Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, Μια διαφορετική ματιά

Η. Παπαδημητρακόπουλος

«Επί Πτίλων Αύρας Νυκτερινής»
Πέντε κείμενα για τον Παπαδιαμάντη

(Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήναι 1992)

1. Φλώρα, ή Λάβρα;

ΒΡΑΔΑΚΙ, και βρέθηκα στο εξωκκλήσι του νησιού. Μεσοκαλόκαιρο, και έβραζε ο τόπος. Ζέστη, και τουρίστες να ελλοχεύουν παντού. Πλην σε απόκρυφα υψωματάκια, σε ρεματιές και ξέφωτα, παραμονές αγνώστων εορτών, συρρέουν κατά κύματα οι γηγενείς. Φθάνουν μεταμορφωμένοι, περίπου ως ικέτες, έχοντας αποβάλει (κατά έναν ανεξήγητον τρόπο) την εμπορική τους λεοντή. Κουβαλούν τεράστιους άρτους, με σουσάμι και γλυκάνισο, πρόσφορα για τους παπάδες, κουτιά με παστέλι, γλυκά του ζαχαροπλαστείου τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο, τυρί της άρμης κομμένο με επιμέλεια σε τετράγωνα μικρά τεμάχια, ούζο και τσίπουρο. Μετά τη λειτουργία στέκονται κοντά στην έξοδο του ναού, και φωνάζουν ξαφνικά με επίσημο τόνο:

– Πάρτε να σχωρέσετε τον…

Ο καθείς τους δικούς του – τη μάνα του, τον πατέρα του, τα πνιγμένα αδέλφια. – Ελάτε να σχωρέσετε τη Φλώρα, ακούω δίπλα μου ένα χούφταλο.

Πλησίασα. Μου πρόσφερε παστέλι και ρακί.

– Θεός σχωρέστην τη Φλώρα, λέω. Τι σου ήταν, παππού;

– Τίποτα, μου λέει. Στη γειτονιά έμενε, μα δεν είχε κανέναν δικό της.

Τι άλλο μου απόμενε να κάνω; Κατέφυγα για πολλοστή φορά στο διήγημα του Παπαδιαμάντη Φλώρα ή Λάβρα. Έχω διαβάσει πολλές φορές αυτές τις τέσσερις σελίδες. Ο Παπαδιαμάντης, γεροντοποιός πια (κατά την έκφραση του Μητσάκη), κάνει περίπατο, κατά το σούρουπο, στη Μεγάλη Αμμουδιά, τέσσερα χρόνια πριν πεθάνει. Περίπατος παρά θίν’ αλός, λοιπόν, με τον οποίον ουσιαστικά αποχαιρετά τον τόπο. Με γαλήνια πίκρα θυμάται τα αντίστοιχα βραδινά, τότε που (εις το έαρ του βίου του) ερχόταν εδώ. Όλα, φυσικά, έχουν τώρα αλλάξει. Ανέρχεται ένα δρομίσκον, και χάνεται μέσα στο άλσος των σχοίνων και των μυρσινών. «Η πόλις δεν μας καλεί. Η ερημία δεν μας διώκει», λέει εις εαυτόν. Βλέπει, τότε, από ψηλά το νεκροταφείο του τόπου και μελαγχολεί. «Ω, κοιμητήριον», ψιθυρίζει.

Μέσα στην άκρα ερημία, βαθεία σκιά απλούται. Εξαίφνης, μέσα από ερείπιον αγροτικής οικίας, εξήλθε μία όψις γραίας. Μία από τις αμέτρητες γραίες του Παπαδιαμάντη, πάμπτωχη και παντέρημη. Ο διάλογος που ακολουθεί δεν υπερβαίνει τις δύο αράδες, και είναι από τους ωραιότερους και αρτιότερους του Παπαδιαμάντη:

– Βρίσκεσαι ακόμη, γριά Φλώρα; της είπα ως εν εκστάσει.


– Δεν με λένε πλέον Φλώρα, παιδάκι μου, απήντησε, με λένε Λάβρα.

Λάβρα; Λαύρα; Φλώρα, ή Λάβρα;

Μου είναι αδύνατον να φθάσω στο σημείο αυτό του διηγήματος χωρίς να συγκινηθώ μέχρι δακρύων.

Εξ άλλου αντιλαμβάνομαι, τώρα πια, πώς για να εισέλθουμε στον κόσμο του Παπαδιαμάντη, είναι ανάγκη να διαθέτουμε το απαραίτητο ένδυμα. Αυτός, που τριγυρνούσε ρακένδυτος, επιχείρησε (επί ματαίω, καθώς απέδειξαν με τα λόγια τους μερικοί επίσημοι γραμματικοί), να μας προειδοποιήσει:

Μερικοί λένε, πως το Άνθος του Γιαλού έγινεν ανθός, αφρός του κύματος. Κ’ η Σπίθα εκείνη, η φωτιά του πελάγου που είδες, Μάνο, είναι η ψυχή του βασιλόπουλου, που έλυωσε, σβήστηκε στα σίδερα της σκλαβιάς, και κανείς δεν την βλέπει πια, παρά μόνον όσοι ήσαν καθαροί τον παλαιόν καιρόν, και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας. 

 

 

2. «Μετ’ εξοικονομήσεως…»

ΕΓΡΑΦΑ* την 22 (Σεπτεμβρίου 1874) ότι την 29 ή 30 να επισκεφθή το ταχυδρομείον δια να λάβη) επιστολήν μετ’ εξοικονομήσεως. Την 25 Σεπτεμβρίου τω έγραψα κλείσας και δεκάδραχμον.

Ο πατήρ
+ Σακελλίων Αδαμάντιος Εμμανουήλ

Αθήναι, 18 Αυγούστου 1889.
Σεβαστέ μου πάτερ,

[…]

Ευρίσκομαι χωρίς λεπτόν, διότι επλήρωσα τα χρέη μου και έκαμα ρούχα. Αλλά αν τυχόν έχετε ανάγκην από λεπτά, παρακαλώ τον κ. Αλέξ. Μωραϊτίδην, ον ασπάζομαι, να σας δώση πενήντα δραχμάς, και άμα έλθη εις Αθήνας τάχιστα, συν Θεώ, θα τω τας αποδώσω.

Ασπάζομαι την δεξιάν σας και της μητρός
ο υιός σας Αλέξανδρος

Εν Σκιάθω τη 19 Σεπτεμβρίου 1893.

Υιέ μου Αλέξανδρε,

Με τον Αλέξανδρον Μωραϊτίδην σου εστήλαμαι 3 φανέλας τώρα δε με τον εξάδελφόν μας Σ. Οικονόμου να λάβης τρία υποκάμησα της κόλας και τρία εσώβρακα, και αργότερα θα σου στήλομαι και άλλα πέντε τα τρία της κόλας και δύο νυχτικά και με υγίειαν να τα χαλάσης…

σε εύχομαι και μένω

η μήτηρ σου Αγγελική Αδαμαντίου Οικονόμου

Καίτοι με απωθούν, γενικά, οι επιστολές των επιφανών (η πόζα τους, η κατασκευή, η πεποιημένη υστεροφημία, οι γλυκανάλατες εκφράσεις, οι ευγενικές, γενικόλογες και κενές ρήσεις, η ψευτιά που κουβαλάνε), με συγκλονίζει η αλληλογραφία του Παπαδιαμάντη με τους γονείς του. Βλέπουμε εναργέστατα σ’ αυτήν μια δραματική συνιστώσα του παπαδιαμαντικού έργου, τη στέρηση. Όταν ό παπα-Αδαμάντιος εξοικονομεί ένα δεκάδραχμο και το «εγκλείει» στο γράμμα του προς τον Αλέξανδρο, ο Παπαδιαμάντης είναι ακόμη 23 ετών —αλλά όταν ο τελευταίος γράφει ότι «βρίσκομαι χωρίς λεπτόν» και να παρακαλέσουν τον Μωραϊτίδη για δανεικά, έχει ήδη πατήσει τα 38—, όταν, δε, η μάνα του του στέλνει από το νησί πουκάμισα, φανέλες και σώβρακα, ο Παπαδιαμάντης έχει καβατζάρει τα 42, και μάλλον περιφέρεται με το παλτό που του έστειλε από το Λονδίνο (αποφόρι του, πάντως) ο Αλέξανδρος Πάλλης. Το περίφημο εκείνο παλτό, αρκετά τριμμένο, που ο Παπαδιαμάντης προσάρμοζε επάνω του με παραμάνες…

Με ταξιδιώτες, συγγενείς, φίλους, ή τον τροφοδότη του πλοίου «Πανελλήνιον», ο παπάς στέλνει στον Αλέξανδρο ό,τι καταφέρνει και εξοικονομεί, τα σημειώνει δε με κάθε επιμέλεια. Χρήματα, «τσοράπια μάλλινα», «κυδώνια εντός κοφινίου», «δύο εσώβρακα άσπρα», «οκταπόδιον οκά 1.275», «36 αυγά βαμμένα», «ολίγα σύκα», «αστακοουρές», «δύο ζεύγη κάλτσες βαμβακερές», κ.ο.κ. Πίσω από όλη αυτή τη συνεχή φροντίδα, δεν είναι καθόλου δύσκολο να φαντασθούμε τη διαρκή αγωνία της παπαδιάς.

Και ο Παπαδιαμάντης; «Ο πάτερ Γεράσιμος μικρά μου έδωκε δια τον οκτώβριον (20 δρχ.), με εκράτησε δε καθ’ όλον τον μήνα έως 15 φοράς και συνεφάγομεν και τούτο οικονομία είναι», τους πληροφορεί. «Ομπρέλλαν δια τον Γεώργιον δεν δύναμαι να στείλω, διότι δεν μου έμειναν χρήματα, και εγώ δε αυτός έχω ανάγκην όμπρέλλας». «Το γραμμάτιόν μας του λαχείου των Αρχαιοτήτων δεν το εκερδήσαμεν». «Το βάζον της κινίνης, όπερ σας αποστέλλω, επλήρωσα δραχμ. 9». «Στείλατέ μοι τα έξοδα μου, και έρχομαι χωρίς άλλο».

Με τις (ελάχιστες) αγορές, που του παραγγέλνει ο παπα-Αδαμάντιος, δεν φαίνεται να τα πολυκαταφέρνει. Με το καλυμμαύχι, που ο παπάς του έγραψε να του αγοράσει (αφού έπεμψεν εξοικονόμησιν), τα πράγματα πήγαν καλά. Αλλά με τα παπούτσια… «Έλαβον και τα παπούτσια», γράφει στον Παπαδιαμάντη, «τα οποία μετεχειρίσθην εξ ανάγκης. Είναι δε σχήματος γυναικείου, στενά και αβαθή, και το πλείστον του επάνω μέρους του ποδός μου ασκέπαστον».

Η παντός είδους στέρηση τον συνόδευε δια βίου. Στα διηγήματά του συναντάμε πολλά από όσα λαχταράει — «εχίνους και στρείδια, αστακούς μαγειρευτούς με μάραθα», τα γλυκύτατα και συναρπαστικά «φουσκάκια» (τους λουκουμάδες), μέχρι όλα εκείνα που «δεν ήτο ειμαρμένον» να γευθεί: «τρεις γυναίκες γυμναί, ολόγυμναι», «το εύκολπον και γλαφυρόν στήθος της» κ.ο.κ. Το 1909, «γεροντοποιός» ήδη (ετών 58…), δύο χρόνια πριν πεθάνει, βρίσκεται στη Σκιάθο. Κάνει περιπάτους, κατά το σούρουπο και, μελαγχολικώς, εγκαταλείπεται στον γενέθλιο χώρο. Ξαφνικά, Μάιο μήνα, κάνει την εμφάνιση του στο νησί ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, «με την Στρατολογικήν Επιτροπήν». Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τη δοκιμασία του Παπαδιαμάντη. Ο Καρκαβίτσας είναι μόνιμος υπίατρος, τότε, διαθέτουμε δε και φωτογραφία του με την επίσημη, μπλε στολή της εποχής. Συνοδευόμενος από τον νομάρχη, βγαίνουν στην αγορά και αναζητούν τον Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης, φορώντας το αιώνιο πανωφόρι του, ακουμπά στον λιγδιασμένο παραστάτη ενός μαγαζιού. Τους βλέπει, και κρύβει το κεφάλι του. Μετά από αρκετή ώρα αποφασίζει να βγει. Βαδίζει προς τον Καρκαβίτσα και μόλις τον πλησιάσει αρχίζει και κλαίει… Χαιρετιούνται και υστέρα το βάζει στα πόδια, λέγοντας του: «Τι είμαι εγώ; Δεν έπρεπε και νά’ρθω να σε χαιρετήσω μάλιστα. Πώς νά’ρθω εγώ σε τέτοια συντροφιά;».

Παρέθεσα, με δάνεια στοιχεία,** όλα αυτά τα άκρως μελαγχολικά (σπαραξικάρδια, θα τα έλεγαν οι μεγαλόσχημοι βολεμένοι), γιατί πιστεύω ότι η είσοδος στον κόσμο του Παπαδιαμάντη απαιτεί και μια ψυχική προετοιμασία — κάποιο είδος νηστείας και προσευχής. Είναι ένας κόσμος που εκ προοιμίου αποκλείει κάθε μορφή αλαζονείας: ο αναγνώστης εισέρχεται χάριν ταπεινώσεως…


* Παπαδιαμάντης Α., Αλληλογραφία, Οδυσσέας, Αθήνα 1981.
** Βαλέτας Γ., Παπαδιαμάντης, Η ζωή -το έργο – η εποχή του, Σ. Δημητράκος, Αθήνα 1955.

3. Αναφορά στο χιούμορ του Παπαδιαμάντη

Τον διακρίνει φυσικότης και αφέλεια, την οποίαν εξαίρει αττικίζουσα χάρις, απλή μελαγχολία, της οποίας τα ελαφρά σύννεφα φωτίζει ο ήλιος φιλομειδούς ειρωνείας.

Δ. Κακλαμάνος, «Ομιλία», 1908
(Εφημερίς «Νέα Ζωή»)

ΕΙΘΙΣΤΑΙ ΝΑ ΛΕΓΕΤΑΙ ότι οι Έλληνες, ως λαός, στερούμεθα χιούμορ. Με τη μυστηριώδη δε, ικανότητα που διαθέτουμε, να εμφανίζουμε δηλαδή σετάκι τα πλέον ετερόκλητα και αναπόδεικτα πράγματα, καθιερώσαμε ως ορισμό του χιούμορ το αντίθετο της σοβαρότητος! Ο πανικός, που προκαλεί αυτή η καθεστηκυία άποψη, είναι τόσο μεγάλος, ώστε σπανίως διανοείται κάποιος, ο οποίος κήδεται της σοβαρότητός του, να αποτολμήσει κάποιο αστείο, ένα λογοπαίγνιο, ή ένα καλαμπούρι.

Και όμως το λογοπαίγνιο, το αστείο, το καλαμπούρι, η πλάκα, αποτελούν σχεδόν εθνικά χαρακτηριστικά μας… Τότε, πώς ερμηνεύεται αυτή η επίσημη στάση; Νομίζω ότι η λυδία λίθος κρύβεται ακριβώς υπό τις μοιραίες αυτές λέξεις: επίσημη, επίσημος, και σοβαρότης. Θα μπορούσε να λεχθεί, με ικανές φιλοδοξίες αφορισμού, ότι οι Έλληνες στερούνται χιούμορ άπαξ και καταστούν επίσημοι. Ολόκληρη η γραμματολογία μας αποδεικνύει ότι, σε κάθε εποχή, διαθέτουμε εξαίρετους χιουμορίστες! Στενεύοντας απελπιστικά το χρονικό και ειδολογικό πλαίσιο, βλέπουμε μια λαμπρή πλειάδα συγγραφέων (και εν γένει δημιουργών), να μας παραδίδουν εξαίρετα έργα, με βασικό στοιχείο το χιούμορ. Μεταξύ του Ροΐδη και του Σκαρίμπα, που συνήθως μνημονεύουμε, κινείται ένας ολόκληρος κόσμος: ο Μπάμπης Άννινος, ο Στάμ. Στάμ., ο Δημήτρης Ψαθάς, ο Μποστ., ο Μίνως Αργυράκης, ο Ανακρέων Καναβάκης, ο Νάσος Θεοφίλου, κ.ά.π. Τους περισσότερους τους αγνοούμε, απλώς γιατί δεν τολμούμε να τους γνωρίσουμε ως μη σοβαρούς (από τον κανόνα δεν γλίτωσε ούτε ό Σκαρίμπας — αντιθέτως μάλιστα!), απαιτείται δε και κάποια δόσις θάρρους, για να ποιήσουμε και απλή, έστω, μνεία ορισμένων…

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στα διηγήματα του, κάνει συχνή και άγρια χρήση του χιούμορ — και θα δούμε γιατί. Και όμως, σε ολόκληρη την παπαδιαμαντική βιβλιογραφία βρίσκουμε ουσιαστικά ένα μόνο άρθρο με τίτλο «Το χιούμορ του Παπαδιαμάντη». Εγράφη το 1919 από τον Στέφανο Δάφνη, και δημοσιεύτηκε σε τρεις συνέχειες στο περιοδικό Βωμός.

Βρήκα κατόπιν εορτής, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της πρώτης μορφής του παρόντος άρθρου στο περιοδικό Γιατί, το κείμενο εκείνο του Στέφανου Δάφνη στην Εθνική Βιβλιοθήκη: η έκδοση Βαλέτα παραπέμπει, λόγω τυπογραφικού προφανώς λάθους, στο τεύχος 81 του Βωμού. Τελικώς απεδείχθη ότι πρόκειται για το τεύχος 8.

Ο Στέφανος Δάφνης σημειώνει, εκεί, μεταξύ άλλων:

Το αβίαστο χιουμοριστικό πνεύμα του Παπαδιαμάντη φαίνεται περισσότερο στον διάλογο, που είναι στολισμένος πότε με μιαν αλαφριάν ειρωνία, πότε με κανέναν πλάγιο ξιφισμό, καμμιά φορά όμως με κάποια φράση που είναι τόσο πρόχειρες στη λαϊκή κουβέντα.

Προφανώς ο Στέφανος Δάφνης δεν λησμόνησε τη νησιωτική καταγωγή του Παπαδιαμάντη — εις την οποίαν και αποκλειστικώς απέδωσεν ό,τι απεκάλεσε «Εύθυμον πνεύμα» του τελευταίου.

Κανένα από τα αφηγηματικά στοιχεία του Παπαδιαμάντη δεν είναι απλό: το ίδιο συμβαίνει και με το χιούμορ, που παρουσιάζει εξαιρετικές διακυμάνσεις, ή και δυσκολίες. Άλλοτε είναι εύκολο, αβίαστο, προσιτό, καλοπροαίρετο —άλλοτε σκοτεινό, ερμητικό, συγκεκαλυμμένο, υπόγειο, σαρκαστικό. Πόσο αθώα, π.χ., είναι η φράση από την συγκινητική Σταχομαζώχτρα:

Τον Ιούνιον, κατ’ έτος, επεβιβάζετο εις πλοίον, έπλεεν υπερπόντιος, και διεπεραιούτο εις Εύβοιαν;

Ή, γιατί στον τραγικό Νεκρό ταξιδιώτη σκοντάφτουμε αίφνης στη φράση:

Διαπόντιος νεκρός, χωρίς ποτέ να γίνη υποβρύχιος;

Ολόκληρο το έργο του Παπαδιαμάντη βρίθει κυριολεκτικά από φράσεις και εκφράσεις, όπου το χιούμορ παίζει βασικό ρόλο όχι για τη δημιουργία κάποιου ύφους (ή, ενός «εύθυμου πνεύματος» απλώς), αλλά για την ουσιαστική λειτουργία του κειμένου. Δηλαδή, το χιούμορ αποτελεί περίοπτο αφηγηματικό στοιχείο στο έργο του Παπαδιαμάντη. Το χιούμορ, η ειρωνεία, ο σαρκασμός συνιστούν όπλα, με τα οποία ο Παπαδιαμάντης άσκησε την (οξύτατη) κοινωνική κριτική του – την πολιτική του κριτική.

Από την άποψη αυτή (και από την άποψη αυτή…) είναι χαρακτηριστικά πολλά διηγήματα του. Χάριν οικονομίας, θα περιοριστώ σε δύο μόνον:

Με τον καιρόν, όταν εμεγάλωσεν η κόρη —ήτο κομψή, χλωμή, και ονειρώδης— ανάγκη πάσα να την εμβάσουν εις τον κόσμον δια της μεγάλης θύρας. Της επήραν δασκάλαν στο πιάνο, στα γαλλικά. Κάτι έμαθεν η κόρη να τραγουδίζη και να βομβή, ακόμα και τον ‘Χορ-χορ-αγάν’. Τέλος έπρεπε να την υπανδρεύσουν, να της αγοράσουν δηλαδή σύζυγον. Ή ένα στρατιωτικόν από ιστορικήν οικογένειαν, ή ένα πολιτευόμενον με μέλλον. Εις τι θα εχρησίμευεν η προιξ, εάν δεν θα είχεν ο άνθρωπος να βαπτίζη όλα τα χωριατόπουλα, και να στεφανώνη όλα τα ανδρόγυνα, διά να κάμη κουμπάρους και κομματάρχας; Είναι γνωστόν ότι αι εκλογαί γίνονται με κουμπαριές κ’ ενίοτε με κουμπουριές.
( Μεγαλείων οψώνια’)

Πραγματικό ορυχείο αναλόγων παραθεμάτων είναι το διήγημα Οι Χαλασοχώρηδες — που δεν αποτελεί, εννοείται, παρά μια οξύτατη καταγγελία:

και διωρίζετο κατ’ εκλογήν ιδίως εις τας βουτυροφόρους επαρχίας…

ο βέβαιον είναι ότι, κατά τινα χύσιν παρασήμων…

εις τον επιτήδειον περί τον εξαρρενισμόν των θηλέων χασάπην…

ο κήρυξ επανέλαβε δια τον τύπον τρις, χύμα και με νυσταγμένην φωνήν…

Ο κατάλογος είναι ατελείωτος… Η Δασκαλομάννα, τα Φώτα –Ολόφωτα, Η Συντέκνισσα, το Άλλος τύπος, Η φωνή του Δράκου, το Δημαρχίνα νύφη, Ο Πεντάρφανος, Ο χορός εις του κ. Περιάνδρου, το Έρως-ήρως, το Χωρίς στεφάνι, Τ’ μπούφ’ του π’λί, Η Φαρμακολύτρια, Η Άκληρη, Η Μαούτα, Το κουκούλωμα, το Νεκράνθεμα εις την μνήμην των, Η Πεποικιλμένη, το Αποκριάτικη νυχτιά, το Βαρδιάνος στα σπόρκα κτλ. κτλ., μας αποκαλύπτουν ευχερέστατα (και εναργέστατα) μία ακόμη διάσταση της τέχνης (και της τεχνικής) του Παπαδιαμάντη. Γι’ αυτό με άφησε πλήρη αποριών η φράση του Παν. Μουλλά στο Α.Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος: «Η σκέψη του συγγραφέα μας, γεμάτη κοινούς τόπους, ελάχιστα μαρτυρεί τον άνθρωπο πού χρησιμοποιεί το δικό του μυαλό• τα ψυχρά του λογοπαίγνια δεν προδίδουν μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ…».

Υποβοηθητικό στοιχείο, και πάντως συναφές προς το χιούμορ, αποτελούν και οι, συγκεκαλυμμένες συνήθως, βωμολοχίες του Παπαδιαμάντη. Πολλές φορές εκφέρονται ευθέως:

και κατόπιν επείραξε μίαν χήραν ‘απασσάλωτην’.
(Οι Χαλασοχώρηδες )

Όχι σπανίως, όμως, ο συγγραφέας προτιμάει έμμεσους τρόπους — και, συνήθως, καταφεύγει σε άσματα δημοτικά, ή και της εποχής:

Ασπροκολοβολούσα μου, και άσπρη σαν το γάλα, σένα σου πρέπει λεβεντιά, σου πρέπει και καβάλα.
(Άσπρη σαν το χιόνι)

Μνημονεύω, επίσης, την ένταξη στα παπαδιαμαντικά κείμενα αποσπασμάτων από τραγούδια. Τα παραθέματα αυτά επιφορτίζονται με ποικίλες λειτουργίες —από τις οποίες πιο συχνή είναι η υποστήριξη ενός συγκεκριμένου κλίματος, σε ένα δεδομένο διήγημα. Πολλές, όμως, φορές φαίνεται να εκφράζουν, εμμέσως, λαχτάρες του αφηγητή:

το νόστιμο σου το κορμί,
χήρα παπαδιά!
όπου το λαχταρίζω.

(Η χήρα παπαδιά)

4. Γκιουβέτσια και άλλα στον Παπαδιαμάντη

Το διήγημα θριαμβεύει• όχι πλέον αναγέννησις,


αλλά η γέννησις του ελληνικού διηγήματος
ετελέσθη επί των ημερών μας.
Κ. Παλαμάς (1892)

Αργότερα, αυτά που ονομάζουμε διηγήματα,
είναι σύντομες συνήθως αφηγήσεις, όπου
περιγράφεται μια στιγμή της ζωής ενός ανθρώπου,
ή δίνονται χαρακτηριστικά επεισόδια ψυχογραφίας και ηθογραφίας.
Κάποτε το σύνολο απαρτίζεται από μια περιγραφή.
[Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Ίκαρος, Αθήνα 1985]

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ κατά την περίοδο της λαμπράς ακμής του (περίοδο για την οποία, εκπρόσωπος της γενιάς του ’30, μίλησε ανερυθριάστως για προϋπάρχον κενό…), στηρίζεται σχεδόν στο σύνολό του στην τεχνική της περιγραφής. Η τεχνική αυτή, που συνήθως εκμεταλλεύεται τη λειτουργία της μνήμης, οδήγησε το ελληνικό διήγημα σε κορυφαία επιτεύγματα — αλλά, ταυτοχρόνως, συνέβαλε σε παρερμηνείες και παρανοήσεις από κοντόθωρους και μίζερους γραμματικούς, οι οποίοι τελικώς διέβαλαν τους κορυφαίους και πιο γνήσιους εκπροσώπους αυτού του είδους του αφηγηματικού λόγου.

Η μεθοδολογία της περιγραφής (δηλαδή, ουσιαστικά, ή πραγματογνωσία) επέτρεψε στους έλληνες διηγηματογράφους να οικοδομήσουν ένα στέρεο, πειστικό και ευχερώς αναγνωρίσιμο χώρο, από όπου τα πρόσωπα δεν προκύπτουν αυθαίρετα και αδέξια από κάποιον ως από μηχανής θεό, αλλά αναδύονται φυσικότατα και θάλλουν, μέχρις ότου αναχθούν σε πρόσωπα του μύθου. Μέχρις ότου, δηλαδή, υπερβούν την αρχική υπόστασή τους, την αποβάλουν και καταστούν ήρωες. Ο χώρος τους παρακολουθεί: λειτουργεί προϊόντως επέκεινα της αρχικής περιγραφής, καθιστάμενος τελικά ένας χώρος ποιητικός -ένας χώρος ιδιαίτερης μαγείας.

Οι μεγάλες και, κυρίως, οι πολλαπλές δυνατότητες της περιγραφής, δεν έγιναν πάντα αντιληπτές κατά την αποτίμηση του έργου των διηγηματογράφων μας. Ίσως αυτό μπορεί να ερμηνεύσει γιατί στεγνοί και κόρδακες γραμματικοί έπνιξαν, κυριολεκτικά, τη νεοελληνική λογοτεχνία μέσα σε αυθαίρετα και ισοπεδωτικά φιλολογικά σχήματα. Τις περισσότερες φορές δεν αντελήφθησαν ούτε καν το άλλοθι της περιγραφής — ενώ επιμόνως τους διέφευγαν και η διαστολή του χώρου και η αναγωγή των προσώπων. Ξεμπέρδεψαν, ταυτίζοντας την περιγραφή με λαογραφικές και ηθογραφικές καταγραφές (ενίοτε, κάπως μεγαλόψυχα, αναγνωρίζουν κατά παραχώρησιν και ψυχογραφικές αρετές), προσάπτοντας, εν είδει κάποιας αόριστης καί, πάντως, αφ’ υψηλού μομφής, την κατηγορία (η λέξη με τη διπλή της έννοια…) του ηθογράφου σε όλους συλλήβδην τους εξέχοντες δημιουργούς.

Οι εκτιμητές αυτοί, αδυνατώντας να εννοήσουν την υπερβατική ταύτιση των αφηγηματικών προς τα δραματικά στοιχεία, κατέληξαν σε αρνητικές και άθλιες αποτιμήσεις του έργου του Παπαδιαμάντη,(1) του Μωραϊτίδη, του Θεοτόκη, του Βικέλα(2) και πλείστων άλλων πεζογράφων μας. Η κατάρα για τα γράμματά μας έγκειται στο γεγονός, ότι αυτές οι αρνητικές αποφάνσεις κυκλοφορούν και αναπαράγονται συνεχώς μέχρι των ημερών μας — και μάλιστα με ένδυμα οιονεί επίσημο και μάλιστα χωρίς, μέχρι τώρα, ανάλογο αντίλογο.

Η κριτική προσέγγιση, ακόμη και η αισθητική, του έργου τόσων λαμπρών δημιουργών, διέπεται και από ένα σύνδρομο πρωταθλητισμού — πιο «ωχρός» ο Μωραϊτίδης έναντι του Παπαδιαμάντη κ.ο.κ. Χάνουμε έτσι την ευκαιρία να δούμε πως λειτουργεί η ίδια τεχνική στους δύο πεζογράφους που μόλις αναφέρθηκαν, δεδομένου ότι και οι δύο περιγράφουν (όσο περιγράφουν…(3) τον αυτό χώρο, στον αυτό χρόνο και τους ίδιους πάνω-κάτω ανθρώπους.

Ας δούμε, π.χ., Τα ρόδιν’ ακρογιάλια του Παπαδιαμάντη, έργο του 1907, η δράση του οποίου διέρχεται και μέσω ενός ελαιοτριβείου. Το ελαιοτριβείο, στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, δεν παίζει κανένα ιδιαίτερο ρόλο ούτε στην ανάπτυξη της ιστορίας ούτε στην εξέλιξη των ηρώων: ο Παπαδιαμάντης σχεδόν το αντιπαρέρχεται. Η περιγραφή του είναι στοιχειώδης, χθαμαλή, μετά βίας ιχνογραφείται ο χώρος.

Αντιθέτως στο διήγημα του Μωραϊτίδη Ο δεκατιστής (1894), ήρωας είναι ένας φορατζής ελαιοκάρπου. Η περιγραφή του ελαιοτριβείου, χώρου όπου ο δεκατιστής ασκεί κατ’ εξοχήν το ειδεχθές του έργο, καταλαμβάνει μεγάλη έκταση στον Μωραϊτίδη — και, φυσικά, όχι για να διασώσει τα ήθη της εποχής… Οι λεπτομέρειες είναι συναρπαστικές, μια ποιητικότατη διάθεση διατρέχει τις σελίδες του, ώστε το κείμενο να λειτουργεί άκρως υποβλητικά.

Ανάλογες, αλλά ακριβώς αντίστροφες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν με την περιγραφή του ταρσανά της νήσου: στο διήγημα Ολόγυρα στη λίμνη,
ο Παπαδιαμάντης μας προσφέρει, ανεπανάληπτες σελίδες της ναυπηγήσεως και, ιδίως, της καθελκύσεως του μεγάλου σκάφους -αφού, την τελευταία αυτή σκηνή, θα επιστέψει, ακριβώς η ηρωίδα της μυθιστορίας.

Στη διηγηματογραφία του Παπαδιαμάντη είναι απίστευτος ο πλούτος των πραγμάτων. Ο αριθμός των όσων περιγράφονται είναι ελάχιστος -αλλά ο αφηγηματικός χώρος πολλαπλασιάζει και διαστέλλει τα πράγματα. Στον αναγνώστη, πάντως, προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση οι συχνές και επίμονες αναφορές σε φαγητά, γραμμένες μάλιστα με ιδιαίτερη τρυφερότητα.

Άγρια λάχανα, τυρόπιττες, περσικό πιλάφι, σούβλες, νεφραμιές, γουρουνοπούλες, χοιρίδιον παραγεμιστόν, σπληνάντερα, κοκορέτσι (ως προφταστήρια, ή ψυχόσιαγμα…), χέλι ψητόν μετά φύλλων δάφνης στη σούβλα, τρυφερά ερίφια, κρίταμα, αρμυρήθραι, τουλουμοτύρια, εχίνοι και οστρείδια, αστακοί μαγειρευτοί με μάραθα, πετροκάβουρα, παγούρια εύχυμα, κογχύλια, γωβιοί, λάχανα θαλασσινά, μοσχάτος οίνος, μαστίχαι, ρούμι, ρακή, μπακλαβάδες, τρίγωνα, χαμαλιά, τηγανίτες, φουσκάκια, πετμέζι, ξηρά σύκα, και τόσα άλλα χάδια της κοιλιάς, πάνε και έρχονται στις σελίδες των μυθιστοριών του.

Εις όμως υπάλληλος ήτο πολύ πονηρός, και τον είχε καταλάβει. Φαίνεται να ήτον «Μωραΐτης». Αλλ’ ο μπαρμπ’-Αλέξη ς ταχέως τον αφώπλισεν. Υπό την πρώραν της βάρκας έκρυπτε πάντοτε μίαν τσότραν γεμάτην, ή και δαμεζάναν ολόκληρον, του ευρίσκοντο δε και κάτι ορεκτικά εδέσματα της πατρίδος του. Με μισή αστακοουρά, με κανέν καπνιστό κεφαλόπουλο της λίμνης, με ολίγον αυγοτάραχον, μ’ ένα έγχελυν αλατισμένον, όλα προϊόντα της μικράς ωραίας νήσου, ο μπάρμπ’-Αλέξης έκαμνε τη δουλειά του.
(Ο Πανταρώτας)

Έμειναν σύμφωνοι να έλθη ο λεμβούχος να τους δώση είδησιν εις τας τρεις, δια να ετοιμασθούν, και εις τας τέσσαρας να εκκινήσωσιν. Ο παπα-Φραγκούλης διέταξε να τεθώσιν εις σάκκους αι προσφοραί όσας είχε, καί τινα δίπυρα, και εις δύο μεγάλα κλειδοπινάκια έθεσεν ελαίας και χαβιάρι. Εγέμισε δύο επταοκάδους φλάσκας με οίνον από την εσοδείαν του. Ετύλιξεν εις χαρτιά δύο ή τρία ξηροχτάποδα, και, μικρόν κυτίον το εγέμισεν ισχάδας και μεγαλόρραγας σταφίδας…

Έφεξεν ο Θεός την χαρμόσυνον ημέραν, και οι αιπόλοι εφιλοτιμήθησαν να σφάξωσι και ψήσωσι δύο τρυφερά ερίφια, ενώ οι δύο υλοτόμοι είχαν φέρει από το βουνόν πολλάς δωδεκάδας κοσσύφια αλατισμένα• και ο καπετάν-Κωνσταντής ανεβίβασεν από το γολετί, το οποίον ουδένα κίνδυνον διέτρεχεν, όπως ήτο καθισμένον, αν δεν έπνεε νότος από της ξηράς να το απωθήση προς το πέλαγος, ανεβίβασε δύο ασκούς γενναίου οίνου και εν καλάθιον με αυγά και κασκαβάλι της Αίνου και ημίσειαν δωδεκάδα όρνιθας και μικρόν βυτίον με σκομβρία.
(Στο Χριστό στο Κάστρο)

Έφθασαν εις τον Άγιον Ηλίαν άμα τη ανατολή του ηλίου, και αφού εδροσίσθησαν υπό την εξαίσιον φυλλάδα των μεγαλοπρεπών πλατάνων και έπιον ύδωρ εκ της αμφιλαφούς κρήνης, της προχεούσης εις όλην την μαγευτικήν κοιλάδα τα διαυγή της νάματα, οι μεν άλλοι εστρώθησαν υπό τας πλατάνους, και παρηκολούθουν με βλέμμα θωπευτόν το ολονέν ροδίζον αρνί εις την σούβλαν, περιμένοντες όσον ούπω ν’ απολαύσωσιν ως «προφταστήρα» το ορεκτικόν κοκορέτσι, οι δε πέντε εκ της συνοδείας επέβησαν εκ νέου εις τα ονάριά των και διευθύνθησαν εις το Πρυΐ.
(Στην Αγι’-Αναστασά)

Ο Αγάλλος ήτον περιμάχητος γαμβρός. Οκτώ χρόνια, δεκαέξ μπακλαβάδες, εικοσιτέσσαρες σουπιέρες χαμαλιά, παραπάνω από σαράντα κόττες και πίττες. Και ποιος τα λυπάται αυτά; […] Εν τω μεταξύ, ο μπαρμπα-Γκιουλής, ο κατ’ αποκοπήν μάγειρος όλων των γάμων, είχεν ανάψει κάτω, εις την αυλήν του οικίσκου, δύο μεγάλας πυράς, και επί της μιας ανεβίβασε τεράστιον ρακοκάζανον, τεμαχίσας εντός του οκτάμηνον πρόβατον, και ήρχισε να το τσιγαρίζη δια να κάμη το σύνηθες εις τους γάμους περσικόν πιλάφι, ενώ επί της άλλης, ευθύς ως έγινεν ανθρακιά, έτεινε παραλλήλους δύο σούβλας με δύο άλλα σφαχτά. Κύπτων επί των δύο πυρών, με την μία χείρα εγύριζε την σούβλαν, με την άλλην εχειρίζετο την τεραστίαν κουτάλαν, δι’ης ανεκάτωνε κ’ ετσιγάριζε το κρέας με τα κρόμμυα. […] Μόλις ήρχισε να ροδοκοκκινίζη το ψητόν, μόλις ήρχισε να μυρίζη προκλητικώς το τσιγαριστόν, και ο Γκιουλής, ανασπάσας την μάχαιραν από το πλατύ κίτρινον ζωνάρι του, ήρχισε να κόπτη γενναίους μεζέδες από τα δύο ψητά, και δια της κουτάλας έβγαζε μεγάλα κομμάτια από το τσιγαριστόν.
(Οι Ελαφροΐσκιωτοι)

ΟΙ δειγματοληπτικές αυτές αναφορές σε μερικά, μόνο, από «τα χάδια της κοιλιάς» — καί, δη, οι δαψιλώς παρεχόμενες λεπτομέρειες στους Ελαφροΐσκιωτους — δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι τα φαγητά στον Παπαδιαμάντη, δεν αποτελούν λαογραφικές, ηθογραφικές ή άλλες καταθέσεις, αλλά λειτουργούν μέσα στην όλη τεχνική της περιγραφής, ως μία επί μέρους πραγματογνωσία. Είναι δε άκρως χαρακτηριστικό το γεγονός (απογοητευτικότατο, πάντως) ότι ολόκληρη αυτή η πεζογραφική κοσμογονία, κατάφερε να εξαντλήσει την κριτική σκέψη του πανεπιστημιακού Παν. Μουλλά μόνο στην ακόλουθη μίζερη φράση: «Κάποτε, η επιθυμία του φαγητού αφήνει στη μνήμη του χαρακτηριστικές λεπτομέρειες…».(4)

Παρατηρώντας κάπως πιο συστηματικά τα εδώδιμα των διηγημάτων, βλέπουμε ότι τα κυρίως όψα, με τα οποία διατρέφονται οι ήρωες, είναι το ψωμί, το κρασί, λίγο τυράκι, οι ελιές, ο ταραμάς και, πάνω απ’ όλα, το γκιουβέτσι.

Ο Παπαδιαμάντης ο ίδιος υπήρξε πάντα ένα εξαιρετικά λιτοδίαιτο άτομο. Οφείλουμε δε να υπενθυμίσουμε τη μαρτυρία, που μας παραδόθηκε: στις γκιουβετσάδες, στα διάφορα τσιμπούσια, έφθανε αργοπορημένος και, μελιχρός τους τρόπους, καθόταν σε μια άκρη, δεν άγγιζε καν το φαγητό και έφευγε απαρατήρητος… Αυτά – για να μην του φορτώνουμε και άλλες, προσωπικές μας, αμαρτίες.

Και η ψυχρά ριπή δεν ήτο δυσάρεστος εις τον μικρόν κτηματίαν τον επιβαίνοντα του όνου και απερχόμενον εις τον αγρόν του ουδέ εις τον ζευγηλάτην, τον διά της φωνής αποτείνοντα τα κελεύσματα εις τους βους του:
-Ο! Μελίσσ’, όξου Μαυρομμάτ’!
και δια του βλέμματος θωπεύοντα την μεγάλην χύτραν, με τα καλομαγειρευμένα με ικανόν ευώδες έλαιον φασόλια, και με άφθονον κόκκινην πιπεριάν, την οποίαν…

Πότε άλλοτε η περιφρονημένη και ταπεινή φασολάδα αξιώθηκε ποιητικοτέρας περιγραφής, από αυτήν που διαβάζουμε στο διήγημα Ολόγυρα στη λίμνη; Κι όμως, ουσιαστικά, δεν είναι η φασολάδα εκείνη στην οποία αναφέρεται η περιγραφή, αλλά ή ακολουθούσα και φέρουσα επί των ώμων της το φαγητό νοικοκυρά…

Μικρόν μετά την μεσημβρίαν έφθασε μέγα πήλινο γκιουβέτσι με χασάπικους μεζέδες, σπληνάντερο και κοιλίτσες και καρδιές, μετά παχείας βορβορόχρου σάλτσας. […] Η πεντακέφαλος εύθυμος παρέα επείθετο να ψηφοφορήση «μονοκούκι» υπέρ του ενός κόμματος ή υπέρ του άλλου, αντί προκαταβολής 210 δραχμών είς μετρητά, ενός γκιουβετσίου, δύο γαλονιών οίνου κ’ ενός παγουρίου ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχιών περιπλέον δια τον Κώσταν τον Άγγουρον,

διαβάζουμε στους Χαλασοχώρηδες. Η δραματική αυτή καταγγελία εξακολουθεί να εκλαμβάνεται μέχρι των ημερών μας ως ηθογραφική καταγραφή…

Και η ταλαίπωρος Αρετή η Μπόζαινα […], υπέφερε πολύ από την ολιγωρίαν του συζύγου της του καλουμένου Πατσοστάθη ή Μπόζα, όστις, καίτοι γεωργός με αγρούς και κτήματα […], του ήρεσε να κυλιέται εις τα σφαγεία, ως αληθινόν «χασαπόσκυλο», να τρώγη καθημερινά γκιουβέτσια, και χορταίνη τον οίνον και τον ύπνον, αφήνων ως επί το πλείστον νηστικήν κατ’ οίκον την συμβίαν, ομού με τα πέντε παιδία της,

μας λέει στο διήγημα Η στοιχειωμένη καμάρα.

Τότε εδοκίμασε να συστήση, ως είπομεν, σύλλογον ιδικόν του. […] Τέλος εφαγώθη ένα γκιουβέτσι, εψάλησαν άσματά τινα θρησκευτικά και πατριωτικά και ο σύλλογος διελύθη. […] Μετ’ ολίγον καιρόν, πάλιν νέαν απόπειραν έκαμεν ο Θεόδωρος διά να σύμπηξη ένα νέον σύλλογον, η «Ανακαίνησις». Κανείς δεν έδωκε λεπτόν. Ούτε γκιουβέτσι, ούτε άσματα. […] Μετά καιρόν ύστερον […] συνεκεντρώθησαν δεκάδες τινές δραχμών. Μετά πρώτον και δεύτερον γκιουβέτσι, τα πράγματα ήρχισαν πάλι να κρυώνουν,

διαβάζουμε στον Διδάχο.

Τρεις άνθρωποι, τρεις φυλαί, τρια θρησκεύματα, ως κοινόν γνώρισμα είχον μεγάλην κλίσιν εις τα γκιουβέτσια, τα οποία παρήγγελλον εις τον γειτονικόν φούρνον με μακαρόνια πολύ χονδρά, ραβδωτά, τα οποία τινές ονομάζουσι, δεν ειξεύρω διατί, σέλινα,

διαβάζουμε στον Αντίκτυπο του νου.

Εκείνην την βραδιάν τον είχε προσκαλέσει μια παρέα. Επτά ή οκτώ φίλοι αχώριστοι. Αγαπούσαν την ζωήν, τα νιάτα. Ο ένας από αυτούς έβαλλε γκιουβέτσι κάθε βράδυ. Οι άλλοι έτρωγαν.
Ήτον λοταρτζής κ’ εκέρδιζε δέκα ή δεκαπέντε δραχμάς την ημέραν. Τι να τας κάμη; Τους εβαλλε γκιουβέτσι και τους εφίλευε. Ήσαν λοτοφάγοι, με όμικρον και με ωμέγα,

γράφει στον Ξεπεσμένο δερβίση, μη παραλείποντας, επί τη ευκαιρία, να ασκήσει ένα ακόμη από τα προσφιλή του λογοπαίγνια.

Με το διήγημα, τέλος, Ο Κακόμης (1903), που θα δούμε αμέσως μετά, έχουμε πλέον την πλήρη και ακριβή ταυτότητα αυτού του φαγητού. Το γκιουβέτσι είναι, λοιπόν, το φαγητό των μοναχικών και, κατ’ επέκτασιν, των ελεύθερων ατόμων: δεν αποτελεί έδεσμα της οικογενειακής εστίας, αλλά φαγητό της ταβέρνας, της ανδρικής παρέας, του πότη. Τα υλικά του είναι στοιχειώδη (ζυμαρικά και λίγο λαδάκι σε ένα πήλινο σκεύος), η παρασκευή του απλούστατη (μπορεί να ετοιμασθεί στο άψε-σβήσε από τον φούρναρη, ή και –σπανίως- τον χασάπη, οπότε και το συνοδεύει βορβορόχρους σάλτσα), η γεύση του εξαίρετη (αρκεί να ψηθεί στον με φρύγανα λειτουργούντα ποτέ φούρνο της γειτονιάς, οπότε και θεωρείται ότι αποτελεί τη συνισταμένη των οσμών που εκλύονται από το κύτος του φούρνου.

Αλλ’ έξαφνα, μίαν πρωίαν, τον είδαν να στέκη εις την παραθαλάσσιον αγοράν, σιμά εις τον τόπον των δημοπρασιών, φέρων την χαμαλίκαν και μικρόν κουβαριασμένον σχοινίον.
– Τι τρέχει, Αποστόλη;… Αποφάσισες να γίνεις χαμάλης;
– Αυτό είναι το πλέον ελεύθερον επάγγελμα, απήντησεν ο Κακόμης, άλλο καλλίτερο δεν ηύρα.

Σε μια μεταγενέστερη αναφορά Τα βενέτικα, διαβάζουμε ότι ο Αποστόλης ο Κακόμης (που τον συναντήσαμε ήδη στα Άγια και πεθαμένα έψαχνε κι αυτός στα νιάτα του ανά τα όρη, για κρυμμένα γρόσια.

Ο Κακόμης, ένα από τα πιο ωραία και μάλλον άσημα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, δεν αποτελεί παρά την υποδειγματική περιγραφή της ημέρας ενός μοναχικού χειρώνακτος. Προς μέγα σκανδαλισμό (και αμηχανία) επίδοξων επικριτών, πάσα δράση απουσιάζει… Ο Αποστόλης ο Κακόμης, αυτός ο χαμάλμπασης ήρωας, τρέφεται αποκλειστικά με ένα γκιουβέτσι, που το τρώει κάθε μεσημέρι ζεστό-ζεστό, δίπλα εκεί, στο φούρνο -όπου του το ετοιμάζουν. Τις ημέρες της νηστείας το παρασκευάζει σαρακοστιανόν- και έτσι γλιτώνει τα έξοδα για το λαδάκι… Οι δεκάρες που περισσεύουν, δεν χρησιμοποιούνται για τη διεύρυνση του φάσματος των ωνίων, αλλά αποτελούν τη συνδρομή του Κακόμη, ώστε να επιβιώσει ένας παλαίμαχος και πάμπτωχος άλλος αχθοφόρος.

Ο μοναχικός και συγκλονιστικός αυτός άνθρωπος, ο Αποστόλης ο Κακόμης, πεθαίνει τελικά νεώτατος, κατά Ιούνιον μήνα, μέσα στο αχούρι όπου κατοικούσε, στην εσχατιά της πολίχνης. Την παραπεταμένη χαμαλίκα του θα κάψουν τα παιδιά τη νύχτα της 23ης Ιουνίου, στη φωτιά του Άη-Γιάννη του Κλήδονα.

Θεωρώ το διήγημα αυτό ως τυπικό δείγμα της μαγικής τέχνης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: το γκιουβέτσι, εδώ, αποκτά τέτοια αφηγηματική σημασία, ώστε αποτελεί το δραματικό ισοδύναμο του ήρωα.(5) Χωρίς την καθημερινή λειτουργία (σχεδόν τελετουργία…) του γκιουβετσιού, ο συγκεκριμένος αυτός ήρωας είναι αδύνατον να υπάρξει!

Και ύστερα, χορτάτοι, καθόμαστε σε ένα μεγαλοπρεπές γραφείο, καλώς θερμαινόμενο και αεριζόμενο, δαψιλώς φωτιζόμενο (κατά προτίμησιν από αριστερά), και αποφαινόμεθα(6) ότι ο Παπαδιαμάντης: «ηθογραφεί την ζωή… χωρίς πάθος για τον άνθρωπο… η τεχνική του είναι απλή, μονότροπη και καταντά μονότονη… τα πρόσωπα είναι θαμπά και ουδέτερα… τα επίθετα φτωχά και συμβατικά… με ύφος, έκφραση, γλώσσα σχεδόν τυχαία, ενώ κάποτε το σύνολο δεν απαρτίζεται παρά από μια περιγραφή…•».

Κουκιά φάγαμε, κουκιά μαρτυράμε… Χρόνια μετά ο Παν. Μουλλάς θα γράψει: «Η ψυχική δομή του συγγραφέα μας, στη διάρκεια της, μένει ένας πυρήνας συμπαγής, άθραυστος κι ανεξέλικτος -όπως και το έργο του, η σκέψη του και η συνείδησή του… Τι απομένει λοιπόν από το έργο τούτο σήμερα;… Σιγά-σιγά, με τα χρόνια και με τη συμβολή μιας απαιτητικότερης κριτικής, ο συγγραφέας μας έχασε την πρώτη λάμψη του θρύλου του… Σήμερα ξέρουμε (sic!) πως το έργο του δεν διαθέτει όλες εκείνες τις εγγυήσεις που εξασφαλίζουν ένα απρόσκοπτο ταξίδι μέσα στο χρόνο: ούτε η προχειρογραφία, ούτε η στατικότητα, ούτε η αφέλεια αποτελούν αξίες ικανές να προστατέψουν από τις φουρτούνες, αν όχι από το ναυάγιο… Η γλώσσα, ανυπόταχτη, ντυμένη το επίσημο καθαρευουσιάνικο φόρεμά της, χρησιμοποιείται όπως λάχει, και πάντα με τον εύκολώτερο τρόπο…».(7)

Όπως λάχει, λοιπόν… Άλλως τε, έχει από έτη κατατεθεί(8) ως ιστορικό συμπέρασμα, προς χρήσιν υπό των πανεπιστημιακών, φιλολόγων, μαθητών, λογοτεχνών και εν γένει αναγνωστών πώς:

«Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται εύκολα από ανθρώπους πού δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα».

Μιλήσαμε, επομένως, και για την ποιότητα -και του Παπαδιαμάντη, και ημών των αναγνωστών του. Τι άλλο μένει, πια, να πούμε;


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. – Δημαράς Κ. Θ., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Ίκαρος, Αθήνα 1985.

2. – «Εξάλλου εδώ υπάρχει μόνο αφήγηση στο πρώτο πρόσωπο, χωρίς δράση, ό,τι συμβαίνει, το ακούμε από το στόμα του αφηγητή, δεν το βλέπουμε να διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας. […] μας αφηγείται περιστατικά που ξετυλίγονται στο νεκρό και σβησμένο παρελθόν, όχι στο ζωντανό παρόν». Απόστολος Σαχίνης, Εισαγωγή στον τόμο: Δημητρίου Βικέλα Διηγήματα, Εστία, Αθήναι 1979.

3. – Γνωρίζω (και δη από πρώτο χέρι) τα λόγια του σπουδαίου Πεντζίκη, και αποδέχομαι τη σημασία τους: «Ο Παπαδιαμάντης αποτελεί την πρώτη περίπτωση αντιγραφικής μνήμης στα γράμματα μας• ο Παπαδιαμάντης δεν περιγράφει: αντιγράφει».

4. – Μουλλάς Παν., Α. Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Ερμής, Αθήνα 1974.

5. – Στο διήγημα Ο πολιτισμός εις το χωρίον (1891), ανάλογη, αλλά εκδήλως ατελέστερη, σχεδόν εν σπέρματι, είναι η λειτουργία του μοσχάτου οίνου: από άποψη τεχνικής, ανάλογο ρόλο παίζουν οι φράσεις που εμπεριέχουν τον μοσχάτον, και που παρακολουθούν (ή, ακολουθούνται) από τις επί μέρους φάσεις της ιστορίας.

6. – Δημαράς Κ. Θ., ό.π.

7. – Μουλλάς Παν., ό.π.

8. – Δημαράς Κ. Θ., ό.π.

5. Εγκώμιον του διηγηματογράφου

ΘΑΥΜΑΖΩ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΑ τον διηγηματογράφο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον οποίον και θεωρώ σπουδαιότατον δάσκαλο του είδους: υποκύπτω κάθε φορά σε όλη την κλίμακα της λογοτεχνικής του μαγγανείας. Κατόπιν, σε ώρες ρεμβασμού, αναλογίζομαι με κάποιο δέος, τα επί μέρους υλικά και τους τρόπους αυτής της μαγείας…

Τα περί της γλώσσης του Παπαδιαμάντη έχουν επισημανθεί πολλές, ευτυχώς, φορές — βουλιάζοντας, όμως, στην απόλαυση των κειμένων του, έχω συνεχώς την αίσθηση ότι το περιλάλητο γλωσσικό ζήτημα, ουδέποτε ανέκυψε για τον Παπαδιαμάντη, ή, εάν ανέκυψε, επελύθη μεγαλοφυώς.

Είναι εξαιρετικά περίεργο (για μένα ανεξήγητο) ότι την ίδια αίσθηση μου αφήνει ένα βιβλίο χαμηλών τόνων, ένα μυθιστόρημα που κινείται σε τελείως άλλους χώρους, και που εξεδόθη έξι χρόνια μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη. Αναφέρομαι (με όλες τις επιφυλάξεις πού επιβάλλουν τα διαφορετικά μεγέθη) στο Φθινόπωρο του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου.

Ο διάλογος εξ άλλου (αυτή η αχίλλειος πτέρνα της γραμματείας μας), παρουσιάζει στο μυθιστόρημα αυτό μοναδική φυσικότητα. Είναι, άραγε, τυχαίο γεγονός η σύμπτωση των δύο δημιουργών σε ένα τόσο καίριο σημείο;

Πιστεύω ότι υπάρχει μια θετική ομοσχέτιση μεταξύ διαλόγου και γλώσσας: ο διάλογος στον Παπαδιαμάντη αποτελεί ένα από τα κορυφαία του επιτεύγματα, στηρίζει αλλά και αποκαλύπτει το φάσμα της γλώσσας.

Ο Παπαδιαμάντης εκμεταλλεύεται με θαυμαστό τρόπο τον διάλογο, προκειμένου να αρχίσει ένα διήγημα. Η τεχνική του εν προκειμένω είναι κυριολεκτικά ανυπέρβλητη! Ένα και μόνο παράδειγμα αρκεί, για να καταδείξει ποιας κλάσεως δημιουργός υπήρξε ο Παπαδιαμάντης: αναφέρομαι, στο διήγημα Πατέρα στο σπίτι!

– Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μες στο γυαλί, είπε η μάννα μου, γιατί δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι.

-Χωρίς πεντάρα;

– Ναι.

– Και τι έγινε ο πατέρας σου;

– Να, πάει να βρή άλλη γυναίκα.
Βλέπουμε πώς, αρχίζοντας το διήγημα, καταφέρνει αυτός ο ιδιοφυής διηγηματογράφος να του προσδώσει, με πέντε μόνο αράδες, ένα συγκλονιστικό ανθρώπινο βάρος.

Άλλοτε ο Παπαδιαμάντης (με τη μονότροπη, κατά Δημαράν και τους συν αυτώ, τεχνική…) αλλάζει τρόπους άρδην. Αρχίζει με φράσεις μακροπερίοδες, όπου ο ιστορικός ενεστώτας, ή ο αόριστος, μπλέκεται με αναδρομές, συνήθως σε τρίτο πρόσωπο άλλα ενίοτε και σε δεύτερο, ή άλλοτε η εναρκτήρια φράση είναι μια ολόκληρη μικρή ιστορία:

Δεν είχε μείνει πλέον ούτε τόσον νερόν εις την μικράν λίμνην, όσον διά να καραβίσουν ο Παντελής ο Φάντης και ο Χαράλαμπος ο Σανταβελής τα καραβάκια της, όταν εδραπέτευον κάθε δειλινόν από το σχολείον, με της ‘φύλακας’ κρεμαστούς υπό μάλης, και τρέχοντες ανεσήκωνον τας περισκελίδας των μακρόθεν, ούτε τόση μούργα, όσον δια να γεμίζη κάθε πρωί και βράδυ την μικράν φιάλην της η γριά-Παναγιού η Κοτρωνιώτισσα, μεταβαίνουσα από βούρκον εις βούρκον, και ξεχωρίζουσα με τον πήχυν της και με το τενεκεδένιο πενηνταράκι της το κατακάθισμα του λαδιού από το νερόν και από την λάσπην.
(Το σπιτάκι στο Λιβάδι)

Είναι αδύνατον, όσες φορές και αν διαβάσω τον Ρεμβασμό του Δεκαπενταύγουστου, να μην παραδοθώ στη μαγεία της αρχής αυτού του διηγήματος, με τη μακρότατη εναρκτήρια φράση:

Ανάμεσα εις συντρίμματα και ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν προς μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν της νήσου, όπου την νύκτα επόμενον ήτο να βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των εις τον επάνω κόσμον — εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας.

Αναλόγου ύψους είναι και το κλείσιμο των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, το τέλος τους. Άλλοτε με μια καταληκτική φράση, σύντομη και ερωτηματική:

Και, ύστερον, πώς να μην μοσχοβολά το χώμα;
(Φτωχός Άγιος)

Άλλοτε με τη χρήση (και πάλι) του διαλόγου:

– Σύρε στο καλό, με τη σκαμπαβία, Μαθιέ μου π’λάκι μου, του είπε με τόνον ειλικρινούς συγκινήσεως το Λαλιώ• κρίμα που είμαι, μεγαλύτερη στα χρόνια από σένα• αν πέθαινε ο μπάρμπα-Μοναχάκης, θα σ’ έπαιρνα.
(Η Νοσταλγός)

Και άλλοτε με έναν τρόπο κάπως απόμακρον (αποφεύγω επίτηδες να χρησιμοποιήσω μια φθαρμένη εξ αλλοδαπής έκφραση, του συρμού τα τελευταία χρόνια), με φράσεις τολμηρότατης κατασκευής:

Ο πατήρ μου έμεινε σύννους ακούσας την διήγησιν.

– Σκληροτράχηλος είσαι! μου λέγει.
(Τα δαιμόνια στο ρέμα)

Εσηκώθη, ύψωσε την χείρα εις το ράφι και μου επαρουσίασε χάλκινον αγγείον παλαιόν, ολίγον τρύπιον εις την μίαν άκρην.
(Το θαύμα της Καισαριανής)

Τα υποκοριστικά, οι στίχοι τραγουδιών, δημοτικών ή μη, που παραθέτει, το χιούμορ, η λεπτή ειρωνεία, ο σαρκασμός, τα θαυμαστά επιρρήματα που συνθέτει («δένδρα εκόσμουν ευπαρύφως τας όχθας τας ορεινάς και τας αμμώδεις»), η πρωτοφανής παρατηρητικότητα, η μνήμη, και η περιγραφική ικανότητα που διαθέτει («εντός της μεγάλης ανηφορικής αυλής, εχούσης τριάντα σκαλοπάτια, δύο σπιθαμών το ύψος, μαρμάρινα»)

(Η Μαούτα)

ο ρυθμός και η μουσικότητα των φράσεων, ο συχνός και διάχυτος ερωτισμός, οι υποβλητικοί και ευρηματικοί τίτλοι, το απροσδόκητο και ευτυχές τέλος, το παιχνίδι τίτλου-τέλους (βλέπε, π.χ., το ‘Γυνή πλέουσα’), κ.ά., δημιουργούν κείμενα συναρπαστικά, πού θέλγουν τον αναγνώστη. Ο τελευταίος αιχμαλωτίζεται και υποκύπτει, ενώ αμοιβαία οικειότητα (και, γιατί όχι; και εμπιστοσύνη) τον συνέχει με τον συγγραφέα, ο οποίος χρησιμοποιεί με τόση ειλικρίνεια τις τρυφερότατες εκφράσεις:

Ως ανασηκωμένη ποδιά ωραίας χωριατοπούλας, όπου πλύνει τα ρουχάκια της, τα πουκαμισάκια της.
(Άγια και πεθαμένα)

Ήτο δειλινόν, και ήτο γλυκεία δροσίτσα εις το μπογάζι εκείνο.
(Στρίγγλα μάννα)

αν δεν έπλεε καμμία βρατσέρα ή καμμία γολετίτσα την νύκτα εκείνη εις το πέλαγος.
(Τα κρούσματα)

Ύστερα, ο πάτερ-Μελέτιος, ο οικονόμος μ’εμάλωσε να μη δίνω κομμάτια ψωμί και γαβαθάκια με κολοκύθια ή μελιτζάνες στους διαβάτες.
(Ο Αειπλάνητος)

κι εκολλούσε κεράκια στους Αγίους […] το έστρων’ εκεί στα σκαλοπατάκια […] πήγ’ ένα βράδυ να γεμίση το κανατάκι της.

(Η Αποσώστρα)

κατήρχετο γοργά-γοργά από τον λόφον με τα τσαρουχάκια του.
(Ολόγυρα στη λίμνη)

Τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη κατακλύζει ένας έντονος ερωτισμός – τόσο έντονος, ώστε μπορούμε να θεωρήσουμε τον συγγραφέα τους ερωτικότατον, για να χρησιμοποιήσω τη λέξη που και ο ίδιος προκρίνει για τον Χατζη-Γιάννη στο Η χήρα παπαδιά.

Την εξαδέλφην Μαχούλαν… την εξαδέλφη μου Μαχούλαν. […] -Εξαδέλφη Μαχούλα, ήρχισα εγώ.
(Η Φαρμακολύτρια)

Ήτο ήδη δεκαεπταέτις, κ’εφαίνετο να είναι είκοσιν ετών, εν υπερακμή ρώμης και καλλονής, ομοία με την Πρωτομαγιάν, το κορύφωμα τούτο της ανοίξεως, την ετοίμην να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον και δρεπανοφόρον θέρος-ερος.»
(Θέρος – ερος)

ως εύκολπα στήθη παρθένου, αναδίδοντα ζωήν και σφρίγος εις την πλάσιν.
(Ολόγυρα στη λίμνη)

και δια τας κόρας των κολληγισών του ακόμη, τας οποίας επταετής ήδη δεν ώκνεις να ερωτεύεσαι, φανταζόμενος ότι τρέχεις κατόπιν αυτών εις τους ορμίσκους.
ό.π.

Οποίον λεπτοφυές σώμα εσκέπαζεν η λινομέταξος ορφνή εσθής! Πώς διεγράφετο αρμονικώς η μορφή της με χνοώδη πάλλευκον χρώτα και τα ερυθρά μήλα των παρειών, με τον μελίχρυσον λαιμόν και με το ελαφρώς κολπούμενον στήθος της! Πόσον αβραί ήσαν αι χείρες, και πόσον μελωδική έπαλλεν εις το ους σου η θεσπέσια φωνή της! Η ξανθοπλόκαμος κόμη ατημέλητος ολίγον. […] Ενθυμήσαι! Οποίον αίσθημα εδοκίμασες τότε, και πώς, δεκατετραετής μόλις ηρωτεύθης ήδη;
ό.π.

Ωραίες κοπέλες με υποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, με τραχηλιές ψιλοκεντημένες, με τους χυτούς βραχίονας και τα στήθη τα γλαφυρά.
(Τ’αγνάντεμα)

και είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ’ελούετο.
(Όνειρο στο κύμα)

Όλαι ή σχεδόν όλαι ήσαν ωραία κοράσια με γαλανά όμματα, με μαύρα όμματα, με βαθέα και αμαυρά και οινωπά όμματα, με λευκόν χρώτα, με μελίχρυσον και χλοάζοντα χρώτα, με μαύρους και ξανθούς και ούλους βοστρύχους, και μακρούς και καστανούς πλοκάμους, με ελαφρά βαθουλώματα περί τας κόγχας των οφθαλμών, με ωραία λεπτά ρόδινα ή αβρά και κοράλλινα χείλη, με κυανιζούσας φλέβας, με χαρίεντας λακκίσκους και γελασίνους υπό τας παρειάς, με αναστήματα νεοφύτων κυπαρίσσων, με λευκά τουλουπάνια, με λεπτά και διαφανή αλέμια περί την κεφαλήν, με κοντά φουστανάκια, με λευκάς περικνημίδας και με συρτάς εμβάδας.
(Ωχ! Βασανάκια)

Η πρώτη εξ αυτών, η λαλήσασα, εφαίνετο να είναι ως δεκαπέντε ετών• αι άλλαι, αδελφαί ή εξαδέλφαι της, θα ήσαν έως δώδεκα ή δεκατριών. Και αι τρεις είχον ήδη τους κόλπους ‘ως νεβρούς δορκάδος κοιμωμένους εν μέσω κρίνων’.
(Τα βενέτικα)

Μη ων αρμόδιος, δεν θα μιλήσω για την άλλη μεγάλη διάσταση των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη – τη θρησκευτικότητα, και ό,τι εξ αυτής απορρέει και ως στάσις ζωής, και ως έκφραση του λόγου. Αυτά έχουν λεχθεί κατά κόρον, αν και πολλές φορές ενοχλεί η προσπάθεια κάποιου ιδεολογικού σφετερισμού του παπαδιαμαντικού έργου, όπως και η απαράδεκτη απόπειρα μονοπωλήσεώς του υπέρ των εκάστοτε θρησκευτικώς κρατούντων του τόπου: ο Παπαδιαμάντης κολυμπούσε πάντα σε βαθιά νερά, πολύ πέραν των κοσμικών, φιλολογικών και των άλλων ρευμάτων…

Θα ήθελα να τελειώσω αναφέροντας πάρα πολύ προσεχτικά μερικούς απόηχους της γλώσσας του Παπαδιαμάντη στα ‘ληστρικά αναγνώσματα! Σπεύδω να διευκρινίσω ότι οι αναφορές είναι τυχαίες, και οι σχέσεις όλως επιφανειακές, οφειλόμενες προφανώς στο κοινό γλωσσικό αίσθημα της εποχής: άλλως τε, μην ξεχνάμε, τα ληστρικά αναγνώσματα ανήκουν στο είδος των λαϊκών αναγνωσμάτων. Η εδώ μνεία μερικών κοινών γλωσσικών τόπων δεν έχει άλλο σκοπό παρά να επισημάνει (από μια άλλη σκοπιά) την καθολική (αλλά και απροσδόκητη) λειτουργία της γλώσσας – λειτουργία, της ευαισθησίας της οποίας γινόμαστε κάθε τόσο, εν ονόματι προσωπικών απόψεων, επιλήσμονες.

Στα ληστρικά, λοιπόν, αναγνώσματα είναι άκρως οικεία η φράση «εξημέρωσαν έξωθεν» ή, «απήλθον της φιλόξενου ποιμενικής επαύλεως» – φράση που απαντάται, ως έχει ακριβώς, στον ‘Χρήστο Μηλιόνη’! Στο ίδιο κείμενο του Παπαδιαμάντη βρίσκουμε άλλες δύο, τουλάχιστον, φράσεις οι οποίες επανέρχονται κατά κόρον στα ληστρικά: «εμίσει εγκαρδίως τους ομοθρήσκους του» και (κυρίως) «οι κλέφται εθεώρησαν αλλήλους απορρηματικώς.» Στο διήγημα, εξ άλλου Γουτού Γουπατού βρίσκουμε την έκφραση «συνεπάθουν προς αυτόν» – έκφραση που συχνότατα επανέρχεται στα ληστρικά.

Σποραδικές τέτοιες φράσεις μπορούμε να ανιχνεύσουμε και σε προγενέστερους του Παπαδιαμάντη συγγραφείς, όπως π.χ. στον Παύλο Καλλιγά, στο γνωστό μυθιστόρημα του τελευταίου Θάνος Βλέκας (1855) – ή και σε συγχρόνους του Παπαδιαμάντη, όπως ο Βικέλας, ή και ο Κωνσταντίνος Μεταξάς Βοσπορίτης (στο Υπό την σκιάν των Φοινίκων, 1904). Και σε άλλους πολλούς, ασφαλώς.

Αντιθέτως, αδυνατούμε να εντοπίσουμε αντίστοιχες εκφράσεις στον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. Τι μπορεί να σημαίνουν (αν σημαίνουν…) όλα αυτά, δεν γνωρίζω – δεν αντέχω, όμως, στον πειρασμό και θα κλείσω αυτό το κεφάλαιο, με την ακροτελεύτια φράση του ίδιου του Παπαδιαμάντη από τον Κακόμη :

Ως συγκυρία, ήτο πολύ παράδοξον.

Κατηγορίες: Ο Παπαδιαμάντης εμπνέει:ποιήματα, πεζά και κριτικές για τον κυρ Αλέξανδρο. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση