Αρχεία για Λογοτεχνία γ΄ γυμνασίου

Ρέα Γαλανάκη, Η μεταμφίεση (Ελένη, ή ο Κανένας)

Η Ρέα Γαλανάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1947. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στην Αθήνα.

Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα και δοκίμια. Ανήκει στα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων (το 1981).

Έχει τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο (το 1999 για το μυθιστόρημα «Ελένη, ή ο Κανένας» και το 2005 για τη συλλογή διηγημάτων «Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι»). Επίσης, έχει τιμηθεί με το Βραβείο Πεζογραφίας «Κώστα και Ελένης Ουράνη» της Ακαδημίας Αθηνών (το 2003 για το μυθιστόρημα «Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων»), με το Βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης το 1987 και με το «Βραβείο Αναγνωστών» του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου το 2006 για το μυθιστορηματικό χρονικό «Αμίλητα, βαθιά νερά».

Το μυθιστόρημά της «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά» είναι το πρώτο ελληνικό βιβλίο που εντάχθηκε από την Ουνέσκο στην «UNESCO Collection of Representative Works» (1994), ενώ το «Ελένη, ή ο Κανένας» διεκδίκησε το Ευρωπαϊκό Βραβείο «Αριστείον» μπαίνοντας στην τελική τριάδα των υποψήφιων έργων (1999).

Έργα της έχουν μεταφραστεί σε δεκαπέντε γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, ολλανδικά, τσεχικά, βουλγαρικά, σουηδικά, λιθουανικά, τουρκικά, αραβικά, κινεζικά, εβραϊκά και αλβανικά. Θεωρείται ως μία από τις σημαντικότερες φωνές της σύγχρονης ευρωπαϊκής πεζογραφίας.

Ο Άρης Μαραγκόπουλος, κριτικός λογοτεχνίας, επισημαίνει:

«Κεντρικός άξονας στην αφήγησή της είναι η ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα όπως διαμορφώθηκε μέσα από τις πολλαπλές κοινωνικές και εθνολογικές περιπέτειες του 19ου αιώνα. Σε ένα αιώνα που διαμόρφωσε εθνικές και κοινωνικές συνειδήσεις μέσα από διαρκείς ανατροπές και επαναστάσεις, σε έναν αιώνα που κινήθηκε ανάμεσα στις αντίρροπες ψευδαισθήσεις και τα οράματα του ρομαντισμού (εθνικισμοί, κοινωνικά κινήματα) από τη μια, και στην σκληρή πραγματικότητα του βιομηχανικού μετασχηματισμού από την άλλη, η σημερινή λογοτεχνία δεν βρίσκει απλώς το αντικείμενό της όπως ακριβώς και η σύγχρονη ιστοριογραφία (η Κα Γαλανάκη είναι ιστορικός, απόφοιτος του Παν/μίου Αθηνών) η λογοτεχνία βρίσκει στον ευρωπαϊκό 19ο αιώνα, ένα μυθολογικό κάτοπτρο που επιτρέπει πιθανές αναλογίες και ενδιαφέρουσες speculations για το μέλλον της ενωμένης Ευρώπης.»

Το εξώφυλλο των εκδ. Άγρα με τη φωτογραφία της Ελένης μεταμφιεσμένη σε άνδρα

Ελένη, ή ο Κανένας

Το μυθιστόρημα «Ελένη, ή ο Κανένας»  είναι το τρίτο πεζογράφημα της Ρέας Γαλανάκη. Εκδόθηκε από τις εκδόσεις Άγρα το 1998 και ακολούθησε η δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2004. Μεταφράστηκε σε αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά και τσέχικα.

Η ιστορία του βασίζεται στη περιπετειώδη ζωή της ζωγράφου Ελένης Αλταμούρα – Μπούκουρη (1821-1900), που μεγάλωσε στη μετεπαναστατική Ελλάδα του 19ου αιώνα, κόρη καπετάνιου και του πρώτου θεατρώνη της Αθήνας . Υπήρξε η πρώτη Ελληνίδα με την ανυποχώρητη τόλμη να σπουδάσει συστηματικά την τέχνη της στην Ιταλία ενάντια σε όλους τους κοινωνικούς καταναγκασμούς της εποχής, τους οποίους παρέκαμψε με ευφάνταστους όσο και εκκεντρικούς τρόπους: μεταμφιέστηκε σε άντρα και μπήκε στους ανεγνωρισμένους εικαστικούς κύκλους της γειτονικής χώρας, μεταστράφηκε στον καθολικισμό προκειμένου να νομιμοποιήσει τα εξώγαμα τέκνα της μέσω ενός συμβατικού γάμου, που ενταφίασε ένα θυελλώδη έρωτα με τον ιταλό ομότεχνό της Σαβέριο Αλταμούρα και επιστρέφοντας στην Ελλάδα, αφού εξάσκησε με επιτυχία την τέχνη της επί μία εικοσαετία περίπου στην πρωτεύουσα, αποσύρθηκε το τελευταίο τέταρτο του αιώνα στις γενέθλιες Σπέτσες, όπου έχασε τα παιδιά που ανέθρεψε πάνω στη νιότη τους, μια κόρη κι τον περίφημο ζωγράφο Ιωάννη Αλταμούρα. Κατόπιν έζησε έγκλειστη στις Σπέτσες έναν μακρόχρονο, μονήρη και σχεδόν μυστηριώδη βίο κόβοντας οριστικά τους δεσμούς της με τη ζωγραφική και σε πλήρη σχεδόν απομόνωση, έγκλειστη σε διηνεκές πένθος, στα όρια του λόγου και της παράνοιας. Έσβησε στο τέλος αθόρυβα αφήνοντας πίσω της πλήθος τα ερωτηματικά και τις εικασίες…

Πορτρέτο της Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα από τον Σαβέριο Αλταμούρα

Στο μυθιστόρημα συναιρούνται και διαλέγονται αδιάκοπα τα φώτα της γνώσης και η μαγεία, η λογική και η τρέλα, η αθωότητα και η ενοχή, ο χωρισμός και η συμφιλίωση, ο ανοιχτός ορίζοντας και ο εγκλεισμός, η καλλιτεχνική δημιουργία και η καταστροφή της, η ταυτότητα και η ματαιότητα της αναζήτησής της, η διαμόρφωση και η ασάφεια του εθνικού, η ύπαρξη και η κατάργηση του χρόνου, οι ζωντανοί και οι νεκροί.

"Η Απελπισία" της Ελένης Αλταμούρα

Το κείμενο χωρίζεται σε τρία μέρη και είκοσι τέσσερα κεφάλαια από το Α ως το Ω, θυμίζοντας ραψωδία. Το πρώτο και το τρίτο μέρος αποτελούνται από μια τριτοπρόσωπη αφήγηση γεγονότων από την αρχή και το τέλος της ζωής της ζωγράφου (ένα μικρό κορίτσι στο σπίτι δίπλα στη θάλασσα και μια μεσόκοπη, βαριά και παράξενη γυναίκα, ένα αίνιγμα), ενώ το μεσαίο και εκτενέστερο μέρος είναι ένας μονόλογος με τη λυρική φωνή της ηρωίδας να διχάζεται ανάμεσα σε δύο κόσμους, τον αλλοτινό του θριάμβου και τον τωρινό του πένθους και να εξιστορεί τη ζωή της συνομιλώντας με γάτους και φαντάσματα των αγαπημένων της.


Πολύ μεγάλη σημασία φαίνεται να έχει η ενδυμασία ως σύμβολο του ρόλου κοινωνικής ή σεξουαλικής συμπεριφοράς και οι συνεχείς μεταμφιέσεις της Ελένης ως πρόθεση αλλαγής ταυτότητας, μέσω της αλλαγής ρούχων. Έτσι η μικρή Ελένη, όπως εντοπίζεται για πρώτη φορά στο βιβλίο, με το φορεματάκι που τη στένευε στη μέση, αλλάζει ρούχα όταν φτάνει στην Αθήνα, όπως και όλη η οικογένεια που βγάζει τα νησιώτικα, και μαζί με τα ρούχα επέρχεται και μια μικρή αλλαγή στο επώνυμο από Μπούκουρα σε Μπούκουρη. Στην πραγματικότητα φεύγοντας από τις Σπέτσες ξεκινά το μεγάλο ταξίδι για την αναζήτηση ταυτότητας. Αργότερα θα αποδεχτεί την ομοιογένεια των στολών στο παρθεναγωγείο, αλλά όχι και την ομοιογένεια στην προσωπικότητα καθώς «ονειρευότανε μια άλλη Ελένη ντυμένη με κοστούμια ρόλων». Επιλέγει έτσι τη ζωγραφική ως μέσο απόδρασης από το συμβατικό. Στο ταξίδι προς την Ιταλία ντύθηκε φιλάρεσκα, γυναικεία αλλά και πένθιμα, και με αυτά τα ρούχα γνώρισε και ερωτεύτηκε τον Σαβέριο. Σύντομα κατάλαβε πως για να μπορέσει να ξεφύγει από τους φυσικούς, οικονομικούς και ψυχολογικούς περιορισμούς του φύλου της έπρεπε να μεταμφιεστεί σε άντρα για να χαρεί την ελευθερία του Κανένα μακριά από οικογενειακές και κοινωνικές δεσμεύσεις. Ταυτόχρονα κόβει τα μαλλιά της, μία πράξη που σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις θεωρείται πένθιμη, και θα μπορούσε να ιδωθεί και ως σύμβολο του οικιοθελούς ευνουχισμού της. Στη συνάντηση με τον Σαβέριο θα ξαναφορέσει τα γυναικεία ρούχα που φορούσε όταν τον πρωτοσυνάντησε και θα τα ξαναφορέσει, για τρίτη φορά σε ένδειξη πένθους όταν θα γυρίσει προδομένη στην Ελλάδα, ίσως για να κλείσει τον κύκλο που άνοιξε με τον ξενιτεμό της. Στα τελευταία χρόνια της ζωής της πλέον έχει εγκαταλείψει το δυναμισμό και τη σιγουριά που της έδινε το κοστούμι του Κανένα και νιώθει ενοχές «για την ύβρη που διέπραξε», με αποκορύφωση την περίοδο που θα ζήσει στις Σπέτσες, αποκομμένη από κάθε εγκόσμιο δεσμό, σχεδόν μοναστικά, αφιερωμένη στο Θεό αλλά και τις σολωμονικές, φορώντας μαύρα, «το μόνο ένδυμα του ελληνικού της πένθους». Όταν όμως έρχεται ο θάνατος ως λύτρωση και εξιλέωση εμφανίζεται με λευκά ρούχα βρίσκοντας, επιτέλους, τον πραγματικό της εαυτό πέρα από οικογενειακές, κοινωνικές, θρησκευτικές ή φυλετικές δεσμεύσεις.

Αυτοπροσωπογραφία της Ελένης Μπούκουρα με στολή καλόγερου

Πέρα από την αποτυχία της Ελένης να επιβιώσει σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία και πέρα από την τραγική της μοίρα, το μυθιστόρημα προβάλλει την ψυχογραφία των γυναικών, έναν άλλο κόσμο, που είναι κλειστός, αδιαπέραστος ή αόρατος στους άντρες, οι οποίοι δεν μπορούν να τον καταλάβουν, αλλά ούτε και να τον υποθέσουν. Έναν κόσμο χωρίς εντάσεις και αντιθέσεις, με βαθιά σιωπή, που τον αναγνωρίζουν όλες οι γυναίκες και τον κατοικούν όταν μπουν σ’ αυτό που η Γαλανάκη αποκαλεί «μετά τη ζωή ζωή των γυναικών».


Η Λίζυ Τσιριμώκου επισημαίνει : «Παρά το γεγονός ότι τα δύο προηγούμενα μυθιστορήματα της συγγραφέως (Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, 1989, και Θα υπογράφω Λουί, 1993) είναι ανδροκεντρικά, σε αντίθεση με τη γυναικοκεντρική προοπτική του Ελένη ή ο Κανένας, συναρμολογούν όλα μια βαθύτερη λογική, εκκινούν και δορυφορούν γύρω από το ίδιο τραυματικό κέντρο: τον διχασμό, τη διπλή ταυτότητα, το πρόσωπο που παλεύει απεγνωσμένα να συμφιλιώσει τα δύο μισά κομμάτια του εαυτού του, να υπερβεί τη σχάση, που τον οδηγεί άφευκτα στην ήττα, στην αυτοκτονία, στην τρέλα. Από αυτή την άποψη, μπορεί κανείς να μιλήσει για μυθιστορηματική τριλογία, που μοιάζει να ολοκληρώνει μια ευρύτερη σύλληψη, ένα γενικότερο προβληματισμό για τον ελληνικό 19ο αιώνα, τον εθνοκεντρισμό και τον ρομαντισμό του, τις κεντρομόλες και τις φυγόκεντρες τάσεις του, τη «μεγάλη», τη συλλογική επανάσταση και τις μικρές, ατομικές επαναστάσεις, τις προσωπικές επαναστατικές επιλογές που διαταράσσουν πάγιες νοοτροπίες της καθημερινότητας και ανατρέπουν προαιώνια ήθη.»

Ο τίτλος του μυθιστορήματος από μόνος του παραπέμπει και στη χρήση μυθοπλαστικών στοιχείων. Η ίδια η Ρέα Γαλανάκη λέει ότι έχει βάλει κάποιες πινελιές από την Οδύσσεια: «Στην εφημερίδα Καθημερινή, ένα άρθρο με τίτλο «Η δική μου Ελένη» αναφέρω ότι ο Δούρειος Ίππος ήταν ένα τέχνασμα· η Ελένη μπήκε στα ανδρικά ρούχα όπως οι Έλληνες στο Δούρειο Ίππο για να εκπορθήσουν την Τροία. Η Ελένη παύει να είναι η Ελένη Μπούκουρα. Είναι το φοβερό «Κανένας». Είναι η Οδύσσεια μιας γυναίκας (πολύ χονδροειδώς βέβαια).»

Πηγές:

- Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (βιογραφία, εργογραφία)

Βιβλιονέτ

Αρχείο Εταιρείας Συγγραφέων

Αρχείο Έκθεση βιβλίου Φρανκφούρτης 2001

- Μαίρη Μικέ, Μεταμφιέσεις στη νεοελληνική πεζογραφία (19ος – 20ος αιώνας)

- Αριάδνη Εφραιμίδου, Μάρω Δούκα – Ρέα Γαλανάκη. ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης. Σίνδος 2008.

- Αρβανίτικος Σύνδεσμος Ελλάδος

- art.mag.gr

- Δήμητρα Ρουμπουλα, Οι μύθοι της οικογένειας Αλταμούρα, Έθνος, 15/3/2011

- culturenow.gr

- Μαρία Πατραμάνη, Η Ρέα Γαλανάκη με τους μαθητές του Πειραματικού (edugate.gr)

Βιβλιογραφία:

-Μπερλής Άρης, «Ο περίκλειστος κόσμος των γυναικών», Η Καθημερινή,7/7/1998

-Πολίτη Τζίνα,»Το πένθος της ιστορίας», Η ανεξακρίβωτη σκηνή, Άγρα 2001

-Σημείο-Φυλλάδιο I ,Λευκωσία 2000

-Τσιριμώκου Λίζυ,»Ασκήσεις μνήμης», Εσωτερική ταχύτητα, Άγρα 2000, σελ.363-361


Η μεταμφίεση (απόσπασμα του σχολικού βιβλίου)

Αφήγηση

Στο απόσπασμα αφηγείται η ίδια η Ελένη και η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Η αφηγήτρια συμμετέχει στην αφηγημένη δράση και αποτελεί τον πρωταγωνιστή της ιστορίας (αυτοδιηγητική αφηγήτρια). Η εστίαση είναι εσωτερική, δηλαδή η αφηγήτρια γνωρίζει όσα και η ηρωίδα με την οποία ταυτίζεται. Το απόσπασμα αποτελείται από σκηνές που συνοδεύονται από αφηγηματικές «επιβραδύνσεις», παρουσίαση της σκέψης της αφηγήτριας, η οποία διακόπτει τη διαδοχή των γεγονότων.

Η αφηγηματική τέχνη της Ρέας Γαλανάκη συνδυάζει το ρεαλισμό (η απόφαση να μεταμφιεστεί σε άντρα, τα επαναστατικά τραγούδια στον κήπο, η εξήγηση του ονείρου κ.λ.π.) με το ονειρικό και φανταστικό στοιχείο (οι μάρτυρες της μεταμφίεσής της, το όνειρο με τη Μπουμπουλίνα, η δημιουργία νέας ταυτότητας). Το αφηγηματικό αυτό τέχνασμα μπολιάζει την ψυχρή ρεαλιστική αφήγηση ενός καθαρά ιστορικού βιογραφικού μυθιστορήματος με την ονειρική μαγεία του παράδοξου, την αμεσότητα της προσωπικής εξομολόγησης.

Εξαιρετική είναι η περιγραφή της μεταμφίεσης της Ελένης με μάρτυρες τα φυσικά στοιχεία μιας ερημικής τοποθεσίας. Η περιγραφή της αφηγήτριας-ηρωίδας με τις χρωματικές διακυμάνσεις της συνθέτει ένα ζωγραφικό πίνακα απαράμιλλης ομορφιάς και δικαιολογεί την απόφασή της να σπουδάσει ζωγραφική.

Ερωτήσεις

- Βασικό κοινό στοιχείο ανάμεσα στην Ελένη και στην Μπουμπουλίνα είναι το αντρικό φέρσιμο. Για ποιους λόγους χρησιμοποιεί η καθεμιά τη μεταμφίεση;

- Με βάση το κείμενο, αλλά και τις δικές σας εκτιμήσεις για την Ελένη, περιγράψτε το χαρακτήρα της.

- Πώς και γιατί συνταιριάζονται «στον ίδιο κύκλο» τα ονόματα «Ελένη» και «Κανένας»;

- Εντοπίστε τα ρεαλιστικά και τα ονειρικά στοιχεία στο κείμενο και εξετάστε το αισθητικό αποτέλεσμα που προκύπτει από το συνδυασμό τους.

- Να χαρακτηρίσετε τη γλώσσα του αποσπάσματος και να εντοπίσετε στο λόγο της ηρωίδας κάποια στοιχεία που δεν ήταν εύκολο να τα λέει κανείς εκείνη την εποχή (αναχρονισμοί).

Παράλληλο κείμενο: Ελισάβετ Μουτζάν- Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία

Άσκηση:  Κοινό στοιχείο ανάμεσα στις ηρωίδες των πιο πάνω αποσπασμάτων είναι η επιθυμία τους να δράσουν σαν άνδρες. Να δικαιολογήσετε την επιθυμία τους αυτή.

Πηγές

-  Βενετία Αποστολίδου και Ελένη Χοντολίδου, Διδακτικές προτάσεις για το μάθημα της Λογοτεχνίας (πρόγραμμα εκπαίδευσης μουσουλμανοπαίδων 2005-2007 ) , Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, «Αυτοβιογραφία » και Ρέα Γαλανάκη «Η μεταμφίεση» : Βίοι και Πολιτεία γυναικών, επιμ. Γρηγόρης Πασχαλίδης

- Δειγματικό δοκίμιο απολυτηρίων εξετάσεων γ΄ γυμνασίου (Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου)

- Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Βιβλίο εκπαιδευτικού, Ο.Ε.Δ.Β


Η τραγική ζωή της Ελένης Αλταμούρα – Μπούκουρα  εκτός από θέμα του μυθιστορήματος της Ρέας Γαλανάκη  «Ελένη, ή ο Κανένας» έγινε και

-    Θέμα του θεατρικού έργου του Κώστα Ασημακόπουλου ¨Ελένη Αλταμούρα¨.εκδ. Δωδώνη, 2005

- Θέμα του θεατρικού έργου σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη και πρωταγωνίστρια την Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου (Μάρτιος-Απρίλιος 2012). Δείτε σκηνές από την παράσταση:


- Θέμα του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ «Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα» της Κλεώνης Φλέσσα (Βραβείο στο 4ο Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ, Χαλκίδα 2010). Δείτε το trailer:



Αντώνης Σαμαράκης, Ζητείται ελπίς

Ή θα διαλέξεις τη σιωπή για να μην χάσεις τη βολή σου, την ησυχία σου, ή θ’ αντιδράσεις, θ’ αντισταθείς, θα αγωνιστείς σε όλα αυτά τα αποτρόπαια, τα εφιαλτικά που γίνονται για σένα, υποτίθεται, αλλά χωρίς εσένα. [...] Θα διαλέξω την ελευθερία να πω όχι, αρνούμαι θα πω σ’ αυτήν την απάνθρωπη ανθρωπότητα. (Αντώνης Σαμαράκης, Εν ονόματι)

Όσο υπάρχουν άνθρωποι ανήσυχοι στον κόσμο μας, όσο υπάρχει ανησυχία στον κόσμο μας υπάρχει ελπίδα…
(Αντώνης Σαμαράκης, Σήμα Κινδύνου)


Ο Αντώνης Σαμαράκης γεννήθηκε το 1919 στην Αθήνα, όπου σπούδασε νομικά (1937-1941). Από το 1935 ως το 1963 εργάστηκε στο Υπουργείο Εργασίας, θέση από την οποία παραιτήθηκε με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά και στην οποία επέστρεψε το 1945.
Στη Κατοχή συμμετείχε στην Αντίσταση. Το 1944 συνελήφθη από τους ναζί και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ύστερα από περιπέτειες κατάφερε να ξεφύγει.


Συμμετείχε ως εκπρόσωπος της χώρας μας σε διεθνείς συναντήσεις για θέματα εργασιακά και μεταναστευτικά. Την περίοδο 1968-1969 ηγήθηκε αποστολής εμπειρογνωμοσύνης στις χώρες της Αφρικής μετά από ανάθεση της Διεθνούς Ομάδας Εργασίας. Ως εκπρόσωπος της Ουνέσκο ταξίδεψε στην Αιθιοπία και δραστηριοποιήθηκε με άρθρα του για τη διεθνή κινητοποίηση υπέρ της επίλυσης των προβλημάτων των κατοίκων της χώρας.

Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ως ποιητής από τις στήλες περιοδικών. Το 1954 εκδόθηκε η πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Ζητείται ελπίς. Ακολούθησαν πέντε ακόμη βιβλία του, τα οποία γνώρισαν πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες.


Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος (1962 για το Αρνούμαι), το Βραβείο των Δώδεκα – Έπαθλο Κώστα Ουράνη (1966 για το Λάθος), το Μέγα Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας στη Γαλλία (1970 για το Λάθος). Τιμήθηκε επίσης για τη συνολική προσφορά του από τη διοργάνωση Europalia (1982) και με το Σταυρό του ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών (1995).

Μετά τη μεταπολίτευση δημοσίευσε κείμενα κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Διηγήματά του έγιναν σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες. Ταινία έγινε επίσης Το λάθος από τον Peter Fleischmann.

Η πεζογραφία του Αντώνη Σαμαράκη τοποθετείται στο χώρο της κοινωνικής καταγγελίας. Μέσα από τα έργα του προβάλλει έντονη η αγωνία για την πορεία του σύγχρονου κόσμου, η κοινωνική συνείδηση και η ανθρωπιστική κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Η γλώσσα του είναι απλή, χωρίς επιτηδευμένο ύφος, ξεχωρίζει κυρίως για την πυκνότητα των νοημάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η ευρηματικότητα στην εξέλιξη και το τέλος της δράσης και η συχνή χρήση οπτικής χρήσης του λόγου (κείμενα δακτυλογραφημένα, σκίτσα, κ.α.).

Δείτε ένα σύντομο βίντεο, όπου ο Σαμαράκης μιλά για την κοινωνική αποστολή της λογοτεχνίας:


Για 20 χρόνια προσέφερε ανεκτίμητη βοήθεια στην UNICEF. Το 1984 ήταν επικεφαλής ελληνικής εκστρατείας ενάντια στο λιμό στην Αιθιοπία που ταξίδεψε δις κι έγραψε τα κείμενα της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Αιθιοπία: Οδοιπορικό Θανάτου & Οδοιπορικό Ζωής» που «γύρισε» για τη UNICEF η ΕΡΤ. Με την ακούραστη προσφορά του βοήθησε ν” αναγνωρισθεί η UNICEF στη συνείδηση του κόσμου ως αποτελεσματικός κι αξιόπιστος οργανισμός που αγωνίζεται σκληρά για τα παιδιά. Για τη δράση του αυτή το 1989 η UNICEF Ν. Υόρκης τον ονόμασε 1ον Έλληνα Πρέσβυ Καλής Θέλησης για τα Παιδιά του Κόσμου.


Υπήρξε επίσης από τους εμπνευστές, θερμότατος υποστηρικτής και πρόεδρος της επιτροπής του θεσμού Βουλή των Εφήβων. Είχε πάντα το νου του στους νέους. Με τη λέξη «κατάληψη» ξεκίνησε την ομιλία του το 1999 στη Βουλή των Εφήβων, προτρέποντας τους σε «κατάληψη στη Βουλή των μεγάλων».

Αγαπούσε τη Κύπρο και τη τίμησε πολλές φορές με τη παρουσία του. Το δράμα του νησιού αυτού δε μπορούσε ν” αφήσει αυτό τον ευαίσθητο άνθρωπο ασυγκίνητο.

Ο Αντώνης Σαμαράκης, αιώνιος έφηβος, έφυγε στις 8 Αυγούστου 2003, στα 84 του χρόνια. Τους τελευταίους μήνες βρισκότανε στη Πύλο. Σύμφωνα με επιθυμία του το σώμα του δωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για έρευνες φοιτητών της Ιατρικής Σχολής.

Πηγές :
- Περι … γραφής
- Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (βιογραφία, εργογραφία, βιβλιογραφία)

Προτεινόμενες ιστοσελίδες και ψηφιακά κείμενα για το βίο και το έργο του Αντώνη Σαμαράκη:

Ιστοσελίδα της Unicef αφιερωμένη στον Α. Σαμαράκη

Αντώνης Σαμαράκης αποσπάσματα από το περιοδικό Ελίτροχος, τευχ. 17-18, 1999, αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα της Unisef (πολιτιστικά  από τον Μάνο Κοντολέων)

(Ματιές) Σαμαράκης, Άρθρο  του Λευτέρη Παπαδόπουλου στα ΝΕΑ, 21/1/2012

Συνέντευξη με τον Αντώνη Σαμαράκη του Βασίλη Λεβαντίδη στην ιστοσελίδα neolaia.de (περιοδικό ΔΥόΨΕΙΣ, των Ελλήνων Νέων στη Γερμανία)

Άγγελος Χρυσοστόμου, Η Κόντρα του Αντώνη Σαμαράκη, Βιβλιο Εκπαιδευτικού, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, Λευκωσία, 2010

Ένας ανώνυμος δωρητής του καλού, Άρθρο του Χρήστου Μιχαηλίδη στην Ελευθεροτυπία, 12/5/2005 (αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα του Ελληνοαμερικανικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος)

Ντοκιμαντέρ

Εκπομπές που αγάπησα: Αντώνης Σαμαράκης (Ταινιοθήκη τηλεόρασης ,  Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ)

Νυχτερινός Επισκέπτης: Αντώνης Σαμαράκης – Διδάκτωρ η Ελπίς (Ταινιοθήκη τηλεόρασης, Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ)

Ζητείται ελπίς

Το 1954, 10 χρόνια μετά το τέλος του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου και 5 χρόνια μετά το τέλος του εμφύλιου πολέμου (1946-1949) ο Σαμαράκης δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Ζητείται ελπίς», στην οποία και ανήκει το ομώνυμο διήγημα. Η εποχή είναι ιδιαίτερα δύσκολη όχι μόνο για την Ελλάδα που ζει το διχαστικό μετεμφυλιακό κλίμα , αλλά και για τον κόσμο ολόκληρο, που ζει την ένταση των εξοπλισμών, τον φόβο του πυρηνικού ολέθρου και τη γενικότερη ανησυχία του ψυχρού πολέμου.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του διηγήματος είναι:

- Η αοριστία τόπου και χρόνου, καθώς και η ανωνυμία του ήρωα.

- Η ιστορία είναι μονοπρόσωπη, καθώς κάποια άλλα πρόσωπα λειτουργούν ως σκιώδεις παρουσίες και φευγαλέες φιγούρες.

- Το διήγημα μπορεί να χαρακτηριστεί ως «στατικό», γιατί λείπει η δράση και η κίνηση, καθώς ο ήρωας είναι καθηλωμένος στο χώρο του καφενείου και λειτουργεί αποκλειστικά ως αναγνώστης εφημερίδας. Ωστόσο η αφηγηματική αδράνεια αντικαθίσταται και αναπληρώνεται από μια άλλη δράση που ο ήρωας του διηγήματος τη ζει ως εσωτερική ένταση.

Η Αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, ο αφηγητής παντογνώστης και ετεροδιηγητικός. Στην ουσία όμως ο συγγραφέας λειτουργώντας ως αφηγητής προβάλλει και απεικονίζει τις δικές του ανησυχίες στο πρόσωπο του ήρωα, τις ανησυχίες του μεταπολεμικού ανθρώπου: Η παγκόσμια ειρήνη μοιάζει υπόθεση πολύ εύθραυστη, ο κίνδυνος ενός παγκόσμιου πυρηνικού ολέθρου είναι ορατός και ο απλός πολίτης ζει σε μια κατάσταση ανασφάλειας, χρεωκοπίας των ιδεολογιών, τρόμου και διάψευσης των ελπίδων και των προσδοκιών που είχε γεννήσει το τέλος του πολέμου.

Αφηγηματικός τρόπος είναι η καθαρή διήγηση. Μέσα στο κείμενο λειτουργούν δύο γραφές : η αρχική που εκρέει από τον τριτοπρόσωπο αφηγητή και, δεύτερον, η γραφή της εφημερίδας, ο δημοσιογραφικός λόγος, τον οποίο ο ήρωας προσλαμβάνει ως αναγνώστης. Η δεύτερη γραφή, η οποία καθρεφτίζει τη γλωσσική εικόνα της εποχής (εμμονή στην καθαρεύουσα), καθορίζει τις σκέψεις και τις συναισθηματικές αντιδράσεις του ήρωα, όπως αυτές καταγράφονται στην αρχική γραφή (απλή δημοτική).

Ερωτήσεις

-  Τι δηλώνει κατά τη γνώμη σας η ανωνυμία του ήρωα και η αοριστία τόπου και χρόνου;

-  Είναι ο ήρωας του διηγήματος αδρανής και αδιάφορος, που ζει κλεισμένος στον κόσμο των προσωπικών προβλημάτων του ή όχι και γιατί;

-   Ποια είναι η σκοπιμότητα της τριπλής επανάληψης της αναφοράς των γεγονότων που καταγράφονται στην εφημερίδα;

-   Ποιο συμπέρασμα μπορούμε να εξαγάγουμε από τη σύντομη αναφορά στην συγγραφική ιδιότητα του ήρωα;

-    Σε ποια σημεία του κειμένου υπάρχει ειρωνεία;


Άσκηση : Ανατρέξτε στις σελίδες των σημερινών εφημερίδων και ξαναγράψτε το διήγημα μεταφέροντας το χρόνο της ιστορίας στο σήμερα (2012)

Βιβλιογραφία:

- Δασκαλόπουλος Δημήτρης, Η μεταπολεμική πεζογραφία, τόμ 7, Σοκόλης 1988, σελ. 54-72

- Η λέξη, τχ. 109, 1992, αφιέρωμα

- Κοτζιάς Αλέξανδρος, Μεταπολεμικοί πεζογράφοι, Κέδρος 1992, σελ. 136-142

- Παππάς Κώστας, Αντώνης Σαμαράκης. Το έργο του, Σμίλη 1988

- Σαχίνης Απόστολος, Νέοι πεζογράφοι, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1965, σελ. 163-204

- Νικήτας Παρίσης, Η ερμηνεία των αφηγηματικών κειμένων. Μεταίχμιο. Αθήνα. 2006

- Ζ. Λιγνός και Γ. Μαρκαντωνάτος, Αναγνώσεις Λογοτεχνικών Κειμένων. Gutenberg. 2006



Γεώργιος Βιζυηνός, Το μόνον της ζωής του ταξείδιον

Ο Γεώργιος Βιζυηνός (Βιζύη, Ανατολική Θράκη 1849 – Αθήνα 1896) έζησε φτωχικά παιδικά χρόνια στην Πόλη και την Κύπρο και κατάφερε με υποτροφία πλούσιου ομογενή να σπουδάσει στην Αθήνα στη Φιλοσοφική Σχολή και εν συνεχεία στη Γερμανία, όπου μάλιστα το 1881 τυπώθηκε στη Λειψία η διδακτορική του διατριβή Das Kinderspiel in Bezug auf Psychologie und Paedagogik («Το παιδικό παιχνίδι υπό άποψη ψυχολογική και παιδαγωγική»).

Το 1883 αρχίζει να εκδίδει τα ηθογραφικά του διηγήματα και μάλιστα θεωρείται ο εισηγητής του είδους.Παραθέτει θρύλους και λαϊκές αφηγήσεις απ’ τον κόσμο των παιδικών του χρόνων στην Ανατολική Θράκη. Ωστόσο, τα διηγήματά του δεν αποτελούν καταγραφές μιας ακατέργαστης παράθεσης ή έστω ρεαλιστικής οπτικής, αλλά συνθέτει υψηλής αξίας ηθογραφία, έχοντας σπουδάσει ψυχολογία και γνωρίζοντας εις βάθος τα δυτικά λογοτεχνικά ρεύματα.

Το 1885 ο Βιζυηνός εκλέχθηκε υφηγητής στην έδρα της Ιστορίας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με την επί υφηγεσία διατριβή «Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω». Η σταδιοδρομία του στα γράμματα και το Πανεπιστήμιο διεκόπη το 1892, όταν κατέληξε στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο και, έπειτα από τέσσερα χρόνια εγκλεισμού, πέθανε το 1896, σε ηλικία μόλις 47 ετών. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του μέσα στην πνευματική σύγχυση εξομολογείται: μετεβλήθη εντός μου / και ο ρυθμός του κόσμου…


Μες στα στήθια η συμφορά
σαν το κύμα πλημμυρά,
σέρνω το βαρύ μου βήμα
σ” ένα μνήμα!

Σαν μ” αρπάχθηκε η χαρά
που εχαιρόμουν μια φορά
έτσι σε μιαν ώρα…
μέσ” σ” αυτήν την χώρα
όλα άλλαξαν τώρα!

Κι από τότε που θρηνώ
το ξανθό και γαλανό
και ουράνιο φως μου,
μετεβλήθη εντός μου
κι ο ρυθμός του κόσμου.

Μες στα στήθια η συμφορά
σαν το κύμα πλημμυρά,
σέρνω το βαρύ μου βήμα
σ” ένα μνήμα…

Τον σταυρό τον αψηλό
αγκαλιά, γλυκοφιλώ
το μυριάκριβο όνομά της,
κι απ” τα χώματά της
η φωνή της η χρυσή
με καλεί «έλα κι εσύ
δίπλα στο ξανθό παιδί σου
και κοιμήσου

Ο άνθρωπος που διάβαζε Νίτσε και Ίψεν, που άκουγε Βάγκνερ, γράφει το 1876 από τη Γερμανία στον Ηλία Τανταλίδη: «Μη με μαλώσετε αν εμβαίνω με λερωμένα τσαρούχια εις το καθάριο σας κατώγι. Είμαι χωριατοπαίδι, καθώς γνωρίζετε, και έχω διανύσει μακρόν, πολύ μακρόν και λασπωμένον δρόμον…». Ίσως σε όλη του τη ζωή να μην ξέφυγε ποτέ από την ανάγκη να έχει προστάτες που να του προσφέρουν οικονομική και κοινωνική ασφάλεια. Το παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος: «Έχω ανάγκην προστάτου και κηδεμόνος».

Ανάμεσα στον ξενόφερτο Βιζυηνό και στους αθηναϊκούς κύκλους (Σουρής, Ροΐδης), η σχέση υπήρξε πάντα δύσκολη. Καθώς σημειώνει ο ίδιος σε μια επιστολή του: «Έτσι τα τουρκομεριτάκια, τα περιφρονημένα, να εμβούμε με την φιλοκαλίαν και την οξύτητα του πνεύματός μας, εις τα ρουθούνια των μυιοχάφτηδων της Αθήνας».


Ιδού πώς περιγράφει τις τελευταίες του ημέρες ο Γεώργιος Δροσίνης («Απαντα», «Σκόρπια φύλλα της ζωής μου», τ. 7ος, φιλολογική επιμέλεια Γιάννη Παπακώστα, ΣΔΩΒ):

«Τρελός ησυχώτατος, εντελώς ακίνδυνος, και γι” αυτό τον άφηναν να περιφέρεται ελεύθερα μ” έναν φύλακα γύρω στα πεύκα.   Δεν είχε συναίσθηση της καταστάσεώς του κ” ενόμιζε πως αυτός ήτον ο φύλακας κι” ο φύλαξ ήτον ο τρελός, που τον είχαν εμπιστευθή στη φύλαξή του.. …

Τον θάψαμε οι φίλοι του σε τάφο, που παραχώρησεν ο Δήμος Αθηναίων, κοντά στο μεσημβρινό μαντρότοιχο του Νεκροταφείου …   …   Θέλαμε να χαράξωμε και κάτι από τους δικούς του στίχους κι” ο Παλαμάς το διάλεξε:

«Κι” αντηχούνε στη μαύρη σιγή / τα πικρά, τα πικρά μου τραγούδια».



Έγραψε οκτώ διηγήματα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα: Το αμάρτημα της μητρός μου (1883), Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως (1883), Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου (1883), Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας (1884), Πρωτομαγιά(1884), Το μόνον της ζωής του ταξείδιον (1884), Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα(1885) και Ο Μοσκώβ-Σελήμ (μετά το 1886, ίσως το 1895).


Τα περισσότερα διηγήματα του Βιζυηνού έχουν αυτοβιογραφικό υπόβαθρο, επιλογή η οποία δε θεωρήθηκε «μυθοπλαστική αδυναμία», αλλά αποδόθηκε ψυχολογικά:

στην υπερβολική ευαισθησία του,

στην προσπάθειά του να «συντηρήσει» το παρελθόν αναζητώντας τον εαυτό του,

στην ενδόμυχη ευχαρίστησή του να μιλά για τον εαυτό του και

στην ανάγκη του να δώσει πραγματολογική διάσταση και ρεαλισμό στη διήγησή του (Β. Αθανασόπουλος).

Σκοπός του «δεν είναι να αυτοβιογραφηθεί και ν” αφηγηθεί τα ατομικά του παθήματα και τα παθήματα της οικογένειάς του, αλλά να συνθέσει έργα ικανά να δώσουν μια εικόνα του ανθρώπινου δράματος, όπου ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα να κινούνται και να συμπλέκονται με τη δύναμη του μοιραίου» (Κ. Στεργιόπουλος).

Αυτόπτης μάρτυρας των ιστοριών του αλλά ποτέ πρωταγωνιστής δε διεκδικεί για τον εαυτό του παρά το δικαίωμα που δίνει σε οποιοδήποτε πρόσωπό του: να βρίσκεται σε πλάνη αναφορικά με την πραγματικότητα, να συμπληρώνει σταδιακά τα πληροφοριακά κενά του ή να προχωρεί προς την αλήθεια με διαδοχικές προσεγγίσεις.


Πηγές:

- Αγάθη Γεωργιάδου, Γεώργιος Βιζυηνός, Σεμινάριο φιλολόγων,  Πάτρα 17 Δεκεμβρίου 2006

- Π. Μουλάς, Γ.Μ.Βιζυηνός: Νεοελληνικά Διηγήματα(Εισαγωγή, κείμενα , κρίσεις), Ερμής, 1980

- Δημήτρης Γκιώνης, Το πικρόν της ζωής του ταξείδιον: Ο Γεώργιος Βιζυηνός και το ανθεκτικό έργο του, εφημ.        Ελευθεροτυπία 16/4/2011

Κατερίνα Διακουμοπούλου, Το μόνον της ζωής του ταξείδιον, εφημ. ΑΥΓΗ, 30/9/2011

- Δημήτρης Δημηρούλης, Η κρίση του Βιζυηνού, εφημ. ΑΥΓΗ, 25/7/2010

«Γεώργιος Βιζυηνός» σε σχέδιο του Γιάννη Κολιού για την εφημ. ΑΥΓΗ

Προτεινόμενες ιστοσελίδες και κείμενα για τη ζωή και το έργο του Βιζυηνού:

- Γεώργιος Βιζυηνός, Προλεγόμενα στο έργο Ατθίδες αύραι, του Γιώργου Μπλάνα

- Περι…γραφής

- Βιβλιογραφία, άρθρα και αφιερώματα περιοδικών για τον Βιζυηνό στην ιστοσελίδα Pagina Philologiae

- «Η φιλοσοφική μελαγχολία του Βιζυηνού» του Νίκου Δήμου

- Γεώργιος Βιζυηνός, ένας μοντερνιστής ηθογράφος της Ανδρονίκη Μαστοράκη

- Γεώργιος Βιζυηνός, Με κυνήγησαν αλύπητα. Από τις 5 + 1 φανταστικές συνομιλίες του Βασίλη Βασιλικού, που περιλαμβάνονται στο «Επίμετρο» του βιβλίου του «Λύρα Ελληνική». Δημοσιεύτηκαν στα ΝΕΑ το 1993. (Ψηφιοθήκη Α.Π.Θ.)

- Ludus Literarius (Συλλογή άρθρων και μελετών για τον Βιζυηνό)


Το μόνον της ζωής του ταξείδιον

Ο Κωστής Παλαμάς ονόμασε «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» ονειρόδραμα, που στην ουσία είναι ένα αδιάκοπο πέρασμα από το φανταστικό στο πραγματικό και από τη μεταφορά στην κυριολεξία.

Ο τίτλος

Πρωτότυπος, διατυπωμένος με το συνήθη αινιγματικό τρόπο του Βιζυηνού, ώστε να διεγείρει το ενδιαφέρον του αναγνώστη σχετικά με το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται και με το περιεχόμενο του ταξιδιού που προαναγγέλλεται.

Ο χώρος

Τα γεγονότα διαδραματίζονται σε μια κωμόπολη, στο βραχώδες ύψωμα βόρεια του σπιτιού του παππού, που λεγόταν «Μπαήρα» και αποτελούσε την παλιά ακρόπολη του τόπου. Οι ιστορίες του παππού ανασταίνουν μπροστά στα μάτια μας μαγευτικά τοπία της Ανατολής, ενώ η τελευταία ενότητα μας μεταφέρει στο σπίτι του. Η συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων (το τουρκικό διοικητήριο και οι «οικίες εγκρίτων οθωμανών») υποδεικνύει ότι βρισκόμαστε στην ανατολική Θράκη. Επιπλέον, το διήγημα κινείται σε δύο άξονες: στον κόσμο του ονείρου και της φαντασίας και στον πραγματικό κόσμο. Ο κόσμος του ονείρου είναι ο μαγευτικός κόσμος του παππού, γεμάτος από Σκυλοκέφαλους, φώκιες και μαρμαρωμένους ανθρώπους που παραπέμπουν στον Ηρόδοτο, σε λαϊκές παραδόσεις και παραμύθια. Αντίθετα, ο πραγματικός κόσμος περιέχει σκλαβιά και καταπίεση.

Ο χρόνος

Ο χρόνος της ιστορίας (του μύθου) εκτείνεται με αναδρομικές αφηγήσεις σε όλη τη διάρκεια της ζωής του παππού (από τη γέννησή του τον καιρό της τουρκοκρατίας μέχρι το θάνατό του), ενώ ο χρόνος της αφήγησης καλύπτει μόνο δύο μέρες: το παιδί φτάνει στο χωριό ένα φθινοπωρινό μεσημέρι και κάθεται μαζί με τον παππού στο βραχώδες ύψωμα, μέχρι που δύει ο ήλιος και πέφτει η νύχτα. Περιγράφεται επίσης το πρωί της επόμενης μέρας, η μέρα του θανάτου του παππού. Τα γεγονότα τοποθετούνται περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα.

Τα πρόσωπα

Ο Γεωργάκης, που αφηγείται την ιστορία από την παιδική οπτική γωνία. Το παιδί έχει σημεία ταύτισης με το συγγραφέα, που μαθήτευσε σε ραφτάδικο στην Πόλη μόλις τελείωσε το δημοτικό.


Το δράμα του παππού

Αξιοσημείωτο στοιχείο είναι η αντίθεση ανάμεσα στον ονειρικό κόσμο στον οποίο ζει ο παππούς και στον πραγματικό κόσμο του παιδιού. Το ταξίδι του παππού είναι μεταφορικό και κινείται στο χώρο της φαντασίας, ενώ του εγγονού είναι πραγματικό. Το δράμα του έγκειται στις καταπιεσμένες και ανικανοποίητες επιθυμίες μιας ζωής, τις συνεχείς υποχωρήσεις του και τις μειωμένες αντιστάσεις του μπροστά στην ισχυρή θέληση της γιαγιάς. Έχουμε, λοιπόν, μια τυπική αντιστροφή των ρόλων: η γιαγιά γίνεται ο «άντρας» του σπιτιού και ο παππούς η «γυναίκα».

Η απομυθοποίηση

Η αδυναμία του εγγονού να δεχτεί τη δυσαρμονία λόγων και έργων του παππού, οδηγεί τον δεύτερο στην αφήγηση μιας ιστορίας, της οποίας γνώρισμα υπήρξε η απόλυτη στέρηση, η ακινησία και η καταπίεση. Ο απολογισμός της ζωής του παππού είναι τραγικός. Ο πραγματικός κόσμος για τον παππού σήμαινε ακινησία και γι” αυτό αναζήτησε καταφύγιο στη συλλογική φαντασία και στους λαϊκούς θρύλους. Με την αφήγησή του, απομυθοποιείται στα μάτια του εγγονού του. Έτσι, η σιωπή επιστεγάζει το δράμα. «Η προσγείωση από το φανταστικό στο πραγματικό γίνεται με συναισθηματική κάθαρση και των δυο».

Η πραγματικότητα στο διήγημα του Βιζυηνού έχει δύο διαστάσεις,  μια υποκειμενική, που υπάρχει στο μυαλό του ήρωα, και μια δεύτερη και αληθής, η οποία επιβεβαιώνεται από την καθημερινότητα ή την ιστορία.

Για παράδειγμα,  μια πραγματικότητα είναι αυτή που υποβάλλει ο παππούς στον εγγονό με τις φανταστικές ιστορίες που διηγείται,  μεταξύ αυτών η ιστορία ενός μικρού ραφτόπουλου,  το οποίο αγάπησε μια βασιλοπούλα, ενώ η εμπειρία της ζωής θα διδάξει αργότερα το μικρό ότι η βασιλοπούλα ποτέ δεν επικοινωνεί με τους λαϊκούς,  μόνο ο ευνούχος του χαρεμιού.

Οι δύο πραγματικότητες που ισχύουν κάθε φορά δεν αποκαλύπτονται παρά στο τέλος του διηγήματος, ενώ οι ήρωες συνεχίζουν να ζουν στην πλάνη – όπως για παράδειγμα ο εγγονός – ή στην αυταπάτη – όπως ο παππούς,  που αποσιωπά την ταπεινωτική αντικειμενική πραγματικότητα.

Αυτό επιτυγχάνεται με την αινιγματική αφήγηση,  τη χρήση αμφιλογιών και αμφισημιών, και γενικά το παιχνίδι μεταξύ κυριολεξίας και μεταφοράς. Οι αμφιλογίες και αμφισημίες δίνουν μια υποψία της αλήθειας στον αναγνώστη, ενώ ο ήρωας καθυστερεί πολύ στην ανακάλυψή της.  Η καθυστέρηση αποκάλυψης της αλήθειας σε όλο της το εύρος από πλευράς του ήρωα καλλιεργεί στον αναγνώστη αγωνία για τη στιγμή εκείνη και την αντίδραση του ήρωα, η οποία δεν είναι μόνο έκπληξη, αλλά κυρίως απογοήτευση.  Ειδικά μάλιστα σε αυτό το διήγημα αποτελεί κυριολεξία η διαπίστωση ότι το δράμα παραμονεύει πίσω από το παραμύθι, αφού ο παππούς κρύβει πίσω απ’ αυτό το προσωπικό του δράμα και το παιδί θα γνωρίζει το δικό του, όταν ανακαλύψει ότι οι ιστορίες είναι παραμύθια.

Ο επίλογος

Αρχίζει με την επισήμανση ότι τη νύχτα είχε «πολύ ψύχος», ένδειξη κάποιας αλλαγής που έχει συντελεστεί, ενώ με τη φράση «τη δε πρωία της επιούσης», με τη μετατόπιση του χρόνου έχουμε τη «λύση» του μύθου: το θάνατο του παππού. Η γιαγιά δεν μπόρεσε να εμποδίσει το τελευταίο του ταξίδι, «το μόνον της ζωής του». Ο παππούς επιτέλους πραγματοποίησε το όνειρο της φυγής του και αποδημώντας μια υπερκόσμια γαλήνη βασίλευε στο πρόσωπό του.


Αφηγηματικές τεχνικές

Το διήγημα κινείται στο χώρο της ηθογραφίας και περιέχει στοιχεία ψυχογραφικά και λαογραφικά. Ο αφηγητής συμμετέχει στην ιστορία και μάλιστα ταυτίζεται με ένα πρωταγωνιστικό (πρωτοπρόσωπη αυτοδιηγητική αφήγηση, εστίαση εσωτερική): βιωματικό (αυτοβιογραφικό) υλικό. Αξίζει να επισημανθεί η παιδική οπτική γωνία από την οποία αφηγείται την ιστορία ο αφηγητής. Οι χαρακτήρες παρουσιάζονται μέσα από την υποκειμενική παιδική προοπτική: ο παππούς σκιαγραφείται με συναισθηματική ευαισθησία και τρυφερότητα, ενώ η γιαγιά με διακριτική αποδοκιμασία (εκτός από την τελευταία σκηνή, στην οποία είναι εμφανής ο οίκτος του παιδιού). Με την τεχνική αυτή το διήγημα αποκτά παιδική αφέλεια, γνώρισμα που ενισχύει την παραμυθένια ατμόσφαιρά του.

Πηγές:

- Αγάθη Γεωργιάδου , Γεώργιος Βιζυηνός,  Σεμινάριο φιλολόγων,  Πάτρα 17 Δεκεμβρίου 2006

- Ε.Α.Π – Τμήμα Ελληνικού Πολιτισμού

Βιβλιογραφία:

- Αθανασόπουλος Βαγγέλης, Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ.Μ. Βιζυηνού, Καρδαμίτσα 1991

- Γκότση Ζέτα, Η οργάνωση της χρονικής αναπαράστασης στο «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», Τετράδια Ευθύνης τχ. 29, 1988, 151-158

- Διαβάζω, τχ. 278, 1992 (αφιέρωμα)

- Λευκώματα για την Κωνσταντινού π ολη:
Κωνσταντινούπολη, Αναζητώντας τη βασιλεύουσα, εκδ. Λ. Μπρατζιώτη 1990.
Κωνσταντινούπολη, Η πόλη των πόλεων, επιμέλεια Γ. Γιαννακόπο υλο ς, Έφεσσο ς χ.χ

- Μ ουλλάς Παν., «Το νεο ελληνικό διήγημα και Γ.Μ. Βιζυηνός», στο Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικ ά διηγήματα, Ερμής  1980.

- Παγανός Γιώργο ς, «Γεώργιο ς Βιζυηνός, Το μόνον της ζωής του ταξίδιον», Η νεοελληνική πεζογραφία, Κώδικας, Θεσσαλο νίκη 1983, σ. 159-163.

- Πέρι Μάσσιμο , «Το πρόβλημα της αφηγηματικής προο πτικής στα διηγήματα το υ Βιζυηνού », Δοκίμια αφηγηματολογίας, επιμέλεια Σ.Ν. Φιλιππίδης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλει ο 1994, σ. 1-44.

- Στεργιόπο υλο ς Κώστας, «Ο Βιζυηνός και το διήγημα», Περιδιαβάζοντας, τόμ. 2, Κέδρο ς 1986, σ. 36-51.

- Τετρά δια Ευθύνης, τχ. 278, 1992.

- Χρυσανθόπ ουλο ς Μιχάλης, Γεώργιος Βιζυηνός, Μεταξύ φαντασίας και μνήμης, Βιβλι οπωλείον της Εστίας 1994.


Η ΤΑΙΝΙΑ
Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
Ελλάδα, 2001, Έγχρωμο. Διάρκεια: 87’. Επτά Κρατικά Βραβεία Ποιότητας, ανάμεσά τους και αυτό της καλύτερης ταινίας μυθοπλασίας.

Σκηνοθεσία: Λάκης Παπαστάθης. Σενάριο: Έλενα Πέγκα, Λάκης Παπαστάθης, Μαριάννα Κουτάλου από διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού. Φωτογραφία: Γιάννης Δασκαλοθανάσης. Πρωταγωνιστούν Ηλίας Λογοθέτης, Φραγκίσκη Μουστάκη, Ρούλα Πατεράκη, Λάζαρος Ανδρέου.

Ο Λάκης Παπαστάθης  αναμοχλεύει σταθερά το παρελθόν για να ανασύρει διαχρονικά μοτίβα και να τα μεταφέρει ολοζώντανα μέχρι τις μέρες μας. Το ομώνυμο, αυτοβιογραφικό, διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού, συνδυασμένο με το τραγικό τελευταίο μέρος της ζωής του συγγραφέα, μετατρέπεται εδώ σε ένα στοχασμό πάνω στη δύναμη της αφήγησης, την κατά κράτος επικράτηση του μύθου απέναντι στην εμπειρία. Ο παππούς-ήρωας της ιστορίας και ο εγγονός, μελλοντικός συγγραφέας, αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αφηγητές και οι δύο ιστοριών, προφορικών ή γραπτών, αντίστοιχα, καταφεύγουν στη μυθοπλασία για να υπερβούν και να μετασχηματίσουν την πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Ίσως γιατί αναγνωρίζουν ότι τελικά ζούμε μέσα από τις διηγήσεις μας και, όπως λέει και ο πρωταγωνιστής-σκηνοθέτης στην Κατάσταση των πραγμάτων του Βέντερς, «όταν δεν υπάρχουν πια ιστορίες να αφηγηθείς παραμονεύει ο θάνατος». Ο συγγραφέας, προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα, περνά το απόλυτο όριο της ουτοπικής διαφυγής και οδηγείται στην «τρέλα» με το ερωτικό του παραλήρημα για τη δεκάχρονη Μπετίνα. Ο Παπαστάθης ως σκηνοθέτης-αφηγητής πραγματοποιεί το δικό του και δικό μας «ταξείδιον» στους μύθους και την Ιστορία, σεβόμενος ευλαβικά το πρωτότυπο υλικό, ανοίγοντας με τις λιτές, αλλά τόσο ακριβείς ως ανασύσταση εικόνες του, έναν καινούριο διάλογο μαζί του. Και ακόμη κι αν κάπου υπάρχει η αίσθηση ότι η εικόνα «υποχωρεί» κάτω από το βάρος της ακόμα τόσο ζωντανής και ισχυρής γραφής και γλώσσας του αριστουργηματικού κειμένου, η συγκίνηση της νέας συνάντησης συμπαρασύρει και τον πιο υποψιασμένο θεατή.

Πηγή: Λευτέρης Αδαμίδης, «Σινεμά» (αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα του Ε.ΚΕ.ΒΙ.)


 

Παρακολουθείστε την ταινία κάνοντας κλικ εδώ

Δημήτρης Χατζής, Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου

δημήτρης χατζής from sofia armeliniou

Κάποιοι μπορεί να σκεφθούν σήμερα ότι τα βιβλία του Χατζή έχουν παλιώσει. Ο αιφνιδιασμός τότε γίνεται εντονότερος από το μαστίγωμα της γραφής του. Όχι μόνο γιατί η αγωνία της παλαιάς κοινωνίας που υποχωρεί μπροστά στον «νέο κόσμο» που έρχεται είναι πάντα εξίσου διαβρωτική, αλλά και χάρη στη δύναμη της τεχνικής του Δημήτρη Χατζή. Είναι ένα είδος συγγραφικής δεξιοτεχνίας που μοιάζει να έχει χαθεί και αυτό όπως χάθηκαν και οι τέχνες των ταμπάκηδων και των βαρελάδων που περιγράφει στα πρώτα διηγήματά του…

Ο ίδιος ο Χατζής έχει εξηγήσει εκτενώς το «μυστικό» του, το οποίο συνοψίζεται στη ρήση «η τέχνη είναι κατασκευή». «Γέλασα πάρα πολύ κάποτε» είχε πει «όταν ένας κριτικός, θέλοντας να με παινέψει, έγραψε πως τα διηγήματα τα δικά μου είναι βγαλμένα με μια ανάσα. Και γέλασα γιατί εγώ ήξερα πως το καθένα τους είναι βγαλμένο με εκατό ανάσες, μέσα σε μια διάρκεια τεσσάρων ή πέντε χρόνων για το καθένα. Μέσα σ” αυτή τη μακριά διαδικασία, τη βασανιστική επεξεργασία, όλα τα στοιχεία του κάθε διηγήματος έπρεπε να γίνουν κύβοι κανονικοί κύβοι, τόσο κλειστοί και τελειωμένοι που (το δοκίμασα μερικές φορές) μπορούν να αλλάζουν θέση μέσα στο διήγημα ώσπου να βρουν την τελική τους τοποθέτηση. Κύβοι λοιπόν». Αυτή η επίπονη επεξεργασία είχε ως αποτέλεσμα τις πιο συγκινητικές σελίδες της μεταπολεμικής πεζογραφίας μας.

Πηγή:    Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών

Προτεινόμενες ιστοσελίδες για την ζωή και το έργο του συγγραφέα :

-  Βιογραφικό του Δημήτρη Χατζή, Ριζοσπάστης, 28/29 Οκτωβρίου 2006

-  Ο οικουμενικός Δημήτρης Χατζής, Συνέντευξη του Τίτου Πατρίκιου στο Βασίλη Καλαμαρά με αφορμή τα 25 χρόνια από το θάνατο του Δημήτρη Χατζή. (Ελευθεροτυπία, 22 Ιουλίου 2006 – Αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα bibliofagos )

-  Δημήτρης Χατζής, Ο συγγραφέας της υπέρβασης, του Π. Νούτσου, Το Βήμα , 13 Αυγούστου 2000

-  Στα ίχνη του Δημήτρη Χατζή στο (ανατολικό Βερολί νο), του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη [Εξάντας (ελληνογερμανικό περιοδικό του Βερολίνου),  τεύχος 11, Δεκέμβριος 2009 - Αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα giannena-e.gr]

-  Στη Βουδαπέστη του Δημήτρη Χατζή, του Γιώργου Βραζιτούλη,( εφημερίδα Ηπειρωτικός Αγών , 28 / 9 / 2011 – Αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα giannena-e.gr)

- Βικιπαίδεια

Ντοκιμαντέρ – εκπομπές

- Εκπομπές που αγάπησα (Φρέντυ Γερμανός), Δημήτρης Χατζής (Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ)

-  Εποχές και Συγγραφείς, Δημήτρης Χατζής (Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ)

-  Τα Λόγια της Πόλης, Παμβώτις – Δ. Χατζής (Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ)


Το Διπλό Βιβλίο

Το Διπλό Βιβλίο ξεκίνησε να γράφεται από το Δημήτρη Χατζή τα τελευταία χρόνια της παραμονής του στην Ουγγαρία και ολοκληρώθηκε το 1975 (εκδ. 1976), χρονιά κατά την οποία ο συγγραφέας επαναπατρίστηκε οριστικά στην Ελλάδα. Στο μεταξύ είχε βιώσει πάνω από 25 χρόνια εξορίας σε χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου λογοτεχνικά κυριαρχούσε το ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

Το Διπλό Βιβλίο παρουσιάζεται ως ένα βιβλίο ρεαλιστικό.  Απώτερος σκοπός του συγγραφέα είναι να καταδείξει και να επισημάνει την επίδραση του σύγχρονου πολιτισμού στον άνθρωπο, ο οποίος καλείται να ζήσει μια συνεχώς διαμορφούμενη καθημερινότητα. Ο συγγραφέας επιλέγει ως θέμα την περιγραφή της μετανάστευσης, ένα οξύ πρόβλημα της εποχής, με στόχο την κατάδειξη της τραγικότητας του ανθρώπου που βιώνει το αδιέξοδο της προόδου.

Πλέκοντας έναν ιστό θεμάτων γύρω από το κύριο πρόσωπο, ο Δ. Χατζής πραγματεύεται ζητήματα όπως η μετανάστευση, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, η διαφορά της μεταπολεμικής Ελλάδας από τη μεταπολεμική Γερμανία, η Αντίσταση, ο Εμφύλιος και η χρεοκοπία των ηθών, η τεχνοκρατική επέλαση, η αποξένωση και η απώλεια της ταυτότητας, η αλληλεγγύη μεταξύ των εργαζομένων, ο ρόλος του διανοούμενου στη σύγχρονη εποχή.

To Διπλό Βιβλίο σε μετάφραση Luise Steller, 1983

Στο Διπλό Βιβλίο δεν μπορεί να μην ανιχνεύσει κανείς την ιδεολογική πορεία του Δ.Χατζή. Ο συγγραφέας έχει διαπιστώσει ότι ο κόσμος που διαδέχτηκε τον προηγούμενο δεν είναι αυτός που ονειρεύτηκαν ο ίδιος και οι ομοϊδεάτες του. Απογοητεύεται, γιατί τα πανανθρώπινα οράματα απαξιώθηκαν, τα ιδανικά και ο αγώνας γι’ αυτά έμειναν αδικαίωτα. Η μεταπολεμική κατάσταση τόσο στην Ελλάδα όσο και στον υπόλοιπο σύγχρονο κόσμο τον αποθαρρύνει, γιατί οδηγεί σε νέα εξαθλίωση και μοναξιά το σύγχρονο άνθρωπο. Η δική του απογοήτευση και η αγωνία του για το μέλλον της Ελλάδας μεταφέρονται και στα πρόσωπα του βιβλίου του, τα οποία τριγυρνούν παγιδευμένα και σαστισμένα σ’ έναν κόσμο θρυμματισμένο, που δεν είναι φτιαγμένος στα μέτρα του ανθρώπου. Γι’ αυτό και ο «συγγραφέας»-πρόσωπο του μυθιστορήματος που προσπαθεί να γράψει ένα δικό του βιβλίο- δεν κατορθώνει να ολοκληρώσει τις ιστορίες των ηρώων του. Η ολοκλήρωσή τους είναι κάτι που τον ξεπερνά. Παραμένει αμήχανος, γιατί δεν μπορεί να δει τη συνέχειά τους, γιατί δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα για να στηριχτεί πάνω της και να διακρίνει έναν ενδεχόμενο δρόμο για τον καθένα τους. Ωστόσο, το βιβλίο δεν ολοκληρώνεται απαισιόδοξα. Στην τελευταία του παράγραφο ξεχωρίζουν οι λέξεις ελπίδα και Ελλάδα. Όλα αλλάζουν, μετασχηματίζονται χάρη στον ίδιο τον άνθρωπο. Έτσι και η Ελλάδα θα απαγκιστρωθεί από το παρελθόν και θα βρει τελικά τη δική της θέση μέσα στο σύγχρονο κόσμο, μέσα στην Ευρώπη.

Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου:  η ουτοπία της επιστροφής

Το Διπλό βιβλίο συγκροτείται από δεκαοκτώ ιστορίες με θέμα τη ζωή των Ελλήνων εργατών στη Γερμανία. Στο απόσπασμα «Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου», στο πρόσωπο του ήρωα, Σκουρογιάννη καταδεικνύεται ο χαρακτηριστικός τύπος του απλοϊκού, αμόρφωτου Έλληνα, ο οποίος αναγκάζεται από το στενό περιβάλλον του χωριού να καταφύγει στη μετανάστευση για βιοποριστικούς λόγους. Ο συγγραφέας, χωρίς την παραμικρή εκζήτηση, μας παρουσιάζει τη νοσταλγία του ήρωα για την επιστροφή του στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Ο Σκουρογιάννης στη Γερμανία, καθηλωμένος στο βιωματικό παρελθόν του, δεν εντάσσεται στην εκεί πραγματικότητα και δεν επικοινωνεί με τους Έλληνες συμπατριώτες του. Οδηγείται στη μοναξιά, την οποία καρτερικά υπομένει με τη βαθιά πεποίθηση ότι, όταν θα επιστρέψει στο χωριό του, θα ξαναβρεί τον πρότερο τρόπο ζωής. Όταν τελικά μετά από είκοσι χρόνια καταφέρνει να επιστρέψει στο «Ντομπρίνοβο» αντιμετωπίζει την τεχνολογική πρόοδο και τους οικονομικούς μετασχηματισμούς που έχουν διαφοροποιήσει όχι μόνο το περιβάλλον του χωριού, αλλά και τους συγχωριανούς του. Η επάνοδος στην πατρίδα αποβαίνει γι’ αυτόν μια νέα αποδημία. Η επανασύνδεση με την παλιά ζωή θα πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της τελευταίας αρκούδας του Πίνδου, που του προσφέρει τη συντροφιά της υποκαθιστώντας την ανθρώπινη παρουσία.

Οι βασικοί χαρακτήρες  του αποσπάσματος:

Ο Σκουρογιάννης ζει στη Γερμανία για 20 χρόνια αλλά δεν έχει κανένα ψυχικό δέσιμο με τον τόπο αυτό. Νοσταλγώντας την Ελλάδα, επιλέγει συνειδητά τη μοναξιά και η ανάμνηση του χωριού του φαίνεται ότι του δίνει θάρρος και δύναμη. Εκεί θέλει να επιστρέψει για να πάρει την ανταμοιβή των τόσων χρόνων δουλειάς (1η χρονική περίοδος). Επιστρέφει στην πατρίδα του αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας αλλά η εξιδανικευμένη εικόνα του χωριού του έχει αλλάξει, έχει φθαρεί. Η ψυχική απομάκρυνση από τους συγχωριανούς του τον απογοητεύει. Τα θέματα που τους απασχολούν είναι τα λεφτά, οι επιχειρήσεις, αυτά που θέλουν να αποκτήσουν. Οι ανθρώπινοι δεσμοί και η ανθρωπιά στη μικρή κοινωνία του χωριού του έχουν αντικατασταθεί από την απληστία και το συμφέρον των αποξενωμένων πια κατοίκων της περιοχής. Η αστικοποίηση που ο ίδιος βίωσε στη Γερμανία, έχει τώρα μεταφερθεί στην Ελλάδα και οι άνθρωποι του τόπου του έχουν αλλάξει (2η χρονική περίοδος). Αποφασίζει να απομακρυνθεί από τους φιλοχρήματους συγγενείς του, να ξεφύγει από το συμβιβασμό . Η ελληνική φύση και η αρκούδα είναι τα μόνα στοιχεία που του θυμίζουν τον πραγματικό πλούτο του χωριού του (3η χρονική περίοδος). Το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται, αποδεικνύει την προδομένη, γεμάτη συμβιβασμούς ζωή του.

Οι Έλληνες της σύγχρονης Ελλάδας: Μέσα από τους χαρακτήρες που πλάθει ο Χατζής χαρτογραφείται η ελληνική κοινωνία. Το ήθος και ο τρόπος σκέψης τους αντικατοπτρίζουν τον κοινωνικό μετασχηματισμό που χαρακτηρίζει την Ελλάδα των δεκαετιών μετά τον εμφύλιο. Μέσα από την ανάλυση των χαρακτήρων και των συνθηκών της ζωής τους, φαίνονται τα σαθρά θεμέλια του κοινωνικού συστήματος, που έχουν οι ίδιοι δημιουργήσει. Οι συγχωριανοί του Σκουρογιάννη έχουν αλλάξει και έχουν υποταχθεί, ηθελημένα ή όχι, στα ζητούμενα της εποχής τους: χρήμα, κέρδος, συμφέρον.


Αφήγηση – Διάρθρωση

Στο συγκεκριμένο απόσπασμα ο τριτοπρόσωπος αφηγητής δεν συμμετέχει στα αφηγημένα δρώμενα και είναι επομένως ετεροδιηγητικός , παντογνώστης αφηγητής, ενώ η εστίαση είναι μηδενική.

Ο αφηγημένος μύθος είναι ουσιαστικά το ταξίδι της επιστροφής του Σκουρογιάννη στην πατρίδα, ο νόστος του ήρωα στο χωριό του. Αυτός, όμως,  ο κεντρικός άξονας του μύθου παίρνει ξεχωριστό νόημα, καθώς διαπλέκεται με τις εκτεταμένες αναδρομικές  μνήμες από τα χρόνια της ξενιτιάς στη Γερμανία και με το πολύχρονο όνειρο του ήρωα να γυρίσει κάποια μέρα στο χωριό του. Άρα ο συνολικός αφηγημένος μύθος κινείται σε τρία διαφορετικά επίπεδα: 1) το παρελθόν του Σκουρογιάννη στη Γερμανία (τεχνική αναδρομών), 2) τον πόθο του Σκουρογιάννη να γυρίσει στο χωριό του (τεχνική προβολής στο μέλλον), 3) τον παροντικό χρόνο του Σκουρογιάννη στο Ντομπρίνοβο.

Οι χρονικές φάσεις που πέρασε η ζωή του Σκουρογιάννη στο απόσπασμα και τα αντίστοιχα προσωπικά του αισθήματα είναι :

- Ο εικοσάχρονος ξενιτεμός στη Γερμανία. (Τον πνίγουν νοσταλγία για την πατρίδα, θλίψη και απογοήτευση για τη μονοτονία της εργασίας του.)

- Η ημέρα που πήρε τη σύνταξή του ο Σκουρογιάννης. (Νιώθει αδημονία, ψυχική ένταση.)

- Το ταξίδι της επιστροφής. (Αισθάνεται οικειότητα, ασφάλεια, ανακούφιση.)

- Οι πρώτες μέρες στο χωριό του. (Η χαρά και η συγκίνηση του Σκουρογιάννη μετατρέπονται σταδιακά σε απογοήτευση, θλίψη για τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και σε πικρή διάψευση των ονείρων του. Η μοναξιά και η αποξένωση που αισθάνεται ανάμεσα στους συγχωριανούς του τον αναγκάζουν να αναζητήσει τη γνησιότητα στα ανόθευτα από τον πολιτισμό δάση της Ηπείρου.)

- Η έξοδός του προς τη φύση του χωριού του. (Βρίσκει επιτέλους τη χαρά και την ανακούφιση της επιστροφής που τόσο νοστάλγησε.)



Πηγές:

-  Το Διπλό Βιβλίο – Δημήτρη Χατζή (Υποστηρικτικό υλικό για τον καθηγητή). Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων

-  Βενετία Αποστολίδου. Δημήτρης Χατζής,» Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου»: Η ουτοπία της επιστροφής. Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων 2005-2007 (Διδακτικές προτάσεις για το μάθημα της Λογοτεχνίας γ΄ Γυμνασίου). Επιμέλεια: Βενετία Αποστολίδου και Ελένη Χοντολίδου. Αθήνα 2007

-   Το Διπλό βιβλίο για το σημερινό μας κόσμο, του Παναγιώτη Νούτσου, Αυγή , 26/6/2011

-   http://www.archive.gr/print.php?type=N&item_id=96

Βιβλιογραφία:

- Αποστολίδου Βενετία, Λογοτεχνία και Ιστορία στη μεταπολεμική αριστερά. Η παρέμβαση του Δημήτρη Χατζή, Πόλις 2003

- Η λέξη, τχ. 144, 1998 (αφιέρωμα)

- Μηλιώνης Χριστόφορος, «Δ. Χατζής: Το διπλό βιβλίο», Με το νήμα της Αριάδνης, Σοκόλης 1991, σελ. 91-102

- Παγανός Γιώργος, Η μεταπολεμική πεζογραφία, τόμ. 8, Σοκόλης 1988, σελ. 172-205

-  Νικήτας Παρίσης, Η ερμηνεία των αφηγηματικών κειμένων για την γ΄Γυμνασίου.  Μεταίχμιο. Αθήνα. 2οο6

- Ζαχαρίας Λιγνός και Γ. Μαρκαντωνάτος, Αναγνώσεις Λογοτεχνικών Κειμένων για την γ΄ Γυμνασίου. Αθήνα. 2006


Παράλληλα κείμενα:

-          Απόσπασμα από την «Τελευταία αρκούδα του Πίνδου», όπου εξιστορείται η συνάντηση του Σκουρογιάννη με την αρκουδίτσα.         (Άσκηση: Να συσχετίσετε τον τίτλο με την υπόθεση του αποσπάσματος ).

-          Ο γυρισμός του ξενιτεμένου του Γιώργου Σεφέρη (Άσκηση: Να συγκριθούν τα δύο κείμενα ως προς το αίσθημα που βασανίζει τους δύο ξενους και τις αλλαγές που διαπιστώνουν στην πατρίδα τους).

-          Ιθάκη του Καβάφη (Άσκηση: Να συγκρίνετε τη σημασία που έχει η Ιθάκη για τον ομιλητή του καβαφικού ποιήματος και το ηπειρώτικο χωριό Ντομπρίνοβο για τον Δημήτριο Σκουρογιάννη στο απόσπασμα από το έργο του Δ. Χατζή).



Η μικρού μήκους ταινία «Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου» ( παραγωγής Ε.Ε.Κ.) σκηνοθετήθηκε από τη Μέμη Σπυράτου και προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1990. Το σενάριο είναι βασισμένο στο ομώνυμο απόσπασμα του Δημήτρη Χατζή που βρίσκεται στο μυθιστόρημα του «το Διπλό βιβλίο». Πρωταγωνιστεί ο Χρήστος Καλαβρούζος:







Ανδρέας Κάλβος, Εις Πάργαν

Ο Ανδρέας Κάλβος σε σκίτσο του Οδυσσέα Ελύτη

«Η ζωή και η ποίηση του Κάλβου ήταν μια διαρκής «αντιστροφή», πράγμα που έδωσε μια σκοτεινή τραγικότητα στη ζωή και στην ποίησή του. Μια φωτεινή διάρκεια. Αντιστρεφόταν, από χαρακτήρα ο Κάλβος, κάθε τι στη ζωή που ήταν ήσυχο, παραδεδεγμένο, ομαλό, «κομφορμιστικό» όπως θα λέγαμε σήμερα. Δεν τα πήγε ποτέ καλά ούτε με το περιβάλλον του, ούτε με τους φίλους του, ούτε με τους ανθρώπους της εποχής του. Έτσι τις υπαρξιακές του απαιτήσεις, που ήταν και πολλές και δυνατές, (απαιτήσεις για μια άνετη και ανεξάρτητη οικονομική ζωή, για ισότιμη φιλία, για έρωτα, ίσως και για δόξα), αφού στην ποίησή του δεν την απαρνιέται, αλλά αντίθετα, καταδικάζει εκείνους που την περιφρονούν (έσφαλεν ο την Δόξαν ονομάσας ματαίαν) και που δεν ικανοποίησε τις ποιητικές του απαιτήσεις, έπρεπε να διοχετεύσει σε δρόμους ασυνήθιστους. Κι όπως η ζωή του στάθηκε μια κλειστή, υπερήφανη και πικρή μοναξιά, έτσι και η ποίησή του άνθησε σ” εκείνους τους υψηλούς χώρους των αιθερίων ερήμων, εκεί που μονάχα οι αστερισμοί των Λεόντων μουγκρίζουν.»

Καραντώνη Ανδρέα, «Κάλβος ο φιλόπατρις», Από το Σολωμό στον Μυριβήλη. Λογοτεχνικά μελετήματα. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου και Σια Α.Ε., σ. 44 – 45.

«Πατρίς, Ελευθερία, Αρετή, Δικαιοσύνη – οι τέσσερις αυτές απόλυτες έννοιες και αξίες ορίζουν την ποίηση του Κάλβου.»

Καραντώνη Ανδρέα, «Κάλβος ο φιλόπατρις», Από το Σολωμό στον Μυριβήλη. Λογοτεχνικά μελετήματα. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου και ΣιαΑ.Ε., σ. 59.

Ο Ανδρέας Κάλβος σε σκίτσο του Γιώργου Σεφέρη

Ο Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε στην Ζάκυνθο το 1792. Γύρω στο 1801-2 ο πατέρας εγκαταλείπει τη μητέρα, παίρνει μαζί του τα δυο παιδιά, τον Ανδρέα και τον αδελφό του Νικόλαο, και εγκαθίσταται στο Λιβόρνο της Ιταλίας, όπου τα δυο αδέλφια μεγαλώνουν με πολλές στερήσεις. Η αναγκαστική αυτή μετανάστευση επέδρασε αρνητικά στην ψυχοσύνθεση του δεκάχρονου Ανδρέα και η νοσταλγία του για την μητέρα του και την πατρίδα τον ακολούθησαν σε ολόκληρη τη ζωή του.

Το 1912 πεθαίνει ο πατέρας τους και ο Ανδρέας πηγαίνει στην Φλωρεντία όπου γνωρίζει τον μεγάλο λόγιο  Ιταλοζακυνθινό ποιητή Ούγκο Φώσκολο. Η φιλία τους θα κρατήσει χρόνια. Ο Ανδρέας Κάλβος σπουδάζει Ελληνική, Λατινική και Ιταλική φιλολογία, ταυτόχρονα παραδίδει μαθήματα, αρχίζει τις πρώτες λογοτεχνικές του προσπάθειες και συμμερίζεται τις φιλελεύθερες ιδέες του Φώσκολου. Οι δυο φίλοι, κατατρεχόμενοι για τις ιδέες τους, καταφεύγουν το 1815 στην Ελβετία και την επόμενη χρονιά στην Αγγλία, όπου ο Φώσκολος πεθαίνει δώδεκα χρόνια αργότερα.

Στο Λονδίνο διδάσκει, γράφει, μεταφράζει. Παντρεύεται μια Αγγλίδα, η οποία του χαρίζει μια κόρη, τις χάνει όμως και τις δύο το 1820. Επιστρέφει στην Φλωρεντία και εντάσσεται  στο κίνημα των Καρμπονάρων. Το 1821 συλλαμβάνεται  από την αστυνομία και εκτοπίζεται  στη Γενεύη. Όταν ξεσπά η Ελληνική Επανάσταση, με διαλέξεις, ομιλίες, δημοσιεύματα ενθαρρύνει Έλληνες και Φιλέλληνες.

Στη Γενεύη έμεινε από το 1821 ως το 1824 και έγραψε τις δέκα πρώτες Ωδές, τις οποίες τύπωσε το 1824 με τον τίτλο Λύρα. Το 1825 ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου μπήκε στους φιλελληνικούς κύκλους και συνδέθηκε με έλληνες λογίους. Εκεί πραγματοποιήθηκε η έκδοση της νέας σειράς των Ωδών το 1826.

Εδώ ο Κάλβος σταματά την δημιουργική ενασχόλησή του με την ποίηση και, φλεγόμενος από ενθουσιασμό, κατεβαίνει στο Ναύπλιο να πολεμήσει. Ήδη όμως έχουν αρχίσει οι εμφύλιες διαμάχες, οι οποίες τον απογοητεύουν. Έτσι, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια εγκαταλείπει το Ναύπλιο και εγκαθίσταται στην Κέρκυρα, όπου στην αρχή εργάζεται ως οικοδιδάσκαλος, μετά γίνεται καθηγητής της «θεωρητικής φιλοσοφίας» στην Ιόνιο Ακαδημία και το 1841 διευθυντής στο Ιόνιο Γυμνάσιο. Την εποχή εκείνη στην Κέρκυρα βρισκόταν και ο Σολωμός, με τον οποίο όμως δεν δημιούργησε κανένα απολύτως δεσμό. Με την ποίηση δεν ασχολήθηκε ξανά ως το θάνατό του.

Το 1852 ξαναγυρίζει στο Λονδίνο, όπου ξεκινά μια νέα ζωή. Το 1853 παντρεύεται τη σαραντάρα Σαρλότ Ουώνταμς, η οποία είχε αναλάβει τη διεύθυνση οικοτροφείου θηλέων στο Louth. Εκεί δίδαξε και ο Κάλβος ξένες γλώσσες και μαθηματικά. Και εκεί έζησε ευτυχισμένος τα τελευταία δεκαέξι χρόνια της ζωής του. Πέθανε το 1869 σε ηλικία 77 χρονών από πνευμονία. Η ταφή του έγινε σε αγγλικό νεκροταφείο. Με ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης το 1960 τα οστά του ποιητή και της γυναίκας του μεταφέρθηκαν και κηδεύτηκαν στην πατρίδα του, τη Ζάκυνθο.

Το 1888, σε μια διάλεξη στον «Παρνασσό», ο Κωστής Παλαμάς προβάλλει το έργο του Κάλβου, το οποίο από τότε κερδίζει ευρεία αναγνώριση.

Ως ποιητής ο Κάλβος συμπίπτει χρονικά με την Επτανησιακή Σχολή, αποτελεί ωστόσο μια μοναχική περίπτωση δημιουργού, που συγκεράζει στοιχεία διαφόρων ρευμάτων (κλασικιστικά, ρομαντικά) και διαφοροποιείται αρκετά από την Επτανησιακή Σχολή, κυρίως λόγω της ιδιομορφίας της γλώσσας του, η οποία διαθέτει σπουδαία εκφραστική και εικονοπλαστική δύναμη.

Πηγές:

- Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, Ανδρέας Κάλβος Ιωαννίδης

–   E-Alexandria

Προτεινόμενες ιστοσελίδες:

- Ανδρέας Κάλβος Ιωαννίδης

-          Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, Ανδρέας Κάλβος

-          nektarios.gr, Ἀνδρέας Κάλβος – Ὠδαί

-          (.poema..), αφιέρωμα Ανδρέας Κάλβος

-          Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, Ανδρέας Κάλβος

-          Διαλέξεις και Άρθρα για τη ζωή και το έργο του Κάλβου

-          «Η μάνα του Σολωμού, η μάνα του Κάλβου»  του Αλέξανδρου Ασωνίτη, Ελευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, 3/7/2010

-          Ανδρέας Κάλβος – Ugo Foscolo : μια θυελώδης φιλία

Ντοκιμαντέρ

- Εκπαιδευτική Τηλεόραση

-          Αναζητώντας τον Ανδρέα Κάλβο , (Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ)

-          Εποχές και Συγγραφείς, Ανδρέας Κάλβος, Μέρος 1ο, (Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ)

-          Εποχές και Συγγραφείς, Ανδρέας Κάλβος, Μέρος 2ο ,(Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ)

-          Η δε πόλις ελάλησεν, Ζάκυνθος – Κάλβος – Σολωμός , (Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ)

Η Πάργα στις αρχές του 19ου αι. (λιθογραφία)


«Εις Πάργαν»

Όπως είναι γνωστό από την Ιστορία, οι Παργινοί είχαν προβάλει σθεναρή αντίσταση στον Αλήπασα και δε νικήθηκαν από τα στρατεύματα του. Η Πάργα, παραλιακή πόλη της Ηπείρου, διοικούνταν από τους Βενετσιάνους από το 15ο αιώνα, παραχωρήθηκε στη Γαλλία το 1797 και ύστερα από την ήττα του Ναπολέοντα οι νικήτριες δυνάμεις την παραχώρησαν στους Αγγλους (1814). Τελικά όμως η Πάργα περιήλθε στα χέρια του Αλήπασα με ανέντιμο τρόπο: την πούλησαν σ” αυτόν οι Αγγλοι με αντίτιμο 150.000 λίρες και την παρέδωσαν το 1819. Οι Παργινοί, γύρω στις 4.000, για να αποφύγουν την ατιμωτική υποδούλωση, ανέσκαψαν τους τάφους, έκαψαν τα οστά των προγόνων τους και κατέφυγαν στην Κέρκυρα παίρνοντας μαζί τους την τέφρα των οστών καθώς και τις εικόνες και άλλα ιερά αντικείμενα των ναών τους. Η διαγωγή αυτή των Άγγλων προς τους Παργινούς φέρεται να προκάλεσε τότε την παγκόσμια κατακραυγή. Σχετικό τυγχάνει και το δημοτικό τραγούδι «Της Πάργας» όπου και περιγράφεται ο τραγικός εκείνος ξεριζωμός των Παργινών. Σπουδαίος επίσης είναι σχετικός πίνακας του Διον. Τσόκου η «Φυγή της Πάργας» :

Φυγή της Πάργας (Διονύσιος Τσόκος)


Ωδή (< άδω = ψάλλω) ονομάζεται το λυρικό ποίημα που ανήκει στο είδος της μελικής και κυρίως της χορικής ποίησης των αρχαίων Ελλήνων και έχει σταθερό στροφικό σχήμα: αποτελείται από τη στροφή, την αντιστροφή και την επωδό..

Στη σύγχρονη ποίηση ωδές ονομάζονται τα ποιήματα τα οποία

-   έχουν περιεχόμενο επικολυρικό και ιδεαλιστικό, καθώς αναφέρονται θεματικά σε σοβαρές και υψηλές έννοιες και αξίες (ελευθερία, πατρίδα, θρησκεία, αντρεία, αρετή, καθήκον, δόξα, θάνατος κ.ά.)

-   είναι μεγάλα σε έκταση

-   έχουν ύφος επίσημο, σοβαρό και μεγαλόπρεπο

-   χρησιμοποιούν επιβλητικές εικόνες και γενικώς εκφραστικά μέσα πλούσια και εντυπωσιακά·

-  έχουν στιχουργική μορφή ειδική και σταθερή

Ο Κάλβος χρησιμοποιεί για τα ποιήματα του τον όρο Ωδαί,  για να δώσει στο έργο του  αρχαιοπρεπή και πατριωτικό τόνο, αφού ο όρος παραπέμπει στην ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, της οποίας η ωδή ήταν ένα από τα διαλεχτά είδη. Εξάλλου, και οι τίτλοι των δύο ποιητικών συλλογών του {Λύρα, Λυρικά) έχουν σημείο αναφοράς τη λύρα, το κυριότερο από τα μουσικά όργανα που συνόδευαν τα άσματα της ποίησης αυτής.

Πηγές:

-            E-Alexandria

-           http://www.pilavakis.net/new_page_105.htm

-          http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%AC%CF%81%CE%B3%CE%B1

Πρόσφυγες της Πάργας (Francesco Hayeez)

Στο σχολικό βιβλίο ανθολογούνται οι έξι πρώτες στροφές (από τις 27) από την ωδή Εις Πάργαν, που την έγραψε ο ποιητής με αφορμή την παράδοση της Πάργας, και περιέχεται στη συλλογή Λύρα (1824).


Οι στροφές αυτές παρουσιάζουν μια νοηματική αυτονομία και αποτελούν ένα είδος ποιητικού προοιμίου στην όλη ωδή.

α΄ στροφή

Η επίκληση προς τη Λύρα αντιστοιχεί με την επίκληση των επικών ποιητών προς τη Μούσα, δηλαδή προς την ποίηση.  Ο Κάλβος  ζητά από την ποίηση που προτίθεται να γράψει, άρα από τον ίδιο του τον εαυτό, να έχει τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά: σοβαρόν και υψηλόν τόνον, αστραπήν, ήθος νοός.

Η καταληκτική ποιητική πρόταση της στροφής προσδιορίζει την ποιότητα του έργου που πρόκειται να υμνηθεί (ένδοξον έργον), αλλά δεν καθορίζει ποιο είναι αυτό. Αυτή η ασάφεια, που είναι ποιητικά σκόπιμη και εσκεμμένη διεγείρει την αναγνωστική προσοχή και το ενδιαφέρον μας.

β΄ στροφή

Τα δώρα που χάρισαν οι θεοί στους ανθρώπους : αγάπη, αρετή (ανδρεία και καθολική ολοκλήρωση του ανθρώπου), εύσπλαχνον ήθος .

γ΄   δ΄   ε΄  στροφές

-          Ένα ακόμη πολύτιμο δώρο : «φρενών πτέρωμα» (υψηλό, αδούλωτο, ανυπότακτο φρόνημα)

-          Η πλατιά παρομοίωση θυμίζει ανάλογες ομηρικές:

1η εικόνα – πρώτη χρονική στιγμή: Μια άμαξα που τρέχει με ορμή και γέρνει επικίνδυνα.

2η εικόνα  – δεύτερη χρονική στιγμή : Ένας αετός που ανεβαίνει ψηλά στα σύννεφα, ακούγονται οι κραυγές του και αφήνει να πέσουν στις βαθιές λαγκαδιές αφροί και βράχοι.

3η εικόνα – τρίτη χρονική στιγμή : Ο άνθρωπος πετώντας ψηλά, όπως ο αετός θα αφήσει πίσω του την άμαξα που κινδυνεύει να τσακιστεί.

Το νόημα που υποδηλώνεται πίσω από τη μεγαλειότητα των εικόνων είναι το εξής:

Όταν όλα βρίσκονται σε μια τεταμένη στιγμή, και η ζωή μας, μέσα στις δύσκολες συνθήκες μοιάζει έτοιμη να τσακιστεί (όπως η άμαξα), ο άνθρωπος με το πτέρωμα των φρενών , σαν άλλος αετός που ανεβαίνει ψηλά, βρίσκει τρόπους να ξεπεράσει τις δύσκολες περιστάσεις.

στ΄ στροφή

Ανάμεσα στα τέσσερα αγλαά το αγλότερον (λαμπρότερο) είναι «ο νους οπού αποφεύγει την δουλοσύνη», δηλαδή το « φρενών πτέρωμα», το αδούλωτο, ανυπότακτο, φιλελεύθερο φρόνημα.

Στοιχεία κλασσικισμού που συναντούμε στο απόσπασμα:

-          Ως προς το περιεχόμενο:

  1. Επίκληση της Λύρας (στ. 2) .
  2. Οι Ολύμπιοι Θεοί ( οι Αθάνατοι, στ. 6)

-          Ως προς τη μορφή:

  1. Η αρχαιοπρεπής γλώσσα
  2. Το σοβαρό, μεγαλόπρεπο, επιβλητικό ύφος
  3. Το είδος της ωδής
  4. Τα ρητορικά σχήματα :

Α. αποστροφή (ω Λύρα, στ. 2 )

Β. επαναφορά (λάβε, στ. 3 και 4)

Γ. πλατιά παρομοίωση (στροφές γ΄, δ΄, ε΄)

Δ. ασύνδετο (αγάπην, αρετή, εύσπλαχνον στήθος , στ. 9-10)

Ε. υπερβατό (Σοβαρόν , υψηλόν δώσε τόνον, στ. 1-2, ήθος λάβε νοός,στ. 3-4, Διαπρεπή έδωσαν των ανθρώπων και ατίμητα δώρα, στ.5-7, Όταν η τύχη την ορμήν φέρη, στ. 12-15 )

Χειρόγραφο του Κάλβου

Μέτρο

Σε όλες τις ωδές ο Κάλβος χρησιμοποιεί τον ίδιο τύπο στροφής. Η Καλβική στροφή αποτελείται από πέντε ανομοιοκατάληκτους στίχους. Το μέτρο είναι ιαμβικό. Οι τέσσερις πρώτοι στίχοι μπορεί να είναι 8σύλλαβοι, 7σύλλαβοι ή 6σύλλαβοι. Το κοινό τους πάντως γνώρισμα είναι ότι όλοι αυτοί οι στίχοι έχουν σταθερά τόνο στην έκτη συλλαβή. Ο πέμπτος στίχος κάθε στροφής είναι πάντα 5σύλλαβος παροξύτονος.

Η γλώσσα. Το ύφος

Η γλώσσα του Κάλβου είναι ιδιότυπη, αφού συνδυάζει στοιχεία  της δημοτικής και της αρχαΐζουσας.

Κυριότερα γνωρίσματα της καλβικής γλώσσας είναι:

-          Η χρήση πρωτότυπων και μουσικότατων επιθέτων (εύσπλαχνον, αγλαά)

-          Οι αρχαϊκές φράσεις και σύνταξη

-          Η μετακίνηση των λέξεων από τη φυσική τους θέση (υπερβατά)

-          Οι κοραϊσμοί (οι παραβιάσεις της γραμματικής π.χ. υπερπετάξαντες)

-          Η εκφραστική και λυρική τόλμη

Το ύφος είναι υψηλό, σοβαρό, μεγαλόπρεπο, αρχαιοπρεπές, λυρικό, παραινετικό.

Βιβλιογραφία:

- Ανδρέας Κάλβος, Ωδαί, φιλο λο γική επιμέλεια Γιάννης Δάλλας, Ωκεανίδα 1997.

- Ανδρειωμέν ος Γ.Β., Βιβλιογραφία Ανδρέα Κάλβου (1818-1988), Ε.Λ.Ι.Α. 1993.

- Γαραντού δης Ευριπίδης, Πολύτροπος αρμονία: Μετρική και ποιητική του Κάλβου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλει ο 1995.

- Δάλλας Γιάννης, Η ποιητική του Ανδέρα Κάλβου, Συνέχεια 1994.

- Μερακλής Μ.Γ., Ανδρέας Κάλβος: Ωδαί, ερμηνευτική έκδο ση, Βιλιο πωλείον της Εστίας 1965.

- Νέα Εστία, τόμ. 68, 1946 (ανατύπωση 1960).

-Νικήτας Παρίσης. Η ερμηνεία των ποιητικών κειμένων στο Γυμνάσιο, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2006

-Ζαχαρίας Λιγνός, Γ. Μαρκαντωνάτος. Αναγνώσεις λογοτεχνικών κειμένων, Gutenberg, Αθήνα, 2006

-Ανθούλα Δανιήλ, Ζωή Κατσιαμπούρα και Νίκος Φράγκος. Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας , Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2006

Ο Κάλβος μελοποιημένος από τον Μίκη Θεοδωράκη:




Γιάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα

Το χειρόγραφο και η έκδοσή του

… είχα έναν τενεκέ και τα ‘ βανα μέσα …

Το χειρόγραφο αυτό, τυπωμένο, πιάνει πάνω από 460 πυκνές σελίδες μεγάλου σχήματος. Ο Μακρυγιάννης το αρχίζει στις 26 Φεβρουαρίου 1829, τρίαντα δύο περίπου χρονώ, στο Άργος, όπου τον βρίσκουμε “Αρχηγό της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης”, είτε καταγράφοντας παλαιότερα γεγονότα, είτε σημειώνοντας γεγονότα παρόντα σαν ένα ημερολόγιο. Περισσότερο από το μισό είναι γραμμένο, ως φαίνεται, στο Άργος, ως τα 1832. Το συνεχίζει στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, ως τα 1840, οπότε και το κλείνει βιαστικά για να το κρύψει. Η εξουσία έχει υποψίες εναντίον του. “Είχαν μεγάλην υποψίαν από μένα” σημειώνει “και γύρευαν να μου ψάξουν το σπίτι μου να μου βρούνε γράμματα”. Το εμπιστεύεται λοιπόν σ’ ένα κουμπάρο, που το παίρνει στην Τήνο. Στα 1844, ύστερα δηλαδή από τη συνωμοσία για το Σύνταγμα, όπου παίζει μεγάλο ρόλο, και τα Σεπτεμβριανά, πηγαίνει και τα παίρνει· αντιγράφει τις σημειώσεις που κρατούσε στο αναμεταξύ με πολλές προφυλάξεις· “σημείωνα” μας λέει “και είχα έναν τενεκέ και τα ‘βανα μέσα και τα ‘χωνα” – γράφει ως τον Απρίλη του 1850, και μετά ένα χρόνο περίπου το συμπληρώνει μ’ έναν πρόλογο και μ’ έναν αρκετά μακρύ επίλογο. Η έξοχα μελετημένη έκδοση του Γιάννη Βλαχογιάννη, η μοναδική που έχουμε ως τα σήμερα, δημοσιεύτηκε στα 1907, αφού πέρασε δηλαδή μισός αιώνας που το πολύτιμο αυτό κείμενο έμεινε χαμένο μέσα στ’ απόλυτο σκοτάδι.

Πηγή: “Ένας Έλληνας – ο Μακρυγιάννης” , απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Σεφέρη «Δοκιμές», εκδ. Ίκαρος, Αθήναι, 1981.

… ήτανε μουχλιασμένο από την υγρασία …

Η οικογένεια Μακρυγιάννη δεν ήξερε την ύπαρξη των Απομνημονευμάτων. Ο Βλαχογιάννης, οδηγημένος από κάποια πληροφορία που είχε βρει σε κάποιο παλιό βιβλίο ή χειρόγραφο (δε θυμάται πια) αποτάθηκε στο συνταγματάρχη Κίτσο Μακρυγιάννη, γιο του Στρατηγού, και τον παρακίνησε να ψάξει. Σε καμιά δεκαπενταριά μέρες ο Κίτσος τον ειδοποίησε πως είχε βρει ένα χειρόγραφο, χωμένο σ’ ένα τενεκέ παραριγμένο σε μια απόμερη γωνιά του σπιτιού. Το χειρόγραφο ήτανε μουχλιασμένο από την υγρασία, μα δεν είχε ακόμα αποσυντεθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι θαύμα πως διατηρήθηκε απάνω από πενήντα χρόνια.

Πηγή:   Γιώργος Θεοτοκάς, “Τετράδια Ημερολογίου”, Αθήνα Εστία , 1987.



Η αφορμή της συγγραφής των Απομνημονευμάτων και ο σκοπός για τον οποίο γράφτηκαν.

Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης αναφέρει στην εισαγωγή του έργου του τον σκοπό για τον οποίο έγραψε τα Απομνημονεύματα. Αρχική του πρόθεση ήταν να μάθει γράμματα, γιατί δεν είχε κατορθώσει να μορφωθεί κατά την παιδική του ηλικία, μια και άρχισε να εργάζεται από 7 ετών. Αποφάσισε λοιπόν να μάθει γράμματα για να αξιοποιήσει δημιουργικά το χρόνο του, αφού η θέση που κατείχε (Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής Δυνάμεως της Πελοποννήσου), μπορεί να ήταν ιδιαίτερα τιμητική, όμως δεν είχε σημαντικές αρμοδιότητες. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο ίδιος: «Και για να μην τρέχω εις τους καφφενέδες και σε άλλα τοιούτα και δεν τα συνηθώ – περικαλούσα τον έναν φίλον και τον άλλον και μ᾿έμαθαν κάτι περισσότερον εδώ εις Άργος, οπού κάθομαι άνεργος.»

Έπειτα σκέφτηκε πως θα μπορούσε πλέον να εξιστορήσει όλα τα γεγονότα που είδε και έζησε μέσα στα πλαίσια του απελευθερωτικού αγώνα. «Αφού λοιπόν καταγίνηκα ένα δυο μήνες να μάθω ετούτα τα γράμματα οπού βλέπετε, εφαντάστηκα να γράψω τον βίον μου, όσα έπραξα εις την μικρή μου ηλικία και όσα εις την κοινωνία, όταν ήρθα σε ηλικία, και όσα δια την πατρίδα μου, οπού μπήκα εις της Εταιρίας το μυστήριον δια τον αγώνα της λευτεριάς μας και όσα είδα και ξέρω οπού ᾿γιναν εις τον Αγώνα, και σε όσα κατά δύναμη συμμέθεξα κ᾿ εγώ κ᾿ έκαμα το χρέος μου, εκείνο οπού μπορούσα.» Ο Μακρυγιάννης σε πολλά σημεία του έργου του αναφέρεται στα λίγα γράμματα που γνωρίζει και ζητά συγνώμη από τους αναγνώστες του για τον τρόπο γραφής του. Αυτό μας δείχνει ότι έχει επίγνωση των δυσκολιών της συγγραφής ενός τέτοιου έργου και σταθερή του σκέψη κατά τη συγγραφή ήταν να καταφέρει να ξεπεράσει τις δυσκολίες της γραπτής απόδοσης των γεγονότων της Επανάστασης.

Όμως γνωρίζει ότι ο σκοπός του είναι υψηλός. Οφείλει να πει την αλήθεια σχετικά με τα γεγονότα της Επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου, ώστε να πληροφορούνται οι νεώτερες γενεές και να παραδειγματίζονται. Γι’ αυτό ζητά από τους αναγνώστες του να διαβάσουν πρώτα ολόκληρο το έργο και μετά να τον κρίνουν.

Ο Μακρυγιάννης με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα κατακρίνει αρκετούς αγωνιστές, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν τη δόξα που απέκτησαν κατά την Επανάσταση για να πλουτίσουν και να λάβουν αξιώματα. Θεωρεί άδικο το να απολαμβάνουν μόνο λίγοι τα αξιώματα στηριζόμενοι «στις δάφνες του πολέμου», ενώ χιλιάδες αφανείς ήρωες θυσιάστηκαν και οι οικογένειές τους βρίσκονται στα όρια της εξαθλίωσης.  Ο Μακρυγιάννης δεν είναι αντικειμενικός και φυσικά δεν θα μπορούσε να είναι γιατί συμμετείχε στα γεγονότα που περιγράφει. Είναι και ο ίδιος ένας από τους αγωνιστές που έδωσε τη ζωή του στον Αγώνα και βλέπει πλέον τις ελπίδες του για αποκατάσταση των αγωνιστών να εξανεμίζονται. Τα βέλη του στρέφονται κυρίως εναντίον του Ι. Κωλέττη. Στην εξιστόρηση των γεγονότων της Επανάστασης δε διστάζει να κρίνει αυστηρά τα λάθη των Ελλήνων και να παραδέχεται τη σοφία, τη γενναιότητα ή το πείσμα των αντιπάλων του στο πεδίο της μάχης. Τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη είναι μια κατάθεση ψυχής. Μέσα από τη ζωντανή του αφήγηση αποκαλύπτεται η βαθιά του θρησκευτικότητα, ο πόθος του για ελευθερία και ανεξαρτησία και η αντίθεσή του σε κάθε πράξη αυθαιρεσίας ή καιροσκοπισμού. Θα μπορούσαμε να πούμε πως τα Απομνημονεύματα αποτελούν την πιο έγκυρη αποτύπωση του ήθους των αγωνιστών του 1821.

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης σε μεγάλη ηλικία


Η γλώσσα των Απομνημονευμάτων

Η γλώσσα του Μακρυγιάννη είναι η γλώσσα των απλών λαϊκών ανθρώπων της εποχής του. Σε καμία περίπτωση δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει την έκφρασή του παραθέτοντας λόγια στοιχεία. Χρησιμοποιεί εκφράσεις περιεκτικές σε νοήματα και ο γλωσσικός του πλούτος αρχικά προκαλεί απορία στον αναγνώστη, που γνωρίζει ότι ο Μακρυγιάννης ήταν αγράμματος. Η εκφραστική του διαύγεια μιλά απευθείας στην ψυχή του αναγνώστη και τον κερδίζει από τις πρώτες κιόλας σελίδες των Απομνημονευμάτων. Η ζωντανή του γλώσσα αποτελεί για τους σημερινούς μελετητές ένα γλωσσικό θησαυρό, μέσω του οποίου μπορούν να έρθουν σε επαφή με τη γλώσσα της εποχής του 1821, μιας και όλη η γραπτή παραγωγή της εποχής είναι σε αρχαΐζουσα γλώσσα.

Πηγή : e-Alexandria

Προτεινόμενες Ιστοσελίδες

Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ηλεκτρονικός φάκελος για διδακτική αξιοποίηση)

Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα

e-Alexandria

Tί κρατάμε τί πετάμε από τον Μακρυγιάννη, του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, Το Βήμα,03/04/2011

Ένας  Έλληνας  -  Ο Μακρυγιάννης , απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Σεφέρη «Δοκιμές», εκδ. Ίκαρος, Αθήναι, 1981

Ludus  Literarius Συλλογή άρθρων  για τον Μακρυγιάννη   (Αυγή , ΤΑ ΝΕΑ, Καθημερινή, Άρδην)

Ντοκιμαντέρ

Παρασκήνιο :  Στρατηγός  Μακρυγιάννης  – Παναγιώτης  Ζωγράφος (μια συνέντευξη με τον Γιώργο Μαυροειδή) (Ψηφιακό Αρχείο της  ΕΡΤ)

- Αναζητώντας τον Μακρυγιάννη (σειρά τεσσάρων επεισοδίων – δραματοποιημένη  ιστορία  της δημοσιογράφου Γιώτας Μόγια, που αναζητά τα εναπομείναντα ίχνη του Στρατηγού).

- Εκπαιδευτική Τηλεόραση : Στρατηγός Μακρυγιάννης 1,  2,  3


Ομοιότυπο της σελίδας με αριθμό 321 των χειρογράφων του Μακρυγιάννη

Απομνημονεύματα

Στα κείμενα που ανήκουν στο είδος των απομνημονευμάτων ο συγγραφέας είναι ταυτόχρονα και αφηγητής των όσων εξιστορεί και πρωταγωνιστής στα περιστατικά που αφηγείται.

Τα απομνημονεύματα έχουν πάντα αφηγηματικό χαρακτήρα και δεν είναι, φυσικά, προϊόντα μυθοπλασίας. Αντίθετα η αφήγηση αναφέρεται σε περιστατικά και γεγονότα δημόσιου συνήθως χαρακτήρα, στα οποία ο συγγραφέας – αφηγητής συμμετείχε ως πρωταγωνιστής. Εξαιτίας λοιπόν του πρωταγωνιστικού ρόλου, που διαδραματίζει ο αφηγητής , τα απομνημονεύματα συνιστούν και είναι ένα είδος αυτοδιηγητικής αφήγησης. Αυτό σημαίνει ότι η αφήγηση κυριαρχείται από την πρωτοπρόσωπη εκφορά του λόγου και ότι έχουν πάντα αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.

Τα απομνημονεύματα βέβαια δεν ταυτίζονται με τις αυτοβιογραφίες. Στην αυτοβιογραφία ο συγγραφέας εκθέτει και αφηγείται περιστατικά ολόκληρης της ζωής του. Αντίθετα στα απομνημονεύματα παρουσιάζονται τα γεγονότα και τα περιστατικά μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, στα οποία ο συγγραφέας έπαιξε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ουσιαστικό γνώρισμα των απομνημονευμάτων είναι ότι τα πράγματα, τα γεγονότα και τα πρόσωπα παρουσιάζονται μέσα από την οπτική του συγγραφέα – αφηγητή. Το γεγονός αυτό χρωματίζει τα απομνημονεύματα με μια χροιά υποκειμενική. Αυτός είναι ο λόγος που τα απομνημονεύματα , ενώ έχουν σαφή ιστορικό χαρακτήρα, δε θεωρούνται αξιόπιστες ιστορικές μαρτυρίες και πηγές.

Δομή του αποσπάσματος του σχολικού εγχειριδίου

Το κείμενο μπορεί να διαιρεθεί με κριτήριο το περιεχόμενό του σε δύο ενότητες:

Ενότητα 1η :  από την αρχή της ενότητας έως όθεν διατάχθηκα.

Η ενότητα μπορεί να υποδιαιρεθεί σε τρείς υποενότητες ακολουθώντας τη διαίρεση σε παραγράφους: — πρώτη παράγραφος (αυτοσύσταση του μακρυγιάννη: η απόφαση και η θέλησή του να μάθει γράμματα)

- δεύτερη παράγραφος (συγγραφικές προθέσεις του Μακρυγιάννη: η απόφασή του να γράψει τη βιογραφία του)

- τρίτη παράγραφος (ποια στάση θα ήθελε ο Μακρυγιάννης να κρατήσει ο αναγνώστης απέναντι στα όσα θα εξιστορήσει: επίκληση της τιμιότητας του ως εγγύηση και της τιμιότητας  και αξιοπιστίας των γραφομένων του).

Ενότητα 2η : από η πατρίδα – έως και το τέλος της ενότητας .

Οι έννοιες της φιλοπατρίας, της θρησκείας , του αλτρουισμού  αλλά και της ιδιοτέλειας ορισμένων αγωνιστών (τελευταία παράγραφος)  είναι τα κυρίαρχα στοιχεία της δεύτερης ενότητας.

Ερωτήσεις

- Ποια ήταν η αρχική πρόθεση του συγγραφέα και ποιοι οι επιμέρους στόχοι του σύμφωνα με τα εισαγωγικά σχόλια;

-     Ο Μακρυγιάννης αυτοπροβάλλεται ως αγράμματος συγγραφέας. Πώς αυτή η επιμονή του συμβάλλει και στην αξιοπιστία της συγγραφής του;

-     Ποια άλλα τεκμήρια παρουσιάζει ο Μακρυγιάννης για  να πείσει για την αξιοπιστία του έργου του;

-     Ποια βασικά ιδεώδη προβάλλει στη δεύτερη ενότητα ο Μακρυγιάννης. Ποιά η θέση τους στο σημερινό κώδικα αξιών ;

-     Ποιο χωρίο του κειμένου τονίζει τη συλλογικότητα (το εμείς και όχι το εγώ) του Αγώνα;

-     Πώς αντιλαμβάνεστε τη φράση «Κατοικίσαμεν …..και γίναμε η παραλυσία του κόσμου»;

-     Πώς καταλαβαίνετε τη φράση » Ότι κρικέλα δεν έχει η γης να την πάρη κανείς στην πλάτη του»;

-     Ποιους και γιατί καταγγέλλει ο συγγραφέας;

-     Εντοπίστε τις αντιθέσεις της β΄ ενότητας του κειμένου. Ποιο σκοπό εξυπηρετούν;


Φύλλο εργασίας

«Εφημερίς»

7 Νοεμβρίου 1856

Δευτέρα απόγευμα έρχεται στο γραφείο μου με την αλληλογραφία ένας τεράστιος φάκελος. Μέσα ένα χειρόγραφο κείμενο. Ο όγκος του και ο γραφικός του χαρακτήρας μάλλον δεν ήταν και ότι δελεαστικότερο ούτε για να το φυλλομετρήσεις. Το όνομα του συγγραφέα όμως δεν επέτρεπε καμία καθυστέρηση. Μπροστά μου είχα τα «Απομνημονεύματα» του Στρατηγού Γιάννη Μακρυγιάννη! Έμεινα όλο το βράδυ ξάγρυπνος και την άλλη μέρα ήμουν έτοιμος με τις σημειώσεις μου για την πρώτη συνέντευξη του συγγραφέα πια Μακρυγιάννη. Ο άνθρωπος- ζωντανή ιστορία της επαναστάσεως  ανοίγει επιτέλους τα χαρτιά του. Ή καλύτερα , την καρδιά του!

Ερ.: Συγχωρέστε με για την εμφανή κούραση, αλλά όλο το βράδυ διάβαζα το έργο σας. Είμαι εντυπωσιασμένος! Και βέβαια από τώρα θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες του εκδότη μου για την άδεια να εκδοθούν αποσπάσματα του έργου σας από την εφημερίδα μας.

Γ.Μ. : Με χαρά και εγώ περιμένω να φτάσουν τα λόγια μου σε όσο το δυνατόν περισσότερους νέους. Αυτοί θα πάρουν τις τύχες του τόπου στα χέρια τους, και γι’ αυτό πρέπει να γνωρίζουν…

Ερ.: Πότε αρχίσατε να γράφετε και πότε τελειώσατε τη συγγραφή;

Γ.Μ.: …………………………………………………………………………………..

Ερ.:Πώς μάθατε γράμματα,  αφού όπως λέτε δεν είχατε πάει μικρός στο σχολείο;

Γ.Μ.: ……………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………….

Ερ.: Αλήθεια, πόσο καιρό σας πήρε να μάθετε «γράμματα»;

Γ.Μ.: ………………………………………………………………………………….

Ερ.: Με λίγα λόγια, τι θα διαβάσει κάποιος στο χειρόγραφό σας;

Γ.Μ.: ………………………………………………………………………………….

Ερ.: Επομένως θα μας μιλήσετε για γεγονότα, στα οποία είσαστε αυτόπτης μάρτυρας.

Γ.Μ.: ……………………………………………………….

Ερ.: Τα καταγράφατε τη στιγμή που συνέβαιναν ;

Γ.Μ. : …………………………………………………………………………………

Ερ.: Άρα δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ημερολόγιο αλλά για μια καταγραφή των «απομνημονευμάτων» σας. Ξέρετε , έχω μια  ένσταση, ως προς τα απομνημονεύματα. Ο συντάκτης τους επειδή μετέχει στα γεγονότα δεν μας δίνει μια σφαιρική εικόνα των πραγμάτων και συνήθως εξαίρει τη προσωπική του συμμετοχή , και επιπλέον δεν μπορεί να ξεφύγει από τις προσωπικές έριδες που συνεπάγεται η συμμετοχή στα κοινά. Εσάς γιατί ο αναγνώστης πρέπει να σας πιστέψει;

Γ.Μ.:……………………………………………………………………………….

Ερ.: Πολλοί ακόμα θα σταθούν στην έλλειψη μόρφωσης. Τι έχετε να τους πείτε;

Ο Αλέξανδρος Σούτσος ήδη δήλωσε « ουδ’ εγώ γνωρίζω να στρέφω την σπάθην, ουδ’ αυτός την γλώσσαν» .

Γ.Μ.:…………………………………………………………………………………………………………

Ερ.: Θα περιμένουμε και αποκαλύψεις ή θα μείνετε  σε γενικές αναφορές για «δυνατούς» και «προκομένους»; Ποιοι είναι τέλος πάντων αυτοί οι δυνατοί που εκμεταλλεύονται τα δίκαια των αδυνάτων;

Γ.Μ.:………………………………………………………………………………………………………………………

Ερ.: Με αυτά που μου λέτε , στρατηγέ μου , ο μόνος τίμιος είσαστε εσείς. Μήπως  πίσω από όλα αυτά κρύβονται πάθη και αντιπαλότητες και όχι η αλήθεια;

Γ.Μ:…………………………………………………………………………………………………………………………..

Ερ.: Τι σημαίνει η φράση «εγώ την αλήθεια θα την ειπώ γυμνή»;   Έχει σχέση και με τον τρόπο γραφής;

Γ.Μ.:………………………………………………………………………………………………………………………………

Ερ.: Πράγματι διαβάζοντας το κείμενο μου έκανε εντύπωση η έλλειψη περίτεχνων εκφράσεων, οι μικρές προτάσεις, ο ευθύς λόγος, ο καθημερινός λόγος, η χρήση της ομιλούσας γλώσσας, διαλεκτικής πολλές φορές, – έμαθα τα ρουμελιώτικα μαζί σας-. Είναι ένα ζωντανό κείμενο από έναν άνθρωπο που έζησε και γνώρισε στο κορμί του τα πάθη της πατρίδας μας. Το κείμενο και η ζωή σας μας δίνει ένα μάθημα για το τι πραγματικά είναι μόρφωση. Ο πατέρας μου έλεγε ότι τα γράμματα δεν τα μαθαίνεις στο πανεπιστήμιο. Συμφωνείτε μαζί του;

Γ.Μ.:…………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Ερ.: Τελειώνοντας, πέστε μας, ποιο ήταν το βασικό κίνητρο που σας έκανε να μάθετε γράμματα και να γράψετε τα απομνημονεύματα σας;

Γ.Μ.:……………………………………………………………………………………………………………………………………………

Ερ.: σας ευχαριστώ πολύ που  δεχτήκατε  να μιλήσουμε!


Βιβλιογραφία:

- Aσδραχάς Σπύρο ς, «Mακρυγιάννης και Παναγιώτης Zωγράφο ς: Tο ιστο ρικό της εικο νο γραφίας το υ αγώνα», Eλληνική κοινωνία και οικονομία, ιη’ και ιθ’ αιώνες (υποθέσεις και προσεγγίσεις), Eρμής 1982, σ. 315-349, 407-420.

- Γιαννο υλόπο υλο ς Γιώργο ς, Διαβάζοντας τον Mακρυγιάννη, Πόλις 2003.

- Kαγιαλής Tάκης, «O Mακρυγιάννης το υ Σεφέρη», στο συλλο γικό τόμο Mοντερνισμός και ελληνικότητα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Kρήτης, Hράκλειο 1997, σ. 31-64.

- Κεχαγιόγλο υ Γιώργο ς, Η παλαιότερη πεζογραφία μας, τόμ. 2, Σο κόλης 1999, σ. 252-270, 462-479.

- Σεφέρης Γιώργο ς, «Ένας Έλληνας – Ο Μακρυγιάννης», Δοκιμές, τόμ. 1, Ίκαρο ς 1984, σ. 228-263.

- Σιμόπο υλο ς Κυριάκο ς, Ιδεολογία και Αξιοπιστία του Μακρυγιάννη, Στάχυ 2000.



Τα επόμενα τρία βίντεο περιέχουν αποσπάσματα από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη ( δίσκος του 1971 για τα 150 χρόνια της Ελληνικής Δημοκρατίας). Προλογίζει και σχολιάζει ο Ηλίας Βενέζης, αφηγείται ο Μάνος Κατράκης με συνοδεία μουσικής του Νίκου Μαμαγκάκη.




Τραγούδια με θέμα τον Μακρυγιάννη:





Ρήγας Φεραίος, Θούριος

Η δολοφονία του Ρήγα Φεραίου

Στις 11/24 Ιουνίου του 1798, αργά το βράδυ, οκτώ Ελληνες που κρατούνταν φυλακισμένοι στο κάστρο Neboisa του Βελιγραδίου βρήκαν μαρτυρικό θάνατο στα κελιά τους διά της μεθόδου του στραγγαλισμού. Ηταν ο Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος), από το θεσσαλικό χωριό Βελεστίνο, ετών 40, ο Ευστράτιος Αργέντης, έμπορος από τη Χίο, ετών 31, ο Δημήτριος Νικολίδης, γιατρός από τα Ιωάννινα, ετών 32, ο Αντώνιος Κορωνιός έμπορος και λόγιος από τη Χίο, ετών 27, ο Ιωάννης Καρατζάς, λόγιος από τη Λευκωσία της Κύπρου ετών 31, ο Θεοχάρης Γεωργίου Τουρούτζιας, έμπορος από τη Σιάτιστα, ετών 22, ο Ιωάννης Εμμανουήλ, φοιτητής ιατρικής, απ” την Καστοριά, ετών 24 και ο αδελφός του Παναγιώτης Εμμανουήλ, υπάλληλος του Αργέντη, ετών 22. Τα πτώματα των νεκρών ρίχτηκαν στον Σάβα, παραπόταμο του Δούναβη, που τώρα χωρίζει το παλιό από το νέο Βελιγράδι….

Η είδηση του θανάτου του Ρήγα και των συντρόφων του συγκλόνισε λαούς και προσωπικότητες απ” άκρου εις άκρον της βαλκανικής χερσονήσου, ιδιαίτερα δε όσους προσέβλεπαν στις επαναστατικές ιδέες της εποχής και στους ανθρώπους που τις υπηρετούσαν.

"Ρήγας Φεραίος", τοιχογραφία του Αθανάσιου Παγώνη, 1870


Ποιος ήταν ο Ρήγας

Ο Ρήγας Βελεστινλής γεννήθηκε στο θεσσαλικό χωριό Βελεστίνο στα 1757. Το οικογενειακό του όνομα ήταν Κυριτζής ή Κυριαζής. Για τα πρώτα τριάντα, περίπου, χρόνια της ζωής του δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες. Γνωρίζουμε ελάχιστα για τον ίδιο και την οικογένειά του κι αυτά κυρίως από θρύλους και παραδόσεις που εξ αντικειμένου εμπεριέχουν, τουλάχιστον, το στοιχείο της υπερβολής. Εν πάση περιπτώσει, η παράδοση εμφανίζει την οικογένεια του Ρήγα ως μία από τις πιο ευκατάστατες στο Βελεστίνο με πολλά κτήματα, τρία μεγάλα χάνια, βυρσοδεψείο, βαφείο και εργοστάσιο κατασκευής υφασμάτων και ταπήτων, στο οποίο εργάζονταν περισσότεροι από 40 εργάτες.

Η οικονομική ευχέρεια της οικογένειάς του έδωσε τη δυνατότητα στον Ρήγα να πάρει καλή μόρφωση. Ετσι, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, σπούδασε στη Σχολή της Ζαγοράς και σύμφωνα με άλλες στη Σχολή των Αμπελακίων, ενώ όταν αποφοίτησε, δούλεψε για λίγο ως δάσκαλος στο χωριό Κισσός του Πηλίου.

Στη Θεσσαλία ο Ρήγας δεν έμεινε πολύ. Ο θρύλος τον θέλει να φεύγει κυνηγημένος από τον τόπο του, γιατί αναγκάστηκε να σκοτώσει κάποιον Τούρκο μην μπορώντας να αντέξει το καθεστώς της εθνικής σκλαβιάς. Το πιο πιθανό όμως είναι να μη συνέβη κανένα τέτοιο περιστατικό κι ο Ρήγας να εγκατέλειψε τον τόπο του, όπως συνήθιζαν να κάνουν πολλοί νέοι της εποχής του, προπαντός Πηλιορείτες. Όπως και να “χει, ο Ρήγας πέρασε πρώτα από το Αγιο Ορος και στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου καταπιάστηκε με το εμπόριο.

Ο Ρήγας ψάλλει το Θούριο (Θεόφιλος)

Στην Κωνσταντινούπολη ο Ρήγας συνδέθηκε με μία από τις σπουδαιότερες οικογένειες Φαναριωτών, την οικογένεια των Υψηλάντηδων. Για την ακρίβεια προσελήφθη ως γραμματικός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, παππού των Υψηλάντηδων του ’21, που χρημάτισε ηγεμόνας της Βλαχίας στο διάστημα 1774-1781.

Το 1786 συναντάμε τον Ρήγα στο Βουκουρέστι να δουλεύει αρχικά ως γραμματικός του τοπικού άρχοντα Γρ. Μπραγκοβάνου και στη συνέχεια ως γραμματικός στο παλάτι του ηγεμόνα της Βλαχίας Ν. Μαυρογέννη. Εκείνη την εποχή μια σειρά τοπικοί Τούρκοι φεουδάρχες όπως ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, ο Μωχάμετ Άλυ της Αιγύπτου, ο Πασβανόγλου του Βιδανίου κ. ά. αντιμάχονται την κεντρική οθωμανική εξουσία, ευνοούν τις επαναστατικές κινήσεις και ορισμένοι από αυτούς επηρεάζονται από τις ιδέες της ανερχόμενης αστικής τάξης. Ταυτόχρονα η οθωμανική αυτοκρατορία κλονίζεται από τον δεύτερο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο που ξεσπά το 1787. Στη διάρκεια αυτού του πολέμου ο Ρήγας γνωρίζεται με τον Πασβανόγλου.

Όταν το Βουκουρέστι καταλαμβάνεται από τα αυστρορωσικά στρατεύματα, ο Ρήγας εγκαταλείπει τον Μαυρογέννη, μπαίνει στην υπηρεσία του βαρόνου του Λάνγκενφελντ και τον Ιούνιο του 1790 φεύγει μαζί του για τη Βιέννη, όπου θα μείνει ως τον Ιανουάριο του 1791. Στο μικρό αυτό διάστημα που μένει στην αυστριακή πρωτεύουσα καταφέρνει να τυπώσει τα δύο πρώτα του βιβλία, το «Σχολείον των Ντελικάτων Εραστών» και το «Φυσικής Απάνθισμα» και αναγγέλλει την έκδοση της μετάφρασης στα ελληνικά του έργου του Μοντεσκιέ «Το πνεύμα των νόμων». Πρέπει να ληφθεί υπόψην ότι το διάστημα αυτό η Ευρώπη συγκλονίζεται από τη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, οι ιδέες της οποίας εξαπλώνονται ραγδαία και κατακτούν το μυαλό και την καρδιά όλων των σκλαβωμένων λαών της Ευρώπης και φυσικά το μυαλό και την καρδιά όλων των καταπιεζόμενων τάξεων στις φεουδαρχικές κοινωνίες. Από τις ιδέες αυτές ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να μείνει ανεπηρέαστος ο Ρήγας.

Ο Ρήγας σπέρνει τον σπόρο της λευτεριάς. Λεπτομέρεια από τον πίνακα "Πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως", 1836, του Παναγιώτη Ζωγράφου.


Από τον Ιανουάριο του 1791 ως και το 1796 ο Ρήγας θα μείνει στο Βουκουρέστι. Στο διάστημα αυτό, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, φαίνεται ότι δούλεψε ως γραμματικός του ηγεμόνα Μ. Σούτσου κι ως διερμηνέας στο Γαλλικό Προξενείο . Εν πάση περιπτώσει ξαναεπιστρέφει στη Βιέννη τον Αύγουστο του 1796, όντας πια ώριμος επαναστάτης. Ετσι, μέχρι το Δεκέμβρη του 1797 εκδίδει τα επαναστατικά έργα του με τα οποία άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στην ιστορία (Χαρτογραφικό έργο, «Θούριος», «Επαναστατικό Μανιφέστο» κλπ.) και ετοιμάζει την κάθοδό του στην Ελλάδα για να αναπτύξει επαναστατική δράση. Όραμά του είναι η κοινή επαναστατική απελευθερωτική δράση όλων των βαλκανικών λαών και η συγκρότηση της Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Προς αυτή την κατεύθυνση αφιερώνει όλο του το είναι.

Η Εταιρεία του Ρήγα

Οι πληροφορίες για τη μυστική επαναστατική δράση του Ρήγα είναι ασαφείς και προέρχονται κυρίως από μαρτυρίες βιογράφων και πληροφορίες τις οποίες απέσπασε η ανάκριση των Αυστριακών αρχών μετά τη σύλληψη του Ρήγα και των συντρόφων του. Ο Χρ. Περραιβός, που υπήρξε σύντροφος του Ρήγα στα γραπτά του, είναι κατηγορηματικός ότι ο Ρήγας είχε συστήσει επαναστατική οργάνωση – εταιρεία σύμφωνα με την ορολογία της εποχής.  Αλλά και η αυστριακή αστυνομία βεβαιώνει ότι υπήρχε επαναστατική εταιρεία στην οποία συμμετείχαν ο Ρήγας και οι σύντροφοι του ….

Είναι βέβαιο ότι οι ιστορικές μαρτυρίες που έχουν σωθεί και αφορούν το θέμα δε μας δίνουν ολοκληρωμένες πληροφορίες για το πώς ακριβώς ήταν η εταιρεία του Ρήγα ως προς την οργάνωσή της, τα σχέδιά της, τα μέλη και την εξάπλωσή της. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να μας οδηγήσει να αρνηθούμε την ύπαρξη της εταιρείας αυτής. «Ολα όσα μας παραδίδονται – γράφει ο Βρανούσης – έστω και κάπως αόριστα, συνηγορούν σ” αυτό και μας βεβαιώνουν ότι ο Ρήγας έλαβε ενεργό μέρος κι έπαιξε κάποιο σημαντικό ρόλο στην «εταιριστική κίνηση» της εποχής του».

Ρήγας και Κοραής ανασύρουν την Ελλάδα από τα ερείπια της δόξας του παρελθόντος. Πίνακας του Θεόφιλου που αντιγράφει μια δημοφιλή εικόνα του 19ου αιώνα

Η τελευταία σκηνή

Ο Ρήγας συνελήφθη στην Τεργέστη στις 6/19 Δεκεμβρίου του 1797. Είχε αποφασίσει να κατέβει στην Ελλάδα μέσω Τεργέστης, αλλά θα περνούσε πρώτα από τη Βενετία… Πριν φύγει από τη Βιέννη ο Ρήγας, έστειλε στην Τεργέστη, στο φίλο και έμπιστο σύντροφό του Αντώνη Κορωνιό, τρία κιβώτια με επαναστατικό υλικό. Επειδή όμως ο Κορωνιός έλειπε στη Δαλματία για εμπορικές δουλειές, τα κιβώτια παρέλαβε ο συνεταίρος του από την Κοζάνη Δημήτριος Οικονόμου, ο οποίος, αφού τα άνοιξε και είδε τι περιείχαν, κατέδωσε τα καθέκαστα στην αυστριακή αστυνομία. Ετσι μόλις ο Ρήγας έφτασε στην Τεργέστη συνελήφθη αμέσως. Συλλήψεις επαναστατών ή υπόπτων για επαναστατική δράση έγιναν επίσης σε Βιέννη, Πέστη, Σεμλίνο. Συνελήφθησαν οι επτά που βρήκαν μαζί με τον Ρήγα μαρτυρικό θάνατο, αλλά και οι Γεώργιος Πούλιος, Φιλ. Πέτροβιτς, Γ. Θεοχάρης, Κ. Τούλιος και Κ. Δουκάς. Ο Ρήγας και οι επτά παραδόθηκαν, τον Απρίλη του 1798, στις τουρκικές αρχές – γιατί ήταν Τούρκοι υπήκοοι – και μεταφέρθηκαν στο Βελιγράδι. Οι υπόλοιποι που ήταν Αυστριακοί υπήκοοι εκτοπίστηκαν. Η συνέχεια είναι γνωστή.

Εκείνο το διάστημα που οι αυστριακές αρχές προχωρούσαν στην απέλαση των οκτώ, ο Αδαμάντιος Κοραής, μαντεύοντας το τραγικό τους τέλος, έγραφε: «Παρίστανται ίσως ταύτην ώραν δέσμιοι έμπροσθεν του τυράννου οι γενναίοι ούτοι της ελευθερίας μάρτυρες. Ισως, ταύτην την ώραν, κατεβαίνει εις τας ιεράς κεφαλάς των η μάχαιρα του δημίου, εκχέεται το γενναίον ελληνικόν αίμα από τας φλέβας των, και ίπταται η μακαρία ψυχήν των, διά να υπάγη να συγκατοικήση με όλων των υπέρ ελευθερίας αποθανόντων τας αοιδίμους ψυχάς. Αλλά του αθώου αίματος η έκχυσις αύτη αντί του να καταπλήξη τους Γραικούς θέλει μάλλον τους παροξύνει εις εκδίκησιν». Αντίθετα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τον Δεκέμβρη του 1798, τότε δηλαδή που συλλαμβανόταν ο Ρήγας, με εγκύκλιο του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε`…… καλούσε τους δεσποτάδες να κατάσχουν το επαναστατικό μανιφέστο του Ρήγα (την επαναστατική του διακήρυξη, το Πολίτευμά του κ.λ.π.) διότι «πλήρες υπάρχει σαθρότητος εκ των δολερών αυτού εννοιών, τοις δόγμασι της ορθοδόξου ημών πίστεως εναντιούμενον».

Δυο κείμενα – δύο κόσμοι…

Πηγή: Γιώργος Πετρόπουλος, «7 Μέρες μαζί», Ριζοσπάστης, 9/6/2002



Προτεινόμενες ιστοσελίδες

Επιστημονική Εταιρεία Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα

- www.karaberopoulos.gr

- Θούριος Ύμνος, Βιογραφικά στοιχεία , Πενήντα ρήσεις του Ρήγα Βελεστινλή

- Περι…γραφής

Βίντεο για τη ζωή και το έργο του Ρήγα

Εκπαιδευτική Τηλεόραση

Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ


Θούριος (ανάλυση)

Ο Θούριος είναι ένα από τα τέσσερα έργα που περιλαμβάνεται στο έργο του Ρήγα με τον γενικό τίτλο Νέα πολιτική διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας των Μεσογείων νήσων και της Βλαχομπογδανίας, που έγινε ευρύτερα γνωστό ως Επαναστατικό Μανιφέστο (1797). Το συγκεκριμένο έργο αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά «στρατευμένα» έργα που έχουν γραφτεί ποτέ στην ελληνική γλώσσα. Αυτό βέβαια φαίνεται καλύτερα και από τον υπότιτλο που έδωσε ο Ρήγας στο έργο του: «Μια προσταγή μεγάλη». Ο Ρήγας για να εκφράσει τα επαναστατικά του μηνύματα δανείζεται από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές τον τίτλο Θούριος, που σημαίνει ορμητικός, μαινόμενος, πολεμικός. Η λέξη αυτή δεν χρησιμοποιούνταν στην εποχή του, αλλά έκτοτε με τον Ρήγα καταγράφεται στο νεοελληνικό λεξιλόγιο και ο Θούριος γίνεται πασίγνωστος σε όλους τους Έλληνες, μικρούς και μεγάλους. Γίνεται συνώνυμος με την Επανάσταση. Ο τίτλος Θούριος ανταποκρίνεται πράγματι και στο περιεχόμενο του ποιήματος του Ρήγα. Είναι ορμητικός, επαναστατικός παιάνας. Ήθελε πρώτα να εμψυχώσει τους σκλαβωμένους ραγιάδες και μετά να τους ωθήσει στον μεγαλειώδη αγώνα της Επανάστασης, για την απόκτηση της ελευθερίας. Και πραγματικά, η απήχηση που είχε ο Θούριος στους υπόδουλους Έλληνες υπήρξε άμεση και μεγάλη. Ο Κωστής Παλαμάς (Παλαμά Κ., «Η ποίησις του Ρήγα», Τα πρώτα κριτικά, Αθάνατα Έργα Ελληνικής Λογοτεχνίας, Εκδόσεις Αδελφοί Γ. Βλάσση, σ. 17-18) βρίσκει τις ίδιες αναλογίες ανάμεσα στο Θούριο και στη Μασσαλιώτιδα του Ρουζέ Ντελίλ, λόγω της μεγάλης κοινωνικής απήχησης που είχαν τα δύο αυτά έργα στις πλατιές μάζες του ελληνικού και του γαλλικού λαού.

Το ποίημα αποτελείται από 126 δεκατρισύλλαβους οξύτονους στίχους με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Η γλώσσα είναι δημοτική με αρκετές λόγιες προσμίξεις. Αυτό που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι το επαναστατικό κάλεσμα του Ρήγα δεν απευθύνεται μόνο στους Έλληνες κατοίκους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά σε όλους τους λαούς της Βαλκανικής που βρίσκονταν κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Ο Ρήγας με χαρακτηριστικές εικόνες διεκτραγωδεί την θλιβερή κατάντια των ραγιάδων, που δεν ορίζουν πατρίδα, δεν ορίζουν τους ανθρώπους τους, την οικογένειά τους, όλα είναι έρμαια στην επιθυμία και τη βούληση του δυνάστη. Επισημαίνει επί πλέον την αβεβαιότητα της ατομικής ζωής και της περιουσίας τους, των χριστιανών αλλά και των μωαμεθανών, από τις αυθαιρεσίες της απολυταρχικής εξουσίας του σουλτάνου. Όσοι δεν αντέχουν τη σκλαβιά, οι κλέφτες και οι αρματολοί, αναγκάζονται να καταφύγουν στα βουνά κυνηγημένοι από τους Τούρκους. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες διαβίωσης καλύτερος είναι ο θάνατος: Καλλιό “ναι μιάς ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή (στίχ. 7-9). Οι Τούρκοι κατακτητές δεν υπολογίζουν και δεν σέβονται ούτε και αυτούς που συνεργάζονται μαζί τους. Έτσι η μόνη διέξοδος που έχουν οι υπόδουλοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι η επανάσταση για την απόκτηση της ελευθερίας τους. Ο Ρήγας χρησιμοποιεί ακόμη και τον ψυχολογικό παράγοντα για να πετύχει τους σκοπούς του. Κάνει χρήση του Όρκου, που τον ακολουθούν μετέπειτα οι Φιλικοί και οι αγωνιστές του 1821. Βάζει τους σκλαβωμένους να ορκισθούν στην απόφασή τους για επανάσταση, με βαρύ τίμημα στην αθέτηση του όρκου τους: Κι άν παραβώ τον όρκον, ν’ αστράψ” ο Ουρανός, και να με κατακάψη να γένω σαν καπνός, (στίχ. 39-40). Αργότερα απευθύνει προσκλητήριο στους Έλληνες που εξ αιτίας της σκλαβιάς ξενιτεύτηκαν. Τους προσκαλεί να επιστρέψουν και να στρατευθούν για την ελευθερία τώρα που η επανάσταση ξεκινά, τονίζοντας ότι ενδοξότερο είναι το να πεθάνει κανείς για την πατρίδα. Επί πλέον ο Ρήγας τονίζει και την ανδρεία των προγόνων για την ελευθερία, προβάλλοντάς τους ως παράδειγμα, με σκοπό οι επαναστατημένοι ραγιάδες να τους μιμηθούν. Μέσα στους στίχους του βρίσκει κανείς και τις πολιτικές πεποιθήσεις του: Διατυμπανίζει πως η αναρχία είναι μορφή τυραννίας, διακηρύσσει τις ιδέες του για ανεξιθρησκία και πάνω από όλα για ελευθερία και στους τελευταίους στίχους του ποιήματός του αναφωνεί: Κ” εις την δικαιοσύνην να σκύψη ο εχθρός, κ” ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια, εις την Γήν.

Ο Θούριος υπήρξε ένας φλογερός πατριωτικός ύμνος που σκοπό του είχε να εμψυχώσει τους Έλληνες και να τους οδηγήσει σε επαναστατική δράση. Υπήρξε σύμβολο του Αγώνα. Τελειώνοντας αναφέρουμε χαρακτηριστικά την άποψη του Γεώργιου Τερτσέτη, (« Λόγος της 25 Μαρτίου 1857», Απαντα, αναστήλωσε Γ. Βαλέτας, έκδ. Γιοβάνη, Αθήνα 1967, τόμ. Α΄, σελ. 226) που τον χαρακτήρισε ως «το ιερότερο άσμα της φυλής μας».

Πηγή: e-alexandria


Βιβλιογραφία:

- Βραν ούσης Λέανδρο ς, Ρήγας: Έρευνα, συναγωγή και μελέτη, Αετός-Ζαχαρόπο υλο ς 1957.

- ——, Pήγας Bελεστινλής (1757-1798), Σύλλ ογ ος προ ς Διάδο σιν Ωφελίμων Bιβλίων  1963.

- Διαβάζω, τχ. 235, 1990, σ. 44-84.

- Kιτρ ομηλίδης Πασχάλης M., Ρήγας Βελεστινλής, Θεωρία και πράξη, 1998.

- Κο υλο υφάκο ς Κώστας, Κείμενα και αναλύσεις, τόμ. 1, Διο γένης 1978, σ. 300-306.


Δείτε την ανάλυση του Θούριου (ενότητες και σχήματα λόγου στο απόσπασμα του σχολικού εγχειριδίου) σε πολυμεσική εφαρμογή πατώντας εδώ




Παράλληλα κείμενα

- Συγκρίνετε το περιεχόμενο του όρκου που ενσωματώνει στο Θούριο ο Ρήγας με τον Όρκο της Φιλικής Εταιρείας. Βρείτε τα βασικά κοινά σημεία και επισημάνετε τις διαφορές τους.


«… … Τέλος πάντων ορκίζομαι εις Σε, ω ιερά πλην τρισάθλια Πατρίς ! Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους Σου. Ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα τα οποία τόσους αιώνας έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα Σου, εις τα ίδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν, και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου ότι αφιερώνομαι όλως εις Σε. Εις το εξής συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου. Το όνομά σου ο οδηγός των πράξεών μου, και η ευτυχία Σου η ανταμοιβή των κόπων μου. Η θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήσει επάνω εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της, το όνομά μου να είναι εις αποστροφήν, και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των Ομογενών μου, αν ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν τας δυστυχίας των και δεν εκπληρώσω το χρέος μου. Τέλος ο θάνατός μου ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, δια να μη λησμονώ την αγνότητα της Εταιρείας με την συμμετοχήν μου.»


- Βρείτε τις ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στα δύο επαναστατικά κείμενα, το Θούριο του Ρήγα και το

«Άσμα Πολεμιστήριον»  του Αδαμάντιου Κοραή

Σ

Νίκος Καββαδίας, Kuro Siwo

Η ζωή του ποιητή

Η σχέση του με τη θάλασσα ήταν ερωτική, γεμάτη πάθος … Κάθε φορά που βρισκόταν σε λιμάνι φρόντιζε να μην καθυστερήσει, επειδή φοβόταν μη χάσει το καράβι του και μείνει αμανάτι στη στεριά. Προσωποποιώντας την, ευχόταν συχνά να πεθάνει στην αγκαλιά της, επιθυμία που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Η εμφάνισή του κάθε άλλο παρά ποιητική ήταν. Κοντός, άσχημος, μ΄ ένα αυτί μεγαλύτερο από το άλλο, σχεδόν πάντα κάλυπτε το κεφάλι του μ΄ ένα ναυτικό σκούφο, ίσως από συνήθεια ή για να κρύψει τη φαλάκρα του! Το σκούρο πουλόβερ και το σκούρο παντελόνι που φορούσε συμπλήρωναν την εικόνα του, ενώ τα φλογερά και αεικίνητα μάτια του αποτελούσαν βασικό στοιχείο της γραφικής φιγούρας του.

Ο Ν. Καββαδίας ζωγραφισμένος από το Γιάννη Τσαρούχη στην έκδοση των "Μαραμπού" και "Πούσι" από τον Κέδρο 1973

Γεννήθηκε το 1910 σε μια πόλη της Μαντζουρίας κοντά στο Βλαδιβοστόκ. Ο πατέρας του ένας πολυμήχανος Κεφαλλονίτης που εμπορευόταν οινοπνευματώδη στην Άπω Ανατολή κατά τη διάρκεια του Ρωσοϊαπωνικού πολέμου το 1904, ήταν τροφοδότης των στρατευμάτων του τσάρου και η μάνα του προερχόταν από παλιό ναυτικό σόι της Κεφαλλονιάς. Στις αρχές του Α΄Παγκόσμιου Πολέμου η οικογένειά του επέστρεψε στην Ελλάδα και στη συνέχεια ο πατέρας του έφυγε για τη Ρωσία, όπου εξαιτίας της επανάστασης των μπολσεβίκων οι επιχειρήσεις του έπεσαν έξω, με αποτέλεσμα να γυρίσει πίσω κατεστραμμένος οικονομικά.

Όταν τελείωσε το Γυμνάσιο στον Πειραιά, έδωσε εξετάσεις στην Ιατρική την οποία όμως εγκατέλειψε, για να δουλέψει σε ναυτιλιακό γραφείο. Ξαφνικά καταλήφθηκε από μανία φυγής. Το 1929 μπαρκάρησε ως ναύτης στο φορτηγό Άγιος Νικόλαος – αργότερα πήρε το δίπλωμα του ασυρματιστή – αρχίζοντας έτσι μια ατέρμονη περιπλάνηση στους ωκεανούς, ωθούμενος πιθανώς από το αψύ αίμα της κεφαλλονίτικης ράτσας που έτρεχε στις φλέβες του.


Ο Καββαδίας πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1933 με το βιβλίο Μαραμπού, που έπεσε σαν πέτρα στα τεματωμένα νερά της ποίησης. Τα ποιήματά του εκτός από τη δροσιά του καινούργιου, γοήτευσαν αναγνώστες και κριτικούς με τους παράξενους και άγνωστους τόπους (Ακορά, Αλμπόρ, Μπατάβια, Σφαξ, Τοκοπίλα κ.ά.) και τις ακατάληπτες, δυσκολοπρόφερτες λέξεις (καραμοσάλι, καραντί, καρτίνι, καφάρ, παλλινώριο κ. ά.)

Το Μαραμπού που στολίζει το εξώφυλλο του ομώνυμου βιβλίου του – και του προσέδωσε το ίδιο παρατσούκλι – είναι πουλί του γένους των πελαργοειδών, με μήκος ενάμισι μέτρο, μακριές φτερούγες, μικρό κεφάλι, μεγάλο ράμφος, μικρή γλώσσα και ζει στα έλη και τα ποτάμια της τροπικής Αφρικής τρεφόμενο με μικρά ζώα. Χάρη στον Καββαδία, αυτό το παράξενο πουλί έγινε διάσημο στους Έλληνες αναγνώστες, όπως ακριβώς έγινε το άλπατρος στους Γάλλους όταν ο Μπωντλαίρ, ο οποίος επηρέασε πολύ τον ποιητή μας, έγραψε το αφιερωμένο σ΄ αυτό ποίημά του.


Ο Νίκος Καββαδίας εκτός από τη θάλασσα λάτρεψε και τη γυναίκα. Ο μύθος που περιβάλλει με την αχλύ του τα ταξίδια και τα λιμάνια δεν είναι εύκολο να διαλυθεί και οι γυναίκες (Γιουδήθ, Μαρία, Εύα, Νικόλ, Γκρέτα, Ελένη, Φάνυ, Σμαρώ, Πωλίν) – όσο και αν υπερτονίζεται η σκοτεινή πλευρά του χαρακτήρα τους – παρουσιάζονται ως θεές του έρωτα.

Τις άλλες φοβάμαι, τις τίμιες, αυτές που δεν πέφτουνε για λεφτά, αυτές που ξέρουν γράμματα, που τις παντρευόμαστε.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις γυναίκες τον είχε ωθήσει να κεντήσει στο μπράτσο του μια γοργόνα μπλε και κόκκινη για την οποία έλεγε πως δε θα τον προδώσει ποτέ, πως θα πεθάνει μαζί του.


Ο ποιητής πέθανε 65 χρονών. Μόλις είχε ξεμπαρκάρει από το «Ακουάριους». Αποχαιρετώντας τον ο ναυτεργάτης Χρήστος Παντελίδης είπε τα εξής λόγια πάνω από τον τάφο του: «Αγαπημένε μας σύντροφε, ποιητή … Καλό ταξίδι. Δεν κινούμε τα μαντήλια μας. Αυτά είναι για αταξίδευτους στεριανούς. Εμείς τα δικά μας τα πλέξαμε σαλαμάστρα και θα δέσουμε τις καινούργιες παντιέρες στα ξάρτια».


Πηγή: «Νίκος Καββαδίας – 20 χρόνια από το θάνατό του» του Φίλιππου Φιλίππου ( Αρθρο στο περιοδικό Ιστορία, τχ.320, έκδοση της Πάπυρος Πρες, Φεβρουάριος 1995, σς. 30-33).

Προτεινόμενες ιστοσελίδες:

-Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

-Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (Ιστοσελίδα αφιερωμένη στον Καββαδία)

-Αφιέρωμα του ηλεκτρονικού περιοδικού ως3 για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία.

-Γλωσσάρι θαλασσινό (Καββαδίας), από το ηλεκτρονικό περιοδικό ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ

-Σαν Σήμερα

-Αφιέρωμα στις Επτά ημέρες της Καθημερινής (28/2), σε επιμέλεια Κωστή Γιούργου.

-Αφιέρωμα στο περιοδικό Νέα Εστία (τχ. 1702).

-Αφιέρωμα στο έργο του ποιητή από το περιοδικό Η Λέξη τχ. 27 (Σεπτέμβριος 1983).

-Επίσης μία συνέντευξη του Δ. Νικορέτζου για τον Καββαδία στο ηλεκτρονικό περιοδικό Λέξημα

-Άρθρο του Φίλιππου Φιλίππου «Ο Νίκος Καββαδίας, ο άνθρωπος και ο πολίτης»

-http://nikoskabbadias.blogspot.com/

-Χάρτινος Ναύτης

-Ο μελοποιημένος Καββαδίας:  ΠΟΙΕΙΝ και Musicpaper

Ντοκιμαντέρ

-Εποχές και συγγραφείς, Νίκος Καββαδίας (ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ)

-Παρασκήνιο, Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας (ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ)

-Νίκος Καββαδίας αφιέρωμα-μηχανή του χρόνου (alpha).

Δείτε μια παρουσίαση για τη ζωή και το έργο του Ν. Καββαδία από τη σχολική βιβλιοθήκη του 5ου Γυμνασίου Σερρών


Kuro    Siwo

Η δύσκολη αλλά γοητευτική ζωή των ναυτικών αποτελεί το αυτοβιογραφικό υλικό των ποιημάτων του Νίκου Καββαδία. Στο “Kuro Siwo” τα στοιχεία αυτά διαπλέκονται  γύρω από μια μακρινή ερωτική μορφή , η μνήμη της οποίας συντροφεύει τις μοναχικές ώρες του ποιητή. Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή Πούσι ( 1947 )

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος*  για το Νότο
δύσκολες βάρδιες*, κακός ύπνος και μαλάρια*.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.


Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου ’πανε μιαν κούφια ώρα στην Αθήνα.


Στα νύχια μπαίνει το κατράμι* και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες στο μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας* είναι που στρέφει ή το καράβι;»


Νωρίς μπατάρισε ο καιρός* κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες*, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που’ χα με κούραση γυμνάσει*.

Η λαμαρίνα!* …η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το Kuro Siwo* σα μια ζώνη
κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ’ το τιμόνι,
πώς παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.


*ναύλος : μισθωμένο δρομολόγιο     *βάρδιες : υπηρεσίες που εκτελούνται με εναλλαγή των εργαζομένων       *μαλάρια: είδος μεσογειακού πυρετού             *κατράμι: πίσσα      *μπούσουλας: ναυτική πυξίδα        *μπατάρισε ο καιρός: άλλαξε ο καιρός   *σκατζάρω: αλλάζω βάρδια           *γυμνάζω : εκπαιδεύω     *λαμαρίνα: σίδερο    *Kuro Siwo:  θερμό ρεύμα του Βόρειου Ειρηνικού Ωκεανού   *καρτίνι: ναυτικός όρος, το τέταρτο του ρόμβου

το καράβι ΙΩΝΙΑ με το οποίο ταξίδευε ο Καββαδίας


Ερωτήσεις

-Υπογραμμίστε τους ναυτικούς όρους και προσέξτε την ερμηνεία τους στο κάτω μέρος. Τι πιστεύετε ότι κερδίζει το ποίημα με τη χρήση τόσων ναυτικών όρων;

-Τίνος τη φωνή ακούμε στο ποίημα και σε ποιον πιστεύετε ότι απευθύνεται; Λάβετε υπόψη σας ότι ο ποιητής υπήρξε ο ίδιος ναυτικός, ότι λάτρεψε τη θάλασσα και ότι πέρασε τη ζωή του ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο. Η ποίησή του αυτοβιογραφική είναι το απόσταγμα των εμπειριών του.

-Η ποίηση του Καββαδία είναι εξωτική. Το βλέπετε στο συγκεκριμένο ποίημα; Εντοπίστε τους στίχους.

-Συγκεντρώστε τους στίχους που περιγράφουν τη σκληρή ζωή των ναυτικών.(  Καθημερινές δυσκολίες και προβλήματα , οι δυσκολίες του ταξιδιού , η δύσκολη εργασιακή ρουτίνα και η σωματική φθορά ,οι δύσκολες καιρικές συνθήκες , ο ψυχικός βασανισμός από την κλειστή ζωή )

-Σε ποιους στίχους εκφράζεται έντονα ο καημός της νοσταλγίας για τα αγαπημένα πρόσωπα που αφήνουν πίσω τους οι ναυτικοί;

-Η αφόρητη μοναξιά είναι ένα θέμα που επανέρχεται σταθερά στην ποίηση του Καββαδία. Τι αντικαθιστά την ανθρώπινη παρουσία στο ποίημά μας;

-Τι νομίζετε ότι συμβολίζουν η λαμαρίνα (= το βαπόρι) και ο μπούσουλας στο ποίημα;

Ξυλογραφία του Δ. Γιαννουκάκη για το Πούσι έκδοση του 1947


Παράλληλο κείμενο: Πούσι

Έπεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δεις.

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυό του πόδια στις καδένες.
μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία, θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
είν” αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ” είδες,
έχω απ” τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ” απ” τις Εβρίδες.

Διαβάστε την ανάλυση του ποιήματος από τo φιλολογικό blog panosfilologos.blogspot.com

Ερώτηση

- Να συγκριθούν τα δύο ποιήματα του Νίκου Καββαδία ως προς α) τη γλώσσα, β) την εικονογραφία της σκληρής ζωής των ναυτικών, γ) τη νοσταλγία του αγαπημένου προσώπου.

Ξυλογραφία του Γ. Βακαλό για το Πούσι εκδ. 1947


Πηγές:

-Σελίδες Εκπαίδευσης

-Βασιλική Παπαστεργίου, Βιβλιοθήκη Εκπαιδευτικών Δραστηριοτήτων

Βιβλιογραφία:

- Αρχο ντάκης Γ., «Ν. Καββαδία: Πούσι», Προτά σεις διδασκαλίας φιλολογικών μαθημά των, Σμίλη 1986.

- Διαβάζω, τχ. 437, 2003 (αφιέρωμα).

- Επτά κείμενα για τον Νίκο Καββαδία, Πο λύτυπο 1982.

- Καλο κύρης Δημήτρης, «Εισαγωγή» στο Ν. Καββαδίας. Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελά νου, Ο ανθο λόγο ς Ερμής 1995, σ. 10-68.











Δημιουργική γραφή – χαϊκού

Κοσμάς Πολίτης, Eroica (Η γνωριμία με τη Μόνικα)

«Η τέχνη; Μα η τέχνη είναι ένα παιχνίδι για να διασκεδάζει τους άλλους. Έπειτα ο συγγραφέας δεν είναι παρά ένας γελωτοποιός, ένας παλιάτσος της χαράς ή του πόνου, αν θέλετε, μα που το ίδιο κάνει». Αυτά δήλωνε ο Κοσμάς Πολίτης στα 1938, απορρίπτοντας με τον τρόπο του λογοτεχνικά ρεύματα και σχολές (αυτός ένας ορκισμένος «ερασιτέχνης» της γραφής, παρά τη δεξιοτεχνική, συχνά, υποπτευόμαστε βασανιστική, επεξεργασία του υλικού του), ορίζοντας τη λογοτεχνία ως τόπο απόλαυσης – όσο πιο υψηλής τόσο το καλύτερο, αφού ανέκαθεν, στους «διασκεδαστές» συγκατέλεγε ακόμα και τον Όμηρο και τον Σαίξπηρ. Και πράγματι, αυτό ακριβώς είναι τα βιβλία του, μαγικά σκηνικά, δουλεμένα από χέρι μεγάλου τεχνίτη.


Η ζωή και το έργο του

Γεννήθηκε στα 1888 στις 26 Απριλίου στην Αθήνα. Το πραγματικό του όνομα είναι Παρασκευάς Ταβελούδης (Το ψευδώνυμο αυτό έχει εσκεμμένη πρόθεση, για να παραπέμψει τον αναγνώστη στον κοσμοπολιτισμό) .

Το 1890 η οικογένεια πλήττεται από μια οικονομική καταστροφή και φεύγουν για την Σμύρνη.

Το  1900 πεθαίνει η μητέρα του.

Το 1904-05 φοιτεί στο Αμερικάνικο κολέγιο Σμύρνης.

Μέχρι τα 1921 εργάζεται σε διάφορες τράπεζες ως τραπεζικός υπάλληλος. Παράλληλα δημιουργεί οικογένεια.

Το 1922 φεύγει στο Παρίσι και στη συνέχεια στο Λονδίνο.

Το 1924 επιστρέφει στην Αθήνα.

Το 1930 εκδίδεται το Λεμονόδασος πρώτη φορά. Μεταξύ του ’33 και ’34 εκδίδει την Εκάτη.

Αμέσως μετοικεί στην Πάτρα, όπου έχει θέση διευθυντή τραπέζης. Βρίσκεται σε διάσταση με την γυναίκα του.

Το 1935 εκδίδει την Ελεονόρα και έπειτα από 2 χρόνια την Eroica (1937).

Στα 1942 πεθαίνει η κόρη του. Φεύγει από την τράπεζα. Πουλάει το σπίτι του στο Ψυχικό σε μαυραγορίτη, στον οποίο δίνει και ενοίκιο μαζί με την ανύπαντρη αδερφή του.

Γίνεται μέλος του ΚΚΕ στα 1945. Τότε δημεύεται και το σπίτι του. Ζει με την μεταφραστική του δραστηριότητα.

Στα 1952 θέτει υποψηφιότητα βουλευτή της ΕΔΑ στην περιφέρεια Πατρών, αλλά δεν εκλέγεται.

Στα 1960 η Eroica γίνεται ταινία από τον Κακογιάννη.

Το 1966 πεθαίνει η αδερφή του.

Τον επόμενο χρόνο πεθαίνει και η γυναίκα του (21 Απριλίου του 1967). Τότε συλλαμβάνεται και από την ασφάλεια ως αριστερός. Ανακρίνεται για ώρες ώσπου αφήνεται ελεύθερος να θάψει τη γυναίκα του.

Το 1973 μπαίνει στον Ευαγγελισμό με αναπνευστική και καρδιακή ανεπάρκεια.

Το 1974 εισάγεται στις 16 Ιανουαρίου. Στις 23 Φεβρουαρίου πεθαίνει.


Πηγές:

Διαβάζω 116 (1985), αφιέρωμα: Κοσμάς Πολίτης

Η λέξη 87 (Σεπτέμβριος 1989), αφιέρωμα: Κοσμάς Πολίτης

Κοσμάς Πολίτης, Περίπλους, τεύχος 48, 1999

Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

http://www.hellenica.de/Griechenland/ModerneLiteratur/GR/KosmasPolitis.html

Ο Κ. Πολίτης με φόντο το σπίτι του στο Ψυχικό

Ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα:

Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ (Ταινιοθήκη Τηλεόρασης, Εποχές και Συγγραφείς : Κοσμάς Πολίτης)

Δείτε το παρακάτω πολύ ενδιαφέρον βίντεο (Υπερκινητικός Δάσκαλος):




Eroica

Το 1937 εκδίδεται η Eroica σε συνέχειες. Το 1938 έρχεται ο τόμος. Ο τίτλος του έργου παραπέμπει στη συμφωνία του Μπετόβεν.

Το έργο χαρακτηρίζεται για την υπερρεαλιστική γραφή, την υπονοηματική γλώσσα, τα λογοπαίγνια, υπαινιγμούς στον Όμηρο, στον Καβάφη που δίνουν μια ερωτικό-αινιγματική και ρομαντική υφή στο μυθιστόρημα, με νατουραλιστικό, σκληρό τρόπο. Αιωρείται ανάμεσα στους δύο κόσμους: την πραγματικότητα των ενηλίκων και την πραγματικότητα των φαντασιώσεων των εφήβων. Ο Κοσμάς Πολίτης στο τρίτο μυθιστόρημά του και σπουδαιότερο όλων, χαρίζει στους Έλληνες αναγνώστες μια αληθινή πεμπτουσία νέο-μοντερνιστικής λογοτεχνίας σε μια επαρχιακή πόλη που μοιάζει με το Ναύπλιο, αλλά πάνω απ’ όλα φέρει μεταξύ Πάτρας και Σμύρνης, όπου έμεινε στα εφηβικά του χρόνια. Η πλοκή διαδραματίζεται κάπου στον 19ο αιώνα και μιλά για τα πάθη των νεολαίων που καταντούν επικίνδυνα σε σημείο τραγικότητας. Στην Eroica, του Κοσμά Πολίτη (1938), ο έρωτας δεν συνδέεται μόνο με το τέλος της παιδικότητας αλλά και με το τέλος της ίδιας της ζωής, έτσι ώστε η μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση να γίνεται μια οδυνηρή εμπειρία.

Η υπόθεση της Eroica: Ένας ώριμος αφηγητής, ο Παρασκευάς,αφηγείται μέσα από το πρόσωπο του έφηβου Παρασκευά τα κατορθώματα μιας παρέας παιδιών σε μια παραθαλάσσια πόλη. Τα παιδιά ζουν τις μεγάλες στιγμές της ζωής τους και ανακαλύπτουν τον έρωτα αλλά και το θάνατο (ο άνθρωπος δεν είναι αθάνατος, όπως αρχικά νόμιζαν).

Η Νόρα Αναγνωστάκη στη μελέτη της για τον Κοσμά Πολίτη αναφέρει ότι «η Eroica είναι η ηρωική συμφωνία της εφηβείας». Μέσα στη μαγεία του χώρου όπου στήνεται το έργο οι έφηβοι ζουν την ηλικία τους και στη μνήμη του αναγνώστη δε διασώζονται τα πρόσωπα αλλά η ατμόσφαιρα.

Στον Peter Mackridge, «Εισαγωγή», σσ.κε΄- πστ΄, Κοσμάς Πολίτης, Eroïca, Αθήνα 2008, Ερμής, διαβάζουμε:.

«Μπορούμε να βγάλουμε μερικά συμπεράσματα για τη σημασία της Eroïca. … Ο Πολίτης παρουσιάζει ορισμένες καταστάσεις, όπου αντιπαρατίθεται το ιδανικό με το πραγματικό, η παιδική με την ανδρική ηλικία, χωρίς να μας υποχρεώνει να αποφασίσουμε σε κάθε περίπτωση ποιο από τα δυο είναι καλύτερο ή πιο αληθινό. Η πραγματικότητα είναι βέβαια αληθινή, αλλά είναι και «μικρόψυχη»· το ανθρώπινο πνεύμα είναι ισχυρό και μπορεί να συλλάβει τις πιο ωραίες, τις πιο τέλειες ιδέες — μήπως δεν είναι «αληθινές» κι αυτές, σ” ένα εντελώς διαφορετικόεπίπεδο από την αντικειμενική πραγματικότητα; Όσο για την παιδική ηλικία, ο Πολίτης δείχνει ότι δεν μπορεί να γίνει καμιά αξιολογική σύγκριση ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την ωριμότητα· και οι δυο είναι στάδια από τα οποία αναγκαζόμαστε να περάσουμε όλοι μας. Η παιδική ηλικία κι οι αντιλήψεις των παιδιών φαίνονται ανεπαρκείς και παράλογες μπροστά στον κόσμο των μεγάλων, τον κόσμο του εφικτού και του συμβιβασμού. Από την άλλη μεριά, πάλι, οι μεγάλοι μοιάζουν άνανδροι, συμβατικοί, αυτάρεσκοι, σε σύγκριση με τα παιδιά. Αλλά ούτε η παιδική ηλικία ούτε η ωριμότητα δεν είναι κατακριτέες αυτές καθαυτές· είναι κι οι δυο αναπόφευκτες καταστάσεις. Κι όμως, στην Eroιca, το είδωλο της μιας αντικατοπτρίζεται επ” άπειρον στον καθρέφτη της άλλης· σταθερή βάση δεν υπάρχει. Έτσι ο Πολίτης μας δείχνει τη ζωή όπως είναι,κωμικά τραγική και τραγικά κωμική.

Ελπίζω να έχω δείξει ότι οι δομές της Eroιca είναι περίπλοκες κι αλληλένδετες.

Όσο κι αν ισχυρίστηκε ο Πολίτης ότι έγραψε την Eroιca «επί των πιεστηρίων», διαπιστώνουμε ότι το βιβλίο μαρτυρεί μια εξαιρετικά προσεκτική και πολύμοχθη κατασκευαστική διαδικασία, η οποία όμως μένει κρυφή σε μια επιφανειακή ανάγνωση. Η αρχιτεκτονική της Eroιca είναι από τις τελειότερες που μπορούμε να βρούμε σε ελληνικό μυθιστόρημα. Και με το να υφαίνει μαστορικά το συμβολισμό με την ειρωνεία, ο Πολίτης μας δίνει μια καινούρια αίσθηση, μας ευαισθητοποιεί στην πολυσημία του κειμένου· το «σημείο» μπορεί να είναι ταυτόχρονα και συμβολικό και ειρωνικό. Υπάρχουν, δηλαδή, δυο επίπεδα της σημασίας· στο πρώτο βρίσκεται η κυριολεκτική σημασία, που δεν είναι ούτε συμβολική ούτε ειρωνική, στο δεύτερο στέκονται, η μια δίπλα στην άλλη, η συμβολική κι η ειρωνική σημασία. Αίρεται η αντίθεση ανάμεσα στις δυο φαινομενικά αντιφατικές έννοιες συμβολισμός κι ειρωνεία. Στην Eroιca, ο συμβολισμός συνδέεται με την τραγική αντίληψη της ζωής, η ειρωνεία με την κωμική. Συνυφαίνοντας το συμβολισμό με την ειρωνεία, ο Πολίτης συγχωνεύει την τραγική με την κωμική αντίληψη· δεν είναι παρά οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, κι ο Πολίτης αρνείται να δεσμευθεί σε μια μονόπλευρη στάση απέναντι σε μια πολυδιάστατη κι αντιφατική πραγματικότητα.»

Βιβλιογραφία

α. Peter Mackridge, «Συμβολικές και ειρωνικές δομές στην Eroïca», εισαγωγή στον τόμο Κοσμάς Πολίτης,Eroica, Eρμής Ν.Ε.Β., Αθήνα 1986, κε-στδ
β. Νόρα Αναγνωστάκη, «Κοσμάς Πολίτης: Παρουσίαση – Ανθολόγηση», στη σειρά Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), τόμ. Ζ΄, Σοκόλης, Αθήνα 1993, 252-309
γ. Γιώργος Καλλίνης, Ο μοντερνισμός ενός κοσμοπολίτη. Μοντερνιστικά στοιχεία και τεχνικές στη μεσοπολεμική μυθιστορηματική παραγωγή του Κοσμά Πολίτη, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2001

Προτεινόμενες ηλεκτρονικές διευθύνσεις και κείμενα:

Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου, Επιμέλεια Σπύρος Αντωνέλλος

Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Ιστοσελίδα με στοιχεία για την κινηματογραφική και τηλεοπτική μεταφορά έργων του Κοσμά Πολίτη


Απόσπασμα: «Η γνωριμία με τη Μόνικα»

Αφηγητής:

-Είναι τριτοπρόσωπος (ονομάζεται Παρασκευάς) και συμμετέχει στην παιδική συντροφιά, δεν συμμετέχει όμως στα δρώμενα (παντογνώστης).   Ο αφηγητής, ώριμος πλέον άνδρας διηγείται όσα έζησε στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια .

-Όταν όμως μεταφερόμαστε στο επίπεδο της ιστορίας και των αφηγημένων περιστατικών, ο αφηγητής γίνεται μέλος της συντροφιάς των παιδιών (ομοδιηγητικός αφηγητής).

-Στο απόσπασμα εμφανίζεται μια φορά άμεσα χρησιμοποιώντας α΄ πρόσωπο «Τον βλέπω ακόμα …».

Ιδιαίτερη αφηγηματική τεχνική :

Οι δραματικοί ενεστώτες, που παριστάνουν τα γεγονότα ζωηρά σα να μας τα αφηγείται ο Παρασκευάς της εφηβικής ηλικίας. Ωστόσο τα ρήματα σε ενεστώτα εναλλάσσονται με ρήματα σε παρελθοντικούς χρόνους.

Αφηγηματικοί τρόποι

-Καθαρή διήγηση

-Διάλογος

-Περιγραφή

-Σχόλια

Πρωταγωνιστές του αποσπάσματος:

Ο Αλέκος, ο Λοΐζος και η Μόνικα : βρίσκονται ανάμεσα στην παιδική αφέλεια και αθωότητα και στα πρώτα σκιρτήματα της εφηβείας.

Ερώτηση

-          Ποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εφηβικής ηλικίας αντιστοιχούν σε κάθε ένα χαρακτήρα; Αντιστοιχίστε  τα επίθετα όπως νομίζετε ότι μπορείτε να χαρακτηρίσετε το κάθε παιδί.

Ενθουσιώδης, απερίσκεπτος, θαρραλέος, ορμητικός, φιλότιμος, μεγαλόψυχος, ντροπαλός, ονειροπόλος, εγωιστής, περήφανος, είρωνας.

Αρετές του μυθιστορήματος

-Τα απλά πράγματα προσλαμβάνουν διαστάσεις συμβόλων: Ο μαντρότοιχος μοιράζει το χώρο της αφηγημένης δράσης σε δύο μέρη. Το ένα είναι έξω από το σπίτι του προξένου, έξω από τον περίβολο του κήπου.

Το άλλο είναι στον κήπο του σπιτιού. Ο έξω χώρος είναι ο χώρος των αγοριών, όπου κυριαρχεί η παιδικότητα, η λογική του παιχνιδιού (τα παιδιά παριστάνουν τους πυροσβέστες). Ο μέσα χώρος είναι ο χώρος του κοριτσιού, όπου κυριαρχεί η λογική της ανθρώπινης φύσης (τα παιδιά παριστάνουν αυτό που είναι, αφυπνοζόμενοι έφηβοι) . Το πέρασμα του μαντρότοιχου από τον Αλέκο και το Λοΐζο (που βρίσκονται στο μεταβατικό στάδιο της προεφηβείας) συμβολίζει το πέρασμα από  την παιδική αφέλεια στην εφηβεία.

-Ως στοιχείο πλοκής λειτουργεί η απώλεια της περικεφαλαίας, που γίνεται η αφορμή, για να αρχίσει η δράση.

-Το αφηγηματικό εύρημα του τσιμπήματος της Μόνικας από μια μέλισσα είναι ένας χειρισμός του συγγραφέα, με τον οποίο ρυθμίζει μια κρίσιμη στιγμή. Έτσι η Μόνικα δεν τρομάζει από την ξαφνική εμφάνιση του Λοΐζου, γιατί αυτός μοιάζει ως από μηχανής θεός που θα λύσει το πρόβλημα του πόνου.

-Ο φυσικός και αβίαστος διάλογος μεταξύ των τριών παιδιών.

Ερωτήσεις

-Σε ποια σημεία του κειμένου διακρίνετε την παιδιάτικη αστοχασιά; Ποιες ενέργειες των παιδιών σας φαίνονται πιο απερίσκεπτες και γιατί;

-Εντοπίστε τα στοιχεία που δείχνουν τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του μυθιστορήματος

-Προσπαθήστε να αποδώσετε την υπόθεση του συγκεκριμένου αποσπάσματος με την οπτική γωνία ενός άλλου ήρωα, που εσείς θα επιλέγατε ως αφηγητή.

Βιβλιογραφία:

- Διαβάζ ω, τχ. 116, 1985 (αφιέρωμα).

- Αναγνωστάκη Νόρα, Η μεσοπολεμική πεζογραφία, τόμ. 7, Σο κόλης 1993, σ. 252-337.

- Καραντώνης Ανδρέας, Πεζογρ άφοι και πεζογραφήματα της γενιά ς του ’30, Παπαήδμας 1977, σ. 157-190.

- Παναγιωτόπο υλο ς Ι.Μ., Τα πρόσωπα και τα κείμενα, τόμ. 2, 1943, σ. 195-209.

-Σαχίνης Απόστο λο ς, Η σύγχρονη πεζογραφία μας, 1951, σ. 25-31.

- Βίττι Μάριο , Η γενιά του ’30, Ερμής 1977, σ. 334-342.

-Ζ. Λιγνός , Γ. Μαρκαντωνάτος. Αναγνώσεις λογοτεχνικών κειμένων. Gutenberg, 2006

-N. Παρίσης. Η ερμηνεία των αφηγηματικών κειμένων. Μεταίχμιο, 2006

-Π. Εμμανουηλίδης, Έλ. Πετρίδου-Εμμανουηλίδου. Κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μεταίχμιο, 2005

Παρακολουθήστε τα δύο πρώτα επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς Eroica, όπου εκτυλίσσεται το περιστατικό της γνωριμίας με τη Μόνικα :





«Τρία χαϊκού» του Γιώργου Σεφέρη

Σχέδιο του Στέφανου Ρόκου

Ο Γιώργος Σεφέρης άρχισε να γράφει τα δικά του χαϊκού σε νεαρή ηλικία, το 1929.


ΙΑ΄

Πού να μαζεύεις

τα χίλια κομματάκια

του κάθε ανθρώπου


Το ποίημα εκφράζει μια κατάσταση : ο «σύγχρονος άνθρωπος» είναι ψυχικά κομματιασμένος, διαλυμένος, μια πολυδιασπασμένη ύπαρξη. Κάθε θραύσμα είναι και μια τραυματική εμπειρία. Και ο άνθρωπος εξουθενώνεται από τα αναρίθμητα άγχη και αδιέξοδα.

Και ταυτόχρονα πάνω σ΄αυτή τη διαπίστωση ο ποιητής επισημαίνει το πρόβλημα:

Δεν είναι εύκολο το θρυμματισμένο άνθρωπο να τον ανασυνθέσεις στην ολότητά του.

Το κυρίαρχο αίσθημα : η ψυχική κατάπτωση και η εξουθένωση

Η παράδοξη εικόνα : η εικόνα ενός κομματιασμένου ανθρώπου σε χιλιάδες μικρά κομμάτια.

Παράλληλο κείμενο: Γ. Σεφέρης, Μέρες Β΄

Στο παρακάτω απόσπασμα ο Σεφέρης προβληματίζεται πάνω στο ποιοι είμαστε, πίσω από τα προσωπεία που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή.

«όλοι μας είμαστε ντυμένοι με τις παλιές μας συνήθειες· μ΄ αυτές παρουσιαζόμαστε κάτω από μιαν ορισμένη μορφή· μ΄ αυτές μας αναγνωρίζει ο κόσμος, και οι φίλοι μας, και οι γυναίκες μας. Αλλά στο βάθος μας τι γίνεται; ποιοι άνθρωποι ζουν; τι υποφέρουν; ποιος τους βασανίζει; ποιος τους ξέρει; Πες μου ποιος; – Κανένας, ούτε και ο εαυτός μας. »

Δείτε το ΙΑ΄ χαϊκού  μελοποιημένο από το συγκρότημα Sigmatropic:


Βουλιάζει ο κόσμος …..

Βουλιάζει ο κόσμος (Στέφανος Ρόκος)

ΙΕ΄

Βουλιάζει ο κόσμος

κρατήσου, θα σ΄ αφήσει

μόνο στον ήλιο.

Ήλιος (Στέφανος Ρόκος)


Ο ποιητής εκφράζει μια απόλυτα προσωπική – υποκειμενική αίσθηση: νιώθει αποκομμένος, αποξενωμένος από τους άλλους, τυλιγμένος στη μοναξιά του.

Το κυρίαρχο αίσθημα : Η αποξένωση και η απόλυτη μοναξιά που βιώνει ο άνθρωπος στη σύγχρονη αφιλόξενη κοινωνία.

Η παράδοξη εικόνα : Η εικόνα ενός κόσμου που βουλιάζει, ενώ ένας άνθρωπος προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατηθεί στην επιφάνεια.

Γράφεις …

Σχέδιο του Στέφανου Ρόκου για το ΙΣΤ΄ χαϊκού του Σεφέρη

ΙΣΤ΄

Γράφεις·

το μελάνι λιγόστεψε

η θάλασσα πληθαίνει

Ο ποιητής εκφράζει αυτό που προσωπικά νιώθει και αισθάνεται ως συγγραφέας, τη δυσκολία να παραχθεί ουσιώδης γραπτός λόγος, ενώ τα θέματα και τα προβλήματα που αποζητούν να περάσουν στην άλλη πλευρά διογκώνονται.

Το κυρίαρχο αίσθημα : η απόγνωση του συγγραφέα που βλέπει να στερεύει η έμπνευσή του, ενώ τα θέματα αυξάνουν.

Η παράδοξη εικόνα : Η εικόνα ενός συγγραφέα σε απόγνωση, μιας θάλασσας να πληθαίνει.


Σεφέρης (Στέφανος Ρόκος)

Κοινά στοιχεία των τριων χαϊκού

  1. 1. Και τα τρία χαϊκού είναι διατυπωμένα σε β΄ ενικό πρόσωπο (πού να μαζεύεις, κρατήσου, γράφεις). Ο ποιητής απευθύνεται στον εαυτό του.
  2. 2. Παρόλο που θεματικά διαφοροποιούνται μεταξύ τους :

- Ο διαλυμένος άνθρωπος(ΙΑ΄)

- Μοναξιά – Αποξένωση(ΙΕ΄)

- Οι δυσκολίες της γραφής(ΙΣΤ΄)

τα τρία χαϊκού εκφράζουν την ίδια απαισιόδοξη οπτική του ποιητή.


Βιβλιογραφία:

- Βαγενάς Νάσο ς, Ο ποιητής και ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη, Κέδρο ς 1979.

-Βίττι Μάριο , Φθορά και λόγος. Εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, Βιβλιο πωλείον της Εστίας 1978.

- Για τον Σεφέρη, Αθήνα 1961.

- Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, επιμέλεια Δ. Δασκαλόπο υλο ς, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο , 1996.

- Καραντώνης Ανδρέας, Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, Γαλαξίας 1971.

- Κύκλος Σεφέρη, Εταιρεία Σπο υδών 1980.

- Λυναρά Λίνα, Το μεσογειακό τοπίο στον Σεφέρη και στον Ελύτη, Βιβλιο πωλείον της Εστίας 1986.

- Μαρωνίτης Δ.Ν., Η ποίηση του Γ. Σεφέρη, Ερμής 1984.

-Νικήτας Παρίσης, Η ερμηνεία των ποιητικών κειμένων, Μεταίχμιο, 2005

-Παναγιώτης Εμμανουηλίδης και Έλλη Πετρίδου Εμμανουηλίδου, Κείμενα νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μεταίχμιο, 2005


Δείτε τα χαϊκού του Γιώργου Σεφέρη σε μια παρουσίαση :


Sigmatropic : Χαϊκού Β΄


Sigmatropic: Χαϊκού Ε΄


Sigmatropic : Χαϊκού  Ι΄


Sigmatropic:  Το γιασεμί


Ta χαϊκού του Γιώργου Σεφέρη μπορείτε να τα βρείτε στην ποιητική του συλλογή, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, 1989.

Έχουν μελοποιηθεί από το ελληνικό συγκρότημα Sigmatropic.

Διαβάστε μερικά δείγματα χαϊκού από σημαντικούς ποιητές (Borges, Neruda, Basho …) μεταφρασμένα στα ελληνικά στην ιστοσελίδα http://www.sigmatropic.gr/greek/haiku_anthol_gr.htm

Διαβάστε αναλυτικές πληροφορίες και παραδείγματα (στην αγγλική γλώσσα) από την ιστορική εξέλιξη του χαϊκού στην ιαπωνική ποίηση http://www.xmarks.com/site/www.big.or.jp/~loupe/links/ehisto/ehisinx.shtml

Χαϊκού: Όλος ο κόσμος δεκαεφτά συλλαβές …

Όλος ο κόσμος

δεκαεφτά συλλαβές.

Τραγούδα, μπορείς! (Χρ. Τουμανούδης)


Τα χαϊκού είναι είδος ποίησης που πρωτοεμφανίστηκε στην Ιαπωνία το δέκατο έκτο αιώνα και υιοθετήθηκε στην Ευρώπη στις αρχές του εικοστού. Από εκεί πέρασαν τον Ατλαντικό και έφτασαν να γίνουν πολύ δημοφιλή σε όλο το Δυτικό κόσμο. Στην αυθεντική στιχουργική μορφή τους, τα χαϊκού είναι μικρά ποιήματα από 17 συλλαβές σε ένα ενιαίο στίχο. Τα χαϊκού συμπυκνώνουν ευφυΐα και σοφία, που εκφράζονται με λυρική, ή άλλοτε, χιουμοριστική διάθεση, ενώ συχνά υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης. Στα χαϊκού σημαντική θέση έχουν η φύση, οι εποχές και τα χρώματα, η ομορφιά των λέξεων και των αντιθέσεων, ενώ το νόημα κάποιες φορές αποκτά δευτερεύουσα σημασία.

μετά την πυρά

σώθηκε η θράκα

ένα κόκκινο φύλλο (Rangiu)


Ο γνωστότερος Ιάπωνας ποιητής των χαϊκού ήταν ο Ματσούο Μπασό (Matsuo Basho, 1644-1694). Το πιο φημισμένο από όλα τα χαϊκού είναι δικό του:

παλιά λίμνη

ένας βάτραχος μέσα πηδά

ήχος νερού



Στην Ευρωπαϊκή εκδοχή τους συνήθως υποδιαιρούνται σε 3 στίχους από 5, 7 και 5 συλλαβές, στους οποίους η ομοιοκαταληξία αποφεύγεται. Στις πιο σύγχρονες απόπειρες δημιουργίας χαϊκού, είναι συχνές οι μικρές αποκλίσεις από τον αυστηρό αυτό στιχουργικό κανόνα. Στην Ευρώπη πρωτοεμφανίζεται στις αρχές του 20ού αι. Επηρεάζονται ή και γράφουν χαϊκού από τον Έζρα Πάουντ μέχρι τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ και τον Χ. Λ. Μπόρχες. Ο Ε. Πάουντ έλεγε πως το χαϊκού είναι ένα ποίημα εικόνων.


ζέστη

το άλογό μου περνάει

από το ποτάμι (Matsuo Basho)


Το χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι” αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή. Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή. Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου:


«καυχησιάρικο»

λέει η χιονονιφάδα

στ΄ άσπρο γιασεμί (Martin Berner)




Setting sun

snugged by a brunch.

The red berry (Αlan Wells)



Σύμφωνα με τον Donald Keene, «πρέπει να περιέχει δυο στοιχεία που συνήθως διαχωρίζονται με μία τομή, δηλαδή λέξη που κόβει. Το ένα από τα δύο στοιχεία αντιπροσωπεύει μια γενική κατάσταση και το άλλο, τη στιγμιαία αντίληψη ή αποκάλυψη.

μια πεταλούδα
γλιστρά στα φύλλα της
ιτιάς· Απρίλης… (Matsuo Basho)


Το πεσμένο λουλούδι
γυρίζει στο κλαδί!
Ήταν πεταλούδα.


Σε κάθε σχεδόν χαϊκού υπάρχει μια λέξη ή μια έκφραση που δηλώνει την εποχή του έτους. Αυτό δε σημαίνει ότι τα χαϊκού ασχολούνται αποκλειστικά με την φύση. Απλώς ο ποιητής ψάχνει κάθε φορά να εκφραστεί. Η περιγραφή της φύσης είναι ένα άλλοθι για να εικονογραφηθούν ανθρώπινα συναισθήματα.


απόψε άγρια
θάλασσα κι από πάνω
σιωπηλά άστρα (Matsuo Basho)


Ο σκηνοθέτης Αντρέυ Ταρκόφσκυ στο βιβλίο του Σμιλεύοντας το Χρόνο μάς λέει για ποιο λόγο γοητεύεται από το χαϊκού: «Σ” αυτήν την ποίηση με γοητεύει ιδιαίτερα η άρνηση του καλλιτέχνη να υπαινιχθεί έστω το τελικό νόημα της εικόνας, που το αφήνει να αποκρυπτογραφηθεί σταδιακά, σαν συλλαβόγριφος. Το χαϊκού επεξεργάζεται τις εικόνες του έτσι που να μη σημαίνουν τίποτα πέρα από τις ίδιες, ενώ ταυτόχρονα εκφράζουν τόσα πολλά, που είναι αδύνατον να συλλάβει κανείς το τελικό τους νόημα. Όσο πιο πιστά ανταποκρίνεται μια εικόνα στη λειτουργία της, τόσο πιο δύσκολα περιορίζεται σε μια σαφή εγκεφαλική διατύπωση. Ο αναγνώστης του χαϊκού πρέπει να απορροφηθεί, να βυθιστεί μέσα στο ποίημα όπως μέσα στη φύση, να χαθεί στα βάθη του όπως μέσα στο σύμπαν, όπου δεν υπάρχει βυθός ούτε επιφάνεια».


Απόψε τ’ άστρα
το ‘να με τ’ άλλο μοιάζει
να ψιθυρίζουν. (Kobayashi Issa)





Μόνη στο σπίτι
κι αυτή θα βλέπει τώρα
την πανσέληνο.  (Kobayashi Issa)





Περπατήσαμε
μέσα στα χρυσάνθεμα
πίνοντας σάκε. (Kobayashi Issa)




Έλα κοντά μου,

μαζί με μένα παίξε

σπουργίτι ορφανό (Kobayashi Issa)





Πηγές:

-132 γιαπωνέζικα χάϊκου, μετάφραση και σχόλια Ρούμπη Θεοφανοπούλου, Εκδόσεις Πρόσπερος 1986

-Ζεν- Μια γιαπωνέζικη μορφή της γνώσης, μετάφραση Σωκράτης Σκαρτσής,  Εκδόσεις Καστανιώτη 1988

-Ο κόσμος της πάχνης-σαραντατρία χαϊκού του Ματσούο Μπασό και του Κομπαγιάσι  Ίσσα, απόδοση Διονύσης Καψάλης, Εκδόσεις Άγρα 2008

- Ανθολογία Ιαπωνικής ποίησης, Ροές

-Λέξημα

-Ελληνικός κύκλος χαϊκού

-http://www.sigmatropic.gr/greek/haiku_def.htm

-Βικιπαίδεια


ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης

σσ

Η ζωή του Γιώργου Σεφέρη

Ο Γιώργος Σεφέρης (πραγματικό όνομα Γιώργος Σεφεριάδης) γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου / 13 Μαρτίου του 1900 στην Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Γιος του Στυλιανού και της Δέσπως Σεφεριάδη (το γένος Τενεκίδη). Ο Στυλιανός Σεφεριάδης υπήρξε διακεκριμένος ακαδημαϊκός και καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, συγγραφέας (με πλουσιότατο επιστημονικό έργο) και διπλωμάτης. Υπήρξε επίσης ποιητής και μεταφραστής. Την αγάπη του για τη λογοτεχνία θα την μεταδώσει και στα τρία του παιδιά, Γιώργο, “Αγγελο και Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο του Κωνσταντίνου Τσάτσου), τα οποία και θα ασχοληθούν με αυτήν. Το 1914, με την αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η οικογένεια Σεφεριάδη μετακομίζει στην Αθήνα όπου ο Σεφέρης τελειώνει το Γυμνάσιο το 1917. Κατόπιν θα μεταβεί στο Παρίσι όπου και θα σπουδάσει Νομικά ως το 1924. Ήδη όμως από το 1918 θα εκδηλωθεί η αγάπη του για την ποίηση και θα αρχίσει να γράφει στίχους. Στα χρόνια των σπουδών του, όντας στο εξωτερικό, έχει την ευκαιρία να έρθει σε άμεση επαφή με τα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής. Στο Παρίσι θα τον βρει και η Μικρασιατική Καταστροφή, η οποία θα τον επηρεάσει βαθύτατα και θα παραμείνει χαραγμένη στη μνήμη του. Το 1926 ο Γιώργος Σεφέρης θα αρχίσει την διπλωματική του σταδιοδρομία, διοριζόμενος στο Υπουργείο Εξωτερικών ως ακόλουθος. Μέχρι το 1962 που συνταξιοδοτείται θα υπηρετήσει ως υποπρόξενος και πρόξενος στο Λονδίνο (1931-1934), στην Κορυτσά της Αλβανίας (1936-1938), ως σύμβουλος τύπου στο Υπουργείο Εξωτερικών. Μετά την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα ακολουθήσει την ελληνική Κυβέρνηση στην Κρήτη, την Αίγυπτο, την Νότια Αφρική και την νότια Ιταλία, και μετά την απελευθέρωση στην Αθήνα όπου και μένει μέχρι το 1948. Κατόπιν διορίζεται σύμβουλος στις Ελληνικές Πρεσβείες στην “Αγκυρα και το Λονδίνο, αργότερα πρέσβης στο Λίβανο, τη Συρία, την Ιορδανία και το Ιράκ, και τελικά στο Λονδίνο (1957-1962). Αφότου αποσύρεται, αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στο λογοτεχνικό του έργο, μέχρι το θάνατό του, το 1971, ο οποίος εν μέσω δικτατορίας και κατόπιν της Δήλωσής του το 1969, είχε τον χαρακτήρα εκδήλωσης εναντίον του καθεστώτος των συνταγματαρχών.

Η ποίηση και το συνολικό πνευματικό έργο του Γιώργου Σεφέρη γνώρισε πολλές και διεθνείς διακρίσεις. Τιμήθηκε με το «Έπαθλο Παλαμά» (1946) και αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Cambridge (1960). Ακολούθησε το βραβείο Foyle στο Λονδίνο (1961) και το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963. Επίσης αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1964), στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (1964) και στο Πανεπιστήμιο Princeton (1965). Εκλέχτηκε επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών (1966) και μέλος του Institute of Advanced Studies του Princeton (1968).

Giorgos Seferis from evstamou

Προτεινόμενες ηλεκτρονικές διευθύνσεις για τη ζωή και το έργο του Γιώργου Σεφέρη:

-Η επίσημη ιστοσελίδα των βραβείων Νόμπελ

-Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και η υπηρεσία του Βιβλιοnet

-Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη

-14ο Γυμνάσιο Περιστερίου

-http://seferisgiorgosblogspot.com/

-Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού (Ανθολόγιο Λογοτεχνίας)

-Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού (Ανθολόγιο Αναγνώσεων)

-Διαδίκτυο και Διδασκαλία

-Ελληνική Υπηρεσία του BBC

-Γιώργος Σεφέρης. Ανεγνωρισμένος διπλωμάτης, στοχαστικός ποιητής

-Πολιτιστικός Θησαυρός της ελληνικής γλώσσας

-Myriobiblos

Ντοκιμαντέρ από το Αρχείο της Ε.Ρ.Τ.:

-Γιώργος Σεφέρης: 29 Φεβρουαρίου 1900-1980, 80 χρόνια από τη γέννηση του Γιώργου Σεφέρη

-Μινιατούρες, συνεικόνες

-Εκπομπές που αγάπησα

-Παρασκήνιο


Η Δήλωση του Γιώργου Σεφέρη κατά της Χούντας


Ο Φωτογράφος Γιώργος Σεφέρης

Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός…
«Σήμερα κρέμασα πάνω από το γραφείο μου τη μοναδική φωτογραφία ενός ελληνικού τοπίου που βρέθηκε, ολωσδιόλου τυχαία, μέσα σε κάτι χαρτιά. Τη φωτογραφία της μεγάλης άγκυρας του Πόρου. Την είχα κάνει ένα πρωί της άνοιξης του 40. Καθώς την κοιτάζω τώρα αισθάνομαι την ψυχή μου πλημμυρισμένη. Αλλά δεν είναι αυτά που μου χρειάζουνται: πελεκώντας τον εαυτό μας, έτσι γράφουμε.»

Ο Σεφέρης εκτός από ποιητής υπήρξε και φωτογράφος. Από τα φοιτητικά του χρόνια στην Αγγλία μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Σεφέρης φωτογραφίζει συστηματικά πρόσωπα και τοπία. Χρησιμοποιεί τις φωτογραφίες του σαν αναμνήσεις, σαν εφαλτήριο πολλές φορές από ότι γράφουν οι μελετητές του. Χαρακτηριστικά στα κείμενά του πολλές φορές βρήκαν σημειωμένο ένα «Φ», όπου υπάρχει σχετική φωτογραφία. Όπως μας πληροφορεί η Μάρω Σεφέρη (σύζυγός του και αγαπημένο θέμα φωτογράφησης) «Τον ενδιέφερε πολύ η φωτογραφία ως τέχνη, ως μάθημα. Ξεχώριζε την ωραία από την άσχημη ή την ωραιοπαθή φωτογραφία. Του άρεσε ο άνθρωπος με καλό μάτι».





Λίγο ψηλότερα (πρώτη εκτέλεση στο BBC  to 1970)


το αντιπολεμικό πνεύμα στο έργο του Μυριβήλη και του Βενέζη

“Oλες οι κατάχτησες του ανθρώπινου μυαλού στην επιστήμη, στη μηχανική, στην ψυχολογία, ακόμα και η Tέχνη, γέννηκαν όργανα για να βοηθήσουν όσο μπορούνε στο τελειωτικό ξεκλήρισμα των ανθρώπων που παραμονεύουν κι αυτοί, τυλιγμένοι στη λάσπη τους, εδώ αντίκρυ μας. Mηχανές δαιμονικές, ατμοί δολοφονικά κλεισμένοι σε σωλήνες και οβίδες. Φαρμακώνουν τον αγέρα, σβήνουν το φως στα μάτια και σηκώνουν ομπυωμένες φούσκες πάνω στα πλεμόνια”.
H περιγραφή θα μπορούσε να ανήκει σε ένα λογοτεχνικό κείμενο φαντάρου οποιασδήποτε εθνικότητας , γραμμένο για τα δολοφονικά μέσα που χρησιμοποιούνται στους πολέμους των ημερών μας. Eίναι όμως απόσπασμα από τη “Zωή Eν Tάφω” του Στρατή Mυριβήλη, βιβλίο που περιγράφει τη ζωή των φαντάρων στα χαρακώματα -τους τάφους- του A’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Για δέκα συνεχόμενα χρόνια, από το 1912 έως το 1922, η Eλλάδα βρισκόταν σε πόλεμο. Tους Bαλκανικούς πολέμους ακολούθησε ο Πρώτος Παγκόσμιος, η εκστρατεία στην Oυκρανία, η Mικρασιατική Eκστρατεία και Kαταστροφή. Mια ολόκληρη γενιά ανθρώπων σημαδεύτηκε από αυτό το σφαγείο. Kαι μια ολόκληρη γενιά συγγραφέων κατέγραψε τη φρίκη. Δίκαια ο Στρατής Mυριβήλης και ο Hλίας Bενέζης χαρακτηρίζονται ως οι κύριοι εκπρόσωποι αυτής της γενιάς.
O Στρατής Mυριβήλης πήρε μέρος σε όλους τους πολέμους. Ως εθελοντής στους Bαλκανικούς, ως επίστρατος στον A’Παγκόσμιο και την Mικρασιατική Eκστρατεία. H Eλλάδα μπήκε στον A’ Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς κανείς να το θέλει. H επιστράτευση που έκανε ο Bενιζέλος ήταν η πιο σκληρή και βίαιη, με συλλήψεις και τρομοκρατία. Oλόκληρες οικογένειες ξεκληρίστηκαν, χιλιάδες απλοί εργάτες και αγρότες σκοτώθηκαν στο μέτωπο.
H εξομολόγηση του στρατιώτη στη “Zωή Eν Tάφω” είναι συγκλονιστική: “Φοβάμαι, κύριε λοχαγέ. Eγώ είμαι ένας μαραγκός. Eνας απλός μαραγκός, παναπεί. Δεν παντρεύτηκα γιατί έχω να ζήσω τη γριά μου και τέσσερεις αδερφάδες, -αδύνατα πράγματα μαθές….Tι θ’ απογίνουν, μαθές, πέντε γυναίκες δίχως αντιστύλι αν βαστάξει ο πόλεμος! Στη ζωή μου δεν μάλωσα ποτές με κανέναν άνθρωπο. Δεν έχω το κουράγιο να σκοτώσω. Kάθε φορά που ακούγω οβίδα, θαρώ πώς θα βγει η ψηχή μου. Tρέμω σα να κρυώνω. Mπορεί να λιγοθυμήσω σαν δω αίμα. Oμως δουλειά όση θες. Παστρικιά και μερακλίδικη. Δουλεύω τόρνο, μπορώ να σου κάνω τεφαρίκια πράματα με το ξύλο…”.


O Hλίας Bενέζης καταγόταν από το Aϊβαλί της Mικράς Aσίας. H αποτυχία της Mικρασιατικής Eκστρατείας, που έγινε για τους “αλύτρωτους έλληνες” της Mικράς Aσίας, έχει σαν αποτέλεσμα αυτοί οι “αλύτρωτοι” τελικά να πληρώνουν το τίμημα του πολέμου. Kατά τη διάρκεια της Mικρασιατικής Kαταστροφής, όταν είναι μόλις δεκαοχτώ χρονών, αιχμαλωτίζεται στα τάγματα εργασίας, τα “αμελέ ταμπουρού”.
Tο βιβλίο του “Tο νούμερο 31328” -Tο Bιβλίο της Σκλαβιάς, είναι η περιγραφή των 14 εκείνων μηνών που πέρασε στα τάγματα εργασίας, κάνοντας όλες τις σκληρές δουλειές που χρειάζονταν για να ανοικοδομηθούν οι τουρκικές περιοχές που είχε καταστρέψει ο ελληνικός στρατός στο προσωρινό πέρασμά του. Tο νούμερο 31328 είναι το δικό του νούμερο, καθώς οι σκλάβοι δεν έχουν προσωπικότητα, δεν έχουν ονόματα: “Oι μέρες περνούν, σβήνουν, η μία, η άλλη. Στο στρατόπεδο οι σκλάβοι πλησιάζουμε ολοένα ο ένας τον άλλο. Δεν θυμόμαστε ονόματα συναμεταξύ μας, μήτε νούμερα. Mα είναι η καρδιά. Zυμώνεται με το ίδιο αίσθημα κι απ’ τα ίδια χέρια. Λαχταρούμε τα ίδια πράγματα, υποφέρνουμε τις ίδιες πίκρες”.
Δεν ήταν απλά οι τραγικές προσωπικές εμπειρίες των δυο συγγραφέων που τους οδήγησαν να γράψουν. Oι δύο συγγραφείς επηρεάζονται από το γενικότερο κλίμα ενός κόσμου που προσπαθεί να συνέλθει από την καταστροφή και παράλληλα διεκδικεί να μπει τέλος στο σφαγείο.
Γι’ αυτό και τα βιβλία τους χαρακτηρίζονται σαν ύμνος στη ζωή και την ειρήνη. “Oλοένα τα χνάρια του κόσμου ξεμακραίνουν και σβήνουν. Kάποτε δε θα θυμόμαστε πια. A, σίγουρα θα’ ρθει κι αυτό. Aς έρθει! Tότες πια δε θα μένει παρά μονάχα η σκοτεινή αγάπη για τη ζωή. Θα υπάρχουμε επειδή θα υπάρχει. Tίποτα άλλο δε θα θυμίζει πώς δεν είμαστε μες στους νεκρούς” (“Tο Nούμερο 31328”).
Oι δύο συγγραφείς δεν ξεχωρίζουν λαούς, θρησκευτικές αντιλήψεις ή άλλες διαφορές, όλοι περιγράφονται σαν άνθρωποι που υποφέρουν, βασανίζονται, βιάζονται και εξευτελίζονται με τον ίδιο τρόπο. Oι άθλιες συνθήκες στα χαρακώματα είναι ίδιες για Eλληνες και Bούλγαρους. Oι αιχμάλωτοι στα τάγματα εργασίας γίνονται σιγά σιγά φίλοι με τους τούρκους στρατιώτες που τους φυλούν, καθώς και εκείνοι φοβούνται τους ανωτέρους τους αξιωματικούς.
O Bενέζης, προλογίζοντας τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου του “Tο νούμερο 31328”, το 1945, όταν ο κόσμος έχει βγει από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, γράφει “Eτσι το βιβλίο τούτο -χρονικό μιας βασανισμένης στιγμής της Eλλάδας από τις τόσες- απαγορευμένο χρόνια τώρα από τις λογοκρισίες, έχει το θλιβερό προνόμιο, όπως βγήκε για πρώτη φορά σε μια ώρα παγκόσμιου πένθους, να ξαναβγαίνει τώρα στο τέλος ενός άλλου πολέμου, όταν πάλι το πένθος σκεπάζει τις ρημαγμένες εστίες και τους τάφους των παιδιών, των γυναικών, των γερόντων και της νιότης του κόσμου. Kαι όπως τότε, πριν από είκοσι χρόνια, “Tο Nούμερο 31328” ήταν η διαμαρτυρία ενός παιδιού εναντίον του πολέμου, μένει πάλι, τώρα, η διαμαρτυρία ενός ανθρώπου”.

Ηλεκτρονικές διευθύνσεις σχετικές με το αντιπολεμικό πνεύμα της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα:

Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία

Ludus Literarius

το διήγημα

>

Τα κυριότερα είδη του αφηγηματικού πεζού λόγου είναι το διήγημα, η νουβέλα και το μυθιστόρημα.
Ας σταθούμε στο διήγημα….
Το διήγημα είναι λογοτεχνικό είδος σύντομης σε έκταση αφηγηματικής πεζογραφίας. Είναι πιο μικρό από τη νουβέλα και πολύ πιο μικρό από το μυθιστόρημα, αν και τα όρια μεταξύ των τριών αυτών κατηγοριών είναι κάπως υποκειμενικά. Τα διηγήματα έχουν την τάση να είναι λιγότερο περίπλοκα από ό,τι τα μυθιστορήματα. Συνήθως επικεντρώνονται σε ένα μόνο επεισόδιο, έχουν μία πλοκή, μικρό αριθμό χαρακτήρων, εκτυλίσσονται σε έναν χώρο, και καλύπτουν σύντομη χρονική περίοδο.Θεωρείται ως ένα εξαιρετικό μέσο, γιατί διηγείται μια ιστορία-μονορούφι: μπορείς να διαβάσεις και να απολαύσεις μια αυτοτελή υπόθεση μέσα σε μισή ή και μία ώρα. Είναι κάτι αντίστοιχο με την κινηματογραφική ταινία, έτσι όπως προσφέρει μια σύντομη περιήγηση στο φανταστικό. (Μπορείς να κάτσεις το βραδάκι πριν κοιμηθείς και να ολοκληρώσεις εκείνη τη στιγμή τη γνωριμία σου με νέους ήρωες και καταστάσεις.)

Στράτης Μυριβήλης, Τα ζα (Η ζωή εν τάφω)

Ο Στράτης Μυριβήλης, ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της γενιάς του ΄30, αντιμιλιταριστής πατριώτης και λυρικός πεζογράφος του Αιγαίου, ένας «αδιάλλακτος της λογοτεχνίας» σε συνεχή αναζήτηση της ελληνικότητας, γεννήθηκε στην υπόδουλη ακόμη Συκαμιά της Λέσβου το 1890. Ανήκει στη γενιά εκείνη που πολέμησε για την ανόρθωση του ελληνισμού κατά τους βαλκανικούς πολέμους, που παρακολούθησε με πόνο τη Μικρασιατική Καταστροφή και την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας και τελικά στράφηκε σε έναν ενδοσκοπικό εθνικισμό, αναζητώντας με πάθος τα διακριτικά της ελληνικής συνείδησης στην ελληνική γη και στη λαϊκή παράδοση.
Συνεργάστηκε με εφημερίδες όπως η Καθημερινή, η Εθνική, η Ακρόπολις, η Πρωία, η Απογευματινή, η Ελευθερία και περιοδικά όπως ο Θεατής, η Νέα Εστία, η Ελληνική δημιουργία, ο Ακρίτας, τα Στρατιωτικά Νέα. Εργάστηκε επίσης στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων .
Υπήρξε μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Ακαδημίας Αθηνών και τιμητικό μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας (1940 για το Γαλάζιο βιβλίο) και το Σταυρό του Ταξιάρχη του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου Α΄ (1959). Πέθανε άρρωστος από βρογχοπνευμονία στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού στην Αθήνα.
Στα πρώτα του βήματα συνδέθηκε με τη λογοτεχνική γενιά του 1920, η οποία δέχτηκε έντονη την επίδραση του Κωστή Παλαμά των κοινωνικοπολιτικών γεγονότων των αρχών του αιώνα (Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897, Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Καταστροφή). Σύντομα ωστόσο αποδεσμεύθηκε από την απαισιόδοξη κοσμοθεωρία των συγχρόνων του και αναδείχθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους αντιμιλιταριστές συγγραφείς της Ευρώπης και πρόδρομος της γενιάς του Τριάντα. Σταθμό στην πρώτη αυτή φάση της δημιουργίας του αποτέλεσε η Ζωή εν Τάφω, που εγκαινίασε τη σύγχρονη ελληνική αντιπολεμική λογοτεχνία. Το έργο Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1932) αντιμετωπίστηκε από την κριτική ως μεταβατικό στάδιο προς τη δεύτερη περίοδο της συγγραφικής του δραστηριότητας (1933-1949), στην οποία κυριαρχεί η τάση προς άρνηση του παρόντος και στροφή προς την παιδική ηλικία, τάση που άσκησε επιρροή και στο γλωσσικό και υφολογικό πεδίο του έργου του. Στη δεύτερη αυτή περίοδο ανήκει το μυθιστόρημά του η Παναγιά η Γοργόνα. Τέλος στην τρίτη περίοδο του έργου του (1949-1969) ο Μυριβήλης στράφηκε προς μια ποικιλία θεμάτων, στόχων και εκφραστικών μέσων. Εδώ εντάσσονται οι συλλογές διηγημάτων του Το πράσινο βιβλίο , Το γαλάζιο βιβλίο, Το κόκκινο βιβλίο και Το βυσσινί βιβλίο.
Πηγές:



Προτεινόμενες ηλεκτρονικές διευθύνσεις (βίντεο):




Τα ζα (Η ζωή εν τάφῳ)
Εισαγωγικά στοιχεία
Η ζωή εν τάφ εντάσσεται στο πνεύμα της αντιπολεμικής λογοτεχνίας που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1918). Πρόκειται για τη λογοτεχνία που ως βασική προϋπόθεση έχει να καταδικάσει τη φρίκη και τον παραλογισμό του πολέμου. Ο ίδιος ο Μυριβήλης, που είχε λάβει μέρος και στους βαλκανικούς πολέμους και στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, καθώς και στη Μικρασιατική εκστρατεία, είχε γνωρίσει άμεσα τη φρίκη του πολέμου και των χαρακωμάτων και ουσιαστικά αυτή την άμεση εμπειρία μεταφέρει στο έργο του Η ζωή εν τάφῳ. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι, ενώ ήταν στρατιώτης στην περιοχή του Μοναστηρίου, το καλοκαίρι του 1917, πρωτοσχεδιάζει το αντιπολεμικό του μυθιστόρημα.
Η Αφήγηση
- Ο Μυριβήλης χρησιμοποιεί το εξής αφηγηματικό τέχνασμα: εισάγει και χρησιμοποιεί το πρόσωπο του λοχία Αντώνη Κωστούλα (φοιτητή από τη Λέσβο), που λειτουργεί ως persona του συγγραφέα. Ο λοχίας Κωστούλας, ευρισκόμενος στα χαρακώματα του μακεδονικού μετώπου, γράφει συνεχώς επιστολές με νοερό αποδέκτη την αγαπημένη του που ζει στη Λέσβο. Αυτές οι επιστολές (συνολικά 56), που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ένα είδος ανταποκρίσεων από το μέτωπο ή ένα είδος προσωπικού ημερολογίου, αποτελούν το υλικό που συνθέτει την αφήγηση στο πεζογράφημα.
- Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη. Ο πρωτοπρόσωπος ομοδιηγητικός αφηγητής εναλλάσσει το α΄ ενικό με το α΄ πληθυντικό πρόσωπο. Στην πρώτη περίπτωση ο αφηγητής εκφράζει πιο πολύ προσωπικές θέσεις και απόψεις, στη δεύτερη περίπτωση εκφράζεται ως μέλος του συλλογικού εμείς. Ωστόσο υπάρχουν και παράγραφοι (σκηνή της χαράδρας και σκηνή του βομβαρδισμού) όπου ο αφηγητής μοιάζει να αποσύρεται και η αφήγηση δίνει την εντύπωση ότι μετατρέπεται σε τριτοπρόσωπη.
- Η αφήγηση ακολουθεί γραμμική εξέλιξη και ο συνολικός μύθος είναι οργανωμένος σε πέντε αφηγηματικά στιγμιότυπα με τον ακόλουθο τρόπο:
1η αφηγηματική σκηνή: Οι δύο πρώτες παράγραφοι εκφράζουν τις σκέψεις του αφηγητή για την άδικη και αδικαιολόγητη συμμετοχή των ζώων στον πόλεμο.
2η αφηγηματική σκηνή : Η τρίτη παράγραφος αναφέρεται στην ταλαιπωρία των ζώων κατά τη μεταφορά τους στο μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων. Το κυρίαρχο περιγραφικό στοιχείο εδώ είναι η απεικόνιση του φόβου μέσα στα έξαλλα μάτια των ζώων.
3η αφηγηματική σκηνή : Η τέταρτη παράγραφος του αποσπάσματος αποτελεί ένα είδος αγηγηματικής και λυρικής ανάπαυλας, όπου τα ταλαιπωρημένα από το πολυήμερο ταξίδι ζώα στρατοπέδευσαν και ξεκουράστηκαν.
4η αφηγηματική σκηνή : Είναι η κορυφαία σκηνή του αποσπάσματος που εκτείνεται σε τρεις σύντομες διαδοχικές παραγράφους και αναφέρεται, δίνοντας περιγραφικές λεπτομέρειες ωμού ρεαλισμού, στην εξόντωση των ζώων από τα εχθρικά αεροπλάνα.
5η αφηγηματική σκηνή : Η επιλογική σκηνή απεινονίζει μια ιλαροτραγική εικόνα, μέσα από την οποία καταφαίνεται σε ποιες καταστάσεις οδηγεί τον άνθρωπο ο παραλογισμός του πολέμου.
Ερμηνευτικά σχόλια
· Τα πέντε επιμέρους θέματα (οι σκέψεις του αφηγητή, η απάνθρωπη ταλαιπωρία των ζώων, η λυρική ερωτική ανάπαυλα, ο φρικτός θάνατος των ζώων, η ιλαροτραγική σκηνή του τέλους), που αναπτύσσονται διαδοχικά στο απόσπασμα, παρουσιάζουν έναν ιδιαίτερα προσεγμένο λογικό ειρμό και μια φυσική ροή και διασύνδεση.
· Στο κέντρο της αφηγηματικής ενότητας βρίσκεται η ειδυλλιακή σκηνή με τα ζώα, που ξεκουράζονται στη χαράδρα. Είναι η πιο ποιητική και λυρική σκηνή. Παραπέμπει άμεσα στην ομόλογη σκηνή από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού που τιτλοφορείται Πειρασμός . Αυτή η λυρική σκηνή συγκρινόμενη με την αμέσως προηγούμενη και επόμενη λειτουργεί μέσα στο κείμενο αντιθετικά.
· Στην καταληκτική σκηνή της ενότητας τρία στοιχεία (ο πανικός του στρατιώτη, το συρόμενο κομμένο κεφάλι του ζώου και τα γιουχαΐσματα των στρατιωτών) συνθέτουν μια ενιαία εικόνα μέσα από την οποία αναδίδεται τραγελαφικά-κωμικοτραγικά η φρίκη του πολέμου. Λεπτομέρεια με τη μεγαλύτερη ένταση: εκείνη που δείχνει το ζώο να κρατάει στα κλειδωμένα δόντια του μια τούφα κίτρινες μαργαρίτες ματωμένες (σκηνή περιγραφικού ρεαλισμού).
· Σε ολόκληρη τη σκηνή δεν υπάρχει πουθενά αντιπολεμική ρητορεία. Η καταδίκη του πολέμου λειτουργεί έμμεσα και πλάγια: όταν δείχνει κανείς τη φρίκη και την τραγωδία ενός πράγματος, ταυτόχρονα το καταδικάζει.
· Ο Μυριβήλης προβάλλοντας το θέμα της άδικης σφαγής των ζώων, δε θέλησε να εκφράσει τα φιλοζωικά του αισθήματα, αλλά να δείξει ότι ο πόλεμος δεν έχει λογική: περιέχει τη φρίκη του θανάτου, τον τρόμο και τον πανικό και καταργεί την ομορφιά της ζωής.
· Ο Μυριβήλης είναι δεινός χειριστής της γλώσσας. Αναδεικνύεται σε όλα του τα έργα κορυφαίος σε περιγραφική, λυρική και ποιητική αφηγηματική ικανότητα.
Βιβλιογραφία:
- Νικήτας Παρίσης, Η ερμηνεία των αφηγηματικών κειμένων, Μεταίχμιο, 2006
- Άνθρωποι και ζώα στη νεοελληνική πεζογραφία, ανθο λόγηση – επιμέλεια Δημήτρης Παπακώστας, Ωκεανίδα 1994.

- Βίττι Μάριο , Η γενιά του ’30, Ερμής 1982, σ. 258-267.

- Διαβάζ ω, τχ. 309, 1993 (αφιέρωμα).
- Νέα Εστία, τχ. 1725, 2000.
- Καρβέλης Τάκης, «Στράτης Μυριβήλης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία, τόμ. 6, Σο κόλης 1993, σ. 96-186.

- Καραντώνης Ανδρέας, Πεζογρ άφοι και πεζογραφήματα της γενιά ς του ’30, Παπαδήμας 1977, σ. 13-53.

- Σαχίνης Απόστο λο ς, Η σύγχρονη πεζογραφία μας, Γαλαξίας 1971, σ. 138-144.


Παράλληλα κείμενα
Ερωτήσεις
1) Σε ποια σημεία και σε ποια έργα τονίζονται περισσότερο τα αντιπολεμικά αισθήματα;
2) Σε ποια έργα παρατηρούμε τη «συνομιλία» των δημιουργών;
3) Εντοπίστε τις θετικές και αρνητικές σχέσεις των ανθρώπων με τα ζώα μέσα από το υλικό που παρουσιάστηκε.

Μαρία Πολυδούρη, Μόνο γιατί μ΄ αγάπησες

Η Μαρία Πολυδούρη, η ποιήτρια που δεν ευτύχη­σε να μεγαλώσει, μένοντας πάντα νέα,σύμβολο του έρωτα δίχως όρια, πρόλαβε στον σύντομο βίο της να δημοσιεύσει δυο ποιητικές συλλο­γές: « Οι τρίλλιες που σβήνουν» το 1928 κι έναν χρόνο αργότερα την «Ηχώ στο χάος». Η εποχή του Μεσοπολέμου στη χώρα μας υπήρξε μια εν­διαφέρουσα περίοδος με σημαντικά εθνικά και κοινωνικά γεγονότα και ανακατατάξεις (Μικρασι­ατική Καταστροφή, οικονομικό κραχ) και με την εμφάνιση και εξάπλωση πολιτικών κινημάτων. Μέσα σ’ έναν κόσμο όπου όλα έμεναν ανοιχτά και όλα ήταν υπό διαμόρφωση, η τότε λογοτεχνική γενιά του1920 (νεορομαντική σχολή) καλλιέργησε ένα πνεύμα απαισιοδοξίας που έβρισκε διέξοδο στη μελαγχολική διάθεση, στην αβεβαιότητα. Έτσι, το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής κυριαρχούν , ενώ η θρηνητική διάθεση έλαβε διαστάσεις ιδανικού. Μέσα σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο – περιβάλλον αναπτύχτηκαν αντίστοιχα λογοτεχνικά ιδανικά φυγής, απώλειας και απαξίωσης του κοινοτικού πνεύματος. Η πε­ρίπτωση της Πολυδούρη στην ποίηση της εποχής της χαρακτηρίζεται από έναν μελαγχολικό ρομα­ντισμό που η νεότητα τού προσδίδει διαστάσεις απελπισίας. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της.Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό,με εμφανείς επιδράσεις από τον έρωτα της ζωής της, Κώστα Καρυωτάκη, αλλά και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Η κλίση της στην ποίηση λειτουργού­σε λυτρωτικά, πράγμα που δεν της περιόριζε τον ασυγκράτητο λυρισμό και την ανάγκη της έκφρα­σης, με αποτέλεσμα το έργο της να υπολείπεται σε λεπτές αποχρώσεις και κείνες τις απαραίτητες λεπτομέρειες που λειτουργούν υπερβατικά προς χάριν της αίσθησης και όχι της κραυγής. Ο Κώστας Στεργιόπουλος έχει πεί για την Πολυδούρη: «Η Μαρία Πολυδούρη έγραφε τα ποιήματά της όπως και το ατομικό της ημερολόγιο. Η μεταστοιχείωση γινόταν αυτόματα και πηγαία (…), γι΄ αυτήν η έκφραση εσήμαινε κατ΄ευθείαν μεταγραφή των γεγονότων του εσωτερικού της κόσμου στην ποιητική γλώσσα με όλες τις γενικεύσεις και τις υπερβολές που της υπαγόρευε η ρομαντική της φύση ….».

Προτεινόμενες ηλεκτρονικές διευθύνσεις

«Μόνο γιατί με αγάπησες» (ανοιχτή ερωτική επιστολή προς τον χαμένο εραστή)

Το ποίημα ανήκει στην ποιητική συλλογή Οι τρίλιες που σβήνουν. Δημοσιεύτηκε το 1928, όταν η ποιήτρια νοσηλευόταν με φυματίωση στο νοσοκομείο Σωτηρία. Αποτελεί μια έμμεση ερωτική εξομολόγηση προς ένα πρόσωπο που δεν βρίσκεται στη ζωή, πιθανότατα τον ποιητή Κ. Καρυωτάκη, ο οποίος είχε αυτοκτονήσει λίγους μήνες πριν την έκδοση της συλλογής. Το ποίημα εμφανίζει έντονο βιωματικό χαρακτήρα και εντάσσεται στις λυρικές ελεγείες, λόγω του συγκρατημένου και παραπονεμένου τρόπου έκφρασης, ο οποίος είναι διαποτισμένος από την επίγνωση του επερχόμενου θανάτου και από την αίσθηση της ανικανοποίητης αγάπης.Έχει χαρακτηριστεί ως ύμνος στον έρωτα, αφού η Πολυδούρη μέσα απ” αυτό ομολογεί την καταλυτική δύναμη του έρωτα στη ζωή της και εκφράζει την ευγνωμοσύνη της προς τον χαμένο εραστή της, γιατί έδωσε νόημα στη ζωή της με την αγάπη του.
Για την ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος «Μόνο γιατί με αγάπησες» δείτε τις διευθύνσεις:
Βιβλιογραφία:

- Ζωγράφου Λιλή, Κώστας Καρυωτά κης – Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, Αλεξάνδρεια 1996.

- Στεργιόπο υλο ς Κώστας, «Η μεσο π ολεμική περιπάθεια της Πο λυδ ούρη», Περιδιαβάζο ντας, τόμ. 1, Κέδρο ς 1982, σ. 160-166.


Ποιά από τις επόμενες μελοποιήσεις σας αρέσει περισσότερο;





Η μελαγχολία του Κώστα Καρυωτάκη («Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα», «Το βράδυ»)

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1896 στην Τρίπολη. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε σε πολλές πόλεις εξαιτίας του επαγγέλματος του πατέρα του που ήταν νομομηχανικός. Τελείωσε το γυμνάσιο στα Χανιά (1913) και κατόπιν σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.Στην εφηβική του ηλικία εκδηλώνεται η λογοτεχνική του κλίση επηρεαζόμενος και από τη μητέρα του Αικατερίνη που σύμφωνα με μαρτυρίες συνήθιζε ν” αφήνει έμμετρα μηνύματα στο σπίτι. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ο Καρυωτάκης κερδίζει εύφημη μνεία σ” ένα διαγωνισμό διηγήματος ενώ παράλληλα γράφει και δημοσιεύει τους πρώτους του στίχους.Διορίσθηκε δημόσιος υπάλληλος στη νομαρχία Θεσσαλονίκης (1920) κι έπειτα από κάμποσες μεταθέσεις καταλήγει στην Πρέβεζα (1928) όπου και θ” αυτοκτονήσει στις 21 Ιουλίου χτυπώντας την καρδιά του με περίστροφο.Το ποιητικό έργο του Καρυωτάκη περιλαμβάνεται σε τρεις ποιητικές συλλογές: «0 πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων (1919), τα «Nηπενθή» (1921) και τα «Ελεγεία και σάτιρες» (1927). Ένας τόνος απαισιοδοξίας και λύπης διαπνέει ολόκληρο το έργο του. Προσπαθεί με την ποίηση ν” αντιπαρατεθεί στειρότητα της ζωής και στην ουσία αρνείται την κοινωνία και το συμβατικό χαρακτήρα της.Δεν είναι απαισιόδοξος με τη ζωή επιδιώκοντας ν” απαλλαγεί μια ώρα αρχύτερα απ” αυτή αλλά τον λυπεί η συμβατική ζωή. Νιώθει ψυχικά αποστεωμένος και αδύναμος να αισθανθεί κάποια ανθρώπινη χαρά στα μάτια του έχουν απομυθοποιηθεί τα ιδανικά της ζωής και κυριαρχεί ο εφήμερος χαρακτήρας της.Ο ίδιος είναι θετικός προς τη ζωή αλλά δεν του είναι αρκετές οι λίγες χαρές που προσφέρει αυτή. Είναι εξαιρετικά ευαίσθητος και υποβάλλει όσα βλέπει, ακούει ή διαβάζει σε μια λεπτομερή ανάλυση. Η μελαγχολία του Kαρυωτάκη πηγάζει από το γεγονός ότι δεν πιστεύει, από ένα σημείο και μετά, σε τίποτα.«Ο Καρυωτάκης ειρωνεύεται και σαρκάζει τη ζωή και γράφει για ό,τι ξυπνά την οργή, τον οίκτο του και την αηδία του», όπως σημειώνει στην κριτική του ο Κλέων Παράσχος. Και συνεχίζει: «Η σάτιρα του Kαρυωτάκη είναι, πάντα σχεδόν, λυρική. Κρύβει μέσα της ένα πικρό χιούμορ και πηγάζει όχι από διάθεση εκδίκησης αλλά από τον προσωπικό του πόνο. Κάτω από την ειρωνεία διαφαίνεται, πάντα έτοιμος να ξεσπάσει ο λυγμός.» Δεν είναι όμως μόνο ο «κλαυσίγελως» που κάνει τόσο μοντέρνο τον ποιητή. Η όλη του εν γένει αίσθησις είναι εντελώς μοντέρνα, όπως επίσης και ο τρόπος που συλλαμβάνει τα θέματά του και τ” αναπτύσσει. Είναι πυκνός, ελλειπτικός, κάποτε, και σχεδόν πάντοτε λυρικός.Ο πόνος και η μελαγχολία γίνονται τρόπος ζωής για τον Καρυωτάκη.Ο Κώστας Καρυωτάκης στις 21 Ιουλίου 1928 και μερικές ώρες πριν το θάνατό του, γράφει το τελευταίο σημείωμά του όπου συνοψίζεται το νόημα και η ιδέα της ποίησή του:»Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο ελάττωμά μου στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες φορές να μπορώ να τις αισθανθώ…Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους και θεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία…Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος τώρα για έναν ατιμωτικό θάνατο…»

Προτεινόμενες ηλεκτρονικές διευθύνσεις για τον Κώστα Καρυωτάκη:










Εξωτερική μορφή

Το ποίημα είναι κατανεμημένο σε 3 τετράστιχες στροφές-ενότητες.

Η πρώτη αποτελείται από 12 στίχους. Η δεύτερη από 6 στίχους.

Γνωρίσματα παραδοσιακής ποίησης.

· ιαμβικό μέτρο (υ-)

· Άτακτη ομοικαταληξία

· Ποιητικός ρυθμός

Γνωρίσματα νεοτερικής ποίησης

· Η κατάργηση της κλασικής τετράστιχης στροφής

· Οι συχνοί διασκελισμοί

· Η εκφραστική τόλμη

· Η νοηματική ρευστότητα

Ερμηνεία

α΄στροφή

Ο ποιητής ταυτίζεται με το ποιητικό υποκείμενο (είδα) και εκφράζει αυτό που αισθάνεται,καθώς ζει και βιώνει την ατμόσφαιρα από ένα όμορφο βράδυ (το βράδυ αυτό).

Ποιητικό θέμα: Πώς βιώνει και τι αισθάνεται ο ποιητής την ώρα που τυλίγεται από την διάχυτη στην ατμόσφαιρα ερωτική διάθεση, που αφήνει ολόγυρα ένα κάποιο βράδυ της ζωής του.

Πώς βιώνει οποιητής αυτό το βράδυ της ζωής του;

- Αυτό το βράδυ το είδε και το ένιωσε ως άρωμα (παρομοίωση) διάχυτη η ερωτική προδιάθεση στην ατμόσφαιρα.(συναισθησία)
Συναισθησία έχουμε όταν με ένα μόνο ερέθισμα (π.χ. οπτικό) λειτουργούν ταυτόχρονα και άλλες αισθήσεις (π.χ.όσφρηση).

- Ένιωσε στους δρόμους μια διάχυτη λεπτότατη ευωδιά.

- Ένιωσε μια αιφνίδια καλοσύνη να πλημμυρίζει την καρδιά.

- Την ώρα που οδοιπορούσε με το παλτό στο χέρι και στα μάτια τη σελήνη αισθάνθηκε τη βραδινή ατμόσφαιρα σαν να διέχεε έναν έντονο ερωτισμό.

Οι δύο τελευταίοι στίχοι δηλώνουν μια στάση και θέση απαξίωσης της ποίησης και επομένως υπερτίμησης της ζωής.

Στοιχεία εκφραστικής τόλμης και πρωτοτυπίας:

- σαν δέσμη από τριαντάφυλλα

είδα το βράδυ αυτό

- χρυσή ευωδιά

- στ΄ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη

- ηλεκτρισμένη από φιλήματα

θα΄ λεγες την ατμόσφαιρα

β΄ στροφή

Ποιές είναι οι δύο λέξεις (ασύμβατες μέσα στην λογική οικονομία του ποιήματος) που μαςκάνουν να υποθέτουμε ότι ανάμεσα στις δύο στροφές μεσολαβεί ένα κάποιο χρονικόδιάστημα; παλτό , καλοκαίρι.

Έτσι υποδηλώνεται ένα διάστημα χρόνου που μεσολαβεί με βάση και κριτήριο την αλλαγή των εποχών.

Ο ποιητής έζησε πρώτα ως μια σύντομη παρένθεση το άρωμα, την ομορφιά, το φεγγαρόφωτο καιτην ερωτική αίσθηση που βίωσε ένα ωραίο βράδυ.

Με τη ροή όμως του χρόνου το όμορφο βράδυ ξεχάστηκε και ο ποιητής επανήλθε ψυχολογικά στην πρωτύτερη κατάσταση (σπασμένα φτερά, δεν ξέρω καν γιατί …………, για ποιάν ανέλπιστη χαρά, για ποιές αγάπες, για ποιό ταξίδι… )

Έτσι η πρώτη στροφή δηλώνει μια θέση(την ωραία αίσθηση από ένα όμορφοβράδυ ),

ενώ η δεύτερη στροφή σε μεταγενέστερο χρόνο μας βεβαιώνει για την οριστική άρση, για το οριστικό σβήσιμο αυτής της ωραίας αίσθησης.

Κώστας Καρυωτάκης, «Βράδυ»

Το ποίημα ακολουθεί το πνεύμα του συμβολισμού

- Φροντίδα για τη γλωσσική μορφή

- Ανάδειξη της μουσικότητας

- Δεν εκφράζει νοήματα και ιδέες

- Αλλά συναισθηματικές, μελαγχολικές κυρίως καταστάσεις

Εξωτερική μορφή

Το ποίημα είναι μοιρασμένο σε 3 τετράστιχες στροφές

Ο πρώτος και ο τρίτος στίχος κάθε στροφής είναι 14σύλλαβος παροξύτονος (τόνος στην προτελευταία συλλαβή του στίχου). Ο δεύτερος και ο τέταρτος είναι 7σύλλαβος παροξύτονος. Η ομοιοκαταληξία των στίχων είναι πλεχτή.

Ο ποιητής ταυτίζεται με το ποιητικό υποκείμενο (αδειανή κάμαρά μου, τα χαμένα όνειρά μου,στη ζωή μου όλη).

Σχεδόν όλα τα ρήματα (παίζουν, ψιθυρίζει, μένει, ανασαίνουν, σβήνουν, πέφτει) είναι σε χρόνο ενεστώτα, για να προβάλλεται η ποιητική πράξη ζωντανά ως ποιητικό παρόν.

Ερμηνεία

Το ποίημα αποτυπώνει περιγραφικά με διαδοχικές ποιητικές εικόνες την ώρα που σβήνει σβήνει σταδιακά το ανοιξιάτικο δειλινό και πέφτει το βράδυ πάνω στην πόλη.

Αυτό είναιτο εξωτερικό ποιητικό θέμα . Απομένει να δούμε τι βαθύτερο κρύβεται από αυτή τη λυρική και υποβλητική περιγραφή.

Οι διαδοχικές εικόνες που παρατάσσονται ως συνεχής ροή είναι :

- Τα παιδάκια που παίζουν (ως μακρινός ήχος)

- Το αεράκι που ψιθυρίζει λόγια μέσα απ΄τα χείλητων ρόδων (ως ήχος + άρωμα = συναισθησία)

- Τα ανοιχτά παράθυρα που ανασαίνουν την ώρα (προσωποποίηση + μεταφορά)

- Ο ήχος ενός τραίνου που θα έρχεται από μιαν άγνωστη μακρινή χώρα (ήχος)

- Ο ήχος απ΄ τις καμπάνες που λίγο λίγο σβήνει (ήχος)

- Το βράδυ, το σκοτάδι που πέφτει και σκεπάζει τηνπόλη, τους ανθρώπους, και σβήνει τον καθρέφτη του ουρανού.

Όλες αυτέςοι εικόνες περιβάλλουν τον ποιητή και διαπλέκονται με όσα προσδιορίζουν την ψυχική του διάθεση.

(άδεια κάμαρα = άδεια, κενή, ανούσια ζωή,   τα χαμένα όνειρα =  όνειρα που ματαιώθηκαν, ολόκληρη τη ζωή =  ζωή βυθισμένη στο σκοτάδι). Τα πράγματα  γίνονται σύμβολα για να  απεικονίσουν αυτό που είναι ο ποιητής ως εσωτερική κατάσταση και διάθεση.

Οι διαδοχικές εικόνες δενπροβάλλονται από φυσιολατρική διάθεση, αλλά για να εκφραστούν τα προσωπικά  συναισθήματα του ποιητή. Αυτή ακριβώς η έκφραση της ψυχικής διάθεσης του ποιητή αποτελεί και το βαθύτερο, εσωτερικό ποιητικό θέμα.

Βιβλιογραφία:

- Νικήτας Παρίσης, Η ερμηνεία των ποιητικών κειμένων, Μεταίχμιο, 2005

- Άγρας Τέλλο ς, «Ο Καρυωτάκης και ο ι “Σάτιρες”, Κριτικά , τόμ. 2, Ερμής 1981.

- Αντί, τχ. 623, 1996 (αφιέρωμα).

- Δάλλας Γιάννης, Πλά γιος λόγος, Καστανιώτης 1989, σ. 83-125.

- Δάλκο υ Γεωργία, Κωνσταντίνος Γεωργίου Καρυωτά κης, Καστανιώτης 1986.

- Διαβάζ ω, τχ. 157, 1986.

- Η λέξη, τχ. 79-80, 1988.

- Καρυωτά κης και καρυωτακισμός, επιστημο νικό συμπόσιο , Εταιρεία Σπ ουδών 1998.

- Ντ ουνιά Χριστίνα, Κ.Γ. Καρυωτ άκης. Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης, Καστανιώτης 2000.

- Παπάζο γλο υ Χρήστο ς, Παρατονισμένη μουσική. Μελέτη για τον Καρυωτά κη, Κέδρο ς 1988.

- Πατρίκιο ς Τίτο ς, «Κώστας Καρυωτάκης» στον τόμο Σά τιρα και πολιτική στη νεότερη Ελλά δα, Εταιρεία Σπο υδών 1979.

- Στεργιόπο υλο ς Κώστας, οι επιδρά σεις στο έργο του Καρυωτά κη, Σο κόλης 1972.



Ο Καρυωτάκης μελοποιήθηκε από πολλούς σύγχρονους καλλιτέχνες:









Ναπολέων Λαπαθιώτης, Nυχτερινό

Μονάκριβο βλαστάρι του Λεωνίδα, στρατιωτικού και για κάποιο διάστημα, Υπουργού Στρατιωτικών, και της Βασιλικής Παπαδοπούλου . Γεννήθηκε στις 31 Οκτώβρη 1888, στην Αθήνα . Από μικρός έλαβε τη καλύτερη μόρφωση, πιάνο, γαλλικά κι από μικρός επίσης, έδειξε κλίση στα καλλιτεχνικά (μουσική, θέατρο και γράψιμο), κάτι σα παιδί-θαύμα. Βέβαια το 1905 γράφτηκε στη Νομική, ενώ δε σταματά να γράφει ποιήματα, πεζά αλλά και κάποιες απόπειρες θεατρικών. Μαθήτευσε κοντά στον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο (1906) κι έπειτα γνωρίστηκε κι ανέπτυξε μακρόχρονη φιλία, με τον Άγγελο Σικελιανό (1908).
Το 1910 και το 1914, προκάλεσε, τη πρώτη φορά γράφοντας ποίημα με τη… τολμηρή για την εποχή, φράση: «…κι έπινα μες απ” τα χείλη σου» και τη δεύτερη, δημοσιεύοντας ένα «Μανιφέστο» για τους στενόμυαλους της τέχνης. Το 1916 συντάσσεται με το βενιζελικό πατέρα στο κίνημα και κατατάσσεται ως ανθυπολοχαγός-διερμηνέας. Πηγαίνει και στην Αίγυπτο, όπου συναντά τον Κωνσταντίνο Καβάφη, συνεχίζει τη νυχτερινή του δραστηριότητα -που του “χεν επιφέρει το παρατσούκλι «Νυχτερίδα«.

Το 1918 επιστρέφει στην Αθήνα, ως διερμήνεας πάντα του στρατού κι οργανώνει καλύτερα τη νυχτερινή του ζωή. Παράλληλα γράφει σ” ένα σωρό περιοδικά. Ωστόσο η περίοδος παρακμής του αρχίζει από το 1937, με το θάνατο της μητέρας του που την υπεραγαπούσε, σε συνδυασμό με την οικονομική εξαθλίωση, μετέπειτα, του πολέμου και της κατοχής και την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά, σκορπίζουνε στους ανέμους, τα περιουσιακά του στοιχεία, μαζί κι αυτή τη μεγάλη αγαπημένη του βιβλιοθήκη. Τελικό χτύπημα είναι κι ο θάνατος του πατέρα του, το 1941 και τελικά, αφού κάνει μιαν αποτυχημένη απόπειρα, δίνει τέλος στη ζωή του στις 8 Γενάρη 1944 σ” ηλικία μόλις 56 ετών.
Έτσι άδοξα έφυγεν ο «Δανδής«. Νεορομαντικός κι εφάμιλλος των Ρώμου Φιλύρα, Κώστα Ουράνη,Κώστα Καρυωτάκη, Τέλλου “Αγρα (1899-1944) .Υπήρξεν όμορφος σικάτος, πάντα κομψός, καλοντυμένος και κυρίως τρυφερός και γλυκύτατος άνθρωπος!


(πηγή: http://www.peri-grafis.com)

Ο «παρακμίας» (decadent) και «καταραμένος» (maudit) περιπλανώμενος (flaneur) ποιητής, όπως έχει καταγραφεί πολλαπλώς στη φιλολογία, μπορεί να μην έγινε δημοφιλής, όπως ήταν τα πρώτα 30-35 χρόνια του 20ου αιώνα – “πρίγκιπα των ποιητών” τον αποκαλούσαν, ωστόσο κατόρθωσε να γίνει οικείος και πολύ αγαπητός στις νεότερες γενιές αναγνωστών – η απήχησή του είναι μεγάλη.

σκίτσα του ποιητή

Έγινε συμπαθής, όχι υπό την τετριμμένη έννοια της λέξης: απλώς αρεστός – με λίγα λόγια, σχεδόν αδιάφορος,  αλλά με τη βαθύτερη ετυμολογική σημασία της: ως συμπάσχων. Τούτο δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι ο Λαπαθιώτης εκφράζει, με τον πιο απλό και βαθύ τρόπο, τις μύχιες συγκινήσεις, υπαρξιακές αγωνίες και ανησυχίες του ανθρώπου. Συμπαθής, οικείος, αγαπητός, όχι μονάχα ως ποιητής (μιας και το πεζογραφικό και δοκιμιακό έργο του δεν είναι και τόσο γνωστό), αλλά και ως πηγή έμπνευσης για διάφορες μορφές τέχνης και καλλιτέχνες.

(Για περισσότερα: http://www.poiein.gr)


«Νυχτερινό»
Τα ποιητικά κείμενα που ακολουθούν τη συμβολιστική τεχνοτροπία διακρίνονται πάντα από μια ιδιαίτερη φροντίδα για τη μορφή. Μέσα από αυτή τη φροντίδα επιδιώκεται να αναδειχτούν τα μουσικά στοιχεία της γλώσσας.


Εξωτερικά μορφολογικά χαρακτηριστικά


• Πώς είναι κατανεμημένοι οι στίχοι; 8 στίχοι σε 4 δίστιχες στροφές.


• Κάθε στροφή παρουσιάζει ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία.

Παράλληλα όμως όλες οι στροφές συνολικά έχουν τον ίδιο ηχητικά τύπο ομοιοκαταληξίας .
Όλο το ποίημα από αισθητική άποψη δημιουργεί μια ηχητική μουσική μονοτονία που ενισχύει και αναδεικνύει τη γενικότερη μονότονη ποιητική ατμόσφαιρα.


• Ο δεύτερος στίχος κάθε στροφής αφού προηγηθεί στίξη με κόμμα ή τελεία και μεσολαβήσει παύλα ολοκληρώνεται με τον ίδιο ακριβώς δίλεξο φραστικό τρόπο (τίποτ΄ άλλο)
Το χαρακτηριστικό αυτό που λειτουργεί ως μονότονη επαναλαμβανόμενη επωδός ενισχύει τον μουσικό μονόχορδο χαρακτήρα και τον μονόηχο τόνο του ποιήματος.


• Η μικρή παύλα που μεσολαβεί προκαλεί ξαφνική ανακοπή στη ροή του λόγου, λειτουργεί ως ποιητική – μουσική παύση , που στη συνέχεια προβάλλει με ένταση τη φράση «τίποτ΄ άλλο».


• Όλοι οι στίχοι είναι ιαμβικοί ( υ_ ίαμβος, _ υ τροχαίος , υ_υ ανάπαιστος )
11σύλλαβοι παροξύτονοι (τονισμός στην προτελευταία συλλαβή κάθε στίχου)


Ερμηνεία


α. ο τίτλος
Προϊδεάζει έντονα για αυτό που θα ακολουθήσει : ποίημα χαμηλόφωνης λυρικής μουσική υποβλητικότητας (βασικό χαρακτηριστικό των συμβολιστικών ποιημάτων).


β. το ποιητικό θέμα


- Το ποίημα έχει μια σκόπιμη λυρική υπαινικτικότητα.


- Επιμένει στη προβολή περιγραφικών λυρικών στοιχείων και συναισθηματικών καταστάσεων.


- Το θέμα είναι μια στιγμή νυχτερινού αποχαιρετισμού 2 προσώπων. Το ένα πρόσωπο απομένει στην προκυμαία. Και το άλλο πρόσωπο φεύγει με το βαπόρι που χάνεται.


γ. τα επιμέρους στοιχεία της λυρικής νυχτερινής εικόνας


Κάθε δίστιχη στροφή παρουσιάζει νοηματική αυτονομία και προβάλλει ένα μόνο στοιχείο από αυτά που όλα μαζί συνθέτουν τη νυχτερινή εικόνα και ατμόσφαιρα.


- Η 1η στροφή προβάλλει το φεγγάρι
στοιχείο ρομαντικό, λυρικό (συναισθήματα: αγάπη, μελαγχολία, θλίψη).


- Η 2η στροφή προβάλλει τη φωνή που χάνεται.


- Η 3η στροφή προβάλλει το βαπόρι που απομακρύνεται. Ο αποχαιρετισμός είναι πια συντελεσμένος.


- Στην 4η στροφή προβάλλεται πρωτοπρόσωπα ο ποιητής (στα βάθη του μυαλού μου) , που απόμεινε μόνος και πάσχει.


Συνολικά 4 στοιχεία : φεγγάρι, φωνή, βαπόρι, παράπονο.


*Το ποίημα δεν περιέχει κανέναν προβληματισμό. Είναι ποίημα ατμόσφαιρας, υποκειμενικό, λυρικό, χαμηλόφωνο. Δημιουργεί κλίμα μελαγχολικής διάθεσης, ανθρώπινου πόνου και μοναξιάς.

Συμβολισμός
Το ποιητικό κίνημα του συμβολισμού πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γαλλία και διαμόρφωσε μια νέα αντίληψη για την ποίηση που θα μπορούσε να συνοψιστεί στα παρακάτω.


I. Τα συμβολιστικά ποιήματα δεν προβάλλουν ιδέες, θέσεις, νοήματα. Προσφέρουν τη δυνατότητα συναισθηματικής ταύτισης.


II. Η μέριμνα του ποιητή δεν εντοπίζεται στο περιεχόμενο, αλλά στη μορφή.


III. Κυρίαρχα στοιχεία είναι : μουσικότητα, ήχος, ο τόνος της γλώσσας και των λέξεων. Αυτή η μουσική γλώσσα επιδιώκει να εκφράσει την ψυχική κυρίως διάθεση και τα συναισθήματά του (κυρίως μελαγχολικά) δημιουργώντας ποίηση ατμόσφαιρας.


IV. Τα πράγματα του κόσμου που περιβάλλουν τον ποιητή αποκτούν διαστάσεις συμβόλων και τελικά εκφράζουν το συναισθηματικό κόσμο του ποιητή.

Βιβλιογραφία:

- Νικήτας Παρίσης, Η ερμηνεία των ποιητικών κειμένων, Μεταίχμιο, 2005

- Διαβάζ ω, τχ. 95, 1984 (αφιέρωμα)

- Η λέξη, τχ. 33, 1944.

- Κόρφης Τάσο ς, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Πρόσπερ ος 1985.

- Λαπαθιώτης Ναπο λέων, Η ζωή μου. Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας, φιλ ολ ογική επιμέλεια Γ. Παπακώστας, Στιγμή 1986.

- Στεργιόπο υλο ς Κώστας, «Ναπο λέων Λαπαθιώτης», Η ελληνική ποίηση, τμ. 3,Σο κόλης 1980, σ. 264-275.

Πολλά ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη έχουν μελοποιηθεί, όπως και αυτό που έχει το σχολικό βιβλίο: