Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Ωχ! Βασανάκια

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη,   Ωχ!  Βασανάκια,

Περίληψη και σχόλια, Σύνταξη και επιμέλεια, Μιχάλης Γιοβανάκης, Β΄ Γυμνασίου

     Περίληψη

   Οι μαθητές καθώς προσπαθούν να  αφοσιωθούν  στο μάθημα τους ,στην  ταράτσα του απέναντι κτιρίου κάτι φοβερό συμβαίνει. Τα κορίτσια στην απέναντι ταράτσα που συνεχώς αυξάνονται και πληθύνονται και  βρίσκονται εκεί  για να  τους    αποσυντονίσουν.  Καθώς  οι μαθητές ταλαιπωρούνται τα κορίτσια  συνεχίζουν να παίζουν ανέμελα. Ωχ  βασανάκια, βασανάκια!Τα βλέμματα των  μαθητών δεν έφευγαν από το ενδιαφέρον θέαμα. Όμως  κάποια στιγμή ήρθε  η μάγισσα Βότσαινα  και φώναζε στα κορίτσια απειλητικά. Τα αγόρια όταν το αντιλήφθηκαν έφυγαν αμέσως και πήγαν να υπερασπισθούν τις αγαπημένες τους.

  Αυτό το διήγημα φανερώνει τον εφηβικό  έρωτα .Μοιάζει σαν παραμύθι. Τα  αγόρια σαν ιππότες  τρέχουν να προστατεύσουν τις πριγκίπισσές  τους από την κακιά μάγισσα. Όπως και στην πραγματικότητα τα κορίτσια καταφέρνουν  να κάνουν ένα αγόρι να τους προσέξει, έτσι και στο διήγημα γίνεται κάτι παρόμοιο. Ένας έρωτας κυβερνάει την ψυχή τους και τους παρασύρει στις αγαπημένες τους. Από ότι βλέπουμε λοιπόν το ερωτικό στοιχείο είναι φανερό στο διήγημα Ωχ βασανάκια.

Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα κάποια σχόλια για το διήγημα αυτό και πιστεύω ότι αξίζει να τα παραθέσω εδώ. Είναι από τον ιστότοπο (panosz.wordpress.com)

Ο ερωτικός πόθος στο διήγημα

Το ώχ! βασανάκια, δημοσιευμένο στα 1894, είναι ένα από τα κομψότερα και τα πιο ερωτικά διηγήματα του αγίου της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Με επίκεντρο το σχολείο αρρένων της εποχής, πρωταγωνιστεί ο πρώιμος ίμερος των μαθητών της τρίτης τάξης για τα συνομήλικά τους κοριτσόπουλα, που συγκεντρώνονται σε μια ταράτσα απέναντι.

Ο εις εκ των μαθητών της Γ’ τάξεως, υψηλός, οστεώδης, με ζωηρόν βλέμμα, φαινόμενος να είναι τουλάχιστον δεκαεξαέτης, δεν απέσπα το βλέμμα του από την ταράτσαν εκείνην, την υψηλήν. Έως τότε ψυχή δεν εφαίνετο επάνω εις την ταράτσαν, αλλά μετ’ ολίγον ωραίον κοράσιον, δεκατεσσάρων ετών, με τα ξανθά μαλλιά ξέπλακα εφάνη επί της ταράτσας. Κατόπιν άλλο της αυτής ηλικίας, επίσης με ξανθά μαλλιά, και εν άλλο με μαύρα μαλλιά. Ο μαθητής τότε εκείνος, όστις έπασχε φαίνεται, από πρώιμον έρωτα, ηκούσθη να ψθυρίζει:

–        Άχ! βασανάκια, βασανάκια!

Καθώς οι μαθητές της τρίτης μπαίνουν παρά τη θέλησή τους στη τάξη, η παρέα των κοριτσιών της ταράτσας μεγαλώνει:

Η μικρά αγέλη ηύξησε ταχέως, και θα ήσαν όλα δεκαπέντε έως δεκαοκτώ κοράσια, επάνω εις την ταράτσαν. Ήσαν πρώτον το Μαριώ και το Λενιώ και το Κατερινιώ, τα τρία κοράσια της οικίας. Είτα είχον έλθει από την πρώτην γειτονικήν οικίαν το Ξενιώ και η Κούμπω, δύο ωραίαι μελαχροιναί αδελφαί, η μία δεκατεσσάρων και η άλλη δώδεκα ετών. Μετ’ αυτάς ήλθαν το Φωλιώ το Βελισάρικο και το Μαχώ το Πορταρίτικο, από δύο άλλας παρακειμένας οικίας. Κατόπιν ήλθαν το Κατινιώ, η παπαδοπούλα, και η Ευανθία, η καπετανοπούλα, από την οικίαν της εξαδέλφης των, της Μαχώς, όπου ευρίσκοντο’ ύστερον ήλθαν το Τσιτώ το Ραφτί, και το Ασπασώ το Παναδί, και η Σοφούλα το Μπακιρί, και τελευταίαι ήλθαν η Μόρφω, η Σερετούλα και το Κυρατσώ και το Ασμινιώ, αι αδελφαί της, και προσετέθησαν εις τας άλλας. Όλαι ή σχεδόν όλαι ήσαν ωραία κοράσια με γαλανά όμματα, με μαύρα όμματα, με βαθέα και αμαυρά και οινωπά όμματα, με λευκόν χρώτα, με μελίχρυσον και χνοάζοντα χρώτα, με μαύρους και ούλους βοστρύχους, με μακρούς και ξανθούς και καστανούς πλοκάμους, με ελαφρά βαθουλώματα περί τας κόγχας των οφθαλμών, με ωραία λεπτά ρόδινα ή αβρά και κοράλλινα χείλη, με κυανιζούσας φλέβας, με χαρίεντας λακκίσκους και γελασίνους υπό τας παρειάς, με αναστήματα νεοφύτων κυπαρίσσων, με λεπτά τουλουπάνια, με λεπτά και διαφανή αλέμια περί την κεφαλήν, με κοντά φουστανάκια, με λευκάς περικνημίδας, και με συρτάς εμβάδας.

Ο σεμνός αλλά ολοφάνερα ασπαίρων ερωτικός πόθος (ο ίμερος) που αποπνέουν αυτές οι αριστουργηματικές αράδες δεν υστερεί καθόλου σε ένταση, αν τον συγκρίνουμε με εκείνον σε άλλες, πολύ πιο τολμηρές λογοτεχνικές περιγραφές της ελληνικής λογοτεχνίας!

Και τα δύστυχα αγόρια; Τι απόγινε μ’ αυτά;

Η αγέλη των μαθητών αντίκρυσε την αγέλη των κορασίων, και τα βλέμματα έβαλον κατ’ ευθείαν προς το προαύλιον της μεγάλης οικίας με την ταράτσαν, και οι πόδες ηρνούντο να βαδίζωσι προς άλλην διεύθυνσιν.

Τη λύση στο αδιέξοδο δίνει η επίθεση μιας γριάς μάγισσας, της Βότσαινας, στα κορίτσια. Τα αγόρια σπεύδουν να τα προστατεύσουν, μη γνωρίζοντας ότι τα πραγματικά μάγια βρίσκονται αλλού – και δε λύνονται παρά μόνο με το θάνατο.

 Μιχάλης Γιοβανάκης

Δημοσιεύθηκε στην Παρουσιάσεις διηγημάτων του Παπαδιαμάντη από μαθητές της Σκιάθου. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση