Γιάννης Ρίτσος, Η Ρωμιοσύνη

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γιάννης Ρίτσος, Η Ρωμιοσύνη

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί

Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος

Διονυσίου Σολωμού, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διονυσίου Σολωμού, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Πανόραμα νεοελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα

Μετάβαση στο padlet.com

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πανόραμα νεοελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα

Γιώργος Σεφέρης, Ελένη


Το βίντεο δημιουργήθηκε για τις ανάγκες διδασκαλίας του μαθήματος Νεοελληνική Λογοτεχνία Β Λυκείου.

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γιώργος Σεφέρης, Ελένη

Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Πίστομα

Η ταινία μικρού μήκους του Γιώργου Φουρτούνη αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του διηγήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Πίστομα (Κορφιάτικες Ιστορίες) και προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Ταινίας Μικρού Μήκους της Δράμας το 2011.

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Πίστομα

Γιώργος Σεφέρης, Ελένη

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ  ΕΛΕΝΗ

Το ποίημα είναι δραματικό με σημείο αναφοράς το μύθο. Τα πρόσωπα διαλέγονται( Ελένη-Τεύκρος), ο εσωτερικός μονόλογος, οι κραυγές αγωνίας που εκπέμπονται από τα αναπάντητα ερωτήματα αισθητοποιούν τη δράση.

Στο ποίημα υπάρχει αδιάκοπη κίνηση στο χώρο και το χρόνο. Τόσο το χτες και το σήμερα, όσο και ο ήρωας και ο ποιητής ταυτίζονται. Οι χρόνοι που χρησιμοποιούνται στο ποίημα είναι τρεις: του ποιητή(παρόν), του Τεύκρου(παρελθόν) και ο χρόνος των αναμνήσεων του ήρωα (απώτερο παρελθόν). Ο χώρος ακολουθεί τα επίπεδα του χρόνου: από τις Πλάτρες και τη Σαλαμίνα στην Αίγυπτο και την Τροία, για να καταλήξει στην Κύπρο.

Η γλώσσα είναι συμβολική, ο ποιητής χρησιμοποιεί ονόματα (Πλάτρες, Ελένη, Σκάμανδρος, Πάρης, Αίας, Τεύκρος) και θέματα από την ελληνική μυθολογία, τα οποία μετασχηματίζει και μεταδίδει μέσω αυτών τους στοχασμούς και τα βιώματα αποκρυσταλλώνοντας την προσωπική του μυθολογία. Ο ποιητής πλαστοπροσωπογραφεί, αφού δανείζει τη φωνή και τους προβληματισμούς του στον Τεύκρο, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν και αποδίδοντας έτσι την τραγικότητα της σύγχρονης πραγματικότητας. Το ποίημα έχει χαρακτήρα αφηγηματικό· το ρόλο του αφηγητή αναλαμβάνει για λογαριασμό του ποιητή ο μυθικός Τεύκρος. Χρησιμοποιούνται ακόμη οι προσφωνήσεις στο αηδόνι, ο διάλογος(στ. 29-31, αποκάλυψη της απάτης από την Ελένη), τα αναπάντητα ερωτήματα, ο απόηχος των θρήνων και  ο συνειρμός για τη μετάβαση από το ένα θέμα στο άλλο, η μετατόπιση της σκέψης και του στοχασμού στο χώρο και στο χρόνο. Έτσι ο εσωτερικός μονόλογος του Τεύκρου-ποιητή παίρνει δραματικό χαρακτήρα (δραματικός μονόλογος).

Φανερή είναι η συμβολική χρήση του λόγου. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τους αρχαίους μύθους για να δημιουργήσει προσωπικά σύμβολα( η Τροία συμβολίζει το μάταιο αγώνα για τα ιδανικά, η Ελένη το δόλο και την απάτη ή καλύτερα το απατηλό ιδανικό που εξωθεί τους ανθρώπους στον πόλεμο, οι Πλάτρες και η Κύπρος τη ζωή των ανθρώπων και τη μοίρα της ανθρωπότητας, οι αστερισμοί του Τοξότη και του Σκορπιού τον πόλεμο).

Το ποίημα χαρακτηρίζεται από δραματικότητα, δηλαδή τη χρήση προσώπων που μιλούν, την εναλλαγή διαλόγου και μονολόγου, τη χρήση σκηνικών, τη χρήση και επανάληψη μοτίβων-φράσεων.

Στιχουργική μορφή: Το ποίημα είναι γραμμένο σε στίχο ελεύθερο, εκτεταμένο σύμφωνα με τη νέα ποιητική τεχνική που εισήγαγε ο ποιητής. Από την παραδοσιακή ποίηση διατηρεί μια αίσθηση ιάμβου και ρυθμού. Η εικονοπλαστική ικανότητα του ποιητή φαίνεται κυρίως από τη μαεστρία του να δίνει μορφή σε εσωτερικούς προβληματισμούς, όπως η είδηση των μαντατοφόρων που πλησιάζουν.

Γλώσσα: Ο Σεφέρης γράφει το ποίημα σε μια θερμή, κουβεντιαστή δημοτική γλώσσα με τόνους εξομολογητικούς. Η γλώσσα είναι ποιητική, καθάρια  και άμεσα δημοτική, ενώ είναι αξιοσημείωτη η λειτουργικότητα επιθέτων και μετοχών που υπογραμμίζουν το συναισθηματικό κόσμο του ποιητή. Αποτελεί τον τελευταίο σταθμό μέχρι σήμερα μιας μακρόχρονης γλωσσικής εξέλιξης και συναιρεί με αριστοτεχνικό τρόπο στοιχεία της αρχαίας, της κοινής, του δημοτικού τραγουδιού, του Ερωτόκριτου, του Σολωμού και του Καβάφη. Είναι μια γλώσσα καίρια, πυκνή, πλήρης νοημάτων.

Ύφος: Ο δραματικός χαρακτήρας του ποιητικού μονολόγου και ο φορτισμένος λόγος δίνουν στο κείμενο ύφος στοχαστικό και διδακτικό.

Στο ποίημα διακρίνονται τα βασικά χαρακτηριστικά του μοντερνισμού:

  1. Διακειμενικότητα: αναφορά-παραπομπή σε άλλα κείμενα. Η διακειμενικότητα εμφανίζεται ήδη στο μότο του ποιήματος (Ευριπίδη, Ελένη)
  2. Δραματικότητα: χώρος, χρόνος, πρόσωπα, εναλλαγή διαλόγου-μονολόγου.
  3. Χρήση προσωπείων: ο Τεύκρος αποτελεί προσωπείο του Σεφέρη
  4. Μέθοδος αντικειμενικής συστοιχίας: το μυθολογικό άλλοθι της Ελένης χρησιμοποιείται από τον ποιητή για να εκφράσει την αγωνία του για το δράμα της Κύπρου.
  5. Συμβολικός-κρυπτικός λόγος, σκοτεινότητα.
  6. Ελεύθερος νεωτερικός στίχος
  7. Διάχυτα ίχνη ψυχικής φθοράς και ερήμωσης
  8. Χρήση των αισθήσεων, κυρίως της αφής.

Το μοτίβο της διάψευσης λειτουργεί σε δύο επίπεδα: το ένα σχετίζεται με την πικρή εμπειρία του Τεύκρου( για ένα αδειανό πουκάμισο, για μιαν Ελένη) και το άλλο με την πικρή εμπειρία του Σεφέρη(στο ποίημα εγγράφεται η αγωνία για την τύχη της Κύπρου από τη σκοπιά αυτού που έχει βιώσει την τραγικότητα του δράματος της Μικρασιατικής καταστροφής)

Ο μύθος προβάλλει την εξάρτηση και την παραπλάνηση του ανθρώπου από τις υπερβατικές δυνάμεις(« Έτσι το θέλαν οι θεοί», στ.39)χωρίς όμως να παραβλέπει τη δική του ευθύνη(«καινούριες τρέλες των ανθρώπων», στ.12). Το βαθύτερο νόημά του, επομένως, δε συνίσταται στα αίτια και στα δεινά του πολέμου, αλλά στην ανοησία των ανθρώπων που παρασύρονται από τα ίδια πάντοτε ιδανικά, που ξαναπιάνουν τον «παλιό δόλο».

Ο προβληματισμός του Σεφέρη τροφοδοτείται ολοφάνερα και από την πολιτική κατάσταση στην Κύπρο. Το 1953, όταν βρέθηκε για πρώτη φορά στο νησί, οι Άγγλοι, που στο Β Παγκόσμιο Πόλεμο διακήρυτταν ότι πολεμούν για την ελευθερία και την αυτοδιάθεση των λαών, αρνούνταν να παραχωρήσουν στην Κύπρο την ανεξαρτησία της. Δικαιολογημένα λοιπόν ο ποιητής εκστομίζει τα φοβερά ερωτήματα: Οι σύμμαχοι μας εξαπάτησαν; Ήταν μάταιος ο αγώνας για την ελευθερία; Αναρωτιέται ακόμη καθώς διαφαινόταν πλέον η πρόθεση των Κυπρίων να διεκδικήσουν με όπλα την ανεξαρτησία τους , αν η μελλοντική απελευθέρωση δεν αποδειχθεί και αυτή ένα «πουκάμισο αδειανό».

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γιώργος Σεφέρης, Ελένη

 

Τη γλώσσα μου έδωσαν την ελληνική….

Η 9η Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του εθνικού ποιητή Διονύσιου Σολωμού, έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας. H γλώσσα είναι συνυφασμένη με την έκφραση του ανθρώπου, λειτουργία καθ’ εαυτήν σπουδαία στην ύπαρξή του, καθώς εξυπηρετεί την  επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Ωστόσο παρά την ύπαρξη και άλλων εκφραστικών τρόπων, η γλώσσα υπερέχει από αυτούς, καθώς  έχει το προνόμιο να εκφράζει τις επιτεύξεις της διάνοιας του ανθρώπου, απειροδύναμης στη δράση της προς γνώση του κόσμου και προς διεύθυνση της συμπεριφοράς του ανθρώπου και άρα προς συντήρηση της ζωής του. Η γλώσσα είναι κατ’ εξοχήν πρόσφορη προς επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, άρα και προς σύμπηξη  και λειτουργία της κοινωνίας, απαραίτητης για τη συντήρηση της ζωής και την υπαρξιακή προαγωγή του ανθρώπου, καθώς και για τη δημιουργία, την ανάπτυξη και τη συντήρηση του πολιτισμού. Οι άλλοι εκφραστικοί τρόποι συμβάλλουν επικουρικά είτε συμπληρωματικά στην ύπαρξη του ανθρώπου, στον εμπλουτισμό της κοινωνίας και στην ανάπτυξη του

 

πολιτισμού.

Κάθε γλώσσα αποτελεί αντικατοπτρισμό  της νοοτροπίας και του ήθους  των ανθρώπων του οικείου λαού, αλλά και στοιχείο έκδηλο της διαφοροποιητικής  ιδιοσυστασίας του από τους «ξένους» λαούς. Είναι όμως και παιδαγωγός των ανθρώπων κάθε λαού η εθνική του γλώσσα, καθώς με την εκμάθηση και χρήση της η κάθε γενεά του εμβαπτίζεται κάπως στον πολιτισμό, τον δημιουργημένο και κληροδοτημένο από τις προηγούμενες γενεές. Αποτελεί άρα για κάθε λαό η γλώσσα του κύριο πνευματικό αγαθό. Και είναι πρώτιστο καθήκον των πνευματικών ανθρπωπων, ως υπεύθυνων για τη διαφύλαξη του εθνικού αυτού πλούτου η αδιάλειπτη μέριμνα προς ανεπιτήδευτη καλλιέπεια, με ορθή χρήση των λέξεων και άψογη τήρηση των κανόνων της γραμματικής και του συντακτικού, που αποτελούν τη  φιλοσοφική  νομοθεσία της γλώσσας. Και αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν, όταν πρόκειται για την υπό διάπλαση πάλι στην εποχή μας ελληνική γλώσσα, την δίκαια υμνημένη στην αρχαία μορφή της από τον Gibbon, ως «μουσικώτατη και γονιμώτατη γλώσσα…» και από τον Παλαμά με στίχους του ποιήματος «Ασκραίος»: «τα λόγια της ευφραίνουν / των αηδονιών τα ονείρατα και των περιστεριών / και τους αλαφροΐσκιωτους μαγεύουν». Εξάλλου, την ευλαβική φροντίδα για τη γλώσσα παραγγέλλει ο Διονύσιος Σολωμός, ο εμπνευσμένος αυτός αλαφροΐσκιωτος, με τη δήλωσή του «Μήγαρις  έχω άλλο στο νου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;» (Διάλογος).

Η γλώσσα για κάθε έθνος αποτελεί μια από τις δραστηριότητες που σφραγίζουν την ιστορία του όχι ως απλός χώρος έκφρασης, αλλά ιδιότητα συνυφασμένη πλήρως με την ίδια την ιστορική του συνέχεια. Αν το έθνος το συνιστά η συνείδηση της κοινής καταγωγής και της κοινής ιστορικής μοίρας, το ομόγλωσσο, όπως το ονόμασε ο Ηρόδοτος, είναι η έναρθρη ενσάρκωση της κοινής παρουσίας και συνέχειας.  Η γλώσσα αποτελεί υλική έκφανση του πολιτισμού, και αυτά τα δύο συνιστούν δυναμικές οντότητες που εξελίσσονται αέναα με λίγες κορυφαίες αποκρυσταλλώσεις που ακτινοβολούν λόγω της ανώτερης πνευματικής και αισθητικής ποιότητας μέσω της διατύπωσης υψηλών διανοημάτων, δηλαδή αποχρώσεων με αυστηρή ακριβολογία και αισθητική ποιότητα. Αυτή επιτυγχάνεται κυρίως με τον λεξιλογικό πλούτο που διαθέτει η ελληνική γλώσσα και που επιτρέπει στους φυσικούς ομιλητές της να εκφράζουν τις βαθύτερες σκέψεις και τα συναισθήματα με όλες τις δυνατές σημασιολογικές αποχρώσεις και τη μεγαλύτερη ακρίβεια. Με τον τρόπο αυτό πραγματώνονται τα λόγια του ποιητή:

Απ’ ό,τι κάλλη έχει άνθρωπος, τα λόγια έχουν τη χάρη
να κάμουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει·

κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο,
κάνει και κλαίσι και γελούν τα μάτια των αθρώπω.

(Ερωτόκριτος, Α΄, 887-890)

Τα βασικά χαρακτηριστικά που διαθέτει η ελληνική γλώσσα είναι η απεραντοσύνη καθώς με τη γλώσσα εκφράζεται το άτομο, ένας  λαός, όλος ο κόσμος, η πολυμορφία εφόσον  ανταποκρίνεται στις κοινωνικές περιστάσεις της ανθρώπινης επικοινωνίας, η παντοδυναμία καθώς η χρήση της αποτελεί δύναμη διαφοροποιητική από τα ζώα, αλλά και αδυναμία του ανθρώπου όταν αγνοεί τη σωστή της χρήση. Έτσι η  γλώσσα συμβάλλει στην πνευματική ανάπτυξη του ελληνικού λαού καθώς διαφυλάσσει και μεταλαμπαδεύει την αποκτημένη γνώση στις επερχόμενες γενιές , αποτελεί το βασικό μέσο διάδοσης πληροφοριών και γνώσεων, αλλά και όργανο παιδαγωγικής επίδρασης, καθώς μπορεί να διδάσκει, να συμβουλεύει και να παρηγορεί, ενώ  ταυτόχρονα συμβάλλει στην κατανόηση και εσωτερίκευση του κόσμου από τον άνθρωπο. Παράλληλα η ελληνική γλώσσα ανά τους αιώνες αποτέλεσε φορέα της μακραίωνης πολιτιστικής μας κληρονομιάς, στοιχείο που συνέβαλε στη διατήρηση της εθνικής συνείδησης και συνοχής στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Είναι πασίγνωστο πως διαθέτουμε μια από τις πλουσιότερες γλώσσες του κόσμου, που οι ρίζες της ξεκινούν από τα ινδοευρωπαϊκά και προελληνικά ιδιώματα· κι όχι μόνο πανάρχαιη και πάμπλουτη, αλλά και πανέμορφη, «πολλά αρμονική και ποιητική». Τα γραπτά τεκμήρια μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β από τους J. Chadwick και M. Ventris ανάγονται χρονικά περίπου στο 1500 π.Χ., δηλαδή αποδεδειγμένα η ελληνική γλώσσα ομιλείται σε αυτή τη γεωγραφική περιοχή τουλάχιστον 3.500 χρόνια. Στο διάστημα αυτό λόγω στρατηγικής γεωγραφικής θέσης δέχτηκε επιδράσεις από πολλούς λαούς, φίλιους και εχθρούς, που σύναψαν με τους Έλληνες εμπορικές σχέσεις ή ήρθαν στην Ελλάδα ως κατακτητές. Ωστόσο η δυναμική της γλώσσας αποτέλεσε πρόσκομμα σε όσους ήθελαν να την αλλοιώσουν και να την εξαφανίσουν. Παρόλο που υπήρχαν τοπικές διάλεκτοι ήδη από την αρχαιότητα, ιωνική, δωρική, αιολική, αρκαδοκυπριακή, καμιά από αυτές δεν επικράτησε πλήρως της άλλης, αλλά αντίθετα συνυπήρξαν σε μια σχέση αλληλεπίδρασης και μάλιστα κάποιες από αυτές αναδείχθηκαν σε λογοτεχνικές διαλέκτους, σεβαστές ακόμη και από αυτούς που δεν προέρχονταν από τη συγκεκριμένη γλωσσική κοινότητα. Έτσι στις διάφορες διαλέκτους της αρχαίας ελληνικής καλλιεργήθηκε ο γραπτός λόγος, πεζός και ποιητικός,  με τα θεμελιώδη ιστορικά, φιλοσοφικά και ρητορικά κείμενα καθώς και η επική, λυρική και δραματική ποίηση. Η μεγαλύτερη ωστόσο συμβολή της ελληνικής γλώσσας αποτέλεσε η ικανότητά της να επενδύσει γλωσσικά αφηρημένες έννοιες, έννοιες δηλαδή που δεν υπάρχουν στην αντικειμενική πραγματικότητα , στον κόσμο που μας περιβάλλει, αλλά βρίσκονται  ἐν νῷ, θεμελιώνοντας με τον τρόπο αυτό την ορολογία στη φιλοσοφία και την επιστήμη. Στη συνέχεια με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου προέκυψε η ελληνιστική κοινή από την αττική διάλεκτο με κάποιες απλοποιήσεις, ώστε να είναι προσιτή στους κατακτημένους λαούς· έτσι ο μέγας στρατηλάτης έφερε την ελληνική λαλιά στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου, «ως τη Βακτριανή κι ως τους Ινδούς», σύμφωνα με τον ωραίο καβαφικό στίχο. Η Κοινή αποτέλεσε την πρώτη  κοινή διάλεκτο  των Ελλήνων ακόμη και στη βυζαντινή περίοδο  και προπομπό της δημοτικής, αλλά και για τον Δυτικό πολιτισμό αποτέλεσε την lingua franca στην περιοχή της Μεσογείου. Ήταν επίσης η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα Ευαγγέλια καθώς και η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για την διδασκαλία και εξάπλωση του Χριστιανισμού στα πρώτα χρόνια μετά Χριστόν. Η Κοινή ήταν επίσης ανεπίσημα πρώτη ή δεύτερη γλώσσα στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και ενώ στη Δύση σταδιακά εκτοπίστηκε από τα μεσαιωνικά λατινικά  στην Ανατολή παρέμεινε για αιώνες η καθομιλουμένη. Ωστόσο την πορεία της ελληνικής γλώσσας χάραξε μια για πάντα ο Σολωμός, του οποίου τη μνήμη τιμούμε σήμερα, ένας ποιητής που δεν ήξερε ελληνικά, αλλά κατόρθωσε «με καιρό και με κόπο» να αναγάγει την ελληνική σε ύψιστο γλωσσικό  όργανο συγχωνεύοντας μέσα στο έργο του τη μακραίωνη παράδοση, λόγια και λαϊκή.

Αν  ισχύει το αξίωμα του Wittgenstein ότι «τα όρια της γλώσσας μας είναι και τα όρια του πολιτισμού μας», δηλαδή τόσα μόνο γνωρίζουμε όσα μπορούμε να εκφράσουμε γλωσσικά, τότε η ελληνική γλώσσα με τον πλούτο και την πολυμορφία που διαθέτει αναδεικνύει μια ευρεία πολιτισμική διάσταση σε επίπεδο οικουμενικό και διαχρονικό . Κι ο Σεφέρης διατείνεται  «Ο Θεός μάς χάρισε μια γλώσσα ζωντανή, εύρωστη, πεισματάρα και χαριτωμένη, που αντέχει ακόμη, μολονότι έχουμε εξαπολύσει όλα τα θεριά για να τη φάνε· έφαγαν όσο μπόρεσαν, αλλά απομένει μαγιά» (Δοκιμές Β, σ.173). Τα θεριά αυτά αποτελούν η ξενομανία, ο μιμητισμός, η ραστώνη, η ευκολία που προσφέρει η εικόνα  και η απαιδευσία που κατατρύχουν την ελληνική γλώσσα και συνεπώς την ελληνική παιδεία. Ωστόσο ο νομπελίστας ποιητής εκφράζει την αισιοδοξία ότι η ελληνική γλώσσα, ως συνεκτικό στοιχείο του ελληνισμού μπορεί να διατηρηθεί και να εμπλουτιστεί με τη σωστή παιδεία της νέας γενιάς, ως συνεχιστών μιας μεγάλης κληρονομιάς. Τέλος δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι όπως η ελευθερία, έτσι και η γλώσσα δεν είναι αγαθό που μας το χαρίζουν, αλλά κερδίζεται, κατακτάται  με αγάπη και με αγώνες, με σπουδή και καλλιέργεια. Κι όσο περισσότερο την μελετά κανείς και την προσεγγίζει, τόσο πλουσιότερη ανταμοιβή απολαμβάνει, προπάντων την «ανδρεία ηδονή» να εκφράζει σωστά αυτό που θέλει να πει και να σκέφτεται σωστά αυτό που θέλει να εκφράσει, επιβεβαιώνοντας τη θέση του Πλάτωνα «λόγος καὶ διάνοια ταὐτόν».

 

Βιβλιογραφία

Δεσποτόπουλος Κ., Φιλοσοφία και θεωρία του πολιτισμού, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2001

Πλωρίτης Μ., Τέχνη, γλώσσα και εξουσία, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 41992

Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Συλλογικό, (επιμ. Κοπιδάκης Μ.Ζ.), εκδ. ΕΛΙΑ, Αθήνα 1999

Σεφέρης Γ., «Η γλώσσα στην ποίησή μας», Δοκιμές, τμ.Β, σσ. 162-189, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 61992

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο

Καλημέρα κόσμε!

Καλωσήρθατε στο Blogs.sch.gr. Αυτό είναι το πρώτο σας άρθρο. Αλλάξτε το ή διαγράψτε το και αρχίστε το “Ιστολογείν”!

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Καλημέρα κόσμε!