Όλες οι Κοσμογονίες των λαών της γης γνωρίζουν ένα εμβρυώδη κόσμο που υπήρχε σε μια αρχέγονη εποχή, πριν ακόμη χωριστούν ο ουρανός και η γη. Σε πολλές κοσμογονίες ο κόσμος δημιουργείται από τα νερά ή το βαθύ ωκεανό και σε άλλες από μια χαώδη κατάσταση. To θέμα του αρχέγονου ύδατος που στις αρχαϊκές Κοσμογονίες παρουσιάζεται ως κοσμικό και συγχρόνως θεϊκό σύνολο, βρίσκεται και στους Σουμέριους. Κάποτε ο κόσμος δημιουργείται από τον ωκεανό , πάνω από τον οποίο ένας θεός σύμφωνα με την παράδοση ο Μαρδούκ, ο κατοπινός μεγάλος θεός της Βαβυλώνας , άπλωσε μια καλαμένια ψάθα, πάνω στην οποία συσσώρευσε το χώμα της γης.

 

Οι Βαβυλώνιοι, οι Ασσύριοι, λαοί συγγενικοί μεταξύ τους, ανέπτυξαν σπουδαίο πολιτισμό. Πήραν τον πολιτισμό των Σουμερίων και τον εμπλούτισαν με νέα στοιχεία σημιτικής κληρονομιάς

 

Το βαβυλωνιακό έπος και η δημιουργία του κόσμου

 

Το κοσμογονικό έπος (γνωστό από τις λέξεις του πρώτου στίχου) με τον τίτλο Ενουμά Έλις (Enuma Elish), «Όταν εκεί πάνω…» ασχολείται με τη δημιουργία του κόσμου. Μαζί με το έπος του Γκιλγκαμές είναι από τις πιο σημαντικές δημιουργίες της μεσοποταμιακής θρησκευτικότητας. Τα Ενουμά ΄Ελις διηγείται τη γένεση του κόσμου με σκοπό να δοξάσει το θεό Μαρδούκ. Στην αρχή παρουσιάζεται η παλαιά εικόνα του κόσμου, των «αρχών» του κόσμου, τον οποίο έχει καλύψει παντού το νερό. Από τους απέραντους όμως όγκους των υδάτων αναπηδά αρχικά το ζεύγος Απσού και Τιαμάτ.  Τελικά ο θεός Μαρδούκ αποφασίζει μετά από πολλές μάχες και πολέμους, να δημιουργήσει τους ανθρώπους , για να υπηρετούν τους θεούς. Αναζητήθηκε ο πρωταίτιος του πολέμου που ήταν ο Κιγκού ο οποίος παρέσυρε την Τιαμάτ. Του άνοιξαν λοιπόν τις φλέβες του και από το αίμα του δημιουργήθηκαν οι άνθρωποι(VI, 30). O άνθρωπος λοιπόν δημιουργήθηκε για να υπηρετεί τους θεούς. Συγχρόνως όμως εισάγει στη δημιουργία του το δαιμονικό στοιχείο, γιατί δημιουργήθηκε από το αίμα του Κιγκού, ο οποίος στην αρχή ήταν θεός και ύστερα έγινε Αρχιδαίμων. Ο άνθρωπος φαίνεται να είναι από την αρχή καταδικασμένος.

 

Το έπος του Γκιλγκαμές

 

Το έπος του Γκιλγκαμές είναι το πιο γνωστό και το πιο λαϊκό δημιούργημα της βαβυλωνιακής ποίησης. Ανακαλύφθηκε στη βιβλιοθήκη του Ασσουρμπανιμπάλ και είαναι παλαιότερο από το «Ενουμά Έλις». Σήμερα σώζονται μόνο αποσπάσματα αρκετά όμως για να ανασυνθέσουν την ιστορία του ήρωα Γκιλγκαμές.

 

Το έργο είναι μια από τις πιο συγκινητικές διηγήσεις για την αναζήτηση της «αθάνατου νερού», που θα εξασφάλιζε στην ανθρωπότητα την αθανασία. Το έπος αποτελείται από 12 πίνακες, που αντιστοιχούν στο ζωδιακό κύκλο.

 

Ο Γκιλγκαμές ήταν κατά τα δυο τρίτα θεός κι ένα τρίτο άνθρωπος. Ήταν ο μεγαλύτερος και δυνατότερος βασιλιάς της γης. Παρουσιάζεται όμως και ως δεσπότης που ντροπιάζει τις νέες κοπέλες και βάζει σε βαριές δουλειές τους άντρες. Όταν ο λαός του παραπονιέται για την σκληρότητά του, οι θεοί του στέλνουν τον ημιάγριο Ενκίντου. 

 

Ο μύθος του κατακλυσμού

 

Ο μύθος του κατακλυσμού είναι διαδεδομένος και τον συναντούμε σχεδόν παντού σε όλες τις ηπείρους και τους πολιτισμούς (μόνο στην Αφρική σπανίζει).

 

Είναι γνωστό ότι στο τέλος της τελευταίας εποχής των Παγετώνων και στην αρχή της Νεοθερμικής περιόδου έλιωσαν τεράστιοι όγκοι πάγων που προκάλεσαν την άνοδο της στάθμης της θάλασσας.  Όμως δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη δημιουργία ενός τόσο διαδεδομένου μύθου μόνο με αυτά τα φαινόμενα. Οι περισσότεροι μύθοι περί κατακλυσμού φαίνεται να έχουν σχέση με τις αντιλήψεις των ανθρώπων περί τάξεως και ρυθμού που επικρατεί στον κόσμο. Σύμφωνα με τις παλιές αντιλήψεις ο «παλαιός κόσμος», που τον κατοικεί μια πεπτωκυία ανθρωπότητα, καταποντίζεται και λίγο καιρό αργότερα αναδύεται από το «ύδωρ».

 

Στις περισσότερες παραλλαγές του μύθου ο κατακλυσμός είναι αποτέλεσμα των αμαρτιών ή των τελετουργικών ανακριβιών των ανθρώπων. Ενίοτε όμως είναι και απλώς ένα επακόλουθο του θελήματος ενός θεού, ο οποίος θέλει να εξολοθρεύσει το ανθρώπινο γένος.

 

Την αιτία του κατακλυσμού στην παράδοση της Μεσσοποταμίας δεν είναι εύκολο να τη διαπιστώσουμε. Μάλλον η κύρια αιτία βρίσκεται συγχρόνως στις αμαρτίες των ανθρώπων και στη γεροντική ηλικία και εξασθένηση της γης. Ο κόσμος έχει ύπαρξη, καταναλίσκεται και φθίνει και τελικά καταστρέφεται. Γι΄ αυτό πρέπει να ξαναδημιουργηθεί και να γίνει νέος. Έτσι ο κατακλυσμός πραγματοποιείται με σκοπό αφ΄ ενός να φέρει το τέλος του παλιού κόσμου και της αμαρτωλής ανθρωπότητας και αφ΄ ετέρου να δώσει τη δυνατότητα για μία νέα δημιουργία.

 

Συμβολικά αυτό γίνεται στη διάρκεια της εορτής του Νέου Έτους, όταν φεύγει ο παλιός χρόνος και έρχεται ο καινούργιος.

 

Σύμφωνα με τον παλιό σουμερικό μύθο, έπρεπε μετά τον κατακλυσμό να ανανεωθεί το βασίλειο και να καταβιβασθεί εκ νέου από τον ουρανό, δεδομένου ότι με τον κατακλυσμό είχε επέλθει το «τέλος του κόσμου». Ένας μόνο άνθρωπος σώθηκε: ο Ζιουσούδρα κατά τη σουμερική εκδοχή του μύθου ή ο Ουτναπιστίμ κατά την ακκαδική.

 

Αντίθετα όμως προς το Νώε της Παλαιάς Διαθήκης, ο άνθρωπος που σώθηκε εδώ δεν επετράπη να κατοικήσει στο «νέο κόσμο», ο οποίος αναδύθηκε από τα νερά. Αφού κατά κάποιον τρόπο «θεώθηκε» ή τέλος πάντων έγινε αθάνατος, μετατοπίστηκε στη μυθική χώρα του Τιλμούν (ο Ζιουσούδρα) ή στη χώρα της «εκβολής των ποταμών» (ο Ουτναπιστίμ).

 

 

 

Στοιχεία αντλήθηκαν από: Ζιάκας Γρ. (1990), Η θρησκεία των προϊστορικών κοινωνιών και των αρχαίων λαών, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη

 

Το έπος του Γκιλγκαμές-Η ιστορία του κατακλυσμού (απόσπασμα)

 

«Ξέρεις την πόλη Σουρρουπάκ που βρίσκεται στις όχθες του

 

Ευφράτη; Η πόλη αυτή είναι πολύ παλιά κι ακόμα πιο παλιοί εναι οι Θεοί

 

της. Εκεί ήταν ο Ανού, ο κυρίαρχος του στερεώματος, ο πατέρας των

 

Θεών. Eκεί ήταν κι ο πολεμικός Ελνίλ ο σύμβουλός τους, ο Νινούρτα ο

 

βοηθός, και ο Εννουζί ο επιτηρητής των καναλιών. Μαζί τους ήταν κι ο Εά.

 

Κείνο τον καιρό ο κόσμος πλήθαινε πολύ, οι άνθρωποι γεννοβολούσαν. Ο

 

κόσμος μούγκριζε σαν άγριος ταύρος. Οι μεγάλοι θεοί αναστατώθηκαν από

 

τις κραυγές τους. Ο Ενλίλ που άκουσε τις φωνές τους είπε στο Συμβούλιο

 

των Θεών: Οι βρυχηθμοί των ανθρώπων είναι ανυπόφοροι. Και δεν μπορεί

 

κανείς να κοιμηθεί μέσα σε τούτη την αταξία. Και τότε οι θεοί πρόθυμα

 

αποφάσισαν να εξαπολύσουν τον κατακλυσμό. Αλλά ο κύριός μου ο Εά, με

 

προειδοποίησε με ένα όνειρο. Ψιθύρισε τούτα τα λόγια στο καλαμόσπιτό

 

μου: «Καλαμόσπιτο, Καλαμόσπιτο, τείχος! ώ τείχος! άκουσε με προσοχή

 

καλαμόσπιτο που μοιάζεις τείχος. Ανθρωπε του Σουρρουπάκ, γιέ του

 

Ουμπάρα – Τουτού, γκρέμισε το σπίτι σου και φτιάξε ένα πλοίο. Παράτησε

 

την περιουσία σου και φρόντισε για τη ζωή σου. Περιφρόνησε τα αγαθά του

 

κόσμου και σώσε μόνο τη ζωή σου. Σου λέω: γκρέμισε το σπίτι σου και

 

φτιάξε πλοίο. Κι αυτά πρέπει να είναι τα μέτρα του πλοίου που θα φτιάξεις:

 

οι πλευρές του πλοίου να είναι ίσες. Το κατάστρωμά του να είναι

 

σκεπασμένο σαν το θόλο που σκεπάζει την άβυσσο. Και πάρε στο πλοίο

 

σου σπόρους όλων των ζωντανών πλασμάτων».

 

Όταν ξημέρωσε όλη μου η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω μου. Τα παιδιά

 

κουβαλούσαν πίσσα και οι άντρες έκαναν ότι μπορούσαν. Την Πέμπτη

 

ημέρα είχα έτοιμη την καρίνα και τα πλευρά. Κι ύστερα έφτιαξα γρήγορα το

 

σανίδωμα. Ο χώρος του ήταν ένα άκρ. Κάθε πλευρά του πλοίου

 

λογαριαζόταν σε εκατόν είκοσι κυβικά και το σχήμα του ήταν τετράγωνο.

 

Κατασκεύασα έξη καταστρώματα, το ένα κάτω από το άλλο, άθροισμα

 

εφτά. Τα χώρισα σε εννέα τμήματα με διαχώρισμα ανάμεσά τους. Οπου

 

χρειαζόταν έκανα χωρίσματα. Επιθεώρησα τα άρμενά του και έβαλα μέσα

 

εφόδια. Οι αχθοφόροι κουβάλησαν τα ειδικά λαγήνια με το λάδι. Έριξα

 

πίσσα στην εστία και άσφαλτο και λάδι στο καλαφάτισμα και ακόμα πιό

 

πολύ αποθηκεύτηκε στο πλοίο. Έσφαξα ταύρο για τους ανθρώπους του

 

πλοίου και κάθε ημέρα έσφαζαν πρόβατα. Έδωσα στους εργάτες του

 

πλοίου άφθονο κρασί, θαρρείς και ήτανε νεράκι, δυνατό κρασί και κοκκινέλι

 

και σκούρο και άσπρο κρασί. Και το γιορτάσαμε όπως γιορτάζουμε την

 

γιορτή της πρωτοχρονιάς. Εγώ ο ίδιος άλειψα το κεφάλι μου με αρωματικό

 

λάδι. Και την έβδομη ημέρα το πλοίο ήταν έτοιμο πέρα για πέρα.

 

Δυσκολευτήκαμε στην καθέλκυσή του. Ανεβοκατεβάζαμε τα έρμα του

 

πλοίου, μέχρι που το πλοίο βυθίστηκε κατά δύο τρίτα. Φόρτωσαν πάνω

 

όλο το χρυσάφι που είχα και όλα τα ζωντανά, την οικογένειά μου, τους

 

συγγενείς μου, τα κτήνη του αγρού, τα άγρια και τα ήμερα και όλους τους

 

τεχνίτες. Τους ανέβαζα στο κατάστρωμα, γιατί είχε πληρωθεί ο χρόνος που

 

είχε ορίσει ο Σαμάς: «Τη βραδιά που ο καβαλάρης της θύελλας σκορπούσε

 

την καταστροφική του βροχή, έμπα μέσα στο πλοίο σου και κατέβασε τις

 

σκαλωσιές σου». Ο χρόνος είχε πληρωθεί. Έφθασε η νύχτα. Ο καβαλάρης

 

της θύελλας έστειλε τη βροχή. Κοίταξα τον καιρό και ήταν τρομερός. Και

 

έτσι μπήκα στο πλοίο και κατέβασα τις σκαλωσιές. Τώρα είχαν όλα

 

συμπληρωθεί: και η σκαλωσιά και το καλαφάτισμα. Και έτσι έδωσα το

 

τιμόνι στον Πουζούρ Αμουρρί, τον πηδαλιούχο, μαζί με την ευθύνη της

 

ναυσιπλοϊας και τη φροντίδα του πλοίου. Με τα χαράματα ένα μαύρο

 

σύννεφο φάνηκε στον ορίζοντα. Βροντούσε μέσα εκεί που περνούσε ο

 

κύριος της θύελλας καβαλάρης, ο Αντάντ. Μπροστά, πάνω από το λόφο

 

και τον κάμπο του Σουλλάτ και Χανίς προχωρούσαν οι κήρυκες της

 

θύελλας. Και τότε φάνηκε ο θεός της αβύσσου. Ο Νεργκάλ έσπασε τους

 

υδατοφράκτες και των νερών του κάτω κόσμου. Ο Νικούρτας ο κύριος του

 

πολέμου έσπασε τα φράγματα και οι εφτά κριτές της κόλασης και ο

 

Αννουνάκι ύψωσαν τους δαυλούς τους για να φωτίσουν τη γή με το ωχρό

 

τους φώς. Μια ναρκωτική απελπισία υψώνονταν μέχρι τους ουρανούς,

 

όπου ο Θεός της θύελλας είχε μετατρέψει την ημέρα σε σκοτάδι και είχε

 

συντρίψει τη γή σαν κύπελλο. Μια ολόκληρη ημέρα η θύελλα

 

λυσσομανούσε, παίρνοντας καινούργια ορμή καθώς προχωρούσε και

 

ξεχύνονταν πάνω στους ανθρώπους, σαν θύελλα μαχών. Ο άνθρωπος δεν

 

μπορούσε να δεί τον αδελφό του, ούτε και άνθρωποι φαίνονταν από τον

 

ουρανό. Ακόμα και οι Θεοί τρόμαξαν από τον κατακλυσμό και κατέφυγαν

 

στα πιό ψηλά μέρη του ουρανού, στο στερέωμα του Ανού και ζάρωσαν στα

 

τείχη του ουρανού, σαν παλιόσκυλα. Και τότε η Ιστάρ η γλυκόφωνη

 

βασίλισσα των ουρανών φώναξε δυνατά σαν παραδουλεύτρα: «Αλίμονο

 

οι παλιές ημέρες έγιναν σκόνη, επειδή εγώ κατηύθυνα το κακό. Αλλά γιατί

 

να εισηγηθώ αυτό το κακό στο συμβούλιο των Θεών; Υποκινούσα

 

πολέμους για να καταστρέψω λαούς, αλλά οι λαοί αυτοί δεν ήσαν δικοί

 

μου. Εγώ τους έσπρωχνα. Και τώρα οι άνθρωποι επιπλέουν σαν τα αυγά

 

ψαριών στον ωκεανό». Και οι μεγάλοι Θεοί του Ουρανού και της κόλασης

 

έκλαψαν και σκέπασαν τα στόματά τους.

 

Έξη ημέρες και έξη νύχτες φυσούσαν δυνατοί άνεμοι, χείμαρροι,

 

θύελλες και πλημμύρες συγκρούονταν σα δύο φαντάσματα πολεμιστών.

 

Όταν ξημέρωσε η εβδόμη ημέρα, η θύελλα στο νότο κόπασε, η θάλασσα

 

ηρεμούσε και ο κατακλυσμός ησύχαζε. Όλη η ανθρωπότητα είχε γίνει

 

λάσπη. Η επιφάνεια της θάλασσας είχε γίνει επίπεδη και ο κατακλυσμός

 

ησύχαζε. Άνοιξα μια χαραμάδα και το φως έπεσε στο πρόσωπό μου. Και

 

τότε έσκυψα κάτω και κάθισα και έκλαψα. Τα δάκρυα κυλούσαν στα

 

μάγουλά μου, γιατί παντού δεν υπήρχε τίποτα άλλο από νερά. Μάταια

 

αναζητούσα με το βλέμμα μου γή. Μακριά όμως σε απόσταση

 

δεκατεσσάρων λεύγων εμφανίστηκε ένα βουνό και κει άραξα το πλοίο μου.

 

Στο βουνό Νισίρ, το πλοίο μου σταμάτησε και πια δεν κινιόταν. Σταμάτησε

 

τη μία ημέρα και την άλλη ημέρα δεν κουνιόταν. Και πέρασε και η τρίτη

 

ημέρα κι η τέταρτη ημέρα και το πλοίο δεν κουνιόταν. Και την πέμπτη

 

ημέρα και την έκτη ημέρα το πλοίο είχε ακινητοποιηθεί στο βουνό. Όταν

 

ξημέρωσε η έβδομη ημέρα άφησα ένα περιστέρι ελεύθερο. Το περιστέρι

 

πέταξε μακριά αλλά επειδή δεν βρήκε μέρος να σταθεί ξαναγύρισε. Ύστερα

 

άφησα ελεύθερο ένα χελιδόνι. Και πέταξε και αυτό μακριά, αλλά δεν βρήκε

 

μέρος να σταθεί και ξαναγύρισε. Άφησα ύστερα ένα κοράκι. Και το κοράκι

 

είδε ότι τα νερά είχαν αποτραβηχτεί, έφαγε, πέταξε γύρω μας, έκραζε και

 

πιά δεν ξαναγύρισε. Τότε τα άνοιξα όλα προς τους τέσσερους ανέμους,

 

έκανα μια θυσία και έχυσα τη σπουδή μου στο βουνό. Εφτά και άλλα εφτά

 

καζάνια έστησα. Μάζεψα ξύλα και καλάμια και κέδρα και μυρτιά. Όταν οι

 

Θεοί μυρίστηκαν τη γλυκιά μυρουδιά, μαζεύτηκαν σαν μύγες πάνω στη

 

θυσία. Και τότε έφτασε επιτέλους και η Ιστάρ, ύψωσε το περιδέραιο με τα

 

κοσμήματα του ουρανού, που το έφτιαξε κάποτε για χάρη της ο Ανού: «Ώ

 

Θεοί, είπε, που μαζευτήκατε όλοι εδώ, με το λαζουρίτη που έχω στο λαιμό

 

μου, θα θυμάμαι αυτές τις ημέρες, όπως θυμάμαι και τα κοσμήματα του

 

στήθους μου. Αυτές τις τελευταίες ημέρες δεν θα τις ξεχάσω ποτέ. Και ας

 

κάνουμε το ίδιο όλοι οι θεοί, που μαζεύτηκαν γύρω στη θυσία εκτός από

 

τον Ενλίλ. Αυτός δεν πρέπει να αγγίξει αυτήν την προσφορά, γιατί

 

προκάλεσε τον κατακλυσμό, χωρίς να το σκεφθεί. Και καταδίκασε το λαό

 

μου στην καταστροφή».

 

Όταν έφθασε ο Ενλίλ και είδε το πλοίο μου, θύμωσε, αγρίεψε και

 

καυγάδισε με τους θεούς που κατοικούν στον ουρανό: «Ξέφυγαν θνητοί

 

από την καταστροφή; Δεν έπρεπε κανένας να επιζήσει». Τότε ο Θεός των

 

πηγαδιών και των καναλιών ο Νινούρτα άνοιξε το στόμα του και είπε στον

 

πολεμοχαρή τον Ενλίλ: «Ποιος από όλους τους θεούς θα μπορούσε να

 

μαντέψει τα πράγματα εκτός από τον Εά; Μόνο ο Εά γνωρίζει τα πάντα».

 

Και ο Εά άνοιξε το στόμα του και είπε στον πολεμοχαρή Ενλίλ: «Ήρωα

 

Ενλίλ εσύ που είσαι ο πιο σοφός απ’ τους θεούς πώς μπόρεσες τόσο

 

ανόητα να εξαπολύσεις τον κατακλυσμό;

 

Η αμαρτία τον αμαρτωλό θα πρέπει να βαραίνει

 

και η παρανομία τον παράνομο

 

Τιμώρησέ τον λίγο όταν παραστρατεί

 

Μη γίνεσαι σκληρός και μην τον αφανίζεις.

 

Μπορούσε το λιοντάρι να κατάστρεφε τον άνθρωπο

 

και θα ταν προτιμότερο απ’ τον κατακλυσμό.

 

Μπορούσε ο λύκος να κατάστρεφε τον άνθρωπο

 

και θα ταν προτιμότερο απ’ τον κατακλυσμό.

 

Μπορούσε η πείνα να αφάνιζε τον κόσμο

 

και θα ταν προτιμότερη απ’ τον κατακλυσμό.

 

Μπορούσε ένας λοιμός ν’ αφάνιζε τον άνθρωπο

 

και θα ταν προτιμότερος απ’ τον κατακλυσμό.

 

Δεν είμαι εγώ που αποκάλυψα το μυστικό των θεών. Ο σοφός

 

άνθρωπος το έμαθε στο όνειρό του. Και τώρα το συμβούλιό μας πρέπει να

 

αποφασίσει τι κάνουμε αυτόν εδώ».

 

Και τότε ο Ενλίλ μπήκε στο πλοίο. Με πήρε από το χέρι. Πήρε μαζί

 

και τη γυναίκα μου και μας έβαλε στο πλοίο. Εμείς γονατίσαμε αντικριστά

 

και κείνος έστεκε ανάμεσά μας. Και άγγιξε τα μέτωπά μας σαν σε ευλογία,

 

λέγοντάς μας: «Ουτναπιστίμ, παλιότερα ήσουνα θνητός άνθρωπος. Από

 

δω και μπρος εσύ και η γυναίκα σου θα ζήσετε μακριά, εκεί που είναι οι

 

εκβολές των ποταμών». Και έτσι οι Θεοί με πήραν και με τοποθέτησαν εδώ

 

να ζω μακριά στις εκβολές των ποταμών.

 

www.peri-grafis.com

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΝΙΜΠΕΛΟΥΝΓΚΕΝ

 

Σε συνέχεια της αναφοράς που έγινε για τα μεγάλα έπη θα πρέπει να αναφερθεί και το τραγούδι των Νιμπελούνγκεν. Τα ΙΓ΄αι. προβάλλουν στη Γερμανία δύο μεγάλα λαϊκά έπη που κανένας δεν ξέρει αν τα έγραψε ένας, ή αν τα δημιούργησαν τραγουδώντας τα πολλοί. Το ένα είναι το τραγούδι των Νιμπελούνγκεν[1]  (Nibelunge Not) ή  όπως λέγεται σήμερα Nibelungenlied. Το άλλο είναι το Γκούντρουν Gudtrun. Το δεύτερο γεννήθηκε στην Αυστρία και βρήκε ως πρότυπο το Τραγούδι των Νιμπελούνγκεν. Το έπος Γκούντρουν που δεν μπορεί να γεννήθηκε πριν το 1230 έχει στο κέντρο του όπως και το άλλο έπος μία γυναίκα.

 

To Nibelungenlied, το Τραγούδι των Νιμπελούνγκεν, των παιδιών της ομίχλης δηλαδή, είναι, ίσως, το ωραιότερο μεσαιωνικό έπος, η αντίστοιχη Ιλιάδα της γερμανικής φιλολογίας (χωρίς όμως αυτή η σύγκριση μπορεί να βγει σε καλό του γερμανικού έπους). Βασισμένο σε ένα σύμφυρμα ψηγμάτων της ιστορίας, στοιχείων της γερμανικής παγανιστικής μυθολογίας, θρύλων των σκανδιναβικών χωρών, ακόμη και στις λαϊκές δοξασίες σλαβικών παραμυθιών, αναβιώνει με θαυμαστή λιτότητα τους θρύλους και την εποποιία της ευρωπαϊκής ιπποσύνης, αλλά και την σκοτεινή ανθρώπινη φύση, όπως αυτή παρουσιάζεται στις αρχαίες τραγωδίες.

 

Ένας αμύθητος θησαυρός, ένας μεγαλόπνοος έρωτας, μια αντιζηλία, ένας στυγερός φόνος, ένας αιματηρός πόλεμος, μια γυναίκα που διψά για εκδίκηση και φτάνει να σκοτώσει ακόμη και το ίδιο της το παιδί, αλλά και νεράιδες, ρωμαλέοι ιππότες, αχρεία, ποταπά ανθρωπάκια, ο προαναγγελμένος όλεθρος… Ο έρωτας και η εκδίκηση, η δόξα και η φιλαργυρία είναι οι προφάσεις που χρησιμοποιεί η ανελέητη μοίρα για να οδηγήσει τους ήρωες στο αμετάκλητο πεπρωμένο στο φοβερό τέρμα μιας διαδρομής, όπου τους περιμένει ο θάνατος μέσα σ’ ένα πρωτοφανές λουτρό αίματος. Ο Ζίγκφριντ, φτάνει στη Βορμς, για να κατακτήσει την Κρίμχιλντ, της οποίας έχει ακούσει να υμνούν την ανυπέρβλητη ομορφιά. Ο πρίγκιπας έχει προηγουμένως αρπάξει τον καταραμένο θησαυρό των Νιμπελούνγκεν και έχει γίνει άτρωτος μετά το λουτρό στο αίμα του δράκοντα που σκότωσε. άτρωτος παντού, εκτός από ένα σημείο…Αυτό είναι το μυθολογικό σύμπαν του σκοτεινού και βλοσυρού αυτού ποιήματος, που ενέπνευσε τον Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν στην συγγραφή της διάσημης τριλογίας του Ο άρχοντας των δαχτυλιδιών, τον Ριχάρδο Βάγκνερ, στην σύνθεση της θαυμαστής τετραλογίας του Το δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν, αλλά και τον Φριτς Λανγκ που το μετέφερε υποδειγματικά στην μεγάλη οθόνη.

 



[1] ( Όνομα φυλής νάνων, σύμφωνα με τη γερμανική μυθολογία, της Β Ευρώπης. Είναι κάτοχοι αμύθητων θησαυρών και έχουν στον Κάτω Κόσμο βασιλιά το Νίμπελουνγκ. Τους θησαυρούς αυτούς παίρνει ο Ζίγκφριντ, σκοτώνοντας το βασιλιά. Από τότε οι πολεμιστές του Ζίγκφριντ ονομάστηκαν Νιμπελούνγκεν και τα κατορθώματά τους περιγράφει το «Τραγούδι των Νιμπελούνγκεν».)