Θηραμένης 2, 2, 16-23

Ιουλ 201021
Ο Θηραμένης είναι μια σημαντική πολιτική μορφή της Αθήνας που πρωταγωνιστεί στην Αθήνα μετά την ήττα της στους Αιγός Ποταμούς, κατά τη διάρκεια του διαστήματος της διαμόρφωσης των όρων της ειρήνης.
Πετυχαίνει με τις ρητορικές του ικανότητες να πείσει τον αθηναϊκό λαό να τον στείλουν στο Λύσανδρο

για να ξεκαθαρίσει τις διαθέσεις των Σπαρτιατών στο θέμα των τειχών,

ένα θέμα που αφορούσε ιδιαίτερα τους Αθηναίους, αφού η διατήρησή τους εγγυόταν την πολιτική ύπαρξη της πόλης.
Οι Αθηναίοι μη έχοντας πολλές επιλογές και, καθώς έχουν επικρατήσει οι ολιγαρχικοί μετά την ήττα της δημοκρατικής παράταξης, τον εμπιστεύονται, αλλά αυτός προδίδει με τον πιο αναίσχυντο τρόπο την εμπιστοσύνη τους,  ροκανίζοντας σκόπιμα το χρόνο που οδηγεί μέρα με τη μέρα όλο και πιο κοντά τους συμπολίτες του στο θάνατο. Άπονος και αδιάφορος στην αγωνία ανθρώπων που αργοπεθαίνουν, άνθρωποι με τους οποίους γεννήθηκε και ανατράφηκε, τους οδηγεί σε ένα αργό και βασανιστικό θάνατο – το χειρότερο ίσως- από λιμοκτονία. Δείχνει ικανός με αυτή του την πράξη να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο προκειμένου να πετύχει το σκοπό του, που δεν είναι άλλος παρά μια θέση εξουσίας στην αναμενόμενη ολιγαρχική κυβερνώσα τάξη. Ένας στόχος ατομικός που έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της πόλης που δε διστάζει να προδώσει εκμεταλλευόμενος την αδυναμία της για να αναδειχτεί στον πολιτικό στίβο. Είναι λογικό ότι το ψέμα στην καθυστέρηση είναι μια αναμενόμενη δικαιολογία για να καλύψει την απάτη του, πετυχαίνοντας όχι βέβαια με τη δύναμη της ψυχής του, αλλά με τα ρητορικά του τεχνάσματα και να πείσει τους συμπατριώτες του να του αναθέσουν μια τιμητική θέση στην επίσημη αντιπροσωπεία στη Σπάρτη για τη διαμόρφωση των όρων της ειρήνης.

Εκεί δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να σιωπά, αφού δε θέλει οι απόψεις του να έρθουν σε σύγκρουση με την ολιγαρχική Σπάρτη, η οποία θα συμβάλλει στην πολιτική του ανάδειξη. Εξάλλου το κλίμα της συνέλευσης, ακόμα και να ήθελε, δε θα επέτρεπε οποιαδήποτε αντίδραση, αφού οι ισχυροί σύμμαχοι της Σπάρτης μελετούν την ολοκληρωτική καταστροφή της Αθήνας. Ενώ εκεί διατηρεί παθητική και άβουλη στάση, όταν επιστρέφει στην Αθήνα,

δραστηριοποιείται στην εκκλησία του δήμου προκειμένου να πείσει τους Αθηναίους να αποδεχτούν τους ταπεινωτικούς και εξευτελιστικούς όρους της ειρήνης, προϊόν της διπλωματικής του δράσης. Προτιμά να κυβερνά πάνω σε ένα πολιτικό ερείπιο, αυτό που αποτελεί πια η Αθήνα, αρκεί να είναι αρχηγός, αντί να αγωνιστεί να διασώσει την πολιτική της ύπαρξη.
Και, όπως φαίνεται, οι συνθήκες είναι κατάλληλες για να κερδίσει ο Θηραμένης, ένα άτομο χωρίς πολιτικές αξίες, την πολιτική θεσούλα, στην οποία επιθυμεί να ανεβεί, για να αναδείξει το χαμηλό πολιτικό του ανάστημα.

από κάτω από: ιστορικά | 2 Σχόλια »    

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ, ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΠΕΡΙΚΛΗ

Ιουλ 201021

Αθήνα – Περικλής – Θουκυδίδης: τρεις λέξεις ερέθισμα – πρόκληση για τη σκέψη μας.

Αρχίζω να νιώθω κιόλας πολύ μικρή και ασήμαντη απέναντι σε αυτά τα γιγαντιαία ονόματα- θρύλους της παγκόσμιας ιστορίας. Κι από την άλλη πολύ τυχερή που θα μπορέσω να σταθώ για λίγο κοντά τους, να πάρω μια μυρουδιά από το άρωμα τους, που ξεπέρασε το φράγμα του χρόνου και έφτασε ως τις μέρες μας.

Αθήνα: Το τέλειο, το ιδανικό, η ομορφιά με όλα τα γράμματα κεφαλαία η αρμονία και η ισορροπία που εκφράζουν έναν αιώνα, ό,τι καλύτερο έχει να δείξει η ελληνική αρχαιότητα, η προσωποποίηση του κλασικού στην κορωνίδα της, το ζενίθ της, μια αναπνοή πριν αρχίσει η πτώση, εφόσον δεν υπάρχει πορεία πιο πάνω από το ψηλότερο σημείο.

Αυτό το θαύμα μάς κάνει να αναρωτηθούμε πώς δημιουργήθηκε, από ποια πρόσωπα και συνθήκες, αν ήταν τυχαίο ή το προκάλεσε μια δύναμη εξωτερική ή οι συγκυρίες. Με αυτή την έννοια, αν είναι μέσα στο περατό, στις ανθρώπινες δυνατότητες, το θαύμα μπορεί να επαναληφθεί; Τότε γιατί δεν επαναλήφθηκε, αλλά εμείς ως απόγονοι έχουμε κολλήσει και μηρυκάζουμε τη δόξα και τα κατορθώματα των προγόνων μας χωρίς να μπορούμε να τα πλησιάσουμε;

Γιατί, για να μην πάω παραπέρα, η Ευρώπη σκύβει με ευλαβική προσήλωση να μελετήσει τα κείμενα αυτά και τα έργα τέχνης γενικότερα με μια διάθεση Θείας Κοινωνίας, λες και είναι το αντίδωρο της προσπάθειας που καταβάλλει;

Κι εμείς κάνουμε τα πάντα για να απομακρυνθούμε, να μην πλησιάσουμε, να κλείσουμε τα μάτια να μη μας θαμπώσει η λάμψη τους, γιατί τόσο δυνατή λάμψη δεν την αντέχουμε…

Η δυσκολία του κειμένου είναι ένα πολύ καλό άλλοθι…

Είναι το τραγούδι άλλων σειρήνων θα μου πείτε…

Είμαστε εμείς που φεύγουμε χωρίς μια ματιά πίσω μας …

Μα δεν πρέπει να μας υποψιάσει καθόλου η στάση των άλλων απέναντι σ’ αυτά που εμείς περιφρονούμε; Το λιγότερο θα ήταν να μιλήσουμε για τα χρήματα από τον τουρισμό (γιατί αυτή είναι η μόνη αξία φαίνεται που αναγνωρίζουμε σήμερα) από τους επισκέπτες των μουσείων που φιλοξενούν δικά μας έργα που ομολογουμένως έχουν αγκαλιάσει με στοργή και φροντίδα. Η άρνησή τους να μας τα επιστρέψουν δεν μας υποψιάζει καθόλου; Δίνεις αυτό που η έλλειψή του δε σου στοιχίζει, ενώ κρατάς απεγνωσμένα εκείνο που δεν μπορείς να αποχωριστείς. 19 αίθουσες στο Λούβρο με ελληνικά εκθέματα. Το μουσείο περιλαμβάνει εκθέματα από πολλούς πολιτισμούς. Δύο τουλάχιστον δικά μας κλέβουν την παράσταση και τις καρδιές περισσότερο κι από τη Τζοκόντα του Λεονάρντο ντα Βίντσι: Η Αφροδίτη της Μήλου, που στο κάτω κάτω δεν είναι και το καλύτερο ελληνικό έργο τέχνης ούτε ανήκει στο χρυσό αιώνα, αλλά είναι μεταγενέστερο της κλασικής εποχής, και η Νίκη της Σαμοθράκης.

Ομολογουμένως οι ξένοι ξέρουν να εκτιμούν την ομορφιά. Οι περισσότερες μελέτες είναι από ξένους σε ξένη γλώσσα. Χιλιετίες τώρα υπάρχουμε στις σελίδες της Ιστορίας, γιατί κάποιοι άλλοι ασχολούνται μαζί μας. Σίγουρα δεν μπορούμε να επαναπαυτούμε ότι θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε περιμένοντας οι άλλοι να συνεχίσουν να ασχολούνται μαζί μας.

Ας γυρίσουμε όμως πίσω. Η μηχανή του χρόνου μας μεταφέρει στο 431 π.χ. 2437 χρόνια ταξίδι σε λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου με τη μαγική δύναμη της ανθρώπινης σκέψης και μνήμης.

Η Αθήνα στην καλύτερη στιγμή της…

Ο Περικλής στην καλύτερη στιγμή του…

Ο Θουκυδίδης στην καλύτερη στιγμή του…

Ένα θαύμα που δεν έχεις την ευκαιρία να το παρακολουθήσεις συχνά. Ας προσπαθήσουμε να το ζήσουμε, να το αναβιώσουμε. Πρόκληση το ερώτημα αν μπορούμε να το επαναλάβουμε…

Πριν φτάσουμε τόσο μακριά, ίσως είναι στα όρια των δυνατοτήτων μας να το κατανοήσουμε, να το γνωρίσουμε.

Αλλά αμέσως αρχίζει ο δαίμονας του Ντεκάρτ να μας κεντρίζει ζητώντας μέσα από την αμφιβολία να επιβεβαιώσει τη στέρεη γνώση.

Όντως ήταν τόσο σπουδαία όλα αυτά;

· Όντως η δημοκρατική Αθήνα ήταν τόσο τέλεια;

· Όντως ο Περικλής λέει αλήθεια ή «τα φουσκώνει» λιγάκι για να κάνει τους εχθρούς του, τους Σπαρτιάτες, μιας και μόλις έχει αρχίσει ο πόλεμος, να χάσουν το ηθικό τους, και τους πολιτικούς του αντιπάλους να σκάσουν από το κακό τους και να εξασθενίσει την πολιτική αντιπαράθεση;

· Μήπως «τα φούσκωσε» κι ο Θουκυδίδης, γιατί στον επιτάφιο αυτό λόγο αυτό βρήκε την ευκαιρία της ζωής του να γράψει ένα έργο με το οποίο που θα περνούσε τις πύλες της αιωνιότητας;

Η αλήθεια είναι απόδειξη post quem ότι και τα 3 αυτά ονόματα (Αθήνα, Περικλής, Θουκυδίδης) γράφηκαν στην ιστορία με χρυσά γράμματα. Τι μας μένει να κάνουμε εμείς. Τι περισσότερο έχουμε να πούμε; Να κλείσουμε λοιπόν το στόμα και να το δεχτούμε όταν τόσοι αιώνες μελέτης επιβεβαιώνουν το θαύμα; Όχι! έχουμε και εμείς το δικαίωμα να σκεφτούμε, να κρίνουμε και να αμφισβητήσουμε. Αυτό δεν μπορεί να μας το αφαιρέσει κανείς. Ακόμα και αν μπορεί κάποιος να μας στερήσει το δικαίωμα της έκφρασης, δεν μπορεί να μας στερήσει το δικαίωμα της σκέψης. Κι επειδή αυτό που ζητά επιβεβαίωση ή δικαίωση είναι πολύ σπουδαίο, θα πρέπει η κριτική μας να είναι αμείλικτη. Το οφείλουμε στην ιστορία, στον εαυτό μας, στην αλήθεια στις επόμενες γενιές, γιατί αποτελούμε το συνδετήρα του παρελθόντος με το μέλλον. Αν θέλουμε να φτιάξουμε ένα παρανοϊκό σενάριο σύμφωνα με τα οποίο κάποιος αποφασίζει να καταστρέψει τον κόσμο και η άποψη που θα σχημάτιζε το μέλλον για το παρελθόν εξαρτιόνταν από αυτόν και μόνο, τι άποψη θα θέλαμε να αφήσουμε πίσω μας;

Το χρωστάμε στην ΑΛΗΘΕΙΑ, μια λέξη ιερή που σα χέλι ξεγλιστρά πολλές φορές από τα χέρια μας

Ας κάνουμε λοιπόν τη σύνθεσή μας, ας βγάλουμε την ετυμηγορία μας σ’ αυτή τη δίκη, πριν φύγουμε από το χώρο του σχολείου, όπου λειτουργήσαμε ως δικαστές – κριτές των ανθρώπινων έργων και λόγων. Κι αν βέβαια τώρα κάνουμε λάθος, καθένας δικαιούται να ασκήσει αργότερα έφεση. Χωρίς φόβο και πάθος, με συναίσθηση ευθύνης, ας αναλάβουμε το ενδιαφέρον μεν, αλλά δύσκολο καθήκον να κρίνουμε την ομορφότερη στιγμή, όπως μας λένε, του αρχαίου ελληνικού κόσμου, και ή να την απομυθοποιήσουμε, λέγοντας «α! τελικά δεν ήταν και τόσο σπουδαίο» ή να μείνουμε έκθαμβοι και να δούμε πώς θα κυλήσει η ζωή μας από δω και πέρα έχοντας δει τόση ομορφιά.

Πιστεύω σε σας: δεν έχετε ακόμα κανένα λόγο να φορέσετε χρωματιστά γυαλιά για να δείτε τα πράγματα. Με την καθαρότητα λοιπόν του βλέμματός σας, καθώς εγώ θα κρύψω τα δικά μου γυαλιά, για να μη σας επηρεάσω, λειτουργώντας με τις ερωτήσεις μου κάπως σαν την αλογόμυγα/ οίστρο του Σωκράτη, καλείστε να δείτε και να εξωτερικεύσετε την αλήθεια που έχετε μέσα σας, αν και το αγνοείτε. Γιατί δε θα κάνουμε τίποτε άλλο παρά να κωδικοποιήσουμε αυτά που μάθαμε τόσα χρόνια στα σχολείο και να γράψουμε τον επίλογο.

Επιτάφιος

Ιουλ 201021

Στον Κεραμικό, λοιπόν, την ώρα που αποχαιρετάς τους αγαπημένους σου ανθρώπους, αυτούς που δικαίωσαν τις αρχές και τις αξίες που επιτρέπουν στην πόλη να επιβιώσει, καλείται ο Αθηναίος πολίτης να δει τη ζωή του μέσα από το πρίσμα του θανάτου, να τη θαυμάσει, να δει το μεγαλείο της, τη λάμψη της, να διαβάσει τη δικαίωση στα μάτια αυτών που έρχονται για εμπορικούς ή άλλους λόγους χωρίς να μπορούν να κρύψουν πάντοτε τη ζήλια τους, να την κρίνει και να τη συγκρίνει, για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του.

Από τη μια το ανεξερεύνητο κενό του θανάτου που χάσκει κάτω σου, που οι Έλληνες δεν κατάφεραν να το δουν ποτέ χωρίς αποστροφή, και από την άλλη η λάμψη της ζωής που υψώνεται πάνω σου προσωποποιημένη στα λαμπρά ανθρώπινα έργα αφιερωμένα στους θεούς με την ψευδαίσθηση ότι έχεις εξασφαλίσει τη βοήθεια και τη συμπαράστασή τους κλείνει προκλητικά και δελεαστικά το μάτι.

Bιώνοντας το αίσθημα της απώλειας των αγαπημένων του προσώπων πρέπει να βρει δύναμη να συνεχίσει τη ζωή του και τον πόλεμο που μόλις άρχισε και, που όπως φαίνεται θα είναι μακρύς και σκληρός, καθώς μεταφράζεται ως αντιπαράθεση των δυο διαφορετικών μορφών του αρχαίου κόσμου, των δυο διαφορετικών τρόπων σκέψης της , όπως εντοπίζονται στη διαφορά των πολιτευμάτων: της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας.

Ήταν οι πολίτες του κόσμου μέσα από τα χρώματα και τους στραφταλισμούς των μαρμάρων που υψώνονται στο πιο ψηλό σημείο της πόλης τους, εκεί που οι θεοί τους προστατεύουν, όταν το λιμάνι, οι δρόμοι και η αγορά γεμίζουν από ξένους που φέρνουν τα χρήματά τους, όταν στα διαλείμματα της άθλησης, στα νυχτερινά συμπόσια, όπου το νερωμένο κρασί μπόρεσε να απελευθερώσει τη σκέψη και να αποκρύψει τις πιο μύχιες ελπίδες, φόβους και ανησυχίες…

Εκεί που διασταυρώνονται οι απόψεις που συγκρούονται όχι πάντα με ηρεμία και ανεκτικότητα, όταν οι δίκες γραφής δημιουργούν μια υψηλή στοίβα φακέλων, όταν η άλλη άποψη εκδιώκεται (Αναξαγόρας) …

Όταν η σφαιρική γνώση μέσα από την αντιπαράθεση των δυο πλευρών ερμηνεύεται ως προσπάθεια χρηματισμού σε μια Αθήνα που έχει αφαιρέσει και το δέρμα των συμμάχων της και όχι μόνο τα πορτοφόλια τους…

Όταν δε θα αργήσει να έρθει η μέρα που ο άνθρωπος σύμβολο της ελεύθερης σκέψης έκφρασης και αναζήτησης θα φορτωθεί ως εξιλαστήριο θύμα τα λάθη όλων ως άλλος Χριστός, χωρίς να φέρει όμως την ανάσταση, όταν οι πολιτικές δολοπλοκίες ερμηνεύονται εύκολα μέσω του DNA που φτάνει ως τις μέρες μας, αφήνοντας τις πόλεις άδειες και στέλνοντάς τους στα πέρατα του κόσμου να επιβιώσουν…

Όταν οι δυνατοί ιμπεριαλιστές σφάζουν, πουλούν, κλέβουν πώς ακούγεται στα αυτιά του αθηναίου πολίτη ο λόγος του Περικλή; Η λάμψη του μεγαλείου έχει καθησυχάσει τις ένοχες φωνές της συνείδησής τους, έχει κρύψει τα σκοτάδια της βαρβαρότητας;

Η εκμετάλλευση των δούλων επιτρέπει να πατήσουν το πόδι τους περήφανα πάνω στο πτώμα που δημιούργησαν για να μπορέσουν να επιβιώσουν όταν μόνο αδύναμες φωνές έχουν μιλήσει γι αυτούς που back stage έχουν θέσει τις βάσεις αυτού του μεγαλείου, χωρίς τους οποίους οι Αθηναίοι θα ήταν υποχρεωμένοι να αναλώνονται στις βιοτικές μέριμνες που δε θα τους άφηναν χρόνο και ψυχική δύναμη να πετάξουν τόσο ψηλά , αλλά θα τους είχαν προσδεμένους στα γρανάζια της πεζής επιβίωσης .

Όταν το άτομο δεν έχει συνειδητοποιήσει τους όρους και τα όρια της ζωής του, αλλά αγωνίζεται σε ένα μοναχικό δρόμο που στοχεύει στην προσωπική του ανάδειξη χωρίς να καταφέρνει να ισορροπεί παρά μόνο με το σθεναρό διπλωματικό χειρισμό ενός φωτισμένου ανθρώπου, που μόλις έλλειψε φάνηκαν αμέσως τα σημάδια της απουσίας του…

Η ελευθερία που θα επιτρέψει στο άτομο να φτάσει ψηλά προϋποθέτει μια ώριμη προσέγγιση της ζωής με αποδοχή των ορίων της ευθύνης, σεβασμό των άλλων, συνεργασία και συμπόρευση.

Όταν το εγώ κινημένο από το θράσος της προσωπικής ανύψωσης και όχι ανάτασης έφτασε πολύ ψηλά χάνοντας την επαφή του με τη βάση, αναγκαστικά βρέθηκε μετέωρο σε άγνωστους ουρανούς, χωρίς το σκοινί που θα το κρατούσε στέρεα προσδεμένο στο έδαφος.

Στους αντίποδες η Σπάρτη, όπου το άτομο έχει εξαφανιστεί μέσα στο σύνολο, αλλά το σύνολο αυτό μπορεί να προχωρεί ενωμένο, καθώς έχει διαμορφώσει και αναπτύξει τους συνεκτικούς αρμούς ανάμεσα στα μέλη της που μπορούν να τους επιτρέπουν να κινούνται κρύβοντας και ελέγχοντας το φόβο του θανάτου, πράγμα που τους επιτρέπει στη συνέχεια να βλέπουν και να ρυθμίζουν τα της ζωής ισορροπώντας ανάμεσά τους.

Τελικά καλείσαι να επιλέξεις ανάμεσα στη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας προς χάριν του συνόλου που θα σου επιτρέψει να ζήσεις ισορροπημένα εντός αυτού ή ελευθερία χωρίς όρια που εξαρθρώνει τη σχέση σου με τους άλλους αφήνοντας το άτομο έκθετο και απροστάτευτο, ώστε σε λίγο η κατάρρευση της πόλης θα το παρασύρει στη ροή της. Πού βρίσκεται η χρυσή τομή ανάμεσα στους δυο αυτούς διαφορετικούς τρόπους ζωής από την ακραία στέρηση της ελευθερία ως την ακραία χωρίς φραγμούς ελευθερία; Και βέβαια χρυσή τομή δε σημαίνει ακριβώς το κέντρο , ίσο μοίρασμα, σημαίνει ότι το ένα από τα δυο τμήματα πλεονεκτεί και υπερτερεί ελάχιστα μεν, ώστε να μη γίνεται έντονα αντιληπτή η διαφορά. Αν είναι έτσι, το προβάδισμα, την ισορροπία και την αρμονία θα πρέπει να το δώσουμε στο εγώ ή στο εμείς, στο άτομο ή στο σύνολο; Φαντάζομαι ότι κρίνοντας και μόνο εκ του αποτελέσματος η απάντηση έχει δοθεί, διαβάζοντας τα λάθη της δημαγωγίας και των πολιτικών φιλοδοξιών

Αλλά αυτό λέει η θεωρία… Στην πράξη, όμως, πόσο διατεθειμένος είναι κανείς να εφαρμόσει αυτή τη χρυσή τομή στη ζωή του, όταν ζει στην 3η χιλιετία μ.Χ. , όταν το ενδιαφέρον μας για τη δημοκρατία αναλώνεται στους τύπους και όχι στην ουσία της, όταν τη θυμόμαστε μόνο όταν πρόκειται με την παραβίαση των αρχών της να τονίσουμε το δικό μας ρόλο;

Σίγουρα θα πρέπει να ένιωθε πάρα πολύ περήφανος ο Αθηναίος πολίτης που άκουγε αυτό το εγκώμιο της πόλης του και που πιθανόν στα αυτιά του μεταφραζόταν ως εγκώμιο του εαυτού του με την προσωπική συμμετοχή που ενέχει η δημοκρατία. Έτσι ο λόγος από επιτάφιος ουσιαστικά μετατρέπεται σε προσωπικό εγκώμιο του Αθηναίου πολίτη. Τι ώθησε άραγε τον Περικλή και μάλιστα αυτή τη δεδομένη στιγμή να πλάσει το εγκώμιο μιας πόλης που στο μεγαλύτερο μέρος είναι δημιούργημα δικό του; Με την οξύνοια και τη διορατικότητα που τον διακατείχε είχε διαβλέψει ότι αυτή η λάμψη δε θα διαρκούσε πολύ και ήθελε ως κύκνειο άσμα στον εαυτό του και στην πολιτεία να το αφήσει πίσω του.

Ένας Περικλής, όμως, που «άστραφτε και βροντούσε» και δε δίσταζε να πει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, πώς αναλώνεται σε μια άνευ όρων κολακεία της πόλης και των πολιτών; Θα πρέπει βέβαια να ανιχνεύσουμε πίσω από την κολακεία την αίσθηση αδυναμίας ως κίνητρο και να υποθέσουμε ότι ο Περικλής είχε οσμιστεί το τέλος που δε θέλησε να πει με ωμά λόγια, γατί ήξερε ότι οι συμπολίτες του δεν ήταν ακόμα προετοιμασμένοι ν’ ακούσουν και ν’ αντέξουν ή που έλπιζε ότι δε θα έφτανε τόσο γρήγορα και που είχε την ευτυχία να μην προλάβει, καθώς το δικό του τέλος προηγήθηκε της πόλης του.

Όταν πολύ λίγα χρόνια αργότερα και μετά το θάνατο του Περικλή, ο Αριστοφάνης, εκφραστής του μέσου Αθηναίου πολίτη, αηδιασμένος από την αποφορά της δημαγωγίας και του ατομικισμού, θέλησε να πάρει όχι απλώς τα βουνά, αλλά να αφήσει κάθε στέρεη βάση πίσω του που δε θα του θύμιζε τίποτα πια από αυτό το μεγαλείο διεκδικώντας μια θέση κι αυτός στην πολιτεία των πουλιών με τους Όρνιθες 414 π.Χ., καθώς φαίνεται, η σήψη είχε ήδη προχωρήσει, η μυρουδιά είχε αρχίσει να εξαπλώνεται και τα λόγια του Περικλή για τον υποψιασμένο Αθηναίο πολίτη ακούγονται ως όχι «κοιτάξτε τι έχετε» , αλλά «κοιτάξτε τι θα χάσετε».

Δεν πέρασαν πολλές δεκαετίες και η καλλιτεχνική φυγή του Αριστοφάνη επαναλήφθηκε σε μια νέα μορφή της με σοβαρότερο ένδυμα που ταυτίζεται με το πολιτικό: η πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα δεν είναι παρά η επίσημη φυγή από την πολιτική πραγματικότητα της Αθήνας που διαπιστώνοντας τα λάθη της δεν την κρίνει βιώσιμη πια, χωρίς βέβαια να καταφέρνει στα ερείπια της γκρεμισμένης δημοκρατίας να οικοδομήσει μια υλοποιήσιμη νέα πολιτική τάξη, έστω κι αν με τη λάμψη της σκέψης του κατάφερε στο πέρασμα πολλών αιώνων ομολογουμένως ο Πλάτωνας να πείσει πολλούς, ίσως ακόμα και σήμερα, ότι μια τέτοια πολιτεία θα ήταν βιώσιμη.

Μα το θέμα δεν είναι η απογείωση του Αριστοφάνη και η φυγή του Πλάτωνα στους αρκετά εύθραυστους ουρανούς της φαντασίας. Το ερώτημα είναι πώς παραμένεις στη γη καταφέρνοντας να ζεις μέσα στα πράγματα, να τα βλέπεις, να μην τα αποδέχεσαι και να τα αλλάζεις, πώς είναι άραγε υλοποιήσιμη η σύζευξη του ρεαλισμού με τον ιδεαλισμό. Όσο κι αν ο Πλάτωνας επεδίωξε την πιο αντικειμενική εκδοχή του ιδεαλισμού, οι σκέψεις του δεν είναι τίποτε άλλο παρά λόγια του αέρα, και αν έχουν κάποια αξία, είναι στο ότι μας επιτρέπουν να προβληματιζόμαστε όχι πώς θα φύγουμε μακριά πηγαίνοντας σε ένα ανύπαρκτο ιδανικό τόπο όπου όλα είναι τέλεια , αλλά πώς θα μπορέσουμε να εφαρμόσουμε τις εξιδανικευμένες λύσεις της εδώ και τώρα.

Φαίνεται, αν κρίνουμε από τους κυματισμούς που άφησε πίσω του η σκέψη του Πλάτωνα, ότι η ανάγκη της φυγής του ανθρώπου από την ασφυκτική του πραγματικότητα, δυνάμωνε στο πέρασμα των αιώνων παρά τη φιλότιμη συνδρομή της επιστήμης. Όμως η επιστροφή σ’ αυτόν δεν ήταν παρά μια παιδική παρόρμηση να ακούσουμε ένα ωραίο παραμύθι πριν μας πάρει λυτρωτικά ο ύπνος απομακρύνοντάς μας από αυτά που μας πονούν και μας βασανίζουν, αντί να ανοίξουμε διάπλατα τα μάτια μας, όσο κι αν μας τσούζει το δυνατό φως, όσο κι αν αυτά που βλέπουμε μας γεμίζουν φρίκη.

Πριν κυριαρχήσει το αίσθημα του πανικού και αν καταφέρουμε να το αποφύγουμε, αν βρούμε τη δύναμη να αντέξουμε, πριν νιώσουμε ότι η αναπνοή μας τελειώνει και οι δυνάμεις λιγοστεύουν το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε με δυνατές ανάσες οξυγόνου που θα ζωογονήσουν το σώμα και το μυαλό μας να προλάβουμε να αρπάξουμε το χέρι του διπλανού μας, να αντλήσουμε και να δώσουμε, να ανταλλάξουμε τις λιγοστές μας δυνάμεις, που με την πρόσθεση θα πολλαπλασιαστούν, και να μείνουμε εδώ κοιτώντας κατάματα την πραγματικότητα, έτσι όπως τη φτιάξαμε ή όπως την έφτιαξαν άλλοι για μας, αγωνιζόμενοι μέχρι τέλους, μη έχοντας εξάλλου άλλη επιλογή απ’ αυτή.

μινωικά νεώρια – έπαυλη Νίρου

Ιουλ 201021

Ο ήλιος στέλνει τις τελευταίες πύρινες αχτίνες του. Τώρα που βράδιασε ο μέγας αρχιερέας της έπαυλης περνά το πολύθυρο που βγάζει στη δυτική πύλη , η οποία έχει πρόσοψη προς το βορρά. Καθισμένος εκεί απολαμβάνει με ηρεμία το τέλος μιας ακόμα όμορφης μέρας. Οι ήχοι των νεωρίων τέτοια ώρα λιγοστεύουν, καθώς οι εργάτες, μετρώντας την ώρα με το μπόι του ήλιου, είχαν σχολάσει.

Σε απόσταση 50 μέτρων από το βόρειο τοίχο της έπαυλης το κύμα στέλνει πρόθυμα τα πορφυρά φιλιά του στην ακτή. Αφροί που πλάθουν χιλιάδες σχήματα που κανένα δεν είναι όμοιο με άλλο. Μια χιλιοειδωμένη εικόνα που καθηλώνει το μάτι, που κανείς δε βαρέθηκε, που κανένας δε χόρτασε, φαινομενικά ίδια, πάντα διαφορετική. Καθώς όμως η μέρα μεταμορφώνεται σε τόνους του γκρίζου, ο ήχος δυναμώνει σκιάζοντας την όραση. Είναι η ώρα των τυφλών να εξομοιωθούν με τους υπόλοιπους προνομιούχους του γήινου κόσμου. Είναι η ώρα να ανοίξουν τις πύλες τους οι αισθήσεις που μένουν αδικημένες από το δυναμισμό της. Ήχος σιγανός σαν ερωτικός ψίθυρος, άλλοτε ήρεμος σα φιλική κουβεντούλα και άλλες φορές εκκωφαντικό μούγκρισμα των κυμάτων με τα βράχια σαν πάλη προαιώνιων εχθρών. Μια μουσική που δε χορταίνει καμιά ακοή, που δεν κουράζει κανένα αυτί. Το κύμα αιωρούμενο σε ιπτάμενες στάλες έρχεται να ποτίσει το δέρμα σου και η αρμύρα του να εισχωρήσει στην πιο κρυφή καμπύλη του κορμιού. Ξέπνοος από τη σφοδρότητα της επίθεσης με τις αισθήσεις σε εγρήγορση, σε μια ερωτική σχεδόν συνεύρεση, σε θέση λαβειν απολαμβάνεις τη δωρεά της φύσης, που κανένα δώρο δεν μπορεί να συναγωνιστεί την αξία του.

Καινούρια καράβια είχαν ριχτεί εκείνη τη μέρα στη θάλασσα. Ο μέγας αρχιερέας με ευχές και προσευχές τα είχε ευλογήσει βυθίζοντας τους ιερούς πελέκεις στα κύματα για να κόψουν με τη δίκοπη επιφάνειά τους την ορμή τους και να προοιωνίσουν εύπλοια. Το παρθενικό βάπτισμα συνοδεύτηκε από ενθουσιασμό και πολλές ελπίδες.

Ο παφλασμός του κύματος στην επαφή του με τα νέα σκαριά σκέπασε τους φόβους του ταξιδιού και μαζί με τους γλάρους συνόδευσε τη φαντασία στους δρόμους της άγνοιας που επιδιώκει να γίνουν βατοί και με το σώμα, αφού πρώτα η σκέψη τριγύρισε πάνω τους, εισχώρησε μέσα τους, περπάτησε γύρω τους: η τόλμη της αναμέτρησης με το κύμα, με τον καιρό και το άγνωστο. Η αίσθηση της ελευθερίας, της απώθησης του δεδομένου και του τετριμμένου, του εφησυχασμού και της επανάπαυσης, της στέρησης των οριζόντων, της καθήλωσης του νου, που αναζητεί τους γλάρους του στους ουρανούς της διαφυγής από τα όρια της συνήθειας. Η ομιλία του νερού με τα στοιχεία της φύσης: Ο έρωτας μεταξύ τους όλο παιχνίδι και πάθος που κυμαίνεται από την τρυφερότητα ως την αγριάδα.

Μια επιλογή γεμάτη εναλλαγές, αντιθέσεις και μεταμορφώσεις:

Η ηρεμία με η φουρτούνα: Η ένταση και η ηρεμία

Το ρηχό και το βαθύ: Το επίπεδο και το ανισόπεδο

Το μπλε και το γαλάζιο: Το νερό και ο αέρας

Ναι, είναι αλήθεια, ένα μεγάλο μέρος των εσόδων από το ναυτικό εμπόριο θα σωριαζόταν στις αποθήκες του βασιλιά, ενώ οι ίδιοι θα καρπώνονταν την εμπειρία του ταξιδιού, την ένταση και την αγωνία, την τόλμη και την αποφασιστικότητα που σκίαζε το φόβο και την αρμύρα και αντάμειβε με εικόνες άγνωστης ομορφιάς, γιατί όσες φορές κι αν πήγαινες, πάντα θα έβρισκες κάτι καινούριο σ΄ αυτό τον απέραντο κόσμο, του οποίου η άκρη δε φαινόταν πουθενά. Ταξιδεύοντας προς τις χώρες που ανατέλλει ο ήλιος είχαν την ελπίδα να τον πλησιάσουν, να βρουν την πηγή του, να συναντήσουν την αρχή του κόσμου, απ’ όπου προέρχονταν τόσα αγαθά.

Ένας κόσμος τόσο διαφορετικός από το δικό τους. Άνθρωποι μαυρισμένοι από τις κατακόρυφες αχτίνες του ήλιου, που δεν τολμούσαν να κοιτάξουν στα μάτια το βασιλιά τους, γιατί τον θεωρούσαν θεό και του έχτιζαν τεράστιους ναούς που προκαλούσαν δέος με τη μεγαλοπρέπεια και το μέγεθός τους. Όχι ότι τα δικά τους υστερούσαν σ’ αυτό, αλλά μπορούσαν να το πετύχουν με λιγότερο κόπο και χρήματα και χωρίς να χρειάζονται να δουλέψουν τόσοι άνθρωποι. Τεράστια κτίρια που έκρυβαν τον ουρανό για να θάψουν έναν άνθρωπο. Γυρίζοντας πίσω θα είχαν να λένε, να κρίνουν και να συγκρίνουν κι οι άλλοι θα κρέμονταν από τα χείλη τους . Όχι ότι είχαν να ζηλέψουν τίποτα από την ομορφιά της ανατολής, παρά μόνο τη γνώση του άγνωστου και του διαφορετικού.

Ένας μικρόκοσμος κλεισμένος σε λίγα τετραγωνικά, ενώ εκείνοι χρειάζονταν τεράστιες εκτάσεις, που βέβαια διέθεταν. Η απλότητα που συνυπήρχε αρμονικά με τον πλούτο, η κομψότητα που αναδείκνυε το εκλεπτυσμένο γούστο, η παιγνιώδης και φιλική διάθεση, η ομορφιά της φύσης ήταν στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας τους. Οι θεοί τους δεν προκαλούσαν φόβο με τον όγκο τους. Προσιτοί, εφόσον μπορούσαν να χωρέσουν στη χούφτα τους, να κινηθούν και να μετακινηθούν. Μπορούσαν να αγγίξουν τα ομοιώματά τους, να τα κουβαλήσουν, και κατά τη σωματική επαφή να αντλήσουν δύναμη από ύπαρξή τους, να μειώσουν τη μοναξιά και την αίσθηση της ανημπόριας τους

>Φαιστός: εργαστήριο

Ιουλ 201021

>

Ο ήχος των μαστόρων που εργάζονται εντατικά φτιάχνοντας εργαλεία αντηχεί στην περιοχή. Μάτια προσηλωμένα στην εργασία. Μύες τεντωμένοι από την προσπάθεια. Ιδρώτας που κυλάει από τη ζέστη και από την κούραση. Προσήλωση σώματος και σκέψης στο έργο που σχεδιάζεται, σ’ αυτό που θα αποτελέσει εργαλείο στα χέρια ενός άλλου για να πραγματοποιήσει τη δική του εργασία: το σκάψιμο, το θέρισμα, το αλώνισμα το λίχνισμα, το άλεσμα, εργαλεία για τις δουλειές της κουζίνας, εργαλεία για άλλους τεχνίτες. Σκληρά υλικά υποχωρώντας στη υψηλή θερμοκρασία γίνονται εύπλαστα για να πάρουν άλλο σχήμα και μέγεθος. Χάλκινα εργαλεία με το χαρακτηριστικό κοκκινωπό χρώμα που αστράφτει στον ήλιο, γυαλισμένα και αστραφτερά. Σκληρή δουλειά, σκληρά τα χέρια, γυμνασμένα τα μπράτσα σ’ ένα περιβάλλον που δε διακρίνεται για την τάξη και την ομορφιά του, αλλά σκοπεύει με το αποτέλεσμά του να βάλει τάξη και να ομορφύνει τη ζωή. Κόσμος πάει κι έρχεται για να παραγγείλει να επισκευάσει, να πάρει την παραγγελιά του.

>Κυάμων απέχεσθε

Ιουλ 201021

>

Αναρωτιέμαι γιατί η άμεση δημοκρατία δεν εφαρμόζεται πια. Και μη μου πείτε ότι είναι πρόβλημα πληθυσμιακό, αφού η τεχνολογία προσφέρει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να έρθουν τόσο κοντά, όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορική διαδρομή του. Ρωτώ και απαντώ η ίδια. Εσείς θα απαντήσετε καθένας στον εαυτό σας. Γιατί ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ. ΔΕ ΜΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ. ΑΠΕΧΟΥΜΕ.

Όπως στην ελληνιστική εποχή, στην παγκοσμιοποιημένη αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου, ο άνθρωπος έχασε την ταυτότητά του κι ένιωσε μηδαμινός κι ασήμαντος μπροστά σ’ όλα αυτά που γίνονταν χωρίς να τον ρωτούν. Αδύναμος ν’ αντιδράσει, προτίμησε τη φυγή δια της εποχής = αποχής. Όλοι, νομίζω, γνωρίζουμε τη φράση «κυάμων απέχεσθε», που σημαίνει μακριά από την πολιτική ζωή, που αργότερα επεκτάθηκε σε αποχή και παραίτηση σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Μια αναβίωση αυτής της πολιτικής και πολιτιστικής στάσης έχουμε στην παγκοσμιοποιημένη εποχή μας, γιατί έχουμε χάσει την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε ποτέ να διαδραματίσουμε πρωταγωνιστικό ρόλο στις ζωές μας.

Τα αφήνουμε όλα στους άλλους. Οι άλλοι να τρέξουν, οι άλλοι να φωνάξουν…. Μέχρι τότε όλα συμβαίνουν ερήμην μας. Κι έτσι τελικά όλη η ζωή μας κυλά ερήμην μας.

Ερώτηση κρίσεως προς όλους (και εμένα βεβαίως. Αν είχα βρει απάντηση, θα σας την έλεγα, θα σας έπειθα, κι όλα θα άλλαζαν. Επειδή όμως «ζητώ» μαζί σας λύση), αναρωτιέμαι γιατί το χέρι μας έχει πολλά δάχτυλα κι όχι μόνο ένα. Και καθώς ομιλία (λόγος ) και κίνηση ελέγχονται , σύμφωνα με την επιστήμη, από την ίδια περιοχή του εγκεφάλου, μάλλον πρέπει να δούμε το μήνυμα που μας στέλνουν τα χέρια μας. Πώς τα χρησιμοποιούμε μόνα τους ή σε συνδυασμό με το λόγο.

«Έργω και λόγω» είναι το δίπτυχο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού ήδη από την ομηρική εποχή, αυτό που διαμόρφωσε τον πολιτισμό της Ευρώπης σε δυο κρίσιμες φάσεις της, όταν έφτασε σε αδιέξοδο σε όλους τους τομείς: στην Αναγέννηση και στο Διαφωτισμό. Γύρισε πίσω, η Ευρώπη, για να πάρει μαθήματα από μας. Εμείς όμως δεν παίρνουμε. Ή τα ξέρουμε όλα ή αδιαφορούμε ή απαξιούμε…(συμπληρώστε τις απαντήσεις) πάντως τα χάλια μας τα βλέπουμε.

Θέλω να καταλήξω: δεν είμαστε υπεύθυνοι για το τι κάνουν οι άλλοι. Είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτό που τους επιτρέπουμε εμείς να κάνουν πριν το κάνουν και μένουμε παθητικά αδιάφοροι μετά που θα το κάνουν. Ο έχων νόον νοείτω.

Κόφινας

Μάι 201014

Η ενημερωτική πινακίδα της Δ/νσης Δασών Ηρακλείου είναι η επιβεβαίωση του σημείου εκκίνησης μιας σχεδόν κάθετα ανοδικής πορείας. Με εμψυχωτή την πινακίδα που στοχεύει στην κορυφή μπορούμε να ξεκινήσουμε την κοπιαστική ανάβαση. Τα ενημερωτικά κόκκινα βέλη πάνω στους βράχους μπορεί να αλλοιώνουν το τοπίο, είναι όμως πολύτιμοι οδηγοί.
Ειδικά στο σημείο που έχει χώρο μόνο για ένα πόδι, στο χείλος του γκρεμού, το κόκκινο βέλος είναι η μοναδική σωτηρία από τη ρίψη στο κενό. Είναι το σημείο που η αναπνοή σταματά από μια αίσθηση ιερού τρόμου.

Σε κατάσταση ημιαιθρίας, από τον Κόφινα διακρίνονται τα νότια παράλια της Κρήτης. Όμως αυτή τη μέρα δεν ευτύχησα να απλώσω το βλέμμα μου στο «απέραντο γαλάζιο» του Λιβυκού. Ένα γήινο δέρμα ομίχλης κινείται βιαστικά ανηφορίζοντας κι αυτό προς την κορυφή του Κόφινα. Και, καθώς κινείται γρηγορότερα από μένα, συσκοτίζει περιορίζοντας την ορατότητα του τοπίου και (απο)καλύπτοντας την άγρια ομορφιά του… Ίσως ίσως όμως τελικά να κρύβει και τις δυσκολίες της πορείας μου για να μη με απογοητεύσει, καθώς θα μου εμφανίσει την εικόνα μιας αποθαρρυντικής διαδρομής.

Ανεβαίνοντας μένει πίσω σε μικρή απόσταση το λευκό χάος του βάθους και της ομίχλης.
Είναι πάρα πολλά τα σημεία όπου το πέρασμα δοκιμάζει τις αντοχές της θέλησής μου. Ἐνα ακόμα δύσκολο σημείο που φέρνει τα βήματα ελάχιστα μακριά από το χάος. Όταν ανηφορίσεις τα απότομα σκαλοπάτια και κοιτάξεις πίσω σου το βάθος και το λευκό χάος, ξυπνά ο τρόμος… Η σκέψη ότι πρέπει να βαδίσω πάνω στο βράχο στο χείλος του γκρεμού, κάτω από τον οποίο χάσκει το κενό, κάνει το στομάχι μου να σφίγγεται… Άλλοτε πλησιάζω στο κενό χωρίς φόβο κι εκπλήσσομαι με τον εαυτό μου.

Σε λίγα σημεία σκαλοπάτια αρκετά βολικά, αν κρίνεις από την αγριάδα του τοπίου, και -όπου κρίνεται απαραίτητο- προστατευτικά βοηθήματα ενισχύουν την πορεία ανάβασης. Ένα σημείο της ανηφορικής πορείας δοκιμάζει τους μυς των ποδιών με ψηλά σκαλοπάτια, προσφέρει όμως από τα πλάγια ασφάλεια στο σώμα. Στα πιο δύσκολα σημεία της διαδρομής επιστρατεύονται «άλλα κόλπα» … Ένα ξύλινο κιγκλίδωμα ελίσσεται παρακολουθώντας τα πιο επικίνδυνα σημεία της διαδρομής. Ένα μικρό τμήμα σχετικά ομαλής πορείας κι ένα άλλο προστατευμένο σημείο της διαδρομής, προϊόν της ανθρώπινης αρωγής.

Το μονοπάτι ελίσσεται προστατευμένο από το ξύλινο κιγκλίδωμα, που όμως σε ορισμένα σημεία μάς προδίδει νικημένο από τις δυσκολίες, αφήνοντας αβοήθητα καχεκτικά δέντρα να αντέξουν μόνα τους τις αντιξοότητες. Άσπρα μυτερά βράχια και μικρόσωμα δέντρα γαντζωμένα απελπισμένα πάνω τους δίνουν το στίγμα του άγριου τοπίου που η ομίχλη υπογραμμίζει.

Κι εκεί που τα βράχια κατακλύζουν το χώρο, η ζωή καταφέρνει να εδραιωθεί όπως όπως, όμως τα καταφέρνει. Σηματωρός τα απελπισμένα δέντρα, γερτά στη φορά του ανέμου χαμηλώνουν το μπόι τους στις απαιτήσεις των συνθηκών. Ένα καχεκτικό δέντρο γαντζωμένο στην κατωφέρεια του εδάφους υπομένει και επιμένει. Ένα άλλο σέρνεται στο έδαφος προσπαθώντας να γεφυρώσει το χάσμα των βράχων που άνοιξαν στο πέρασμα του χρόνου και ίσως- ίσως τον ίδιο το χρόνο…
Υποταγή;
Εξυπνάδα;
Επιλογή;
Προσαρμογή;
Φυσική επιλογή;

Πάντα οι Μινωίτες οδηγοί της σκέψης μου. Πόσα πόδια πάτησαν τις ίδιες πέτρες εδώ και χιλιάδες χρόνια ανηφορίζοντας προς τον ίδιο στόχο: την κορυφή; Ένα θραύσμα αρχαίου αγγείου σφηνωμένο στο βράχο… Η μορφή του βράχου στη δεξιά γωνία σχηματίζει το πρόσωπο αρχαίου φιλοσόφου. Αναρωτιέμαι κάθε στιγμή πόσα κουρασμένα πόδια, πόσες κοφτές ανάσες τράβηξαν την ίδια πορεία με μένα μυρίζοντας, αγγίζοντας, χαϊδεύοντας τα πλάσματα της φύσης.

Η τελευταία πινακίδα για την κορυφή σε ένα πλάτωμα. Ένας απλός σωρός πέτρες που συγκέντρωσαν κάποιοι ως ενθύμιο της κατάκτησης της κορυφής…

Στο φαράγγι της Σαμαριάς

Μάι 20102


Κάθε βήμα και μια εικόνα. Αν και όλα φτιάχτηκαν από τα ίδια υλικά (νερό πέτρα και βλάστηση), κανένα σημείο δεν είναι ίδιο με άλλο. Σε κάθε ματιά χιλιάδες εικόνες συνωστίζονται να χωρέσουν στη μνήμη διεκδικώντας καθεμιά μια θέση που την αξιώνει  με την ιδιαιτερότητα της ομορφιάς της. Πώς να προσπεράσεις αυτή την ομορφιά χωρίς  να μην της αφιερώσεις ούτε μια λέξη; Αλλά και τόση ομορφιά σε ποιες λέξεις να χωρέσει; Η ανέγγιχτη ομορφιά της φύσης σε αμέτρητες φωτογραφίες ανακαλεί στη μνήμη την αίσθηση του Παραδείσου.

 

Απανωτά στενέματα και απλώματα, οι δίπλες των βράχων, στριφογυρίζουν έτσι όπως τους οδηγεί ο  ποταμός στη βάση του και προχωρούν οδηγώντας το βλέμμα στο θαύμα της δημιουργίας …

Δέντρα -στο σχήμα που τους έδωσε ο χρόνος- κρεμασμένα θαρρείς στην άκρη του πουθενά, κι όμως κρατιούνται γερά κι αντέχουν στον ορμητικό άνεμο, στις καταρρακτώδεις βροχές. Κρύβονται και παραμένουν για μήνες αθέατα στην ομίχλη περιμένοντας υπομονετικά την άνοιξη να φανερώσουν τη δύναμη που τα κράτησε στη ζωή.

 

Εκεί που κάποτε ήταν ένα χωριό, τώρα είναι ένας σταθμός για τους περαστικούς.  Να ζήσεις τη νύχτα μέσα στην αγκαλιά της φύσης ακουμπώντας κατάστηθα στο κορμί της γης, δίπλα στον ποταμό που ταξιδεύει τα λιγοστά πια νερά του διηγούμενος τις μπόρες του χειμώνα, με τις ανάσες των δέντρων να συντροφεύουν τα όνειρα μιας άλλης ζωής, ελεύθερης και ήμερης, μακριά από τον  ψευτοπολιτισμό μας.   

Εκεί που άλλοτε ήταν τα σπίτια ανθρώπων που ζούσαν αυτή την ομορφιά σε αποκλειστικότητα, τώρα κατασκηνώνουν στα ερείπιά τους περιηγητές.  Ένα χωριό νεκροταφείο … ένα χωριό μουσείο.  Η συγκίνηση εκείνων που … διωγμένοι για προστασία αναγκάστηκαν να φύγουν… Στην επιστροφή τους το μάτι δροσερεύει από το δάκρυ που καίει η θλίψη ενός  άγνωστου τοπίου τουριστικά εξωραϊσμένου, αλλά ξένου πια …

 

Το μάτι ακολουθεί  τη ροή του ποταμού που στριφογυρίζει ψάχνοντας κι εκείνος βατό μονοπάτι, αλλάζοντας κάθε φορά το δρόμο του προσαρμόζοντάς τον ανάλογα με τις συνθήκες. Η συνεχής ροή των υδάτων του ποταμού ανάμεσα στις πέτρες παγώνει μόνο  από το φωτογραφικό φακό.  Ήρεμα, στάσιμα σχεδόν νερά  με το χρώμα  της αγνότητας του Παραδείσου. Αλλού ορμητικά και θυμωμένα από  τα εμπόδια που στήνονται μπροστά του. Στους ελιγμούς του κουράζεται μέχρι να βρει κατάλληλο πέρασμα, καθώς  έπρεπε να κουβαλά τόσους όγκους που κινδύνευαν οι όχθες του. Ένα δέντρο στέκεται ακλόνητο στη μέση της κοίτης του. Ποια δύναμη το κράτησε όρθιο στο πέρασμα του ορμητικού ποταμού;

 

Θαύμα ομορφιάς, μια χαρακιά στο βράχο για να φανούν σ΄ όλη τους τη μεγαλοπρέπεια τα Λευκά Όρη. Τα ολόρθα βράχια εκμηδενίζουν την παρουσία σου, όταν υψώσεις το βλέμμα σου πάνω τους.  Εκεί που στενεύει ο χώρος και ο ορίζοντας, που χρειάζεται να υψώσεις ψηλά το κεφάλι για να δεις ουρανό, εκεί που οι πλευρές του κόσμου πάνε να σμίξουν και να σε συνθλίψουν, νιώθεις ασήμαντος, με δέος μπροστά στο ανεξιχνίαστο μυστήριο της δημιουργίας, αναζητώντας απεγνωσμένα το δημιουργό που δεν άφησε κανένα σημάδι πίσω του παρά μόνο τα δημιουργήματά του, για να προκαλεί την ακόρεστη κα αγιάτρευτη επιθυμία μας να τον ψάχνουμε διαρκώς κάθε φορά που αντικρίζουμε το θαύμα.

Ο βράχος απορροφά το φως, εξομοιώνεται μαζί του, εξαϋλώνεται σιγά σιγά και, καθώς το βράδυ επέρχεται, γίνεται ένας σκούρος αποτροπιαστικός όγκος φοβερός και δυσπρόσιτος αόρατος με την ομίχλη, τερατώδης μέσα στην απειλή του σκότους.

Εκεί που νομίζεις ότι η αγριάδα είναι η βασίλισσα του χώρου,  σε αιφνιδιάζει η παρουσία εξωτικών εικόνων ήμερης ομορφιάς. Ξαφνικά το τοπίο ημερεύει. Το έδαφος γίνεται ομαλό. Το πράσινο των δέντρων ντύνει το γυμνό τοπίο, το ημερεύει και το γλυκαίνει. Το φρέσκο φύλλωμα είναι το νέο φόρεμα της ζωής. Λουλούδια συντροφεύουν τους χείμαρρους, κρύβουν τις δυσκολίες και τις παγίδες. Θαρρείς  πως βρίσκεσαι κάπου αλλού. Πώς γαληνεύει η ψυχή που είχε παρασυρθεί από τις εντάσεις και τις οξείες γραμμές της φύσης, τις συγκρούσεις και τις εντάσεις, τις άκρες και τα αδιέξοδα, τους γκρεμούς και τα χάσματα, τις χαράδρες, τα απροσπέλαστα και τα απρόσιτα σημεία.

 

Η βάση του πεύκου γίνεται φιλόξενος χώρος για τους κατάκοπους επισκέπτες του χώρου. Η ομορφιά είναι δωρεάν, μια δωρεά της φύσης και του δημιουργού της, όποιος κι αν είναι αυτός. Κάθεσαι ακουμπώντας στον κορμό του και αγωνίζεσαι να βρεις τον ήλιο που κρύβεται πίσω από τα κλαδιά  φλερτάροντας με τη ματιά σου.

 

Ένα από τα θαύματα με τα οποία μας τιμά ενίοτε η φύση -άγνωστο ποιο μαγικό χέρι το έπλασε-  εκεί που και τα πτώματα της φύσης αποτελούν έργα τέχνης, με χρώματα κλεμμένα, θαρρείς, από  άλλους χώρους, σε τι να  διαφέρει άραγε από τον παράδεισο;

Ένα οπτικό παραλήρημα σε καλεί να μοιραστείς μαζί του  τη φθαρτότητα.

Ένας λεβέντης γεροντής στης Πέτρας το Σελί.

Απρ 201027

Ένας λεβέντης γεροντής στέκεται στης Πέτρας το Σελί με το κορμί γεμάτο τρύπες, απ΄ όπου το χειμώνα μπαινοβγαίνει σφυρίζοντας ο άνεμος και όπου η ομίχλη χορεύει λυγίζοντας το αέρινο κορμί της.
Πολύ κοντά στην κορφή του λόφου, με μάτια τυφλού που χάσκουν με άδειες τις κόγχες, μπόρεσε να δει τα χρόνια της ζωής του που δεν έχουν ακόμη μετρηθεί, και συνεχίζει να μετρά τις εποχές και τους ανθρώπους που πέρασαν και περνούν ρίχνοντας πάνω του μια αδιάφορη ματιά, για να τον προσπεράσουν αφήνοντάς τον πάλι στην ερημιά του.
Το χειμώνα τείνει τα γυμνά κλαδιά του, σαν τα μαλλιά ενός τρελού, πάνω σ΄ ένα αφανισμένο, καχεκτικό, πληγωμένο και γδαρμένο κορμί. Το καλοκαίρι ξεγελά κρύβοντας την αθλιότητά του με το φύλλωμα των κλαδιών. Οι ρίζες του, ενώ θα έπρεπε να καρφώνονται στο βάθος, πετάγονται έξω από το χώμα, καθώς οι βροχές, ο άνεμος και τα χιόνια παρέσυραν και άδειασαν το λιγοστό χώμα που τις προστάτευε.
Καλυμμένος προστατευτικά από την ομίχλη που τρέχει βιαστικά ανεβαίνοντας μέχρι την κορφή του λόφου που δε βρίσκεται και πολύ μακριά από τη δική του κορυφή κρύβει την αδυναμία του.Δες περισσότερα
Πάντα φιλόξενος στα πουλιά, που τον τιμούν κάνοντας στέγη τα κλαδιά του, και στα αγριοκάτσικα, που τρίβουν στο φθαρμένο κορμό του το δικό τους κορμί, αναζητώντας παρηγοριά στον ίσκιο του. Παρέα με τους ασφοδέλους της πλαγιάς ατενίζουν μαζί αδιάφορα τους αδιάφορους περαστικούς.
Μα κυρίως λεβέντης, αγωνιστής στη μοναξιά και την παραίτηση, πυροβολεί καθημερινά το χρόνο και τον κοροϊδεύει που δεν κατάφερε να συντρίψει ακόμη το χιλιοτρυπημένο του κορμί.
Κοροϊδεύει την κορφή που είναι παραπάνω του, καθώς εκείνη με τα χρόνια χαμηλώνει, ενώ εκείνος αγωνίζεται να ψηλώσει.
Κοροϊδεύει τον άνεμο που δεν κατάφερε να του σπάσει εντελώς τα αδύναμα κλαδιά του, καθώς στηρίζονται στο χοντρό κορμό που τον πριμοδότησε ο χρόνος.
Κοροϊδεύει την άσφαλτο που του έκοψε τις πηγές τροφοδοσίας , αλλά αυτός πέταξε τις ρίζες του στο αέρα και στον άνεμο, για να πάρει τροφή και δυνάμεις.
Κοροϊδεύει τη μεγάλη πολύβουη πολιτεία των Χανίων που αχνοφέγγει μέσα στην ομίχλη ακόμα και τις πιο καθαρές μέρες του καλοκαιριού. Κοροϊδεύει εμάς που βολεμένοι στις ανέσεις μας τον προσπερνάμε με μια αδιάφορη ματιά.
Αγέρωχος. Περήφανος. Αλύγιστος. Αιώνιος. Ζωντανός. Υπομένει και επιμένει.
Δάσκαλος βουβός …

Bήσσαλα

Απρ 201025

Πρέπει να σκαλίσω τις θρυμματισμένες πέτρες, αυτές που κάποτε ήταν τα μεγάλα αγκωνάρια ενός τοίχου, να τα βρω μισοθαμμένα ανάμεσα στο χώμα και στα ξερά φύλλα. Τα πιάνω τρυφερά στο χέρι, να μην τα κουράσω, να μην τα πονέσω κουρασμένα καθώς είναι κατά τη διαδρομή τους στο χρόνο, πονεμένα από τα πόδια που τα πάτησαν και τα συνέτριψαν, από το αλέτρι που τα θρυμμάτισε, πικραμένα από τη ματιά μας που δεν τα συνάντησε για να τα προστατέψει.
Μιλούν σ΄ αυτούς που μπορούν ν΄ ακούσουν τη φωνή τους …
Καθεμιά εικόνα έχει το δικό της ταξίδι να διηγηθεί, τη δική της πικρή ιστορία, τη λεηλασία της ζωής της από το χρόνο, μα κυρίως από τους ανθρώπους. Αυτός που τα δημιούργησε μετά τα παράτησε, οι επόμενοι αδιαφόρησαν, οι άλλοι τα ξέχασαν …
Ένας σπασμένος λαιμός αγγείου σώζει ένα μικρό ίχνος χρώματος … αντιστέκεται … κατεστραμμένο φωνάζει μέσα από χιλιάδες χρόνια την ύπαρξή του με δύναμη που αντλεί από το άγγιγμα και τη ματιά μου.
Μια αβάσιμη πια βάση που δε σου επιτρέπει να τη στηρίξεις και να συνθέσεις στο μυαλό σου το σύνολο, γιατί σου λείπουν αυτά που στήριζε.
Μιλώ με το χρόνο, με τις εικόνες που μου στέλνει, αυτές που δεν έχουν χείλη, μα μύριες γλώσσες, που ηχούν εκκωφαντικά στα αυτιά της συνείδησης της δικής μου, αφού αυτά που έπρεπε να ακούσουν είναι κλειστά.
Μέσα σ΄ ένα τρόχαλο από πέτρες στην άκρη του χωραφιού, στη δροσιά των χόρτων, στον τάφο του χώματος, στο σκληρό φως του ήλιου που μαδά τα χρώματα του κορμιού τους, ένα σύνολο σπαραγμάτων σα διασκορπισμένα οστά ενός σώματος.
Νιώθω αυθόρμητα -κι απορώ με τον εαυτό μου- την ανάγκη να πέσω στο χώμα, να τα πάρω στις χούφτες μου, να τα φέρω στην αγκαλιά μου, στα χείλη μου, να τους μιλήσω τρυφερά, να κλάψω πάνω τους για κείνα και για μένα: για την κατάντια τους και για την ατυχία μου να μην τα γνωρίσω, όταν ζωηρά θαλερά κορμιά έλαμπαν με τα στολίδια πάνω τους
Στέκομαι σ΄ αυτά που ένα χέρι έπιασε χώμα και νερό και έγινε ποιητής, που φύσησε την πνοή της ψυχής του και ιδού έφτιαξε ένα έργο που διατρέχει τους αιώνες φθαρτό κι αυτό, περισσότερο όμως γιατί και ο ποιητής του ήταν κι ο ίδιος θνητός.

« Παλιότερα άρθρα


Top
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων