Λεξιλογικός πλούτος

Αντίθετα με την αυτόνομη γλωσσολογία, που εξαιρεί από τη μελέτη της γλωσσικής επικοινωνίας την κοινωνική διάσταση, η κοινωνιογλωσσολογία πρεσβεύει την αρχή ότι «η γλωσσική δομή συμπεριλαμβάνει την κανονική διαφοροποίηση ομιλητών και ύφους με τη βοήθεια κανόνων που διέπουν την ποικιλότητα μέσα στη γλωσσική κοινότητα» (Weinreich κ.α., 1968: 187).
Οι παραπάνω όροι «διαφοροποίηση» και «ποικιλότητα» υποδηλώνουν ότι η γλωσσική επικοινωνία χαρακτηρίζεται από διαρκή αλλαγή καθώς, όπως αναφέρει και η Φραγκουδάκη, «οι κοινωνικές συνθήκες άρα και οι απαιτήσεις της επικοινωνίας αλλάζουν συνεχώς και οι γλώσσες προσαρμόζονται στις νέες επικοινωνιακές ανάγκες.» (1987: 76)
Η γλώσσα λοιπόν είναι σαφώς μέρος της κοινωνικής συμπεριφοράς του ανθρώπου. Επιπλέον είναι ίσως η μόνη, από όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής συμπεριφοράς, που μπορεί να μελετηθεί επιστημονικά καθώς αναλύεται σε ξεχωριστές μονάδες και επίπεδα, όπως οι ήχοι στο φωνητικό επίπεδο, οι λέξεις στο λεξιλογικό επίπεδο κ.ο.κ.
Εδώ θα ασχοληθούμε με το λεξιλογικό επίπεδο και συγκεκριμένα με τον μύθο του «λεξιλογικού πλούτου».

Ένα κλισέ που ακούγεται από κάθε γενιά και αφορά στην προηγούμενη είναι ότι «οι νέες γενιές δεν έχουν πλούσιο λεξιλόγιο σε σχέση με τις παλαιότερες». Τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν την παραπάνω ρήση σε όλες τις εποχές και για όλες τις γλώσσες είναι λίγο πολύ κοινά. Λένε λοιπόν ότι οι νεότερες γενιές :
– χρησιμοποιούν πολύ περιορισμένο λεξιλόγιο στην επικοινωνία τους
– παραμορφώνουν τις λέξεις και αλλάζουν τη σημασία τους
– χρησιμοποιούν πολλές ξένες λέξεις
– χυδαιολογούν
Τα παραπάνω επιχειρήματα είναι λίγο έως πολύ ανυπόστατα. Σε ότι αφορά το πρώτο επιχείρημα, ότι δηλαδή οι νέοι χρησιμοποιούν πολύ περιορισμένο λεξιλόγιο, αρκεί να αναλογιστεί κανείς την ποσότητα jargon σχετικής με τις νέες τεχνολογίες που χρησιμοποιούν οι έφηβοι και τα νέας ηλικίας άτομα, η οποία είναι σχεδόν ή εντελώς άγνωστη από άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Δε θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι τα παιδιά που συζητώντας μεταξύ τους χρησιμοποιούν λέξεις όπως «μητρική πλακέτα», «υπέρυθρες», «κέρσορας», «σκανάρω», «χάκερ», «ιστοσελίδα», «διαδίκτυο», «υπερσύνδεση», «γραμματοσειρά» κ.ο.κ. δεν έχουν πλούσιο λεξιλόγιο. Απλώς έχουν διαφορετικό λεξιλόγιο που παραπέμπει σε άλλες πραγματικότητες και εξυπηρετεί διαφορετικές ανάγκες.
Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα για την παραμόρφωση των λέξεων και την αλλαγή σημασίας τους, είναι εξίσου ανυπόστατο. Βασική αρχή της γλωσσολογίας άλλωστε, είναι ότι η γλώσσα αλλάζει. «Η συνεχής αλλοίωση των γλωσσικών στοιχείων οφείλεται στην ίδια τη χρήση της γλώσσας, έτσι ώστε η όποια απόκλιση, απομάκρυνση από την κάθε φορά δοσμένη γλωσσική τάξη όχι μόνο δεν είναι ανωμαλία, αλλά είναι φυσικό χαρακτηριστικό και συστατικό της ζωής των γλωσσών.» (Φραγκουδάκη, 1987: 53)
Θα πρέπει, επίσης, να λάβει κανείς υπόψη του ότι τα κανάλια μέσα από τα οποία πραγματοποιείται σήμερα η επικοινωνία είναι πολύ διαφορετικά από αυτά του παρελθόντος. Σήμερα οι νέοι άνθρωποι δεν γράφουν επιστολές και κάρτες, δε χρειάζεται καν να αντιγράψουν κάτι ή να γράψουν μια διεύθυνση ή ένα τηλέφωνο στην ατζέντα τους. Σήμερα οι νέοι επικοινωνούν μεταξύ τους με e-mail, e-cards και SMS, συζητούν σε chat-rooms και forum και λόγω της οικονομίας του χώρου δημιουργούνται μηχανισμοί οικονομίας του κώδικα.
Για παράδειγμα, το ότι κάποιος γράφει «πάρε τηλ.» ή «στείλε μην.» δε σημαίνει ότι δε μπορεί να παράγει τα εκφωνήματα «πάρε τηλέφωνο» και «στείλε μήνυμα». Απλώς, όπως λέει και ο Prieto (1986: 207) από την άποψη της ποσότητας σημασιακής ένδειξης, το κόστος της μετάδοσης του μηνύματος θα ήταν μεγαλύτερο αν χρησιμοποιούσε τον κώδικα με τον μεγαλύτερο αριθμό σημειακών.
Επιπλέον, σύμφωνα με την Φραγκουδάκη (1987: 58) η παραβίαση της νόρμας μεταδίδει νοήματα άλλα από εκείνα που μεταδίδει η εφαρμογή της. Έτσι το εκφώνημα «δε μασάμε» μεταδίδει μηνύματα διαφορετικά από το εκφώνημα «δεν πιανόμαστε κορόιδα» ή οι λέξεις «στόκος» και «γατόνι» μεταδίδουν μηνύματα διαφορετικά από τις πιο «αποδεκτές» «χαζός» και «έξυπνος».
Στην υποθετική περίπτωση που ήταν αλήθεια τα περί γλωσσικής φτώχειας των νέων και σε περίπτωση που οι νέοι άρχιζαν να μιλάνε με βάση τη νόρμα, θα έχανε ο γλωσσικός τους κώδικας μεγάλο μέρος του σημασιολογικού του πλούτου. Δεν μεταδίδονται για παράδειγμα τα ίδια μηνύματα με τη φράση «μας την πέσανε οι μπάτσοι» και τη φράση «μας επιτέθηκαν οι αστυνομικοί». Η δεύτερη μεταδίδει το λανθάνον μήνυμα της αποδοχής της συγκεκριμένης εξουσίας ενώ η πρώτη συνεμφατικά περιέχει εχθρική διάθεση απέναντι στην αστυνομία.
Σε ότι αφορά τις ξένες λέξεις αναμφισβήτητα, «το πρόβλημα που αντιμετωπίζει κάθε γλώσσα που θέλει να αντεπεξέλθει στον σύγχρονο κόσμο είναι ότι πρέπει να παρακολουθεί όλες τις νέες εξελίξεις» (Spolsky 2001:74) Σύμφωνα με την Aitchison (2006: 208) η λειτουργική θεώρηση της γλώσσας υποστηρίζει ότι οι γλώσσες αλλάζουν, επειδή αλλάζουν οι ανάγκες των χρηστών της. Οι κοινωνιογλωσσικές αιτίες της γλωσσικής αλλαγής έχουν να κάνουν λοιπόν με την ανάγκη. Και η ανάγκη αυτή σίγουρα σχετίζεται με το λεξιλόγιο. Οι τρόποι που έχει η γλώσσα να ονομάσει καινούρια στοιχεία μια νέας κοινωνικής πραγματικότητας είναι τρεις: τα δάνεια, το νέο λεξιλόγιο (δηλαδή η κατασκευή νέων λέξεων) και η προέκταση του λεξιλογίου (προεκτείνεται όχι το λεξιλόγιο αλλά οι έννοιες).
Σύμφωνα με τη Φραγκουδάκη, « η «ξενηλασία», ο διωγμός των ξένων λέξεων στηρίζεται στη δοξασία για το ανώτερο πρότυπο, τη «σωστή» γλώσσα, που είναι ανώτερη και σωστή επειδή δεν αλλάζει.» (1987: 80) Και η Aitchison συμπληρώνει : «Στην πλειονότητά τους οι αυτοαποκαλούμενοι «ειδικοί» που υποστηρίζουν ότι η γλώσσα αποσυντίθεται δεν έχουν λάβει υπόψη τους την πολυπλοκότητα των παραγόντων που εμπλέκονται στη γλωσσική αλλαγή.» (2006: 345)
Αναφέρει επίσης η Aitchison ότι «οι προσπάθειες ανθρώπων που ενδιαφέρονται να προστατεύσουν μια γλώσσα δε φανερώνουν τίποτε άλλο παρά μια αγκίστρωση σε προσωπικές προτιμήσεις, οι οποίες δεν είναι απαραίτητο ότι συγκλίνουν με τις απόψεις των άλλων.» (2006: 359). Οι γλωσσαμύντορες για παράδειγμα της καθαρότητας της ελληνικής γλώσσας δυσανασχετούν με τη χρήση αγγλικών λέξεων χωρίς να τους πειράζουν λέξεις όπως βακτήριο, κινηματογράφος, ιστοσελίδα, διαδίκτυο κ.ο.κ. Δεν καταλαβαίνουν, γράφει ο Τριανταφυλλίδης, ότι ξένες είναι όλες οι λέξεις που εισάγονται μαζί με την έννοιά τους, ανεξάρτητα από την ετυμολογία τους, άρα ξένης προέλευσης δεν είναι μόνο οι λέξεις χουζούρι, ρεφενές ή ρεκλάμα αλλά και οι λέξεις αυθεντία, εγωισμός, λωποδύτης, οδοστρωτήρας, τηλεβόλο, γόητρο, πεζοδρόμιο.(1963: 12,37) Η λέξη μικρόβιο, για παράδειγμα, σύμφωνα με τον Benveniste, είναι λέξη γαλλική, γιατί στη γαλλική γλώσσα ανακαλύφθηκε το σημαινόμενο και πλάστηκε η λέξη και από τη γαλλική μπήκε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. (1974: 163-164)
«Προσεκτικότερη παρατήρηση της γλωσσικής αλλαγής έχει δείξει ότι αυτή είναι φυσική, αναπόφευκτη και ενδελεχής, και προϋποθέτει την ύπαρξη στενά συνυφασμένων κοινωνικο-γλωσσικών παραγόντων που δεν μπορούν εύκολα να απομονωθούν στην ανάλυση.» Aitchison (2006: 345) Η αλλαγή αυτή πυροδοτείται από κοινωνικούς παράγοντες και δεν είναι φαινόμενο των καιρών μας. Αρκεί να καταμετρήσει κανείς τις λέξεις που δανείστηκε η ελληνική στις αρχές του 20ου αιώνα από τα γαλλικά, όπως λικέρ, κρουασάν, αξεσουάρ, τρακτέρ, μοτέρ, γκαράζ ή από τα ιταλικά όπως παρτιτούρα, παντσέτα, φάτσα, μποτίλια, και τόσες άλλες.
Τέλος, σε ότι αφορά το επιχείρημα της χυδαιολογίας των νέων, δεν είναι δυνατόν να θεωρείται μια ποικιλία λόγου (αυτή των νέων) με χαρακτηριστικά εφήμερα και περιορισμένη σε συγκεκριμένα κανάλια και περιστάσεις επικοινωνίας (παρέα, chat, νεανικά περιοδικά, ραδιοφωνικοί σταθμοί κλπ) ως η μόνη ποικιλία λόγου που χρησιμοποιούν οι νέοι. Είναι αυτονόητο ότι οι νέοι έχουν στη διάθεσή τους και άλλες ποικιλίες λόγου που χρησιμοποιούν ανάλογα με την επικοινωνιακή περίσταση. Δε θα χρησιμοποιήσουν λοιπόν την συγκεκριμένη ποικιλία για να μιλήσουν σε έναν ηλικιωμένο ούτε για να γράψουν στις εξετάσεις του σχολείου ή του πανεπιστημίου.
Σίγουρα πολλοί εξακολουθούν να σοκάρονται από προσφωνήσεις του τύπου «ρε μαλάκα», «ρε πούστη», όμως το φαινόμενο είναι διαχρονικό και διαγλωσσικό. Το συναντά κανείς σε πολλές γλώσσες (πχ. Οι προσφωνήσεις cabrón(a), pendejo στα ισπανικά) και σε όλες τις εποχές και πρόκειται, σύμφωνα με τον Ανδρουτσόπουλο, για το συνθηματικό χαρακτήρα της «γλώσσας των νέων» και τη λειτουργία της ως γλωσσικής ταυτότητας και παράγοντα αλληλεγγύης. (1997: 562-576)
Είναι επίσης φανερό ότι «οι παραδηλώσεις ενός γλωσσικού όρου μπορούν να μεταβάλλονται από εποχή σε εποχή και από κοινωνία σε κοινωνία» (Νάκας, 1995: 201). Για παράδειγμα η προσφώνηση μωρέ από το μωρός που αρχικά σήμαινε βλάκας κατέληξε σήμερα να μην έχει καμία αρνητική παραδήλωση. Το ίδιο συμβαίνει πλέον και με εκφράσεις που ενώ θεωρούνται «χαμηλής» ποιότητας μεταδίδουν πολλά και πλούσια παραπληρωματικά νοήματα. Έτσι η έκφραση «και γαμώ» έχει μετατραπεί σε επιτατική της σημασίας του ουσιαστικού που τη συνοδεύει ( και γαμώ τα γέλια, και γαμώ τα παιδιά κ.ο.κ.), η λέξη «χέστηκα!» κατέληξε να σημαίνει «αδιαφορώ» και η έκφραση «γάμησέ τα!» «πολύ καλά» ή «πολύ κακά» ανάλογα με το συγκείμενο και τον τρόπο εκφοράς.
Ένα δεύτερο ερώτημα που γεννιέται στη διερεύνηση του «λεξιλογικού πλούτου» είναι το αν και κατά πόσο σχετίζεται η κοινωνική τάξη με τον «λεξιλογικό πλούτο» του ομιλητή.
Όπως αναφέρει η Τοκατλίδου «ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στον κοινωνικό περίγυρο που μεγαλώνει ένα άτομο και στη γλώσσα είναι κοινός τόπος». (1986:15) Δεν μπορεί λοιπόν να μελετηθεί ο ανθρώπινος λόγος έξω από τα πλαίσια της «κοινωνικής διαστρωμάτωσης» (Γεωργαλίδου :110)
Η γλώσσα λοιπόν «δεν είναι κοινωνικά αθώα» όπως λέει ο Barthes (1959 : 19) Συμπληρώνοντας η Φραγκουδάκη αναφέρει : «παραπληρωματικά νοήματα πολλά και πλουσιότατα, που δίνουν στις λέξεις η παράδοση, τα κοινωνικά πιστεύω και οι κοινωνικοί κανόνες που ρυθμίζουν την επικοινωνία, μεταδίδονται με τις πιο απλές φράσεις, με την επιλογή ακόμα και μιας λέξης». (1987: 23)
Υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που τεκμηριώνουν το γεγονός ότι υπάρχουν διαφορές που οφείλονται στην κοινωνική τάξη του ομιλητή, όπως η πρωτοποριακή μελέτη «The Social Stratification of (r) in NY City Department Store» του Labov ο οποίος παρατήρησε την ομιλία των πωλητών σε πολυκαταστήματα της Νέας Υόρκης και απέδειξε ότι υπάρχει κοινωνική διαστρωμάτωση που αντανακλάται στη φωνολογία. (Labov, 1972: 43)
΄Άλλη ενδεικτική μελέτη είναι αυτή του Bernstein, ο οποίος κατέληξε στο ότι «οι ταξικές σχέσεις δημιουργούν, κατανέμουν, αναπαράγουν και νομιμοποιούν διακριτές μορφές επικοινωνίας, οι οποίες μεταδίδουν κυρίαρχους και κυριαρχούμενους κώδικες.» (1991: 161-162)
Ωστόσο, δεν υπάρχουν μελέτες που να αποδεικνύουν ότι ανάλογα με την κοινωνική τους τάξη οι ομιλητές έχουν «φτωχότερο» ή «πλουσιότερο λεξιλόγιο». Ο όρος «περιορισμένος κώδικας» του Bernstein δεν συμπίπτει με τον όρο «περιορισμένο λεξιλόγιο». Όπως αναφέρει για το συγκεκριμένο θέμα η Φραγκουδάκη «Διακρίνοντας τους δύο κώδικες της αγγλικής σε δύο μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες, τόνισε από την αρχή ότι οι διαφορές που εμπειρικές έρευνες εντόπιζαν στη γλώσσα παιδιών με προέλευση εργατική ή μεσοαστική δεν αφορούσαν επιφανειακές διαφορές, π.χ. του λεξιλογίου, αλλά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουν τα παιδιά το περιβάλλον σε έννοιες, δηλαδή τόνισε ότι η ίδια η γλωσσική δομή είναι ταξικά προσδιορισμένη» (1987: 119).
Η Τοκατλίδου στη διαπίστωση διδασκόντων για μαθητές της περιοχής της Ορεστιάδας ότι «έχουν πολύ φτωχό λεξιλόγιο», αναφέρει : «αυτά τα παιδιά, που έχουν «πρόβλημα διατύπωσης» και «φτωχό λεξιλόγιο» μέσα στο σχολείο, δεν έχουν το ίδιο πρόβλημα έξω από αυτό. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις […] φάνηκε ότι είχαν ένα πλουσιότατο λεξιλόγιο, που όμως παρέπεμπε σε άλλες πραγματικότητες, πράγματα και τρόπους ζωής, της δικής τους αντίληψης της πραγματικότητας.» (1986: 14)
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Labov, ο οποίος «αμφισβητεί την «αρτιότητα» και «καλλιέργεια» του επεξεργασμένου κώδικα, και αντίθετα με τον Μπερστιν δεν του βρίσκει μόνο προτερήματα, αλλά και λεξιθηρία, κενολογία, στόμφο, σε αντίθεση με την αμεσότητα και την επικοινωνιακή πληρότητα λαϊκών παραλλαγών.» (Φραγκουδάκη, 1987: 120) Αν λοιπόν ως «πλούσιο λεξιλόγιο» χαρακτηρίζεται η επιτηδευμένη και πληθωρική χρήση εξεζητημένων και σπάνιων λέξεων, τότε αυτό μάλλον αποτελεί εμπόδιο και όχι μέσο για επιτυχή επικοινωνία.
Δυστυχώς όμως το σχολείο εξακολουθεί να συντηρεί μύθους όπως αυτόν του «πλούσιου λεξιλογίου» επιβάλλοντας την εκμάθηση της κανονιστικής, σχολικής παραλλαγής και παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι «η κοινωνική πολυγλωσσία είναι λειτουργική» (Φραγκουδάκη, 1987: 64). «Δεν υπάρχει ομιλητής ενός και μόνο υφολογικού επιπέδου ή μιας και μοναδικής γλωσσικής ποικιλίας δεν υπάρχει γλωσσική κοινότητα που να μην προσφέρει επιλογή μεταξύ γλωσσικών ποικιλιών» (Spolsky, 2001: 16)
Είναι αδύνατον συγκρίνοντας για παράδειγμα τη χρήση από έναν ομιλητή ανώτερης κοινωνικής τάξης της λέξης «σύζυγος» που ανήκει στον τυποποιημένο κώδικα και από έναν άλλον λαϊκότερης καταγωγής της λέξης «κυρά» που δεν αποτελεί την επίσημη παραλλαγή, να πούμε ότι ο πρώτος έχει «πλουσιότερο λεξιλόγιο» από τον δεύτερο. Είναι μάλιστα πιθανότερο να συμβαίνει το αντίθετο. Γιατί ο δεύτερος ομιλητής ίσως σε μια επικοινωνιακή περίσταση που θα απαιτούσε περισσότερη επισημότητα να χρησιμοποιούσε τη λέξη «σύζυγος», ο πρώτος όμως είναι απίθανο να έλεγε ποτέ «από δω η κυρά μου».
Η παραπάνω υπόθεση βέβαια είναι σχεδόν αδύνατον να επιβεβαιωθεί επιστημονικά. Δεν υπάρχει τρόπος να μελετηθεί το λεξιλόγιο ενός ομιλητή, πολύ περισσότερο το λεξιλόγιο μιας κοινωνικής ομάδας, καθώς στο λεξιλόγιο ενός ομιλητή δεν αποτελείται μόνο από τις λέξεις που χρησιμοποιεί (ενεργητικό λεξιλόγιο) αλλά και από τις λέξεις που κατανοεί αλλά δε χρησιμοποιεί (παθητικό λεξιλόγιο) είτε από συνειδητή επιλογή (ιδεολογική, κοινωνική ή άλλη) ή επειδή δεν έχει βρεθεί σε επικοινωνιακές περιστάσεις που θα του επιτρέψουν να το χρησιμοποιήσει.

Ένας άλλος μύθος σχετικός με τον «λεξιλογικό πλούτο» είναι αυτός των «φτωχών» και «πλούσιων» γλωσσών και το ερώτημα που γεννιέται είναι αν και κατά πόσο μπορούμε επιστημονικά να υποστηρίξουμε ότι μια γλώσσα έχει περισσότερες λέξεις από μία άλλη.
“The linguistic student should never make the mistake of identifying a language with its dictionary” (Sapir,1921:234) Η ρήση αυτή συνοψίζει τα πιστεύω όλων των σύγχρονων γλωσσολόγων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι δεν
υπάρχουν γλώσσες φτωχές ή πλούσιες και λαοί πνευματικά καθυστερημένοι ή προηγμένοι. Κάθε λαός, ακόμη και τεχνολογικά πρωτόγονος διαθέτει ένα τέλειο μέσο επικοινωνίας που τον βοηθάει στις συγκεκριμένες του ανάγκες.
Για το θέμα αυτό ο Lyons στο βιβλίο του για τον Chomsky γράφει : «Δεν υπάρχει διαφορά στον πλούτο του λεξιλογίου μεταξύ γλωσσών. Δηλαδή, υπάρχουν στα αγγλικά π.χ. ή στα ρωσικά πολυάριθμες λέξεις σχετικές με τη σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία, που δεν έχουν αντίστοιχές τους σε γλώσσες κοινωνιών χωρίς αναπτυγμένη τεχνολογία. Υπάρχουν ωστόσο επίσης πολυάριθμες λέξεις σχετικές με αντικείμενα, φυτά, έθιμα, συναισθήματα κτλ στις γλώσσες των ινδιάνων της λατινικής Αμερικής, που δεν έχουν αντίστοιχές τους στα αγγλικά ή στα ρωσικά ή τις άλλες γλώσσες βιομηχανικών κοινωνιών. Η γλωσσολογία δεν επιτρέπει σήμερα την περιγραφή του λεξιλογίου μιας γλώσσας σαν πλουσιότερου ή φτωχότερου από μιας άλλης γλώσσας. Όλες οι γλώσσες έχουν λεξιλόγιο επαρκώς πλούσιο για να εκφράσουν όλες τις αποχρώσεις νοημάτων που χρησιμοποιούν οι ομιλητές τους σε κάθε κοινωνία.» (1982 :21)
Αυτή η ισοδυναμία όλων των γλωσσών οδήγησε και τον Chomsky στη θεωρία των καθολικών χαρακτηριστικών που είναι κοινά σε όλες τις γλώσσες. Ο τομέας του λεξιλογίου βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, παρουσιάζει διαφορές ανάλογα με το πώς ταξινομεί τον περιβάλλοντα φυσικό και κοινωνικό κόσμο η κάθε γλώσσα. Με αυτή τη λογική δεν είναι περίεργο σε αρκετές γλώσσες των λαών της Αφρικής, οι οποίοι στηρίζουν την επιβίωσή τους στην καμήλα, να υπάρχουν πολλές λέξεις για το ζώο αυτό.
Δεν υπάρχει ωστόσο, επιστημονικός τρόπος να συγκρίνουμε το λεξιλόγιο δύο ή περισσότερων γλωσσών. Όπως αναφέρει ο Lado «το πλήρες λεξιλόγιο οποιασδήποτε από τις σπουδαιότερες γλώσσες που γνωρίζουμε είναι υπερβολικά μεγάλο και χρειάζεται έρευνα διάρκειας μιας ζωής για να το συγκρίνει κανείς, κομμάτι-κομμάτι, με οποιαδήποτε άλλο πλήρες λεξιλόγιο». (1974: 89)
Τα πεδία στα οποία για γλώσσα έχει αναπτύξει ευρύτερο λεξιλόγιο από μια άλλη, αντιστοιχούν με πολιτισμικά – κοινωνικά πεδία ιδιαίτερα αναπτυγμένα. Αυτός όμως είναι ένας μηχανισμός, το οποίο διαθέτουν όλες οι γλώσσες. Αν για παράδειγμα, μια ινδιάνικη κοινότητα βάσιζε τη διατροφή της στα ζυμαρικά, θα δημιουργούσε και αυτή μεγάλο αριθμό λέξεων για να περιγράψει την ποικιλία ζυμαρικών, όπως έχει κάνει η ιταλική γλώσσα.

Δεδομένου λοιπόν ότι όλες οι γλώσσες, από τις πιο παλιές μέχρι τις πιο νέες, λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, οι όποιες προκαταλήψεις για πλούσιο και φτωχό λεξιλόγιο σε σχέση με κοινωνικές ομάδες ή εθνότητες συνιστούν προκατειλημμένη, ρατσιστική και κατά συνέπεια επικίνδυνη αντιμετώπιση. Επιπλέον, όσοι ανυπόστατα χαρακτηρίζουν το λεξιλόγιο κοινωνικών ή εθνικών γλωσσικών κοινοτήτων ως «φτωχό» υπονοούν προφανώς ότι το λεξιλόγιο της γλωσσικής κοινότητας που αυτοί αντιπροσωπεύουν είναι καλύτερο.
Η θεώρηση αυτή δε διαφέρει και πολύ από τη συμπεριφορά των Ευρωπαίων αποικιοκρατών του προηγούμενου αιώνα που, με πρόσχημα τον «εκπολιτισμό» των αποικιών τους, επέβαλαν τη γλώσσα τους στις αποικίες.
Πολλές φορές επίσης, τέτοιες αρνητικές αξιολογήσεις, όπως «φτωχό λεξιλόγιο», «γλώσσες με μικρό αριθμό λέξεων», υιοθετούνται ακόμη και από τις γλωσσικές κοινότητες που αφορούν. Όταν λοιπόν τέτοιου είδους μειωτικοί χαρακτηρισμοί καταλήξουν να γίνουν πιστευτοί από μία γλωσσική κοινότητα, τότε και η ίδια αρχίζει να υποτιμά το γλωσσικό της ιδίωμα και αποποιείται το δικαίωμα της στο λόγο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Aitchison J. (2006) Γιατί αλλάζει η γλώσσα Πρόοδος ή παρακμή;, Αθήνα: Πατάκης
Barthes R. (1959) Le degré zéro de l’écriture, Paris: Gonthier
Benveniste E. (1974) Problèmes de linguistique générale τ.ΙΙ, Paris: Gallimard
Bernstein, Β. (1991) Παιδαγωγικοί κώδικες και κοινωνικός έλεγχος. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
Labov W. (1972) Sociolinguistic Patterns, Philadelphia: University Of Pensylvania Press
Lado R. (1974) Linguistics across cultures, Ann Arbor: The University of Michigan Press
Lyons J. (1982) Chomsky, London: Fondana
Prieto L. (1986), Μηνύματα και σήματα, Αθήνα: Νεφέλη
Sapir E. (1921), Language, New York: Harcourt, Brace, and Co.
Spolsky B. (2001), Κοινωνιογλωσσολογία, Πάτρα: ΕΑΠ
Weinreich U., Labov W. Herzog M. (1968) “Empirical Foundations for a theory of language change“ ιn W.P. Lehmann anad Y. Malkiel (eds), Directions for historical linguistics (pp 95-195) Austin: University of Texas Press
Ανδρουτσόπουλος Γ. (1997) Η γλώσσα των νέων σε συγκριτική προοπτική: Ελληνικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα: Πρακτικά της 17ης Ετήσιας Συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., (σελ. 562-576) Θεσσαλονίκη
Γεωργαλίδου Μ. (1996) Πραγματολογικές παράμετροι στην κατάκτηση της μητρικής γλώσσας, στο Πρακτικά 11ου Διεθνές Συνέδριου: Η κοινωνιογλωσσική διάσταση στη διδασκαλία και εκμάθηση σύγχρονων γλωσσών, τ.7, (σελ.109-132) Θεσσαλονίκη: University Studio Press
Νάκας Θ. (1995) Οι επικοινωνιακές λειτουργίες της γλώσσας, στο Μια πολυεπιστημονική θεώρηση της γλώσσας (σελ.193-232) Ηράκλειο : Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών
Τοκατλίδου Β. (1986) Εισαγωγή στη διδακτική των ζωντανών γλωσσών, Αθήνα: Οδυσσέας
Τριανταφυλλίδης Μ. (1963) Ξενηλασία ή ισοτέλεια: μελέτη περί των ξένων λέξεων της νέας ελληνικής Άπαντα, τομ. Α’, Θεσσαλονίκη
Φραγκουδάκη Α. (1987) Γλώσσα και ιδεολογία, Αθήνα: Οδυσσέας

Σχετικά με ΤΟΠΑΛΙΔΟΥ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ

Prof de français à Xanthi (Grèce), ville – carrefour de cultures, de langues et de traditions.

Ouverte à toute sorte d’approche en dehors des sentiers battus – projets, approche actionnelle, classe inversée, projets e-twinning, outils web2…

J’aimerais que mes élèves apprennent à réutiliser les acquis du cours dans des situations nouvelles, motivantes et différenciées, en dehors de la classe traditionnelle. .


Περισσότερες πληροφορίες
Δημοσιεύθηκε στην LINGUISTIQUE. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση