Η ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΤΑ ΝΑΝΟΙ

ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΤΑ ΝΑΝΟΙ  (παραμύθι)

Θεατρική απόδοση – Σενάριο: Sotirios


ΠΡΟΣΩΠΑ:
Αφηγητής
Καλή βασίλισσα
Υπηρέτρια:
Κακιά μητριά
Καθρέφτης:
Μικρή Χιονάτη
Φρουρός
Κυνηγός
Μεγάλη Χιονάτη
1η Γριά
2η Γριά
Πριγκιπόπουλο
Οι επτά νάνοι:
Γκρινιάρης
Θυμωμένος
Τίμης
Σοφός
Γυαλάκιας
Χοντρός
Κλαψιάρης


ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ:
1 τραπεζάκι χαμηλό, 7 καρεκλίτσες, 1 καρέκλα κανονική για τη μητριά και τη Χιονάτη, 8 πιατάκια, πιρουνάκια, κουταλάκια, μαχαιράκια, ποτηράκια και πετσετούλες, 1 κανάτα με νερό, 1 κρεβάτι, ο μαγικός καθρέφτης, 1 φωτογραφία της κακιάς βασίλισσας, 1 φωτογραφία της Χιονάτης, τα εργαλεία των νάνων, κοντάρι και σπαθί για το φρουρό, 1 άσπρο κέντημα και 1 μαντήλι για την καλή βασίλισσα και την υπηρέτρια, 1 θρανίο που θα παίζει το ρόλο του μπουφέ, 1 ή 2 σκαμνάκια, 1 καλάθι με ψεύτικα φρούτα και ένα μικρό κομμάτι πλαστικό μήλο, 1 χτένι, ψεύτικα γυαλιά για το Γυαλάκια, ξύλα για το τζάκι, 1 ανθοδοχείο με πλαστικά λουλούδια.


ΣΤΟΛΕΣ:
Καλή βασίλισσα, υπηρέτρια, φρουρός, κυνηγός, Κακιά βασίλισσα, νάνοι, 1η γριά, 2η γριά, πριγκιπόπουλο, μικρή Χιονάτη, Χιονάτη.


ΣΚΗΝΗ 1η


(Βρισκόμαστε στο παλάτι του Βασιλιά. Στη σκηνή υπάρχει μια ωραία καρέκλα, ένα τραπέζι, ένας καθρέφτης στον τοίχο  και στην άκρη ένας φρουρός)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ’ ένα όμορφο παλάτι ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Ήταν κι δυο πολύ καλοί και ζούσαν ευτυχισμένοι. Είχαν όμως ένα παράπονο. Δεν είχαν παιδιά. Μια μέρα η βασίλισσα κεντούσε ένα ωραίο τραπεζομάντιλο. Τότε ξαφνικά… ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ: (Είναι στη σκηνή και κεντάει. Λίγο πιο πέρα είναι η υπηρέτρια που κάνει κάποια δουλειά. Μόλις τελειώσει ο αφηγητής, η βασίλισσα  κάνει ότι τρυπιέται με τη βελόνα). Αχ! Τρυπήθηκα.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
: Τι έπαθες βασίλισσά μου; (Τρέχει κοντά στη βασίλισσα)
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
: Τρυπήθηκα με τη βελόνα  και τρέχει αίμα το χέρι μου. Πονάω, βοήθησέ με υπηρέτρια.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
: Αμέσως βασίλισσά μου. (Βγάζει ένα άσπρο μαντίλι και το δίνει της βασίλισσας για να σκουπίσει το αίμα). Μην ανησυχείς όμως  δεν είναι τίποτα το σοβαρό, σε λίγο θα περάσει ο πόνος σου.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
: Έχεις δίκιο. Αυτός ο πόνος σε λίγο θα περάσει. Ο άλλος πόνος όμως που έχω στην καρδιά μου πότε θα περάσει;
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
: Μα για ποιο πόνο μιλάς βασίλισσά μου δεν καταλαβαίνω.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
: Στενοχωριέμαι  που δεν έχω κι εγώ όπως όλες οι μητέρες ένα παιδάκι. Πόσο θα ήθελα να  είχα  ένα κοριτσάκι με κάτασπρο δέρμα σαν το χιόνι, κόκκινα μάγουλα σαν το αίμα που βγήκε από το δάχτυλό μου και μαύρα μαλλάκια σαν τον έβενο. Τι να κάνω, είμαι πολύ στενοχωρημένη.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
: Όλα θα γίνουν βασίλισσά μου. Είμαι σίγουρη ότι θ’ αποκτήσεις ένα όμορφο παιδάκι όπως το ονειρεύεσαι. Μη στενοχωριέσαι. Πάμε μια βόλτα στον κήπο του παλατιού να ευχαριστηθείς από την ευωδιά των ωραίων λουλουδιών και να σου αλλάξει η διάθεση.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
: Καλή μου υπηρέτρια. Ξέρω ότι μ’ αγαπάς αληθινά και με υπηρετείς με την καρδιά σου. Σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Είναι βάλσαμο στον πόνο μου. Ας πάμε λοιπόν.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
: Έτσι κι έγινε. Σαν ήρθε η άνοιξη, η καλή βασίλισσα απέκτησε ένα πανέμορφο κοριτσάκι που ήταν όπως το ονειρευόταν. Είχε κάτασπρο δέρμα σαν το χιόνι, κόκκινα μάγουλα σαν το αίμα και μαύρα  μαλλιά σαν τον έβενο. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα έκαναν σαν τρελοί από τη χαρά τους. Στο μικρό κοριτσάκι τους, έδωσαν το όνομα  Χιονάτη και το αγαπούσαν πάρα πολύ. Όμως η ευτυχία τους δεν κράτησε πολύ καιρό γιατί η καλή βασίλισσα αρρώστησε ξαφνικά. Χλόμιασε σαν το κερί και μια μέρα πέθανε ήσυχα.
Ο βασιλιάς μετά από λίγο καιρό ξαναπαντρεύτηκε. Η δεύτερη γυναίκα του ήταν πολύ όμορφη και κομψή αλλά και πολύ εγωίστρια και ζηλιάρα. Τη μικρή Χιονάτη δεν την χώνευε καθόλου κι όταν ο βασιλιάς πέθανε, της φερόταν με το χειρότερο τρόπο. Είχε προστάξει να τη ντύνουν με παλιόρουχα και την έβαζε να κάνει τις πιο βαριές δουλειές. Η κακιά μητριά βασίλισσα  μέσα στα πολλά της ελαττώματα είχε κι ακόμα ένα: ήθελε πάντα αυτή να είναι η πιο όμορφη  στον κόσμο. Είχε ένα μαγικό καθρέφτη και κάθε τόσο τον ρωτούσε:


ΣΚΗΝΗ 2η


(Έχει μπει στη σκηνή η κακιά μητριά και κοιτάζεται συνεχώς στον καθρέφτη. Λίγο πιο πέρα είναι η μικρή Χιονάτη και σφουγγαρίζει. Όταν η μητριά μιλάει στον καθρέφτη σταματάει το σφουγγάρισμα
και την κοιτάζει).


ΜΗΤΡΙΑ:

Καθρέφτη  καθρεφτάκι μου
και μαγικό γυαλί μου,
είδες ποτέ σου άλλη
να με περνά στην ομορφιά,
τη χάρη και τα κάλλη;


ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ:
Κυρά μου βεργολυγερή,
με μάτια ζαφειρένια,
ποτέ του ο κόσμος δε θα δει
πιο όμορφη από σένα!


ΜΗΤΡΙΑ:
Αλήθεια, και το ξέρω αυτό
και είμ’ ευτυχισμένη.
Απ’ όλες  η πιο όμορφη
στη γη στην οικουμένη.

Κι αν ομορφότερη από με
βρεθεί ποτέ κι υπάρξει
αλίμονό της, θα χαθεί
πριν η αυγή χαράξει!


ΜΗΤΡΙΑ:
(Στη μικρή Χιονάτη) Κι εσύ παλιοκόριτσο τι κοιτάς; Τελείωνε γρήγορα το σφουγγάρισμα  γιατί έχω κι άλλη δουλειά για σένα.
ΜΙΚΡΗ ΧΙΟΝΑΤΗ:
Τελειώνω βασίλισσά μου. Να, τελείωσα κιόλας.
ΜΗΤΡΙΑ:
Επιτέλους. Να  φέρεις τώρα ξύλα για το τζάκι και κοίτα μην τεμπελιάσεις πάλι και αργήσεις γιατί αλίμονό σου. Θα προστάξω τους υπηρέτες μου να σε κλείσουν στο υπόγειο του παλατιού. Εγώ πηγαίνω στην κομμώτρια να φτιάξω τα μαλλιά μου κι όταν γυρίσω θέλω να βρω το τζάκι αναμμένο και το δωμάτιο ζεστό.
ΜΙΚΡΗ ΧΙΟΝΑΤΗ:
(Κάνει ότι φοβάται από τα λόγια της μητριάς της) Τρέχω αμέσως βασίλισσά μου. Όταν γυρίσεις θα είναι όλα όπως είπες. (Φεύγει γρήγορα από τη σκηνή)
ΜΗΤΡΙΑ:
Δε μου φτάνουν οι σκοτούρες μου έχω κι αυτό το παλιοκόριτσο που όλη μέρα τεμπελιάζει και μια σωστή δουλειά δεν κάνει. Απορώ γιατί την κρατώ ακόμα στο παλάτι. Αλλά τι να κάνω; Έχω καλή καρδιά  και δε θέλω να τη διώξω. Ας μη συγχύζομαι όμως γιατί θα χαλάσει τ’ ωραίο πρόσωπό μου. (Φεύγει)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
Παιδιά μήπως καταλάβατε ποιο ήταν το κοριτσάκι που σφουγγάριζε και πήγε για ξύλα; (Απαντά το κοινό) Μπράβο! Ήταν η μικρή Χιονάτη. Σιγά σιγά η Χιονάτη μεγάλωνε. Κάθε μέρα που περνούσε πλήθαιναν ταυτόχρονα και οι αρετές της. Στην πλάση δεν υπήρχε άνθρωπος πιο καλοσυνάτος απ’ αυτήν. Για όλους είχε έναν καλό λόγο, ένα τρυφερό χάδι. Όλοι την αγαπούσαν και μόνο η κακιά μητριά της  τη μισούσε και τη ζήλευε. Κάποια μέρα η κακιά μητριά βασίλισσα ρώτησε πάλι το μαγικό καθρέφτη της:

ΜΗΤΡΙΑ:
Καθρέφτη  καθρεφτάκι μου

και μαγικό γυαλί μου,
είδες ποτέ σου άλλη
να με περνά στην ομορφιά,
τη χάρη και τα κάλλη;

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ:
Πρέπει αμέσως να σου πω

βασίλισσα , καλή μου,
αλλά  φοβάμαι ο καψερός
μη σπάσεις το γυαλί μου.

ΜΗΤΡΙΑ:
Πώς και δε θέλεις να μου πεις;

Δεν είμαι η κυρά σου;
Λέγε μου γρήγορα, ευθύς
μη σπάσω τα γυαλιά σου.

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ:
Είδα μιαν άλλη πιο όμορφη!

Χιονάτη είν’ τ’ όνομά της.
Δεν έχει ο κόσμος ξαναδεί
κάλλη σαν τα δικά της.

ΜΗΤΡΙΑ:
Τι; Η Χιονάτη; Δεν είναι δυνατόν. Πώς τολμάει και είναι πιο όμορφη από μένα; Καλά ήθελα εγώ τόσο καιρό να τη διώξω από το παλάτι. Αντί να κάνει δουλειές με τις υπηρέτριες, αυτή στολίστηκε και έγινε η πιο όμορφη αλλά θα την κανονίσω αμέσως. Ήρθε η ώρα να εξαφανιστεί από τη γη. Ακούς εκεί  η Χιονάτη πιο όμορφη από μένα . Α! τα νεύρα μου. Φρουρέεεε!
ΦΡΟΥΡΟΣ:
(Τρέχει κοντά στη βασίλισσα) Στις διαταγές σου βασίλισσά μου.
ΜΗΤΡΙΑ:
Τρέχα γρήγορα και φώναξε τον κυνηγό του παλατιού.
ΦΡΟΥΡΟΣ:
Αμέσως βασίλισσά μου. (Φεύγει γρήγορα)
ΜΗΤΡΙΑ: Άκου η Χιονάτη πιο όμορφη από μένα. Αυτό είναι αδύνατον. Μήπως αυτός ο παλιοκαθρέφτης έχασε τις μαγικές του ικανότητες και δεν ξέρει τι λέει; Μήπως θάμπωσε και δε βλέπει καλά; Ας ρωτήσω τα παιδιά που βλέπουν καλύτερα. Εσείς παιδιά τι λέτε; Εγώ δεν είμαι η πιο καλή και η πιο όμορφη; (Απαντά το κοινό) Εγώ είμαι, αλλά κι αν δεν είμαι… σε λίγο θα είμαι.
ΦΡΟΥΡΟΣ:
(Μπαίνει μαζί με τον κυνηγό και λέει δυνατά): Ο κυνηγός του παλατιού.
ΜΗΤΡΙΑ:
(Στο φρουρό) Φύγε εσύ. Θέλω να μείνω μόνη με τον κυνηγό. (Στον κυνηγό) Κυνηγέ άκου καλά αυτά που θα σου πω.
ΚΥΝΗΓΟΣ:
Ο λόγος σου βασίλισσά μου είναι προσταγή για μένα.
ΜΗΤΡΙΑ:
Θα πάρεις τη Χιονάτη και θα  πας καταμεσής στο δάσος. Το δάσος το πυκνό, το δάσος το μεγάλο. Θα τη σκοτώσεις και θα ’ρθεις, γρήγορα δίχως άλλο. (Στον καθρέφτη) Και τότε καθρεφτάκι μου και μαγικό γυαλί μου, εγώ θα ’μαι η πιο όμορφη, καμιά καλύτερή μου.
ΚΥΝΗΓΟΣ:
Μα η Χιονάτη είναι καλή κι όλους μας αγαπάει. Δεν έκανε ποτέ κακό, είναι κι αυτή βασιλοπούλα. Πώς να το κάνω εγώ αυτό; Είναι φρικτό και τρομερό φοβάμαι και να το σκεφτώ. Γιατί κι εγώ, όπως όλοι μας, πολύ την αγαπώ.
ΜΗΤΡΙΑ:
Εγώ είμαι η βασίλισσά σου και θα κάνεις ότι σου λέω. Αλλιώς θα σε κλείσω στη φυλακή για πάντα. Κατάλαβες;
ΚΥΝΗΓΟΣ:
Κατάλαβα, κατάλαβα. Θα γίνει όπως διατάζεις βασίλισσά μου.
ΜΗΤΡΙΑ:
Φεύγω γιατί συγχύστηκα σήμερα. Πάω να δοκιμάσω την καινούρια βασιλική στολή μου που θα φορέσω αύριο στο χορό του παλατιού. Πρέπει να με θαυμάζουν όλοι. ΚΥΝΗΓΟΣ : (Στο κοινό) Ακούσατε τι μου ζητάει η βασίλισσα. Πώς να το κάνω τώρα αυτό; Χιονάτη είσ’ ένας άγγελος
στην ομορφιά και χάρη.
Ο λόγος σου είναι γλυκός,
καρδιά μαργαριτάρι.
Η καλοσύνη αμέτρητη,
η αγάπη κεχριμπάρι.
Εσείς παιδιά τι λέτε να κάνω; Τα έχω χαμένα. (Απαντά το κοινό) Μέχρι να πάω με τη Χιονάτη καταμεσής στο δάσος το πυκνό, το δάσος το μεγάλο κάτι θα σκεφτώ.
(Φεύγει από τη σκηνή και κλείνει η αυλαία.)


ΣΚΗΝΗ 3η


(Έχουν αλλάξει τα σκηνικά. Βρισκόμαστε στο σπίτι των νάνων)


ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
Ο κυνηγός πήρε τη Χιονάτη και την πήγε στο δάσος. Όμως τη λυπήθηκε και δεν τη σκότωσε. Αντίθετα μάλιστα της είπε όλη την αλήθεια για τους σκοπούς της βασίλισσας μητριάς της και για τις διαταγές που του είχε δώσει. Τη συμβούλεψε να κρυφτεί και να μην ξαναγυρίσει ποτέ πίσω στο παλάτι. Τη χάιδεψε στο κεφάλι κι έφυγε γρήγορα για να γυρίσει πίσω. Η δυστυχισμένη Χιονάτη έμεινε μόνη κι απροστάτευτη στο δάσος.
Το δάσος το πυκνό,
το δάσος το μεγάλο.
Που ’χε τα δέντρα τα ψηλά
και του βουνού τ’ αγρίμια.
Άνθρωποι, σπίτια, πουθενά.
Μόν’ υγρασία κι ερημιά
κι από τον ήλιο το χρυσό
καμιά ζεστή ηλιαχτίδα.
Κατατρομαγμένη, άρχισε να τρέχει δεξιά κι αριστερά. Περιπλανήθηκε πολλές ώρες και πάνω που άρχισε ν’ απελπίζεται, είδε σ’ ένα μικρό ξέφωτο ένα  σπιτάκι. Αμέσως έτρεξε προς τα κει. Χτύπησε πολλές φορές την πόρτα με αγωνία αλλά δε πήρε απάντηση. Τότε αποφάσισε ν’ ανοίξει μόνη της και να μπει. Μέσα στο σπιτάκι την περίμεναν πολλές εκπλήξεις. Τα αντικείμενα του σπιτιού ήταν πιο μικρά από τα κανονικά που ξέρουμε. Κι όλα ήταν από  εφτά φορές. Μόνο το τραπέζι και το τζάκι ήταν από μια. Τι παράξενο σπιτάκι;
ΧΙΟΝΑΤΗ:
(Έχει μπει στη σκηνή και κοιτάζει παραξενεμένη το χώρο και τα διάφορα αντικείμενα) Εε! Είναι κανείς εδώ; Δεν ακούτε; Μα τι παράξενο σπιτάκι είν’ αυτό; Εφτά καρεκλίτσες, εφτά πιατάκια, εφτά ποτηράκια, εφτά μαχαιροκουταλοπιρουνάκια  και εφτά πετσετούλες. Όλα είναι από εφτά φορές. Μήπως ξέρετε παιδιά ποιος μένει εδώ; (Απαντά το κοινό) Θα καθίσω εδώ. Σε λίγο θα νυχτώσει και φοβάμαι πολύ έξω στο δάσος. Θ’ ανάψω το τζάκι και θα  τακτοποιήσω λίγο εδώ τα πράγματα.(Κάνει πως ανάβει το τζάκι και τακτοποιεί το δωμάτιο) Ουφ! Κουράστηκα πολύ σήμερα. Ας καθίσω λίγο να ξεκουραστώ εδώ κοντά στο ζεστό τζάκι. (Κοιμάται… Έρχονται οι νάνοι τραγουδώντας το 1ο τραγούδι τους. Μόλις τελειώνει μπαίνουν στη σκηνή και αφήνουν σε μια γωνία τα εργαλεία τους.)


ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΜΕΙΣ ΜΙΚΡΟΥΛΙΑ

Είμαστε εμείς μικρούλια
και νανάκια νοστιμούλια.
Μη μας βλέπετ’ έτσι δα,
είμαστε πολύ παιδιά.

R. Τι μ’ αυτό, τι μ’ αυτό,
μήπως κάναμε κάνα κακό.

Ο Σοφός και ο Γκρινιάρης,
ο Γυαλάκιας κι ο Κλαψιάρης.
Ο Τίμης και ο Θυμωμένος
κι ο Χοντρός ο πεινασμένος.

R. Τι μ’ αυτό, τι μ’ αυτό,
μήπως κάναμε κάνα κακό.

Μες στο δάσος κατοικούμε
Κι όμορφα πολύ περνούμε.
Όλο γέλιο και χαρά
Και μεγάλο σαματά.

R. Τι μ’ αυτό, τι μ’ αυτό,
μήπως κάναμε κάνα κακό.

(Στίχοι:
Sotirios, Mελωδία:Από το τραγούδι που βρίσκεται στο βιβλίο της Αγγελικής Καψάσκη: «ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ», σελ.229,εκδ. ΚΑΨΑΣΚΗ, Αθήνα 1996.)

ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΣ:
Ουφ! Τι μέρα κι αυτή. Από το πρωί που αρχίσαμε τη δουλειά ούτ’ ένα καφεδάκι δεν ήπιαμε και έμεινα και νηστικός γιατί ο χοντρός έφαγε και το δικό μου σάντουιτς, ο χοντροπεινάλας.
ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ:
Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πηγαίνουμε κάθε μέρα στη δουλειά.
ΤΙΜΗΣ:
Μα γιατί να μην είναι κάθε μέρα Κυριακή;
ΓΥΑΛΑΚΙΑΣ:
Έχω μια ιδέα που θα μας βγάλει από τα βάσανα της δουλειάς.
ΣΟΦΟΣ:
Ωχ! Κουταμάρα θα πει πάλι. (Το λέει στο κοινό)
ΓΥΑΛΑΚΙΑΣ:
Λέω, αντί να δουλεύουμε έξι μέρες και να καθόμαστε την Κυριακή, να δουλεύουμε την Κυριακή και να καθόμαστε τις άλλες έξι.
ΣΟΦΟΣ:
(Στο κοινό) Δε σας το είπα παιδιά; (Στο γυαλάκια) Και δε μου λες εξυπνάκια μου, που ξέρεις τα πολλά κι ο νους σου κατεβάζει, άμα καθόμαστε έξι μέρες και δουλεύουμε μια, τι θα τρώμε;
ΧΟΝΤΡΟΣ:
Α! αν είναι να μην τρώμε προτιμώ χίλιες φορές να δουλεύουμε. Και τώρα που μιλάμε για φαΐ δεν αφήνουμε την κουβέντα να φάμε τίποτα γιατί έχω ξελιγωθεί της πείνας.
ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΣ:
Ο νους σου εσένα χοντρέ, συνέχεια στο φαΐ και στην κοιλιά σου να είναι. Μη σκεφτείς και τίποτ’ άλλο γιατί θ’ αρρωστήσεις. Και μου ’φαγες και το σάντουιτς σήμερα.
ΚΛΑΨΙΑΡΗΣ:
Ωχ! Παιδιά έχουμε επισκέψεις. Για κοιτάτε εδώ. Ποια είναι αυτή που κοιμάται του καλού καιρού μες στο σπίτι μας;
ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ:
Και τόση ώρα δεν καταλάβαμε τίποτα με τη φασαρία που κάνετε.
ΚΛΑΨΙΑΡΗΣ:
Τι όμορφη που είναι; Ποια να είναι άραγε;
ΧΙΟΝΑΤΗ:
(Ξυπνάει και δείχνει έκπληξη που βλέπει τους νάνους) Ποιοι είστε εσείς; Πώς βρεθήκατε εδώ;
ΣΟΦΟΣ:
Είμαστε οι εφτά νάνοι και αυτό εδώ είναι το σπίτι μας. Μένουμε εδώ καταμεσής στο δάσος. Κόβουμε ξύλα για τα τζάκια των ανθρώπων και τα πουλάμε. Άνθρωποι είμαστε κι εμείς αλλά βγήκαμε λιγουλάκι …κοντοί. Τι να κάνουμε;
ΤΙΜΗΣ:
Καλύτερα να μας πεις εσύ ποια είσαι και πώς βρέθηκες εδώ.
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Εγώ είμαι η πριγκίπισσα Χιονάτη. Κόρη του Βασιλιά που πέθανε πριν από λίγο καιρό. Η μητριά μου που είναι τώρα βασίλισσα πρόσταξε τον κυνηγό του παλατιού να με φέρει εδώ στο δάσος και να με σκοτώσει.
ΝΑΝΟΙ:
(Όλοι μαζί) Να σε σκοτώσει; (Αναστατώνονται, μιλούν μεταξύ τους και στριφογυρίζουν στη σκηνή)
ΚΛΑΨΙΑΡΗΣ:
Και γιατί παρακαλώ να σε σκοτώσει;
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Γιατί είμαι πιο όμορφη απ’ αυτήν και ζηλεύει. Με μισεί, δε θέλει να με βλέπει στα μάτια της. Ευτυχώς όμως ο κυνηγός  με λυπήθηκε και με άφησε. Κι εγώ βρήκα το σπιτάκι σας και μπήκα να ξεκουραστώ και να περάσω τη νύχτα μου. Στο παλάτι δεν μπορώ να ξαναγυρίσω. Τι να κάνω; Α, είμαι πολύ δυστυχισμένη. (Βάζει τα χέρια της στο πρόσωπο και κλαίει)

ΤΙΜΗΣ:

Μην κλαις Χιονάτη όμορφη,
πριγκίπισσα με χάρη.
Είμαστε  νάνοι και μικροί
μα με καρδιά μεγάλη.
ΧΟΝΤΡΟΣ:
Εμπρός  να συζητήσουμε,

τώρα να συσκεφθούμε
για τη Χιονάτη την καλή
τη λύση εδώ να βρούμε.
(Όλοι μαζί οι νάνοι κάνουν ένα κύκλο και συζητούν μεταξύ τους)
ΣΟΦΟΣ:
Άκουσε Χιονάτη. Αφού δεν μπορείς να γυρίσεις στο παλάτι τι θα έλεγες να μείνεις εδώ μαζί μας. Να σ’ έχουμε σαν αδελφούλα μας.
ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΣ:
Θα  ετοιμάσουμε το δωματιάκι σου.
ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ:
Θα  στρώσουμε το κρεβατάκι σου.
ΤΙΜΗΣ:
Θα βάλουμε στο τραπέζι μας  άλλη μια καρεκλίτσα.
ΓΥΑΛΑΚΙΑΣ:
Ένα πιατάκι.
ΧΟΝΤΡΟΣ:
Ένα ποτηράκι.
ΚΛΑΨΙΑΡΗΣ:
Ένα κουταλάκι.
ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΣ:
Ένα πιρουνάκι.
ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ:
Ένα μαχαιράκι.
ΤΙΜΗΣ:
Μια πετσετούλα.
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Αλήθεια το λέτε; Σας ευχαριστώ πολύ. Είστε πολύ καλοί. Κι εγώ θα σας μαγειρεύω και θα συγυρίζω το σπίτι όταν πηγαίνετε στη δουλειά.
ΧΟΝΤΡΟΣ:
Τι ωραία! Αχ, βρε παιδιά, ας καθίσουμε επιτέλους να φάμε γιατί θα λιποθυμήσω από την πείνα. Η κοιλιά μου παίζει μαντολίνο.
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Καθίστε στο τραπέζι και θα σας σερβίρω εγώ. (Σερβίρει το φαγητό και τρώνε όλοι μαζί. Στο τέλος σηκώνουν τα ποτηράκια τους και εύχονται.)

ΝΑΝΟΙ:
Στην υγειά των νάνων,

των παιδιών και των μεγάλων
(γυρίζουν τα ποτήρια προς το κοινό)
και της όμορφης Χιονάτης

και να σκάσ’ η μητριά της.


Είσαι η αδελφούλα μας
και όποιος σε πειράξει
από τους νάνους παρευθύς
στο κλάμα θα πλαντάξει.


Θα είμαστε οι φίλοι σου
κι ατρόμητοι προστάτες
εφτά γενναίοι, δυνατοί
σωστές… λιονταρογάτες.

ΚΛΑΨΙΑΡΗΣ:
(Χασμουριέται) Αααχ! πάμε τώρα να ετοιμάσουμε το δωματιάκι της Χιονάτης και μετά να κοιμηθούμε. Αύριο μας περιμένει πολύ δουλειά.
ΝΑΝΟΙ:
Ναι, ναι πάμε. (Φεύγουν όλοι από τη σκηνή και κλείνει η αυλαία).
ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
Έτσι η Χιονάτη άρχισε να μένει στο σπιτάκι των νάνων που την αγαπούσαν πολύ. Αυτή φρόντιζε το σπιτάκι τους και τους μαγείρευε ωραία, νόστιμα φαγητά. Οι νάνοι πήγαιναν κάθε μέρα στη δουλειά κι όταν γύριζαν τραγουδούσαν, έπαιζαν ένα σωρό παιχνίδια  και διασκέδαζαν με την ψυχή τους με τη Χιονάτη. Ο καιρός περνούσε κι ήταν όλοι τους ευτυχισμένοι. Η Χιονάτη μεγάλωσε ακόμα περισσότερο κι έγινε τώρα μια σωστή πεντάμορφη πριγκίπισσα. Αλλά και η μητριά της ζούσε στο παλάτι ήσυχη και σίγουρη ότι απαλλάχτηκε για πάντα απ’ αυτήν. Κάποια μέρα όμως ξαναρώτησε το μαγικό καθρέφτη της:
Καθρέφτη  καθρεφτάκι μου
και μαγικό γυαλί μου,
είδες ποτέ σου άλλη
να με περνά στην ομορφιά,
τη χάρη και τα κάλλη;

Και ο καθρέφτης απάντησε:

Βλέπω μια πεντάμορφη
που στους νάνους μένει.
Είν’ η Χιονάτη η καλή
και είν’ ευτυχισμένη.

Μόλις το άκουσε η κακιά βασίλισσα πάγωσε από την έκπληξή της. Αγρίεψε και θύμωσε γιατί κατάλαβε πως ο κυνηγός την ξεγέλασε.
Άναψε και κόρωσε
απ’ το πολύ κακό της.
Κι αμέσως της ασχήμισε
τ’ ωραίο πρόσωπό της.

Κοκκίνισαν τα μάτια της,
χάλασαν τα μαλλιά της.
Φουσκώσανε τα ρούχα της,
χάθηκε η ομορφιά της.

Αποφάσισε τότε μόνη της να εξοντώσει τη Χιονάτη. Μεταμορφώθηκε σε γριά για να μην την καταλάβει κανείς. Πήρε ένα χτένι κι αφού το βούτηξε στο δηλητήριο  ξεκίνησε για το σπίτι των νάνων.


ΣΚΗΝΗ  4η

(Η Χιονάτη συγυρίζει . Ακούγονται χτυπήματα στην πόρτα)
ΧΙΟΝΑΤΗ: Ποιος είναι;
1η ΓΡΙΑ:
Κοριτσάκι μου καλό

πηγαίνω στο σπιτάκι μου
στ’ απέναντι βουνό.
Δυο μέρες τώρα η άμοιρη
μονάχη περπατώ.
Άδειασε το παγούρι μου,
Δεν έχω φαγητό.
Λίγο νεράκι δώσε μου
κι εγώ σ’ ευχαριστώ.
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Πέρασε μέσα γιαγιούλα να ξεκουραστείς. Δώσε μου το παγουράκι σου να το γεμίσω νερό και κάθισε στο τραπέζι να σου βάλω να φας ένα πιάτο ζεστό φαγητό.
1η ΓΡΙΑ:
Σ’ ευχαριστώ κόρη μου για την καλοσύνη σου. Λίγο νεράκι μου φτάνει. Δεν μπορώ να καθίσω για φαγητό γιατί έχω πολύ δρόμο να κάνω και φοβάμαι μη νυχτώσει κι είμαι ακόμα στο δάσος. Βλέπεις είμαι και γριούλα και δεν μπορώ να περπατώ γρήγορα.
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Όπως θέλεις γιαγιά. Περίμενε να σου φέρω το νεράκι σου. (Γεμίζει το παγούρι και δίνει ένα ποτήρι νερό στη γριά)
1η ΓΡΙΑ:
Α! τη δροσιά του να ’χεις κόρη μου,
πεντάμορφη, καλή μου.
Μα πες μου σε παρακαλώ,
μόνη σου μένεις συ εδώ
σ’ αυτό το δάσος το πυκνό
που τρέμει η ψυχή μου;
ΧΙΟΝΑΤΗ:

Όχι, γιαγιούλα μου καλή
μένουνε κι άλλοι εδώ πολλοί
εφτά νάνοι, μικροί, κοντοί,
που μοναχή μου για πολύ
ποτέ τους δε μ’ αφήνουν.
1η ΓΡΙΑ:
Εφτά νάνοι, μικροί, κοντοί;

Κι εσύ πεντάμορφη ψηλή;
Δεν το  ’χω ξανακούσει.
Πράγμα παράξενο πολύ.
(Πίνει το νερό)
Να πηγαίνω τώρα κόρη μου  γιατί έχω αργήσει. Πριν φύγω όμως θα σου κάνω ένα δωράκι για να σ’ ευχαριστήσω που μου ’δωσες νεράκι και μ’ άφησες και ξεκουράστηκα.
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Δεν πειράζει γιαγιά. Δεν έκανα και τίποτα  σπουδαίο.
1η ΓΡΙΑ:
Όχι κόρη μου. Για μένα είναι πολύ σπουδαίο που ξεκουράστηκα για λίγο εδώ στο σπιτάκι σου. Να, σου χαρίζω αυτό το όμορφο χτένι. Να χτενίζεις τα μαλλάκια σου και να γίνεσαι πιο όμορφη ακόμη.
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Σ’ ευχαριστώ πολύ γιαγιά. Θα χτενίζομαι και θα σε θυμάμαι.
1η ΓΡΙΑ:
Γεια σου, γεια σου. (Φεύγει από τη σκηνή)
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Στο καλό γιαγιούλα. Τι όμορφο χτένι είν’ αυτό; Θέλω πολύ να χτενιστώ. (Αρχίζει να χτενίζεται και σε λίγο πέφτει κάτω λιπόθυμη με το χτένι στα μαλλιά)


ΣΚΗΝΗ 5η


(Ακούγεται το τραγούδι των νάνων. Μπαίνουν στη σκηνή)
ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΣ: Α, δουλειά δεν είναι πια αυτή.  Τα πήρα στο κρανίο.
Ο χοντροπεινάλας στρουμπουλός ήπιε το αναψυκτικό μου.
Και χτύπησα και με σφυρί το τρίτο δάχτυλό μου.
ΚΛΑΨΙΑΡΗΣ:
Παιδιά η Χιονάτη κάτι έπαθε. (Τρέχουν όλοι από πάνω της και προσπαθούν να τη συνεφέρουν)
ΝΑΝΟΙ:

Χιονάτη, Χιονατούλα μας
τι έχεις , μίλησέ μας;
Είμαστε οι νάνοι, οι φίλοι σου,
γρήγορα απάντησέ μας.
ΓΥΑΛΑΚΙΑΣ:
Tι είναι αυτό στα μαλλιά της;
ΣΟΦΟΣ:
Ένα χτένι. Πού το βρήκε; Εμείς δεν έχουμε τέτοιο χτένι στο σπίτι μας. Σίγουρα κάποιος της το ’δωσε. (Παίρνει το χτένι. Η Χιονάτη συνέρχεται)
ΧΟΝΤΡΟΣ:
Χιονάτη είσαι καλά, μίλησέ μας , τι έπαθες;
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Τώρα είμαι καλύτερα. Αυτό το χτένι φταίει για όλα. Μόλις χτενίστηκα μ’ αυτό λιποθύμησα. Ευτυχώς που ήρθατε. Με σώσατε.
ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ:
Μα πού το βρήκες;
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Μια γριούλα πέρασε από δω. Της έδωσα κρύο νερό  να πιει, για λίγο να ξεκουραστεί. Κι αυτή για να μ’ ευχαριστήσει μου χάρισε αυτό το χτένι.
ΤΙΜΗΣ:
Άλλη φορά να προσέχεις και να μην παίρνεις τίποτα από κανέναν άγνωστο. Μην ξεχνάς ότι η μητριά σου θέλει να σε σκοτώσει.
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Έχεις δίκιο Τίμη. Πώς δεν το σκέφτηκα. Μπορεί να ήταν αυτή. Άλλη φορά θα προσέχω.
ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ:
Α, τώρα θύμωσα πολύ. Άμα την πιάσω τη μητριά σου θα την κάνω με τα κρεμμυδάκια.
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Πηγαίνετε τώρα να αλλάξετε τα ρούχα σας και να πλυθείτε για να φάμε. Σήμερα έχουμε ωραία φασολάδα από τα φασολάκια του κήπου μας.
ΧΟΝΤΡΟΣ:
Φασολάδα; Πάμε γρήγορα παιδιά γιατί πεθαίνω της πείνας. (Φεύγουν όλοι)

ΣΚΗΝΗ 6η


ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
Πέρασαν λίγες μέρες. Ένα πρωί η βασίλισσα ξαναρώτησε το μαγικό  καθρέφτη της:
Καθρέφτη  καθρεφτάκι μου
και μαγικό γυαλί μου,
είδες ποτέ σου άλλη
να με περνά στην ομορφιά,
τη χάρη και τα κάλλη;

Κι ο μαγικός καθρέφτης,
που πάντα έλεγε την αλήθεια,
απάντησε πάλι με τα ίδια λόγια:

Βλέπω μια πεντάμορφη
που στους νάνους μένει.
Είν’ η Χιονάτη η καλή
κι είν’ ευτυχισμένη.

Η βασίλισσα ταράχτηκε τόσο πολύ που απέτυχε το σχέδιό της που κόντεψε να λιποθυμήσει από το κακό της. Δεν το ’βαλε όμως κάτω. Μεταμορφώθηκε σε άλλη γριά και πήγε ξανά στο σπίτι των νάνων.
Αυτή τη φορά είχε μαζί της ένα καλάθι φρούτα. Ανάμεσά τους είχε κι ένα μήλο που είχε δηλητηριάσει το μισό.
(Η Χιονάτη είναι στη σκηνή. Ακούγονται χτυπήματα στην πόρτα)
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Ποιος είναι;
2η ΓΡΙΑ:
Καλό μου κοριτσάκι έχω ωραία φρούτα για πούλημα. Θέλεις ν’ αγοράσεις μερικά;
ΧΙΟΝΑΤΗ:
(Σκέπτεται λίγο) Ωραία είναι τα φρούτα σου γιαγιά κι όμορφα μυρίζουν. Αλλά δεν παίρνω τίποτα εγώ γιατί δε σε γνωρίζω.
2η ΓΡΙΑ:
Έχεις δίκιο παιδάκι μου. Καλά κάνεις και προσέχεις από τους ξένους κι άγνωστους ανθρώπους. Από μένα όμως μη φοβάσαι. Μια φτωχή κι ανήμπορη γριούλα είμαι που πουλάω τα φρουτάκια του κήπου μου για να ζήσω.
XIONATH
: Λυπάμαι γιαγιά κι είναι τόσο ωραία τα φρούτα σου.
2η ΓΡΙΑ:
Δώσε μου ένα μαχαιράκι να κόψω ένα  να το φάμε μαζί  για να δεις ότι δεν πρέπει να φοβάσαι από μένα. (Παίρνει το μαχαίρι, κόβει το μήλο και τρώει το μισό. Δίνει το άλλο μισό στη Χιονάτη)
ΧΙΟΝΑΤΗ
: Αχ, ζαλίζομαι. Τι μου συμβαίνει; (πέφτει κάτω λιπόθυμη)
2η ΓΡΙΑ:
Καλά να πάθεις. Όχι τι νόμιζες θα μου γλίτωνες; Ας φύγω γρήγορα γιατί μπορεί να γυρίσουν οι νάνοι. (Φεύγει γρήγορα. Ακούγεται το 2ο τραγούδι των νάνων.)


ΓΛΥΚΟ ΜΟΥ ΣΠΙΤΑΚΙ


Παλάτια και πλούτη εγώ δεν ψηφώ
γλυκό μου σπιτάκι εσέν’ αγαπώ.
Σε σένανε νιώθω μια τέτοια χαρά
που άλλη δε βρίσκω αλλού πουθενά.
Σπίτι μου, σπίτι μου καλό,
γλυκό μου σπιτάκι εσέν’ αγαπώ.


(Το 2ο τραγούδι των νάνων «ΓΛΥΚΟ ΜΟΥ ΣΠΙΤΑΚΙ» έχει παρθεί από το βιβλίο της Αγγελικής Καψάσκη: «ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ», σελ.28,εκδ. ΚΑΨΑΣΚΗ,Αθήνα 1996.)

(Μπαίνουν στη σκηνή)
ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΣ: Τρέξτε παιδιά η Χιονάτη είναι στο πάτωμα . (Τρέχουν όλοι από πάνω της)
ΝΑΝΟΙ: Χιονάτη, Χιονάτη, ξύπνα. Τι έπαθες;
Χιονάτη Χιονατούλα μας,
εσύ είσ’ η αδελφούλα μας.
Ξύπνα Χιονάτη μας καλή,
κλαίει η καρδιά μας η μικρή.
ΣΟΦΟΣ:
Σίγουρα ήρθε εδώ η βασίλισσα μητριά της και κάτι της έκανε.
ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ:
Καλά ήθελα εγώ να την κάνω με τα κρεμμυδάκια στιφάδο.
ΤΙΜΗΣ:
Δεν έπρεπε να  φεύγουμε όλοι απ’ το σπίτι. Έπρεπε κάθε μέρα να κάθεται κι ένας από μας να τη φυλάει.
ΓΥΑΛΑΚΙΑΣ:
Να τη βάλουμε στο κρεβατάκι. (Την πιάνουν όλοι μαζί και τη βάζουν στο κρεβάτι)
ΚΛΑΨΙΑΡΗΣ:
Αχ, πάει η Χιονάτη μας. Τώρα τι θα κάνουμε;
ΧΟΝΤΡΟΣ:
Και μαγείρευε τόσο ωραία. Τώρα ποιος θα μας μαγειρεύει;
ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΣ:
Εγώ λέω να πάμε στο παλάτι να την πιάσουμε και να τη φέρουμε εδώ να ξανακάνει καλά τη Χιονάτη μας.
ΣΟΦΟΣ:
Και νομίζεις ότι είναι εύκολο να μπούμε στο παλάτι. Έτσι μικροί που είμαστε δεν θα μπορέσουμε να νικήσουμε τους φρουρούς.
ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ:
Δε θα πέσει στα χέρια μας, αλίμονό της.
(Ακούγονται χτυπήματα στην πόρτα. Μπαίνει το πριγκιπόπουλο)
ΠΡΙΓΚΙΠΟΠΟΥΛΟ:
Γεια σας είμαι το πριγκιπόπουλο της γειτονικής χώρας. Γυρίζω στη χώρα μου από ένα μακρύ ταξίδι. Μπορώ να ξεκουραστώ για λίγο εδώ; Μα τι συμβαίνει; Γιατί είστε τόσο στενοχωρημένοι; Ποια είν’ αυτή η πεντάμορφη που είναι ξαπλωμένη;
ΚΛΑΨΙΑΡΗΣ:
Είναι η Χιονάτη μας, η πολυαγαπημένη.
ΓΥΑΛΑΚΙΑΣ:
Η μητριά της κάτι της έκανε κι είναι σαν πεθαμένη.
ΠΡΙΓΚΙΠΟΠΟΥΛΟ:
Τι όμορφη που είναι; (Πλησιάζει τη Χιονάτη)
Όπου και αν εγύρισα
και όπου κι αν επήγα
τέτοια κοπέλα όμορφη
τα μάτια μου δεν είδαν.

Έχει του ήλιου τη θωριά
τα μάτια ζαφειρένια
και λυγερή κορμοστασιά,
καρδιά μαλαματένια.
ΝΑΝΟΙ:
Βοήθησέ μας πριγκιπόπουλο και σώσε την καλή μας.
ΠΡΙΓΚΙΠΟΠΟΥΛΟ:
(Ανασηκώνει τη Χιονάτη) Για να τη δω από κοντά. Μα είναι ακόμα ζεστή. Αναπνέει. Τι είν’ αυτό στο στόμα της; (Παίρνει το μισοφαγωμένο μήλο. Η Χιονάτη συνέρχεται).
ΤΙΜΗΣ:
Α! ώστε αυτό ήταν λοιπόν. Τώρα κατάλαβα. Της έδωσε μήλο δηλητηριασμένο. ΧΙΟΝΑΤΗ: Πού βρίσκομαι;
ΓΥΑΛΑΚΙΑΣ:
Στο σπίτι μας Χιονάτη. Είμαστε οι φίλοι σου οι νάνοι. Πες μας τι έπαθες; Μήπως ήρθε η μητριά σου και σου έκανε τίποτα;
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Μια γριούλα ήρθε εδώ και μου έδωσε ένα μήλο. Μόλις το ’βαλα στο στόμα μου έπεσα κάτω. Ύστερα δε θυμάμαι τίποτα άλλο. Σας ευχαριστώ που με σώσατε. Και πάλι σας χρωστάω τη ζωή μου.
ΣΟΦΟΣ:
Στο πριγκιπόπουλο χρωστάς τη ζωή σου  γιατί αυτός σε έσωσε.
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Σ’ ευχαριστώ πρίγκιπά μου. Πώς να σου ξεπληρώσω το καλό που μου ’κανες;
ΠΡΙΓΚΙΠΟΠΟΥΛΟ:
Δεν έκανα τίποτα σπουδαίο Χιονάτη.  Όμως αν θέλεις,  μπορείς να με ευχαριστήσεις.
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Πες μου με ποιο τρόπο και θα το κάνω αμέσως.
ΠΡΙΓΚΙΠΟΠΟΥΛΟ:
Είσαι πολύ όμορφη και καλή. Στον κόσμο σαν εσένανε δεν έχω δει, όπου κι αν έχω πάει. Θέλω λοιπόν, αν κι εσύ το θέλεις, να έρθεις μαζί μου στο παλάτι του πατέρα μου και να γίνεις γυναίκα μου.
ΧΙΟΝΑΤΗ:
Μετά χαράς. Ας γίνει όπως θέλεις.
ΝΑΝΟΙ:
Ζήτωωωω! Να ζήσει η Χιονάτη και το πριγκιπόπουλο.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
Έτσι κι έγινε. Το πριγκιπόπουλο πήρε τη Χιονάτη στο παλάτι του και την παντρεύτηκε. Οι νάνοι έγιναν κουμπάροι και το γλέντι κράτησε εφτά μέρες κι εφτά νύχτες.
Όσο για την κακιά μητριά της Χιονάτης, όταν γύρισε πίσω στο παλάτι της, ρώτησε γι’ άλλη μια φορά το μαγικό καθρέφτη της:
Καθρέφτη καθρεφτάκι μου,
ξέρεις αλήθεια κι άλλη
να με περνά στην ομορφιά
τη χάρη και τα κάλλη;

Ο καθρέφτης αποκρίθηκε:

Κυρά μου και βασίλισσα,
μια βρίσκει ο λογισμός μου:
τη Χιονάτη τη νεόνυμφη,
την πεντάμορφη του κόσμου!
Και τότε η κακιά μητριά κατάλαβε πως τα μάγια της είχαν λυθεί. Τρελή από το θυμό της, άρπαξε τον καθρέφτη και τον πέταξε με ορμή κάτω. Και όπως ο καθρέφτης έσπασε σε χίλια κομμάτια, έσκασε κι η κακιά βασίλισσα απ’ το κακό της και διαλύθηκε σε μαύρο καπνό.
Η πεντάμορφη Χιονάτη έζησε ευτυχισμένη λατρεμένη από τον άντρα της, τους εφτά νάνους και κάθε πλάσμα ζωντανό στη γη.  Και ξέρετε παιδιά γιατί;

(Η απάντηση βρίσκεται στους στίχους του τραγουδιού που ακολουθεί)

Στη ζωή η καλοσύνη δίνει ομορφιά,
Κάνει ωραίους τους ανθρώπους η καλή καρδιά.

Πάντα πρέπει να θυμάστε πως στον κόσμο αυτό
Η αγάπη στη ζωή μας είναι θαυμαστό.

Τώρα το έργο μας τελειώνει, γεια χαρά παιδιά
Και θα ζουν καλά εκείνοι κι εμείς πιο καλά.

Μα αιώνια στην καρδιά μας πάντοτε θα ζει
Η Χιονάτη και οι νάνοι πουν’ τόσο καλοί.
(Τραγούδι από το θεατρικό της Κάρμεν Ρουγγέρη «Η Χιονάτη και οι εφτά ψηλοί νάνοι»)


ΤΕΛΟΣ

Σχολιάστε