Παραμύθι χωρίς όνομα

Είναι κάποιες φορές, που χαιρόμαστε τόσο πολύ που ζούμε και τότε, πράγμα παράξενο, δε μας φοβίζει ο θάνατος! Πριν από χρόνια, ήμουν στη μεγάλη αίθουσα της Μονής Λαζαριστών με τα δυο παιδιά μου. Ε, τότε, σαν έσβησαν τα φώτα κι άρχισε η μικρή ορχήστρα να παίζει το «χορό» από το «Παραμύθι χωρίς όνομα», και άνοιξε η σκηνή και όρμησαν μέσα οι χωρικοί, ε, τότε λοιπόν, ήτανε μοναδικά! Κάπου διάβασα ότι ο Χατζιδάκις έγραψε αυτή τη μουσική για να πάρει οχτώ χιλιάδες δραχμές. Τελικά πήρε μόνο την προκαταβολή, που ήταν τα μισά λεφτά. Τα υπόλοιπα δεν τα πληρώθηκε ποτέ. Σήμερα (χθες)  πέθανε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και θυμήθηκα.

Παραμύθι χωρίς όνομα-χορός

Το σκάκι

 Στην ύλη της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας για την εισαγωγή στα διδασκαλεία είναι και ο Μ. Αναγνωστάκης με δυο του ποιήματα: «το σκάκι» και «μιλώ»

Το σκάκι

Έλα να παίξουμε

Θα σου χαρίσω τη βασιλισσά  μου

Ήταν για μένα μια φορά η  αγαπημένη

Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου

Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου

Έχουν πεθάνει πια από καιρό

Πριν από μένα

Όλα, όλα και τ’ άλογά μου θα στα δώσω

Όλα, όλα και τ’ άλογά μου θα στα δώσω

Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω

που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας τη μιαν άκρη ως την άλλη

γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου

μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά

αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε..

Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου

Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω!

Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως καν όνειρα

Όλα, όλα και τ’ άλογά μου θα στα δώσω

Όλα, όλα και τ’ άλογά μου θα στα δώσω

Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω

που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη

γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου

μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά

αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε….

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα…

Μ. Αναγνωστάκης

«Ένας ευήθης μαλώνει τα δέντρα»

Ένας ευήθης μαλώνει τα δέντρα.

«Δε λέω, έχετε δίκιο. Όμως κι εσείς τι κάνατε ως τώρα για ν΄αποτρέψετε τις πυρκαγιές; Μήπως κινητοποιηθήκατε καθόλου; Μήπως δημιουργήσατε ομάδες πυρασφάλειας; Μήπως ελέγχετε τους υπόπτους που σας πλησιάζουν; Δεν καταλάβατε λοιπόν πως δε μπορείτε να αφήνεστε παθητικά στον οποιονδήποτε τυχόντα; Και πώς καταλογίζετε σε μας αδιαφορία, όταν εσείς όχι μόνο κοιμάστε όρθια αλλά μας λέτε κι από πάνω: «Μα τι θέλετε επιτέλους; Πώς κινητοποιείται ένα δέντρο; Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εκτός από λουλούδια και καρπούς;»

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Πέρσι τέτοιον καιρό…..

Η γερή κράση και ο Ιπποκράτης

 Όλοι μας χρησιμοποιούμε τη φράση » γερή κράση» για να χαρακτηρίσουμε έναν άνθρωπο με καλή υγεία, ένα γερό σκαρί. Η λέξη κράση προέρχεται από το αρχαίο ρήμα κεράνυμι που σημαίνει ανακατεύω, αναμειγνύω. Ως εδώ καλά. Τι  σχέση όμως έχει το ανακάτεμα με την καλή υγεία; 

   Όπως μας λέει ο Ιπποκράτης: » Το σώμα του ανθρώπου έχει μέσα του αίμα, φλέγμα, κίτρινη και μαύρη χολή. Αυτά συνιστούν τη φύση του ανθρώπινου σώματος και σ’ αυτά έχουν την αρχή τους ο πόνος και η υγεία. Ο άνθρωπος λοιπόν έχει την υγεία του, κατά κύριο λόγο όταν αυτά τα συστατικά του στοιχεία είναι αναμεμειγμένα σε σωστή αναλογία ιδιοτήτων και ποσότητας και όταν η ανάμειξη είναι τέλεια. Αντίθετα ο άνθρωπος αισθάνεται πόνους, όταν κάποιο απ’ αυτά τα συστατικά του στοιχεία είναι λιγότερο ή περισσότερο από το κανονικό ή όταν ξεχωρίσει μέσα στο σώμα του και δεν είναι πια αναμεμειγμένο με όλα τα υπόλοιπα. (μετάφραση Δ. Λυπουρλής, Ιπποκράτης 2.299 ) Ιπποκράτους, Περί φυσίος ανθρώπου VI 38.19-40.4

   Μια από τις θεμελιώδεις διδασκαλίες του Ιπποκράτη ήταν ότι οι τέσσερις χυμοί ( αίμα, φλέγμα, κίτρινη και μαύρη χολή) αποτελούσαν τα κύρια συστατικά στοιχεία του ανθρώπινου σώματος. Η σωστή  ανάμειξη των χυμών( κράσις) είναι η βασικότερη προϋπόθεση για την υγεία (ευκρασία) ενώ η διαταραχή της ισορροπίας τους προκαλεί την εμφάνιση ασθενειών (δυσκρασία) ?

  Όλα αυτά  τα διάβασα στο βιβλίο «Τιμαρίων ή περί των κατ’ αυτόν παθημάτων.», στο  σχόλιο αρ. 90.

 Ο Τιμαρίων κάνει ένα ταξίδι από τη Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη για να παρευρεθεί στο πανηγύρι που γινόταν τον Οκτώβριο εκεί , τα Δημήτρια. Στο γυρισμό για Κωνσταντινούπολη αρρωσταίνει βαριά του θανατά, πάει μια βόλτα στον κάτω κόσμο, αλλά χάρη στη γερή του κράση γίνεται καλά .Αυτή , απ’ ότι θυμάμαι είναι η υπόθεση του βιβλίου. Ο συγγραφέας φαίνεται είχε και γνώσεις ιατρικής γιατί κάνει αναφορά σε πολλά ζητήματα που προϋποθέτουν αυτές τις γνώσεις.

Άλλες εποχές ? άλλοι τρόποι??

… Τότε η προς το κυνήγι αγάπη μου έφθασεν εις αληθή μανίαν. Ενώ εδίδασκα, οι δύο μου σκύλοι εκάθηντο εκατέρωθεν της έδρας, ως σφίγγες, και το δίκανον ήτο αναρτημένον εις τον τοίχον δίπλα μου, δια να το έχω πρόχειρον. Διότι με κατελάμβαναν αιφνίδιοι κυνηγετικοί παροξυσμοί, όταν ήκουα ψιθύρισμα τσίχλας λ.χ. ή λάλημα μελισσουργών΄ και αρπάζων το δίκανον έτρεχα έξω, αφήνων τους μαθητάς ν? αλληλοδιδάσκονται ή ν? αλληλοδέρνονται, κατά την νέαν μέθοδον πάντοτε. Το μάθημα διήρκη όσον το δυνατόν ολιγότερον. Ούτε βροχή, ούτε καύσων με ημπόδιζεν. Έτρεχα ως μαινόμενος εις τους κάμπους και τα βουνά, πυροβολών κατά παντός πτερωτού , μεγάλου ή μικρού, φαγωσίμου ή μη, κατά των κοράκων, όπως και κατά των μπεκατσών, κατά των γυπών, όπως και κατά των σπουργιτών. Και τόση ήτο η μανία μου, ώστε, επιστρέφων μετά την δύσιν του ηλίου, επυροβόλουν κατά των νυκτερίδων και των γλαυκών. Με κατέλαβε δε και μία περιέργεια να φάγω εξ όλων των θεωρούμενων μη φαγωσίμων πτηνών. Αλλά και οι χωρικοί των μερών εκείνων είχαν γίνει κατά τας επαναστάσεις παμφάγοι και ουδόλως τους εξέπληττεν η περιέργειά μου. Εσπέραν τινά καθ? ην έτρωγα εις το καφενείον γλαύκα ψητήν με κάποιαν πρόθεσιν επιδείξεως, οι παρακαθήμενοι χωρικοί μου είπαν:
-Εμείς τρώμε και νυκτοκοράκους και γιούπιδες, δάσκαλε.
– Νυχτερίδες τρώτε;
– Σαν τύχουνε, απήντησε μειδιών ο καφεπώλης.
– Τότε τι δεν τρώτε, μωρέ; Ηρώτησα με πείσμα.
– Ό,τι δεν έχομε.

Απέναντι του παραθύρου μου υψούντο από τον κήπο της Φωτεινής μία μεγάλη συκαμινέα και διάφορα άλλα δέντρα. Ενίοτε δε όταν ενεφανίζετο επ? αυτών τσίχλα ή άλλο πτηνόν, δεν ελάμβανα τον κόπον να εξέλθω΄ αλλά διακόπτων το μάθημα, έλεγα «μια στιγμή!» προς τους μαθητάς, ήρπαζα το δίκανον κι επυροβόλουν απ? αυτής της έδρας ή από το παράθυρον. Αι παρενθέσεις αυταί ήσαν πολύ διασκεδαστικαί δια τους μαθητάς, οίτινες ημίλλωντο ποίος να πρωτοτρέξη να φέρη το θήραμα, ούτως ώστε πολλάκις εξήρχοντο όλοι με αλαλαγμόν, παρακολουθούντων των σκύλων. Τούτο όμως βαθμηδόν τους απεθράσυνεν, ώστε ήρχισαν περί τα τέλη του σχολικού έτους να καταχρώνται ολίγον την αδυναμίαν μου. Δια να μείνουν μόνοι, ανεφώνουν αίφνης:
-Δάσκαλε, δάσκαλε, ένα πουλί, ένα μεγάλο πουλί!
-Πού;
-Επέρασε, πάει προς τα κάτω!
Ο διδάσκαλος δεν ήθελε περισσότερον δια να ορμήση έξω. Και έστιν ότε, αντί να λείψει επί μίαν στιγμήν, ως έλεγεν, απουσίαζεν επί ώραν όλην ή και ώρας. Την δε φροντίδα των μαθημάτων άφηνα εις την «νέαν μέθοδον» , ήτις ηδύνατο να ονομασθή και ελευθέρα αλληλοδιδακτική ή αυτοδιδακτική μέθοδος.
Με τον βίον τούτον είχα καταντήσει ως αγριάνθρωπος, ζων εκ της θήρας. Το πρόσωπόν μου είχε μαυρίσει και η κόμη μου έφθανε σχεδόν μέχρι των ώμων μου. Κουρεύς άλλως δεν υπήρχεν εις το χωρίον, πλην εκείνων οίτινες εκούρευαν τα πρόβατα.
????

Από το διήγημα του Ιωάννη Κονδυλάκη, «Όταν ήμουν δάσκαλος»

Να ‘ μουν σε μια μεριά να τα ‘βλεπα!

Η αηδονόπιτα

Κυκλοφόρησε την προηγούμενη εβδομάδα το νέο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού με τον τίτλο Η αηδονόπιτα
Ο Ισίδωρος Ζουργός είναι δάσκαλος που γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Τα προηγούμενά του μυθιστορήματα: Φράουστ, Αποσπάσματα από το βιβλίο του ωκεανού, Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού, Στη σκιά της πεταλούδας.
Όπως αναφέρεται στην παρουσίαση του βιβλίου στις εκδόσεις Πατάκη:

Η αηδονόπιτα είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα περιπέτειας, πρωταρχικά όμως είναι ένα βιβλίο για τον έρωτα και την ελευθερία.
Η περιήγηση ενός Αμερικανού φιλέλληνα στον κόσμο της ελληνικής επανάστασης του 1821 είναι η αφορμή για να ανασυσταθεί στα μάτια του αναγνώστη ο ελληνικός κόσμος του πρώιμου 19ου αιώνα, ο κόσμος του εμπορίου στα λιμάνια και στις ευρωπαϊκές παροικίες, ο κόσμος των γραμμάτων της Εσπερίας, η ελληνική φιλοκαλία και παράδοση, αλλά και ο βρόντος των όπλων του ξεσηκωμού.
Ο Γκάμπριελ Θάκερεϊ Λίντον, σπουδαστής της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας, ύστερα από έναν πικρό και ατελέσφορο έρωτα αποφασίζει να περάσει τον ωκεανό συνεπαρμένος από το πνεύμα των ταξιδιών του Μπάιρον. Περνώντας από τα πιο βασικά μεσογειακά λιμάνια και καθώς αναζητά τους χάρτινους Έλληνες των βιβλίων του, η ρότα του ταξιδιού φέρνει το νεαρό Αμερικανό στη Νάξο και από εκεί στη Θεσσαλονίκη την εποχή που η πόλη δοκιμάζεται σκληρά από έναν πολύμηνο κύκλο αίματος και τρομοκρατίας.
Από εκεί μια καινούρια περιπλάνηση ξεκινά, στεριανή αυτήν τη φορά, στα λημέρια του Ολύμπου, στο θεσσαλικό κάμπο, στον Ασπροπόταμο, στα αρματολίκια της Ρούμελης ως και στο έγκλειστο Μεσολόγγι. Περνούν έτσι πέντε χρόνια δράσης, στοχασμού αλλά και ενός τυραννικού έρωτα, που, εκτός από την κύρια αφήγηση, περιγράφονται και μέσα από τις σελίδες ενός ημερολογίου, το οποίο και καταλήγει σημαντικό στα επόμενα χρόνια.
Στις σελίδες του περνούν και καταγράφονται με το άρωμα του ρομαντισμού ο Μπάιρον, ο Ανώνυμος ο Έλληνας, συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας, γνωστοί αρματολοί, οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου, πιο πολύ όμως καταγράφεται μια εσωτερική ζωή, ένας φιλοσοφικός σπαραγμός για την ανθρώπινη μοίρα και την αναζήτηση του Θεού.
Η «αηδονόπιτα» ήταν μια φράση των Ελλήνων εκείνης της εποχής που δήλωνε το ανέφικτο, το άπιαστο ιδανικό της ομορφιάς, τη ραχοκοκαλιά των ονείρων και τη σχέση τους με το αδύναμο του ανθρώπου. Το μυθιστόρημα χρησιμοποιεί αυτήν τη λέξη όχι ως χλεύη κατά του οράματος αλλά πιο πολύ ως υπόσχεση στην ανθρώπινη μοίρα πως δικαιούται ένα κομμάτι ελπίδα.
….

Χρόνια πολλά

Τη στιγμή εκείνη πρόβαινε από το φρύδι του βουνού ο ήλιος’ έδωκε ένα σάλτο ο παπάς, βρέθηκε ομπρός στους χωριανούς, άνοιξε τις αγκάλες:
Χριστός ανέστακας, μωρέ παιδιά! φώναξε.
Η γνώριμη πολυτριμμένη λέξη: ανέστη του φάνηκε ξαφνικά μικρή, φτενή, μίζερη’ δεν μπορούσε να χωρέσει τη Μεγάλη Αγγελία’ πλάτυνε η λέξη, θέριεψε στα χείλια του παπά. Λύγισαν οι γλωσσικοί νόμοι, έσπασαν ακολουθώντας τη φόρα της ψυχής, δημιουργήθηκαν νόμοι καινούριοι’ και να, πρώτη φορά το πρωί εκείνο, ο γερο-Κρητικός, δημιουργώντας την καινούρια λέξη, ένιωθε πως αληθινά ανάσταινε, σε όλο του το μέγα μπόι το Χριστό.

(Αναφορά στον Γκρέκο)

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων