Ημέρα ενάντια στην παιδική κακοποίηση

Εισαγωγή

(Τα αποσπάσματα που ακολουθούν προέρχονται από το: Μάνεσης, Ν. & Πανουργιά, Κ. (2012). Παιδική Κακοποίηση: Απόψεις Ελλήνων και Κυπρίων Εκπαιδευτικών. Παιδαγωγική Επιθεώρηση, 52: 99-117

Η παιδική κακοποίηση αποτελεί συχνό και σοβαρό κοινωνικό φαινόμενο του αιώνα μας και έναν από τους βασικότερους παράγοντες παιδικής θνησιμότητας. Τα παιδιά συνήθως κακοποιούνται μέσα στην ίδια τους την οικογένεια ή την ευρύτερη κοινότητα όπου ζουν, από άτομα που γνωρίζουν και σπανιότερα από αγνώστους.

Πολλοί επαγγελματίες οι οποίοι δουλεύουν με παιδιά έρχονται σε επαφή με σημάδια κακοποίησης, αλλά συχνά αδυνατούν να τα αναγνωρίσουν και να τα αναφέρουν  (Kalichman, 1999; Kenny & McEachern, 2002; Zellman, 1990b, 1990c). Διάφοροι παράγοντες έχουν αποδειχθεί ότι επηρεάζουν και μπορούν να παρεμποδίσουν την συμβολή των εκπαιδευτικών στην ανίχνευση των συμπτωμάτων κακοποίησης. Το πιο προφανές εμπόδιο είναι η ελλιπής ή ανεπαρκής γνώση, εκπαίδευση και προετοιμασία των εκπαιδευτικών (Abrahams et al., 1992; Alvarez et al., 2004; Goldman & Grimbeek, 2008; Kallichman, 1999; Kenny, 2001a, 2001b, Kenny, 2004; Kenny & McEachern, 2002; Payne, 1991; Plante, 1995; Rodriguez, 2002).

Οι λανθασμένες αντιλήψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την ευθύνη τους απέναντι σε περιστατικά κακοποίησης συχνά αποτελούν τροχοπέδη, η οποία επιτείνεται με την έλλειψη γνώσης των σχετικών νόμων και των διαδικασιών που πρέπει να ακολουθήσουν προκειμένου να παραπεμφθεί ένα περιστατικό παιδικής κακοποίησης (Alvarez et al., 2004; Kenny, 2001a, 2001b, 2004;Kenny & McEachern, 2002; Wurtele & Schmitt, 1992).

Οι εκπαιδευτικοί συχνά δυσκολεύονται να αναλάβουν την ευθύνη να αναφέρουν το περιστατικό. Ανασταλτικοί παράγοντες είναι οι φόβοι τους για τις επιπτώσεις και την πιθανή πρόκληση βλάβης που μπορεί να έχει μια αναφορά τους για το παιδί και την οικογένειά του, η επιθυμία τους να μην έχουν νομική εμπλοκή, καθώς και οι προσωπικές πεποιθήσεις και προκαταλήψεις τους (Alpert & Green, 1992; Alvarez et al., 2004; Kenny, 2001a; Turton, 2008; Zellman, 1990b, 1990c).  Άλλοι παράγοντες είναι η συμπεριφορά και η ηλικία του παιδιού-θύματος, τα στερεότυπα του εκπαιδευτικού σχετικά με το φύλο (Hicks & Tite, 1998), η πιθανή έλλειψη εχεμύθειας (Alvarez et al., 2004; Kalichman, 1999)., ο φόβος πιθανής αλλαγής στην επαγγελματική τους σχέση με τα παιδιά, τις οικογένειές τους αλλά κι άλλους επαγγελματίες (Abrahams, et al., 1992; Kalichman & Craig, 1991). Επιπλέον, οι προκαταλήψεις και αρνητικές πεποιθήσεις σχετικά με τις κοινωνικές υπηρεσίες (Alvarez et al., 2004), τα προσωπικά κίνητρα των εκπαιδευτικών και ο φόβος ότι ο θύτης μπορεί να θελήσει εκδίκηση (Alvarez et al., 2004; Baxter & Beer, 1990; Rodriguez, 2002) συνιστούν εμπόδια για την ανάληψη δράσης.

Εκτός από τις γνώσεις και τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών, το φύλο, το επάγγελμα, οι τυχόν προσωπικές εμπειρίες (Hicks & Tite, 1998), η ηλικία, τα χρόνια υπηρεσίας (Brosig & Kalichman, 1992; Haj-Yahia & Attar-Schwartz, 2008; Warner & Hansen, 1994) οι πολιτισμικές, οι πολιτικές, οι θρησκευτικές αξίες, και η γενικότερη κοινωνικοπολιτική κατάσταση Chan et al., 2002; Haj-Yahia & Attar-Schwartz, 2008) επηρεάζουν τον τρόπο που διαχειρίζεται ένας εκπαιδευτικός τα περιστατικά παιδικής κακοποίησης.

Πρόσφατα στην Ελλάδα ψηφίστηκε ο Νόμος 3500/2006 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας», στον οποίο υπάρχει ειδική αναφορά στον ρόλο που διαδραματίζει ο εκπαιδευτικός στην προστασία κακοποιημένων παιδιών. Στο άρθρο 23 του Νόμου προβλέπεται ότι οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι πληροφορούνται ή διαπιστώνουν ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος μαθητή έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας, ενημερώνουν, χωρίς καθυστέρηση, τον διευθυντή της σχολικής μονάδας, κι αυτός με τη σειρά του τον αρμόδιο εισαγγελέα, ή την πλησιέστερη αστυνομική αρχή.

Σχολιάστε