Κεριά και λαμπάδες από παραφίνη αλλά  και καθαρό,  100% φυσικό  κερί μέλισσας  παρασκευάζονται στο οικογενειακό παραδοσιακό κηροπλαστείο Αφοί  Νικ. Κατσαντώνη, που λειτουργεί από το  1937 στη Ναύπακτο

«Από μικρός έζησα ανάμεσα στα καζάνια του πατέρα μου. Σήμερα, ύστερα από ενενήντα χρόνια οικογενειακής παράδοσης στην τέχνη της κηροπλαστικής, για μένα είναι και ευθύνη να τη συνεχίσω».

«Είναι δημιουργική δουλειά, χωράει και φαντασία κάθε φορά που φτιάχνεις νέα σχέδια για λαμπάδες. Ταυτόχρονα, είναι και ιδιαίτερα κοπιαστική, γιορτές για εμάς δεν υπάρχουν».

Κηροποιός τρίτης γενιάς, βαδίζει στα χνάρια των προγόνων του. Ο Θωμάς Χρήστου στα 41 του συντηρεί εδώ και δεκαέξι χρόνια την οικογενειακή κληρονομιά του, ένα από τα παλαιότερα στην Ελλάδα παραδοσιακά κηροπλαστεία. Το άνοιξε ο παππούς του το 1919 στην Έδεσσα. «Έφερε την τέχνη του από το Μοναστήρι (Μπίτολα) των Σκοπίων (30 χλμ. από τη Φλώρινα), κατέβηκε εδώ πριν από ενενήντα χρόνια και έστησε τη δική του μικρή επιχείρηση. Από αυτόν έμαθαν αργότερα τη δουλειά ο πατέρας μου και ο θείος μου, ώσπου το 1993 ανέλαβα πια εγώ».

«Πρώτα απ΄ όλα το κερί»
«Παρότι σπούδασα στα ΤΕΙ Γεωπονίας και σε σχολή ηλεκτρονικών, πάντοτε είχα στο μυαλό μου πως το μέλλον μου ήταν μάλλον προδιαγεγραμμένο, πως θα ασχοληθώ κι εγώ, όπως και οι δικοί μου, πρώτα απ΄ όλα με το κερί», λέει στα «ΝΕΑ». Σήμερα σχεδόν μόνος του, τον βοηθάει μόνο η μητέρα του, καταφέρνει να παράγει ετησίως έως και είκοσι τόνους από εκκλησιαστικά κεριά και λαμπάδες. «Είναι δύσκολη δουλειά, πρέπει να σηκώνεις πολλά βάρη. Η ελληνική παραφίνη είναι συσκευασμένη σε κιβώτια που ζυγίζουν 22 κιλά το καθένα, το λιγότερο. Εάν λοιπόν σκεφθεί κανείς ότι καθημερινά χρησιμοποιώ μέχρι και 200 κιλά από αυτή την πρώτη ύλη, μπορεί να υπολογίσει και τα φορτία που μεταφέρω με τα χέρια μου από την αποθήκη μέχρι το εργαστήριο. Στο τέλος, έχω και να πακετάρω την παραγωγή σε κιβώτια και να τα φορτώσω, να τρίψω εγώ ο ίδιος και τα τελάρα για να τα καθαρίσω». «Είναι και βρώμικη δουλειά. Ο χώρος παραγωγής είναι γεμάτος με υπολείμματα κεριών οπότε σίγουρα λερώνεσαι, δεν μπορείς να αποφύγεις ούτε τη χαρακτηριστική μυρωδιά της παραφίνης, υποκατάστατου του πετρελαίου», εξηγεί. Με αυτήν γεμίζει τα καζάνια του, μία φορά το μεσημέρι και άλλη μία το βράδυ. «Την επομένη είναι πια έτοιμη: λειωμένη σε θερμοκρασία 70-80 Κελσίου, σε υγρή μορφή πλέον, τη βάζω στα δοχεία του ειδικού μηχανήματος παραγωγής. Αυτό ανεβοκατεβάζει τα τελάρα του, που έχουν πάνω τους τυλιγμένα τα φιτίλια. Βουτώντας τα στο λειωμένο κερί για δυο – τρία δευτερόλεπτα, “πιάνουν” κάθε φορά κι από ένα λεπτό στρώμα κεριού. Ανεβαίνουν για δυο- τρία λεπτά για να κρυώσουν, ξανακατεβαίνουν και συνεχίζεται η ίδια διαδικασία για άλλα τέσσερα- πέντε λεπτά, μέχρις ότου το κερί αποκτήσει τελικά το κατάλληλο πάχος. Θα χρειαστούν συνολικά τριάντα λεπτά ώσπου να κρυώσει, προτού το βγάλω από το τελάρο του και το κόψω πάνω- κάτω, του δώσω την τελική μορφή του», λέει.

Η ΤΕΧΝΗ

Έφερε την τέχνη του από το Μοναστήρι (Μπίτολα) των Σκοπίων (30 χλμ. από τη Φλώρινα) και έστησε τη δική του μικρή επιχείρηση

«Μία προς μία, τις στολίζουμε»

ΑΚΟΜΑπιο χρονοβόρα, εντελώς διαφορετική εργασία απαιτούν, σύμφωνα με τον κ. Χρήστου, οι πασχαλινές λαμπάδες του. «Δεν βγαίνουν σε τελάρα αλλά σε βέργες, όπου κρέμονται φιτίλια που εμβαπτίζονται στην υγρή παραφίνη και κερώνονται, σε πολύ λιγότερα κομμάτια, πιο αργά από τα κεριά. Το μικρό μηχάνημα που διαθέτουμε μπορεί να βγάλει έως και 500 εκκλησιαστικά κεριά, έναντι 180 λαμπάδων, ανά παρτίδα. Στον ίδιο χρόνο, δηλαδή, βγάζω περίπου τα τριπλάσια κεριά», υποστηρίζει. Από τις λαμπάδες, ωστόσο, προσδοκά να βγάλει τα έσοδά του. «Με το απλό κερί, οικονομικά δεν αξίζει ο κόπος· είναι περισσότερο φασαρία παρά κέρδος, αφού εκατό από αυτά, ένα κιλό στο κλασικό μέγεθος, φεύγουν από μένα στη χονδρική προς 1,35 ευρώ συν τον ΦΠΑ, στη λιανική προς 2,70 ευρώ το κιλό. Η στολισμένη λαμπάδα- από 0,60 έως και 15 ευρώ η μία στη λιανική- ή και το διακοσμητικό κερί είναι αυτά που ενισχύουν την οικονομία του μαγαζιού μας», λέει. Ήδη, εν όψει Πάσχα, στη μικρή επιχείρησή του έχει σημάνει συναγερμός. «Ουσιαστικά από τα Χριστούγεννα έως τώρα δουλεύω καθημερινά δέκα ώρες στο εργαστήριο, άλλες τρεις- τέσσερις για τον στολισμό των λαμπάδων, μία προς μία στο χέρι, με τα διακοσμητικά τους. Φέτος έχουμε 250 διαφορετικά σχέδια, με αρκουδάκια και μπρελόκ, μέχρι και με σταυρουδάκια που μπορούν να κρεμαστούν στα κινητά», λέει. Για τη διάθεσή τους κηρύχθηκε οικογενειακή «επιστράτευση», αφού η σύζυγός του έχει αναλάβει τη διακόσμησή τους, ο πεθερός του συνδράμει στις πωλήσεις στο κατάστημα του κ. Χρήστου, ο οποίος κάνει τα δρομολόγια για τις παραδόσεις του εμπορευμάτων του, τα διαθέτει και μέσω του e-shop του, στο Διαδίκτυο».

«Από παιδί είμαι στα κεριά»

ΤΡΙΤΗΣγενιάς κηροπλάστης και ο 39χρονος Κώστας Κατσαντώνης πήρε, μαζί με τον αδελφό του τον Μιχάλη, τα ηνία της επιχείρησης που σύστησε ο παππούς τους πριν από 72 χρόνια στη Ναύπακτο. «Εδώ μέσα, σε αυτό το κηροπλαστείο, γεννηθήκαμε. Από μικρό παιδί δεν έχω άλλες μνήμες, παρά να φτιάχνω κι εγώ κεράκια, να κάνω ό,τι μου έλεγε ο μάστορας πατέρας μας, που και σήμερα είναι δίπλα μας στη δουλειά, η τεχνογνωσία και η πείρα του εξακολουθούν να μας είναι απαραίτητες!», λέει στα «ΝΕΑ». Με συνολική ετήσια παραγωγή 150 τόνων, έως και 5.000 κεριά ή 1.200 λαμπάδες ανά παρτίδα παραγωγής, η μονάδα κηροπλαστικής Αφοί Νικ. Κατσαντώνη καταφέρνει να επιβιώνει. «Εάν δεν ήμασταν οικογενειακή κηροποιία, με ιδιόκτητο κτίριο, σίγουρα δεν θα βγαίναμε οικονομικά: ο ανταγωνισμός είναι πολύ μεγάλος και το περιθώριο κέρδους μας ασφυκτικά μικρό, επιχειρήσεις του κλάδου μας έρχονται στο όριο», λέει.

 

Ανακτήθηκε από: http://www.tanea.gr



Θα πρέπει να είστε συνδεδεμένος για να υποβάλλετε σχόλιο.

Αφήστε μια απάντηση