Εισαγωγή στον Επιτάφιο του Περικλή του Θουκυδίδη

Σεπτεμβρίου20


ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ, ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

 

Αθήνα – Περικλής – Θουκυδίδης: τρεις λέξεις ερέθισμα – πρόκληση για τη σκέψη μας.

Αρχίζω να νιώθω κιόλας πολύ μικρή και ασήμαντη απέναντι σε αυτά τα γιγαντιαία ονόματα-  θρύλους της παγκόσμιας ιστορίας. Κι από την άλλη πολύ τυχερή που θα μπορέσω να σταθώ για λίγο κοντά τους, να πάρω μια μυρουδιά από το άρωμα τους, που ξεπέρασε το φράγμα του χρόνου και έφτασε ως τις μέρες μας.

Αθήνα: Το τέλειο, το ιδανικό, η ομορφιά με όλα τα γράμματα κεφαλαία η αρμονία και η ισορροπία που εκφράζουν έναν αιώνα, ό,τι καλύτερο έχει να δείξει η ελληνική αρχαιότητα, η προσωποποίηση του κλασικού στην κορωνίδα της, το ζενίθ της, μια αναπνοή πριν αρχίσει η πτώση, εφόσον δεν υπάρχει πορεία πιο πάνω από το ψηλότερο σημείο.

Αυτό το θαύμα μάς κάνει να αναρωτηθούμε πώς δημιουργήθηκε, από ποια πρόσωπα και συνθήκες, αν ήταν τυχαίο ή το προκάλεσε μια δύναμη εξωτερική ή  οι συγκυρίες. Με αυτή την έννοια, αν είναι μέσα στο περατό, στις ανθρώπινες δυνατότητες, το θαύμα μπορεί να επαναληφθεί; Τότε γιατί δεν επαναλήφθηκε, αλλά εμείς ως απόγονοι έχουμε κολλήσει και μηρυκάζουμε τη δόξα και τα κατορθώματα των προγόνων μας χωρίς να μπορούμε να τα πλησιάσουμε;  

Γιατί, για να μην πάω παραπέρα, η Ευρώπη σκύβει με ευλαβική προσήλωση να μελετήσει τα κείμενα αυτά και τα  έργα τέχνης γενικότερα με μια διάθεση Θείας Κοινωνίας, λες και είναι το αντίδωρο της προσπάθειας που καταβάλλει;

Κι εμείς κάνουμε τα πάντα για να  απομακρυνθούμε, να μην πλησιάσουμε, να κλείσουμε τα μάτια να μη μας θαμπώσει η λάμψη τους, γιατί τόσο δυνατή λάμψη δεν την αντέχουμε…

Η δυσκολία του κειμένου είναι ένα πολύ καλό άλλοθι…

Είναι το τραγούδι άλλων σειρήνων θα μου πείτε…

Είμαστε εμείς που φεύγουμε χωρίς  μια ματιά πίσω μας …

Μα δεν πρέπει να μας υποψιάσει καθόλου η στάση των άλλων απέναντι σ’ αυτά που εμείς περιφρονούμε; Το λιγότερο θα ήταν να μιλήσουμε για  τα χρήματα από τον τουρισμό (γιατί αυτή είναι η μόνη αξία φαίνεται που αναγνωρίζουμε σήμερα)  από τους επισκέπτες των μουσείων που φιλοξενούν δικά μας έργα που ομολογουμένως έχουν αγκαλιάσει με στοργή και φροντίδα. Η  άρνησή τους να μας τα επιστρέψουν δεν μας υποψιάζει καθόλου; Δίνεις αυτό που η έλλειψή του δε σου στοιχίζει, ενώ κρατάς απεγνωσμένα εκείνο που δεν μπορείς να αποχωριστείς.  19 αίθουσες στο Λούβρο με  ελληνικά εκθέματα. Το μουσείο περιλαμβάνει εκθέματα από πολλούς πολιτισμούς. Δύο τουλάχιστον δικά μας κλέβουν την παράσταση και τις καρδιές περισσότερο κι από τη Τζοκόντα του Λεονάρντο ντα Βίντσι: Η Αφροδίτη της Μήλου, που  στο κάτω κάτω δεν είναι και το καλύτερο ελληνικό έργο τέχνης ούτε ανήκει στο χρυσό αιώνα, αλλά είναι μεταγενέστερο της κλασικής εποχής, και η Νίκη της Σαμοθράκης.

Ομολογουμένως οι ξένοι ξέρουν να εκτιμούν την ομορφιά. Οι περισσότερες μελέτες είναι από ξένους σε ξένη γλώσσα. Χιλιετίες τώρα υπάρχουμε στις σελίδες της Ιστορίας, γιατί κάποιοι άλλοι ασχολούνται μαζί μας. Σίγουρα δεν μπορούμε να επαναπαυτούμε ότι θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε περιμένοντας οι άλλοι να συνεχίσουν να ασχολούνται μαζί μας.

Ας γυρίσουμε όμως πίσω. Η μηχανή του χρόνου μας μεταφέρει στο 431 π.χ. 2437 χρόνια ταξίδι σε λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου με τη μαγική δύναμη της ανθρώπινης σκέψης και μνήμης.

Η Αθήνα στην καλύτερη στιγμή της…

Ο Περικλής στην καλύτερη στιγμή του…

Ο Θουκυδίδης στην καλύτερη στιγμή του…

Ένα θαύμα που δεν έχεις την ευκαιρία να το παρακολουθήσεις συχνά. Ας προσπαθήσουμε να το ζήσουμε, να το αναβιώσουμε. Πρόκληση το ερώτημα αν μπορούμε να το επαναλάβουμε…

Πριν φτάσουμε τόσο μακριά, ίσως είναι στα όρια των δυνατοτήτων μας να το κατανοήσουμε, να το γνωρίσουμε.

Αλλά αμέσως αρχίζει ο δαίμονας του Ντεκάρτ να μας κεντρίζει ζητώντας μέσα από την αμφιβολία να επιβεβαιώσει τη στέρεη γνώση.

Όντως ήταν τόσο σπουδαία όλα  αυτά;

·         Όντως η δημοκρατική Αθήνα ήταν τόσο τέλεια;

·         Όντως ο Περικλής λέει αλήθεια ή «τα φουσκώνει» λιγάκι για να κάνει τους  εχθρούς του, τους Σπαρτιάτες, μιας και μόλις έχει αρχίσει ο πόλεμος, να χάσουν το ηθικό τους, και τους πολιτικούς του αντιπάλους να σκάσουν από το κακό τους και να εξασθενίσει την πολιτική αντιπαράθεση;

·         Μήπως  «τα φούσκωσε» κι ο Θουκυδίδης, γιατί στον επιτάφιο αυτό  λόγο αυτό βρήκε την ευκαιρία της ζωής του να γράψει ένα έργο με το οποίο που θα περνούσε τις πύλες της αιωνιότητας;

 Η αλήθεια είναι απόδειξη post quem ότι και τα 3 αυτά ονόματα (Αθήνα, Περικλής, Θουκυδίδης)  γράφηκαν στην ιστορία με χρυσά γράμματα. Τι μας μένει να κάνουμε εμείς. Τι περισσότερο έχουμε να πούμε; Να κλείσουμε λοιπόν το στόμα και να το δεχτούμε όταν τόσοι αιώνες μελέτης επιβεβαιώνουν το θαύμα; Όχι! έχουμε και εμείς το δικαίωμα να σκεφτούμε, να κρίνουμε και να αμφισβητήσουμε. Αυτό δεν μπορεί να μας το αφαιρέσει κανείς.  Ακόμα και αν μπορεί κάποιος να μας στερήσει το δικαίωμα της έκφρασης, δεν μπορεί να μας στερήσει το δικαίωμα της σκέψης. Κι επειδή αυτό που ζητά επιβεβαίωση ή δικαίωση είναι πολύ σπουδαίο, θα πρέπει η κριτική μας να είναι αμείλικτη. Το οφείλουμε στην ιστορία, στον εαυτό μας, στην αλήθεια στις επόμενες γενιές, γιατί αποτελούμε το συνδετήρα του παρελθόντος με το μέλλον. Αν θέλουμε να φτιάξουμε ένα παρανοϊκό  σενάριο σύμφωνα με τα οποίο κάποιος αποφασίζει να καταστρέψει τον κόσμο και η άποψη που θα σχημάτιζε το μέλλον για το παρελθόν εξαρτιόνταν από αυτόν και μόνο, τι άποψη θα θέλαμε να αφήσουμε πίσω μας;

Το χρωστάμε στην ΑΛΗΘΕΙΑ, μια λέξη ιερή που σα χέλι ξεγλιστρά πολλές  φορές  από τα χέρια μας

Ας κάνουμε λοιπόν  τη σύνθεσή μας, ας βγάλουμε την ετυμηγορία μας σ’ αυτή τη δίκη, πριν φύγουμε από το χώρο του σχολείου, όπου λειτουργήσαμε ως δικαστές – κριτές των ανθρώπινων έργων  και λόγων. Κι αν  βέβαια τώρα κάνουμε λάθος, καθένας δικαιούται να ασκήσει αργότερα έφεση. Χωρίς φόβο και πάθος, με συναίσθηση ευθύνης, ας αναλάβουμε το ενδιαφέρον μεν, αλλά δύσκολο καθήκον να κρίνουμε την ομορφότερη στιγμή, όπως μας λένε, του αρχαίου ελληνικού κόσμου, και ή να την απομυθοποιήσουμε, λέγοντας «α! τελικά δεν ήταν και τόσο σπουδαίο» ή να μείνουμε έκθαμβοι και να δούμε πώς θα κυλήσει η ζωή μας από δω και πέρα έχοντας δει τόση ομορφιά.

Πιστεύω σε σας:  δεν έχετε ακόμα κανένα λόγο να φορέσετε χρωματιστά γυαλιά για να δείτε τα πράγματα. Με την καθαρότητα λοιπόν του βλέμματός σας, καθώς εγώ θα κρύψω τα δικά μου γυαλιά, για να μη σας επηρεάσω,  λειτουργώντας με τις ερωτήσεις μου κάπως σαν την αλογόμυγα/ οίστρο του  Σωκράτη,  καλείστε να δείτε και να εξωτερικεύσετε την αλήθεια που έχετε μέσα σας, αν και το αγνοείτε. Γιατί δε θα κάνουμε τίποτε άλλο παρά να κωδικοποιήσουμε αυτά που μάθαμε τόσα χρόνια στα σχολείο και να γράψουμε τον επίλογο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε