Εναλλακτικές της τιμωρίας λύσεις

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Ένα κρίσιμο ερώτημα που απασχολεί γονείς, εκπαιδευτικούς και ειδικούς είναι το εξής: Να τιμωρεί κανείς ή να μην τιμωρεί;

Αναμφίβολα, η τιμωρία ανέκαθεν πυροδοτούσε και εξακολουθεί να πυροδοτεί αισθήματα μίσους, αντεκδίκησης, περιφρόνησης, ενοχής, αναξιότητας και αυτολύπησης.

Οι ειδικοί αντιτείνουν πως το παιδί πρέπει μεν να βιώνει τις συνέπειες της ανάρμοστης ή ακατάλληλης για το εκάστοτε πλαίσιο συμπεριφοράς του, αλλά όχι μέσω της τιμωρίας. Η τιμωρία δεν φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα γιατί συνιστά αντιπερισπασμό: αντί το παιδί να νιώσει μεταμέλεια για την πράξη και να επεξεργαστεί τρόπους επανόρθωσης, φαντασιώνεται τρόπους αντεκδίκησης. Με την επιβολή της τιμωρίας, δηλαδή, στερούμε από το παιδί τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει και να διορθώσει το «σφάλμα» που διέπραξε.

Εναλλακτικές της τιμωρίας λύσεις:

  1. Επισήμανση επωφελών ενεργειών, δείξτε δηλαδή στο παιδί πώς να φανεί χρήσιμο:  «Ξέρεις πώς μπορείς να βοηθήσεις; Πιάσε 3 λεμόνια από το ψυγείο!»
  1. Εκδήλωση έντονης αποδοκιμασίας (χωρίς τη χρήση μειωτικών σχολίων): «Είμαι έξαλλος! Βρήκα το καινούριο πριόνι παρατημένο έξω και σκουριασμένο από τη βροχή!»
  1. Εξωτερίκευση των προσδοκιών:«Έχω την απαίτηση τα εργαλεία που δανείζω να μου επιστρέφονται.»
  1. Υπόδειξη τρόπων επανόρθωσης: «Για να διορθωθεί η ζημιά, χρειαζόμαστε σύρμα, μπόλικο γράσο και γερά μπράτσα.»
  1. Παροχή ευχέρειας εκλογής: «Διάλεξε: ή θα δανείζεσαι τα εργαλεία μου και θα τα επιστρέφεις ή θα χάσεις το προνόμιο χρήσης τους. Εσύ αποφασίζεις.»
  1. Ανάληψη δράσης: «Παιδί: Μπαμπά η εργαλειοθήκη είναι κλειδωμένη. Γιατί; Πατέρας: Πες μου εσύ το λόγο.»
  1. Παροχή χρόνου στο παιδί, ώστε να βιώσει τις συνέπειες της ανάρμοστης πράξης:«Τι μπορεί να γίνει ώστε και εσύ να χρησιμοποιείς τα εργαλεία μου, όταν τα χρειάζεσαι, και εγώ να είμαι ήσυχος ότι θα τα έχω στη διάθεσή μου όταν θέλω να μαστορέψω;»

Όταν το πρόβλημα επιμένει, σημαίνει πως είναι πιο σύνθετο απ’ όσο είχαμε φανταστεί αρχικά. Τα περίπλοκα προβλήματα απαιτούν την εφαρμογή πολύπλοκων τεχνικών.

Επίλυση προβλημάτων

Αρχικά ρωτήστε: «Είναι κατάλληλη η στιγμή για να μιλήσουμε;» Αν λάβετε θετική απάντηση, εφαρμόστε τα ακόλουθα βήματα:

1ο βήμα: Διερευνήστε τα συναισθήματα και τις ανάγκες του παιδιού. Η στάση σας πρέπει να δείχνει ότι προέχει να μάθετε πώς αισθάνεται το παιδί («Φαντάζομαι πώς νιώθεις…»)

2ο βήμα: Εξωτερικεύστε τις ανάγκες και τα συναισθήματά σας. Εδώ χρειάζεται συντομία και σαφήνεια. Το παιδί δυσφορεί όταν ακούει το γονέα να φλυαρεί αναφερόμενος στις έγνοιες, το θυμό ή την πικρία του. («Άκου τώρα πώς νιώθω εγώ.»)

3ο βήμα: Επεξεργαστείτε από κοινού  ιδέες για μια αμοιβαία αποδεκτή λύση. Αν είναι δυνατόν, παροτρύνετε το παιδί να διατυπώσει πρώτο τις ιδέες του. Στη συνέχεια, εκφράστε και τις δικές σας ιδέες – λύσεις.

4ο βήμα: Καταγράψτε όλες αδιακρίτως τις ιδέες – χωρίς να τις αξιολογείτε. Δεν είναι απαραίτητο να τις καταγράψετε, ωστόσο η αποτύπωση στο χαρτί προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην όλη διαδικασία.

5ο βήμα: Αποφασίστε ποιες προτάσεις είναι αρεστές και ποιες όχι. Αποφύγετε τη χρήση απαξιωτικών σχολίων («πολύ χαζή σκέψη»). Αντί γι’ αυτό καταφύγετε στην περιγραφή των συναισθημάτων που σας δημιουργούν: «Θα με προβλημάτιζε αυτό, επειδή…», «Αυτό νομίζω πως θα μπορούσα να το κάνω.»

6ο βήμα: Προχωρήστε στο σχεδιασμό υλοποίησης των όσων προκρίνατε: «Τι πρέπει να κάνουμε για να βάλουμε σε εφαρμογή το σχέδιο;», «Τι ευθύνες θα αναλάβει ο καθένας μας;», «Δεν πρέπει να βάλουμε ένα χρονικό όριο γι’ αυτά που συμφωνήσαμε;» 

Το πιο δύσκολο κομμάτι όσον αφορά την εφαρμογή των τεχνικών για την επίλυση των προβλημάτων έγκειται στην υλοποίηση της απαιτούμενης μεταβολής της στάσης μας. Είναι σημαντικό να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε το παιδί ως «πρόβλημα» που χρειάζεται «διόρθωση» αλλά και να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι ως ενήλικοι γνωρίζουμε πάντα τη λύση στο πρόβλημα και έχουμε το δίκιο με το μέρος μας ∙ να απαλλαγούμε από το φόβο ότι αν δεν επιδείξουμε την απαραίτητη αυστηρότητα και σκληρότητα το παιδί θα κάνει ό,τι θέλει. Με τον τρόπο αυτό, απαλλάσσουμε τα παιδιά από το ρόλο των θυμάτων ή των εχθρών μας, ενώ ταυτόχρονα τους προσφέρουμε τα αναγκαία εφόδια για ενεργό συμμετοχή στην επίλυση των προβλημάτων που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν.

… και ορισμένες συστάσεις:

  • Οι συνέπειες είναι το φυσικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του παιδιού. Είναι πολύ πιο εύκολο τα παιδιά να αντλήσουν διδάγματα από τη σκληρή πραγματικότητα υπαρκτών αντιδράσεων, παρά από ένα άτομο που αποφασίζει να τα τιμωρήσει «για το καλό τους».
  • Μην ασχολείστε με την αναζήτηση και την τιμωρία του «ενόχου». Αποφεύγοντας την επίρριψη ευθυνών και την τιμωρία, δίνουμε στα παιδιά την ευκαιρία να εστιάσουν την προσοχή τους στην υιοθέτηση υπεύθυνης στάσης, αντί στην πρόθεση αντεκδίκησης.
  • Η έκφραση της αποδοκιμασίας από μέρους του γονέα χρειάζεται να ακούγεται σποραδικά, αρκεί να μην είναι ιδιαίτερα έντονη. Διότι, στην περίπτωση αυτή, το παιδί θα νιώσει ανάξιο και καταφρονεμένο εξαιτίας του «παραπτώματος», ενώ ο γονέας θα έχει κάνει κατάχρηση της γονικής ισχύος, προκαλώντας αισθήματα ενοχής και προσωπικής απαξίωσης στο παιδί, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν καταλυτικά τη διάπλαση της προσωπικότητάς του.
  • Αν είναι δυνατόν, σε συνδυασμό με την αποδοκιμασία, πρέπει ο γονέας να υποδεικνύει στο παιδί τρόπους επανόρθωσης. Μετά την αρχική μεταμέλεια από μέρους του παιδιού, πρέπει να του δοθεί η δυνατότητα να αποκαταστήσει τα θετικά συναισθήματα προς τον εαυτό του, προκειμένου να ανακτήσει τον αυτοσεβασμό και την αίσθηση ότι παραμένει αξιοσέβαστο μέλος της οικογένειας. Παράδειγμα: «Είμαι έξαλλη! Η μικρή έπαιζε χαρούμενη, ώσπου ήρθες και της πήρες την κουδουνίστρα. Τώρα βρες εσύ τον τρόπο να την ησυχάσεις, που έχει πλαντάξει στο κλάμα!» Αντί γι’ αυτό: «Πάλι το έκανες να κλαίει το μωρό. Ετοιμάσου να τις αρπάξεις!». Τέτοιου είδους σχόλια μεταφέρουν στο παιδί το ακόλουθο μήνυμα: «Δε μου άρεσε αυτό που έκανες κι έχω την απαίτηση να επανορθώσεις
  • Μερικά παιδιά χρησιμοποιούν τη «συγγνώμη» σαν μέσο εξευμενισμού του οργισμένου γονέα, αλλά επαναλαμβάνουν το ίδιο «παράπτωμα» με την πρώτη ευκαιρία. Είναι ουσιώδες τα παιδιά αυτά να αντιληφθούν ότι η πραγματική μεταμέλεια πρέπει να συνοδεύεται από ανάλογες πράξεις: «Χαίρομαι που αναγνωρίζεις το σφάλμα σου. Είναι το πρώτο βήμα. Το δεύτερο είναι να αναρωτηθείς τι μπορείς να κάνεις για να διορθώσεις την κατάσταση.»
  • Δεν είναι ανάγκη να διερχόμαστε πάντοτε από όλα τα στάδια προκειμένου να οδηγηθούμε στη λύση. Το πρόβλημα μπορεί να λυθεί σε οποιαδήποτε φάση της διεργασίας. Μερικές φορές, η απλή περιγραφή των αντικρουόμενων συναισθημάτων γονέα και παιδιού αρκεί για να δώσει τη λύση.
  • Κάποια παιδιά αρνούνται να εμπλακούν στη διαδικασία επίλυσης προβλημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ένα σημείωμα, γραμμένο στο ίδιο πνεύμα, μπορεί να αποτελέσει το κατάλληλο υποκατάστατο.

Βιβλιογραφία:

Faber, A., Mazlish, E., (1999). How to talk so kids will listen and listen so kids will talk, Collins

ΠΗΓΗ: thepsychologysecrets.blogspot.gr

Κατηγορίες: Γενικά, Επιστημονικά | Ετικέτες: , | Γράψτε σχόλιο

Μαθησιακές δυσκολίες, πρώτο βήμα η αποδοχή

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Οι Μαθησιακές Δυσκολίες είναι ένας όρος που τα τελευταία χρόνια ακούγεται όλο και πιο πολύ στις σχολικές αίθουσες και προβληματίζει γονείς και μαθητές. Δεν είναι όμως εύκολα αποδεκτός ακόμη κι αν πρόκειται για κάποια ελαφριά μορφή του.
Πάντα συναντούσαμε μαθητές που αντιμετώπιζαν δυσκολίες στη διαδικασία της μάθησης. 

Η διαφορά είναι πως σήμερα αυτές οι δυσκολίες φέρουν πια έναν τίτλο, μπορούν να διαγνωστούν και συνεπώς να αντιμετωπιστούν από τους ίδιους τους μαθητές με τη

βοήθεια ειδικών, εκπαιδευτικών και γονέων. Η οργάνωση της Ειδικής Αγωγής στην εκπαίδευση κατέστησε τα ΚΕΔΔΥ, τα Τμήματα Ένταξης και τα Ιατροπαιδαγωγικά Τμήματα συμμάχους των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες.

Οι αντιδράσεις ωστόσο των γονέων στο άκουσμα ότι τα παιδιά τους παρουσιάζουν δυσκολίες στη μάθηση ποικίλουν. Μια συχνή αντίδραση είναι η άρνηση της κατάστασης και η επίθεση στον εκπαιδευτικό που τόλμησε να ξεστομίσει κάτι τόσο προσβλητικό για το παιδί τους. «Μα δεν ακούς τι μας λέει;Πώς το παιδί μας έχει πρόβλημα…» είναι τα λόγια μητέρας προς το σύζυγο όταν η δασκάλα προσπαθεί να τους ενημερώσει για τις δυσκολίες του παιδιού τους. Ουσιαστικά το πρόβλημα αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά ακριβώς από εκείνη τη στιγμή που οι γονείς αρνούνται να έρθουν αντιμέτωποι με την κατάσταση… η οποία δεν είναι τόσο άσχημη όσο νομίζουν ή ακόμη καλύτερα μπορεί να βελτιωθεί σε μεγάλο βαθμό αν η παρέμβαση γίνει την κατάλληλη στιγμή.

Πολλοί είναι και οι γονείς που αναρωτιούνται αν φέρουν και οι ίδιοι ευθύνη για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί τους, είτε επειδή έκαναν κάτι που μπορεί να τις προκάλεσε είτε επειδή παρέλειψαν να κάνουν το οτιδήποτε που θα μπορούσε να τις προλάβει. Τέλος, υπάρχουν και οι γονείς εκείνοι που είναι δίπλα στα παιδιά τους προσπαθώντας απλά να τους εξασφαλίσουν το κατάλληλο περιβάλλον που θα τα βοηθήσει να βελτιωθούν και να εξελιχθούν.

Όμως τι γίνεται με το ίδιο το παιδί; Πώς αισθάνεται; Ποιες είναι οι συνηθέστερες σκέψεις που κάνει; Οι χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο και το γεγονός ότι η προσπάθειά του τις περισσότερες φορές δεν είναι αρκετή να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα κάνουν το
μαθητή να αισθάνεται κατώτερος σε σχέση με τους συμμαθητές του, να μην έχει αυτοπεποίθηση και να απογοητεύεται. Σε μια ηλικία όμως όπου η σύγκριση μεταξύ των παιδιών είναι συνήθης, το άτομο με τις μαθησιακές δυσκολίες πρέπει να αναπτύξει τη δική
του άμυνα. Επιλέγει λοιπόν να παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια μιας και είναι προτιμότερο να αποτυγχάνεις σε κάτι για το οποίο δεν έχεις προσπαθήσει παρά να αποτυγχάνεις επανειλημμένως ενώ προσπαθείς!

Γι αυτόν ακριβώς το λόγο το άτομο με μαθησιακές δυσκολίες χρειάζεται συνεχή ενθάρρυνση και επιβράβευσητόσο από τους γονείς
του όσο και από τους διδάσκοντες που εμπλέκονται μαζί του! Όσο για τους τελευταίους, δεν πρέπει να ξεχνούν ότι κάθε άτομο με μαθησιακές δυσκολίες είναι μοναδικό εφόσον παρουσιάζει διαφορετικό συνδυασμό προβλημάτων μεγαλύτερης ή μικρότερης
σοβαρότητας και ως μοναδικό οφείλουν να το προσεγγίζουν και οι ίδιοι. 

Αυτό όμως που πρέπει να βάλουμε όλοι καλά στο μυαλό μας είναι πως η μαθησιακή δυσκολία δεν είναι «πρόβλημα» ή «ασθένεια» αλλά μια δυσκολία που το παιδί μπορεί να μάθει να χειρίζεται. Και σε καμία περίπτωση δε συνδέεται με χαμηλό νοητικό
επίπεδο. Άλλωστε υπάρχουν άπειρα παραδείγματα ατόμων με μαθησιακές δυσκολίες που στο σχολείο είχαν χαμηλές επιδόσεις αλλά κατάφεραν να γίνουν εξαιρετικοί επιστήμονες, επιχειρηματίες , αθλητές κ.α.

ΠΗΓΗ: e-psychology.gr

Κατηγορίες: Γενικά, Επιστημονικά | Ετικέτες: , | Γράψτε σχόλιο

Νευροδιδακτική: ο απαγορευμένος καρπός της «σύγχρονης» παιδείας

neyrodidaktikiΓια άλλη μια χρονιά, τη Δευτέρα 12.9, θα σημάνει το πρώτο κουδούνι για την έναρξη του νέου σχολικού έτους. Χιλιάδες Ελληνόπουλα θα γεμίσουν ξανά τις σχολικές αυλές με τις χαρούμενες φωνές και τα παιχνίδια τους.

Δυστυχώς όμως, αυτή η ειδυλλιακή εικόνα παιδαγωγικής ευφορίας δεν ισχύει για όλους. Ενας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός παιδιών και εφήβων (από 5 έως 14 ετών) βιώνει με κυμαινόμενα αισθήματα έντονου φόβου, άγχους ή και απροκάλυπτου πανικού το ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς.

Αναζητώντας κανείς τα βαθύτερα αίτια τέτοιων φοβικών αντιδράσεων, θα μπορούσε να μιλήσει για «σχολειοφοβία», μια ψυχολογική διαταραχή που εκδηλώνεται με μια σειρά από φοβικές αντιδράσεις των μαθητών.

Ομως, εκτός από τις προσωπικές «αδυναμίες» ή τις υποκειμενικές «διαταραχές», υπάρχουν και αντικειμενικά ιστορικά-παιδαγωγικά αίτια.

Αυτά σχετίζονται με τις εγγενείς αδυναμίες -κάποιοι θα έλεγαν παιδαγωγικές «αμαρτίες»- του μαζικού εκπαιδευτικού μας συστήματος. Εντούτοις, τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι ειδικοί προτείνουν μια νευρο-παιδαγωγική «λύση» και ελπίζουν, μέσω της νευρο-διδακτικής, να παρακάμψουν τα εκπαιδευτικά αδιέξοδα του παρελθόντος.

Oι άνθρωποι δεν δημιουργήθηκαν από την εξέλιξη για να διαβάζουν βιβλία, να πηγαίνουν σε σχολεία ή για να καλλιεργούν το πνεύμα τους με τις τέχνες και τα γράμματα, αλλά ως ένα ιδιαίτερο βιολογικό είδος που απέκτησε σταδιακά έναν εξαιρετικά εύπλαστο εγκέφαλο, ικανό να επινοεί καινοφανείς συμπεριφορές και μοναδικά νοητικά επιτεύγματα.

Το μυστικό της επιτυχίας του είδους μας είναι ότι κάθε φορά που μαθαίνει κάτι καινούργιο, ο εγκέφαλός μας μπορεί να αναδιοργανώνεται: να δημιουργεί δηλαδή νέες νευρωνικές συνάψεις ή να ενδυναμώνει προϋπάρχοντα εγκεφαλικά κυκλώματα.

Πράγματι, πλήθος ερευνών έχουν ήδη εντοπίσει αρκετές από τις ανατομικές μικροδομές και τα επιμέρους νευρωνικά κυκλώματα που ενεργοποιούνται σε κάθε μαθησιακή διεργασία, η οποία όντως επανασχεδιάζει τη συνδεσμολογία τους.

Την τελευταία δεκαετία, μάλιστα, πρωτοπόροι εκπαιδευτικοί επιχειρούν να «μεταφράσουν» αυτές τις κατακτήσεις των επιστημών του εγκεφάλου και του νου σε νέες παιδαγωγικές στρατηγικές ή μεθόδους διδασκαλίας οι οποίες ενδέχετεαι να οδηγήσουν σε πολύ πιο αποτελεσματικά εκπαιδευτικά συστήματα.

Ηδη σήμερα, αρκετοί εκπαιδευτικοί -από όλες τις βαθμίδες- έχοντας συνειδητοποιήσει ότι μόνο η κατανόηση της εγκεφαλικής μηχανής μπορεί να τους προσφέρει «λύσεις» στα παμπάλαια γνωσιακά προβλήματα που αντιμετωπίζουν, επιχειρούν να εντάξουν στις καθημερινές διδακτικές πρακτικές τους τις πιο πρόσφατες ανακαλύψεις για τις βασικές εγκεφαλικές λειτουργίες: από την επεξεργασία της μνήμης και τα πολλά στάδια της μάθησης μέχρι την εστίαση της προσοχής σε ένα γνωστικό αντικείμενο.

Ενεργός ή παθητική παιδεία;

Η εκμάθηση νέων γνώσεων είναι μια περίπλοκη νοητική-σωματική διεργασία μέσω της οποίας το γνωστικό υποκείμενο εκτίθεται, επεξεργάζεται, αφομοιώνει και εξωτερικεύει επιλεκτικά ορισμένες πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον και τον εαυτό του.

Στο πλαίσιο κάθε εκπαιδευτικού συστήματος (και υπάρχουν πολλά!), οι προεπιλεγμένες «γνώσεις» αφορούν αφηρημένες θεωρητικές ή πρακτικές πληροφορίες, αλλά και πρότυπα συμπεριφοράς που καθορίζονται όχι από κάποιες διαχρονικές αρχές, αλλά από τους ιστορικούς, κοινωνικούς, ηθικούς και βιολογικούς περιορισμούς της κοινότητας μέσα στην οποία «δια-μορφώνονται» τα γνωστικά υποκείμενα.

Υπό αυτή την έννοια, η «εκπαίδευση» ισοδυναμεί με την απόκτηση νέων εμπειριών (γνώσεων) οι οποίες, όταν αποτυπώνονται εγκεφαλικά, είναι σε θέση να τροποποιούν μόνιμα τη συμπεριφορά και τις γνωστικές ικανότητες του εκπαιδευόμενου.

Ωστόσο, όπως διαπιστώνουν καθημερινά όλοι οι εκπαιδευτικοί, αυτό το αφηρημένο μαθησιακό σχήμα δεν είναι ποτέ τόσο γραμμικό, δεδομένου ότι στην πράξη επηρεάζεται από πλήθος μεταβλητών: νοητικές και ψυχολογικές ιδιαιτερότητες των μαθητών και των δασκάλων, έντονο άγχος από οικογενειακές και κοινωνικές πιέσεις.

Οι ίδιοι δηλαδή εξωγενεί και ενδογενείς παράγοντες που επηρεάζουν την καλή λειτουργία του ανοσοποιητικού μας συστήματος και συνεπώς την υγεία μας επηρεάζουν και τις μαθησιακές μας ικανότητες και επιδόσεις.

Αυτή η βαθύτατη ενότητα του οργανισμού με το περιβάλλον του και ειδικότερα η ενότητα του εγκεφάλου των πιο πολύπλοκων εξελικτικά οργανισμών με το εσωτερικό-εξωτερικό τους περιβάλλον έχει, εδώ και πολλά χρόνια, τεκμηριωθεί επαρκώς από τις πρωτοποριακές έρευνες του νομπελίστα Ερικ Καντέλ (E. R. Kandel) για τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς της μνήμης και του επίσης νομπελίστα Τζέραλντ Εντελμαν (G. Edelman) για τα κοινά βιολογικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου ανοσοποιητικού και νοητικού συστήματος.

Με άλλα λόγια, θεωρείται πλέον επαρκώς τεκμηριωμένη η άποψη ότι η ιδιαίτερη βιολογία μας μαζί με το ιδιαίτερο περιβάλλον μας συνδιαμορφώνουν -από τη γέννησή μας- τις ιδιαίτερες νοητικές-μαθησιακές ικανότητες και συμπεριφορές μας.

Τι συμβαίνει όμως όταν απουσιάζουν οι εξωγενείς παράγοντες και οι μαθησιακές εμπειρίες που πυροδοτούν τη φυσιολογική ανάπτυξη των νοητικών μας ικανοτήτων;

Οταν π.χ. ένα εντελώς ακατάλληλο ή και σκοπίμως φτωχό σε ερεθίσματα εκπαιδευτικό σύστημα στερεί από τους μαθητές τη δυνατότητα να εκδηλώνουν ελεύθερα και να αξιοποιούν -σύμφωνα με τις ανάγκες και τις δυνατότητές τους- τις ιδιαίτερες γνωσιακές τους ικανότητες; Τότε, αυτή η ετερόνομη, αποσπασματική και απρόσωπη μαζική εκπαιδευτική πολιτική θα παράγει κυρίως ετερόνομα, απρόσωπα και αντιδημιουργικά -για τα ίδια και την κοινωνία- γνωστικά υποκείμενα.

Τα αδιέξοδα και τα καταστροφικά αποτελέσματα της παθητικής εκπαιδευτικής πολιτικής είναι σε όλους ορατά. Αυτό που δεν συνειδητοποιούμε πάντα είναι ότι η αποτυχία αυτών των παιδαγωγικών συστημάτων οφείλεται πρωτίστως στην παρανόηση ή στη συστηματική υποβάθμιση των νευροβιολογικών προϋποθέσεων της μαθησιακής λειτουργίας. Και μάλιστα, στην πιο αποφασιστική ηλικία για την ανάπτυξη των εγκεφαλικών δυνατοτήτων των μαθητών!

Η νευροπαιδαγωγική στάση

Εχοντας αφομοιώσει τις πιο πρόσφατες κατακτήσεις της γνωσιακής ψυχολογίας και των νευροεπιστημών, η νευρο-παιδαγωγική και η νευρο-διδακτική επιχειρούν, χωρίς μεγάλη επιτυχία, να πείσουν τους επίσημους εκπαιδευτικούς φορείς ότι αξίζει τον κόπο (και το κόστος) να επενδύσουν σε νέα διδακτικά προγράμματα τα οποία θα στοχεύουν συνειδητά στην ανάπτυξη της εγκεφαλικής πλαστικότητας και της νοητικής ευελιξίας, δηλαδή στα δύο εγγενή και τυπικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου είδους.

Χωρίς να παραβλέπει ή να υποβαθμίζει τους κοινωνικούς, διαιτολογικούς και πολιτισμικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη νοητική μας ανάπτυξη, κυρίως κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, η νευρο-παιδαγωγική εστιάζει σε συγκεκριμένες εκπαιδευτικές στρατηγικές που εκμεταλλεύονται τη μεγάλη ικανότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου να αλλάζει την εσωτερική συνδεσμολογία του, δημιουργώντας νέες συνάψεις μεταξύ των νευρώνων που τον συγκροτούν όταν βρεθεί σε ένα περιβάλλον πλούσιο σε εμπειρίες και νοητικά ερεθίσματα.

Η νευρο-διδακτική επομένως δεν εστιάζει στην επίτευξη κάποιων πρόσκαιρων, αυστηρά προδιαγεγραμμένων και άρα κοντόφθαλμων εκπαιδευτικών στόχων, αλλά, αντίθετα, στην υλοποίηση -μέσα στο κατάλληλο εκπαιδευτικό περιβάλλον- των πραγματικών νοητικών δυνατοτήτων των μαθητών.

Γιατί, όπως επιμένει, είναι όχι μόνο αναποτελεσματικό αλλά και ανέφικτο να συνεχίσουμε να επιβάλλουμε στους μαθητές εντατικά εκπαιδευτικά προγράμματα που υπερβαίνουν τις μαθησιακές τους δυνατότητές επειδή παραβιάζουν καταφανώς βασικές λειτουργίες του εγκεφάλου τους.

Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία κάθε εκπαιδευτικού συστήματος είναι το να προσφέρει στους μαθητές τις γνωσιακές εμπειρίες που συμβάλλουν πραγματικά στην αύξηση της προσαρμοστικής τους ικανότητας στο περιβάλλον τους.

Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι οι μοναδικές γνωστικές ικανότητες του εγκεφάλου μας επιλέχθηκαν και ενισχύθηκαν, από τη βιολογική μας εξέλιξη, επειδή επιτελούσαν αυτή ακριβώς τη θεμελιώδη προσαρμοστική λειτουργία;

Οι απόψεις ενός κορυφαίου Γάλλου νευροεπιστήμονα για την παιδαγωγική

Οι απόψεις για τη σημερινή εκπαιδευτική πολιτική του Ζαν-Πιερ Σανζέ (Jean-Pierre Changeux), διαπρεπούς Γάλλου νευροεπιστήμονα και συγγραφέα διάσημων επιστημονικών βιβλίων, πιστεύουμε ότι είναι πάντοτε εξαιρετικά επίκαιρες και διαφωτιστικές.

Για αυτό προτείνουμε, σήμερα, την επανανάγνωση της συνέντευξης που είχε παραχωρήσει ο Σανζέ το 2014 σε ειδικό γαλλικό περιοδικό με την ευκαιρία μιας διεθνούς έκθεσης στο Νανσί της Γαλλίας με τίτλο «Ο Διαφωτισμός στην εποχή του Διαφωτισμού και σήμερα».

• Τι μπορούν να προσφέρουν οι νευροεπιστήμες στη νέα γενιά των εκπαιδευτικών;

Είναι εξαιρετικής σημασίας οι νέοι εκπαιδευτικοί να ενδιαφερθούν για τα δεδομένα των νευροεπιστημών διότι τους παρέχουν νέες πληροφορίες σχετικά με τη μαθησιακή διαδικασία, την απόκτηση δηλαδή και αφομοίωση των γνώσεων.

Οι νευροεπιστήμες προσπαθούν να αποκαλύψουν τις σχέσεις αιτίου-αιτιατού που υπάρχουν ανάμεσα στην ψυχολογική ανάπτυξη και την εξέλιξη της λειτουργικής οργάνωσης του εγκεφάλου των παιδιών.

Μόλις γεννιέται ένα παιδί αλληλεπιδρά με τον κόσμο που το περιβάλλει και σε αυτήν την περίοδο αναπτύσσονται τα νευρωνικά του δίκτυα. Η εμπειρία αφήνει το αποτύπωμά της στα νευρωνικά δίκτυα κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του νέου παιδιού.

Για παράδειγμα, κατά την εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής επιλέγονται και δημιουργούνται νέες συνάψεις ανάμεσα στους νευρώνες του εγκεφάλου.

Η εκμάθηση συνίσταται στην αποθήκευση, υπό τη μορφή υλικών ιχνών, των συγκεκριμένων νευρωνικών επιλογών του εγκεφάλου του μαθητή. Ο εγκέφαλος ενόςατόμου που ξέρει να διαβάζει συγκρινόμενος με αυτόν ενός άλλου που δεν ξέρει διαθέτει διαφορετική οργάνωση.

Υπάρχει συνεπώς μια σημαντική επίδραση της εμπειρίας στην ανάπτυξη του εγκεφάλου μας. Και η συγκρότηση αυτού του είδους των εγκεφαλικών ιχνών της μάθησης συντελείται κυρίως κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης των παιδιών.

• Ποια νέα δεδομένα προκύπτουν από αυτές τις έρευνες;

Είναι απολύτως σαφές ότι οφείλουμε πλέον να σκεφτόμαστε τις εκπαιδευτικές επιλογές και πρακτικές μας μέσα στο πλαίσιο των νευροεπιστημών. Μας δείχνουν επίσης ότι πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας τις μαθησιακές δυσκολίες που ενδεχομένως εμφανίζειένας σημαντικός αριθμός παιδιών, οι οποίες δεν αφορούν μόνο τη δυσλεξία.

Ετσι μπορούμε να ανακαλύψουμε αποτελεσματικότερες εκπαιδευτικές προσεγγίσεις που θα επιτρέψουν στους διδάσκοντες να υπερβούν αυτές τις δυσκολίες.

Στην Ευρώπη, η Σουηδία και οι αγγλοσαξονικές χώρες από καιρό πειραματίζονται με νέες εκπαιδευτικές μεθόδους οι οποίες αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ικανοποιητικές. Φυσικά, πριν εφαρμοστούν μαζικά αυτές οι νέες προσεγγίσεις, χρειάζεται να αξιολογηθούν λεπτομερώς.

• Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το μεγαλύτερο στοίχημα της σύγχρονης εκπαίδευσης;

Το κρίσιμο ζήτημα και το στοίχημα κάθε εκπαιδευτικού συστήματος είναι η ισότητα στις ευκαιρίες: να παρέχει στο κάθε παιδί τις δυνατότητες και τα κατάλληλα μέσα ώστε να συμμετέχει στη μαθησιακή διαδικασία, τα μέσα δηλαδή που ταιριάζουν τόσο στις δικές του ιδιαίτερες εγκεφαλικές δομές όσο και στη δεδομένη φάση της ανάπτυξής του.

Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να βρεθεί μια κοινά αποδεκτή και ταυτόχρονα ανοιχτή εκπαιδευτική διαδικασία, ικανή να αξιοποιεί τις ιδιαίτερες εγκεφαλικές δομές του καθενός. Οι βασικές αρχές της θα πρέπει να επιτρέπουν στο παιδί να πειραματιστεί, να δει, να ανοιχτεί στον κόσμο.

Ολα τα παιδιά διψούν για μάθηση, χρειάζεται επομένως να τους προτείνουμε ποιοτικά σημαντικές και καινοτόμους δράσεις. Απαραίτητη γι’ αυτόν τον σκοπό αποδεικνύεται η ευαίσθητη και έγκυρη καλλιτεχνική παιδεία. Ο εγκέφαλος δρα αυθόρμητα.

Οι ζωγραφιές των παιδιών μάς αποκαλύπτουν αυτό που απασχολεί τον εσωτερικό τους κόσμο. Είναι το αντίθετο της αυτιστικής συμπεριφοράς. Αυτό το άνοιγμα στον κόσμο, στους άλλους, αποτελεί ένα είδος εμπλουτισμού της ατομικότητας αλλά και ένα είδος επιμόρφωσης στην κοινωνική ζωή.

Είναι σήμερα αναγκαίο οι εκπαιδευτικοί να επιχειρήσουν μια αρμονική σύνθεση ανάμεσα στις επιστήμες του ανθρώπου και τη νευροβιολογία.

Υπάρχει μια βαθιά αιτιοκρατική σχέση ανάμεσα στη βιολογική οργάνωση και τη λειτουργία της. Αυτό είναι το πρόγραμμα της νευροεπιστήμης που οφείλουμε να κατανοήσουμε.

ΠΗΓΗ: efsyn.gr

Κατηγορίες: Επιστημονικά | Ετικέτες: , | Γράψτε σχόλιο

Οι πρώτες μέρες στο σχολείο

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Η αρχή κάθε σχολικής χρονιάς, ειδικά όταν είναι η πρώτη φορά στο σχολείο, αποτελεί τόσο για τα παιδιά όσο και για τους γονείς μία καινούρια και άγνωστη εμπειρία. Το νέο περιβάλλον, ο αποχωρισμός από τους γονείς, οι νέες συνθήκες και οι κανόνες του σχολείου, η ένταξή του στο σύνολο της τάξης με ταυτόχρονη απώλεια της αίσθησης της μοναδικότητας που είχε στο σπίτι αποτελούν ορισμένες δυσκολίες που καλείται το παιδί να αντιμετωπίσει κατά τις πρώτες μέρες του σχολείου. Ο χρόνος προσαρμογής στο σχολείο είναι διαφορετικός για το κάθε παιδί και, έτσι, μπορεί να διαρκέσει από μία ημέρα έως λίγες εβδομάδες. Απαραίτητος είναι ο χρόνος προσαρμογής και στην περίπτωση αλλαγής σχολικού περιβάλλοντος ή κατά τη μετάβαση στις διάφορες σχολικές βαθμίδες (από τον παιδικό σταθμό στο νηπιαγωγείο, από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό κ.ο.κ.).

Τόσο η προσωπικότητα του παιδιού όσο και το οικογενειακό περιβάλλον και η στήριξη που παρέχεται, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προσαρμογή του παιδιού στα νέα περιβάλλοντα. Γι’ αυτό το λόγο, το κάθε παιδί αντιδρά και προσαρμόζεται με διαφορετικό τρόπο στο καινούριο σχολικό περιβάλλον. Σύμφωνα με έρευνες, το 80% των παιδιών παρουσιάζουν δυσκολίες προσαρμογής κατά τον πρώτο μήνα φοίτησης στο σχολείο.

Ορισμένες συμβουλές για την όσο το δυνατόν ομαλότερη ένταξη και προσαρμογή του παιδιού στο σχολικό περιβάλλον:

  • Πρωτίστως, καλούμαστε να διερευνήσουμε και να αντιμετωπίσουμε τους προσωπικούς μας φόβους και το άγχος του αποχωρισμού από το παιδί μας. Ο επιτυχής εντοπισμός των ανησυχιών αυτών θα οδηγήσουν στη σταδιακή μείωση και εξάλειψή τους. Ακόμα κι αν η αντιμετώπισή τους δεν είναι άμεσα εφικτή, καλό είναι να μην τις εκδηλώνουμε έντονα γιατί θα μεταβιβάζονται στο παιδί και θα το επηρεάζουν καθυστερώντας την προσαρμογή του στο σχολείο. Δεν χρειάζεται να είμαστε υπερπροστατευτικοί γιατί αυτό ενισχύει τη συναισθηματική εξάρτηση του παιδιού από εμάς και το γεμίζει ανασφάλεια στη νέα πραγματικότητα που θα αντιμετωπίσει μόνο του.
  • Μπορούμε να επισκεφτούμε λίγες φορές το σχολείο πριν ξεκινήσει για να έχει το χρόνο να εξοικειωθεί με το χώρο και να γνωρίσει τους δασκάλους του.
  • Μπορούμε να διαβάσουμε μαζί του βιβλία που προετοιμάζουν το παιδί για την πρώτη μέρα στο σχολείο και να συζητήσουμε για τα αισθήματα των παιδιών την πρώτη φορά που ξεκινούν κάτι τόσο καινούργιο, αλλά και συναρπαστικό.
  • Συνοδεύουμε το παιδί στο σχολείο τις πρώτες μέρες και μπορούμε να του γνωρίσουμε και άλλα παιδιά που αρχίζουν το σχολείο προκειμένου να αισθάνεται πιο άνετα και οικεία μέσα στην τάξη. Όσον αφορά μικρότερα παιδιά που πηγαίνουν πρώτη φορά στον παιδικό σταθμό, καλό θα είναι να μείνετε μαζί του τις πρώτες ημέρες στον παιδικό σταθμό αν κρίνετε πως έχει ανάγκη την παρουσία σας. Σταδιακά μειώνετε το χρόνο που κάθεστε μαζί του έτσι, ώστε σε λίγες μέρες να το πηγαίνετε απλά και να φεύγετε.
  • Αντιμετωπίζουμε το ξεκίνημα του σχολείου με ενθουσιασμό και πηγαίνουμε μαζί να διαλέξουμε τα σχολικά είδη. Διαμορφώνουμε τον χώρο του γραφείου του με χαρούμενα χρώματα για να το ελκύουν και να διαβάζει με περισσότερη θέληση.
  • Παρουσιάζουμε στο παιδί την πορεία της σχολικής ημέρας δίνοντάς του διάφορες λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, του εξηγούμε πώς θα είναι τοποθετημένα τα θρανία στην τάξη, πώς θα γίνεται το μάθημα με το δάσκαλο, του μιλάμε για τα μαθήματά του, το διάλειμμα και τα παιχνίδια στο σχολείο.
  • Τονίζουμε τα θετικά στοιχεία του σχολείου προκειμένου να έχει κάποια κίνητρα για να πηγαίνει, όπως τους καινούριους φίλους που θα κάνει, τις γνώσεις που θα αποκτήσει, τα παιχνίδια που θα παίζει στο διάλειμμα, τις εκδρομές.
  • Συζητάμε με το παιδί και το ενθαρρύνουμε να εκφράσει τυχόν φόβους και ανησυχίες του και προσπαθούμε να βρούμε μαζί τρόπους αντιμετώπισης. Του υπενθυμίζουμε παλαιότερες καταστάσεις που φοβόταν και πώς μπόρεσε να τις ξεπεράσει. Μοιραζόμαστε μαζί του τις δικές μας αντίστοιχες εμπειρίες, εξομολογούμαστε τα συναισθήματα που είχαμε (άγχος, φόβος για τον αποχωρισμό από τους γονείς) αλλά και πώς τα ξεπεράσαμε.
  • Σε περίπτωση που υπάρχουν συμπτώματασχολικής άρνησης, άγχους, νευρικότητας  ή επιθετικότητας καθώς ακόμα και ψυχοσωματικά συμπτώματα (π.χ. νυχτερινή ενούρηση, κοιλιακοί πόνοι, δυσκολίες στον ύπνο) τα οποία επιμένουν, καλό είναι να συμβουλευτούμε ένα ψυχολόγο για να διερευνήσουμε πιθανά αίτια και τρόπους αντιμετώπισης για την ομαλή προσαρμογή του παιδιού στο σχολικό περιβάλλον.
  • Τέλος, καλό είναι να μπει ένα πρόγραμμα στο σπίτι για τα παιδιά που να καθορίζει το πρωινό ξύπνημα, τις ώρες μελέτης, ξεκούρασης και παιχνιδιού και τις ώρες του ύπνου. Το πρόγραμμα αυτό πρέπει να τηρείται με συνέπεια για να εξασφαλίζει την ομαλότερη ανάπτυξη του παιδιού.

    ΠΗΓΗ: thepsychologysecrets.blogspot.gr/

Κατηγορίες: Γενικά, Επιστημονικά | Ετικέτες: , | Γράψτε σχόλιο

Ας παραδειγματιστούμε από τα παιδιά αντί να προσπαθούμε να τα φέρουμε στα μέτρα μας

επιλογή φωτογρφίας : Νίκος Δημητρίου

επιλογή φωτογρφίας : Νίκος Δημητρίου

Σύμφωνα με την κοινωνία, οι ενήλικες είναι συνήθως μορφωμένοι, καλλιεργημένοι και ώριμοι άνθρωποι, ενώ τα παιδιά είναι συνήθως πλάσματα ατίθασα, ζωηρά και ανώριμα.

Και σκέφτομαι: Τα παιδιά χαίρονται να παίζουν, οι μεγάλοι έχουν ξεχάσει να χαίρονται.

~Τα παιδιά εκφράζουν τα συναισθήματά τους, οι μεγάλοι έχουν κλειστεί στον εαυτό τους.

~Τα παιδιά δεν παίρνουν τα πάντα στα σοβαρά, οι μεγάλοι είναι σοβαροφανείς.

~Τα παιδιά έχουν έμφυτη την περιέργεια να ψάξουν και να ανακαλύψουν, οι μεγάλοι ακολουθούν μηχανικά και υπνωτισμένα την περιγραφή του κόσμου που τους δόθηκε.

~Τα παιδιά όταν θυμώνουν, μετά από λίγη ώρα το ξεχνάνε. Οι μεγάλοι πίνουν το δηλητήριο της μνησικακίας και μετά ελπίζουν ότι έτσι θα «σκοτώσουν» τον άλλο.

~Τα παιδιά εκφράζουν τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους, οι μεγάλοι τις καταπιέζουν.

~Τα παιδιά έχουν θάρρος, οι μεγάλοι φοβούνται μην…

~Τα παιδιά λειτουργούν με αθωότητα. Οι μεγάλοι με δόλο.

~Τα παιδιά δεν γεννιούνται κρίνοντας. Οι μεγάλοι; ρατσιστές.

~Τα παιδιά λειτουργούν περισσότερο με τα θέλω της καρδιάς, οι μεγάλοι με τα πρέπει του μυαλού.

~Τα παιδιά αποδέχονται και αγαπούν γιατί έτσι νιώθουν. Οι μεγάλοι αγαπούν υπό όρους.

Και ερωτώ, ποια είναι πιο φυσική συμπεριφορά; Γιατί προσπαθούμε να φέρουμε αυτά τα πλάσματα στα μέτρα μας; και στην τελική, ποιος είναι ώριμος και ποιος ανώριμος;

ΠΗΓΗ: thepsychologysecrets.blogspot.gr/

Κατηγορίες: Γενικά | Ετικέτες: | Γράψτε σχόλιο

Πώς μπορούν οι γονείς να ενισχύσουν τα κίνητρα του παιδιού τους για μάθηση

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Η γνώση είναι δύναμη – Francis Bacon
Ένα από τα πολυτιμότερα δώρα που μπορούν να προσφέρουν οι γονείς στα παιδιά τους είναι η μόρφωσή τους. Η ενεργή συμμετοχή τους στη διδακτική διαδικασία μέσω της μελέτης του παιδιού στο σπίτι, για να είναι βοηθητική και αποτελεσματική, πρέπει να πληροί ορισμένες προυποθέσεις ώστε ο ρόλος τους να συμβάλλει στην ενίσχυση της σχολικής επίδοσης αλλά και στην προσωπική επιτυχία του ατόμου.

Αρκετά συχνά οι γονείς επιβάλλουν στο παιδί να επιθυμεί την γνώση και την επιτυχία και, πιστεύοντας ότι η επίδοση του παιδιού στο σχολείο αντανακλά τη δική τους εικόνα, γίνονται πιεστικοί, μεταφέρουν το άγχος τους στο παιδί, δαπανούν πολλές ώρες καθημερινά για την άριστη προετοιμασία του παιδιού για την επόμενη μέρα, με αποτέλεσμα να καταλήγουν, γονείς και παιδί, «εξουθενωμένοι», στο τέλος της ημέρας, από το διάβασμα του σχολείου.

Αντίθετα, αν οι γονείς αφήσουν το παιδί να δράσει  αυτόνομα, του επιτρέψουν να έχει τη δική του επιθυμία για γνώση, αποδεχτούν τον χρόνο και τον τρόπο που χρειάζεται το κάθε παιδί να μάθει, και το εκπαιδεύσουν σε προσωπικές και κοινωνικές δεξιότητες ενισχύοντας την αυτοεκτίμησή του και εκδηλώνοντας την αγάπη τους, τότε θα ανοίξουν το δρόμο για την ανάπτυξη των κινήτρων ουσιαστικής μάθησης του παιδιού.

Για να καλλιεργηθούν οι δεξιότητες αυτές οι γονείς χρειάζεται:

  • να αποδέχονται το παιδί για αυτό που είναι και να ενισχύουν την αυτοεκτίμησή του
  • να δείχνουν στο παιδί ξεκάθαρα τα συναισθήματά τους είτε είναι θετικά είτε αρνητικά
  • να ενθαρρύνουν τον διάλογο και να επιτρέπουν να ακούγονται οι απόψεις όλων
  • να τονίζουν τα θετικά σημεία του παιδιού και κυρίως την προσπάθειά του
  • να προσφέρουν θετικά πρότυπα συμπεριφοράς στο παιδί
  • να αποφεύγουν τις συγκρίσεις με τα υπόλοιπα αδέρφια ή άλλους συμμαθητές αφού το κάθε άτομο είναι μοναδική και ξεχωριστή προσωπικότητα
  • να διαχωρίζουν τον ρόλο του «παιδιού» από τον ρόλο του «μαθητή», καθώς και τον ρόλο του «γονέα» από τον ρόλο του «δασκάλου»
  • οι απαιτήσεις των γονέων να είναι ρεαλιστικές και να ανταποκρίνονται στις δυνατότητες του παιδιού.

Το παιδί, όταν νιώσει ότι έχει δίπλα του ανθρώπους που το αγαπούν, το υπολογίζουν, το ακούν, το αποδέχονται, ανεξάρτητα από τις επιτυχίες ή τις αποτυχίες του, όταν θα έχει μάθει από μικρή ηλικία να χάνει και να κερδίζει στηριζόμενο στις δικές του δυνάμεις μόνο αλλά και να δέχεται τις παρατηρήσεις των άλλων για να βελτιωθεί, τότε θα μεγαλώσει ως ανεξάρτητο άτομο, με αυτοεκτίμηση καιθετική αυτοεικόνα, στοιχεία που θα το οδηγήσουν με τη σειρά τους σε υψηλές σχολικές επιδόσεις αλλά και στην αντιμετώπιση κάθε αντιξοότητας που θα συναντήσει στη ζωή του, με τρόπο αποδοτικό και παραγωγικό, χωρίς να καταφεύγει συνέχεια στο προστατευτικό περιβάλλον της οικογένειας.

Τα καλύτερα δώρα που μπορείς να κάνεις στα παιδιά σου είναι οι ρίζες της υπευθυνότητας και τα φτερά της ανεξαρτησίας. – Denis Waitley, 1933, Aμερικανός συγγραφέας.

Βιβλιογραφία:

1.Βornstein, M.H., (2007), Parenting science and practice.Handbook of child Psychology, John Wiley and sons, Maryland.
2. Γεωργίου Σ., (1993), Ο Ρόλος της οικογένειας στη σχολική επίδοση. Παιδαγωγική Επιθεώρηση, 19 (347, 360).
3. Γιαννακοπούλου Π. και Παπατριανταφύλλου Σ., (2010), Σχέσεις και επικοινωνία στην οικογένεια. Συμβουλευτική Γονέων, Εκδόσεις Ασημάκης Π., Αθήνα.

ΠΗΓΗ: e-psychology.gr

Κατηγορίες: Επιστημονικά | Ετικέτες: , | Γράψτε σχόλιο

Αυτοεκτίμηση

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Τι είναι η αυτοεκτίμηση;

Αυτοεκτίμηση είναι αυτό που αισθανόμαστε και πιστεύουμε για τον εαυτό μας. Ο βαθμός εμπιστοσύνης στον εαυτό μας επηρεάζει καθοριστικά όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Σχολική επίδοση, επαγγελματικές επιλογές, φιλοδοξίες, κοινωνική συμπεριφορά, διαπροσωπικές σχέσεις, ψυχική ισορροπία, φαίνεται να βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με αυτή την «προσωπική μας εκτίμηση αυτοαξίας».

Πώς αναπτύσσεται η αυτοεκτίμηση;

Η αυτοεκτίμηση είναι κάτι που μαθαίνεται. Κανείς δε γεννιέται έχοντας κάποια εικόνα του εαυτού του. Άλλωστε τους πρώτους μήνες της ζωής μας, ως βρέφη, δεν είμαστε καν σε θέση να διακρίνουμε τον εαυτό μας από τους άλλους (μητέρα και βρέφος γίνονται αντιληπτά ως ενιαίο σύνολο). Η εικόνα του εαυτού προκύπτει  σταδιακά, καθώς το άτομο μεγαλώνει, μέσα από τις εμπειρίες του και κυρίως μέσα από τη σχέση του με τους «Σημαντικούς Άλλους».

«Οι Σημαντικοί Άλλοι» στη ζωή ενός παιδιού είναι συνήθως η μητέρα, ο πατέρας, τα αδέρφια, οι δάσκαλοι, οι φίλοι και οι συμμαθητές-συνομήλικοι. Η στάση του περιβάλλοντος, λοιπόν, είναι αυτή που θα καθορίσει το βαθμό εμπιστοσύνης που θα αναπτύξει το άτομο για τον εαυτό του. Αν το περιβάλλον είναι συνεπές, παρέχει στήριξη, ενθάρρυνση, ευκαιρίες για ανάληψη πρωτοβουλιών και αξιόλογα πρότυπα, το άτομο θα αναπτύξει μια αίσθηση εμπιστοσύνης προς τον εαυτό του και τον κόσμο, μια αίσθηση αυτονομίας και εργατικότητας. Αντίθετα, αν υπάρχει έλλειψη στήριξης, αστάθεια, υπερπροστασία, έλλειψη ευκαιριών, επικρίσεις, ειρωνεία, απόρριψη και μη ρεαλιστικές προσδοκίες, το άτομο μαθαίνει ότι δεν μπορεί να εμπιστευθεί τις ικανότητές του, τον εαυτό του και τον κόσμο, βιώνει αισθήματα αμφισβήτησης, ενοχής, κατωτερότητας και σύγχυσης.          

Η ανάπτυξη της αυτοεκτίμησής μας όμως δεν εξαντλείται στην παιδική μας ηλικία.Αντίθετα, συνεχίζει να διαμορφώνεται σε ολόκληρη τη ζωή μας, απλά οι πρώτες μας εμπειρίες έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Στην ενήλικη ζωή, το πώς νοιώθουμε για τον εαυτό μας σχετίζεται με το αν καταφέρνουμε να δημιουργήσουμε σχέσεις οικειότητας με τους άλλους ή αν αντίθετα βιώνουμε μοναξιά και απομόνωση, και με το αν αισθανόμαστε ότι οι στόχοι μας πραγματοποιούνται και είμαστε παραγωγικοί ή αντίθετα ότι μένουμε στάσιμοι και λιμνάζουμε.           

Άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της αυτοαντίληψης μας, είναι το συγκεκριμένο πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο ζούμε και οι αξίες που αυτό προάγει, η  επίδραση του φύλου και των στερεοτύπων που συνδέονται με αυτό, καθώς και η προσωπική ιστορία του κάθε ανθρώπου. Ποικίλα «τραυματικά» συμβάντα, όπως ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, μια μεγάλη φυσική καταστροφή, μια εγκληματική επίθεση, ο βιασμός, μια ανίατη ή μακροχρόνια ασθένεια, μπορούν να προκαλέσουν αλλαγές στις αντιλήψεις των ανθρώπων για τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους.

Πώς καταλαβαίνουμε ότι έχουμε χαμηλή αυτοεκτίμηση;

Τα άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση χαρακτηρίζεται από αισθήματα ανασφάλειας και κατωτερότητας. Ασχολείται υπερβολικά με αυτό που οι άλλοι σκέφτονται για τον ίδιο και δεν έχει εμπιστοσύνη στις ικανότητές του, ούτε στις προσωπικές του απόψεις. Αναφέρεται στον εαυτό του με αρνητικούς χαρακτηρισμούς και υποτιμά τα θετικά του στοιχεία, ενώ επηρεάζεται πολύ από τα αρνητικά σχόλια των άλλων και στενοχωριέται υπερβολικά από τις αποτυχίες του. Για όλους αυτούς τους λόγους βιώνει δυσκολίες στις διαπροσωπικές του σχέσεις και είναι πιο επιρρεπής στην εμφάνιση άγχους και κατάθλιψης. Άλλες φορές βέβαια η εικόνα είναι κάπως διαφορετική. Ένα άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση, σε μια προσπάθεια να καλύψει την ανασφάλειά του, περιαυτολογεί και προβάλλει υπερβολικά τον εαυτό του προκειμένου να πείσει τους άλλους για την αξία του, ενώ προσπαθεί να αντιγράψει και να μιμηθεί άλλα άτομα που θεωρεί επιτυχημένα.

Πώς μπορούμε να βελτιώσουμε τη χαμηλή μας αυτοεκτίμηση;

Η αυτοεκτίμηση έχει την ιδιότητα να αντιστέκεται στις αλλαγές. Αυτό οφείλεται στο κίνητρο του ανθρώπου να διατηρεί μια σταθερή εικόνα εαυτού (self-consistency), αφού αυτή η σταθερότητα του προσφέρει μια αίσθηση ασφάλειας. Το άτομο, λοιπόν, λειτουργεί ασυνείδητα με τέτοιο τρόπο ώστε να επιβεβαιώνεται η κυρίαρχη αντίληψη που έχει για τον εαυτό του (π.χ. ερμηνεύοντας με συγκεκριμένο τρόπο τη συμπεριφορά των άλλων απέναντί του). Γι” αυτό και οποιαδήποτε αλλαγή στην εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας απαιτεί χρόνο.

Έλλειψη αυτοεκτίμησης, ωστόσο, δε σημαίνει έλλειψη ικανοτήτων. Γι’ αυτό με την κατάλληλη βοήθεια από κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας μπορούμε, επεμβαίνοντας στον τρόπο σκέψης μας, να ενισχύσουμε την αυτοπεποίθησή μας, να αποδεχθούμε τον εαυτό μας και να δημιουργήσουμε πιο υγιείς σχέσεις. Βέβαια, μπορούμε να ξεκινήσουμε και μόνοι μας να κάνουμε κάποια πράγματα προκειμένου να βελτιώσουμε την αυτοπεποίθησή μας.

Πρώτα απ’ όλα, μπορούμε να ελέγξουμε μήπως οι προσδοκίες μας είναι υπερβολικά υψηλές. Αυτοεκτίμηση = Επιτυχία / Προσδοκίες (James). Όσο καλά λοιπόν και αν τα καταφέρνουμε, αν έχουμε μη ρεαλιστικές προσδοκίες από τον εαυτό μας, συνεχώς θα απογοητευόμαστε. Ας καταλάβουμε ότι κανείς δεν είναι τέλειος και δεν γίνεται να είμαστε καλοί σε όλα. Δεν χρειάζεται άλλωστε!

Δεύτερον, ο κάθε άνθρωπος έχει τα δικά του δυνατά σημεία και ταλέντα, οπότε ας ανακαλύψουμε και ας αξιοποιήσουμε τα δικά μας. Συγχρόνως θα ήταν χρήσιμο να αναγνωρίσουμε και τα αδύνατα σημεία μας (π.χ. μειωμένη κοινωνικότητα) και να προσπαθήσουμε να τα βελτιώσουμε ή να τα ενισχύσουμε (π.χ. με το να γραφτούμε σε έναν σύλλογο που θα μας βοηθήσει να γνωρίσουμε καινούργιους ανθρώπους). Αντί λοιπόν να στενοχωριόμαστε για όσα δεν μας αρέσουν στον εαυτό μας, μπορούμε να προσπαθήσουμε να τα αλλάξουμε. Αν κάποια από αυτά πάλι δεν αλλάζουν (π.χ. το ότι είμαστε πολύ κοντοί), ας επιστρατεύσουμε το χιούμορ μας ώστε να τα διακωμωδήσουμε.

Τρίτον, να θέσουμε στόχους και να οργανώσουμε ρεαλιστικά πλάνα για την επίτευξή τους. Η λέξη ρεαλιστικά έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς προβλήματα δεν συνοδεύουν μόνο μια πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά και μια υπερβολικά υψηλή (π.χ. μη ρεαλιστικά επενδυτικά σχέδια). Τους στόχους μας μπορούμε να τους εφαρμόζουμε με τον δικό μας ρυθμό και τρόπο, αρκεί να παραμένουμε όσο γίνεται πιο πιστοί στο πλάνο μας, γιατί οι συνεχείς αναβολές έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Συμβάλλουν στη μείωση της αυτοεκτίμησης.

Τέλος, θα μας βοηθούσε να μάθουμε να διαχωρίζουμε την καλοπροαίρετη κριτική από τη συνεχή και αδικαιολόγητη επίκριση. Η πρώτη είναι ιδιαίτερα χρήσιμη και μπορούμε να την αξιοποιήσουμε θετικά για την προσωπική μας αυτοβελτίωση, ενώ η δεύτερη καλύτερα να αγνοείται.

Γενικά, η αυτοπεποίθηση είναι ένα από τα πιο πολύτιμα δώρα που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας. Επηρεάζει συνολικά την ποιότητα ζωής μας και συμβάλλει στην αίσθηση της προσωπικής μας ευτυχίας. Δεν αξίζει λοιπόν τον κόπο να προσπαθήσουμε να τη βελτιώσουμε;

ΠΗΓΗ: e-psychology.gr

Κατηγορίες: Επιστημονικά | Ετικέτες: , | Γράψτε σχόλιο

Έτσι αντιδρούν οι γονείς, όταν επιστρέφουν τα παιδιά τους στο σχολείο

Ο Σεπτέμβρης φτάνει, τα σχολεία θα ανοίξουν και οι γονείς θα… πανηγυρίσουν.

Φωτογραφία: Bored PandaΜπορεί να υπάρχουν κάποιοι, που δεν θέλουν να αποχωριστούν τα «μωράκια» τους, ωστόσο, κάποιοι άλλοι χαίρονται που θα έχουν μερικές ώρες ησυχίας, κάποιες στιγμές για τον εαυτό τους.

Σε φωτογραφίες, που μάζεψε το Bored Panda, θα δείτε γονείς να πετούν από την χαρά τους, να «σπρώχνουν» τα παιδιά τους, την ώρα που αυτά στεναχωριούνται που θα επιστρέψουν στα θρανία.

Οι χιουμοριστικές εικόνες:

 

ΠΗΓΗ: iefimerida.gr

Κατηγορίες: Ψυχαγωγία | Ετικέτες: | Γράψτε σχόλιο

Πώς η τηλεόραση κλέβει την ευτυχία από τη ζωή σου

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Η τηλεόραση είναι ίσως η πιο αγαπημένη ηλεκτρική συσκευή που έχει επινοηθεί μέχρι σήμερα. Όχι, γιατί προσφέρει ενημέρωση και ψυχαγωγία, αλλά επειδή μας δίνει την ψευδαίσθηση της συντροφιάς. Σπάει τη μονότονη σιωπή της μοναξιάς μας και συχνά βοηθά να περάσουν «ευχάριστα» οι ώρες που (νομίζουμε ότι) δεν έχουμε κάτι άλλο να κάνουμε.

Αλλά αν έχεις περάσει και εσύ αρκετές ώρες από τη ζωή σου μπροστά της, θα έχεις σίγουρα αισθανθεί ότι τα συναισθήματα που σου δημιουργεί δεν είναι πάντα ευχάριστα. Όχι μόνο επειδή μπορεί να σε μελαγχόλησαν αυτά που παρακολούθησες, αλλά και επειδή σε γεμίζει με πληροφορίες και συναισθήματα, τα οποία δεν προλαβαίνεις να επεξεργαστείς και έτσι, αφιλτράριστα, θρονιάζονται μέσα σου δημιουργώντας ένα χάος. Και γιατί αυτό είναι κακό;

1) Βλέποντας συνεχώς στιγμές από τις ζωές άλλων ανθρώπων (πραγματικών ή ηρώων σε ταινίες), αποσυντονίζεσαι από τη δική σου ζωή και δυσκολεύεσαι να συνειδητοποιήσεις και να προσδιορίσεις τις δικές σου, πραγματικές, ανάγκες και επιθυμίες.

Ερώτηση κρίσης: Μήπως δεν σου αρέσει η ζωή σου και επιλέγεις να παρακολουθείς τις ζωές των άλλων για να ξεχνιέσαι;

Κανενός η ζωή δεν είναι τέλεια. Όλοι μας νιώθουμε ότι ένα ή περισσότερα κομμάτια της ζωής μας δεν μας ικανοποιούν. Ποιος ευθύνεται για τη δημιουργία τους; Δεν έχει τόση σημασία. Ποιος, όμως, μπορεί να τα αλλάξει; Μόνο ΕΣΥ. Γι’ αυτό κλείσε την τηλεόραση, βγες εκεί έξω και άρχισε να διώχνεις ή να τροποποιείς όσα δεν σου αρέσουν. Φτιάξε μια ζωή που να σου αρέσει. Γιατί και σου αξίζει και μπορείς.

2) Οι διαφημίσεις, οι ζωές των άλλων, οι λαμπερές εικόνες, οι παραμυθένιες ιστορίες, πολλές φορές σε κάνουν να μπερδεύεις αυτό που θέλεις με αυτό που σου δείχνουν ότι πρέπει να θέλεις.

Ερώτηση κρίσης: Πώς θα καταλάβεις τι πραγματικά θέλεις;

Κλείσε την τηλεόραση και άρχισε να περνάς χρόνο με τον εαυτό σου. Όσο απομακρύνεσαι από το τηλεοπτικό φαντασμαγορικό βουητό, τόσο πλησιάζεις στο να αισθανθείς τι πραγματικά έχει αξία για σένα. Γιατί τα βράδια πριν κοιμηθείς, δεν θα έρχονται στο μυαλό σου εικόνες από όσα είδες πριν ξαπλώσεις, αλλά αισθήματα ευγνωμοσύνης για αυτά που «θυμήθηκες» ξανά ότι ήδη έχεις. Και κάπου εκεί θα νιώσεις μέσα σου και μια ατιθάσευτη φλόγα ανάγκης, που θα σε αναστατώσει δείχνοντας σου τι είναι αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι και λείπει από τη ζωή σου.

3) Η τηλεόραση έχει τη μαγική ιδιότητα να μπαίνει μέσα στα κενά μεταξύ των υποχρεώσεων και των δραστηριοτήτων σου και να τα γεμίζει. Τα κενά στο χρόνο, στα συναισθήματα, στη ζωή σου. Τα κενά που αν έμεναν άδεια, πιθανόν να αναγκαζόσουν να βρεις έναν άλλο, πιο ουσιαστικό, τρόπο να τα γεμίσεις.

Ερώτηση κρίσης: Φοβάσαι να αντιμετωπίσεις αυτά τα κενά; Φοβάσαι τι θα συμβεί αν αφήνεις κλειστή την τηλεόραση, ακόμα και όταν δεν έχεις γύρω σου κάποιο άλλο ερέθισμα που θα αποσπάσει την προσοχή σου;

Όλοι φοβόμαστε να βρεθούμε αντιμέτωποι με τα «κενά» μας. Γιατί αν τα δούμε κατάματα και τα συνειδητοποιήσουμε, μετά θα νιώσουμε την ευθύνη και την ανάγκη να τα καλύψουμε. Και αυτή είναι η αρχή ενός δύσκολου δρόμου. Χρειάζεται θάρρος και δύναμη για να επιλέξεις να γεμίσεις τα κενά σου με την πραγματική ζωή και όχι με τις τηλεοπτικές εικόνες.

Είναι δύσκολο να βρεις την αγάπη, είναι εύκολο να βολεύεσαι παρακολουθώντας ιστορίες αγάπης. Είναι δύσκολο να κυνηγήσεις τα όνειρά σου, είναι εύκολο να παρακολουθείς τηλεπαιχνίδια, όπου κρίνονται κάποιοι άλλοι που προσπαθούν να πετύχουν τα δικά τους όνειρα. Αλλά να θυμάσαι ότι είναι πολύ δυσκολότερο να μεγαλώνεις και να κοιτάς πίσω σου όλα αυτά που θα μπορούσες να ζήσεις, αλλά δεν τα προσπάθησες καν.

4) Από τη μια τα τηλεοπτικά προγράμματα εστιάζουν στο δράμα και στη δυστυχία, γιατί αυτά «πουλάνε» και πολλές φόρες κάνουν το κοινό να νιώθει καλύτερα με τη δική του ζωή. Και από την άλλη, προβάλλονται διαφημίσεις και στιγμιότυπα από τις ζωές διασημοτήτων, όπου επικρατούν εικόνες απίστευτης τελειότητας, επιτυχίας και ευτυχίας, γιατί ο κόσμος συχνά θέλει να βλέπει όσα λείπουν από τη δική του ζωή.

Ερώτηση κρίσης: Μήπως, συνειδητά ή ασυνείδητα, συγκρίνεις τη ζωή σου με τις ζωές αυτών των ανθρώπων;

Όταν βάζεις τη ζωή σου δίπλα σε αυτή των λιγότερο προνομιούχων, ίσως νιώθεις καλύτερα και πιθανόν να γεμίζεις ευγνωμοσύνη. Αλλά υπάρχει και η πιθανότητα αυτή η σύγκριση να σε ρίχνει στην παγίδα: «Τελικά η ζωή μου είναι μια χαρά, δεν χρειάζεται να προσπαθήσω να τη βελτιώσω».

Αντίθετα, όταν συγκρίνεσαι με τις φαινομενικά τέλειες ζωές των φαινομενικά περισσότερο προνομιούχων, ίσως ξεχνάς ότι αυτή η τελειότητα είναι σε μεγάλο βαθμό ένα τηλεοπτικό κατασκεύασμα που εξυπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς. Και για αυτό σκέφτεσαι: «Γιατί να μην είναι και η δική μου ζωή έτσι;» και νιώθεις πως όσα ζεις είναι χλιαρά και μίζερα.

Όμως, όλες αυτές οι συγκρίσεις σε κάνουν να παραιτείσαι από την προσπάθεια να φτιάξεις την καλύτερη ζωή που μπορείς. Μια ζωή που θα είναι και αληθινή και γεμάτη υπέροχες στιγμές που εσύ έχεις δημιουργήσει.

5) Η τηλεθέαση γίνεται πολύ γρήγορα συνήθεια που σε κάνει να την αναζητάς καθημερινά και να «δένεσαι» όλο και περισσότερο με τον καναπέ σου.

Ερώτηση κρίσης: Πώς θα ζήσεις τη ζωή σου από τον καναπέ;

Η κάθε σου μέρα είναι μοναδική και δεν επιστρέφει. Μην την σπαταλάς βλέποντας. Αξιοποίησέ την κάνοντας. Η τηλεόραση μπορεί να περιμένει για όταν θα έχεις μεγαλώσει τόσο πολύ, που ίσως δεν θα μπορείς πια να δημιουργήσεις άλλο. Αλλά μέχρι τότε έχεις τη δυνατότητα να φτιάξεις τη ζωή που ονειρεύεσαι. Πώς γίνεται να την αφήσεις να σου φύγει;

ΠΗΓΗ: thepsychologysecrets.blogspot.gr/enallaktikidrasi.com

Κατηγορίες: Γενικά | Ετικέτες: | Γράψτε σχόλιο

Διδάξτε στα παιδιά τη δύναμη της θετικής σκέψης

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Θετική σκέψη για τα παιδιά είναι εξίσου κρίσιμη, όπως είναι και για τους ενήλικες. Είναι πολύ σημαντικό να διδάξετε στα παιδιά τη δύναμη της θετικής σκέψης. Αυτές οι προτάσεις και τεχνικές θα δείξουν στα παιδιά σας τη δύναμη των σκέψεών τους και θα τα βοηθήσουν στην οικοδόμηση αυτοεκτίμησης.

Επιλέγουμε πως βλέπουμε τα πράγματα

Οι ιστορίες που λέμε στον εαυτό μας έχουν μεγάλη ισχύ. Τα παιδιά συχνά βλέπουν τον κόσμο σα να συμβαίνει ανεξάρτητα από τον εαυτό τους. Χρειάζεται εμπειρία και διορατικότητα για να συνειδητοποιήσουμε ότι ο κόσμος παρουσιάζεται σύμφωνα με τον τρόπο που εμείς επιλέγουμε να τον βλέπουμε. Και η επιλογή του πώς βλέπουμε τα πράγματα, καθορίζει τις μελλοντικές μας ενέργειες και συνθήκες.

Την επόμενη φορά που το παιδί σας αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία, προκαλέστε τον τρόπο σκέψης του, δείχνοντάς του ότι η ερμηνεία του είναι μόνο μία πιθανή ιστορία. Για παράδειγμα, αν είναι δυσαρεστημένο επειδή ένα άλλο παιδί στο σχολείο είναι εχθρικό, διερευνήστε την ερμηνεία του παιδιού σας. Γιατί νομίζει ότι ο συμμαθητής του είναι εχθρικός; Η ερμηνεία που κάνει προκαλεί την αναστάτωσή του. Αφού πει τι σκέφτεται, δώστε του μια εναλλακτική οπτική. Μήπως ο συμμαθητής του τον ζηλεύει; Μήπως νιώθει να απειλείται; Ίσως να αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα δικά του. Αυτή η άσκηση θα δείξει στο παιδί σας ότι υπάρχουν πολλές πιθανές ερμηνείες για κάθε γεγονός της ζωής.

Κατόπιν ρωτήστε το παιδί πώς θα μπορούσε να συμπεριφερθεί με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το ποια οπτική επέλεγε. Το σημαντικό είναι να καταλάβει ότι οι ενθαρρυντικές ιστορίες οδηγούν σε ενθαρρυντικές πράξεις ενώ οι αποθαρρυντικές ιστορίες θα τον κάνει δυστυχή και κλειστό.

Νερό και σκέψεις

Το που εστιάζουμε καθορίζει το μέλλον μας. Από νεαρή ηλικία, τα παιδιά βιώνουν πραγματικά τη δύναμη της αρνητικής σκέψης. Μπορεί να αναστατωθούν υπερβολικά από τη δική τους φαντασία. Μπορεί να ευδοκιμήσουν ή να καταρρεύσουν ανάλογα με τις δικές τους μαγικές φαντασιώσεις και προβολές. Ενώ είναι δύσκολο να πείσετε ένα τρίχρονο που φοβάται το σκοτάδι ότι μπορεί να αποδυναμώσει τις αρνητικές σκέψεις του εστιάζοντας στις θετικές, τα μεγαλύτερα παιδιά είναι πιο ανοιχτά και ενδιαφέρονται. Μάθετε στα παιδιά σας ότι ένα επιτυχημένο άτομο δεν είναι κάποιος που έχει απαλλαγεί από τις αρνητικές σκέψεις αλλά μάλλον κάποιος που έχει μάθει να επικεντρώνεται περισσότερο στις θετικές σκέψεις του.

Για να δείξετε στα παιδιά σας τη δύναμη της σκέψης και των προθέσεών τους, μια καλή ιδέα είναι να τους περιγράψετε το πείραμα του Masaru Emoto με το νερό, ώστε να μπορέσουν να κατανοήσουν ότι αυτό στο οποίο επικεντρώνονται έχει πραγματικές συνέπειες.

Ο Masaru Emoto, γιατρός Εναλλακτικής Ιατρικής, εισήγαγε την ιδέα ότι το νερό αντανακλά όχι μόνο το φυσικό περιβάλλον γύρω του (όπως όταν χρησιμοποιούμε μια ήρεμη λίμνη ως καθρέφτη) αλλά και τη συνείδηση ​​της ύπαρξης που το περιβάλλει. Αυτό το ανακάλυψε μέσα από ένα πείραμα όπου χρησιμοποίησε μπουκάλια γεμάτα με νερό, που είχαν τεθεί υπό μια θετική ή αρνητική επίδραση. Για παράδειγμα, μερικά μπουκάλια νερού τα είχε τυλίξει με γραπτά σημειώματα που έγραφαν «ευχαριστώ», με τη φράση στραμμένη προς το εσωτερικό της φιάλης. Αυτό το έκανε σε διάφορες γλώσσες. Το νερό σε αυτά τα μπουκάλια, όταν πάγωσε, δημιούργησε τέλειους κρυστάλλους που ήταν υπέροχοι να τους βλέπεις.

Νερό πάνω από το οποίο ένας ιερέας προσευχήθηκε με αγάπη και ευγνωμοσύνη, παρήγαγε τον ίδιο τύπο κρυστάλλων. Αντίθετα, σε νερό που εκτέθηκε σε ανθρώπους που έλεγαν ή έγραφαν «ηλίθιο» ή άλλες αρνητικές εκφράσεις, δημιουργήθηκαν άσχημοι, ατελείς και δύσμορφοι κρύσταλλοι.

Εκθέτοντας το νερό σε μια συγκεκριμένη λέξη ή ένα μουσικό κομμάτι, παγώνοντάς το και φωτογραφίζοντας τους κρυστάλλους πάγου που σχηματίστηκαν, ο Dr. Emoto έδειξε ότι από όμορφα λόγια και μουσική, προκύπτουν όμορφοι κρύσταλλοι και από κακεντρεχείς, αρνητικές λέξεις προκύπτουν δύσμορφοι κρύσταλλοι.

Με βάση αυτό το πείραμα, δεδομένου ότι το σώμα ενός ενήλικα αποτελείται από περίπου 70% νερό (και ο οργανισμός ενός βρέφους αποτελείται από περίπου 90% νερό!), μπορεί να πληγωθούμε συναισθηματικά και, όπως το νερό, να αλλάξει η σύστασή μας προς το χειρότερο από την αρνητικότητα. Ωστόσο, είμαστε πάντα πιο κοντά στην ομορφιά όταν περιβαλλόμαστε από θετικές σκέψεις, λόγια, προθέσεις και βέβαια απ’ αυτές τις δονήσεις.

Ο νόμος της αιτίας και αποτελέσματος.

Πολλοί ενήλικες δεν συνειδητοποιούν ότι η δύναμη της θετικής σκέψης έγκειται στη σχέση ανάμεσα στις σκέψεις και τα συναισθήματα. Οπότε δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι και τα περισσότερα παιδιά δεν το συνειδητοποιούν.

Ένας πολύ καλός τρόπος για να εξηγήσετε στα παιδιά ότι τα συναισθήματά τους συνήθως πηγάζουν από τις σκέψεις τους, είναι να τους μιλήσετε για το νόμο της αιτίας και αποτελέσματος. Το να γνωρίζουν ότι κάθε δράση έχει μια αντίστοιχη αντίδραση, θα τους δώσει έναν πιο ουσιαστικό τρόπο για να αναλογιστούν τη δική τους συμπεριφορά. Και εξηγώντας τους αυτό προκειμένου να κατανοήσουν ότι τα συναισθήματα έχουν άμεση σχέση ή είναι αποτέλεσμα των σκέψεων, θα μπορέσουν να καταλάβουν ότι η θετική συνομιλία με τον εαυτό, είναι το καλύτερο πράγμα που μπορούν να κάνουν για τον εαυτό τους, αφού θα τα οδηγήσει τελικά να αναδείξουν το καλύτερο που έχουν μέσα τους και να το μοιραστούν με τον κόσμο.

ΠΗΓΗ: psychotherapeia.net.gr

Κατηγορίες: Γενικά, Επιστημονικά | Ετικέτες: , | Γράψτε σχόλιο