ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ BLOG

ΕΥΛΟΓΙΑ ΘΕΟΥ Η ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΗΣ ΛΗΣΤΡΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Κάτω από: Θεολογία (Ορθόδοξη) καί ΖωήΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ στις 3:35 μμ στο Πέμπτη, Δεκέμβριος 7, 2017

Η καταδίκη τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης, εκτός από τον π. Θεόδωρο Ζήση (βλ. ομιλία «π.Θ. Ζήσης, Θα αποδεχθούμε ή θα απορρίψουμε την »σύνοδο» της Kρήτης»  https://www.youtube.com/watch?v=MQ32fFcJywo ) και τους αγιορείτες πατέρας, αναγγέλεται και από τους αδελφούς τοῦ πατρώου χώρου, προκειμένου η παναίρεση τοῦ Οικουμενισμοῦ, με αρχηγό τον πατριάρχη Κων/λεως, φθάση στα τάρταρα τοῦ Άδου. Είναι ανάγκη ως εκ τούτου, κληρικολαïκές συνάξεις, εφ’ όσον δεν καταδικάζεται το Κολυμπάρι, στηριζόμενες στην Πανορθόδοξο Σύνοδο τοῦ 1848, που θεωρεῖ το λαό ως φρουρό τῆς ορθοδόξου πίστεως, και όχι πατριάρχας και συνόδους, να διασαλπίσουν το πατερικό λόγο τῆς καταδίκης.

Αναδημοσιεύω το κείμενο τῶν αδελφῶν τοῦ πατρώου χώρου το οποίο και προσυπογράφω.

Νικόλαος Γ. Σαββόπουλος
θεολόγος

 

Οκουμενική Σύνοδος κάνει διάγνωση τς δη πελθούσης σήψεως καί τς ατοαποκοπς τν αρετικν πό τήν κκλησίαν, τούς ποίους καί ναθεματίζει. (Συνοδικόν τς ρθοδοξίας, Βλ. ω. Ρωμανίδη, Δογματική, τόμος Β΄):

«τος ον νεπιστρόφως τ πλάν ταύτ κατεχομένοις, καί πρός πάντα λόγον θεον καί πνευματικήν διδασκαλίαν τά τα βεβυσμένοις, ς δη, λοιπόν, σεσηπόσι καί το κοινο σώματος τς κκλησίας ποτεμοσιν αυτούς, νάθεμα«.

 

ληστρική ψευδοπανορθόδοξος Σύνοδος

στό Κολυμπάρι τς Κρήτης

            Γιὰ ἐμᾶς τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς ἡ ἐκφώνηση τῶν ἀναθεμάτων γιὰ τὶς ἐτεροδιδασκαλίες καὶ τὶς αἱρέσεις δὲν εἶναι κάτι ξένο, καθότι κατ’ ἔτος ἐκφωνοῦμε τὰ ἀναθέματα κατά τῶν αἱρέσεων καί τῶν αἱρετικῶν, διαβάζοντας τὸ Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἐκεῖ, κατὰ τὴν προσταγὴ τῶν Πατέρων μας, ἀναθεματίζουμε ὅλους τούς αἱρετικοὺς διὰ μέσου τῶν αἰώνων μαζὶ μὲ τὸν πιστὸν λαόν μας, ποὺ ἐπικυρώνει τὶς ἐκφωνήσεις τοῦ Ἀρχιερέως ἤ τοῦ ἱερέως, ἀπαντώντας ὁμοφώνως: ἀνάθεμα, ἀνάθεμα, ἀνάθεμα.

α. Δικαιούμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι νά ἀναθεματίζουμε τίς ἀναφυόμενες αἱρέσεις ἤ αἱρέσεις πού ἐπανεμφανίζονται καί πού εἶναι καταδικασμένες στό παρελθόν;

Στὴν περίπτωση τοῦ συνταχθέντος καί κατωτέρω παρατιθεμένου κειμένου γιά τήν καταδίκη καί τόν ἀναθεματισμό τῶν ἀποφάσεων τῆς ληστρικῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης τό 2016, ὡς τέκνα ὑπακοῆς, ἐπαναλαμβάνουμε ἁπλά, αὐτὰ τὰ ὁποῖα οἱ θεοφόροι Πατέρες πρῶτοι ἐξεφώνησαν, ὅταν στὴν ἁγία Ζ΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον κφωνον τ νάθεμα γι λα τ πραχθησόμενα μετ τν γίαν Ζ΄ Οκουμενικν κα πού εναι παρ τν ποτύπωσιν κα τν διδασκαλίαν τν Οκουμενικν Συνόδων κα τν γίων κα θεοφόρων Πατέρων.

Συμφωνοῦμε μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, ὅτι ἤδη οἱ αἱρετικοὶ, Λατινόφρονες καί Οἰκουμενιστές, κατάραν ἐνεδύσαντο ὡς ἱμάτιον καὶ ὅτι βλασφημοῦν εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, κηρύσσοντας μὲ τὶς ἐτεροδιδασκαλίες τους, ὅτι τό Πανάγιον Πνεῦμα δὲν ἔλαλησε ἀρτίως ἐν ταῖς Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις καὶ ἐν ταῖς διδασκαλίαις τῶν θεοφόρων Πατέρων μας, ἀναθέτοντας οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς  καί εἰς ἡμᾶς, στόν πιστόν λαόν τοῦ Θεοῦ, στούς φύλακες τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸ δικαίωμα αὐτὸ μὲ τήν Πανορθόδοξη ἀπόφανσή τους τὸ 1848[1].

Καὶ ἂν δὲν τὸ κάνουμε, νά καταδικάσουμε καί νά ἀναθεματίσουμε τίς ἀποφάσεις τῆς ληστρικῆς Συνόδου, κατὰ τὴν Ε΄ Οἰκουμενικήν καὶ τὸν Ὅρον της, εἴμαστε καὶ ἡμεῖς ὑπὸ ἀνάθεμα.

Δὲν ἐπαφίεται τὸ δικαίωμα τῆς καταδίκης καὶ τοῦ ἀναθέματος κάθε αἱρέσεως καὶ ἐτεροδιδασκαλίας μόνον στοὺς Ἀρχιερεῖς, ἀλλὰ ἐπιβάλλεται ὡς ὑποχρέωση σὲ ὅλους τούς πιστοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ πάντοτε, κα δ στος ερες καὶ στος δοκοντας εναί τι, κατὰ τὸν Μέγαν μολογητν Θεόδωρον τόν Στουδίτην. Πόσον μᾶλλον αὐτὸ ἐπιβάλλεται ὡς ὑποχρέωση μετά ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια Καινοτομίας καὶ βλασφημίας κατὰ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, κατὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων μας, τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας καὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεώς μας.

Πολύ περισσότερον ἔχουμε τό δικαίωμα ἀναθεματισμοῦ κάθε αἱρέσεως καί δή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μετά τίς καταδικαστικές ἀποφάσεις το γίου Φιλαρέτου τό 1983 στό Μόντρεαλ το Καναδ, μετά τήν καταδίκην το Οκουμενισμο πό τς ερς μας Συνόδου τό 1998 πό τόν μακαριστόν ρχιεπίσκοπόν μας κυρόν Χρυσόστομον τόν Β΄ καί μετά τήν ντίστοιχη καταδίκην τς Ρουμανικς κκλησίας πό τόν Μητροπολίτην Βλάσιον.

Ἡ διδασκαλία τοῦ μεγάλου γίου μας ωάννη το Μαξίμοβιτς εἶναι γιά τό θέμα μας, ἐπίσης, καταλυτική: Στούς σχατους καιρούς κάθε πιστός ρθόδοξος χριστιανός εναι πεύθυνος γιά λην τήν κκλησίαν!!! Πόσον μᾶλλον ὅταν ὁ Οἰκουμενιστής «πατριάρχης» Βαρθολομαῖος μέ τούς συνυπογράψαντες τά ἄθεσμα ἀποφασισθέντα ἐν Κολυμπαρίῳ τῆς Κρήτης τά ἐπιβάλλει μέ ἐγκύκλιό του ὡς ὑποχρεωτικά καί δεσμευτικά γιά ὅλη τήν Ὀρθοδοξία, ἀκόμη καί γι’ αὐτούς … πού δέν τά ὑπέγραψαν.

β. Ὑπάρχει ἀνάγκη νά γίνει ἡ καταδίκη καί ὁ ἀναθεματισμός καί πάλιν αὐτῶν, ἀπό τούς ὁποίους ἔχουμε ἀποτειχισθεῖ καί τούς θεωροῦμε ἐκτός Ἐκκλησίας;

Στό ἐρώτημα αὐτό πρέπει νά σημειωθοῦν τά ἑξῆς: Ἐφ’ ὅσον ἐπανεμφανίζονται δημόσια οἱ διάφοροι αἱρετικοί καί λαμβάνουν ἀποφάσεις πού θίγουν τήν Ἱερή Παράδοση, τήν διδασκαλία καί τά δόγματα τῆς φιλτάτης Ὀρθοδοξίας μας, ὀφείλουμε, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων μας, τήν πράξη καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁσάκις ἐμφανίζεται ἡ ἑτεροδιδασκαλία νά τήν καταδικάζουμε. Ὅσες φορές δηλ. ἐμφανίζεται ἡ ἑτεροδιδασκαλία πού συνιστᾶ αἵρεση, φείλουμε νά τήν καταδικάζουμε. Νά τήν στιγματίζουμε καί νά ναθεματίζουμε ὄχι μόνον τήν ἑτεροδιδασκαλία, ἀλλά καί τούς κηρύσσοντες αἱρετικά. Μέ τόν τρόπο αὐτόν προστατεύουμε τήν Ἐκκλησία μας, τό ποίμνιό μας, ἀλλά καί ἀφυπνίζουμε ἐκείνους πού μένουν ἀκόμη σέ κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς.

Ὁσάκις δηλ. τελεῖται ἔγκλημα αὐτό πρέπει νά καταδικάζεται.

Ἐάν, γιά παράδειγμα, κάποιος τελέσει μία ποινικά κολάσιμη πράξη καί καταδικαστεῖ, καί κάποιος ἄλλος τελέσει τό ἴδιο ἔγκλημα ἀργότερα δέν πρέπει τάχα νά καταδικαστεῖ καί ὁ δεύτερος, ἐπειδή ἤδη … καταδικάστηκε ὁ πρῶτος; (!) Πόσον μλλον παιτεται πό πάντων καί νέα καταδίκη καί ναθεματισμός τν αρετικν πού διαστρέφουν τήν διδασκαλίαν τς κκλησίας, ταν τά διακυβευόμενα μεγέθη τς Παρακαταθήκης τς Πίστεως καί τν δογμάτων  εναι συγκρίτως πολυτιμότερα ς θεμάτων ζως αωνίου!

Ἀπαιτεῖται, λοιπόν, πάντοτε ἡ καταδίκη, ὅπως ἐπιβεβαιώνεται, ἀπό τίς συνεχόμενες συνόδους πού καταδίκασαν γιά παράδειγμα τολάχιστον δεκατέσσερις φορές τούς Παπικούς (Λατίνους-Φράγκους, τό 879, τό 1009, τό 1054 καί στή συνέχεια…).

Δέν ἀρκοῦσε μόνον μία φορά ἡ καταδίκη τους;

Γιατί ἐπανέρχονταν συνεχῶς οἱ θεοφόροι Πατέρες μας, παρά τίς συνεχόμενες προηγούμενες καταδίκες τους;

Ἡ ἀποτείχισή μας, ἡ ὁποία εἶναι δικαίωμα πού παρέχεται σέ ὅλους τούς πιστούς ἀνεξαιρέτως, κατά τόν ιε΄ τς ΑΒ΄ πί Μεγάλου Φωτίου Συνόδου ἤ μᾶλλον ἡ ἀποτείχιση, θέση κτός τς κκλησίας τν αρετικν, πό πάντων, τν κανονικν καί τν λαϊκν μελν το κκλησιαστικο σώματος , ἀσφαλίζει μέν ἡμᾶς, ἀλλά δέν εἶναι ὁλοκληρωμένη,

-ἄν δέν ἀφυπνίσουμε καί ἄλλους μέ τό κήρυγμα, τόν προφορικό καί τόν γραπτό λόγο, μέ τήν γνωστοποίηση μέ κάθε μέσον συνεχῶς καί ἀδιαλείπτως τῶν θέσεων τῆς Ἐκκλησίας μας καί τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων μας,

-ἀλλά καί μέ τόν στιγματισμό τῆς ἑτεροδιδασκαλίας καί τῆς κηρυσσομένης αἱρέσεως.

Αὐτό ὀφείλει νά γίνεται ὄχι μόνον σέ ἀτομικό ἐπίπεδο, ἀλλά καί συλλογικά εὐκαίρως ἀκαίρως ὑπό πάντων τῶν Ὀρθοδόξων, κατά τόν λόγον το ποστόλου καί το γίου Θεοδώρου το Στουδίτου, ὑπό τῶν Μοναστηρίων καί τῶν Ἐνοριῶν συλλογικά,  καί ὅλων τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας.

Συμπερασματικά: άν λόγος εναι περί πίστεως, μς διδάσκει γιος Θεόδωρος Στουδίτης, σύ μήν πες, τι εσαι φτωχός καί δέν εσαι πλούσιος, τι εσαι πρόβατο καί χι ποιμένας. Ο λίθοι κεκράξονται, καί σύ σιωπηλός καί φροντις;

Τονίζεται, λοιπόν, ἀπό διάφορους λεγόμενους συντηρητικούς Νεοημερολογίτες, ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῆς λεγομένης ἀντιπροσωπείας τῆς «κκλησίας» τῆς Ἑλλάδος στήν λεγομένη «γία καί Μεγάλη Σύνοδο», στό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης, καί ἀπό ἐμᾶς βεβαίως, εἶναι ἀποφάσεις ληστρικῆς Συνόδου. Ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς φερομένης ὡς «κκλησίας τς λλάδος», τονίζουν διάφοροι «συντηρητικοί» ἐπίσκοποι, ἦταν ἐντολοδόχος  τοῦ «σώματος τς εραρχίας» καί ὄφειλε μέχρι τό  τέλος νά καταθέσει τήν ἐντολή πού πῆρε, χωρίς καμμία παθογένεια. Δέν εἶχε καμμία ἐξουσιοδότηση νά μεταβάλει τό περιεχόμενο τῆς ἐντολῆς καί οἱ αἰτιολογίες πού ἀκούσθηκαν, ὅτι δῆθεν οἱ παρόντες στήν Σύνοδο ψήφισαν καί ὅτι ἔπρεπε νά συνταχθοῦν μέ τήν ὁμοφωνία τῶν λοιπῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι χωρίς ἔρεισμα, διότι ἀφ’ ἑνός ἡ ἀντιπροσωπεία ἀσφαλῶς ψήφισε, ἀλλά ὄφειλε νά ψηφίσει ἐντός καί μόνον τῆς ἐντολῆς πού εἶχε, καί ἀφ’ ἑτέρου, διότι μία Ἐκκλησία μποροῦσε νά ὑποβάλει πρόταση, γιά τήν διόρθωση τῶν ψηφισθέντων ἀπό τούς Προκαθημένους κειμένων καί ἄν δέν γινόταν δεκτή, καταγραφόταν στά Πρακτικά, μή θεωρουμένης τῆς προτάσεως ὡς διασπαζούσης τήν ὁμοφωνία.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἀποδέχεται στό κείμενο «Σχέσεις ρθοδόξου κκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» τόν ὅρον «τερόδοξες κκλησίες», ἐπειδή ὁ ὅρος εἶναι ἀντιφατικός καί ἀπαράδεκτος θεολογικά, διότι, ἄν μιλᾶμε περί Ἐκκλησίας, αὐτή δέν μπορεῖ νά εἶναι ἑτερόδοξη καί ἄν μιλᾶμε περί ἑτεροδόξου αὐτή δέν μπορεῖ νά εἶναι Ἐκκλησία, μέ τήν θεολογική ἔννοια τοῦ ὅρου.

Ὁ ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας μᾶς δίνεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Δομήτορά Της μέ τό ψευδέστατο στόμα Του τόν ορανοβάμονα θεον Παλον, ὁ ὁποῖος στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολήν του (Α΄ 17-23) μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι: «να Θες το Κυρου μν ησο Χριστο, πατρ τς δξης, δη μν πνεμα σοφας κα ποκαλψεως ν πιγνσει ατο, πεφωτισμνους τος φθαλμος τς καρδας μν, ες τ εδναι μς τς στιν λπς τς κλσεως ατο, κα τς πλοτος τς δξης τς κληρονομας ατο ν τος γοις, κα τ τ περβλλον μγεθος τς δυνμεως ατο ες μς τος πιστεοντας κατ τν νργειαν το κρτους τς σχος ατο, ν νργησεν ν τ Χριστ γερας ατν κ νεκρν, κα κθισεν ν δεξι ατο ν τος πουρανοις περνω πσης ρχς κα ξουσας κα δυνμεως κα κυριτητος κα παντς νματος νομαζομνου ο μνον ν τ αἰῶνι τοτ, λλ κα ν τ μλλοντι· κα πντα πταξεν π τος πδας ατο, κα ατν δωκε κεφαλν πρ πντα τ κκλησίᾳ, τις στ τ σμα ατο, τ πλρωμα το τ πντα ν πσι πληρουμνου».

Συνεπς εναι δύνατη παρξη τεροδόξου κκλησίας, πως εναι δύνατη παρξη τεροδόξου Χριστο.

Εἶναι παραλογισμός νά ἔχεται ἀληθείας ταυτόχρονα ἡ πίστη, πού τό στόμα τοῦ ποστόλου Παύλου, γιος ωάννης Χρυσόστομος μᾶς παραδίδει, ὅτι «ν τ δει οκ στι μετάνοια», σχολιάζοντας τήν παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου καί ἡ ὕπαρξη ἑνός ἄλλου σώματος Χριστοῦ μέ κεφαλήν τόν Ἴδιον, πού διδάσκει ἀκριβῶς τά ἀντίθετα, ὅπως τῆς Παπικῆς Συναγωγῆς, πού στήν κατήχησή της κδ. Βατικανο-Κάκτου 1996 καί στήν σελ. 332 μέ τίτλο: « τελικός ξαγνισμός τό καθαρτήριο» διαστροφικά τονίζει, ὅτι: «σοι πεθαίνουν χωρίς νά χουν ξαγνιστε ποβάλλονται μετά τόν θάνατό τους σέ ναν ξαγνισμό, γιά νά εσέλθουν στήν χαρά το ορανο. Ατόν τόν τελικόν ξαγνισμόν κκλησία τόν νομάζει καθαρτήριο».

Γιά νά συμβιβάσει τά ἀσυμβίβαστα ἡ «κκλησία τς λλάδος» ὑπέβαλε τήν πρόταση, πού τελικά ἔγινε δεκτή, ὅτι δέν ἀναγνωρίζει μέν τήν ὕπαρξη ἑτεροδόξων «κκλησιν», ἀλλά τήν ἱστορικήν ὀνομασία ἑτεροδόξων «κκλησιν» πρᾶγμα παντελῶς παράδοξο καί παράλογο, διότι ὀνομασία ἔχει μόνο κάτι πού ὑπάρχει ἐν χώρῳ καί χρόνῳ.

Ἑπομένως ἡ παραδοχή τῆς ὀνομασίας καί ὄχι τῆς ὑπάρξεως προσπαθεῖ νά συμβιβάσει τά ἀσυμβίβαστα φαιδροποιῶντας τά πράγματα.

Εἶναι ἀπαράδεκτο νά ὀνομάζεται «γία καί Μεγάλη» μία ληστρική Σύνοδος καί εἶναι φαιδρό νά ὀνομάζεται

«γία», ἀφοῦ δέν ταν πομένη τν γίων Οκουμενικν καί λοιπν Συνόδων, ὅπως δηλώθηκε ἀκόμη καί ἀπό τόν Οἰκουμενιστή «Ἀλβανίας» Ἀναστάσιο (!), χωρίς νά διαφοροποιηθεῖ κανείς, καί πού οὐδεμία δογματική ἤ κανονική ἐνασχόληση εἶχε,

-καί «Μεγάλη», φ’ σον δέν κπροσωπήθηκαν πάνω πό 200.000.000 μοδόξων ρθοδόξων (150 Πατρ. Μόσχας, 30 Πατρ. Γεωργίας, 20 Πατρ. Βουλγαρίας καί Πατρ. ντιοχείας).

Ἡ ληστρική ψευδοσύνοδος δέν κατέγνωσε οὐδεμίαν ὑφισταμένην αἵρεση στίς μέρες μας, παραβιάζουσα προδήλως τόν λζ΄ Κανόνα τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:

«Δεύτερον το τους σύνοδος γινέσθω, τν πισκόπων καί νακρινέτωσαν λλήλως τά δόγματα τς εσεβείας καί τάς μπιπτούσας κκλησιαστικάς ντιλογίας διαλυέτωσαν», πού χει Οκουμενικήν πικύρωση πό τόν β΄ τς κτης καί τόν α΄ τς βδόμης Οκουμενικς. Δέν ἀπετίμησε, ἐπίσης, ἄν καί ἔλαβε σχετική ἀπόφαση, τούς διεξαχθέντες μέ τούς αρετικούς «τεροδόξους» θεολογικούς διαλόγους, ὅπως μέ τούς Παλαιοκαθολικούς-Παπικούς, τούς Ἀντιχαλκηδονίους-Μονοφυσίτες, τούς Προτεστάντες Ἀγγλικανούς καί τούς Λουθηρανούς. Οἱ διάλογοι αὐτοί χαρακτηρίστηκαν ὀρθά, (ἀκόμη καί ἀπό τόν Λατινόφρονα «Μεσσηνίας» Χ. Σαββᾶτο), ὅτι ἔχουν μεταλλαχθεῖ ἀπό διάλογος «Ἐκκλησιῶν» σέ Ἀκαδημαϊκό διάλογο.

(Βλ. κθεσις περί τς γενομένης 14ης Γεν. Συνελεύσεως Μεικτς Θεολογικς πιτροπς πί το διαλόγου μεταξύ ρθοδόξου καί Ρωμαιοκαθολικς κκλησίας).

Κάποιες ἰσχνές τροποποιήσεις ἔγιναν, ἀλλά οἱ Σύνοδοι τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δέν γίνονται, γιά τήν ἀπόδειξη τῆς ἑνότητάς Της, ὅπως ἀπαραδέκτως δηλώθηκε, γιά τήν ὁποία ὑπεραρκοῦν τό κοινόν ποτήριον, (συλλείτουργο), τά Δίπτυχα, τά Εἰρηνικά Γράμματα καί ἡ ταυτότητα τῶν κανονικῶν ποινῶν.

Ο Σύνοδοι τς ρθόδοξης κκλησίας γίνονται, γιά τήν κατάγνωση τν φισταμένων αρέσεων ν τόπ καί χρόν καί τόν συντονισμό τς ρθοδοξίας μέ τήν ρθοπραξία μέ τήν προβλέψη ερν Κανονικν διατάξεων καί τόν ναθεματισμό τν αρέσεων καί τν αρετικν.

Ἡ Ἱ. Μονή Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους παρατηρεῖ, βεβαίως, ὅτι:

«Σέ ἀρκετά σημεῖα τῶν κειμένων προστέθηκε περί τῶν μή Ὀρθοδόξων ὁ προσδιορισμός «τεροδόξων», ὥστε νά φαίνεται ἡ ἀπόκλισίς των ἀπό τήν Ὀρ­θόδοξον ἀποστολική Πίοτιν. Στήν παραγρ. 21 (τοῦ κειμένου «Σχέσεις ρθοδόξου κκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον») λέγεται καθαρά, ὅτι «α μή ρθό­δοξοι κκλησίαι παρεξέκλιναν κ τς ληθος πίστεως τς Μις, γίας, Καθο­λικς καί ποστολικς κκλησίας».

Στό θέμα τῶν διαχριοτιανικῶν διαλόγων προστέθηκε διάταξη νά γίνονται περιοδικές ἀξιολογήσεις τους. Γιατί, ὅμως, δέν ἀξιολογήθηκαν ὀρθοδόξως οἱ μέχρι σήμερα ἄκαρποι διεξαχθέντες καί διεξαγόμενοι διαχριστιανικοί διάλογοι εἶναι προφανές:

Γιά νά μήν θιγον ο αρετικοί Παπικοί, Μονοφυσίτες καί Προτεστάντες!

Στό ζήτημα τῆς παράδεκτης συμμετοχς στό Π.Σ.Ε., (Παγκόσμιο Συμβούλιο το Σαταν), διευκρινίσθηκε, ὅτι ἀποβλέπει στήν προώθηση (μόνον) τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καί τῆς συνεργασίας ἐπί τῶν μειζόνων κοινωνικοπολιτικῶν προκλήσεων, ἀλλά καί μόνον ἡ συμμετοχή σ’ αὐτό τό συνονθύλευμα τῶν αἱρέσεων, πού κεφαλήν του ἔχει τόν Σατανᾶ, αἵρει τήν ὑπόσταση  μιᾶς Ἐκκλησίας ὡς Ἐκκλησίας.

Ἡ οὐνία συμπεριλήφθηκε μέν στίς ἀπαράδεκτες ἐνέργειες ἤ μεθόδους προσεγγίσεως τῶν χριστιανῶν, χωρίς, ὅμως, νά καταδικαστεῖ καί νά στηλιτευτεῖ ἡ Παπική θρησκευτική κοινωνία, πού ἔχει ἀναγάγει σέ θεσμόν Κανονικοῦ Δικαίου τήν μέθοδον αὐτήν καί χωρίς νά ἀναθεματισθοῦν οἱ Οὐνίτες.

Ἀπό τήν πρώτη παραγραφο τοῦ κεφ. Β΄ τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου « ποστολή τς ρθοδόξου κκλησίας ν τ συγχρόν κόσμ», ἀπαλείφθηκε περσοναλιστική ναφορά στόν νθρωπο «ς κοινωνίαν προσώπων ντανακλώντων κατά χάριν διά τς νότητος το νθρωπίνου γένους τήν ν τ γί Τριάδι ζωήν καί κοινωνίαν τν θείων προσώπων»...

Στό ζήτημα τῶν ἀπαράδεκτων μικτῶν γάμων μέ ἑτερόδοξους ποφεύχθηκε ρητή ναφορά καί δέσμευση τς Συνόδου, γιά ερολόγησή τους, πού παγορεύεται, σύμφωνα μέ τήν καθολικς σχος διάταξη το 72ου Κανόνα τς Πενθέκτης, καί ἴσχυσε « δυνατότητα φαρμογς τς κκλησιαστικς οκονομίας»!!!, πρᾶγμα ἀντορθόδοξο καί ἀναιρετικό τῆς κοινωνίας εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου τοῦ ὀρθοδόξου γάμου.

Ἔγινε μέν ἀναφορά (στήν Ἐγκύκλιο τς ψευδοσυνόδου) στίς μεγάλες, «καθολικο κύρους», Συνόδους πί γίου Φωτίου (879) καί γίου Γρηγορίου Παλαμ (1351), στίς ποες καταδικάζονται αρετικά δόγματα, πως τό Φιλόκβε, τό παπικό πρωτεο καί κτιστή Χάρις, ἀλλά χωρίς νά ναγνωρισθ Οκουμενική τους περιωπή, ἐνῶ ἡ Σύνοδος τοῦ γίου Μεγάλου Φωτίου μέ τήν αὐτοσυνειδησία Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναγνώρισε ὡς Ζ΄ Οἰκουμενικήν τήν Σύνοδον τοῦ 787 καί ο δογματικοί ροι τς Συνόδου το γ. Γρηγορίου το Παλαμ, τό 1351, συμπεριελήφθησαν στό Συνοδικόν τς ρθοδοξίας μας καί στίς μεταγενέστερες, πού νέτρεψαν τίς ποφάσεις τς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας καί πεκήρυξαν τίς βλάσφημες Προτεσταντικές δοξασίες.

Ἡ σύνοδος, ἄν ἦταν Ὀρθόδοξη, ὄφειλε νά διόρθωσει ἐπαρκῶς τά προσυνοδικά κείμενα. Ὄφειλε νά ξαναγράψει τό  ἀντορθόδοξο κείμενο περί τῶν σχέσεων μέ τούς ἑτεροδόξους πού ἔπρεπε νά τούς στιγματίσει ς αρετικούς καί νά καθορίσει σαφεῖς ἐκκλησιολογικές ἀρχές στούς θεολογικούς διάλογους, νά ατοπροσδιοριστε, δηλαδή, ς κκλησία, φο ποκηρύξει τό Φράγγικο μερολόγιο καί πιστρέψει στήν Πατρώα εσέβεια, νούμενη μέ τούς γωνιζομένους ρθοδόξους το Πατρίου ορτολογίου καί νά ναθεματίσει τόν Οκουμενισμό καί τούς παναιρετικούς Φράγγους, Μονοφυσίτες καί τούς βλάσφημους Προτεστάντες. φειλε νά ποκηρύξει τόν ψευδεπίσκοπο καί μασνο θηναγόρα, νά καταδικάσει τήν ρση τς κοινωνησίας-ναθεμάτων τό 1965[2] καί τίς ψευδενώσεις μέ τούς αρετικούς Παπικούς, πως καί νά ναθεματίσει σους πέγραψαν τήν Βελμένδιο νωση καί τήν ψευδένωση το Σαμπεζύ μέ τούς Μονοφυσίτες.[3]

Τά κείμενα τς ληστρικς συνόδου μειναν πίτηδες σαφ καί μφίσημα. Ἀπό τήν προσεκτική μελέτη τοῦ ἐπιμάχου 6ου κειμένου διαπιστώνουμε πολλά σημεῖα, στά ὁποῖα ἡ ἀσάφεια δίνει σκόπιμα τήν δυνατότητα διαφορετικῆς ἑρμηνείας του, γιά νά μήν δυσαρεστηθοῦν οἱ παρευρισκόμενοι (ἀπαραδέκτως) ὡς παρατηρητές αἱρετικοί:

  1. Γίνεται ἀναφορά σέ ἑτερόδοξες χριστιανικές «κκλησίες», πού δέν βρίσκονται σέ κοινωνία μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (βλ. παραγρ. 6), καί, ἐπίσης, δέν τίθεται ὡς βάση ἡ ἀλήθεια, ἡ πίστη καί παράδοση τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς ἀναζητήσεως τῆς ἑνότητας τῶν Χριστιανῶν (βλ. παραγρ. 5), ἑνῶ ἐπίσης ἀπαράδεκτα δέν τονίζεται, τι κκλησία οδέποτε διασπάσθηκε καί τι παραμένει Μία καί γία.
  2. Δέν περιγράφεται ἡ ἀποστολική ἀλήθεια, πίστη καί παράδοση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί δέν ἀντιδιαστέλλεται ἀπό τήν ἑτεροδοξία-κακοδοξία τῶν «τεροδόξων χριστιανικν κκλησιν» μέ συγκεκριμένα στοιχεῖα τῆς δισχιλιετοῦς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τόν τρόπον αὐτόν δέν ὁριοθετεῖται σαφῶς ἡ Ἐκκλησία ἀπό τίς αἱρέσεις, πού σφετερίζονται τήν ἀποστολική ἀλήθεια, εἴτε αὐτές ἀποδέχονται τίς τρεῖς πρῶτες Οἰκουμενικές Συνόδους (οἱ Μονοφυσίτες), εἴτε ἔχουν συγκαλέσει εἴκοσι μία ψευδοσυνόδους!!! (οἱ Παπικοί), εἴτε ἀρνοῦνται νά ἀναγνωρίσουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τήν ὅλη ἀποστολική πίστη (οἱ παναιρετικοί καί βλάσφημοι τῆς Παναγίας μας καί τοῦ Χριστοῦ μας Προτεστάντες).

πειδή, λοιπόν, ο Οκουμενιστές τίς νομάζουν «τερόδοξες χριστιανικές κκλησίες» χωρίς νά προσδιορίζουν σαφς τήν τεροδοξία τους καί τίς αρέσεις  τους, πού τίς χουν δηγήσει κτός κκλησίας, δηλ. στήν αρεση καί στήν πώλεια, εκολα περνάει ντορθόδοξη θεωρία καί κακόδοξη ντίληψη,

τι ρθόδοξοι καί Παπικοί βρίσκονται τάχα πλέον πό καθεστώς, χι τετελεσμένου  σχίσματος καί τι ο Παπικοί δέν εναι αρετικοί

-καί μέ τούς Παπικούς δέν βρίσκονται ο Οκουμενιστές σέ νεκροφόρο καί θανάσιμο ναγκαλισμό μέ τίς ντικανονικές συμπροσευχές, τά ονιτικά συλλείτουργα καί τήν διακοινωνία καί τά κοινά νακοινωθέντα,

λλά δθεν σέ διακοπή τς κκλησιαστικς κοινωνίας, κοινωνησίας, ρση τς ποίας, μως, γινε τό 1965, πό τόν αρεσιάρχη θηναγόρα καί πό τήν ψευδοσύνοδο τς Πόλης, πού πικυρώθηκε στό Μπάλαμαντ καί στήν συνέχεια στήν Ραβέννα καί μέ τήν κρυφή καί φανερή διακοινωνία πικυρώνεται καθημερινά μέ τά ονιτικά συλλείτουργα τν Λατινοφρόνων καί τν Οκουμενιστν σέ κάθε περίσταση.

Ατή θεωρία, πού χει κερδίσει καί ρθοδόξους θεολόγους, διαστρεβλώνει τήν ννοια τς Μίας, γίας, Καθολικς καί ποστολικς κκλησίας, στήν ποία συμπεριλαμβάνει ρθοδόξους καί Παπικούς παρά τίς βυσαλέες δογματικές διαφορές, καθώς καί τήν ννοια τς τεροδοξίας, τήν ποία ντιλαμβάνεται ς διαφορετική τάχα διατύπωση τς διας ποστολικς πίστεως!

Ἡ ἀσφαλής διεξαγωγή διαχριστιανικῶν διαλόγων χρειάζεται ἕνα καταστατικῆς ἰσχῦος κείμενο, πού νά ἀποτυπώνει μέ σαφήνεια τήν διαφοροποίηση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τήν αἵρεση καί τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τίς αἱρετικές ψευδοεκκλησίες, πως εναι μολογία Πίστεως τς κκλησίας μας στήν Σύνάξη τν κπροσώπων της (λλάδος, Ρωσσικς Διασπορς, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Σερβίας, ταλίας καί Βορείου καί Νοτίου μερικς, στήν θνα τό 2016). Ἡ μορφή τῶν Ἱερῶν Κανόνων Α΄ τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί Α΄ καί Β΄τῆς Πενθέκτης μπορεῖ, ἐπίσης, νά ἀποτελεῖ γιά ὅλους τούς Ὀρθοδόξους τό παράδειγμα.

3) Στήν παραγρ. 20 ἔχουν ἐπισημανθεῖ ἐλλείψεις, οἱ ὁποῖες ἀφήνουν χῶρο στήν καταδικασμένη πό τήν ρθόδοξη κκλησία «βαπτισματική θεολογία» καί στήν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητας στούς αἱρετικούς!!!

4) Εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτη ἡ παραγρ. 23, πού τονίζει, ὅτι ὁ διάλογος πρέπει νά συνοδεύεται «διά πράξεων μοιβαίας κατανοήσεως καί γάπης». Δέν διευκρινίζεται μέχρι ποῦ ἐπιτρέπεται νά φθάσουν οἱ πράξεις αὐτές καί βάσει, ποίων Ἱερῶν Κανόνων, ὥστε νά ἐκδηλώνεται μέν ἡ ψυχική μας εὐγένεια καί τό ποιμαντικό μας ἐνδιαφέρον γιά τήν σωτηρία τῶν αἱρετικῶν μέ τήν ἐπιστροφή τους στήν Καθολική Ἐκκλησία καί νά διασφαλίζεται ταυτόχρονα ἡ Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογική συνείδησις. φειλε,  δηλαδή, μέ τήν πόφασή της, ν θελε νά λέγεται ρθόδοξη Σύνοδος, νά καταδικαστον περίφραστα μέ σαφες καί ρητές διατάξεις Κανόνων ο συμπροσευχές μέ τούς αρετικούς, ο λειτουργικοί σπασμοί, τά ονιτικά συλλείτουργα καί ο διαθρησκειακές συμπροσευχές, πού ἐμφανίζουν τούς αἱρετικούς Παπικούς, Μονοφυσίτες καί Προτεστάντες ὡς «κκλησία» μέ αὐθεντικό Βάπτισμα, Ἱερωσύνη καί σώζουσα Χάρη, καί μέ τόν τρόπον ατόν νατρέπουν καί κυρώνουν στή πράξη τήν ατοσυνειδησία τς ρθόδοξης κκλησίας ς τς Μίας, γίας, Καθολικς καί ποστολικς κκλησίας.

5) Στήν παραγρ. 11 λέγεται ὅτι, διάλογοι οἱ ὁποῖοι δέν ἐπιτυγχάνουν συμφωνία ἐπί ἑνός θέματος, δέν διακόπτονται. Ἀντίθετα, καταγραφομένης τῆς θεολογικῆς διαφωνίας, συνεχίζονται. κκλησία δέν διαλέγεται μέ τούς αρετικούς, λλά διδάσκει καί δηγε στούς κόλπους Της τούς πεπλανημένους καί τούς φισταμένους τς σωζούσης ληθείας.

Οἱ ἄκαρποι διάλογοι συντελοῦν στό νά ἀμβλύνεται ἡ δογματική εὐαισθησία τῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων, πού μετέχουν σέ αὐτούς, καθώς καί τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος. Ονία στήν παράγραφο 23 εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν ἐκκλησιολογικό πρόβλημα, πού πρεπε νά καταδικαστε περίφραστα καί νά ναθεματισθον ο Ονίτες κατά τά νωτέρω, πρᾶγμα τό ὁποῖο δέν ἔγινε καί θά ἑρμηνεύεται πλέον τό πρόβλημα τῆς Οὐνίας, ὡς πρακτικός ἀνταγωνισμός καί ὄχι ὡς κκλησιολογική κτροπή πού κυρώνει τήν σωτηρία.

                        Ὡς πρός τούς μεικτούς γάμους ὀφείλει νά καταδικαστεῖ ἡ ἀπαράδεκτη «φαρμογή τς κκλησιαστικς οκονομίας» ἡ ὁποία δέν ἀφορᾶ μόνον τούς μεικτούς γάμους ἀλλά – ΑΟΡΙΣΤΑ – «τά κωλύματα γάμου»! Τό κείμενο τό ἀναφέρει ξεκάθαρα:

«5. Περί τν μεικτν γάμων ρθοδόξων μεθ’ τεροδόξων καί μή Χριστιανν χθη ες τήν πόφασιν, πως: i) γάμος ρθοδόξων μεθ’ τεροδόξων κωλύεται κατά κανονικήν κρίβειαν (κανών 72 τς Πενθέκτης ν Τρούλλ Συνόδου). ii) δυνατότης φαρμογς τς κκλησιαστικς οκονομίας ς πρός τά κωλύματα γάμου δέον πως ντιμετωπίζεται πό τς ερς Συνόδου κάστης ατοκεφάλου ρθοδόξου κκλησίας, συμφώνως πρός τάς ρχάς τν ερν κανόνων, ν πνεύματι ποιμαντικς διακρίσεως, πί τ σκοπ τς σωτηρίας το νθρώπου. iii) γάμος ρθοδόξων μετά μή χριστιανν κωλύεται πολύτως κατά κανονικήν κρίβειαν.

Βάσει, λοιπόν, αὐτῆς τῆς σατανικῆς ἐμπνεύσεως φράσεως (5 ii), μέ τήν «φαρμογή τς εκκλησιαστικς οκονομίας» ἀναιροῦνται ὅλες οἱ  προηγούμενες ἀποφάσεις τοῦ κειμένου καί ἀνοίγει ἡ πόρτα πρός τούς γάμους ὁμοφυλοφίλων, γάμους μετ’ ἀλλοθρήσκων κ.ἄ. (ἀφοῦ μόνον κατ’ ἀκρίβειαν τοιοῦτος γάμος ἀπαγορεύεται στήν ὑποπ.  5iii  !!!).

6) Οἱ παραγρ. 4, 5 καί 6 καθιερώνουν τήν συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στούς ἀπαράδεκτους ἀπό Ὀρθόδόξου πλευρᾶς λεγομένους διαχριστιανικούς διάλογους καί στήν Οἰκουμενική Κίνηση καί μάλιστα μέ τήν ἀπαράδεκτη διαβεβαίωση, ὅτι « ρθόδοξος συμμετοχή ες τήν κίνησιν (σσ. τήν Οἰκουμενιστικήν δηλαδή!!!) πρός ποκατάστασιν τς νότητος μετά τν λλων Χριστιανν ν τ Μι, γί, Καθολικ καί ποστολικ κκλησίποτελε συνεπ κφρασιν τς ποστολικς πίστεως καί παραδόσεως ντός νέων στορικν συνθηκν» (παραγρ. 4).

Τό ἐρώτημα εἶναι μέ ποιές ἐκκλησιολογικές ἀρχές ἔχουμε διασφαλίσει τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στούς σημερινούς διαχριστιανικούς διάλογους, ὥστε αὐτή νά εἶναι συνεπής πρός τήν ἀποστολική πίστη καί παράδοση. Καί στίς σημερινές ἱστορικές συνθῆκες, ὅπως καί στίς παλαιότερες (Λατινοκρατία τοῦ 13ου αἰῶνος, Propaganda Fidei τοῦ 16ου-18ου αἰῶνος), τό σφαλές κριτήριο ρθοδόξου διαλόγου, (τς διδασκαλίας μλλον πρός τούς κτός Ατς), εναι νά διατηρεται ναλλοίωτη κκλησιολογική ταυτότητα τν ρθοδόξων καί νά παρουσιάζεται πάντοτε ρθόδοξη κκλησία ς Μία, γία, Καθολική καί ποστολική κκλησία, χουσα τήν ποστολή το διδασκάλου καί το φθαλμο τς νθρωπότητας.

Κάποτε ἐπρόκειτο γιά ἄρνηση νά ὑποταχθοῦμε στήν ἐξουσία τοῦ Πάπα. Κατόπιν ἐπρόκειτο γιά ἄρνηση τῆς Οὐνίας, δηλαδή νά μνημονεύουμε τόν Πάπα ὡς Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Σήμερα πρόκειται γιά ἄρνηση νά «λληλοαναγνωρισθομε ς κκλησίες», ὅπως θέλει ἡ παναιρετική Οἰκουμενική Κίνηση τοῦ 20ο αἰῶνα καί αρεση τς λεγενας τν αρέσεων το Οκουμενισμο.

Δέν διακηρύσσεται καθόλου στό ψευδοσυνοδικό κείμενο, ὅτι οὐδεμία ἄλλη χριστιανική κοινότητα εἶναι Ἐκκλησία μέ τήν δογματική ἔννοια τοῦ ὅρου, παρά μόνον ἡ Ὀρθόδοξη. Δέν ἐπιτεύχθηκε οὔτε προσυνοδικῶς οὔτε στήν ψευδοσύνοδο νά περιληφθεῖ στήν παραγρ. 1 τοῦ 6ου κειμένου ννοια τς μοναδικότητας τς κκλησίας κατά τά νωτέρω ναπτυχθέντα. πουσία, μως, τς ννοιας ατς συνιστ πολύ σημαντική καί σκόπιμη λλειψη, πού ταυτίζεται μέ ποχώρηση καί προδοσία τς φιλτάτης ρθοδοξίας.

Ἡ μετακίνηση τῆς παπικῆς ἐκκλησιολογίας ἀπό τήν ἀντίληψη τῆς «ἀποκλειστικότητος» (πρό τῆς Β΄ Βατικανῆς) στήν σύγχρονη ἀντίληψη τοῦ Συντάγματος Lumen Gentium, ὅτι ἡ Ρωμαιοκαθολική «substitit» εἰς τήν Μίαν Ἁγίαν (ἀνήκει, ἐνυπάρχει, ὄχι ὅτι εἶναι Ἐκκλησία), ὑποδηλώνει ἕνα κίνδυνον  πού πρέπει οἱ Ὀρθόδοξοι νά ἀποφεύγουν πάντοτε, τονίζοντας τήν ννοια τς μοναδικότητος τς ρθοδόξου κκλησίας ς τς λης καί μόνης κκλησίας. Ο κπρόσωποι τν ρθοδόξων κκλησιν στά οκουμενικά συνέδρια, ταν κατέθεταν κοινή Δήλωση, τόνιζαν τήν μοναδικότητα τς ρθοδόξου κκλησίας ς τς λης καί μόνης Μίας γίας. Π.χ. στήν Λούνδη τό 1952: «Ατη εναι λη καί μόνη κκλησία, τό σμα το Χριστο, ντολοδόχος τν ποστόλων. Οτως ατη μόνη δύναται νά καθορίζει τήν πίστιν. Καί εμεθα βέβαιοι, τι τοτο εναι πόδειξις τς μοναδικότητός της». Ἐνώπιον τῶν Ὀρθοδόξων καί αὐτός ὁ παναιρετικός Βαρθολομαῖος δήλωσε στό Πρωτᾶτο τήν 21η Ὀκτωβρίου 2008: « ρθόδοξος κκλησία εναι ατή μόνη Μία γία Καθολική καί ποστολική κκλησία».

Ὑπάρχει μία προφανής  ἀναντιστοιχία ἀνάμεσα στήν διακήρυξη: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία… οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία» (παραγρ. 1), καί στά πεπραγμένα τῶν προδοτικῶν θεολογικῶν διαλόγων. Ἀπό τήν ἐποχή πού πρωτοσυντάχθηκε αὐτή ἡ διατύπωση (στήν Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξο Διάσκεψη τοῦ 1986) μέχρι σήμερα, καί παρότι εἶχε τονισθῆ ἀπό τότε, ὅτι ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δίδεται «πί τ βάσει τς ποστολικς παραδόσεως καί πίστεώς της», ἔχουν γίνει «θεολογικές» προδοτικές συμφωνίες, οἱ ὁποῖες δέν ἑδράζονται στήν ἀποστολική πίστη καί παράδοση. Τέτοιες εἶναι:

προδοτική συμφωνία τς Μικτς πιτροπς ρθοδόξων καί Μονοφυστιν πί τς Χριστολογίας (1989, 1990),

προδοτική συμφωνία πί τς κκλησιολογίας στό Μπαλαμάντ τό 1993, ἡ ὁποία συνόψιζε τίς συμφωνίες τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν στό Μόναχο τό 1982, στό Μπάρι τό 1986 καί στό Νέο Βάλαμο τό 1988, πού ἀφοροῦσαν τόν ἐκκλησιαστικό χαρακτῆρα ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν δηλ. τήν ἀποστολική πίοτη, τήν ἀποστολική διαδοχή καί τά  αὐθεντικά μυστήρια, καί

προδοτική συμφωνία στήν Ραβέννα τό 2007 γιά τήν ὕπαρξη δῆθεν πρωτείου ἑνός ἐπισκόπου ἐπί παγκοσμίου ἐπιπέδου (πού πορετοιμάζει τήν ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου).

Τό συνοδικό κείμενο γίνεται ἀσαφέστερο μέ τήν ρητή διαβεβαίωση τῆς Ἐγκυκλίου, ὅτι ο «πό τς ρθοδόξου κκλησίας διεξαγόμενοι διάλογοι οδέποτε σήμαιναν, οτε σημαίνουν καί δέν πρόκειται νά σημάνουν ποτέ οονδήποτε συμβιβασμόν ες ζητήματα πίστεως».

Ἐάν οἱ ἀνωτέρω θεολογικές «συμφωνίες» δέν εἶναι «συμβιβασμός ες ζητήματα πίστεως», τότε τί εἶναι συμβιβασμός καί ποιός εἶναι ὁ «δογματικός μινιμαλισμός» πού ἀπορρίπτεται μέ τήν διατύπωση τῆς Ἐγκυκλίου στήν παρ. 20; « ρθόδοξος κκλησία οδέποτε πεδέχθη τόν θεολογικόν μινιμαλισμόν τήν μφισβήτησιν τς δογματικς παραδόσεως καί το εαγγελικο θους της»!

Ἀπό τίς ἀνωτέρω ἐπισημάνσεις συνάγεται, ὅτι τό κείμενο τῶν σχέσεων πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον προσανατολίζεται πρός συνοδική κατοχύρωση τῆς γραμμῆς τῶν διαχριστιανικῶν σχέσεων τῆς τελευταίας πεντηκονταετίας, χωρίς τίς ἀπαραίτητες βάσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας.

Οἱ ἀστοχίες κατά τούς διαχριοτιανικούς διάλογους καί οἱ προδοτικές «συμφωνίες» τοῦ παρελθόντος δέν εὐνοοῦν μία θετική ἀπάντηση. Χρειαζόταν τώρα ἕνα κείμενο μέ ἁγιοπατερική πνοή, τό ὁποῖο δέν θά ἄφηνε περιθώρια στόν Προτεσταντικό Οκουμενισμό (θεωρία τῶν «δελφν κκλησιν» καί τόν Παπικόν τοιοῦτον τῶν «δύο πνευμόνων»), γιά ἀναγνώριση ἑτεροδόξου βαπτίσματος καί ἱερωσύνης, γιά κοινή δῆθεν χριστολογική πίστη μέ τούς Μονοφυσίτες, γιά τήν ἀποδοχή τῆς Βατικανείου «Clarification», γιά συνυπογραφή εἰδικῶν κειμένων περί Ἐκκλησίας τοῦ τμήματος «Πίστις» καί «Τάξις» τοῦ Π.Σ. τοῦ Σατανᾶ, καί σχετικές δῆθεν «ἐθιμοτυπικές ἐκκλησιαστικές» ἐκδηλώσεις πού τά ἐπιβεβαιώνουν. Ἕνα τέτοιο κείμενο θά στόχευε στήν ἐπιστροφή τῶν ἑτερόδοξων-αἱρετικῶν στήν  Ἐκκλησία. Θά ἔδειχνε, ὅτι δέν ἀναγνωρίζεται ἐν τῇ πράξει στίς τερόδοξες–αρετικές «κκλησίες» ἐκκλησιαστικότητα, ὅτι τάχα εἶναι ἐκκλησίες μέ τήν θεολογική ἔννοια τοῦ ὅρου, ἀφήνοντας τούς αἱρετικούς στίς πλάνες τους.

Τό συνοδικό κείμενο περί τῶν σχέσεων μέ τούς ἑτεροδόξους-αἱρετικούς παρουσιάζει σκεμμένα ἔλλειμμα ἐκκλησιολογικῆς ἀκριβείας. Ἀναπόφευκτα αὐτό θά φανεῖ κατά τίς μελλοντικές οἰκουμενικές ἐπαφές μέ τίς θεήλατες συμπροσευχές καί τά οὐνιτικά συλλείτουργα τοῦ κ. Βαρθολομαίου. Σέ αὐτές θά ἐφαρμοσθεῖ πρακτικά τό πνεῦμα τοῦ κειμένου. Οἱ διαχριστιανικοί διάλογοι ὀφείλουν νά γίνονται μέ βάση τήν καθαρή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία, ὅπου ρθόδοξη κκλησία πέχει θέση διδασκάλου καί φθαλμο τς νθρωπότητας. Τά κεκτημένα, ὡστόσο, προδοτικά κείμενα, οἱ συμπροσευχές καί ἡ κοινή λατρεία μέ τούς αἱρετικούς στό παρελθόν, οὕτως ἤ ἄλλως καταμαρτυροῦν παρεκκλίσεις ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία.

Οἱ λειτουργικοί ἀσπασμοί, οἱ συμπροσευχές, οἱ εὐλογίες Ὀρθοδόξου ποιμνίου ἀπό αἱρετικούς ἐκκλησιαστικούς ἡγέτες, οἱ κοινές ἐκδηλώσεις Ὀρθοδόξων καί ἑτεροδόξων προκαθημένων καί κληρικῶν, μέ τίς ὁποῖες ἀμβλύνεται τό Ὀρθόδοξο κριτήριο καί προωθεῖται ὁ λαϊκός Οἰκουμενισμός δέν καταδικάσθηκαν καί θά συνεχισθοῦν μέ βάση καί τίς ἀποφάσεις τῆς ληστρικῆς αὐτῆς συνόδου.

Οἱ θεολογικές μελέτες, τά θεολογικά ἐπιστημονικά συνέδρια, καί ὅ,τι ἄλλο στόν ἀκαδημαϊκό χῶρο προωθεῖ τούς διαχριστιανικούς διάλογους πρός τήν πλευρά τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔχουν «ξιοποιηθε κατάλληλα» ἀπό ἐκκλησιαστικούς φορεῖς. Ὡς παραδείγματα νά ἀναφερθοῦν, ἡ θεολογική παραγωγή πού ἐπί χρόνια ἐμφανίζει τούς Μονοφυσῖτες ὡς Ὀρθοδόξους στήν Χριστολογική τους διδασκαλία, ἡ περιβόητη παπική «Clarification», πού ἐξισώνει τό Φιλιόκβε μέ τήν ἐκ μόνου τοῦ Πατρός ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί οἱ θεολογικές μελέτες πού ὑποστηρίζουν ὡς ἔγκυρο τό βάπτισμα τῶν ἑτερόδοξων-αἱρετικῶν.

Τά προσυνοδικά κείμενα ἦσαν φορτισμένα μέ τήν γνωστή προϊστορία τους καί τίς ἐλλείψεις τους. Προϋπέθεταν καί ἀντανακλοῦσαν τήν ἱστορία τῶν διαχριστιανικῶν θεολογικῶν διαλόγων, ἀποφάσεων καί συμφωνιῶν. Δέν ἦταν σωστό νά ἑρμηνευθοῦν καθ’ ἑαυτά καί ἀφ’ ἑαυτῶν.

Ἡ ληστρική αὐτή σύνοδος βελτίωσε κάπως τά προσυνοδικά κείμενα. Τά τελικά, ὅμως, συνοδικά κείμενα παρουσιάζουν ἀκόμη σκόπιμες ἀσάφειες. Δέν πῆραν «καθολική μορφή», μέ τήν ὁποία θά μποροῦσαν νά συντελέσουν στήν «καθολική ἑνότητα» τῆς Ἐκκλησίας καί νά ἀποκτήσουν τήν ἀναμενόμενη «καθολική ἰσχύ».

Οἱ προσδοκίες ἀπό τήν σύνοδο αὐτή βεβαίως καί δέν ἐκπληρώθηκαν, παρά τίς βελτιώσεις τῶν προσυνοδικῶν κειμένων. Οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου ὡς ὀρθόδοξες ἀποφάνσεις θά ἔπρεπε νά συμφωνοῦν μέ τό Συνοδικόν της Ὀρθοδοξίας, στό ὁποῖο θά ἦταν σκόπιμο καί δυνατόν νά περιληφθοῦν.

Ἐπιπροσθέτως τίθεται ἕνα μεῖζον θέμα, τό οὐσιῶδες δηλ. ζήτημα πού εἶναι οἱ πεποιθήσεις τῶν καινοτόμων ἀρχιερέων τῶν φαινομένων ὡς ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν,

-ὅτι ἡ ἀληθής πίστη δέν ἀποτελεῖ ἀπόλυτη προϋπόθεση γιά τήν μετοχή στήν ἄκτιστη χάρη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ,

-ὅτι ἡ ἑτεροδοξία κέκτηται ἀληθές βάπτισμα, μυστηριακή δομή, ἀποστολική διαδοχή καί ἱερωσύνη καί ἑπομένως καί ἡ αἵρεση εἶναι καί αὐτή «ὁδός πρός σωτηρίαν».

Οἱ θέσεις, ὅμως, αὐτές ἀνατρέπουν πλήρως τήν θεολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων 2000 χρόνων καί ἀποτελοῦν καθαρή ὑποβολή τοῦ δαιμονικοῦ περιπαίγματος πρός ἀνατροπήν τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.

«Δέν πρξε ποτέ διαίρεσις τς κκλησίας, καί δέν εναι δυνατόν νά πάρξη, πλήν πρξε καί θά πάρξη κπτωσις κ τς κκλησίας, κατά τόν τρόπον, πού πίπτουν τά ξερά καί γονα κλήματα πό τήν Θεανθρωπίνην καί αωνίως Ζσαν μπελον, πού εναι Κύριος ησούς Χριστός (ω. 13, 16)».[4] 

πομένως ο συγκεκριμένοι μφορονται πό τήν αρεση το συγκρητιστικο Οκουμενισμο καί ποτελον πόλυτο κίνδυνο γιά τό κκλησιαστικό σμα, λλά καί τραγικό λλοθι γιά τήν μμονή τν κακοδόξων στήν αρεσή τους. Σέ καμμία, λοιπόν, περίπτωση δέν μποροῦμε νά ἔχουμε κοινωνία μέ ἐμφορουμένους ἀπό τέτοιες κακοδοξίες, γιατί διακινδυνεύεται ἡ σωτηρία τοῦ ποιμνίου μας καί καταπατᾶμε τούς ὅρκους τῆς ἱερωσύνης μας.

Ἑπομένως ὀρθῶς καί ἀποδεδειγμένα ἡ λεγομένη «γία καί Μεγάλη Σύνοδος» θά πρέπει νά θεωρηθεῖ ὡς ληστρική καί ψευδοορθόδοξη καί τήν καταδικάζουμε ἐκκλησιαστικά ὡς τέτοια, τόσο σέ τοπικό ἐπίπεδο, ὅσο καί πανορθοδόξως, μέχρι νά συγκληθεῖ μία ὄντως Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, πού θά θεραπεύσει ἀστάθειες καί ἀσάφειες καταδικάζουσα τήν παναίρεση τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πανεισάγουσα τό αώνιον ορτολόγιον τς κκλησίας σέ λες τίς νά τόν κόσμον ρθόδοξες κκλησίες καί διακηρύσσουσα παγκοσμίως, ὅτι μόνη δός σωτηρίας καί μετοχς στίς κτιστες νέργειες το Θεο εναι θεολογία τν γίων Πατέρων καί τν Οκουμενικν Συνόδων τς διαιρέτου Μις, γίας, Καθολικς καί ποστολικς ρθοδόξου κκλησίας.

Μέγας Φώτιος στόν λόγον του «Περί τς το γίου Πνεύματος μυσταγωγίας» ἀναφέρει τά ἑξῆς:

«Καί οδέ τν το θεσπεσίου Παύλου φρίττουσι φωνήν, ν ατοί κατά τν Πατέρων ατν μετά πολλς πορρίπτουσι τς κακουργίας. Καί γάρ οτος τήν ξουσίαν λαβών δεσμεν καί λύειν καί το δεσμο φοβερόν μα καί κραταιόν (μέχρι γάρ ατς ναφέρεται τς βασιλείας τν ορανν), οτος δή μεγάλη καί διαπρυσί κέκραγε τ φων“Κν μες γγελος ξ ορανο εαγγελίζηται μν παρ’ εαγγελιζόμεθα μν, νάθεμα στω”.» Παλος σίγητος τς κκλησίας σάλπιξ τοσοτος καί τηλικοτος τούς παρά τό Εαγγέλιον τερόν τι τολμντας φρόνημα λαβεν καί παρεισάγειν τ ναθέματι παραπέμπει, καί ο τούς λλους μόνον, οτινες τοτο τολμήσειαν, ρας νυπερβλήτοις πάγει, λλά καί αυτόν, νοχος ε φθείη, πρός τήν σην συνωθε δίκην. Καί οδέ μέχρι τούτου τό φοβερόν τς ποφάσεως περιγράφει, λλά καί τόν ορανόν ατόν ρευν˙ κν γγελον ερ τος πί γς κεθεν πιστάντα καί τερόν τι παρά τό εαγγελικόν εαγγελιζόμενον κήρυγμα, τος μοίοις δεσμος ποβάλλει καί τ διαβόλ παραπέμπει» (ΕΠΕ 4, 396, 30).

Ἐδῶ, ὁμολογεῖ Μέγας Φώτιος, ὅτι πόστολος Παλος ἔλαβε τήν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καί λύειν καί ὄχι ἁπλῶς τήν ἐξουσία τοῦ νά παραπέμπει στήν Σύνοδο τούς αἱρετικούς. Μάλιστα ἀναφέρει ὁ Άγιος, ὅτι ἡ ἐξουσία του ἐπεκτάθηκε καί στόν οὐρανό, ἐφ’ ὅσον, δηλαδή, ἀναθεματίζει καί ἀγγέλους, ἄν κηρύττουν κάτι ἀντίθετο στό εὐαγγελικό κήρυγμα. Ἀναφέροντας ἐν συνεχείᾳ τό χωρίον τοῦ Ἀπ. Παύλου (Γαλάτ. 1, 8) τό ἑρμηνεύει λέγοντας, ὅτι «τούς παρά τό Εαγγέλιον τερόν τι τολμντας φρόνημα λαβεν καί παρεισάγειν τ ναθέματι παραπέμπει».

Ἑπομένως ὅλους αὐτούς, π. Παλος τούς παραπέμπει στό ἀνάθεμα, σύμφωνα μέ τόν Μ. Φώτιο, καί ὄχι στήν Σύνοδο. Τά λόγια το π. Παύλου Μέγας Φώτιος τά ναφέρει ς καταδικαστική πόφαση: «Καί οδέ μέχρι τούτου τό φοβερόν τς ποφάσεως περιγράφει». Ἐν συνεχείᾳ ἐπεκτείνει τήν ἐξουσία τοῦ π. Παύλου στόν οὐρανό: «λλά καί τόν ορανόν ατόν ρευν». Στήν ἔρευνα τοῦ οὐρανοῦ ἐξετάζει τό φρόνημα τῶν ἀγγέλων: «κν γγελον ερ τος πί γς κεθεν πιστάντα καί τερόν τι παρά τό εαγγελικόν εαγγελιζόμενον κήρυγμα…». Αὐτούς τούς ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι θά ἔχουν ἄλλο φρόνημα ἀπό τό εὐαγγελικό «τος μοίοις δεσμος ποβάλλει καί τ διαβόλ παραπέμπει».

Κατά τούς Πατέρες δέν περιορίζεται ἡ ἐξουσία τοῦ π. Παύλου καί δέν καταργεῖται, ἀποδιδόμενη σέ συγκληθησόμενη στό μέλλον Σύνοδο.

Γιά τίς ἡμέρες μας αὐτό σημαίνει, ὅτι τήν ἐξουσία τοῦ π. Παύλου δέν τήν ἀποδίδουμε στούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μέ κάποιες ἀδιανόητες, καινοτόμες καί αἴολες διδασκαλίες, πρέπει νά καταδικάσουν -ἄν εἶναι ποτέ δυνατόν- πρῶτα τήν αἵρεσή τους καί ἔπειτα τούς ἑαυτούς τους. Τέτοιες ἀνόητες θέσεις ἀπέχουν πολύ ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καί μάλιστα αὐτήν πού ἑρμηνεύει τήν ἁγίαν Γραφήν. Τοὔλάχιστον ὀφείλουν ὅλοι νά πεισθοῦν σέ ποιά κατάσταση ἔχει ὁδηγηθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία μέ τέτοιες θέσεις περί μελλοντικῆς καί ἀορίστου παραπομπῆς ὅλων τῶν θεμάτων σέ μία -ἄν ποτέ συγκληθεῖ- Οἰκουμενική Σύνοδο. Μέ αὐτόν τόν τρόπο καί οἱ δήθεν «ἀντιοικουμενιστές» ἐνστερνίστηκαν τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ 15ου Κανόνος τῆς ΑΒ΄ Συνόδου περί διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου τῶν αἱρετικῶν καί μέ βάση αὐτήν «πολεμοῦν» μέ χαρτοπόλεμο τήν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Στό ἔργο τοῦ Μεγάλου Φωτίου «Σύνταγμα τν Κανόνων» (Τίτλος Α΄ Κεφ. 2) ἀναφέρονται καί τά ἑξῆς ἀπό τήν Ἁγίαν Ζ΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον:

«παντα τά παρά τήν κκλησιαστικήν παράδοσιν καί τήν διδασκαλίαν καί ποτύπωσιν τν γίων καί μακαρίων Πατέρων καινοτομηθέντα καί πραχθέντα μετά τοτο πραχθησόμενα, νάθεμα» (ΕΠΕ 10, 30 Βλ. καί Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας).
Ο Πατέρες μας, συνοδικς διασκεψάμενοι, ναθεματίζουν, πέραν τν λλων, καί κάθε μελλοντικήν καινοτομίαν.

Μέ βάση τήν ἀνωτέρω καινοτοτόμο διδασκαλία, γιά νά ἔχει ἰσχύν καί ὁ ἀναθεματισμός τοῦ ποστόλου Παύλου, πρέπει νά ἐπιληφθεῖ ἡ Σύνοδος, ἡ ὁποία θά κρίνει καί θά καταδικάσει τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους καί τήν κακοδοξία. Ἄν εἶναι ἔτσι τά πράγματα, τότε, πολύ περισσότερο, δέν ἰσχύει ὁ μελλοντικός ἀναθεματισμός τῶν Πατέρων αὐτῶν καί μάλιστα, γιά καινοτομίες καί κακοδοξίες, πού ἀφοροῦν τήν διδασκαλία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῶν ἁγίων Πατέρων καί τήν Ἐκκλησιαστικήν Παράδοση. Τότε στήν περίπτωση, ὅμως, αὐτή στό Συνοδικόν τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς ὁ ἀναθεματισμός αὐτός,  θα πρέπει να εἶναι λανθασμένος (φεῦ τῆς βλασφημίας)!!!

Καί πόστολος Παλος, βεβαίως, ἔχει αὐτήν τήν ἐξουσία νά ἀναθεματίζει τούς αἱρετικούς ὅλων τῶν ἐποχῶν, καί ο Πατέρες τς Ζ΄ Οκουμενικς Συνόδου χουν τήν ξουσία καί φείλουν νά ναθεματίζουν τούς μελλοντικούς αρετικούς, καί κόμη καί μεμονωμένοι Πατέρες καί ατός πιστός λαός το Θεο ς φύλαξ τς ρθοδοξίας κατά τά κτεθέντα ναλυτικς νωτέρω.

            Ὁ δέ γιος Θεόδωρος Στουδίτης ἐν προκειμένῳ διδάσκει τὰ ἑξῆς: «λλ κα λλος ε τις εη τούτοις μώνυμος, μως αρετικς κατ τν κείνων αρεσιν τέραν, κν πίσκοπος, κν σκητής, κν στισον, νάθεμα στω. λλ κα ε τις μ ναθεματίζοι εκαίρως κατ τ ναγκαον πάντα αρετικόν, εη τς ατν μερίδος» (Φατ. 34, 99, 138).

Καὶ σὲ ἄλλη, ἐπίσης, ἐπιστολὴ σιος ἀναφέρει: «πειδ πς ρθοδοξν κατ πάντα, πάντα αρετικν δυνάμει κν ο ρήματι, ναθεματίζει» (Φατ. 49, 142, 85). Σημειωτέον, ὅτι καὶ τὰ δύο αὐτὰ χωρία τοῦ σίου Θεοδώρου το Στουδίτου εἶναι ἀπὸ ἐπιστολὲς, πού τὶς ἀπέστειλε κατὰ τὴν χρονικὴν περίοδον τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως.

Φρονοῦν ἀντίθετα πρός τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ὅσοι θεωροῦν ὡς ἀναθεματισμένους μόνον ἐκείνους, γιά τούς ὁποίους θά ἐκφωνήσει ἡ Σύνοδος συγκεκριμένως καί ὀνομαστικῶς τό ἀνάθεμα, ἀφοῦ ὅπως ἰσχυρίζονται, ἐξετάσουν τήν αἵρεση σάν τόν χειρουργό ἰατρό, ὁ ὁποῖος θά ἀποκόψει τό τμῆμα αὐτό τοῦ σώματος, τό ὁποῖον ἔχει γάγγραινα. Δηλαδή, οἱ ἀναθεματισμένοι ἀπό τόν Μέγαν πόστολον Παλον καί τούς γίους, εἶναι γιά ὅλους αὐτούς ἀναθεματιστέοι.

…………

[1] «παντες ον ο νεωτερίζοντες αρέσει σχίσματι, κουσίως νεδύθησαν, κατ τν ψαλμωδόν, «κατάραν ς μάτιον» (Ψαλμ. ρη’,18), κν τε Πάπαι κν τε Πατριάρχαι, κν τε Κληρικοί, κν τε Λαϊκο ἔτυχον εἶναι «κν γγελος ξ ορανο νάθεμα στω, ε τις μς εαγγελίζεται παρ παρελάβετε». Οὕτω φρονοῦντες οἱ Πατέρες ἡμῶν καὶ ὑπακούοντες εἰς τοὺς ψυχοσωτηρίους λόγους τοῦ Παύλου ἐστάθησαν σταθεροὶ καὶ ἑδραῖοι εἰς τὴν ἐκ διαδοχῆς παραδοθεῖσαν αὐτοῖς πίστιν καὶ διέσωσαν αὐτὴν ἄτρεπτον καὶ ἄχραντον διὰ μέσου τοσούτων αἱρέσεων, καὶ παρέδωκαν αὐτὴν εἰς ἡμᾶς εἰλικρινῆ καὶ ἀνόθευτον, ὡς ἐξῆλθεν ἄδολος ἀπὸ τοῦ στόματος τῶν πρώτων ὑπηρετῶν τοῦ Λόγου·  οὕτω φρονοῦντες καὶ ἡμεῖς, ἄδολον, ς παρελάβομεν, μετοχετεύσομεν αὐτὴν εἰς τὰς ἐπερχομένας γενεάς, μηδὲν παραμείβοντες, ἵνα ὦσι κακεῖνοι ὡς καὶ ἡμεῖς εὐπαρουσίαστοι καὶ ἀκαταίσχυντοι, λαλοῦντες περὶ τῆς τῶν προγόνων ἡμῶν πίστεως…

(17) …Ἔπειτα παρ μν οτε Πατριάρχαι οτε Σύνοδοι δυνήθησαν ποτ εσαγαγεν νέα, διότι περασπιστς τς θρησκείας στιν ατ τ σμα τς κκλησίας, τοι ατς λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ.»

[2] Στό βιβλίο τοῦ θ. Σακαρέλλου «γινε νωση τν κκλησιν», ἀναφέρεται τό Γαλλικό κείμενο τῆς συμφωνίας «Κοινή Δήλωσις» τοῦ 1965, ὅπου στήν παράγραφο 4 τῆς συμφωνίας χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη excommunication, αὐτό σημαίνει, ὅτι μέ τή συμφωνία αὐτή ἔχει ἀρθεῖ ἡ «ἀκοινωνησία», τό «σχίσμα», δηλαδή μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, σέ ἀντίθεση μέ τήν ἐπίσημη ἑλληνική μετάφραση, πού ὁμιλεῖ, δῆθεν, γιά ἄρση Ἀναθεμάτων, πρός καθησυχασμό τν ρθοδόξων. Ἡ ἕνωση, δυστυχῶς, ἔχει γίνει, ἁπλά πραγματώνεται καί παρουσιάζεται, τοπικά καί χρονικά, σταδιακά, ἀνάλογα μέ τίς ἀντιδράσεις.

Καί γιά νά μήν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Γαλλική λέξη excommunication σημαίνει «κοινωνησία» τοῦτο ἀπο-δεικνύεται καί ἀπό τό ἴδιο τό Γαλλικό κείμενο τῆς συμφωνίας, πού χρησιμοποιήθηκε δύο φορές ἡ ἔκφραση la communion ecclesiastique καί σημαίνει «κκλησιαστική κοινωνία», ὅπως ὀρθά ἀποδίδεται ἀπό τήν ἐπίσημη ἑλληνική μετάφραση καί ὄχι ὡς «ἐκκλησιαστικό ἀνάθεμα».

Στήν πραγματικότητα, λοιπόν, ἡ κοινή δήλωση τό 1965, στό Γαλλικό κείμενο, ὁμιλεῖ γιά ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας καί ὄχι γιά «πλ ρση το ναθέματος» μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν.

Τό γεγονός αὐτό ἐξηγεῖ ὅλα τά μεταγενέστερα γεγονότα, ὅπως συμπροσευχές, οὐνιτικά συλλείτουργα, μετάδοση τῆς Θείας Κοινωνίας σέ παπικούς λαϊκούς σέ τόπους, πού δέν ὑπῆρχε ἀξιόλογη ἀντίδραση, νεώτερες κοινές δηλώσεις καί συμφωνίες, μνημόσυνο τοῦ ὀνόματος τοῦ Πάπα Ρώμης στήν Ἁγία Πρόθεση, γεγονός πού παραδέχθηκε, ὅτι ἔπραττε ὁ ἴδιος ὁ ἀναθεματισμένος Ἀθηναγόρας, μνημόνευση δημόσια τοῦ Πάπα στό Φανάρι στήν τελευταία του ἐπίσημη ἐπίσκεψη καί ἄλλες παρόμοιες πράξεις.

Καί σέ ὅλα αὐτά πρωτοστατοῦσε τό Φανάρι καί ἀκολουθοῦσαν μέ παρόμοιες πράξεις καί ἄλλες τοπικές Ἐκκλησίες.

Ατό ποτελε, κ τν πραγμάτων, νωση καί μπρακτη φαρμογή ὄχι ἁπλά τῆς ἄρσεως τοῦ Ὁριστικοῦ Σχίσματος, ἀλλά ρση καί τς κοινωνησίας.

Ἡ ἕνωση ἐφαρμόζεται σταδιακά, τοπικά καί χρονικά, ὅπως ὀρθά ἐπισημάνθηκε, ἀνάλογα μέ τίς ἀντιδράσεις καί κάποια κατάλληλη στιγμή θά καταστεῖ ἡ ἕνωση πλήρης, ἐπισφραγίζοντας τό ἤδη ὑφιστάμενο ἀπό ἐτῶν πραγματικό καθεστώς. (Ἀπόσπασμα ἀπό ἄρθρο τῆς Φιλορθοδόξου Ἑνώσεως «Κοσμς Φλαμιάτος»).

                Κοινή δήλωση το Πάπα Παύλου ΣΤ΄ καί το (σ.σ. ψευδο)-Πατριάρχου θηναγόρου στά Γαλλικά:

http://www.vatican.v/…/rc_pc_chrstuni_doc_19650107_athenag…

«Οἱ «New York Times» μετέδωσαν τήν ἀπό κοινοῦ ἀγγελίαν τοῦ Βατικανοῦ καί τοῦ Φαναρίου τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1965 διά τήν ἄρσιν τοῦ excommunicatioς κοινωνησίας το Λατινικο κειμέ-νου)- εἰς τήν πρώτην σελίδα, ὡς τό τέλος τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 καί ὡς τήν πανέναρξιν τς μυστηριακς κοινωνίας, πού εἶχε τότε δῆθεν διακοπεῖ.Φαίνεται πλέον σαφῶς, ὅτι τό Ἑλληνικόν κείμενον, πού ἀναγγέλει τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων ἦτο τεχνηέντως παραπλανητικόν.
Φαίνεται εἶχε σκοπόν νά ἀμβλύνη ἐνδεχομένας ἀρνητικάς ἀντιδράσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν». (Πατρός ω. Ρωμανίδου, «ρθόδοξος καί Βατικάνειος συμφωνία περί Ονίας»,

 http://www.romanity.org/…/rom.e.14.orthodoxi_kai_vatikania_…

  1. Βλ. γιά παράδειγμα καί τήν νωτικήν μέ τούς αρετικούς Μονοφυσίτες γκύκλιο το Πατριαρχείου τς ντιοχείας πρός τό ποο εναι κοινωνικά λα τά πατριαρχεα καί «κκλησία τς λλάδος»:

γία Σύνοδος τς ντιοχείας πεφάσισε τά ξς:

  1. Τόν πλήρη καί μοιβαο σεβασμόν τν δύο κκλησιν ς πρός τό τελετουργικόν των, τήν πνευματικότητα, τήν κληρο-νομίαν καί τούς γίους πατέρας καί τήν πλήρη προστασίαν τν λειτουργικν πράξεων καί τς ντιοχείας καί τς Συρίας.
  2. Τήν νσωμάτωσιν τν πατέρων καί τν δύο κκλησιν καί τς παραδόσεώς των γενικς ες τά χριστιανικά πιμορφωτικά προγράμματα καί τήν θεολογίαν καθη-γητν καί μαθητν.
  3. Τήν ποφυγήν το νά δέχωνται μέλη μις κκλησίας ες τήν λλην, ποιοι καί ν εναι ο λγοι.
  4. Τήν διοργάνωσιν συνάξεων τν δύο Συνόδων ποτεδήποτε πάρξει νάγκη.
  5. Νά παραμείνει κάθε κκλησία ς σημεον ναφορς διά τά μέλη της ες θέματα φορντα γάμον, διαζύγιον, υοθεσίαν κλπ.
  6. άν δύο πίσκοποι δύο διαφορετικν κκλησιν συναντηθον διά πνευματικήν τελετήν, θά προσταται κενος πού θά χει τό μεγαλύτερον ποίμνιον. λλά, ν εναι ες τό μυστήριον το γάμου, θά προσταται πίσκοπος τς κκλησίας το νυμφίου.
  7. ,τι χει ναφερθ προηγουμένως δέν σχύει κατά τόν συνεορτασμόν πισκόπων ες τήν Θείαν Λειτουργίαν.
  8. ,τι χει λεχθ ες τό π’ ριθμ. 6 ρθρον, σχύει διά τούς κληρικούς καί τν δύο κκλησιν.
  9. άν νας ερεύς μις κ τν δύο κκλησιν τύχη νά εναι ες κάποιαν περιοχήν, θά τελέση τά θεα μυστήρια διά τά μέλη καί τν δύο κκλησιν, συμπεριλαμβανομένης καί τς Θείας Λειτουργίας καί το μυστηρίου το γάμου. διος ερεύς θά κρατήση νεξάρτητον ρχεον καί διά τάς δύο κκλησίας καί θά μεταφέρη τήν καταγραφήν τν μελν τς δελφς κκλησίας ες τήν πνευματικήν της ξουσίαν.
  10. άν δύο ερες καί τν δύο κκλησιν τύχη νά ερίσκωνται ες κάποιαν κοινότητα, θά ναλλάσσονται, καί ες περί-πτωσιν συνεορτασμο θά προσταται κενος μέ τό μεγαλύτερον ποίμνιον.
  11. άν πίσκοπος πό μίαν κκλησίαν καί νας ερεύς πό τήν δελφήν κκλησίαν τύχη νά συνεορτάζουν, θά προσταται, πως εναι φυσικόν, πίσκοπος, κόμη καί ν ερίσκεται ες τήν κοινότητα το ερέως, φ’ σον θά πάρχουν λαϊκοί καί πό τάς δύο κκλησίας.
  12. Χειροτονίαι ες τούς βαθμούς τής ερωσύνης γίνονται πό τήν πνευματικήν ρχήν τν ποψηφίων ες κάθε κκλησίαν, κατά προτίμησιν, μέ τήν παρουσίαν δελφν πό τήν λλην δελφήν κκλησίαν.
  13. νάδοχοι καί μάρτυρες γάμου πιτρέπεται νά πιλέγωνται πό τά μέλη καί τν δύο κκλησιν χωρίς διάκρισιν.
  14. Ες λας τάς κοινάς ορτάς θά προσταται ρχαιότερος τ τάξει ερεύς.
  15. λοι ο ργανισμοί τν δύο κκλησιν θά συνεργάζωνται ες λα τά θέματα, μορφωτικά, παιδείαν καί κοινωνικά διά τήν νάπτυξιν το δελφικο πνεύματος. Σς ποσχόμεθα, μέ ατήν τήν εκαιρίαν, τι θά συνεχίσωμεν νά νισχύωμεν τήν σχέσιν μας μέ τήν δελφήν κκλησίαν καί λας τάς λλας κκλησίας, μέ σκοπόν νά γίνωμεν λοι μία κοινότητα κάτω πό να Ποιμένα.

[4] ρχιμ. ουστίνου Πόποβιτς, «Δογματική τς ρθοδόξου κκλησίας», (Γαλλική μετάφραση), Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 – Ἀναδημοσιεύτηκε στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο» στίς 29/6/2007.

Πηγή: http://entoytwnika1.blogspot.gr/2017/10/blog-post_49.html


Δεν υπάρχουν σχόλια »

Χωρίς σχόλια ακόμα.

RSS κανάλι για τα σχόλια του άρθρου.

Αφήστε μια απάντηση

© 2017 ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ BLOG   Φιλοξενείται από Blogs.sch.gr
Top