Νίκος Καββαδίας, Kuro Siwo

Η ζωή του ποιητή

Η σχέση του με τη θάλασσα ήταν ερωτική, γεμάτη πάθος … Κάθε φορά που βρισκόταν σε λιμάνι φρόντιζε να μην καθυστερήσει, επειδή φοβόταν μη χάσει το καράβι του και μείνει αμανάτι στη στεριά. Προσωποποιώντας την, ευχόταν συχνά να πεθάνει στην αγκαλιά της, επιθυμία που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Η εμφάνισή του κάθε άλλο παρά ποιητική ήταν. Κοντός, άσχημος, μ΄ ένα αυτί μεγαλύτερο από το άλλο, σχεδόν πάντα κάλυπτε το κεφάλι του μ΄ ένα ναυτικό σκούφο, ίσως από συνήθεια ή για να κρύψει τη φαλάκρα του! Το σκούρο πουλόβερ και το σκούρο παντελόνι που φορούσε συμπλήρωναν την εικόνα του, ενώ τα φλογερά και αεικίνητα μάτια του αποτελούσαν βασικό στοιχείο της γραφικής φιγούρας του.

Ο Ν. Καββαδίας ζωγραφισμένος από το Γιάννη Τσαρούχη στην έκδοση των "Μαραμπού" και "Πούσι" από τον Κέδρο 1973

Γεννήθηκε το 1910 σε μια πόλη της Μαντζουρίας κοντά στο Βλαδιβοστόκ. Ο πατέρας του ένας πολυμήχανος Κεφαλλονίτης που εμπορευόταν οινοπνευματώδη στην Άπω Ανατολή κατά τη διάρκεια του Ρωσοϊαπωνικού πολέμου το 1904, ήταν τροφοδότης των στρατευμάτων του τσάρου και η μάνα του προερχόταν από παλιό ναυτικό σόι της Κεφαλλονιάς. Στις αρχές του Α΄Παγκόσμιου Πολέμου η οικογένειά του επέστρεψε στην Ελλάδα και στη συνέχεια ο πατέρας του έφυγε για τη Ρωσία, όπου εξαιτίας της επανάστασης των μπολσεβίκων οι επιχειρήσεις του έπεσαν έξω, με αποτέλεσμα να γυρίσει πίσω κατεστραμμένος οικονομικά.

Όταν τελείωσε το Γυμνάσιο στον Πειραιά, έδωσε εξετάσεις στην Ιατρική την οποία όμως εγκατέλειψε, για να δουλέψει σε ναυτιλιακό γραφείο. Ξαφνικά καταλήφθηκε από μανία φυγής. Το 1929 μπαρκάρησε ως ναύτης στο φορτηγό Άγιος Νικόλαος – αργότερα πήρε το δίπλωμα του ασυρματιστή – αρχίζοντας έτσι μια ατέρμονη περιπλάνηση στους ωκεανούς, ωθούμενος πιθανώς από το αψύ αίμα της κεφαλλονίτικης ράτσας που έτρεχε στις φλέβες του.


Ο Καββαδίας πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1933 με το βιβλίο Μαραμπού, που έπεσε σαν πέτρα στα τεματωμένα νερά της ποίησης. Τα ποιήματά του εκτός από τη δροσιά του καινούργιου, γοήτευσαν αναγνώστες και κριτικούς με τους παράξενους και άγνωστους τόπους (Ακορά, Αλμπόρ, Μπατάβια, Σφαξ, Τοκοπίλα κ.ά.) και τις ακατάληπτες, δυσκολοπρόφερτες λέξεις (καραμοσάλι, καραντί, καρτίνι, καφάρ, παλλινώριο κ. ά.)

Το Μαραμπού που στολίζει το εξώφυλλο του ομώνυμου βιβλίου του – και του προσέδωσε το ίδιο παρατσούκλι – είναι πουλί του γένους των πελαργοειδών, με μήκος ενάμισι μέτρο, μακριές φτερούγες, μικρό κεφάλι, μεγάλο ράμφος, μικρή γλώσσα και ζει στα έλη και τα ποτάμια της τροπικής Αφρικής τρεφόμενο με μικρά ζώα. Χάρη στον Καββαδία, αυτό το παράξενο πουλί έγινε διάσημο στους Έλληνες αναγνώστες, όπως ακριβώς έγινε το άλπατρος στους Γάλλους όταν ο Μπωντλαίρ, ο οποίος επηρέασε πολύ τον ποιητή μας, έγραψε το αφιερωμένο σ΄ αυτό ποίημά του.


Ο Νίκος Καββαδίας εκτός από τη θάλασσα λάτρεψε και τη γυναίκα. Ο μύθος που περιβάλλει με την αχλύ του τα ταξίδια και τα λιμάνια δεν είναι εύκολο να διαλυθεί και οι γυναίκες (Γιουδήθ, Μαρία, Εύα, Νικόλ, Γκρέτα, Ελένη, Φάνυ, Σμαρώ, Πωλίν) – όσο και αν υπερτονίζεται η σκοτεινή πλευρά του χαρακτήρα τους – παρουσιάζονται ως θεές του έρωτα.

Τις άλλες φοβάμαι, τις τίμιες, αυτές που δεν πέφτουνε για λεφτά, αυτές που ξέρουν γράμματα, που τις παντρευόμαστε.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις γυναίκες τον είχε ωθήσει να κεντήσει στο μπράτσο του μια γοργόνα μπλε και κόκκινη για την οποία έλεγε πως δε θα τον προδώσει ποτέ, πως θα πεθάνει μαζί του.


Ο ποιητής πέθανε 65 χρονών. Μόλις είχε ξεμπαρκάρει από το «Ακουάριους». Αποχαιρετώντας τον ο ναυτεργάτης Χρήστος Παντελίδης είπε τα εξής λόγια πάνω από τον τάφο του: «Αγαπημένε μας σύντροφε, ποιητή … Καλό ταξίδι. Δεν κινούμε τα μαντήλια μας. Αυτά είναι για αταξίδευτους στεριανούς. Εμείς τα δικά μας τα πλέξαμε σαλαμάστρα και θα δέσουμε τις καινούργιες παντιέρες στα ξάρτια».


Πηγή: «Νίκος Καββαδίας – 20 χρόνια από το θάνατό του» του Φίλιππου Φιλίππου ( Αρθρο στο περιοδικό Ιστορία, τχ.320, έκδοση της Πάπυρος Πρες, Φεβρουάριος 1995, σς. 30-33).

Προτεινόμενες ιστοσελίδες:

-Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

-Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (Ιστοσελίδα αφιερωμένη στον Καββαδία)

-Αφιέρωμα του ηλεκτρονικού περιοδικού ως3 για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία.

-Γλωσσάρι θαλασσινό (Καββαδίας), από το ηλεκτρονικό περιοδικό ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ

-Σαν Σήμερα

-Αφιέρωμα στις Επτά ημέρες της Καθημερινής (28/2), σε επιμέλεια Κωστή Γιούργου.

-Αφιέρωμα στο περιοδικό Νέα Εστία (τχ. 1702).

-Αφιέρωμα στο έργο του ποιητή από το περιοδικό Η Λέξη τχ. 27 (Σεπτέμβριος 1983).

-Επίσης μία συνέντευξη του Δ. Νικορέτζου για τον Καββαδία στο ηλεκτρονικό περιοδικό Λέξημα

-Άρθρο του Φίλιππου Φιλίππου «Ο Νίκος Καββαδίας, ο άνθρωπος και ο πολίτης»

-http://nikoskabbadias.blogspot.com/

-Χάρτινος Ναύτης

-Ο μελοποιημένος Καββαδίας:  ΠΟΙΕΙΝ και Musicpaper

Ντοκιμαντέρ

-Εποχές και συγγραφείς, Νίκος Καββαδίας (ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ)

-Παρασκήνιο, Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας (ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ)

-Νίκος Καββαδίας αφιέρωμα-μηχανή του χρόνου (alpha).

Δείτε μια παρουσίαση για τη ζωή και το έργο του Ν. Καββαδία από τη σχολική βιβλιοθήκη του 5ου Γυμνασίου Σερρών


Kuro    Siwo

Η δύσκολη αλλά γοητευτική ζωή των ναυτικών αποτελεί το αυτοβιογραφικό υλικό των ποιημάτων του Νίκου Καββαδία. Στο “Kuro Siwo” τα στοιχεία αυτά διαπλέκονται  γύρω από μια μακρινή ερωτική μορφή , η μνήμη της οποίας συντροφεύει τις μοναχικές ώρες του ποιητή. Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή Πούσι ( 1947 )

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος*  για το Νότο
δύσκολες βάρδιες*, κακός ύπνος και μαλάρια*.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.


Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου ’πανε μιαν κούφια ώρα στην Αθήνα.


Στα νύχια μπαίνει το κατράμι* και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες στο μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας* είναι που στρέφει ή το καράβι;»


Νωρίς μπατάρισε ο καιρός* κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες*, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που’ χα με κούραση γυμνάσει*.

Η λαμαρίνα!* …η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το Kuro Siwo* σα μια ζώνη
κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ’ το τιμόνι,
πώς παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.


*ναύλος : μισθωμένο δρομολόγιο     *βάρδιες : υπηρεσίες που εκτελούνται με εναλλαγή των εργαζομένων       *μαλάρια: είδος μεσογειακού πυρετού             *κατράμι: πίσσα      *μπούσουλας: ναυτική πυξίδα        *μπατάρισε ο καιρός: άλλαξε ο καιρός   *σκατζάρω: αλλάζω βάρδια           *γυμνάζω : εκπαιδεύω     *λαμαρίνα: σίδερο    *Kuro Siwo:  θερμό ρεύμα του Βόρειου Ειρηνικού Ωκεανού   *καρτίνι: ναυτικός όρος, το τέταρτο του ρόμβου

το καράβι ΙΩΝΙΑ με το οποίο ταξίδευε ο Καββαδίας


Ερωτήσεις

-Υπογραμμίστε τους ναυτικούς όρους και προσέξτε την ερμηνεία τους στο κάτω μέρος. Τι πιστεύετε ότι κερδίζει το ποίημα με τη χρήση τόσων ναυτικών όρων;

-Τίνος τη φωνή ακούμε στο ποίημα και σε ποιον πιστεύετε ότι απευθύνεται; Λάβετε υπόψη σας ότι ο ποιητής υπήρξε ο ίδιος ναυτικός, ότι λάτρεψε τη θάλασσα και ότι πέρασε τη ζωή του ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο. Η ποίησή του αυτοβιογραφική είναι το απόσταγμα των εμπειριών του.

-Η ποίηση του Καββαδία είναι εξωτική. Το βλέπετε στο συγκεκριμένο ποίημα; Εντοπίστε τους στίχους.

-Συγκεντρώστε τους στίχους που περιγράφουν τη σκληρή ζωή των ναυτικών.(  Καθημερινές δυσκολίες και προβλήματα , οι δυσκολίες του ταξιδιού , η δύσκολη εργασιακή ρουτίνα και η σωματική φθορά ,οι δύσκολες καιρικές συνθήκες , ο ψυχικός βασανισμός από την κλειστή ζωή )

-Σε ποιους στίχους εκφράζεται έντονα ο καημός της νοσταλγίας για τα αγαπημένα πρόσωπα που αφήνουν πίσω τους οι ναυτικοί;

-Η αφόρητη μοναξιά είναι ένα θέμα που επανέρχεται σταθερά στην ποίηση του Καββαδία. Τι αντικαθιστά την ανθρώπινη παρουσία στο ποίημά μας;

-Τι νομίζετε ότι συμβολίζουν η λαμαρίνα (= το βαπόρι) και ο μπούσουλας στο ποίημα;

Ξυλογραφία του Δ. Γιαννουκάκη για το Πούσι έκδοση του 1947


Παράλληλο κείμενο: Πούσι

Έπεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δεις.

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυό του πόδια στις καδένες.
μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία, θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
είν” αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ” είδες,
έχω απ” τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ” απ” τις Εβρίδες.

Διαβάστε την ανάλυση του ποιήματος από τo φιλολογικό blog panosfilologos.blogspot.com

Ερώτηση

- Να συγκριθούν τα δύο ποιήματα του Νίκου Καββαδία ως προς α) τη γλώσσα, β) την εικονογραφία της σκληρής ζωής των ναυτικών, γ) τη νοσταλγία του αγαπημένου προσώπου.

Ξυλογραφία του Γ. Βακαλό για το Πούσι εκδ. 1947


Πηγές:

-Σελίδες Εκπαίδευσης

-Βασιλική Παπαστεργίου, Βιβλιοθήκη Εκπαιδευτικών Δραστηριοτήτων

Βιβλιογραφία:

- Αρχο ντάκης Γ., «Ν. Καββαδία: Πούσι», Προτά σεις διδασκαλίας φιλολογικών μαθημά των, Σμίλη 1986.

- Διαβάζω, τχ. 437, 2003 (αφιέρωμα).

- Επτά κείμενα για τον Νίκο Καββαδία, Πο λύτυπο 1982.

- Καλο κύρης Δημήτρης, «Εισαγωγή» στο Ν. Καββαδίας. Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελά νου, Ο ανθο λόγο ς Ερμής 1995, σ. 10-68.











Σχολιάστε