητές Γενικού και Επαγγελματικού Λυκείου

Πληροφοριακός Οδηγός Σπουδών Γενικού Λυκείου

Πληροφοριακός Οδηγός Σπουδών ΕΠΑΛ

Οδηγούς Σπουδών για τους μαθητές του Γενικού και Επαγγελματικού Λυκείου ετοίμασε το ΚΕΣΥΠ Κατερίνης.

Πηγή : http://www.esos.gr/arthra/35347/odigoi-spoydon-gia-toys-mathites-genikoy-kai-epaggelmatikoy-lykeioy

Οκτ 15 2014

Παιδεία: Έρχεται ΑΣΕΠ, αξιολόγηση και το Νέο Δημοτικό Σχολείο – ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ – news.gr

Παιδεία: Έρχεται ΑΣΕΠ, αξιολόγηση και το Νέο Δημοτικό Σχολείο – ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ – news.gr.

Οκτ 15 2014

Εγκύκλιος για τις σχολικές εκδρομές 2014-2015

Εγκύκλιος για τις σχολικές εκδρομές 2014-2015 – Τι ισχύει | paideianews.gr.

Οκτ 15 2014

3D Αναπαράσταση Λευκού Πύργου, Θεσσαλονίκη, αρχές 20ου αιώνα

Οκτ 14 2014

Συντατικτικό Α.Ε Γλώσσας : ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ

ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ

§3.67. Οι χρόνοι του ρήματος της αρχαίας ελληνικής δηλώνουν, όπως και στα νέα ελληνικά,
(α) τη χρονική βαθμίδα, αν δηλ. το περιεχόμενο του ρήματος τοποθετείται στο παρελθόν, στο παρόν ή στο μέλλον.
(β) την όψη ή τον τρόπο ενέργειας, δηλ. την ιδιαίτερη οπτική γωνία από την οποία το περιεχόμενο του ρήματος μπορεί να παριστάνεται (i) ως εξελισσόμενο, (ii) ως στιγμιαίο και (iii) ως συντελεσμένο.

§3.68. Με κριτήριο τη χρονική βαθμίδα οι χρόνοι της αρχαίας ελληνικής κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες:
(α) Στο παρελθόν αναφέρονται: ο παρατατικός, ο αόριστος, ο υπερσυντέλικος και εν μέρει ο παρακείμενος.
(β) στο παρόν: ο ενεστώτας και εν μέρει ο παρακείμενος·
(γ) στο μέλλον:ο απλός και ο συντελεσμένος μέλλοντας.

§3.69. Οι χρόνοι που αναφέρονται στο παρόν και στο μέλλον ονομάζονται αρκτικοί, ενώ οι χρόνοι που αναφέρονται στο παρελθόν ιστορικοί. Όπως φαίνεται όμως και από την περίπτωση του παρακειμένου, οι διακρίσεις αυτές δεν είναι απόλυτες, γιατί η λειτουργία των χρόνων καθορίζεται και από τα συμφραζόμενα· έται ο ενεστώτας σε διηγήσεις μπορεί να είναι ιστορικός χρόνος (ιστορικός ενεστώτας), ενώ ο αόριστος σε γνωμικά έχει τη λειτουργία αρκτικού χρόνου (γνωμικός αόριστος).

§3.70. Με κριτήριο την όψη ή τον τρόπο ενέργειας, οι χρόνοι της αρχαίας ελληνικής παρουσιάζουν το περιεχόμενο του ρήματος:
(α) ως εξελισσόμενο, χωρίς να προσδιορίζεται το τέλος του: ο ενεστώτας, ο παρατατικός και εν μέρει ο μέλλοντας (εξακολουθητικοί ή ατελείς χρόνοι),
(β) ως στιγμιαίο: ο αόριστος και εν μέρει ο μέλλοντας (συνοπτικοί χρόνοι),
(γ) ως συντελεσμένο: ο παρακείμενος, ο υπερσυντέλικος και ο συντελεσμένος μέλλοντας (συντελικοί χρόνοι).

§3.71. Οι χρόνοι δηλώνουν και χρονική βαθμίδα και τρόπο ενέργειας μόνο στην οριστική, στις υπόλοιπες εγκλίσεις, στο απαρέμφατο και τη μετοχή εξακολουθούν να δηλώνουν τρόπο ενέργειας, όχι όμως χρονική βαθμίδα.
Για το απαρέμφατο και τη μετοχή η χρονική βαθμίδα τους καθορίζεται κάθε φορά από το ρήμα από το οποίο εξαρτώνται ή προσδιορίζουν. Το ίδιο ισχύει και για την ευκτική και υποτακτική στις δευτερεύουσες προτάσεις.
Στις κύριες προτάσεις η υποτακτκή, η ευχετική και η δυνητική ευκτική και η προστακτική θεωρούνται αρκτικοί χρόνοι.

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

§3.72. Ο ενεστώτας δηλώνει ότι το περιεχόμενο του ρήματος παρουσιάζεται ως υφιστάμενο ή εξελισσόμενο στο παρόν.

§3.73. Ο ενεστώτας μπορεί επίσης να δηλώνει ότι το περιεχόμενο του ρήματος ισχύει γενικά χωρίς περιορισμό σε χρονική βαθμίδα. Αυτός ο τύπος ενεστώτα είναι συνήθης σε γενικές κρίσεις, αποφθέγματα και παροιμίες (γνωμικός ενεστώτας).

§3.74. Δηλώνει επίσης ότι το υποκείμενο θέλει ή προσπαθεί να κάνει κάτι (βουλητικός ή αποπειρατικός ενεστώτας).

§3.75. Σε διηγήσεις ο ενεστώτας συχνά χρησιμοποιείται στη θέση ιστορικού χρόνου, για να δώσει ζωντάνια στην αφήγηση (ιστορικός ενεστώτας).

§3.76. Σπανιότερα μπορεί να βρίσκεται σε θέση μέλλοντα και να δηλώνει γεγονός μελλοντικό, που παριστάνεται σαν να συμβαίνει στο παρόν. Είναι συχνός σε προφητικά κείμενα.

§3.77. Επίσης, ο ενεστώτας μπορεί να δηλώνει πράξη που ξεκίνησε στο παρελθόν, αλλά το αποτέλεσμά της υφίσταται ακόμη. Αυτό ισχύει κυρίως για ρήματα αισθητικά, γνωστικά και λεκτικά (ἀκούω, πυνθάνομαι, αἰσθάνομαι, γιγνώσκω, μανθάνω, λέγω κ.ά.), ρήματα κίνησης ή στάσης (ἥκω, ἔρχομαι, οἴχομαι, πέμπω, φεύγω, κεῖμαι, κάθημαι κ.ά.) και άλλα ρήματα (νικῶ κ.ά.). Σε αυτήν την περίπτωση ο ενεστώτας ισοδυναμεί με παρακείμενο (αποτελεσματικός ενεστώτας).

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

§3.78. Ο παρατατικός μεταφέρει τη σημασία του ενεστωτικού θέματος στο παρελθόν και δηλώνει γεγονός εξελισσόμενο στο παρελθόν, χωρίς να δηλώνεται αν αυτό έχει συντελεστεί.

§3.79. Ο παρατατικός χρησιμοποιείται επίσης για να περιγραφεί κάτι που συνέβαινε κατ’ επανάληψη στο παρελθόν ή συνήθειες του παρελθόντος (επαναληπτικός παρατατικός).

§3.80. Όπως ο ενεστώτας, έτσι και ο παρατατικός μπορεί να δηλώνει ότι οτ υποκείμενο ήθελε ή προσπαθούσε να κάνει κάτι (βουλητικός ή αποπειρατικός παρατατικός).

§3.81. Ο παρατατικός μπορεί να δηλώνει αποτέλεσμα ή συνέπεια, και τότε ισοδυναμεί με υπερσυντέλικο (αποτελεσματικός πρατατικός). Αυτό ισχύει κυρίως για τα ρήματα που στον ενεστώτα έχουν σημασία παρακριμένου.

§3.82. Πολύ συχνά ο παρατατικός χρησιμοποιείται σε αφηγήσεις σε θέσεις που κανονικά θα περιμέναμε αόριστο. Πολύ συνηθισμένος είναι επίσης σε αφηγήσεις ο συνδυασμός παρατατικού και αορίστου. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο παρατατικός παρουσιάζοντας τα γεγονότα του παρελθόντος ως εξελισσόμενα, δίνει στην αφήγηση πιο αργό ρυθμό, σε αντίθεση με τον αόριστο, που παρουσιάζει τα γεγονότα συνοπτικά, συχνά με γοργό ρυθμό και βήμα προς βήμα.
Ωστόσο, η συνύπαρξη αορίστου και παρατατικού σε μια αφήγηση μπορεί και καθορίζει και τη χρονική σχέση των γεγονότων. Ο αόριστος χρησιμοποιείται μερικές φορές για γεγονότα του άμεσου παρελθόντος, ενώ ο παρατατικός για όσα προηγήθηκαν.

§3.83. Τα λεκτικά και κελευστικά ρήματα (λέγω, κελεύω, ἐρωτῶ, πείθω κ.ά.) και το ρήμα πέμπω εκφέρονται συχνά σε παρατατικό, ακόμη και σε περιπτώσεις που ο σημερινός αναγνώστης θα περίμενε κανονικά αόριστο.

§3.84. Ο παρατατικός με άρνηση, ιδιαίτερα όταν έχει και επαναληπτική σημασία, καθιστά την άρνηση εντονότερη.

§3.85. Συχνά σε αφηγήσεις κάποιες παρενθετικές πληροφορίες για γεωγραφικά, εθνολογικά, πολιτισμικά κ.ά. δεδομένα δίνονται σε παρατατικό χρόνο, παρότι κανονικά θα έπρεπε να δίνονται σε ενεστώτα, επειδή εξακολουθούν να υφίστανται στην εποχή του γράφοντος. Σε αυτή την περίπτωση, ο χρόνος της παρενθετικής περιγραφής έλκεται από τον ιστορικό χρόνο της αφήγησης.

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

§3.86. Ο μέλλοντας δηλώνει ότι το περιεχόμενο του ρήματος θα πραγματοποιηθεί στο μέλλον και αυτό το μελλοντικό γεγονός το παρουσιάζει είτε συνοπτικά (οπότε αντιστοιχεί στον στιγνιαίο μέλλοντα της νέας ελληνικής), είτε σε εξέλιξη (οπότε αντιστοιχεί με τον εξακολουθητικό μέλλοντα της νέας ελληνικής). Όπως η υποτακτική, έτσι και ο μέλλοντας έχει δύο χρήσεις: (α) την καθαρά μελλοντική ή προορατική, όταν απλώς προβλέπει μια μελλοντική κατάσταση ή γεγονός, και (β) τη βουλητική, όταν το υποκείμενο θέλει ή θεωρεί ότι πρέπει να γίνει κάτι.

§3.87. Στην καθαρά μελλοντική χρήση του ο μέλλοντας δηλώνει αυτό που πρόκειται να υπάρξει ή να συμβεί.
Ο μέλλοντας επίσης μπορεί να δηλώνει το δυνατό ή το πιθανό να συμβεί.

§3.88. Επίσης ο καθαρός μέλλοντας δηλώνει κάτι που ισχύει γενικά ή συμβαίνει συνήθως και τότε χρησιμοποιεί σε γνώμες γενικού κύρους (γνωμικός μέλλοντας).

§3.89. Ο βουλητικός μέλλοντας δηλώνει αυτό που το υποκείμενο θέλει να συμβεί.

§3.90. Βουλητικός είναι επίσης ο μέλλοντας που δηλώνει το δέον, αυτό που πρέπει να γίνει ή πράξει κάποιος. Αυτή η χρήση είναι συχνότερη σε ερωτηματικές προτάσεις, όπου ο βουλητκός μέλλοντας μπορεί να συνυπάρχει με απορητική υποτακτική.

§3.91. Ο βουλητικός μέλλοντας στο β’ και σπανιότερα στο γ’ πρόσωπο ισοδυναμεί με προστακτική.
Ο βουλητικός μέλλοντας στο β’ πρόσωπο έχει συχνά σημασία προστακτικής σε ερωτηματικές προτάσεις, με άρνηση οὐ για να δηλωθεί έντονη προσταγή και με άρνηση οὐ μὴ για να δηλωθεί έντονη απαγόρευση.

§3.92. Ο μέλλοντας μπορεί να σχηματίζεται και περιφραστικά με το ρήμα μέλλω + απαρέμφατο ενεστώτα ή μέλλοντα (σπανιότερα αορίστου) που σημαίνει: (α) πρόκειται να, σκοπεύω να, σχεδιάζω να, και (β) πρέπει να, είναι αναμενόμενο να, είναι επόμενο να.

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

§3.93. Ο αόριστος στη οριστική δηλώνει ότι κάτι έγινε κάποια στιγμή στο παρελθόν. Παρουσιάζει επομένως το γεγονός συνοπτικά και όχι σε εξέλιξη, όπως ο παρατατικός. Ο αόριστος είναι ο βασικός χρόνος της αφήγησης.

§3.94. Ο αόριστος χρησιμοποιείται επίσης για να δηλωθεί έναρξη μιας πράξης ή είσοδος του υποκειμένου σε μια κατάσταση (εναρκτικός αόριστος). Με αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιούνται οι αόριστοι αρκετών ρημάτων και κυρίως των ρημάτων ψυχκού πάθους: ἐβασίλευσε, ἐνόσησε, ἐδάκρυσε, ἐθάρρησε, ἐχάρη, ἐφοβήθη κ.ά.

§3.95. Σε γνωμικά ο αόριστος ισοδυναμεί με ενεστώτα και δηλώνει αυτό που ισχύει γενικά (γνωμικός αόριστος). Το ίδιο ισχύει και για τη χρήση του αορίστου σε παρομοιώσεις.
Με ενεστώτα ισοδυναμεί και η οριστική αορίστου η οποία χρησιμοποιείται σε διαλόγους για γεγονότα που μόλις συνέβησαν, του άμεσου παρελθόντος, συχνά συνοδευόμενη από επιρρήματα, όπως ἄρτι, νέον, νῦν κ.ά.

§3.96. Ο αόριστος χρησιμοποιείται μερικές φορές στη θέση μέλλοντα, για να δηλωθεί ότι το περιεχόμενο του ρήματος θα συμβεί οπωσδήποτε, είναι αναπόφευκτο. Συνήθως, προηγείται κάποια προϋπόθεση, η οποία αν υλοποιηθεί, το περιεχόμενο του ρήματος σε αόριστο θα προκύψει αναπόδραστα.

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

§3.97. Ο παρακείμενος στην οριστική δηλώνει ότι κάτι έχει μόλις ολοκληρωθεί, και ολοκληρωμένο εξακολουθεί υφισταται και στο παρόν. Είναι, επομένως, ο παρακείμενος ως προς τη σημασία του αρκετά κοντά στον ενεστώτα, και γι’ αυτό αρκετοί παρακείμενοι έχουν σημασία ενεστώτα, π.χ. δέδοικα, μέμνημαι, ἔοικα, οἶδα, εἴωθα, κέκτημα, πέφυκα, ἔγνωκα κ.ά.

§3.98. Ο παρακείμενος μπορεί να δηλώνει και επαναλαμβανόμενο συμβάν ή κάτι που ισχύει γενικά. Με αυτή τη χρήση εμφανίζεται μερικές φορές σε γνώμες γενικού κύρους.

§3.99. Ο παρακείμενος χρησιμοποιείται μερικές φορές σε θέση μέλλοντα, για να δηλώσει ότι κάτι είναι αναπόφευκτο να συμβεί, αν εκπληρωθεί μια προϋπόθεση.

§3.100. Από την ελληνιστική εποχή και μετά ο παρακείμενος άρχισε να χρησιμοποιείται πλέον με σημασία αορίστου.

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

§3.101. Ο υπερσυντέλικος στην οριστική δηλώνει ότι το περιεχόμενο του ρήματος έχει ήδη συντελεστεί κάποια χρονκή στιγμή στο παρελθόν. Γενικά ο υπερσυντέλικος έχει για το παρελθόν τις ίδιες λειτουργίες που έχει ο παρακείμενος γαι το παρόν. Τα ρήματα που στον παρακείμενο έχουν σημασία ενεστώτα, στον υπερσυντέλικο έχουν σημασία παρατατικού.

§3.102. Μια ιδιάζουσα χρήση του υπερσυντέλικου είναι η περίπτωση που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί ότι μια πράξη του παρελθόντος συντελέστηκε αμέσως μετά από μια άλλη πράξη τυ παρελθόντος, και κατά κάποιοο τρόπο είναι αποτέλεσμά της. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα περιμέναμε αόριστο αντί για υπερσυντέλικο.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

§3.103. Ο συντελεσμένος μέλλοντας στην οριστική δηλώνει ότι το περιεχόμενο του ρήματος θα έχει πραγματοποιηθεί ή θα υφίσταται σε μια χρονική στιγμή του μέλλοντος.

§3.104. Πολλές φορές ο συντελεσμένος μέλλοντας χρησιμοποιείται για να δηλωθεί ότι ένα μελλοντικό γεγονός θα ακολουθήσει αναπόφευκτα αμέσως μετά από κάποιο άλλο μελλοντικό γεγονός.

Πηγή : http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/composition/page_032.html

Οκτ 13 2014

Συντακτικό Α.Ε. Γλώσσας : ΟΙ ΕΓΚΛΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ

ΟΙ ΕΓΚΛΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ

§3.105. Οι εγκλίσεις του ρήματος δηλώνουν τον τρόπο με τον οποίο διατίθεται ο ομιλητής απέναντι στο περιεχόμενο του ρήματος. Ειδικότερα, το περιεχόμενο του ρήματος μπορεί να παρουσιάζεται ως
• βεβαιότητα (οριστική)
• δυνατότητα ανοιχτή να πραγματοποιηθεί στο μέλλον ή δυνατότητα του παρελθόντος που δεν πραγματοποιήθηκε (δυνητική οριστική και δυνητική ευκτική)
• επιθυμία, προσδοκία, ευχή ή προσταγή του ομιλητή (υποτακτική, ευχετική ευκτική, προστακτική)

§3.106. Οι εγκλίσεις που δηλώνουν βεβαιότητα ή δυνατότητα (οριστική και οι δύο συνητικές εγκίσεις) είναι εγκλίσεις των προτάσεων κρίσεως και δέχονταο άρνηση οὐ. Οι εγκλίσεις που δηλώνουν επιθυμία, προσδοκία, ευχή ή προσταγή (υποτακτική, προστακτική, ευχετική ευκτική, ευχετική οριστική) είναι εγκλίσεις των προτάσεων επιθυμίας και δέχονται άρνηση μή.

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

§3.107. Η οριστική δηλώνει ότι το περιεχόμενο του ρήματος παρουσιάζεται από τον ομιλητή ως πραγματικό γεγονός ή βέβαιο.

ΘΟΥΚ 2.18.1 ὁ δὲ στρατὸς τῶν Πελοποννησίων προϊὼν ἀφίκετο τῆς Ἀττικῆς ἐς Οἰνόην πρῶτον || ο στρατός των Πελοποννησίων προελαύνοντας έφτασε αρχικά την Οινόη της Αττικής.

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.1.2 ἐκ δὲ τούτου ξυνελθόντες ἐβουλεύοντο περὶ τῆς λοιπῆς πορείας• ἀνέστη δὲ πρῶτος Λέων Θούριος καὶ ἔλεξεν ὧδε || μετά από αυτά συγκεντρώθηκαν και άρχισαν να συσκέπτονται για την υπόλοιπη πορεία· και πρώτος σηκώθηκε ο Λέων από του Θουρίους και μίλησε ως εξής.

§3.108. Πέρα ωστόσο από την παραπάνω βασική σημασία της, η οριστική δηλώνει επίσης δυνατότητα ή πιθανότητα στις παρακάτω φράσεις: ὀλίγου + οριστ. αορ., ὀλίγου δεῖν + οριστ., ὀλίγου ἐδέησε + απαρ. (Στη θέση της γενικής ὀλίγου σπανιότερα εμφανίζονται οι γενικές μικροῦ ή ἐλαχίστου)

ΛΥΣ 14.17 διὰ τὰ τοῦ πατρὸς ἁμαρτήματα ὀλίγου τοῖς ἕνδεκα παρεδόθη || εξαιτίας των εγκλημάτων του πατέρα του, λίγο έλειψε να παραδοθεί στους ένδεκα (για να εκτελεστεί).

ΞΕΝ Ελλ 2.4.21 οἳ ἰδίων κερδέων ἕνεκα ὀλίγου δεῖν πλείους ἀπεκτόνασιν Ἀθηναίων ἐν ὀκτὼ μησὶν ἢ πάντες Πελοποννήσιοι δέκα ἔτη πολεμοῦντες || οι οποίοι (Τριάκοντα) για το προσωπικό τους κέρδος κόντεψαν μέσα σε οκτώ μήνες να έχουν σκοτώσει περισσότερους Αθηναίους απ’ ό,τι οι Πελοποννήσιοι σε δέκα χρόνια πολέμου.

ΘΟΥΚ 2.77.5 τοῦτο δὲ μέγα τε ἦν καὶ τοὺς Πλαταιᾶς τἆλλα διαφυγόντας ἐλαχίστου ἐδέησε διαφθεῖραι || +++.

§3.109. Η οριστική ιστορικού χρόνου με το δυνητικό μόριο ἂν (δυνητική οριστική) δηλώνει το δυνατό στο παρελθόν ή το αντίθετο του πραγματικού. Η δυνητική οριστική μεταφράζεται στα νέα ελληνικά με θα + παρατατικό ή υπερσυντέλικο ή με την περίφραση θα μπορούσα να.
Η οριστική παρατατικού ή αορίστου με το δυνητικό ἂν χρησιμοποιείται μερικές φορές για να δηλωθεί όχι το δυνατό στο παρελθόν, αλλά το επαναλαμβανόμενο στο παρελθόν (κυρίως στους υποθετικούς λόγους που δηλώνους αόριστη επανάληψη στο παρελθόν).

§3.110. Δυνατότητα ή αξίωση ανεκπλήρωτη στο παρελθόν και στο παρόν δηλώνει συχνά η οριστική παρατατικού (χωρίς το δυνητικό ἄν) των απροσώπων ρημάτων που σημαίνουν αξίωση, καθήκον, αναγκαιότητα, πιθανότητα, καταλληλότητα κ.τ.ό., όπως ἔδει, ἐξῆν, προσῆκε, καλῶς εἶχε, χρῆν, εἰκὸς ἦν, καιρὸς ἦν, ἀναγκαῖον ἦν, καλὸν ἦν κ.ά. Το ίδιο ισχύει και για τον παρατατικό των ρηματικών επιθέτων σε -τέον ἦν και των προσωπικών ρημάτων ἐβουλόμην, ἤθελον, ἠξίουν ᾤμην. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ανεκπλήρωτη δυνατότητα ή αξίωση αφορά τη σημασία του απαρεμφάτου που εξαρτάται από τα παραπάνω απρόσωπα ή προσωπικά ρήματα ή τη σημασία του ρηματικού επιθέτου. Συχνά, μετά την ανεκπλήρωτη δυνατότητα, ακολουθεί στην επόμενη φράση το πραγματικό, το οποίο εισάγεται αντιθετικά με εκφράσεις όπως νῦν δέ, ἐπεὶ δέ, ἐπειδὴ δέ, ἀλλά.

ΙΣΟΚΡ 15.92 ἔδει γὰρ αὐτὸν καὶ τοὺς λόγους δεικνύναι τοὺς ἐμοὺς οἷς διαφθείρω τοὺς συνόντας͵ καὶ τοὺς μαθητὰς φράζειν τοὺς χείρους διὰ τὴν συνουσίαν τὴν ἐμὴν γεγενημένους· νῦν δὲ τούτων μὲν οὐδέτερον πεποίηκεν || έπρεπε, δηλαδή, αυτός και να παρουσιάσει τους λόγους μου, με τους οποίους διαφθείρω όσους με συναναστρέφονται, και να κατονομάσει τους μαθητές που εξαιτίας της συναναστροφής μαζί μου έχουν γίνει χειρότεροι· τώρα όμως δεν έχει κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο από αυτά.

ΙΣΟΚΡ 8.10 καίτοι προσῆκεν ὑμᾶς, εἴπερ ἠβούλεσθε ζητεῖν τὸ τῇ πόλει συμφέρον, μᾶλλον τοῖς ἐναντιουμένοις ταῖς ὑμετέραις γνώμαις προσέχειν τὸν νοῦν ἢ τοῖς καταχαριζομένοις || κι όμως, αν θέλατε πραγματικά να αναζητήσετε τι συμφέρει στην πόλη, οφείλατε να δίνετε περισσότερη προσοχή σε όσους εναντιώνονται στις απόψεις σας παρά σε όσους προσπαθούν να σας είναι αρεστοί.

ΘΟΥΚ 1.39.3 οὓς χρῆν, ὅτε ἀσφαλέστατοι ἦσαν, τότε προσιέναι, καὶ μὴ ἐν ᾧ ἡμεῖς μὲν ἠδικήμεθα, οὗτοι δὲ κινδυνεύουσι || έπρεπε αυτοί (=οι Κερκυραίοι) να προσέλθουν στη συμμαχία σας τον καιρό που δε βρίσκονταν σε κίνδυνο, κι όχι τώρα που κινδυνεύουν από μας που έχουμε υποστεί τόσες αδικίες από αυτούς.

ΞΕΝ Απομν 2.7.10 εἰ μὲν τοίνυν αἰσχρόν τι ἔμελλον ἐργάσασθαι͵ θάνατον ἀντ΄ αὐτοῦ προαιρετέον ἦν· νῦν δὲ … || αν λοιπόν (οι γυναίκες συγγενείς σου) επρόκειτο να κάνουν κάποια αναξιοπρεπή δουλειά, θα έπρεπε αντί γι’ αυτό να προτιμήσουν τον θάνατο· τώρα όμως …

ΑΝΤΙΦ 5.1 ἐβουλόμην μὲν͵ ὦ ἄνδρες͵ τὴν δύναμιν τοῦ λέγειν καὶ τὴν ἐμπειρίαν τῶν πραγμάτων ἐξ ἴσου μοι καθεστάναι τῇ τε συμφορᾷ καὶ τοῖς κακοῖς τοῖς γεγενημένοις· νῦν δὲ τοῦ μὲν πεπείραμαι πέρᾳ τοῦ προσήκοντος͵ τοῦ δὲ ἐνδεής εἰμι μᾶλλον τοῦ συμφέροντος || θα ήθελα, δικαστές, η ρητορική μου ικανότητα και η πείρα μου από τη ζωή να ήταν ισάξια με τις συμφορές και τα βάσανα που με βρήκαν· τώρα όμως τα δεύτερα τα έχω δοκιμάσει περισσότερο απ’ ότι μου ταιριάζει, ενώ στερούμαι τα πρώτα σε βαθμό μεγαλύτερο απ’ ότι είναι καλό για μένα.

§3.111. Δυνατότητα απραγματοποίητη στο παρελθόν εκφράζει και η οριστική ιστορικού χρόνου στις υποθετικές προτάσεις του δευτέρου είδους υποθετικών λόγων (αντίθετο του πραγματικού). Ανάλογη είναι και η οριστική ιστορικού χρόνου στις τελικές προτάσεις που δηλώνει σκοπό απραγματοποίητο στο παρελθόν.

ΑΙΣΧΙΝ 3.123 καὶ εἰ μὴ δρόμῳ μόλις ἐξεφύγομεν εἰς Δελφούς, ἐκινδυνεύσαμεν ἂν ἀπολέσθαι || κι αν δεν καταφέρναμε με δυσκολία να καταφύγουμε τρέχοντας στους Δελφούς, θα κινδυνεύαμε να μας σκοτώσουν.

ΛΥΣ 33.4 καὶ ταῦτα εἰ μὲν δι’ ἀσθένειαν ἐπάσχομεν, στέργειν ἂν ἦν ἀνάγκη τὴν τύχην || αν αυτά τα παθαίναμε από την αδυναμία μας, τότε θα ήταν αναγκαίο να υπομείνουμε την τύχη μας.

§3.112. Ευχή ανεκπλήρωτη εκφράζει η οριστική παρατατικού ή αορίστου, όταν προτάσσεται το μόριο εἴθε, καθώς και ο παρατατικός ὤφελον + απαρ. (επίσης, εἴθ’ ὤφελον + απαρ. ή εἰ ὤφελον + απαρ.).

ΕΥΡ Ηρακλ 731 εἴθ΄ ἦσθα δυνατὸς δρᾶν ὅσον πρόθυμος εἶ || μακάρι να ήταν η ικανότητά σου για δράση, όση και η προθυμία σου.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.1.4 ἀλλ΄ ὤφελε μὲν Κῦρος ζῆν· ἐπεὶ δὲ τετελεύτηκεν … || μακάρι να ζούσε ο Κύρος, επειδή όμως πέθανε …

ΠΛ Κριτων 44d εἰ γὰρ ὤφελον͵ ὦ Κρίτων͵ οἷοί τ΄ εἶναι οἱ πολλοὶ τὰ μέγιστα κακὰ ἐργάζεσθαι͵ ἵνα οἷοί τ΄ ἦσαν καὶ ἀγαθὰ τὰ μέγιστα͵ καὶ καλῶς ἂν εἶχεν. νῦν δὲ οὐδέτερα οἷοί τε || μακάρι, Κρίτωνα, οι πολλοί να ήταν ικανοί να προξενήσουν το μεγαλύτερο κακό, για να ήταν ικανοί και για το μεγαλύτερο καλό, και τότε τα πράγματα θα ήταν καλά· τώρα όμως δεν είναι ικανοί ούτε για το ένα ούτε για το άλλο.

§3.113. Στις ευθείες και πλάγιες ερωτήσεις η οριστική των απροσώπων ρημάτων χρὴ και δεῖ + απαρ., δηλώνει απορία και ισοδυναμεί με απορηματική υποτακτική.

ΞΕΝ Αγ 2.13 ἠρώτων τί χρὴ ποιεῖν [=τί ποιῶσι] || ρωτούσαν τι πρέπει να κάνουν.

ΑΙΣΧΙΝ 1.7 καὶ διαρρήδην ἀπέδειξαν (οἱ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους νομοθέται), ἃ χρὴ τὸν παῖδα τὸν ἐλεύθερον ἐπιτηδεύειν, καὶ ὡς δεῖ αὐτὸν τραφῆναι [=ἃ ἐπιτηδεύῃ καὶ ὡς τραφῇ] || και ρητά καθόρισαν (οι νομοθέτες εκείνων των χρόνων) ποιες πρέπει να είναι οι ασχολίες του ελεύθερου παιδιού και πως πρέπει αυτό να ανατραφεί.

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

§3.114. Η υποτακτική της αρχαίας ελληνικής διακρίνεται σε δύο κατηγορίες (α) την υποτακτική του προσδοκώμενου (ή προορατική υποτακτική) και (β) τη βουλητική υποτακτική. Τα διακριτικά χαρακτηριστικά τους είναι τα εξής:
• Η υποτακτική του προσδοκώμενου δηλώνει αυτό που αναμένεται ότι θα συμβεί κατά την υποκειμενική κρίση του ομιλητή και συνοδεύεται κανονικά από το μόριο ἄν. Η συγκεκριμένη υποτακτική συγγενεύει αρκετά με την οριστική μέλλοντα· η διαφορά τους είναι πολύ λεπτή: στην περίπτωση του μέλλοντα η προσδοκία βασίζεται σε αντικειμενική κρίση, ενώ στην υποτακτική του προσδοκώμενου σε υποκειμενική.
• Η βουλητική υποτακτική δηλώνει μια κατάσταση που η πραγμάτωσή της επιζητείται από τον ομιλητή και κανονικά δεν συνοδεύεται από το μόριο ἄν.
Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η υποτακτική είναι μια υποκειμενική έγκλιση που αφορά το μέλλον· η διαφορά των δύο υποτακτικών συνίσταται στο ότι με την υποτακτική του προσδοκώμενου ο ομιλητής προβλέπει το μέλλον κατά την υποκειμενική του κρίση, ενώ με την βουλητική υποτακτική επιδιώκει την πραγμάτωση της βούλησής του. Η αυστηρή διάκριση, ωστόσο, των δύο χρήσεων της υποτακτικής δεν είναι πάντοτε εύκολη, ειδικά στην περίπτωση των δευτερευουσών προτάσεων.

Υποτακτική του προσδοκώμενου

§3.115. Η χρήση της υποτακτικής του προσδοκώμενου σε κύριες προτάσεις, ενώ διατηρείται ακόμη στον Όμηρο (με ή χωρίς το μόριο κε(ν) ή ἄν), στην αττική διάλεκτο έχει σχεδόν εκλείψει κι έχει αντικατασταθεί από την οριστική του μέλλοντα· διατηρείται μόνο σε κάποιες στερεότυπες εκφράσεις: τί πάθω; τί γένωμαι; τί μοι γένηται; κ.ά.

ΟΜ Ιλ 1.262 οὐ γάρ πω τοίους ἴδον ἀνέρας οὐδὲ ἴδωμαι || παρόμοιους άντρες δεν συνάντησα, ούτε θα συναντήσω.

ΟΜ Ιλ 11.433 ἤ κεν ἐμῷ ὑπὸ δουρὶ τυπεὶς ἀπὸ θυμὸν ὀλέσσῃς || ή χτυπημένος απ’ το δόρυ μου θα χάσεις τη ζωή σου.

ΟΜ Ιλ 14.234-5 ἠδ΄ ἔτι καὶ νῦν / πείθευ· ἐγὼ δέ κέ τοι ἰδέω χάριν ἤματα πάντα || επάκουσέ με και τώρα, κι εγώ θα σου χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη.

ΟΜ Ιλ 22.505 νῦν δ΄ ἂν πολλὰ πάθῃσι φίλου ἀπὸ πατρὸς ἁμαρτὼν / Ἀστυάναξ || τώρα όμως που έχασε τον πατέρα του, τον περιμένουν βάσανα πολλά τον Αστυάνακτα.

ΟΜ Οδ 5.465 ὤ μοι ἐγώ τί πάθω; τί νύ μοι μήκιστα γένηται; || αλίμονό μου, τι θα μου συμβεί; Τί θα απογίνω τελικά;

ΑΙΣΧ Επτ 297 τί γένωμαι; || τι θα απογίνω;

ΑΡΙΣΤΟΦ Πλ 603 τί πάθω τλήμων; || Τι θα απογίνω ο δύστυχος;

§3.116. Στις δευτερεύουσες προτάσεις, αντιθέτως, η χρήση της υποτακτικής του προσδοκώμενου (κατά κανόνα με το μόριο ἂν) είναι πολύ συνηθισμένη. Ειδικότερα, με υποτακτική του προσδοκώμενου εκφέρονται χρονικές, υποθετικές, εναντιωματικές και αναφορικές προτάσεις· επίσης, τελικές που εισάγονται με τους συνδέσμους ὅπως και ὡς, αν και σε αυτές η υποτακτική του προσδοκώμενου συχνά έχει αντικατασταθεί από οριστική μέλλοντα· σπάνια είναι στον Όμηρο η χρήση της υποτακτικής του προσδοκώμενου σε πλάγιες ερωτήσεις, ενώ στην αττική διάλεκτο τα παραδείγματα είναι ελάχιστα.

ΛΥΣ 28.16 ἔτι δέ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἐὰν αὐτῶν ἀποψηφίσησθε, οὐδεμίαν ὑμῖν εἴσονται χάριν || επιπλέον, Αθηναίοι, αν τους αθωώσετε, δεν θα σας χρωστούν καμιά ευγνωμοσύνη.

ΞΕΝ ΚΑναβ 3.2.10 οἵπερ (=οἱ θεοὶ) ἱκανοί εἰσι καὶ τοὺς μεγάλους ταχὺ μικροὺς ποιεῖν καὶ τοὺς μικροὺς κἂν ἐν δεινοῖς ὦσι σῴζειν εὐπετῶς, ὅταν βούλωνται || οι οποίοι (θεοί) έχουν τη δύναμη και τους μεγάλους να τους κάνουν γρήγορα μικρούς και τους μικρούς, ακόμη κι όταν βρίσκονται μέσα σε μεγάλους κινδύνους, εύκολα να τους σώζουν, όταν θέλουν.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.2.7 κολάζουσι δὲ καὶ ὃν ἂν ἀδίκως ἐγκαλοῦντα εὑρίσκωσι || τιμωρούν επίσης και όποιον ανακαλύψουν ότι κατηγορεί άλλους άδικα.

ΘΟΥΚ 2.52.3 ὑπερβιαζομένου γὰρ τοῦ κακοῦ οἱ ἄνθρωποι, οὐκ ἔχοντες ὅτι γένωνται, ἐς ὀλιγωρίαν ἐτράποντο καὶ ἱερῶν καὶ ὁσίων ὁμοίως || γιατί όταν παράγινε το κακό, οι άνθρωποι μην ξέροντας πια τι θ” απογίνουν, άρχισαν να αδιαφορούν για τα θεία και τις θρησκευτικές απαγορεύσεις.

ΛΥΚ Λεωκ 86 φασὶ γοῦν τὸν Κόδρον […] λαβόντα πτωχικὴν στολὴν ὅπως ἂν ἀπατήσῃ τοὺς πολεμίους, κατὰ τὰς πύλας ὑποδύντα φρύγανα συλλέγειν πρὸ τῆς πόλεως || διηγούνται, λοιπόν, ότι ο Κόδρος, αφού φόρεσε φτωχικά ρούχα, για να εξαπατήσει τους εχθρούς, βγήκε κρυφά έξω από τις πύλες και μάζευε φρύγανα μπροστά στην πόλη.

Βουλητική Υποτακτική

§3.117. Η βουλητική υποτακτική στις ανεξάρτητες προτάσεις δηλώνει (α) προτροπή ή αποτροπή (προτρεπτική ή αποτρεπτική υποτακτική), (β) απαγόρευση (απαγορευτική υποτακτική), (γ) ενδοιασμό και (δ) αμηχανία και απορία (απορηματική υποτακτική).
Προτρεπτική ή αποτρεπτική υποτακτική. Δηλώνει προτροπή ή αποτροπή για την εκτέλεση μιας πράξης και βρίσκεται μόνο σε πρώτο πρόσωπο, ενικό ή πληθυντικό, ενώ για τα υπόλοιπα πρόσωπα χρησιμοποιείται η προστακτική.

ΞΕΝ Ελλ 7.1.30 ἀποδῶμεν τοῖς ἐπιγιγνομένοις τὴν πατρίδα οἵανπερ παρὰ τῶν πατέρων παρελάβομεν || ας παραδώσουμε στους απογόνους μας την πατρίδα τέτοια που την παραλάβαμε από τους πατέρες μας.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 6.4.16 ἴωμεν δή, ὦ ἄνδρες, ἐπὶ τοὺς πολεμίους || ας επιτεθούμε, λοιπόν, άνδρες, στους εχθρούς.

ΙΣΟΚΡ 6.108 παρακαλέσαντες οὖν ἀλλήλους ἀποδῶμεν τὰ τροφεῖα τῇ πατρίδι, καὶ μὴ περιίδωμεν ὑβρισθεῖσαν τὴν Λακεδαίμονα καὶ καταφρονηθεῖσαν, μηδὲ ψευσθῆναι ποιήσωμεν τῶν ἐλπίδων τοὺς εὔνους ἡμῖν ὄντας, μηδὲ περὶ πλείονος φανῶμεν ποιούμενοι τὸ ζῆν τοῦ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις εὐδοκιμεῖν || ενθαρρύνοντας, λοιπόν, ο ένας τον άλλον, ας ανταποδώσουμε στην πατρίδα μας τα τροφεία κι ας μην αφήσουμε να εξευτελιστεί και να περιφρονηθεί η Σπάρτη· ας μη διαψεύσουμε τις ελπίδες όσων μας συμπαθούν κι ας μη δείξουμε ότι δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στη ζωή μας απ’ ό,τι στο να μας δοξάζει όλος ο κόσμος.
Πολλές φορές προτάσσονται της συγκεκριμένης υποτακτικής οι προστακτικές ἄγε, ἴθι, φέρε κ.ά., οι οποίες έχουν καταντήσεις προτρεπτικά μόρια.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.5.15 ἄγε τοίνυν, ἔφη ὁ Κῦρος, σκοπῶμεν τὰ ἐμοὶ πεπραγμένα πάντα καθ’ ἓν ἕκαστον || εμπρός, είπε ο Κύρος, ας εξετάσουμε μία μία όλες τις πράξεις μου.

ΞΕΝ Απομν 1.6.4 ἴθι οὖν ἐπισκεψώμεθα τί χαλεπὸν ᾔσθησαι τοῦ ἐμοῦ βίου || εμπρός, λοιπόν, ας εξετάσουμε τι δυσάρεστο έχεις εντοπίσει στον τρόπο ζωής μου.

ΠΛ Θεαιτ 151e ἀλλὰ φέρε δὴ αὐτὸ κοινῇ σκεψώμεθα, γόνιμον ἢ ἀνεμιαῖον τυγχάνει ὄν || έλα τώρα, ας εξετάσουμε μαζί αν αυτό που είπες είναι γόνιμος λόγος ή αερολογία.

§3.118. Απαγορευτική υποτακτική. Δηλώνει απαγόρευση και τίθεται πάντοτε σε δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο. Συνοδεύεται πάντοτε από άρνηση μή.

ΔΗΜ 19.182 εἰ δὲ πρεσβευτὴς ὢν ἐπὶ χρήμασιν ἐπίτηδες ἐξηπάτηκεν ὑμᾶς, μὴ ἀφῆτε, μηδ’ ἀνάσχησθ’ ὡς οὐ δεῖ δίκην ὧν εἶπεν ὑποσχεῖν || εάν όμως όντας πρεσβευτής σας εξαπάτησε σκόπιμα παίρνοντας χρήματα, μην τον αθωώσετε και μην ανεχθείτε το επιχείρημά του, ότι δεν πρέπει να τιμωρηθεί για όσα είπε.

ΙΣΟΚΡ 14.62 μὴ τοίνυν ἐάσητε ταύτας τὰς βλασφημίας περὶ τὴν ὑμετέραν γενέσθαι πόλιν || μην αφήσετε, λοιπόν, να εκτοξευθούν ενάντια στην πόλη σας αυτές οι προσβολές.

ΥΠΕΡ 6.15 καὶ μηδεὶς ὑπολάβῃ με τῶν ἄλλων πολιτῶν μηδένα λόγον ποιεῖσθαι, ἀλλὰ Λεωσθένη μόνον ἐγκωμιάζειν || και κανείς ας μην θεωρήσει ότι παραβλέπω τους υπόλοιπους πολίτες και εγκωμιάζω μόνο τον Λεωσθένη.

§3.119. Η βουλητική υποτακτική σε ανεξάρτητη πρόταση μπορεί να δηλώνει ενδοιασμό και ανησυχία μήπως ισχύει κάτι. Τότε βρίσκεται σε χρόνο ενεστώτα και εισάγεται με το μή (άρνηση μὴ οὐ). Ο ισχυρισμός αυτός που διατυπώνεται με επιφύλαξη συνοδεύεται συχνά από ειρωνεία.

ΠΛ Παρμ 134e ἀλλὰ μὴ λίαν, ἔφη, θαυμαστὸς ὁ λόγος || φοβάμαι όμως, είπε, μήπως ο λόγος μας είναι πολύ παράδοξος.

ΠΛ Μεν 94b ἀγαθοὺς δὲ ἄρα ἄνδρας οὐκ ἐβούλετο ποιῆσαι; δοκῶ μέν, ἐβούλετο, ἀλλὰ μὴ οὐκ ᾖ διδακτόν || αγαθούς άνδρες δεν ήθελε άραγε να τους κάνει; Εγώ, νομίζω, ήθελε, σκέφτομαι όμως μήπως η αρετή δεν είναι κάτι που μπορεί να διδαχτεί.

ΠΛ Λυσ 209a μὴ οὐ τοῦτό σε͵ ὦ παῖ Δημοκράτους͵ κωλύῃ || φοβάμαι, γιε του Δημοκράτη, μήπως δεν είναι αυτό που σε εμποδίζει / υποψιάζομαι ότι μάλλον δεν είναι αυτό που σε εμποδίζει.
Όταν όμως προτάσσεται άρνηση πριν από τις παραπάνω προτάσεις (δηλ. οὐ μή), τότε η επιφύλαξη αίρεται και δηλώνεται βέβαιος αρνητικός ισχυρισμός.

ΘΟΥΚ 4.95.2 καὶ ἢν νικήσωμεν͵ οὐ μή ποτε ὑμῖν Πελοποννήσιοι ἐς τὴν χώραν ἄνευ τῆς τῶνδε ἵππου ἐσβάλωσιν || κι αν νικήσουμε (εδώ στη Βοιωτία), οι Πελοποννήσιοι χωρίς το ιππικό αυτών εδώ (=των Βοιωτών) ποτέ δεν θα εισβάλουν στην χώρα μας.

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.8.13 ἤν τε εἷς πῃ δυνηθῇ τῶν λόχων ἐπὶ τὸ ἄκρον ἀναβῆναι͵ οὐδεὶς μηκέτι μείνῃ τῶν πολεμίων || κι αν ένας από τους λόχους καταφέρει να ανεβεί στην κορυφή, τότε πια κανείς από τους εχθρούς δεν θα μείνει εκεί για να αντισταθεί.

ΔΗΜ 4.44 ἂν μέντοι καθώμεθ΄ οἴκοι͵ λοιδορουμένων ἀκούοντες καὶ αἰτιωμένων ἀλλήλους τῶν λεγόντων͵ οὐδέποτ΄ οὐδὲν ἡμῖν μὴ γένηται τῶν δεόντων || αν όμως καθόμαστε στην πατρίδα, ακούγοντας τους ρήτορες να βρίζουν και να κατηγορούν ο ένας τον άλλον, τότε σίγουρα τίποτα δεν θα γίνει από όσα πρέπει.
Συχνά όμως στη θέση υποτακτικής ενεστώτα ή αορίστου υπάρχει οριστική μέλλοντα.

ΑΙΣΧΙΝ 3.177 τοὺς μὲν γὰρ πονηροὺς οὐ μή ποτε βελτίους ποιήσετε || γιατί έτσι τους κακούς πολίτες ποτέ δεν θα τους κάνετε καλύτερους.

§3.120. Απορηματική υποτακτική. Βρίσκεται στις ευθείες και πλάγιες ερωτήσεις και δηλώνει αμηχανία, απορία, αμφιβολία ή έκπληξη.

ΠΛ Συμπ 212e μεθύοντα ἄνδρα πάνυ σφόδρα δέξεσθε συμπότην, ἢ ἀπίωμεν ἀναδήσαντες μόνον Ἀγάθωνα, ἐφ’ ᾧπερ ἤλθομεν; || θα δεχθείτε για συμπότη σας έναν άνθρωπο τύφλα στο μεθύσι ή να φύγουμε, αφού στεφανώσουμε τον Αγάθωνα, πράγμα για το οποίο ήρθαμε.

ΠΛ Μεν 80b ἀληθῶς γὰρ ἔγωγε καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ στόμα ναρκῶ, καὶ οὐκ ἔχω ὅτι ἀποκρίνωμαί σοι || γιατί πραγματικά έχει ναρκωθεί η ψυχή και το στόμα μου και δεν ξέρω τι να σου απαντήσω.
Συχνά η απορηματική υποτακτική στις ευθείες ερωτήσεις συνοδεύεται από τα βούλει, βούλεσθε, θέλεις, θέλετε.

§3.121. Πέρα από τις πλάγιες ερωτήσεις, με βουλητική υποτακτική εκφέρονται και άλλες δευτερεύουσες προτάσεις: οι τελικές και οι ενδοιαστικές.

ΕΥΚΤΙΚΗ

§3.122. Η ευκτική είναι η έγκλιση που δηλώνει μια απλή υποκειμενική σκέψη, η οποία εκδηλώνεται ως ευχή (ευχετική ευκτική) ή ως δυνατότητα να πραγματοοποιηθεί κάτι στο παρόν ή στο μέλλον (δυνητική ευκτική). Μια τρίτη βασική λειτουργία της ευκτικής είναι η χρήση της στον πλάγιο λόγο μετά από ιστορικό χρόνο στη θέση της απλής οριστικής ή της υποτακτικής (ευκτική του πλαγίου λόγου).

§3.123. Ευχετική ευκτική. Εκφράζει ευχή ή κατάρα η οποία μπορεί να εκπληρωθεί στο μέλλον. Διαφέρει έτσι από την ευχετική οριστική, η οποία εκφράζει ευχή ανεκπλήρωτη στο παρελθόν (αν και αρχικά η ευχετική ευκτική δήλωνε και ευχή ανεκπλήρωτη στο παρελθόν, όπως φαίνεται από παραδείγματα στον Όμηρο).
Πριν από την ευχετική ευκτική προτάσσονται συνήθως τα μόρια εἴθε, εἰ γάρ.

§3.124. Στο β’ και γ’ πρόσωπο η ευχετική ευκτική χρησιμοποιείται για να δηλώσει ευγενική προτροπή ή παραχώρηση.

§3.125. Με ευχετική ευκτική εκφέρονται και δευτερεύουσες αναφορικές, τελικές και σπάνια ενδοιαστικές προτάσεις.

§3.126. Η δυνητική ευκτική (ευκτική με το δυνητικό μόριο ἄν) δηλώνει το δυνατό να πραγματοποιηθεί στο παρόν και στο μέλλον.
Η δυνητική ευκτική, κυρίως στον Όμηρο, μπορεί να εκφέρεται και χωρίς το δυνητικό μόριο ἄν.

§3.127. Με δυνητική ευκτική επίσης εκφράζεται:
(α) κάτι το πιθανό (ισοδυναμεί με μέλλοντα)
(β) γνώμη διατυπωμένη με μετριοπάθεια
(γ) ευγενική προσταγή

§3.128. Με δυνητική ευκτική μπορούν να εκφέρονται όλες οι δευτερεύουσες προτάσεις κρίσεως, ενώ στις υποθετικές, εναντιωματικές και αναφορικοϋποθετικές, η δυνητική ευκτική δεν συνοδεύεται από το δυνητικό μόριο.

§3.129. Το δυνητικό μόριο ἂν τίθεται κανονικά μετά το ρήμα στο οποίο ανήκει. Αν όμως στην πρόταση υπάρχει άρνηση ή κάποια αντωνυμία ή επίρρημα ή άλλη λέξη στην οποία δίνεται έμφαση, τότε το δυνητικό μόριο τίθεται μετά από αυτή τη λέξη.

§3.130. Σε δευτερεύουσες προτάσεις η ευκτική τίθεται συχνά στη θέση της απλής οριστικής ή της υποτακτικής, όταν στην κύρια πρόταση υπάρχει ιστορικός χρόνος. Η ευκτική αυτή ονομάζεται ευκτική του πλαγίου λόγου. (Η ευκτική του μέλλοντα χρησιμοποιείται μόνο ως ευκτική του πλαγίου λόγου).

§3.131. Η επαναληπτική ευκτική, η οποία συναντάται σε υποθετικές, χρονικές, και αναφορικές προτάσεις, και δηλώνει το επαναλαμβανόμενο στο παρελθόν, ανήκει ουσιαστικά στην κατηγορία της ευκτικής του πλαγίου λόγου, αφού στην κύρια πρόταση υπάρχει πάντοτε ιστορικός χρόνος. Η συγκεκριμένη ευκτική δεν δηλώνει επανάληψη από μόνη της, αλλά χάρη στα συμφραζόμενα στα οποία βρίσκεται.

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

§3.132. Η προστακτική δηλώνει την απαίτηση του υποκειμένου να κάνει κάποιος κάτι. Ειδικότερα η προστακρική δηλώνει
(α) προσταγή ή απαγόρευση
(β) προτροπή, αποτροπή ή παραίνεση
(γ) συγκατάθεση ή παραχώρηση
(δ) παράκληση, ευχή ή κατάρα

§3.133. Στις ηπιότερες μορφές προσταγής προτιμούνται αντί της προστακτικής, η προτρεπτική, αποτρεπτική και απαγορευτική υποτακτική και η ευχετική ή δυνητική ευκτική (βλ. §3.117., §3.118., §3.124., §3.127.).

§3.134. Από τις δευτερεύουσες προτάσεις μόνο οι αναφορικές μπορούν να εκφέρονται με προστακτική είναι οι αναφορικές.

Πηγή :http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/composition/page_033.html

Οκτ 13 2014

Συντακτικό Α.Ε Γλώσσας : ΟΙ ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ

ΟΙ ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ

§3.1. Η διαθέση του ρήματος δηλώνει την ιδιαίτερη σ΄χεση που υφίσταται ανάμεσα στο υποκείμενο και τη ρηματική σημασία. Συγκεκριμένα, η ρηματική σημασία μπορεί να δηλώνει ότι το υποκείμενο ενεργεί, υφίσταται την ενέργεια ενός άλλου υποκειμένου, ενεργεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο ή βρίσκεται σε μια ουδέτερη κατάσταση. Οι διαθέσεις του ρήματος της αρχαίας ελληνικής διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες: ενεργητική, μέση, παθητική, ουδέτερη.

Ι. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ

§3.2. Ενεργητικά είναι τα ρήματα που δηλώνουν ότι το υποκείμενο ενεργεί, είναι ο δημιουργός της ρηματικής σημασίας. Τα ενεργητικά ρήματα διακρίνονται σε αμετάβατα, των οποίων η ρηματική ενέργεια αφορά μόνο το υποκείμενο (τρέχω, ἔρχομαι, γελῶ κ.ά.), και σε μεταβατικά, τα οποία δηλώνουν ότι η ρηματική ενέργεια του υποκειμένου μεταβαίνει σε κάτι άλλο, στο αντικείμενο (δίδωμι, φιλῶ, διδάσκω κ.ά.). Για το αντικείμενο, βλ. §3.22.

§3.3. Πολλά μεταβατικά ρήματα λειτουργούν και ως αμετάβατα, όταν δεν δέχονται αντικείμενο.

§3.4. Μερικά μεταβατικά ρήματα, όταν συντίθενται με πρόθεση, γίνονται αμετάβατα.

§3.5. Αντίστροφα, κάποια αμετάβατα ρήματα, κυρίως ρήματα που σημαίνουν κίνηση, όταν συντίθενται με πρόθεση, γίνονται μεταβατικά.

§3.6. Ο αόριστος β’ και ο παρακείμενος κάποιων ενεργητικών μεταβατικών ρημάτων έχουν μέση και αμετάβατη σημασία, π.χ.
ἵστημι = στήνω, αλλά ἔστην = στάθηκα και ἔστηκα = είμαι όρθιος
φύω = γεννώ, αλλά ἔφυν = γεννήθηκα και πέφυκα = είμαι από τη φύση μου
δύω βυθίζω, αλλά ἔδυν = βυθίστηκα και δέδυκα = είμαι βυθισμένος
ὄλλυμι = καταστρέφω, αλλά ὄλωλα = έχω καταστραφεί, έχω χαθεί
ἐγείρω = ξυπνώ κάποιον, αλλά ἐγρήγορα = είμαι ξύπνιος
πείθω = πείθω, αλλά πέποιθα = έχω εμπιστοσύνη
πράττω = πράττω, ενεργώ, αλλά πέπραγα = είμαι σε μια κατάσταση
φαίνω = δείχνω, φανερώνω, αλλά πέφηνα = είμαι φανερός.

§3.7. Αρκετά ενεργητικά ως προς την κατάληξη ρήματα έχουν παθητική σημασία, όπως πάσχω, πίπτω, φέυγω, εὖ ἀκούω, κακῶς ἀκούω, ἀποθνήσκω, τελευτῶ κ.ά.

§3.8. Σε κάποιες περιπτώσεις, ενεργητικά ρήματα μπορούν, λόγω των συμφραζομένων, να δηλώνουν ότι το υποκείμενο εκτελεί μια ενέργεια μέσω κάποιου άλλου· γίνονται, δηλαδή, μέσα διάμεσα ρήματα. Αποκτούν όμως αυτή τη σημασία μόνο λόγω των συμφραζομένων.

ΙΙ. ΜΕΣΑ ΡΗΜΑΤΑ

§3.9. Τα μέσα ρήματα δηλώνουν και αυτά ότι το υποκείμενο ενεργεί, αλλά επιπλέον στην περίπτωσή τους η ρηματική ενέργεια συνδέεται με το υποκείμενο με μια ιδιαίτερη σχέση. Η ιδιαιτερότητα αυτής της σχέσης υποδηλώνεται από τη σημασία του ίδιου του ρήματος ή από τα συμφραζόμενα και διακρίνει τα μέσα ρήματα σε τέσσερις κατηγορίες: μέσα αυτοπαθή ή ευθέα, μέσα πλάγια ή περιποιητικά, μέσα αλληλοπαθή και μέσα δυναμικά.

§3.10. Μέσα αυτοπαθή ή ευθέα είναι τα ρήματα που δηλώνουν ότι η ενέργεια του υποκειμένου επιστρέφει άμεσα σε αυτό, και γι’ αυτό μπορούν να αντικατασταθούν από τον αντίστοιχο ενεργητικό τύπο με αιτιατική της αυτοπαθούς αντωνυμίας ως αντικείμενο, π.χ. παρασκευάζομαι (= παρασκευάζω ἐμαυτόν), τύπτομαι (= τύπτω ἐμαυτόν), τρέπομαι (= τρέπω ἐμαυτόν), κλίνομαι, ἔχομαι, ἅπτομαι, λαμβάνομαι, ἵσταμαι, ὁρμίζομαι, ἀγείρομαι, συλλέγομαι κ.ά. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν και τα ρήματα που δηλώνουν περιποίηση του σώματος, όπως λούομαι, γυμνάζομαι, κείρομαι, ἀλείφομαι , ἀμφιέννυμαι, ἐνδύομαι, καλύπτομαι, κοσμοῦμαι, στεφανοῦμαι κ.ά.

§3.11. Μέσα πλάγια ή περιποιητικά (ή ωφελείας) είναι τα ρήματα που δηλώνουν ότι η ενέργεια του υποκειμένου γίνεται προς όφελός του ή για να αποκτήσει κάτι που θα το χρησιμοποιήσει, γι’ αυτό και μπορούν να συνοδεύονται από τη δοτική της αυτοπαθούς αντωνυμίας ως δοτική χαριστική. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν ρήματα και εκφράσεις που δηλώνουν συναλλαγή, αλλαγή ιδιοκτήτη ή απόκτηση κάποιου πράγματος: πορίζομαι, ὠνοῦμαι, δανείζομαι, μισθοῦμαι, χρηματίζομαι, γυναῖκα ἄγομαι, ποιοῦμαί τινα φίλον, υἱὸν τίθεμαι (=υιοθετώ), αἱροῦμαι κ.ά. Επίσης, ρήματα που δηλώνουν προσέγγιση ή απομάκρυνση σε σχέση με το υποκείμενο: ἐπάγομαί τινα, μεταπέμπομαί τινα, προσάγομαί τινα, τρέπομαί τινα, ἀπωθοῦμαί τινα, ἀμύνομαί τινα, ἀποδίδομαί τι, ἐφέλκομαί τι κ.ά. Επίσης εκφράσεις όπως νόμον / γραφὴν τίθεμαι, φόρον τάττομαι, πρεσβεύομαι, παρασκευάζομαί τι, συμφοράν τι ποιοῦμαι κ.ά.

Για τη διαφορά των μέσων πλαγίων ρημάτων από τα αντίστοιχα ενεργητικά ενδεικτικές είναι οι παρακάτω διακρίσεις:
νόμον τίθημι: χρησιμοποιείται για νομοθέτη ή για αυταρχικά καθεστώτα.
νόμον τίθεμαι: χρησιμοποιείται για τη δημοκρατική πολιτεία που θέτει νόμους προς όφελος των πολιτών.
πρεσβεύω = διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής.
πρεσβεύομαι = στέλνω πρεσβεία ως πόλη για να προασπίσω τα συμφέροντά μου.
τιμῶ τι = επιβάλλω ποινή ως δικαστής.
τιμῶμαί τι = προτείνω ως διάδικος μια ποινή που ανταποκρίνεται στις επιδιώξεις μου.
ποιῶ τινα δοῦλον = κάνω κάποιον δούλο.
ποιοῦμαί τινα δοῦλον = κάνω κάποιον δούλο μου.

Μια παραλλαγή αυτής της κατηγορίας μέσων ρημάτων είναι τα ρήματα που δηλώνουν ότι το υποκείμενο ενεργεί διαμέσου άλλου (μέσα διάμεσα).

§3.12. Μέσα αλληλοπαθή είναι τα ρήματα που δηλώνουν μια κοινή ενέργεια δύο ή περισσοτέρων υποκειμένων, η οποία περνάει αμοιβαία από το ένα στο άλλο. Τα ρήματα της κατηγορίας αυτής βρίσκονται σε πληθυντικό ή δυϊκό αριθμό και μπορούν να αναλυθούν στον ενεργητικό τύπο με αντικείμενο την αλληλοπαθή αντωνυμία. Τέτοια ρήματα είναι τα μάχεθαι, ἐρίζειν, ἀμιλλᾶσθαι, διαφέρεσθαι διαλλάττεσθαι, συντίθεσθαι κ.ά.

Συχνά, στη θέση των μέσων αλληλοπαθών ρημμάτων βρίσκονται τα αντίστοιχα ενεργητικά με αντικείμενο την αλληλοπαθή ή την αυτοπαθή αντωνυμία του γ΄ προσώπου.

§3.13. Μέσα δυναμικά είναι τα ρήματα που δηλώνουν τη συναισθηματική συμμετοχή του υποκειμένου στη ρηματική σημασία, ότι το υποκείμενο ενεργεί ενεργοποιώντας όλες του τις δυνάμεις, π.χ. πολιτεύμαι = συμμετέχω ενεργά στην πολιτική ζωή (ενώ πολιτεύω = είμαι πολίτης), πόλεμον ποιοῦμαι = διεξάγω πόλεμο (ενώ πόλεμον ποιῶ = είμαι ο αίτιος πολέμου), ἄρχομαι λόγου = αρχίζω τον λόγο μου (ενώ ἄρχω λόγου = παίρνω πρώτος τον λόγο). Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν ρήματα όπως στρατεύομαι, θηρεύομαι, βουλεύομαι, σκοποῦμαι, χαίρομαι, λυποῦμαι, φοβοῦμαι κ.ά.

§3.14. Στα μέσα δυναμικά ρήματα εντάσσονται και τα αποθετικά ρήματα: ἡγοῦμαι, οἴομαι, βούλομαι, ἥδομαι, κτῶμαι, χρῶμαι, μάχομαι, ἔρχομαι κ.ά.

§3.15. Κάποιοι μέσοι μέλλοντες έχουν και παθητική σημασία, όπως ἄρξομαι, στερήσομαι, φυλάξομαι, τραφήσομαι κ.ά.

§3.16. Η σημασία των μέσων ρημάτων δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακριθεί, καθώς το ίδιο μέσα ρήμα μπορεί ανάλογα με τα συμφραζόμενα να έχει διαφορετική σημασία. Επιπλέον ιδιαίτερα δύσκολη είναι η διάκριση ανάμεσα στα μέσα πλάγια και τα μέσα δυναμικά ρήματα.

ΙΙΙ. ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ

§3.17. Τα παθητικά ρήματα δηλώνουν ότι το υποκείμενο υφίσταται την ενέργεια ενός άλλου προσώπου ή πράγματος, παθαίνει κάτι. Επειδή η παθητική διάθεση είναι μεταγενέστερη εξέλιξη σε σχέση με την ενεργητική και μέση, δεν διαθέτει ξεχωριστούς τύπους για όλους τους χρόνους, παρά μόνο για τον μέλλοντα και τον άοριστο, ενώ στους υπόλοιπους χρόνους οι παθητικοί τύποι συμπίπτουν με τους μέσους.

§3.18. Το πρόσωπο ή το πράγμα που επενεργεί πάνω στο υποκείμενο δηλώνεται με το ποιητικό αίτιο το οποίο εκφέρεται (α) με το εμπρόθετο ὑπὸ + γενική (σπανιότερα με τις προθέσεις ἀπό, ἐκ, παρά, πρὸς + γενική) ή (β) με δοτική προσωπική του ποιητικού αιτίου, όταν υπάρχει συντελικός χρόνος ή ρηματικό επίθετο σε -τὸς και -τέος· για τη δοτική προσωπική του ποιητικού αιτίου βλ. και §2.29. (ε).

§3.19. Παθητικά ρήματα σχηματίζονται από ενεργητικά μεταβατικά ρήματα. Κατά την τροπή της ενεργητικής σε παθητική σύνταξη το υποκείμενο της ενεργητικής σύνταξης τρέπεται σε ποιητικό αίτιο, ενώ το αντικείμενο του ενεργητικού ρήματος (ή το άμεσο αντικείμενο αν πρόκειται για δίπτωτο ρήμα) γίνεται το υποκείμενο του παθητικού ρήματος.

Κάποια ενεργητικά ρήματα δεν σχηματίζουν παθητικό τύπο, αλλά στην θέση του κάποιο άλλο ρήμα ενεργητικής ή μέσης φωνής ή κάποια περίφραση.
ἀποκτείνω τινά – ἀποθνήσκω ὑπό τινος
ἐκβάλλω τινά – ἐκπίπτω / φεύγω ὑπό τινος
εὗ λέγω τινά – εὖ ἀκούω ὑπό τινος
εὖ ποιῶ τινα – εὖ πάσχω ὑπό τινος
αἱρῶ – ἁλίσκομαι
δίκην λαμβάνω παρά τινος – δίκην δίδωμί τινι.
Το ίδιο ισχύει και για τα αποθετικά ρήματα
αἰδοῦμαί τινα – αἰδοῦς τυγχάνω ὑπό τινος
αἰτιῶμαί τινα – αἰτίαν ἔχω / λαμβάνω ὑπό τινος.

§3.20. Αρκετοί παθητικοί αόριστοι έχουν μέση σημασία, όπως ἐσώθην (=ἔσωσα ἐμαυτόν), ἐλυπήθην, ἐχάρην, ἐφοβήθην, ἐξεπλάγην, ἐπλάγθην, ᾐσχύνθην, ἐπορεύθην, ἀπηλλάγην, ἐκλίνθην, ἐτράπην, ἐστράφην, ἐσφάλην, ἐψεύσθην, ἠβουλήθην, ἐδυνήθην κ.ά.

ΙV. ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΡΗΜΑΤΑ

§3.21. Τα ουδέτερα ρήματα δηλώνουν ότι το υποκείμενο βρίσκεται απλώς σε μια κατάσταση, χωρίς να ενεργεί ούτε να υφίσταται την ενέργεια κάποιου άλλου. Τα ουδέτερα ρήματα είναι κυρίως ενεργητικής φωνής: ζῶ, ἡσυχάζω, ὑγιαίνω, εὖ πράττω, σωφρωνῶ κ.ά.

Πηγή : http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/composition/page_028.html

Οκτ 11 2014

Διαδραστική Περιήγηση στην Αρχαία Αγορά

Παλαιότερα άρθρα «