Η Θεολογία… στο σχολείο

Αγία Γραφή

animated-bible

Σελίδες

Αναζήτηση στο ιστολόγιο

Αναζήτηση

Επισκέπτες

Πρόσφατα κείμενα

Αρχείο

Ημερολόγιο δημοσιεύσεων

Ιανουάριος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ   Φεβ »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Καιρός

Πρόσφατα σχόλια

Παρουσιάσεις στο Slideboom

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Σύνδεσμοι

Χρήσιμα Ιστολόγια

Μεταστοιχεία

on line

Χάρτης Τρίπολης

Εκκλησία της Αιθιοπίας

Η ίδρυση της Αιθιοπικής Εκκλησίας ανάγεται κατά την παράδοση στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, αλλά ο Χριστιανισμός εμπεδώθηκε στην Αιθιοπία κατά τον 4ο αι. Η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας ασκούσε την πνευματική εποπτεία στην Αιθιοπική Εκκλησία η οποία παρέμεινε σταθερή στην Ορθοδοξία κατά την περίοδο των ερίδων γύρω από τον Αρειανισμό. Στην Αιθιοπία αναπτύχθηκε σύντομα η εκκλησιαστική ζωή με επίκεντρο την Αξώμη (Αξούμ), αλλά η διάδοση του Χριστιανισμού στην ύπαιθρο ακολούθησε βραδύτερο ρυθμό. Οι Εννέα Άγιοι, οι οποίοι κατά την παράδοση ανέλαβαν το σχετικό ιεραποστολικό έργο, πρέπει να έδρασαν μετά το 480, να προέρχονταν από τις τάξεις των εχθρών της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου (451) και να οργάνωσαν τις σχέσεις της Εκκλησίας της Αιθιοπίας με την Κοπτική Εκκλησία της Αιγύπτου. Η τελική εξάρτηση της Αιθιοπικής Εκκλησίας από τον Κόπτη Πατριάρχη της Αιγύπτου,  χρονολογούμενη μετά τα μέσα του 7ου αι. δηλ. μετά την αραβική κατάκτηση της Αιγύπτου, περιοριζόταν στην εκλογή και χειροτονία Κόπτη Αρχιεπισκόπου της Αιθιοπικής Εκκλησίας, ενώ η επιρροή της αποδυναμωνόταν από την παντοδυναμία του Ηγούμενου της ιστορικής αιθιοπικής μονής Ντέμπρα Λίβανος, ο οποίος ασκούσε ουσιαστικά τη διοίκηση της Αιθιοπικής Εκκλησίας κατά τους μέσους χρόνους. Η κατάκτηση της Β. Αφρικής από τους Άραβες, η επέκταση των Περσών μέχρι την Υεμένη και η απομόνωση της Αιθιοπίας από τον λοιπό χριστιανικό κόσμο ως το 13ο αι., σταθεροποίησε τις σχέσεις της Αιθιοπικής με την Κοπτική Εκκλησία παρά το γεγονός ότι υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις στη θεολογία και στη Λατρεία μεταξύ τους. Σχετικά αξιοπρόσεκτο είναι ότι με αυτή την απομόνωση δεν διακόπηκαν οι πνευματικοί δεσμοί με το Βυζάντιο. ‘Έτσι το περίφημο νομικό κείμενο «Φέτχα Ναγκάστ (Fetha Nagast = Νόμοι των Βασιλέων) συμπεριέλαβε αυτούσιες διατάξεις όχι μόνο από το Θεοδοσιανό Κώδικα του 5ου αι. και από το νομοθετικό έργο του Ιουστινιανού του 6ου αι. αλλά και από το ευρύτατα αναθεωρητικό έργο της Μακεδονικής δυναστείας του 9ου αι. Η ευρύτητα της βυζαντινής επίδρασης κατανοείται πληρέστερα από το γεγονός ότι αυτή η νομική συλλογή ρύθμιζε όχι μόνο αστικά θέματα αλλά και το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. Ανάλογες βυζαντινές επιδράσεις παρουσιάζονται και στον εκκλησιαστικό βίο (θεολογία, Λατρεία, Τέχνη) και επιβεβαιώνουν τις συνεχείς σχέσεις της Εκκλησίας της Αιθιοπίας με το Ορθόδοξο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας.

Η παρακμή του βασιλείου και της Εκκλησίας της Αιθιοπίας διευκόλυνε την προσηλυτιστική δραστηριότητα του Ισλάμ ενώ η δυναστεία των Σολομωνιδών του βασιλείου της Αιθιοπίας ενίσχυσε από τα μέσα του 13ου αι. τις τάσεις για ανανέωση του εκκλησιαστικού βίου. Η αναδιοργάνωση της Εκκλησίας και η ανάπτυξη της Θεολογίας από αξιόλογους θεολόγους (Ιμπν αλ Ασάλ, Ζέρε Γιακόμπ κ.ά.) ενίσχυσαν την Αιθιοπική Εκκλησία στον αγώνα της εναντίον της προσηλυτιστικής δράσης του Ισλάμ. Εξάλλου η δράση των Ιησουιτών, οι οποίοι υποστηρίζονταν από τους Πορτογάλους των ακτών της Ερυθράς θάλασσας, δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στην Εκκλησία της Αιθιοπίας, αλλά η απόφαση του Πάπα Ιουλίου του Ι’ (1550 -1555) να στείλει ένα Πορτογάλο Ιησουίτη ως Πατριάρχη Αιθιοπίας προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση του λαού. Ακόμα η προσχώρηση του «νεγκούς» (βασιλιά) Σουσένυος (1607 – 1632) στο Ρωμαιοκαθολικισμό και η προσπάθειά του να επιβάλει την επιλογή του στο λαό προκάλεσαν εμφύλιο πόλεμο με κατάληξη την παραίτησή του. Ωστόσο, σταδιακά διαμορφώθηκε από τους Ιησουίτες μια μικρή Ουνιτική Αιθιοπική Εκκλησία, η οποία ενισχύθηκε με την κατάκτηση της Αιθιοπίας από τους Ιταλούς και την παραχώρηση από τον Μουσολίνι στον Πάπα του δικαιώματος να εγκρίνει την εκλογή του αρχηγού της Αιθιοπικής Εκκλησίας (1935).

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αναθεωρήθηκαν οι σχέσεις της Αιθιοπικής με την Κοπτική Εκκλησία της Αιγύπτου (1948), ενώ από το 1951, η Αιθιοπική Εκκλησία ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη Εκκλησία. Από το 1958 ο αρχηγός της φέρει τον τίτλο του Πατριάρχη με ανάλογη αναδιοργάνωση των Αρχιεπισκοπών και των Επισκοπών της. Η αυτονόμηση της Αιθιοπικής από την Κοπτική Εκκλησία διευκόλυνε την ανάπτυξη των σχέσεών της με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες και ιδιαίτερα με την Εκκλησία της Ελλάδος με συνέπεια την αρτιότερη θεολογική κατάρτιση νέων θεολόγων και την ανανέωση των θεολογικών σπουδών στο θεολογικό κολλέγιο της Αντίς Αμπέμπα (1944). Ο Πατριάρχης της Εκκλησίας της Αιθιοπίας έχει έδρα την Αντίς Αμπέμπα και προΐσταται της Ιεραρχίας, αλλά ο Ηγούμενος της μονής Ντέμπρα Λίβανος διατήρησε τις αρμοδιότητές του για την εποπτεία των μονών, της εκκλησιαστικής περιουσίας και της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, ενώ σε περίπτωση χηρείας του θρόνου ανακηρύσσεται τοποτηρητής.

Οι εξελίξεις στην Εκκλησία της Αιθιοπίας είναι άσχετες με την ακμή των ελληνικών κοινοτήτων της περιοχής. Ο αυτοκράτορας της Αιθιοπίας Ιωάννης ο Δ’ (1872 – 1889) ανέπτυξε στενές σχέσεις με τον ελληνισμό της Αιγύπτου και το ορθόδοξο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, όπως και με τις ελληνικές κοινότητες της Αιθιοπίας και της Ερυθραίας. Το 1908 ιδρύθηκε από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Φώτιο (1900 – 1925) η ορθόδοξη Μητρόπολη Αξώμης, με αξιόλογη ποιμαντική και εκπαιδευτική δράση στις ελληνικές κοινότητες της Αιθιοπίας (Αντίς Αμπέμπα, Ντιρεντάουε κλπ.) και με σημαντική προσφορά στην προώθηση των σχέσεων της Εκκλησίας της Αιθιοπίας με το ορθόδοξο Πατριαρχείο της Αλεξανδρείας.

(Βλ. Ιω. ΦΕΙΔΑΣ στο: Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 21-Θρησκείες, έκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1992, σελ. 113-114)

Κόπτες της Αιθιοπίας: Σαν λευκοντυμένοι άγγελοι

Οι ιεραπόστολοι Φρουμέντιος και Αιδέσιος κήρυξαν το Ευαγγέλιο στην τότε Αβησσυνία τον 4ο αι. μ.Χ. Σήμερα, η κοινότητα των Αιθιόπων περιλαμβάνει ορθοδόξους, προτεστάντες, μουσουλμάνους και αριθμεί λίγες χιλιάδες. «Η χριστιανική αιθιοπική κοινότητα εμφανίζεται στην Ελλάδα μετά την πτώση του Χριστιανού αυτοκράτορα Χαϊλέ Σελασιέ», σημειώνει ο γραμματέας της Ορθόδοξης Αιθιοπικής Εκκλησίας στην Αθήνα κ. Μαράουϊ Μελέσε. «Τότε, όσοι σπουδάζαμε στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας διαπιστώσαμε ότι υπήρχε ανάγκη για εκκλησία και απευθυνθήκαμε στο υπ. Παιδείας και την Αρχιεπισκοπή». Επειτα από αρκετά χρόνια, το 1989, οι Αιθίοπες άρχισαν να λειτουργούν σε μια παλιά, μικρή εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Τουρκοβούνια. Σήμερα αναζητούν δωρεές για να κτίσουν τη δική τους εκκλησία.

Αυτό που κυρίως διακρίνει και εντυπωσιάζει στους Χριστιανούς Αιθίοπες είναι το βαθύ θρησκευτικό τους αίσθημα και η πνευματική τους παιδεία. Η απόλυτη ησυχία μέσα στον ασφυκτικά γεμάτο ναό, η επί ώρες βαθιά κατάνυξη, οι εσωτερικές προσευχές που προδίδονται από το άηχο κούνημα των χειλιών ηλεκτρίζουν την ατμόσφαιρα και εμπνέουν σεβασμό και στον πλέον δύσπιστο παρατηρητή. Στη λειτουργία όλοι προσέρχονται ανυπόδητοι, τυλιγμένοι σε λευκό λεπτό ύφασμα – οι γυναίκες το φοράνε από το κεφάλι, ως ένδειξη σεβασμού στην επικοινωνία με το Θείο και για να μην προκαλούν την προσοχή των ανδρών. Οι λευκοντυμένες φιγούρες μοιάζουν με αγγέλους επί γης.

Η κραυγή «λι, λι, λι» από τη λέξη «αλληλούια» είναι ο τρόπος για να εκφράσουν τη χαρά τους. Η αιθιοπική λίρα «κραρ» και τα τύμπανα «καμπερό» συνθέτουν το μουσικό μέρος της λειτουργίας. Οι ψαλμοί είναι στην αιθιοπική διάλεκτο «γκιζ» και ψάλλονται (τι ευχάριστη έκπληξη για τη θέση της γυναίκας στη συγκεκριμένη κοινωνία) από γυναίκες. «Οι ψάλτριες είναι 12», εξηγεί ο ευσεβής Αιθίοπας, «αλλά δεν μπόρεσαν να έρθουν όλες διότι δουλεύουν στα σπίτια. Το Πάσχα, όμως, θα καταφέρουν να έρθουν».

Οι χριστιανοί Αιθίοπες δεν βάφουν αυγά, δεν τρώνε μαγειρίτσα, ούτε έχουν εντυπωσιακές λαμπάδες. Απλά κεριά έχουν στην Ανάσταση και το αναστάσιμο φαγητό είναι ένα ιδιαίτερα μαγειρεμένο κοτόπουλο που χρειάζεται τουλάχιστον τρεις ώρες για να ετοιμασθεί.

Το μεσημέρι του Πάσχα τα παιδιά επισκέπτονται τους γονείς και για να τους τιμήσουν, τους προσφέρουν πολύτιμα αγαθά – αρνιά και άλλα ζωντανά στα χωριά. Εάν δεν υπάρχουν γονείς, ανταλλάσσονται επισκέψεις στα σπίτια. Σερβίρεται ειδικός καφές –εξάλλου στην επαρχία Καφάρ της Αιθιοπίας «γεννήθηκε»– και γίνονται σημαντικές, εκ καρδίας συζητήσεις.

Πηγή: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_22/04/2006_181758

Ethipia

Religion

Previous to the conversion of the country to Christianity, the worship of the serpent was perhaps the religion of a portion of Ethiopia, i. e., of the aboriginal Cushite tribes. From inscriptions at Axum and Adulis it would seem that the Semites, on the other hand, had a religion similar to that of Chaldea and Syria. Among the gods mentioned we find Astar, Beher, and Medr — perhaps representing the triad of sky, sea, and land. As to the Jewish religion, and its introduction in the time of Solomon, we have only the assertion found in some recent documents, which, as we have already said, cannot be received as history. The origin of the Judaistic tribe called the Falashas, who nowadays occupy the country, is quite hidden from us, and there is no reason to regard them as representatives of a national religion which has disappeared. After the evangelization by St. Frumentius, and in spite of the resulting general conversion of the people, Paganism always retained some adherents in Ethiopia, and has its representatives there even to this day. Moreover at the time of the Mussulman wars Islam succeeded in securing a foothold here and there. Nevertheless Christianity has always been the really national religion, always practiced and defended by the rulers of the nation.

Although converted to Christianity by missionaries of the Catholic Church, Ethiopia today professes Monophysitism. But subject to the influence of Egypt, it has adopted in the course of time the theory of the Egyptian Church regarding the human nature of Christ. Our lack of information about the country prior to the thirteenth century hinders us from following the history of its separation from Rome, or even fixing the date of that event. Like the Egyptians, the Ethiopian Church anathematizes Eutyches as a heretic, yet remains monophysite, and rejects the Catholic teaching as to the two natures. United in their statement of belief, the Ethiopian theologians have divided into two great schools in its explanation. On the one hand, the Walda-Qeb («Sons of Unction», as they are nowadays called), hold that the most radical unification (tawahedo) exists between the two natures, such being the absorption of the human by the Divine nature that the former may be said to be merely a fantasm. The unification is the work of the Unction of the Son Himself according to the general teaching of Walda-Qeb. Some among them, however, known as the Qeb’at (Unction), teach that it is the work of the Father. Others again, the Sega-ledj or Walda-sega (Sons of Grace), hold that the unification takes place in such a way that the nature of Christ becomes a special nature (bahrey), and this is attributed to the Father, as in the teachings of the Qe’bat. But, as the mere fact of the unction does not effect a radical unification (for this schools rejects absorption), the unification is made perfect, according to them, by what they call the adoptive birth of Christ — the ultimate result of the unction of the Father. In effect, they recognize in the incarnation three kinds of birth: the first, the Word begotten of the Father; the second, Christ, begotten of Mary; the third, the Son of Mary, begotten the Son of God the Father by adoption, or by his elevation to the Divine dignity — the work of the Father anointing his Son with the Holy Spirit, whence the name Sons of Grace. However, while rejecting absorption, this latter school refuses to admit the distinction of the two natures. Both schools, moreover, assert that the unification takes place without any blending, with change, without confusion. It is contradiction itself set up as a dogma.

The difficulties following from this teaching in regard to the reality of the Redemption, the Monophysite Church calls mysteries; her theologians confess themselves unable to explain them, and simply dismiss them with the word Ba faqadu; it is so, they say, «by the will of God». In sympathy with the Church of Constantinople, as soon as it was separated from Rome, the Ethiopian Church in the course of time adopted the Byzantine teaching as to the procession of the Holy Ghost; but this question never was as popular as the Incarnation, and in reference to it the contradictions to be found in the texts of native theologians are even more numerous than those touching on the question of the two natures. Adrift from the Catholic Church on the dogma of the humanity of Christ and the procession of the Holy Spirit, the Ethiopian Church professes all the other articles of faith professed by the Roman Church. We find there seven sacraments, the cultus of the Blessed Virgin and of the saints; prayers for the dead are held in high honour and fasts without number occur during the liturgical year.

The Bible, translated into Gheez, with a collection of decisions of the Councils, called the Synodos, make up the ground-work of all moral and dogmatic teaching. The work of translating the Bible began in Ethiopia about the end of the fifth century, according to some authorities (Guidi, G. Rossini), or, in the opinion of others, (Méchineau), in the fourth century at the very beginning of the evangelization. Notwithstanding the native claims, their Old Testament is not a translation from the Hebrew, neither is its Arabic origin any more capable of demonstration; Old and New Testaments alike are derived from the Greek. The work was done by many translators, no doubt, and the unity of the version seems to have been brought about only by deliberate effort. At the same time as the Solomonian restoration in the thirteenth century, the whole Bible was revised under the care of the Metropolitan Abba Salama (who is often confounded with St. Frumentius), and the text followed for the Old Testament was the Arabic of Rabbi Saadias Gaon of Fayûm. There was perhaps a second revision in the seventeenth century at the time of the Portuguese missions to the country; it has recently been noticed (Littman, Geschicte der ¨thiopischen Literatur). But, just as the great number of translators employed caused the Bible text to be unusual, so also the revision of it was not uniform and official, and consequently the number of variant readings became multiplied. Its canon, too, is practically unsettled and fluctuating. A host of apocryphal or falsely ascribed writings are placed on the same level as the inspired books, among the most esteemed of which we may mention the Book of Henoch, the Kufale, or Little Genesis, the Book of the Mysteries of Heaven and Earth, the Combat of Adam and Eve, the Ascension of Isaias. The Hâymanotâ Abaw (Faith of the Fathers), the «Mashafa Mestir» (Book of the Mystery), the «Mashafa Hawi» (Book of the Compilations), «Qérlos» (Cyrillius), «Zênâ hâymânot» (Tradition of the Faith) are among the principal works dealing with matters moral and dogmatic. But, besides the fact that many of the quotations from the Fathers in these works have been modified, many of the canons of the «Synodos» are, to say the least, not historical.

Liturgy

In the general effect of its liturgical rules the Ethiopian Church is allied to the Coptic Rite. Numerous modifications, and especially additions, have, in the course of time, been introduced into its ritual; but the basic text remains that of Egypt, from which, in many places, it differs only in the language. Its calendar and the distribution of festivals are regulated as in the Coptic Church, though the Ethiopians do not follow the era of the martyrs. The year has 365 days, with a leap year every four years, as in the Julian calendar. Its ordinary year begins on 29 August of the Julian calendar, which corresponds to 11 September of the Gregorian calendar. After a leap year the new year begins on the 30th of August (or 12 September). The year has twelve months of thirty days each, and an added month of six days or of five days — according as the year is a leap year or not. The era followed is seven years behind ours, during the last four months of our year, and eight years during the remaining months. The calendar for each year is arranged in an ecclesiastical synod held in the springtime. It is at this gathering that the dates of the principal movable feasts are settled, as well as the period for the fasts to be observed during the course of the year. The greater feasts of the Ethiopian church are Christmas, the Baptism of Christ, Palm Sunday, Holy Week, Ascension Day, Pentecost, the Transfiguration. A great number of feasts are scattered throughout the year, either on fixed or movable dates, and their number together with the two days every week (Saturday and Sunday) on which work is forbidden reduces by almost one-third the working days of the year. Fasts are observed every Wednesday and Friday, and five times annually during certain periods preceding the great festivals; the fast of Advent, is kept during forty days; of Ninevah, three days; of Lent, fifty-five days; of the Apostles, fifteen days; the fast of the Assumption, fifteen days. Most of the saints honoured in Ethiopia are to be found in the Roman Martyrology. Among the native saints (about forty in all) only a few are recognized by the Catholic Church — St. Frumentius, St. Elesban, the Nine Saints, and St. Taklu Hâymânot. But, deprived of religious instruction, the Ethiopian people mingle with their Christianity many practices which are often opposed to the teaching of the Gospel; some of these seem to have a Jewish origin, such, for instance, as the keeping of the Sabbath, the distinction of animals as clean and unclean, and the custom of marrying a widow to the nearest relative of her deceased husband.

Ecclesiastical Hierarchy

The Ethiopian Hierarchy is subject to the Coptic Patriarch of Alexandria. This dependence on the Coptic Church is regulated by one of the Arabic canons found in the Coptic edition of the Council of Nicea. A delegate from this patriarch, chosen from among the Egyptian bishops, and called the Abouna, governs the Church. All-powerful in matters spiritual, his influence is nevertheless very limited in other directions, owing to the fact that he is a stranger. The administrative authority is vested in the Etchagué, who also has jurisdiction over the regular clergy. This functionary is always chosen from among the monks and is a native. Legislation concerning the clergy is always regulated by a special code, of which the fundamental principles are contained in the Fetha nagasht. Only the regular clergy observe celibacy, and the facility with which orders are conferred makes the number of priests very large.

αθολική Εγκυκλοπαίδεια-Αιθιοπία στο: http://www.newadvent.org/cathen/05566a.htm)

Αφήστε μια απάντηση