kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Αρχεία για 'ΡΩΣΙΑ' Κατηγορία

Μικρός ἤ Μεγάλος ῾Αγιασμός; του (+) Πρωτ. Μαρίνου Γεωργακοπούλου

Συγγραφέας: kantonopou στις 5th Ιανουαρίου 2014

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅπου ὑπάρχει πνευματική ὠφέλεια, ἐκεῖ πολλές φορές ἐπικρατεῖ συσκότιση καί κυκλοφοροῦν διαφορετικές ἐξηγήσεις καί ἀντιλήψεις οἱ ὁποῖες δυσκολεύουν τούς Χριστιανούς νά ἐπωφεληθοῦν ὅσο πρέπει καί ταιριάζει τίς ἁγιαστικές πράξεις τῆς ᾿Εκκλησίας μας.
Γι’ αὐτό θεωροῦμε σκόπιμο νά δοῦμε μέ συντομία τήν περίπτωση τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ, ὅπως μᾶς τήν
διασώζει ἡ γραπτή παράδοση τῆς ᾿Εκκλησίας μας.
Καί πρῶτα – πρῶτα· Τί εἶναι ὁ ῾Αγιασμός;
Γράφει ὁ καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν κ. Εὐάγγελος Θεοδώρου στό περιοδικό «᾿Εφημέριος» τοῦ ἔτους 1965, σελ. 10 κ.ἑ.· «῾Αγιασμός τῶν ὑδάτων εἶναι ἡ τελετουργική πρᾶξις, διά τῆς ὁποίας ὕδωρ καθαγιάζεται δι’ ὡρισμένων εὐχῶν καί ἐπικλήσεως τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ὡς καί διά σταυροειδοῦς εὐλογίας καί ἐμβαπτίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. ῾Η τελετή αὕτη λέγεται «῾Αγιασμός» ἀκριβῶς διότι διά τοῦ ηὐλογημένου ὕδατος καί «τῆς τούτου μεταλήψεώς τε και ραντισμοῦ» πιστεύομεν, ὅτι ἁγιαζόμεθα καί καθαριζόμεθα τῶν ἁμαρτιῶν. Διά τοῦτο «δεόμεθα τοῦ Θεοῦ», ὅπως τό ἀγιαζόμενον ὕδωρ γένηται ἰαματικόν ψυχῶν καί σωμάτων καί πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως ἀποτρεπτικόν.»
῾Η χρησιμοποίηση ἁγιασμένου νεροῦ συναντᾶται σέ πολύ παλαιούς χρόνους τῆς ζωῆς τῶν χριστιανῶν.
᾿Από ἀρχαίους ἐκκλησιαστικούς ἱστορικούς, ὅπως εἶναι ὁ ᾿Επιφάνιος, ὁ Θεοδώρητος κ.ἄ., ἀναφέρονται θαύματα πού ἔγιναν μέ τό ραντισμό ἁγιασμένου νεροῦ, πού ἁγιάστηκε μόνο μέ τή σφράγιση διά τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς ἐπίκλησης τοῦ ῾Αγ. Πνεύματος.
῾Ο καθηγητής Παν. Τρεμπέλας, στόν Α´ τόμο τῆς Θρησκευτικῆς καί Χριστιανικῆς ᾿Εγκυκλοπαίδειας (᾿Αθῆναι 1936, σελ. 136) γράφει σχετικά· «῾Η χρῆσις ὕδατος ἐπί σκοποῦ ἰάσεως ἀσθενῶν ἤ καθαγιασμοῦ τόπων βεβηλωμένων διά τῆς ἐν αὐτοῖς ἀνεγέρσεως εἰδωλείων ἤ βωμῶν εἰδωλολατρικῶν, τοῦ ὁποίου ὅμως ὁ ἁγιασμός ἐγίνετο οὐχί δι’ ἰδιαιτέρας τινός ἀκολουθίας, ἀλλά μόνον διά τῆς ἁπλῆς σφραγίσεως αὐτοῦ διά τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ, ἀνάγεται εἰς χρόνους παλαιοτάτους».
῎Ετσι παρατηροῦμε ὅτι τό ἁγιασμένο νερό χρησιμοποιήθηκε ἀπό τήν ᾿Εκκλησία σέ πολύ παλαιούς χρόνους καί μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου διαμορφώθηκαν οἱ ἰδιαίτερες ἀκολουθίες πού ἔχουμε μέχρι σήμερα.
Οἱ ἀκολουθίες τῆς ᾿Εκκλησίας μας πού «καθαγιάζουν τά ὕδατα» εἶναι τρεῖς· Τό Βάπτισμα, ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός καί ὁ Μικρός.
Μαρτυρία γιά τό Μεγάλο ῾Αγιασμό μᾶς δίνει ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος πού σέ μιά ὁμιλία του, πού ἔκανε στό ἅγιο Βάπτισμα τοῦ Κυρίου, κάνει λόγο καί γιά τούς πιστούς τῆς ἐποχῆς του, πού εἶχαν τή συνήθεια νά κρατοῦν καί νά φυλάγουν τό Μεγάλο ῾Αγιασμό στά σπίτια τους. ῾Ο καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου κ. ᾿Ιωάννης Φουντούλης γράφει σχετικά στήν ὑπ’ ἀριθμ. 79 ἀπάντησή του στό βιβλίο του (᾿Απαντήσεις εἰς Λειτουργικάς ἀπορίας, σελ. 142-143)· «῾Ο ἱερός Χρυσόστομος στό λόγο του ὁμιλεῖ γιά τή συνήθεια τῶν πιστῶν νά ἀντλοῦν ἀπό τό ἁγιαζόμενο κατά τήν ἑορτή αὐτή νερό καί νά τό διατηροῦν στά σπίτια των καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ ἔτους καί ἐπί δύο καί τρία ἀκόμη ἔτη. ᾿Ασφαλῶς σκοπός τους ἦταν νά πίνουν ἀπό αὐτό ἤ νά χρίωνται καί νά ἁγιάζωνται ἄν κατά τή διάρκεια τοῦ ἔτους εὑρίσκοντο σέ ψυχική ἤ σέ σωματική ἀνάγκη».
῾Η ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ ἐκτός ἀπό τά εἰρηνικά της, πού περιέχουν σχετικές αἰτήσεις μέ τή θεραπεία τῶν ψυχικῶν καί τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν τῶν πιστῶν ὅπως εἶναι· «῾Υπέρ τοῦ γενέσθαι τό ὕδωρ τοῦτο… εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος… καί ὑπέρ τοῦ γενέσθαι αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων…», ἀναφέρεται καί στή διατήρησή του ὡς ἰατρεῖον παθῶν· «Αὐτός, οὖν, φιλάνθρωπε βασιλεῦ, πάρεσο καί νῦν διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου σου Πνεύματος, καί ἁγίασον τό ὕδωρ τοῦτο καί δός αὐτῷ τήν χάριν τῆς ἀπολυτρώσεως, τήν εὐλογίαν τοῦ ᾿Ιορδάνου. Ποίησον αὐτό ἀφθαρσίας πηγήν, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον, ἀγγελικῆς ἰσχύος πεπληρωμένον. ῞Ινα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ‘‘ἔχοιεν αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν τε καί σωμάτων’’ πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν, ἐπιτήδειον…».
῾Η ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ τῶν Θεοφανίων ἐπεκράτησε σχεδόν ἀπό τόν Ε´ αἰῶνα νά γίνεται δύο φορές. Τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς μετά τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ μεγάλου Βασιλείου καί τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς μετά τήν ἀπόλυση τοῦ ὄρθρου, σύμφωνα μέ τά μυστηριακά τυπικά ἤ μετά τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας κατά τήν ἐνοριακή πράξη τῆς ᾿Εκκλησίας μας σήμερα.
᾿Αρχικά ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός γινόταν σέ ἀνάμνηση τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Κυρίου στή διάρκεια τῆς μεγάλης παννυχίδας (ὁλονυκτίας) τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων. Μετά ἀπό τήν ἀκολουθία τοῦ ῎Ορθρου ἐτελεῖτο ἡ ἀκολουθία τοῦ ῾Αγιασμοῦ καί οἱ πιστοί «ἀντλοῦσαν» ἁγιασμένο νερό, ἔπιναν καί «ἐρραντίζοντο» καί ἔπειτα, σ’\αὐτό τό νερό, τό ἁγιασμένο μέ τίς εὐχές τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐβαπτίζοντο οἱ κατηχούμενοι. Στή λειτουργία πού ἀκολουθοῦσε στή συνέχεια, ἦσαν καί οἱ νεοφώτιστοι, πού γιά πρώτη φορά ἔπαιρναν μέρος, γι’\αὐτό καί μέχρι σήμερα ψάλλεται σ’\αὐτή ἀντί τοῦ τρισαγίου ὕμνου, τό «῞Οσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε…».
Στήν οὐσία, ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός ξεκίνησε ἀπό τό εὐλογημένο νερό τοῦ ἱεροῦ Βαπτίσματος. Καί αὐτό φαίνεται καθαρά ἀπό τή σύγκριση καί ὁμοιότητα πού παρουσιάζουν οἱ δύο ἀκολουθίες, τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ, μέχρι σήμερα.
῾Ο ἱερός Αὐγουστῖνος σημειώνει ὅτι στίς ἡμέρες του, γονεῖς ἔφερναν τά παιδιά τους νά τά βαπτίσουν ὄχι γιά νά λάβουν τά πνευματικά χαρίσματα τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ τοῦ Βαπτίσματος, ἀλλά γιά νά ἐπωφεληθοῦν ἀπό τίς «ἰαματικές ἰδιότητες» πού εἶχε τό εὐλογημένο νερό καί νά γίνουν καλά ἀπό τίς διάφορες σωματικές τους ἀσθένειες. Σέ μιά του ἐπιστολή, ὁ ἴδιος πατήρ, ἀναφέρει ὅτι δύο πρόσωπα κατά τήν ὥρα τοῦ Βαπτίσματος ἔγιναν καλά ἀπό ἀνίατες ἀρρώστειες. (Βλέπε καί Θρησκευτική καί ᾿Ηθική ᾿Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Α´ σελ. 225).
῎Ετσι παρατηροῦμε ὅτι πολύ γρήγορα σχηματίσθηκε ἡ πεποίθηση στούς πιστούς χριστιανούς ὅτι τό ἁγιασμένο νερό τοῦ Βαπτίσματος ἦταν χρήσιμο καί γιά τούς βαπτισμένους πιστούς προκειμένου νά τό ἔχουν σάν φάρμακο στά σπίτια τους, γιά μετάληψη καί ραντισμό.
Γιά λόγους πρακτικούς καί γιά νά μήν ἐμποδίζονται οἱ λειτουργοί ἱερεῖς στό βάπτισμα τῶν πολλῶν κατηχουμένων ἀπό τήν προσέλευση τῶν πιστῶν πρός ἄντληση ἁγιασμένου νεροῦ, καθιερώθηκε ἡ τελετή τῆς ἀκολουθίας τοῦ ῾Αγιασμοῦ νά γίνεται δύο φορές. Τήν παραμονή στήν παννυχίδα καί τήν ἑπομένη ἡμέρα τῆς ῾Εορτῆς.
Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ (ΣΤ´ αἰώνας) καί τήν τέλεση τοῦ Βαπτίσματος σέ ὁποιαδήποτε ἡμέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χρόνου, ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός ἐξακολουθεῖ νά γίνεται δύο φορές μέχρι τίς ἡμέρες μας, χωρίς νά ὑπάρχει διαφορά τοῦ ἑνός ῾Αγιασμοῦ τῆς παραμονῆς καί τοῦ ἄλλου τῆς ἑορτῆς, 5 καί 6 ᾿Ιανουαρίου.
῾Η ἀκολουθία τοῦ μεγάλου ῾Αγιασμοῦ εἶναι μία καί ἡ αὐτή, εἴτε τελεῖται τήν παραμονή, εἴτε τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων.
῾Ο καθηγητής ᾿Ι. Φουντούλης, σημειώνει στήν ὑπ’ ἀριθμ. 208 ἀπάντησή του·
«Καί ὅπως ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μία καί αὐτή εἴτε τελεῖται τό Πάσχα, τά Χριστούγεννα, τήν Κυριακή, ἤ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἡμέρα τοῦ ἔτους καί ὁ κοινωνῶν κοινωνεῖ πάντοτε Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, ἔτσι καί στήν ἀκολουθία τοῦ μεγάλου ῾Αγιασμοῦ μεταβάλλεται διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος τό εὐλογούμενο ὕδωρ σέ Μέγαν ῾Αγιασμό, σέ ὁποιαδήποτε ἀπό τίς δύο ἡμέρες τελεσθεῖ ἡ ἀκολουθία. ῾Η διπλή τέλεσις τῆς ἀκολουθίας προῆλθε ἀπό καθαρῶς πρακτικούς λόγους, γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν πιστῶν».
Πολλοί κατά διαστήματα προσπάθησαν νά δώσουν διάφορες ἐξηγήσεις καί συμβολισμούς στίς δύο ἀκολουθίες καί ἴσως ἀπ’\αὐτό νά προῆλθε ἡ σύγχυση πού ἐπικρατεῖ σήμερα καί θέλει νά ξεχωρίσει τόν ἕναν ῾Αγιασμό ἀπό τόν ἄλλο.
῾Ο ἴδιος καθηγητής γράφει στή συνέχεια τήν ἀπάντηση·
«…Καί ὁ Καμπανίας Θεόφιλος στό “Ταμεῖον ᾿Ορθοδοξίας” προσπαθεῖ νά δώσει μία ἑρμηνεία στήν διπλή τέλεσι· αὐτός ἐπικαλεῖται πρακτικούς λόγους, τό “Φώτισμα” δηλαδή τῶν “οἴκων, χώρων, μανδρῶν καί παντός ἐκτός καί ἐντός οἰκήματος ἀνθρώπων καί θρεμμάτων”, πού ἐγένετο ἀπό τούς ἱερεῖς κατά τήν παραμονή “ἐν γάρ τῇ τῶν Θεοφανίων, ἡμέρᾳ δεσποτικῇ, οὐ πρέπον τούς ἱερεῖς περιάγειν καί τούς ἄλλους ἐνοχλεῖν». Οὔτε κἄν περνᾶ ἡ σκέψις σ’ ὅλους τούς ἀνωτέρω, ὅτι ὑπάρχει καμία διαφορά μεταξύ τῆς μιᾶς καί τῆς ἄλλης ἁγιάσεως τοῦ ὕδατος.»
῞Οσο γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ Παϊσίου Γάζης, πού μνημονεύει ὁ ὅσιος Νικόδημος εἰς τό “Πηδάλιον”, σέ ὑποσημείωση στόν ξε´ κανόνα τῆς Πενθέκτης Συνόδου, ὅτι ὁ τῆς Παραμονῆς “εἶναι εἰς τύπον τοῦ βαπτίσματοςτοῦ ᾿Ιωάννου… διά τοῦτο καί γίνεται ταπεινά” καί τῶν Φώτων ὅτι “εἶναι εἰς τύπον τοῦ βαπτίσματος τοῦ Κυρίου… διά τούτου καί γίνεται μετά παρρησίας καί παραπομπῆς” εἶναι μία εὐσεβής ἐξήγηση, χωρίς ὅμως κανένα ἱστορικό ἤ λειτουργικό ἔρεισμα.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία μας ἀπό τότε πού καθιέρωσε τήν τέλεση τοῦ ῾Αγιασμοῦ, σέ ἀνάμνηση τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου μας στόν ᾿Ιορδάνη ποταμό, συνέστησε κατά κάποιο τρόπο, μιά ἰδιαίτερη εὐλάβεια στό ἁγιασμένο νερό. ᾿Ακόμη καί ἡ προέλευση καί σχέση τῆς ἀκολουθίας μέ τήν εὐλογία τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος τοποθέτησε «ἱεραρχικά», κατά τάξη θά λέγαμε, τό Μεγάλο ῾Αγιασμό ὕστερα ἀπό τή Θεία Κοινωνία. Στόν Κώδικα 978 τοῦ Σινᾶ ἀναφέρεται «δεύτερον τῆς ῾Αγίας Κοινωνίας» καί σημειώνεται ἀκόμη ὅτι δινόταν σάν βοηθητικό μέσο σ’ αὐτούς πού εἶχαν κάποιο ἐμπόδιο καί δέν μποροῦσαν νά ἔχουν συμμετοχή στό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
῾Η ὑπέρμετρη αὐτή εὐλάβεια στό Μεγάλο ῾Αγιασμό εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά δημιουργηθοῦν πολλές ὑπερβολές πού δυστυχῶς ἔφθασαν μέχρι τίς ἡμέρες μας.
Καί εἶναι φανερό ὅτι πολλές ἀπ’\αὐτές δέν ἀνταποκρίνονται, ὅπως φαίνεται, στά πράγματα.
῾Η ἴδια ᾿Ακολουθία, ὅπως σημειώσαμε, κάνει λόγο γιά διαρκή χρήση τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ καί συνιστᾶ νά τό ἔχουμε πρός «πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον» («᾿Εφημέριος» ἔτους 1969, σελ. 59 κ.ἑ.).
Χρειάζεται πολλή προσοχή ἀπό τούς πνευματικούς Πατέρες ἡ σύσταση πού κάνουν σέ μερικούς· «Νά κοινωνήσεις μέ Μεγάλο ῾Αγιασμό», χωρίς προηγουμένως νά ἐξηγήσουν μέ λεπτομέρεια τή σωστή χρήση καί τά ἀποτελέσματα τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ. Τίποτε δέν μπορεῖ νά ἀντικαταστήσει τή Θεία Κοινωνία, πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας, μέ τόν ὁποῖο πρέπει μέ κάθε θυσία καί κατάλληλη προετοιμασία νά προσερχόμεθα γιά νά ἑνωθοῦμε μαζί Του.
Οὔτε εἶναι σωστή ἡ σύσταση νά ζητοῦν οἱ πιστοί νά λάβουν Μεγάλο ῾Αγιασμό τήν ὥρα πού ὁ Λειτουργός ἱερεύς μεταδίδει ἀπό τήν ὡραία Πύλη τή Θεία Μετάληψη καί ἰδιαίτερα στίς «μεγάλες μέρες» πού ἡ προσέλευση στή Θεία Κοινωνία γίνεται σχεδόν ἀπό τό σύνολο τῶν πιστῶν ἐνοριτῶν.
Μερικοί μιλοῦν γιά ἐπιστροφή τοῦ ἁγιάσματος στό Ναό, ἄν δέν χρησιμοποιηθεῖ τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανίων. Αὐτό εἶναι παράδοξο, κι ὅταν λέγεται ἀκόμη καί ἀπό μορφωμένους ἱερεῖς, πού ὑποτίθεται ὅτι ἔχουν μελετήσει τό θέμα καί χειρίζονται μέ ὑπευθυνότητα τά ἁγιαστικά μέσα τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Μέ τόν τρόπο αὐτό «ἀντιστρατεύεται» ἡ πραγματικότητα καί ὁ σκοπός τοῦ ῾Αγιασμοῦ μέ ἀποτέλεσμα πολλοί πιστοί νά στεροῦνται ἀπό τίς πολλές καί χρήσιμες ἰδιότητες τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ, πού ὠφελεῖ μέ πολλούς τρόπους τήν πνευματική μας ζωή καί μᾶς βοηθάει νά πολεμήσουμε τίς διαβολικές ἐνέργειες.
῞Οπως ἀναφέραμε, ὁ ῾Αγιασμός πού γίνεται τήν παραμονή καί αὐτός πού γίνεται τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανίων, εἶναι ὁ ἴδιος καί μποροῦμε νά τόν πάρουμε καί νά πιοῦμε νηστικοί κατά τή συνήθεια πού ἐπεκράτησε χωρίς καμιά ἰδιαίτερη νηστεία νωρίτερα.
῾Η νηστεία πού κάνουμε τήν παραμονή τῆς ῾Εορτῆς, δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τή μετάληψη τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ. ῾Η νηστεία τῆς παραμονῆς εἶναι «κατάλοιπο» τῆς προπαρασκευαστικῆς νηστείας περισσοτέρων ἡμερῶν πού γινόταν γιά τόν ἑορτασμό τῶν τριῶν μεγάλων ἑορτῶν πού ἡ ᾿Εκκλησία μας εἶχε τήν 6η ᾿Ιανουαρίου· Γέννηση, Περιτομή καί Βάπτιση τοῦ Κυρίου. ῞Οταν ἡ Γέννηση μεταφέρθηκε νά ἑορτάζεται στίς 25 Δεκεμβρίου ἡ προπαρασκευαστική νηστεία ἔγινε 40 ἡμέρες πρίν ἀπό τά Χριστούγεννα καί γιά τά Θεοφάνια λόγῳ τοῦ δωδεκαημέρου ἔμεινε μόνο μιά ἡμέρα νηστείας, ἡ παραμονή 5 ᾿Ιανουαρίου.
Πολλοί ἀπό τούς ἀρχαίους κώδικες κάνουν λόγο γιά μετάληψη τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ πρό τοῦ ἀντιδώρου.
῾Η σύγχρονη πράξη τῶν Μονῶν τοῦ ῾Αγίου ῞Ορους, πού κρατοῦν μέ πολλή προσοχή τίς παραδόσεις, ἔχει τήν ἑξῆς σειρά· Θεία Κοινωνία, ᾿Αντίδωρον, ῾Αγιασμός, κόλυβο. ᾿Ακόμη καί γιά λόγους πρακτικούς σήμερα συνιστᾶται πρῶτα νά παίρνουμε τό ἀντίδωρο ἀπό τό χέρι τοῦ Λειτουργοῦ ἱερέα καί στή συνέχεια νά μεταβαίνουμε στόν τόπο πού ὑπάρχει τό ἁγίασμα γιά νά μεταλάβουμε ἀπ’\αὐτό καί νά πάρουμε καί γιά τό σπίτι μας.
῾Ο ῾Αγιασμός, πού καθιερώθηκε νά γίνεται τήν παραμονή καί τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων, ὀνομάσθηκε Μεγάλος ῾Αγιασμός σέ σύγκριση μέ τόν ἄλλο ῾Αγιασμό πού γίνεται σέ ὁποιαδήποτε ἡμέρα τοῦ χρόνου καί λέγεται Μικρός ῾Αγιασμός.
῾Η ᾿Εκκλησία πολύ νωρίς βρέθηκε στήν ἀνάγκη νά δημιουργήσει ἑορτές, ἀκολουθίες καί ἄλλες παρόμοιες ἐκδηλώσεις, γιά νά μπορέσει νά «ξεκόψει» κατά κάποιο τρόπο τά εἰδωλολατρικά ἔθιμα ἀπό τή ζωή τῶν πιστῶν της.
῎Ετσι συνέβη καί μέ τή δημιουργία καί καθιέρωση τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ, γιά τόν ὁποῖο τίποτα δέν γνωρίζουμε, γιά τό πότε ἀκριβῶς «εἰσῆλθε» στή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ο Βαλσαμών, πού σχολιάζει τόν ΞΕ´ Κανόνα τῆς ἐν Τρούλῳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρει τά ἑξῆς· «῾Η τῆς νουμηνίας (ἀρχή τοῦ σεληνιακοῦ μηνός) ἑορτή, πρό ἀμνημονεύτων χρόνων, ἐσχόλασε καί ἀντί ταύτης, Θεοῦ χάριτι, ἱλαστήριοι εὐχαί πρός Θεόν καί ἁγιασμοί ἐπ’\᾿Εκκλησίας παρά τοῦ πιστοῦ λαοῦ γίνονται καθ’ ἑκάστην ἀρχιμηνίαν καί ὕδασιν εὐλογία, οὐκ ἀντιλογίας, χριόμεθα».
῾Ο Κ. Καλλίνικος στό βιβλίο του «῾Ο Χριστιανικός Ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ» (῎Εκδοσις Β´, 1958, σελ. 581) γράφει σχετικά· «Οἱ μηνιαῖοι ἁγιασμοί δέν εἶναι μέν σύγχρονοι τῶν Χρυσοστόμου, ᾿Επιφανίου, Θεοδωρήτου ἤ καί Σωφρονίου, πλήν δέν εἶναι καί μεταγενέστεροι τοῦ 8ου αἰῶνος, ἐμπεδοθέντες ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ καί ὡς ἀντίμετρον καί ἀντισήκωμα εἰδωλολατρικῶν θαλασσίων ραντισμῶν καί ἁγνισμῶν, καθ’ ὧν ὤφειλεν ὁ Χριστιανισμός διά τοῦ αὐτοῦ ὅπλου νά ἀντεπεξέλθῃ».
Στό σημεῖο αὐτό θεωρεῖται σκόπιμο ν’ ἀναφερθεῖ ὅτι ὑπάρχει μαρτυρία κατά τήν ὁποίαν Μικρός ῾Αγιασμός γινόταν καί στό Παλάτι τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρουσίᾳ τῶν Βασιλέων καί γινόταν στήν ἀρχή κάθε μῆνα ἐκτός τοῦ ᾿Ιανουαρίου καί Σεπτεμβρίου, ἐπειδή ἀκολουθοῦσαν οἱ γιορτές τῶν Θεοφανίων καί τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
῎Ετσι ἐξηγεῖται καί ἡ μνημόνευση πού ὑπάρχει στήν εὐχή γιά τούς πιστούς βασιλεῖς καί ἀκόμη τό τροπάριο «Σῶσον Κύριε τόν λαόν Σου… νίκας τοῖς βασιλεύσιν κατά βαρβάρων δωρούμενος» καί ψάλλεται ὅταν «καταδύεται» στό νερό ὁ Τίμιος Σταυρός (Θρησκ. ᾿Εγκυκλ. τόμος Α´, σελ. 142 κ.ἑ.).
῾Η ᾿Ακολουθία τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ δέν ἔχει καμία σχέση μέ τό βάπτισμα τοῦ Κυρίου, ὅπως εἶναι ἡ ᾿Ακολουθία τοῦ ῾Αγίου Βαπτίσματος, οὔτε γίνεται σέ ἀνάμνηση ἐκείνου, ὅπως εἶναι ἠ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ. ῎Εχει ἕναν ξεχωριστό χαρακτῆρα καί διαφορετικό σκοπό.
Καθαγιάζεται τό νερό γιά νά χρησιμοποιηθεῖ ἀπό τούς πιστούς γιά τόν ἁγιασμό καί τήν ψυχική καί σωματική θεραπεία καί γιά εὐλογία «τῶν οἴκων καί τῶν ἔργων τῶν χειρῶν των», ὅπως χαρακτηριστικά διατυπώνεται στίς αἰτήσεις τῶν εἰρηνικῶν καί στίς εὐχές τῆς ὅλης ἀκολουθίας τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ (᾿Απαντήσεις εἰς λειτουργικάς ἀπορίας, ᾿Ι. Φουντούλη, σελ. 74).
Εὔκολα τώρα μποροῦμε νά παρατηρήσουμε ὅτι διαφορά στήν οὐσία μεταξύ τοῦ Μεγάλου καί τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ δέν ὑπάρχει. Διαφέρουν μόνο στό χρόνο πού καθιερώθηκε στή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας, στήν ᾿Ακολουθία καί στίς μέρες πού γίνονται. ῾Ο μεγάλος ἁγιασμός γίνεται στίς ἑορτές τῶν Θεοφανείων καί ὁ μικρός κάθε πρωτομηνιά καί ὁπότε ἡ ἀνάγκη τῶν πιστῶν τό ζητήσει.
«Μικρός, καθώς νεώτερός του κατά τήν ἡλικίαν καί βραχύτερός του κατά τήν ἔκτασιν. Μικρός διότι ὅ,τι ἐκεῖνος ἐπαγγέλλεται ἐν μεγάλῳ βαθμῷ ἅπαξ τοῦ ῎Ετους, τοῦτο οὗτος ἔρχεται νά ἐκζητήσῃ παρά Θεοῦ εἰς βαθμόν μικρότερον ἐν οἱᾳδήτινι ἡμέρα καί ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ…» (Κ. Καλλίνικος, σελ. 580).
Καί θά τελειώσω τή μικρή αὐτή μελέτη, περί τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ καί τή χρήση του, μέ τά σχετικά πού γράφει ὁ ἀρχιμανδρίτης-ἱεροκήρυξ Χριστόφορος Καλύβας, στό βιβλίο του «᾿Αδελφικά γράμματα» (ἐκδ. 1962, σελ. 257)·
«῾Ο ῾Αγιασμός εἶναι ῾Αγιασμός, εἴτε δίδεται τήν παραμονή τῶν Φώτων, εἴτε τήν ἴδια ἡμέρα εἴτε γίνεται στό σπίτι. Δέν ἔχει διαφορά ὁ ἁγιασμός ὁ Μικρός ἀπό τόν Μεγάλο. Λέγεται Μικρός ἤ Μεγάλος, ἐπειδή οἱ εὐχές εἶναι μικρότερες ἤ μεγαλύτερες, ἐπειδή παρατείνεται περισσότερο ἤ λιγότερο ἡ σχετική ἀκολουθία. Θεαματικά εἶναι αὐτά. Δέ σημαίνουν οὐσία προκειμένου περί τοῦ ἁγιασμοῦ τοῦ καθαροῦ νεροῦ πού βρίσκεται στή λεκάνη. Μήν κρατοῦμε τό λαό μας στό σκοτάδι, στήν πλάνη. Τό ἁγιασμένο νεράκι τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ διατηρεῖται χρόνια, ὅπως καί τό νεράκι τοῦ Μεγάλου λεγομένου ῾Αγιασμοῦ».
Συμπέρασμα·
Μποροῦμε στό σπίτι μας νά ἔχουμε ῾Αγιασμό, ἀρκεῖ νά μήν τόν ξεχνοῦμε στό εἰκονοστάσι, ἀλλά νά τόν χρησιμοποιοῦμε κάθε φορά πού παρουσιάζεται ἀνάγκη.

Δημοσιευμένο στο ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ντοστογιέβσκη: Η μετάλλαξη των πεποιθήσεων

Συγγραφέας: kantonopou στις 9th Δεκεμβρίου 2013

«Στην Σιβηρία η τέραστια εσωτερική διεργασία του συγγραφέα, από τον οποίο στέρησαν την πένα και το χαρτί, ούτε για μια στιγμή δεν σταμάτησε. Αργά, πολυ αργά, όλες οι πρώτες ιδεολογικές προτιμήσεις υποβάλλονταν σε μια αυστηρή επανεκτίμηση. Υπό τον ήχο των τραγουδιών των συλληφθέντων και την κλαγγή των αλυσίδων διεξαγόταν η βαθιά επανεξέταση από το πρώην μέλος του κύκλου του Πετρασέφσκι όλων των πεποιθήσεων της νιότης. «Θα μου ήταν πολύ δύσκολο να διηγηθώ την ιστορία αναγέννησης των πεποιθήσεων μου», έγραψε το 1783 ο Ντοστογιέβσκη, έχοντας υπόψη του την μετάβαση από τον ουτοπιστικό σοσιαλισμό της δεκαετίας του 1840 στις πεποιθήσεις της περιόδου μετά την αποφυλάκιση του από το κάτεργο.Παρ’όλα αυτά όμως άφησε ορισμένες αυθεντικές υποδείξεις για τον μελλοντικό ερευνητή της ζωής του. Γνωρίζουμε, σύμφωνα με τις προσωπικές του παραδοχές, ότι κατά την διάρκεια των τεσσάρων ετών εγκλεισμού του στην φυλακή του Όμσκ, επανεξέτασε όλη την προηγούμενη ζωή του, υπέβαλε τον εαυτό του στην δοκιμασία της αυστηρής κρίσης και ριζικά αναθεώρησε την προηγούμενη κοσμοθεωρία του. Την διαδικασία αυτή θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως δίκη κατά του εαυτού του σε συνθήκες υπόγειες, σε πλήρη αποξένωση από την κοινωνία, σε πλήρη πνευματική μοναξιά. Σύντομα έγραψε:
«Μόνος πνευματικά, επανεξέτασα όλη την προηγούμενη ζωή μου, εξέτασα ακόμη και την παραμικρή λεπτομέρεια, σκέφτηκα καλά το παρελθόν μου, έκρινα τον εαυτό μου ανελέητα και αυστηρά, και μάλιστα ορισμένες στιγμές ευγνωμονούσα την μοίρα επειδή μου χάρισε αυτή την μοναξιά, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτή η δική του εαυτού μου, ούτε και η αναθεώρηση της προηγούμενης ζωής μου». 
Ιδιαίτερα δύσκολα βίωσε ο συγγραφέας την αλλοτρίωση από το λαό, έτσι όπως την έζησε στο κάτεργο. Αυτή έπρεπε να ξεπεραστεί οπωσδήποτε. Την αναγκαιότητα αυτή την συνειδητοποίησε όχι απλά ο κατάδικος δεύτερης κατηγορίας, αλλά ο συγγραφέας του Φτωχό-κοσμου. Ο Ντοστογιέβσκη αντιλήφθηκε ότι θα μπορούσε να πετύχει τον στόχο του μέσω της άρνησης των σοσιαλιστικών του πεποιθήσεων, οι οποίες τώρα πλέουν του φαίνονται αντιλαϊκές, κοσμοπολίτικες και μή ρώσικες. Πίστεψε πως οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις των δουλοπάροικων χωρικών και η Ορθόδοξη λατρεία που ακολουθούσαν αποκαλύπτουν στον χθεσινό οπαδό του Φουριέ τον μοναδικό δρόμο πρός τις λαϊκές ρίζες, δηλαδή προς την πρώιμη κοσμοαντίληψη του Ντοστογιέβσκη-πρός τις παραδόσεις της αρχαίας Μόσχας, πρός το «γόνιμο έδαφος», πρός τις πατριαρχικές δοξασίες της οικογένειας του-«πρός όλα εκείνα που ήταν ρωσικά κι ευλογημένα». […]
«Οι σκέψεις και οι πεποιθήσεις αλλάζουν, αλλάζει ολόκληρος ο άνθρωπος», έγραφε ο Ντοστογιέβσκη στις 24 Μαρτίου 1856. Στα λόγια αυτά ακούγεται η θλίψη. Είναι ο πόνος του αποχωρισμού από τις πεποιθήσεις της νιότης, από την πίστη στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα δεσμά του αυταρχικού παρελθόντος, και από την ευγενική αντίληψη για τον προορισμό του καλλιτέχνη-να καλεί και να οδηγεί τις γενιές στην αναμόρφωση του κόσμου, στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Ο δρόμος της επιστροφής στο παρελθόν έκλεισε οριστικά. Υπήρχε μόνο η νέα αναγκαιότητα οικοδόμησης καινούργιων ιδανικών, και για τους ανθρώπους της πνευματικής ιδιοσυγκρασίας του Ντοστογιέβσκη αυτό σήμαινε: ιδανικά αντίθετα με τα προηγούμενα. Με την συνήθη ανελέητη ειλικρίνεια του παραδέχτηκε ότι άλλαξε τις προηγούμενες πεποιθήσεις του (στην επιστολή πρός τον Α.Ν.Μάικοφ από 2/8/1868). Αποτέλεσμα των προβληματισμών του στο κάτεργο ήταν και η επιστολή του Ντοστογιέβκση πρός την σύζυγο του Δεκεμβριστή Ν. Ντ. Φονβίζιν αμέσως μετά την αποφυλάκιση του:
«Θα σας μιλήσω για μένα, λέγοντας πως είμαι παιδί του αιώνα μου, παιδί της αθεϊας και της αμφισβήτησης μέχρι σήμερα και μάλιστα (αυτό το γνωρίζω καλά) μέχρι τον τάφο. Πόσα τρομερά βάσανα άξιζε και αξίζει αυτή η δίψα μου για πίστη, η οποία τώρα πια ολοένα και μεγαλώνει μέσα στην ψυχή μου, ολοένα, και με οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα». […]
Τίθεται το ερώτημα: πότε βίωσε την θρησκευτική του κρίση;
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι για τον Ντοστογιέβσκη η κρίσιμη στιγμή ήταν η θανατική καταδίκη της 22 Δεκεμβρίου 1849. Ήταν μια πλήρης εσωτερική ανατροπή, για την οποία ο ίδιος έγραψε πολλές φορές. «Εκείνο το κεφάλι το οποίο το οποίο δημιουργούσε, ζούσε την ανώτερη ζωή της τέχνης, το οποίο συνειδητοποιούσε και ικανοποιούσε τις ανώτερες ανάγκες του πνεύματος, εκείνο το κεφάλι έχει ήδη κοπεί από τους ώμους μου», ανακοίνωνε στον αδελφό του την ημέρα της εικονικής εκτέλεσης. Μετά από είκοσι χρόνια, περιγράφοντας αυτή την τελετή, θυμόταν το σταυρό, τον οποίο συχνά και μάλιστα «ανά πάσα στιγμή» έφερνε στα χείλη του ο ιερέας, ο μελλοθάνατος «βιαζόταν να τον φιλήσει, σαν να ήθελε να έχει κάτι εφεδρικό, κάτι, όπως λέμε, για καλό και για κακό. Αμφιβάλλω όμως αν τη στιγμή εκείνη ένιωθε κάποιο βαθύτερο θρησκευτικό συναίσθημα». Η στιγμή μιας τέτοιας τρομερής δοκιμασίας της πίστης άλλαξε τον Ντοστογιέβσκη. […] Στις 23 Ιανουαρίου 1854 τελείωσε η ποινή των καταναγκαστικών έργων του Ντοστογιέβσκη. Τον Φεβρουάριο θα άφηνε πίσω του για πάντα το κάτεργο του Όμσκ».
Ντοστογιέβσκη-Βιογραφία
Εκδόσεις «Αρμός»

Δημοσιευμένο στο ΓΕΝΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι – Επιστολή προς Φονβίζιν

Συγγραφέας: kantonopou στις 30th Νοεμβρίου 2013

«…Δεν ξέρω, αλλά μαντεύω από το γράμμα σας ότι επιστρέψατε στην πατρίδα με κάποια θλίψι. Αυτό το καταλαβαίνω. Σκέφθηκα μερικές φορές ότι αν κάποτε επέστρεφα στην πατρίδα μου, θα ένοιωθα μεγάλη οδύνη και χαρά. Δεν έζησα την ζωή σας και αγνοώ γι’ αυτήν πολλά πράγματα, όπως κάθε άνθρωπος για την ζωή τού άλλου.

Αλλ’ η ανθρώπινη ευαισθησία είναι κοινή σε όλους και φρονώ ότι, επιστρέφοντας στην πατρίδα του ο κάθε εξόριστος, πρέπει να ζήση εκ νέου, μέσα στην μνήμη του, όλη του την παρελθούσα δυστυχία. Αυτό μοιάζει με μια ζυγαριά, με την οποία ζυγίζομε και γνωρίζομε το αληθινό βάρος όλων όσων υποφέραμε, ανεχθήκαμε, χάσαμε και μάθαμε από τους άλλους. Αλλ’ είθε ο Θεός να σας χαρίζειμακροημέρευσι.

Άκουσα από πολλούς ότι είστε πολύ πιστός. Όχι επειδή είστε πιστός, αλλ’ επειδή εγώ έζησα κι εδοκίμασα όσα θα σας πω σε παρόμοιες στιγμές, διψάμε για πίστι σαν το “ξερό χορτάρι”. Κι εν τέλει την βρίσκομε, επειδή η αλήθεια γίνεται φανερή μέσα στην δυστυχία.

Για μένα, έχω να πω ότι είμαι παιδί του αιώνος μου, τέκνο της αμαρτίας και της αμφιβολίας. Έτσι είμαι τώρα κι έτσι θα είμαι, (το ξέρω), μέχρι τον τάφο. Τι φρικτά βάσανα μού στοίχισε, και μου στοιχίζει ακόμη σήμερα, αυτή η δίψα για πίστι, που είναι τόσο έντονη μέσα στην ψυχή μου, όσο υπάρχουν μέσα μου ενάντια επιχειρήματα.

Εν τούτοις, ο Θεός μού χαρίζει στιγμές όπου είμαιολότελα γαλήνιος. Εκείνες τις στιγμές αγαπώ και νοιώθω ότι αγαπιέμαι από τους άλλους. Και αυτές τις στιγμές ακριβώς εσχημάτισα μέσα μου ένα πιστεύω, όπου όλα είναι φωτεινά και ιερά για μένα.

Αυτό το πιστεύω είναι απλό: Πιστεύω ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο όμορφο, πιο βαθύ, πιο συμπαθητικό, πιο λογικό, πιο ζωντανό και τέλειο από τον Χριστό. Και λέω στον εαυτό μου, με ζηλόφθονη αγάπη, όχι μόνο ότι δεν υπάρχει τίποτε, αλλ’ ότι δεν μπορεί να υπάρχη.

Επί πλέον, αν κάποιος μου απεδείκνυε ότι ο Χριστός δεν ταυτίζεται με την αλήθεια κι ότι, στην πραγματικότητα, η αλήθεια είναι εκτός Χριστού, θα προτιμούσα τότε να παραμείνω με τον Χριστό, παρά να πάω με την αλήθεια…».

 * Η επιστολή γράφτηκε το 1854

ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΊ

Δημοσιευμένο στο ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο μεγάλος Αντρέι Ρουμπλιόφ

Συγγραφέας: kantonopou στις 5th Νοεμβρίου 2013

Η Αγία Τριάδα, Αντρέι Ρουμπλιόφ.

Η Αγία Τριάδα, Αντρέι Ρουμπλιόφ.

Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την μνήμη πολλών αγιογράφων. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Αντρέι Ρουμπλιόφ. Στη Ρωσία αυτό το όνομα είναι γνωστό στον καθένα, ακόμη και στους ασπούδαχτους. Στο εξωτερικό το ξέρουν πολλοί, ιδιαίτερα μετά την ομώνυμη ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι.

Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η ζωή του ήταν ευτυχισμένη. Γνώρισε μεγάλη φήμη εν ζωή, τον μνημονεύουν χρονικά και βίοι Αγίων, έλαβε παραγγελίες για εικόνες από άρχοντες και μοναστήρια, εργάστηκε στη Μόσχα, το Βλαντίμιρ, το Ζβενίγκοροντ.

Δεν λησμονήθηκε μετά τον θάνατό του. Η δόξα του Ρουμπλιόφ ως κορυφαίου αγιογράφου της Ρωσίας κράτησε αιώνες. Η Σύνοδος των Εκατό Κεφαλαίων (1551) αναγνώρισε το έργο του ως παραδειγματικό.

Μεγάλη εκτίμηση γι’ αυτόν έτρεφαν οι παλαιόπιστοι, ενώ συλλέκτες επιδίωκαν να αποκτήσουν έργα του. Στα μάτια τους ο Ρουμπλιόφ ήταν η προσωποποίηση του κανόνα της αγιογραφίας και της παλιάς ευσέβειας. Γι’ αυτό τον λόγο, ακόμη και κατά τον 19ο αιώνα, όταν η αγιογραφία μοιάζει να έχει περάσει στη λήθη, το όνομα του Αγιου αγιογράφου επιβιώνει ως πρότυπο θρησκευτικής Τέχνης.

Κατά την σοβιετική εποχή, το όνομα του Αντρέι Ρουμπλιόφ συμβόλιζε τον ιστορικό ρωσικό πολιτισμό. Με απόφαση της UNESCO, το 1960 διοργανώθηκε ο παγκόσμιος εορτασμός της επετείου των 600 χρόνων του Ρουμπλιόφ. Στη Μόσχα εγκαινιάστηκε το μουσείο παλαιού ρωσικού πολιτισμού “Αντρέι Ρουμπλιόφ”. Παράλληλα, τα έργα του συγκεντρώθηκαν στην πινακοθήκη Τρετιακόφ και αποτέλεσαν αντικείμενο επιστημονικών μελετών.

Βίος που ανασυντέθηκε με μεγάλο κόπο

Υπάρχουν πολλά βιβλία και άρθρα για τον Αντρέι Ρουμπλιόφ, το έργο του έχει μελετηθεί διεξοδικά. Όμως, ας αναρωτηθούμε τι γνωρίζουμε τελικά για τη ζωή του Αγιου καλλιτέχνη; Τα βιογραφικά του στοιχεία είναι αποσπασματικά, και ο βίος του ανασυντίθεται με πολύ κόπο.

Μινιατούρα, τέλος 16 αιώνα

Μινιατούρα, τέλος 16 αιώνα

Γεννήθηκε τη δεκαετία του 1360. Είναι δύσκολο να εξακριβωθεί η ακριβής ημερομηνία της γέννησής του. Αλλά ξέρουμε την ημερομηνία του θανάτου του, στις 29 Ιανουαρίου 1430. Εκείνη η εποχή ήταν τρομερή. Η Ρωσία ήταν υπόδουλη, οι Τάταροι λεηλατούσαν πόλεις, ναούς και μοναστήρια, κι αιχμαλώτιζαν κατοίκους. Την ίδια στιγμή, συνεχείς ήταν οι συγκρούσεις ανάμεσα στους πρίγκιπες που διεκδικούσαν τον τίτλο του Μεγάλου Πρίγκηπα. Δύο φορές -το 1364 και το 1366- η Μόσχα και το Νίζνι Νόβγκοροντ εξολοθρεύτηκαν από την πανούκλα. Το 1365 η Μόσχα κάηκε, το 1368 έζησε την εισβολή του Λιθουανού Πρίγκιπα Όλγκερντ, και το 1371 τον λιμό.

Μέσα σ’ αυτό το χάος και την αναταραχή, ανδρώνονταν ο μελλοντικός δημιουργός των εικόνων της ουράνιας αρμονίας. Εμείς, δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε τίποτε ούτε για τους γονείς του, ούτε για το περιβάλλον απ’ το οποίο καταγόταν. Βέβαια, το επώνυμό του μπορεί να υποδηλώσει κάτι. Κατά πρώτον, εκείνη την εποχή μόνο οι ευγενείς είχαν επώνυμα. Δεύτερον, μπορεί να υποδηλώνει το οικογενειακό επάγγελμα, το οποίο ασκούσε ο πατέρας του ή κάποιος πρόγονος. Το “Ρουμπλιόφ” ετυμολογείται μάλλον από το ρωσικό ρήμα “κόβω” (“ρουμπίτ’”) ή από το “ρούμπελ’” που σήμαινε μακρύ κοντάρι, εργαλείο για την επεξεργασία δερμάτων.

Τίποτε δεν είναι γνωστό για το πότε ο Αντρέι Ρουμπλιόφ μυήθηκε στην αγιογραφία, πού και σε ποιόν μαθήτευσε. Ούτε τα πρώιμα του έργα, μας είναι γνωστά. Η πρώτη μνεία γι’ αυτόν υπάρχει στο Χρονικό του 1405, όπου αναφέρεται ότι κατόπιν παραγγελίας του Μεγάλου Πρίγκιπα εικονογραφήθηκε ο ναός του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο της Μόσχας, από συντεχνία υπό την καθοδήγηση των τριών μαϊστόρων: Του Θεοφάνη του Έλληνα, του γέροντα Πρόχορ από το Γκοροντέτς και του μοναχού Αντρέι Ρουμπλιόφ. Το γεγονός ότι αναφέρεται το όνομα του Ρουμπλιόφ τεκμηριώνει ότι ήταν ήδη αρκετά γνωστός. Αλλά το όνομα του βρίσκεται τρίτο στη σειρά, επομένως, ο Αντρέι ήταν ο νεότερος από τους εν λόγω αγιογράφους.

Ο Ρουμπλιόφ ήταν μοναχός, και το όνομα Αντρέι, προφανώς, δεν ήταν όνομα κοσμικό ή βαπτιστικό, αλλά μοναχικό. Μάλλον έγινε μοναχός στη μονή της Αγίας Τριάδας, επί Νίκωνα του Ράντονεζ, μαθητή και διαδόχου του Όσιου Σέργιου του Ράντονεζ. Αυτό αναφέρεται σε χειρόγραφα του 18ου αιώνα. Με τη μονή της Αγίας Τριάδας είναι συνδεδεμένα και πολλά έργα του Ρουμπλιόφ. Έζησε τα τελευταία του χρόνια στη μονή Σωτήρος και Ανδρονίκου, που είχε επίσης ιδρυθεί από ένα μαθητή του Σεργίου, τον Όσιο Ανδρόνικο. Εδώ τερμάτισε και την επίγεια πορεία του.

Το πρότυπο της θρησκευτικής τέχνης

Πηγή: Petr Adam Dohnálek

Πηγή: Petr Adam Dohnálek

Η δεύτερη μνεία του ονόματος του Ρουμπλιόφ γίνεται στο Χρονικό του 1408, αναφορικά με τη αγιογράφηση του ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου στο Βλαντίμιρ. Εδώ εργάστηκε μαζί με τον αγιογράφο Δανιήλ Τσιόρνι, ο οποίος αναφέρεται ως φίλος του Ρουμπλιόφ. Ο Δανιήλ ήταν μοναχός, πιθανόν ελληνικής ή σερβικής καταγωγής, αν κρίνουμε από το παρατσούκλι Τσιόρνι (“μαύρος”). Ο χρονογράφος τον αναφέρει πρώτον, επομένως ο Δανιήλ ήταν μεγαλύτερος, ηλικιακά ή ιεραρχικά. Μ’ αυτόν τον άνθρωπο σχετίζεται όλη η μετέπειτα ζωή του Αντρέι Ρουμπλιόφ, ως το θάνατό τους.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Βλαντίμιρ θεωρούταν καθεδρικός ναός της Ρωσικής Εκκλησίας, και η αγιογράφησή του ήταν έργο μεγάλης ευθύνης. Ο ναός ανεγέρθη τον 12ο αιώνα, αλλά οι αγιογραφίες του καταστράφηκαν το 1238, κατά την ταταρο-μογγολική εισβολή. Με την παραγγελία του Μεγάλου Πρίγκιπα Βασίλι Ντμίτριεβιτς ο ναός εικονογραφήθηκε ξανά.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1420, ο Αντρέι Ρουμπλιόφ και ο Δανιήλ Τσιόρνι επιβλέπουν τις εργασίες στο ναό Αγίας Τριάδας στη μονή Αγίας Τριάδος και Σεργίου. Οι αγιογραφίες δεν σώθηκαν ως τις μέρες μας, αλλά υπάρχει το εικονοστάσιο. Για τον ίδιο ναό, ο Όσιος Αντρέι φιλοτεχνεί την περίφημη εικόνα “Αγία Τριάδα”, όπου η αρχή της τριάδας βρίσκει το υψηλότερο καλλιτεχνικό της αποτύπωμα. Σύμφωνα με το Χρονικό, ο Νίκων του Ράντονεζ παρήγγειλε την εικόνα της Τριάδας εις μνήμην του Οσίου Σεργίου.

Καλλιτέχνης με πολλά ταλέντα

Οι ειδικοί πιστεύουν ότι ο Ρουμπλιόφ φιλοτεχνούσε επίσης και βιβλία. Για παράδειγμα, φύλλα και εικονογραφήσεις στο Ευαγγέλιο Χίτροβο. Οι παλιοί Ρώσοι καλλιτέχνες εικονογραφούσαν βιβλία πολύ συχνά. Η αντιγραφή και η διακόσμηση βιβλίων ήταν μία από τις διαδεδομένες ενασχολήσεις των μοναχών. Γενικά, η κουλτούρα του βιβλίου ήταν πολύ αναπτυγμένη στα ρωσικά μοναστήρια, και ο κύκλος των αναγνωσμάτων των μοναχών ήταν εξαιρετικά ευρύς. Ο Αντρέι Ρουμπλιόφ άνηκε σ’ αυτή την κουλτούρα, διάβαζε πολύ και είχε μεγάλη μόρφωση για την εποχή του.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του Αντρέι Ρουμπλιόφ ήταν συνδεδεμένα με τη μονή του Σωτήρος και Ανδρόνικου. Δυστυχώς, οι αγιογραφίες του ναού του Σωτήρος, φιλοτεχνημένες από τον Ρουμπλιόφ, δεν διασώθηκαν. Αμέσως μετά τον θάνατό του, τον 15ο αιώνα, καθιερώθηκε ο εορτασμός της μνήμης του Οσίου Αντρέι αγιογράφου στη μονή της Αγίας Τριάδας και Σεργίου και στη μονή Σωτήρος και Ανδρόνικου, όπου ζούσε ο ίδιος. Η εκκλησία αγιοποίησε τον Αντρέι Ρουμπλιόφ το 1988.

Ιρίνα Γιαζίκοβα, Neskuchniy sad

 rbth.gr-  nsad.ru

Δημοσιευμένο στο ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εκστρατεία για την αναβίωση των ξύλινων εκκλησιών στο Ρωσικό Βορρά (ΦΩΤΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14th Αυγούστου 2013

Του Αιμίλιου Πολυγένη
Εκατοντάδες εθελοντές καθημερινά επισκέπτονται τοποθεσίες του Ρωσικού Βορρά με μοναδικό σκοπό την συντήρηση ξύλινων εκκλησιών, που έχουν υποστεί την φθορά του χρόνου.
Να σημειωθεί ότι κατά τη σοβιετική εποχή ένας τεράστιος αριθμός ξύλινων εκκλησιών κάηκαν, ενώ άλλοι καταστράφηκαν και έμειναν ερείπια.
Σήμερα μια ομάδα εθελοντών με την ευλογία του Πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών κ. Κυρίλλου και του Επισκόπου Αρχάγγελσκ, αγωνίζονται για την αναβίωση των ξύλινων εκκλησιών.
Σύμφωνα με πληροφορίες της Romfea.gr σε διάστημα πέντε χρόνων έχουν συντηρηθεί 150 εκκλησίες και 85 παρεκκλήσια, πολλά από αυτά εχρήζαν άμεσης συντήρησης.
Τέλος να αναφερθεί ότι σε πολλά χωριά του Ρωσικού Βορρά, συμμετέχουν και οι κάτοικοι της περιοχής, αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί και πάλι μια ενορία.
0-xilo1
0-xilo2
0-xilo3
0-xilo4
0-xilo5
0-xilo6
0-xilo7
0-xilo9

Δημοσιευμένο στο ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, Η παρουσία Ρώσων μοναχών στον Άθω (11ος – 20ός αι.)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3rd Ιουνίου 2013

..Κεφάλαια 

…..1. Οι πρώτες επαφές των Ρώσων με τον Άθω 
…..2. Η δημιουργία ρωσικής μονής στον Άθω 
…..3. Διαπρεπείς Ρώσοι μοναχοί στον Άθω τον 14ο και 15ο αιώνα 
…..4. Προσωπικότητες του 18ου και 19ου αιώνα 
…..5. Η Επανάσταση του 1917, οι συνέπειες για το ρωσικό μοναχισμό στον Άθω και ο 20ός αιώνας
…….1. Οι πρώτες επαφές των Ρώσων με τον Άθω
Το Άγιον Όρος Άθω κατέχει μία ξεχωριστή θέση στην Ιστορία όχι μόνον του Βυζαντίου, στο χώρο του οποίου ανήκε, αλλά και ολόκληρης της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ως μεγάλο μοναστικό κέντρο, το οποίο στη διάρκεια των αιώνων ανέδειξε πολλές προσωπικότητες αγίων ανθρώπων και διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη του ορθοδόξου μοναχισμού, ήταν φυσικό να αποτελέσει έναν πολύ ισχυρό πόλο έλξης για τους λαούς οι οποίοι δέχθηκαν τον Χριστιανισμό από το Βυζάντιο και εντάχθηκαν στη σφαίρα της πολιτιστικής και πνευματικής του επιρροής. Ανάμεσα στους λαούς αυτούς βεβαίως συγκαταλέγεται και το μεγάλο γένος των Ρώσων, οι οποίοι από το έτος 988 είχαν εκχριστανισθεί και ενταχθεί στη χορεία των ορθοδόξων κρατών.
Είναι δύσκολο να καθοριστεί με ακρίβεια η χρονολογία έναρξης των σχέσεων της Ρωσίας με το Άγιον Όρος. Η δυσκολία στην έρευνα του θέματος έγκειται όχι μόνο στην έλλειψη επαρκών ιστορικών πηγών, αλλά και στην ασάφεια που παρουσιάζουν οι λίγες που διασώθηκαν. Εκείνο που μπορεί με θετικότητα να λεχθεί περί της αρχής των πνευματικών σχέσεων της Ρωσίας με την αγιορειτική χερσόνησο είναι ότι αυτή συμπίπτει σχεδόν με την εποχή του πλήρους εκχριστιανισμού της Ρωσίας και της οργάνωσης μέσα σ’ αυτήν του μοναχικού βίου, δηλαδή ανάγεται στον ίδιο τον 10ο αιώνα.
Το Άγιον Όρος άρχισε να ασκεί μία ιδιαίτερη πνευματική γοητεία μεταξύ των νεοφύτων στην ορθόδοξη πίστη Σλάβων κυρίως από την εποχή της εμφάνισης του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου και της οργάνωσης από αυτόν του κοινοβίου της Μονής της Λαύρας το έτος 963. Μεταξύ των μαθητών του αγίου Αθανασίου υπήρχαν ήδη Ίβηρες, κοντά δε στη μονή της Λαύρας ασκούνταν Ιταλοί μοναχοί από το Αμάλφι, οι οποίοι νωρίς είχαν αποκτήσει δικό τους μοναστήρι. Δεν είναι καθόλου απίθανο, μεταξύ των μαθητών του αγίου Αθανασίου να υπήρχαν και Σλάβοι της Βαλκανικής. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι οι Σλάβοι αναφέρονται στο Βίο του αγίου Αθανασίου. Επίσης στα αρχαιότερα αθωνικά έγγραφα μνημονεύονται οι Βούλγαροι. Στο χρυσόβουλλο του αυτοκράτορα Ρωμανού του έτους 960 υπέρ της μονής Κολοβού γίνεται λόγος για 40 παροίκους που απελευθερώθηκαν, οι οποίοι ήταν από τους «Σκλάβους Βουλγάρους» που «είχαν εγκατασταθεί» στην περιοχή της Ιερισσού. Εκτός από αυτό όμως, σε έγγραφο της Μονής των Ιβήρων του έτους 982 υπογράφει σε γλαγολιτική γραφή, την αρχαιότερη δηλαδή σλαβική γραφή, ο ιερέας Γεώργιος. Είναι πιθανόν κάποιοι από τους Βουλγάρους, που μνημονεύονται στο χρυσόβουλλο του Ρωμανού, να μόνασαν στο Άγιον Όρος, και έτσι να υπάρχει δόση ιστορικής αλήθειας στη Διήγηση του Ζωγράφου, σύμφωνα με την οποία η ίδρυση της μονής αυτής ανάγεται στον 10ο αιώνα.
Η μαρτυρία για ύπαρξη Σλάβων μοναχών στο Άγιον Όρος την εποχή αυτή, κοντά στα άλλα, επιβεβαιώνεται και από αξιόλογα μνημεία της αρχαίας σλαβικής εκκλησιαστικής γραμματείας, τα οποία είχαν γραφεί στον Άθω. Αυτά είναι δύο αρχαιότατα Ευαγγέλια σε γλαγολιτική γραφή. Εκτός από αυτά διασώζεται και αρχαία σλαβική μετάφραση τῶν Όρων κατά πλάτος του Μεγάλου Βασιλείου, η οποία μαρτυρά γλωσσολογικώς έργο Βούλγαρου μοναχού από την Ανατολική Βουλγαρία. Τα γραπτά αυτά μνημεία μιλούν σαφώς όχι μόνο περί προσέλευσης Σλάβων και Βουλγάρων στο Άγιον Όρος, αλλά και περί ύπαρξης σ’ αυτό σλαβικής μοναστικής εστίας, μέσα στην οποία συνεχιζόταν το έργο των πρώτων Σλάβων μαθητών των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, δηλαδή η εκπόνηση μεταφράσεων από ελληνικά εκκλησιαστικά κείμενα, ώστε να εμπλουτιστεί η σλαβική εκκλησιαστική γραμματεία, που βρισκόταν ακόμη στις απαρχές της.
Από την εποχή της εισόδου τους στον Χριστιανισμό, οι Ρώσοι είχαν συγκεκριμένους λόγους να εκτιμούν το μοναχικό βίο και να γοητεύονται από αυτόν. Αυτοί γνώριζαν ότι οι απόστολοι των Σλάβων άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος είχαν δεχθεί το μοναχικό σχήμα, ήταν δε επίσης γνωστό σ’ αυτούς ότι μεταξύ των κληρικών που είχαν έρθει από το Βυζάντιο προς τον ηγεμόνα τους άγιο Βλαδίμηρο, αυτόν δηλαδή που τους οδήγησε στο βάπτισμα, υπήρχαν και μοναχοί. Η φήμη του Άθω, ως μεγάλου μοναστικού κέντρου της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, δεν άργησε να φθάσει στη Ρωσία και να δημιουργήσει εκεί ευνοϊκό κλίμα για τη μετάβαση και εγκαταβίωση Ρώσων στις αγιορειτικές μονές. Ήδη στη διάρκεια του 10ου αιώνα οι στενές σχέσεις της Ρωσίας με το Βυζάντιο και τη Βουλγαρία επέτρεπαν τη δημιουργία πνευματικής επικοινωνίας με τα μοναστικά κέντρα του Βυζαντίου, ιδιαίτερα μάλιστα με αυτά του Αγίου Όρους. Οι Ρώσοι, που μόλις είχαν προσέλθει στη χριστιανική πίστη, προκειμένου να εφοδιαστούν με εκκλησιαστικά βιβλία στη σλαβική γλώσσα, στρέφονταν κατά πρώτο λόγο προς τη Βουλγαρία, η οποία τελούσε σε συνεχή επαφή με το Βυζάντιο και ανέπτυσσε την πρώτη σλαβική γραμματεία. Έτσι οι πληροφορίες ότι οι Βούλγαροι επεξεργάζονται αξιόλογες μεταφράσεις στο Άγιον Όρος, ασφαλώς επαύξαναν τη φήμη της μοναστικής πολιτείας στη νεοφώτιστη Ρωσία.
Αναφορικά με την εμφάνιση των πρώτων Ρώσων στο Άγιον Όρος τίποτε δεν μπορεί να λεχθεί με απόλυτη βεβαιότητα. Η μόνη σαφής ιστορική είδηση, σχετική με έλευση Ρώσου στο Άγιον Όρος, υπάρχει στο αρχαίο χρονικό του Κιέβου, τη Διήγηση των παρωχημένων χρόνων (Повесть временных лет), και ανάγεται στο έτος 1051. Αναφέρεται λοιπόν εδώ ότι κάποιος κοσμικός, που καταγόταν από τη πόλη Λιούμπετς (Любечь), αποφάσισε να ταξιδέψει εκτός Ρωσίας και κατέληξε στον Άθω. Αφού επισκέφθηκε κάποιες αγιορειτικές μονές, έμεινε τελικά σε μία από αυτές, και ζήτησε από τον ηγούμενο να τον κείρει μοναχό. Πράγματι, ο ηγούμενος τον έκειρε και του έδωσε το όνομα Αντώνιος, αφού δε του δίδαξε τα σχετικά με το μοναχικό σχήμα, του είπε: «Πήγαινε και πάλι στη Ρωσία και έχε την ευλογίαν του Αγίου Όρους, διότι από εσένα θα προέλθουν πολλοί μοναχοί» («Иди на Русь обратно и да будет на тебе благословение Святой Горы, ибо от тебя пойдет много чернецов»). Μετά την επιστροφή του στο Κίεβο, ο Αντώνιος αναρωτιόταν πού να εγκαταβιώσει, γιατί τα υπάρχοντα μοναστήρια δεν τον ικανοποιούσαν. Μετά από περιπλάνηση, κατέληξε σε ένα λόφο, στον οποίο προηγουμένως είχε ανοίξει σπήλαιο και ασκείτο ο μοναχός Ιλαρίων, ο οποίος στη συνέχεια κατέστη μητροπολίτης Ρωσίας. Το σπήλαιο άρεσε στον Αντώνιο, ο οποίος εγκαταστάθηκε σ’ αυτό και άρχισε να προσεύχεται, λέγοντας: «Κύριε, στερέωσέ με στον τόπο αυτό, και να μένει σ’ αυτόν η ευλογία του Αγίου Όρους και του ηγουμένου μου, που με έκειρε» («Господи! Устрой меня на месте этом, и да будет на нем благословение Святой Горы и моего игумена, постригшего меня»). Από τότε ο Αντώνιος έμεινε στο σπήλαιο, συνάχθηκαν δε γύρω του δώδεκα μοναχοί, με τη βοήθεια των οποίων διεύρυνε το σπήλαιο και έκτισε ναό· έλεγε δε στους συμμοναστές του: «Αδελφοί, ο Θεός σάς επέλεξε, και βρίσκεστε εδώ με την ευλογία του Αγίου Όρους, με την οποία με έκειρε ο ηγούμενός του, και εγώ έκειρα εσάς. Ας είναι πρώτη επάνω σας η ευλογία από τον Θεό και δεύτερη από το Άγιον Όρος» («Это Бог вас, братия, собрал, и вы здесь по благословению Святой Горы, по которому меня постриг игумен ее, а я вас постриг —да будет благословение на вас, первое от Бога, а второе от Святой Горы»). Αφού ευλόγησε τους αδελφούς, ο Αντώνιος εξέλεξε ηγούμενο ένα μοναχό, τον Βαρλαάμ, ο ίδιος δε αναχώρησε στην έρημο, όπου έζησε σε άσκηση επί σαράντα συνεχή χρόνια. Λίγο μετά την αναχώρηση του Αντωνίου από το σπήλαιο, ήρθαν σ’ αυτόν μοναχοί και ζήτησαν την ευλογία του για να κτίσουν μεγαλύτερο ναό έξω από το σπήλαιο. Αργότερα ζήτησαν και πάλι την ευλογία του, για να ιδρύσουν μοναστήρι. Ο Αντώνιος άκουσε με ιδιαίτερη χαρά την απόφασή τους να ιδρύσουν μοναστήρι και τους έδωσε την ευλογία του, λέγοντας: «Ευλογητός ο Θεός εν παντί, και η ευχή της αγίας Θεοτόκου και των Αγιορειτών πατέρων να είναι μαζί σας» («Благословен бог во всем, и молитва святой Богородицы и святогорских отцов да будет с вами»). Στη συνέχεια ο Αντώνιος ζήτησε τη βοήθεια του ηγεμόνα του κράτους του Κιέβου Ιζιασλάβ, ο οποίος την πρόσφερε πρόθυμα και έτσι ιδρύθηκε η περίφημη Σπηλαιωτική Λαύρα του Κιέβου (Киевопечерская лавра), για την οποία το χρονικό σημειώνει: «Και το σπηλαιωτικό μοναστήρι ξεκίνησε από την ευλογία του Αγίου Όρους» («Пошел же монастырь Печерский от благословения Свтятой Горы»).
Όσο σαφείς και αν φαίνονται σε μια πρώτη ανάγνωση οι ειδήσεις του χρονικού για τον Αντώνιο και τη μετάβασή του στο Άγιον Όρος, εντούτοις, όταν τεθούν υπό αυστηρό έλεγχο αποδεικνύονται συγκεχυμένες. Αυτό οφείλεται στους ιστορικούς αναχρονισμούς του χρονικογράφου και στο γεγονός ότι βασικός του σκοπός, όταν μιλάει για τη μετάβαση του Αντωνίου στο Άγιον Όρος, δεν είναι η εξιστόρηση της πρώτης επαφής των Ρώσων με την αγιορειτική χερσόνησο, αλλά η εξιστόρηση των περιστατικών της ίδρυσης της Λαύρας του Κιέβου. Γνωρίζουμε ότι ο Αντώνιος έζησε στο σπήλαιο σαράντα χρόνια και ότι πέθανε το έτος 1073. Γνωρίζοντας όμως ότι αυτός πέθανε σε ηλικία 90 ετών, προκύπτει ότι το 1051, που αποφάσισε να μεταβεί στο Άγιον Όρος, διήγε το 68ο έτος της ηλικίας του, πράγμα που είναι απίθανο και δημιουργεί υπόνοιες όσον αφορά στην ακρίβεια των χρονολογικών δεδομένων.
Аπό την παραπάνω διήγηση του ρωσικού χρονικού προκύπτει σαφώς ότι ο συγγραφέας του, επιθυμώντας να εξιστορήσει τα σχετικά με την ίδρυση της Λαύρας του Κιέβου, αρχίζει με τη μετάβαση του Αντωνίου στο Άγιος Όρος και συνδέει την ίδρυση του περίφημου αυτού μοναστηριού με την ίδια τη μοναστική πολιτεία του Άθω. Με τη συσχέτιση αυτή η ρωσική μονή αποκτούσε ένα ιδιαίτερο κύρος, αφού θα είχε την ευλογία του Αγίου Όρους, γεγονός το οποίο τη συνέδεε απευθείας με το μεγαλύτερο την εποχή εκείνη μοναστικό κέντρο του ορθοδόξου κόσμου. Τα χρονολογικά προβλήματα που δημιουργούνται από το χρονικό φαίνεται να τα λύνει κάπως ο Ρώσος μοναχός Νέστωρ, μία αφήγηση του οποίου για τον Αντώνιο έχει περιληφθεί στο Πατερικό της Σπηλαιωτικής Λαύρας του Κιέβου (Киевопечерский патерик). Εδώ γίνεται λόγος για δύο μεταβάσεις του Αντωνίου στο Άγιον Όρος, μία επί εποχής του ηγεμόνα Βλαδιμήρου (978-1015) και μία αργότερα, επί Ιζιασλάβ (1054-1073, 1076-1078). Η είδηση αυτή φαίνεται ελάχιστα πιθανή, μολονότι είχε βρει υποστηρικτές στο παρελθόν. Όπως και να έχει το πράγμα, το έτος 1051, το οποίο προτείνει το χρονικό για την άφιξη του Αντωνίου στο Άγιον Όρος, πρέπει οπωσδήποτε να απορριφθεί, εφόσον τα πάντα πείθουν ότι αυτός είχε έρθει εδώ ενωρίτερα. Εξάλλου, από τη φιλολογική κριτική του κειμένου, προκύπτει ότι το ταξίδι του Αντωνίου συνδέθηκε με το έτος 1051, επειδή τον ίδιο χρόνο ο προκάτοχος του σπηλαίου Ιλαρίων εκλέχθηκε μητροπολίτης Ρωσίας και στο σπήλαιο ήρθε και κατοίκησε στη συνέχεια, ανακηρυχθείς μάλιστα σε άγιο, ο Αντώνιος ο Σπηλαιώτης (святой Антоний Печерский).
Δεν είναι στις προθέσεις της παρούσας εξιστόρησης να προχωρήσει σε μία αυστηρή κριτική των πηγών που μνημονεύθηκαν, αλλά αντιθέτως να επισημάνει εδώ δύο βασικά δεδομένα, τα οποία προκύπτουν σαφώς από αυτές. Το πρώτο είναι ότι ο ιδρυτής της περιβόητης Σπηλαιωτικής Λαύρας του Κιέβου, ο άγιος Αντώνιος, εκάρη μοναχός στο Άγιον Όρος, και το δεύτερο είναι ότι η ίδρυση της περίφημης αυτής ρωσικής μονής συνδέεται με το μοναχισμό της αθωνικής χερσονήσου. Αυτά τα δύο δεδομένα προσέδιδαν ένα βασικό και διαχρονικό κύρος στις απαρχές του ρωσικού μοναχισμού, εφόσον αυτός είχε λάβει τις αρχές του από έναν ιερό τόπο ο οποίος είχε καταστεί διορθόδοξο μοναστικό κέντρο.
Για επαφές των Ρώσων με το Άγιον Όρος υπάρχουν έμμεσες πληροφορίες, οι οποίες τις ανάγουν σε εποχή προγενέστερη της επίσκεψης του αγίου Αντωνίου. Στον Βίο του αγίου Μωυσέως, του Ούγγρου, λέγεται ότι μετά το 1019, ενόσω αυτός ήταν αιχμάλωτος στην Πολωνία και υφίστατο μαρτύρια, καθώς επίσης και μεγάλους πειρασμούς από μία πολιτικώς ισχυρή γυναίκα, «εκείνες τις ημέρες έφθασε κάποιος μοναχός από το Άγιον Όρος, ιερέας σε βαθμό, σταλμένος από τον Θεό, και ήρθε προς τον μακαριστό και τον έντυσε με το αγγελικό σχήμα» («В те дни приехал, из Святой Горы некий монах, саном иерей, присланый Богом, и пришел к блаженному и облек его ангельским чином»). Στη συνέχεια του δίδαξε πολλά περί καθαρότητας και ότι δεν πρέπει να υποχωρεί μπροστά στον εχθρό. Ανεξάρτητα από το πόσο ιστορικά ακριβής είναι αυτή η είδηση, εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι εκείνος που διηγείται τη ζωή του αγίου Μωυσή, στις πολύ δύσκολες στιγμές που αυτός περνούσε, εμφανίζει έναν Αγιορείτη ιερομόναχο να έρχεται από Θεού για να τον λυτρώσει από τον πειρασμό και την πνευματική υποδούλωση, δίνοντάς του μάλιστα το μοναχικό σχήμα. Εκτός από αυτή τη διήγηση όμως υπάρχει και μία πληροφορία που προέρχεται από μεταγενέστερο ρωσικό χρονικό, σύμφωνα με την οποία η ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιον Όρος είχε κτιστεί από τον ηγεμόνα Βλαδίμηρο, επί του οποίου βαπτίσθηκε το ρωσικό έθνος. Η είδηση αυτή προέρχεται από μία παλαιά σλαβική παράδοση, η οποία αναζωογονήθηκε τον 16ο αιώνα.
2. Η δημιουργία ρωσικής μονής στον Άθω
Σε επίρρωση των παραδόσεων αυτών έρχονται σαφέστερες πια ειδήσεις που προκύπτουν από αγιορειτικά έγγραφα, οι οποίες δεν επιτρέπουν να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι, ήδη από τις αρχές του 11ου αιώνα, όχι μόνο υπήρχαν Ρώσοι μοναχοί στο Άγιον Όρος, αλλά είχαν και δική τους μονή. Οπωσδήποτε μεμονωμένως και σποραδικώς είχαν εμφανιστεί Ρώσοι επί της αγιορειτικής χερσονήσου πολύ πρίν από την ίδρυση εκεί δικής τους μονής, δηλαδή γύρω στα τέλη του 10ου αιώνα. Σε ένα από τα έγγραφα της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου έχει περιληφθεί η υπογραφή του ηγουμένου της πρώτης ρωσικής μονής στον Άθω. Το έγγραφο αυτό είναι του έτους 1016 και αποτελούσε ένα συμφωνητικό μεταξύ των μοναχών Νικολάου και Συμεών και αφορούσε στη διοίκηση της μονής Ατζιϊωάννου. Μεταξύ των άλλων υπογραφών που βεβαιώνουν τη συμφωνία διαβάζουμε: «Γεράσιμος μοναχὸς ἐλέῳΘεοῦ πρεσβύτερος καὶ ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ ῾Ρῶς μαρτυρῶν ὑπέγραψα ἰδιοχείρως». Οπωσδήποτε δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι εδώ έχουμε μαρτυρία για ύπαρξη ρωσικής μονής στο Άγιον Όρος. Την εποχή εκείνη οι Ρώσοι και η χώρα τους προσδιορίζονταν ακόμη με το άκλιτο όνομα Ρς, το οποίο για πρώτη φορά μνημονεύεται σε έγγραφο του πατριάρχου Φωτίου του έτους 867. Βεβαίως είναι δύσκολο να προσδιοριστεί πού ακριβώς βρισκόταν αυτή η μονή, διότι απλούστατα τίποτε περισσότερο δεν λέγεται γι’ αυτήν.
Ρωσική αγιορειτική μονή μνημονεύεται και πάλι στα αγιορειτικά έγγραφα το έτος 1030, αλλά αυτή τη φορά με την ονομασία «τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Ξυλουργού». Προφανώς κάποιος από τους Ρώσους μοναχούς που κατοικούσαν στη μονή ήταν φημισμένος ξυλουργός και γι’ αυτό η μονή πήρε το όνομά της από αυτή την ιδιότητά του. Ποιές υπήρξαν οι σχέσεις της μονής αυτής με τη Ρωσία είναι εντελώς άγνωστο, πάντως δεν στερείται πιθανότητας η υπόθεση, ότι υπήρχαν μέσα σ’ αυτήν αρκετοί Ρώσοι μοναχοί και ότι την ενίσχυσε ο ηγεμόνας του Κιέβου Γιαροσλάβ, του οποίου άλλωστε το ενδιαφέρον για τα εκκλησιαστικά γενικώς πράγματα ήταν οπωσδήποτε γνωστό. Το έτος 1030 η Μονή Ξυλουργού αγόρασε το κελλί του Δημητρίου Χαλκέως, γεγονός το οποίο δηλώνει ότι αυτή ήταν οικονομικώς εύρωστη. Δεν είναι λοιπόν απίθανο η ρωσική μονή του Αγίου Όρους να είχε ήδη αρχίσει να λαμβάνει οικονομική βοήθεια από τη Ρωσία.       
Την άνοιξη του έτους 1043, με αφορμή τη δολοφονία ενός διακεκριμένου ρωσικού προσώπου στην Κωνσταντινούπολη, οι σχέσεις Ρωσίας και Βυζαντίου διακόπηκαν. Οι Ρώσοι επιτέθηκαν από τη θάλασσα εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, και έτσι άρχισαν εχθροπραξίες μεταξύ των δύο κρατών. Ο ρωσικός στόλος εμφανίστηκε στον Βόσπορο, με σκοπό να επιτεθεί στην πρωτεύουσα του βυζαντινού κράτους, αλλά νικήθηκε από τους Βυζαντινούς. Τελικά οι σχέσεις Βυζαντίου και Ρωσίας αποκαταστάθηκαν και πάλι γύρω στο έτος 1047, με την υπογραφή συμφώνου ειρήνης, έγιναν μάλιστα πολύ στενές μετά τη σύναψη γάμου μεταξύ του Βσέβολοντ, γιού του ηγεμόνα Γιαροσλάβ και της κόρης του Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου. Ο ρωσοβυζαντινός αυτός πόλεμος είχε αναπόφευκτα συνέπειες στη ζωή της ρωσικής μονής του Αγίου Όρους. Η εμφάνιση ρωσικού στόλου στα βυζαντινά χωρικά ύδατα θα επέτρεψε ίσως στους Αγιορείτες να σκεφθούν, ότι οι Ρώσοι επιδρομείς θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προπύργιο στη ρωσική μονή του Αγίου Όρους, η οποία, όπως άλλωστε οι περισσότερες μονές της εποχής, ήταν κτισμένη σε σχήμα φρουρίου, με τείχος και πύργους. Αγιορειτική πράξη που χρονολογείται στο έτος 1048, δηλαδή ένα χρόνο μετά τη λήξη του πολέμου, υποχρέωνε τον ηγούμενο Γρηγόριο της Μονής Δομετίου να αποζημιώσει τη Μονή Ξυλουργού για τις καταστροφές που είχαν επιφέρει οι μοναχοί του στο επίνειο και τις λέμβους της ρωσικής μονής. Πρέπει να υποθέσουμε ότι οι καταστροφές έγιναν, για το λόγο που αναφέρθηκε, στη διάρκεια του ρωσοβυζαντινού πολέμου. Η υποχρέωση να αποζημιώσει το ρωσικό μοναστήρι επιβαλλόταν στον ηγούμενο Γρηγόριο σύμφωνα με αυτοκρατορικό πιττάκιο, το οποίο είχαν προκαλέσει οι μοναχοί της ρωσικής μονής και είχε σταλεί από τον αυτοκράτορα στον Πρώτο του Αγίου Όρους. Το γεγονός ότι οι Ρώσοι μοναχοί τόλμησαν να απευθυνθούν απευθείας στον αυτοκράτορα, ο οποίος, μόλις πριν από τρία χρόνια, τον Σεπτέμβριο του 1045, είχε επικυρώσει το αγιορειτικό Τυπικό, στο οποίο ρητώς αναφερόταν ότι απαγορεύεται στους μοναχούς του Αγίου Όρους να αποτείνονται στον αυτοκράτορα, για υποθέσεις που μπορούσαν να λυθούν από τις αγιορειτικές αρχές, δείχνει ότι οι ρωσοβυζαντινές σχέσεις διατηρούσαν τέτοιο χαρακτήρα που επέτρεπε στους Ρώσους μοναχούς να έχουν παρρησία ενώπιον του Βυζαντινού αυτοκράτορα.
Από όσα λέχθηκαν γίνεται φανερό ότι, όταν έφθασε στο Άγιον Όρος ο άγιος Αντώνιος, για τον οποίο έγινε λόγος, ο ρωσικός μοναχισμός είχε ήδη αποκτήσει εκεί κάποια παράδοση. Ερχόμενος ο άγιος Αντώνιος στον Άθω βρήκε ήδη οργανωμένη τη ρωσική μονή, στην οποία εγκαταβίωσε, αφού προηγουμένως θα επισκέφθηκε και άλλα καθιδρύματα, στα οποία ζούσαν Σλάβοι μοναχοί. Ο άγιος Αντώνιος υπήρξε ο περισσότερο διακεκριμένος για την οσιότητά του Ρώσος μοναχός την περίοδο αυτή. Η συμβολή του στην άνθηση του μοναχισμού στη Ρωσία υπήρξε ύψιστης σημασίας, αυτός δε ακριβώς ήταν ο λόγος για τον οποίο ο χρονικογράφος θεώρησε σκόπιμο να εξιστορήσει τα σχετικά με την επίσκεψή του στο Άγιον Όρος, διότι ο άγιος Αντώνιος μετέφερε στη Ρωσία το πρότυπο του μοναχισμού και την ευλογία του ιερού αυτού τόπου.
Από ένα έγγραφο του έτους 1142 πληροφορούμαστε ότι στη ρωσική μονή πραγματοποιήθηκε  σύναξη πολλών ηγουμένων μονών και μοναχών, οι οποίοι προέβησαν σε απογραφή των αντικειμένων της κινητής περιουσίας της μονής. Ο όγκος και ο μεγάλος αριθμός των αξιόλογων και μεγάλης αξίας αντικειμένων, τα οποία μάλιστα ήταν σχεδόν όλα ρωσικής προέλευσης, επιτρέπει να υποθέσει κανείς ότι η μονή είχε αρκετά μεγάλη μοναστική  αδελφότητα, με αξιόλογο αριθμό πατέρων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η καταγραφή ρωσικών βιβλίων που υπήρχαν σ’ αυτήν, και τα οποία ήταν: Απόστολοι 5, Παρακλητικές 2, Οκτώηχοι 5, Ειρμολόγια 5, Συναξάρια 5, Μηναία 12, Πατερικά 2, Ψαλτήρια 5, έργα του αγίου Εφραίμ, Βίος αγίου Παγκρατίου, Ωρολόγια 5 και ένας Νομοκάνων, συνολικά 49 βιβλία. Η ύπαρξη τόσων χειρόγραφων σλαβικών βιβλίων στη μονή αποτελεί μαρτυρία και για αξιόλογο αριθμό μοναχών, αλλά και για το ότι μέσα σ’ αυτήν εκπονούνταν αντίγραφα και μεταφράσεις εκκλησιαστικών έργων από την ελληνική γλώσσα. Έτσι το έγγραφο του έτους 1142 αποτελεί έμμεση μαρτυρία για το ότι η ρωσική μονή την εποχή  εκείνη ήταν αξιόλογο πνευματικό κέντρο, από το οποίο προφανώς η Ρωσία εφοδιαζόταν ένα σημαντικό αριθμό από χειρόγραφα με μεταφράσεις ελληνικών κειμένων.
Η συνεχής αύξηση των μοναχών, οι οποίοι έρχονταν από τη Ρωσία, φαίνεται ότι δημιούργησε πρόβλημα χώρου διαβίωσής τους μέσα στη Μονή Ξυλουργού. Συντόμως ο ηγούμενος Παγκράτιος βρέθηκε στην ανάγκη να αναζητήσει έναν άλλο τόπο μέσα στο Άγιον Όρος, στον οποίο θα μπορούσε να μεταφερθεί μαζί με τους πολυπληθείς μοναχούς του. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο, στις 15 Αυγούστου 1169, ο Παγκράτιος παρουσιάστηκε στη Σύναξη του Αγίου Όρους και ζήτησε να δοθεί στους Ρώσους μια εγκαταλειμμένη και ερειπωμένη μονή για να μετοικήσει σ’ αυτήν μαζί με την αδελφότητά του. Η αγιορειτική Σύναξη εξέτασε το ζήτημα και τελικώς παραχώρησε στον ηγούμενο της ρωσικής μονής την άλλοτε ανθηρή Μονή του Θεσσαλονικέως, η οποία βρισκόταν ήδη σε κατάσταση ερείπωσης. Η μονή αυτή βρισκόταν ψηλά, στο βουνό, και είναι αυτή που σήμερα ονομάζεται Παλιομονάστηρο. Μέσα στη νέα μονή, η οποία επισκευάστηκε κατάλληλα, η ρωσική αδελφότητα συνέχισε τη ζωή της στο ρυθμό που τηρούσε και προηγουμένως.
Περί των Ρώσων Αγιορειτών κατά τη διάρκεια του 12ου και 13ου αιώνα υπάρχουν ειδήσεις από σλαβικές πηγές, από τις οποίες προκύπτει ότι η μονή τους ήταν καλά επανδρωμένη, διατηρούσε δε επαφές με τις σλαβικές χώρες. Γύρω στα τέλη του 12ου αιώνα βρισκόταν στη Σερβία ένας Ρώσος Αγιορείτης, ο οποίος, με το κήρυγμά του είλκυσε προς το μοναχισμό τον γιο του ηγεμόνα (κράλη-краль) της Σερβίας Στέφανο Νέμανια (Неманья), ο οποίος, με το όνομα Σάββας, που έλαβε ως μοναχός, αναδείχθηκε σε μεγάλο άγιο του σερβικού έθνους. Ο άγιος Σάββας ήρθε στο Άγιον Όρος γύρω στα 1192 και αρχικά κοινοβίασε στη ρωσική Μονή του Θεσσαλονικέως, η οποία τιμόταν ήδη στο όνομα του Αγίου Παντελεήμονος. Στη συνέχεια, μαζί με τον πατέρα του, ο οποίος επίσης ασπάστηκε το μοναχικό βίο, ίδρυσε το 1198 τη Μονή Χελανδαρίου. Την εποχή εκείνη οι Ρώσοι κατείχαν στο Άγιον Όρος την τρίτη θέση μεταξύ των εθνοτήτων που υπήρχαν εκεί, μετά τους Έλληνες και τους Ίβηρες.
Εάν οι Ρώσοι Αγιορείτες την εποχή εκείνη είχαν στενές σχέσεις με τους νότιους Σλάβους, με τους οποίους είχαν φυλετική και γλωσσική συγγένεια, ήταν φυσικό να έχουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σχέσεις με την πατρίδα τους τη Ρωσία. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, ο Άθως έγινε γνωστός στη Ρωσία πολύ σύντομα μετά τον εκχριστιανισμό της χώρας, οι δε περιοδείες των Ρώσων στους Αγίους Τόπους της Ανατολής, που άρχισαν από τον 11ο αιώνα, συντέλεσαν σε μεγάλο βαθμό στη γνωριμία τους με τον Άθω και τη δημιουργία σχέσεων με αυτόν. Τρία ήταν κυρίως τα πνευματικά κέντρα της Ορθοδοξίας, με τα οποία οι Ρώσοι επιδίωκαν να αναπτύξουν στενές επαφές, η Κωνσταντινούπολη, τα Ιεροσόλυμα και το Άγιον Όρος. Οι Ρώσοι στρέφονταν προς τα κέντρα αυτά επιθυμώντας να διδαχθούν από την πείρα των Ελλήνων μοναχών και να εφοδιαστούν με βιβλία, τα οποία θα συνέβαλλαν στην ανάπτυξη ρωσικής εκκλησιαστικής γραμματείας.
Γύρω στα μέσα του 13ου αιώνα το Άγιον Όρος είχε αποκτήσει στη Ρωσία τέτοιο κύρος, ώστε σε ορισμένες επισκοπές να προκρίνονται ως υποψήφιοι επίσκοποι κληρικοί οι οποίοι είχαν αγιορειτική προέλευση. Χαρακτηριστική περίπτωση προτίμησης Αγιορείτη για τον επισκοπικό θρόνο είναι εκείνη της επισκοπής της πόλης Βλαδίμηρο. Οι ηγεμόνες της Γαλικίας Δανιήλ και Βασίλειος Ρομάνοφ πέτυχαν να εκλεχθεί επίσκοπος Βλαδιμήρου ο Ρώσος Αγιορείτης Ιωάσαφ, όταν δε αυτός πέθανε τον διαδέχθηκε ο επίσης Αγιορείτης Βασίλειος. Την ίδια περίπου εποχή, στην επισκοπή Τσερνίγοβ (Чернигов) εκλέχθηκε επίσκοπος ο Αγιορείτης μοναχός Ευφρόσυνος, ο οποίος μάλιστα, σύμφωνα με κάποια παράδοση, μετέφερε από τον Άθω στη Ρωσία την περίφημη εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας.
Η φήμη των Αγίων Τόπων και του Άθω είχε επεκταθεί μέχρι και αυτή τη βορειοδυτική Ρωσία, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το εξής περιστατικό. O γιος του ηγεμόνα της ειδωλολατρικής Λιθουανίας, ο οποίος λεγόταν Βόϊσελγκ (Войшелг), είχε κατηχηθεί στην ορθόδοξη πίστη, πιθανότατα από Ρώσους που είχαν έρθει στη χώρα του. Οι νέες θρησκευτικές πεποιθήσεις τού υπαγόρευσαν να εγκαταλείψει το 1265 την πατρίδα του και να μεταβεί στις βυζαντινές χώρες, την πηγή της Ορθοδοξίας, προκειμένου να δεχθεί το ορθόδοξο βάπτισμα. Αρχικώς αυτός κατευθύνθηκε στη Μονή Σινά, όπου συμπληρώθηκε η κατήχησή του και έγινε δεκτός στο βάπτισμα, ύστερα όμως μετέβη στο Άγιον Όρος, και εκεί εκάρη μοναχός και έζησε επί τρία ολόκληρα χρόνια. Στη συνέχεια επέστρεψε στην πατρίδα του και έγινε ένθερμος κήρυκας της ορθόδοξης πίστης, συνάντησε όμως την αντίδραση του πατέρα του Μίντοβγκ (Миндовг) και γι’ αυτό εγκαταστάθηκε σε τόπο στον οποίο ζούσαν χριστιανοί, όπου και ίδρυσε μοναστήρι, μεταλαμπαδεύοντας έτσι τον ορθόδοξο μοναχισμό, όπως τον γνώρισε στο Σινά, προπαντός όμως στο Άγιον Όρος, εκεί δηλαδή όπου είχε λάβει το μοναχικό σχήμα.
Κοντά στην πόλη Βλαδίμηρο της δυτικής Ρωσίας υπήρχε μονή, η οποία ονομαζόταν «Αγιορειτική μονή» (Святогорский монастырь) και διατηρούσε στενές σχέσεις με τη Σπηλαιωτική Λαύρα του Κιέβου. Είναι προφανές ότι η μονή εκείνη έλαβε την ονομασία «αγιορειτική» λόγω των επαφών που θα είχε με το Άγιον Όρος. Αλλά και η Σπηλαιωτική Λαύρα, η οποία υπήρξε το σπουδαιότερο μοναστήρι της ρωσικής γης στους αρχαίους χρόνους, διατηρούσε στενότατες σχέσεις με το Άγιον Όρος γενικώς, ασφαλώς δε ειδικότερα, όπως πρέπει να υποθέσουμε, θα είχε δημιουργήσει δεσμούς με την εκεί ρωσική μονή από την εποχή που αυτή ιδρύθηκε. Οι σχέσεις της δυτικής Ρωσίας με τον Άγιον Όρος, οι οποίες είχαν αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό, δοκίμασαν μία μεγάλη κρίση όταν, μεταξύ των ετών 1237 και 1240, πραγματοποιήθηκε η επέλαση των Τατάρων στο Κράτος του Κιέβου, το οποίο τελικώς και κατέλυσαν, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί η οικονομική ενίσχυση την οποία αυτό παρείχε στη ρωσική μονή. Έτσι η μονή αυτή εισήλθε σε μακρά περίοδο φτώχειας και μεγάλης ανέχειας. Αλλά και η συνέχεια στην ιστορία του Βυζαντίου και των βαλκανικών σλαβικών κρατών κατά τον 13ο, 14ο και 15ο αιώνα, με τις επιδρομές των Φράγκων, Καταλανών και τελικά την τουρκική κατάκτηση του Βυζαντίου, της Βουλγαρίας και της Σερβίας, δημιούργησε πάρα πολύ δυσμενείς όρους για την επικοινωνία των Ρώσων με το Άγιον Όρος και ιδιαιτέρως με την εκεί μονή τους.  Ιδιαίτερη βλάβη από τις επιθέσεις των Καταλανών υπέστη η ρωσική μονή το έτος 1309, όταν αυτοί την πυρπόλησαν, με αποτέλεσμα να καούν όλοι οι θησαυροί της, τα χειρόγραφα και τα πολύτιμα έγγραφα που διασώζονταν σ’ αυτήν. Από τη φωτιά γλύτωσε μόνο ο πύργος της μονής. Με την απώλεια αυτή έχασε η μονή και τα αποδεικτικά έγγραφα για τα περιουσιακά της στοιχεία. Σε αναπλήρωση αυτών των απωλειών, τον Σεπτέμβριο του 1312 ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ ο Παλαιολόγος απέλυσε χρυσόβουλλο με το οποίο επικύρωνε τα κυριαρχικά δικαιώματα της «σεβασμίας των Ρώσων Μονής» σε κτήματά της στη Θεσσαλονίκη, την Καλαμαριά και τη Χαλκιδική.
3. Διαπρεπείς Ρώσοι μοναχοί στον Άθω τον 14ο και 15ο αιώνα
Παρά τις πολύ δυσμενείς συνθήκες που αναφέρθηκαν και τη διακοπή οικονομικής ενίσχυσης που ερχόταν από τη Ρωσία, οι επισκέψεις Ρώσων στο Άγιον Όρος δεν έπαψαν εντελώς. Είναι γεγονός ότι κατά τον 14ο αιώνα στη ρωσική μονή εγκαταβίωσαν και Σέρβοι μοναχοί. Ωστόσο το Άγιον Όρος συνέχιζε να γίνεται όλο και πιο γνωστό στη Ρωσία χάρη στους Ρώσους περιηγητές, οι οποίοι κατά καιρούς το επισκέπτονταν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν όσα έχει γράψει για το Άγιον Όρος ο αρχιμανδρίτης Δοσίθεος, της σπηλαιωτικής Μονής της Αναλήψεως του Κάτω Νόβγκοροντ (Нижный Новгород), ο οποίος πραγματοποίησε επίσκεψη στον Άθω στα τέλη του 14ου με αρχές του 15ου αιώνα, παρέμεινε μάλιστα εκεί για αρκετό διάστημα. Από την παραμονή του στο Άγιον Όρος άφησε ο Δοσίθεος δύο συγγραφές, οι οποίες παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον για την πνευματική ιστορία του ιερού τόπου, αλλά και για τα διδάγματα που έπαιρνε από αυτόν η Ρωσία. Η μία από αυτές επιγράφεται Τυπικό (Устав) και η άλλη Κανών(Чин). Σ’ αυτές περιγράφονται πτυχές της πνευματικής ζωής των Αγιορειτών πατέρων, ιδιαιτέρως μάλιστα των κελλιωτών και ησυχαστών. Σε μία από αυτές, η οποία αποτελεί απάντηση σε ερωτήματα που είχε θέσει στον Δοσίθεο ένας ηγούμενος ρωσικής μονής, λέγεται το εξής: «Οι υποτακτικοί στον Άθω ζουν κατά το θέλημα και την ευλογία των γερόντων. Όσοι αδελφοί ζουν σε δικά τους κελλιά, τηρούν σε όλη τους τη ζωή τον ίδιο κανόνα, διαβάζοντας καθημερινώς το μισό του Ψαλτηρίου και λέγοντας εξακόσιες φορές την ευχή: “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με”. Εάν δε κάποιος επιθυμεί να υπερβεί [τον κανόνα] απόκειται στο θέλημά του. Εκτός από αυτά εκτελούν από τριακόσιες έως πεντακόσιες μετάνοιες. Επιπροσθέτως όμως, σε κάθε στιγμή, είτε κάθονται είτε περπατούν, είναι ξαπλωμένοι ή κάνουν εργόχειρο, αδιαλείπτως επαναλαμβάνουν με τη γλώσσα και την καρδιακή αναπνοή: “Κύριε Ιησού Χριστέ”. Σε όσους δεν γνωρίζουν γράμματα [έχει οριστεί], εκτός από τις μετάνοιες, κατά το εκκλησιαστικό τυπικό, να εκτελούν ανά επτά χιλιάδες φορές την ευχή του Ιησού. Για τους αδυνάτους είναι ευκολότερος ο κανόνας. Για τους πρεσβύτερους [έχει οριστεί να ενδιατρίβουν] στην ευχή του Ιησού και να κάνουν μετάνοιες κατά δύναμη. Οι Αγιορείτες, με τη χάρη του Θεού, επιμελώς τηρούν και αγαπούν τη σιωπή, αποφεύγουν δε την τύρβη και το θόρυβο, τις φιλίες και τις κοσμικές συζητήσεις. Και για χάρη του Θεού, πείτε τα αυτά και στους υπόλοιπους αδελφούς, εάν κάποιος ρωτήσει· ότι οι άγιοι πατέρες στη Ρωσία συνηθίζουν να διαβάζουν ολόκληρο τον Ψαλτήρα τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και στις άλλες νηστείες, ενώ όταν δεν υπάρχει νηστεία δεν διαβάζουν ούτε έναν Ψαλμό. Οι Αγιορείτες όμως δεν κάνουν έτσι· αυτοί τηρούν τον κανόνα σε ολόκληρη τη ζωή τους. Κάθε αδελφός ενδείκνυται να έχει στο κελλί του εικονοστάσι ή σταυρό, και μπροστά από αυτά να εκτελεί τον καθιερωμένο κανόνα. Αυτός που δεν μπορεί να διαβάσει οφείλει να υπηρετεί με τη χειρωνακτική εργασία, με υποταγή στην ακολουθία και με αποκοπή της βούλησης».
Με τις πληροφορίες του αυτές ο Δοσίθεος παρουσίαζε στους μοναχούς της Ρωσίας ένα υπόδειγμα μοναχικής ζωής, έτσι όπως αυτό είχε διαμορφωθεί στο κατεξοχήν πνευματικό κέντρο του ορθοδόξου μοναχισμού την εποχή εκείνη. Μέσα από αυτές τις πληροφορίες το Άγιον Όρος παρέμενε ένας διδάσκαλος πνευματικότητας και ασκητισμού για τη Ρωσία. Μολονότι ο Δοσίθεος περιγράφει πτυχές της πνευματικής ζωής των πατέρων του Άθω, εντούτοις δεν μνημονεύει καθόλου κάποια παρουσία Ρώσων μοναχών εκεί, ούτε και αναφέρει ύπαρξη ρωσικής μονής. Οπωσδήποτε αυτή η σιγή του δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε ρωσική μονή, αλλά απλώς ότι αυτό δεν ήταν στις προθέσεις του, να αναφερθεί δηλαδή σ’ αυτήν. Εκτός από την αδιαμφισβήτητη αυτή πραγματικότητα, πρέπει να δεχθούμε ακόμη ότι οι Ρώσοι μοναχοί στον Άθω, κατά τη διάρκεια των ησυχαστικών ερίδων του 14ου αιώνα, όσοι και αν ήταν εκεί, τάσσονταν οπωσδήποτε με το μέρος των Ησυχαστών πατέρων, κορυφαίοι των οποίων ήταν οι άγιοι Γρηγόριος Σιναΐτης, Γρηγόριος Παλαμάς, Φιλόθεος Κόκκινος, καθώς και άλλοι, οι οποίοι είχαν διατελέσει επίσης μοναχοί στο Άγιον Όρος.
Στη διάρκεια του 15ου αιώνα ήταν αρκετοί οι Ρώσοι που επισκέφθηκαν το Άγιον Όρος ή έζησαν εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα. Αυτοί βεβαίως μετέφεραν στη Ρωσία πληροφορίες σχετικές με τα μοναστήρια και τη ζωή των μοναχών του Αγίου Όρους, με τις οποίες εμπλουτίζονταν οι γνώσεις των συμπατριωτών τους για την ιερή χερσόνησο. Στους ανθρώπους αυτούς οφειλόταν μία προέκταση της αθωνικής μοναστικής παράδοσης στη Ρωσία. Μέσα στη συνάφεια αυτή άξια ιδιαίτερης προσοχής υπήρξε η περίπτωση του αγίου μοναχού Νείλου Σόρσκυ (1433-1508), ο οποίος έμεινε στην ιστορία του ρωσικού μοναχισμού ως μία από τις επιφανέστερες μορφές του και καθιέρωσε μία παράδοση η οποία είχε συνέχεια στην πνευματική ζωή της χώρας του. Δυστυχώς για τη ζωή του Νείλου πολύ λίγα είναι γνωστά, διότι οι σχετικές βιογραφικές πηγές γι’ αυτόν έχουν χαθεί. Γνωρίζουμε απλώς ότι καταγόταν από τη Μόσχα και το οικογενειακό του όνομα ήταν Μάϊκοφ (Майков). Η οικογένειά του είχε ευγενή καταγωγή και ο ίδιος από μικρός ασχολείτο με την αντιγραφή βιβλίων, είναι δε φανερό ότι είχε μάθει και την ελληνική γλώσσα.  
Ο Νείλος αρχικώς εγκαταβίωσε στη Μονή του Αγίου Κυρίλλου στην περιοχή της Λευκής Λίμνης της βόρειας Ρωσίας (Кирилло-Белозерский монастырь), στη συνέχεια δε, συνοδευόμενος από τον μαθητή του Ιννοκέντιο Οχλιάμπιν, ήρθε στο Άγιον Όρος. Πόσο διάστημα έμεινε εδώ δεν είναι γνωστό, πάντως αυτό πρέπει να ήταν αρκετά μεγάλο, όπως αποδεικνύεται και από τη μοναστική πρακτική που δημιούργησε, αλλά και από το συγγραφικό έργο το οποίο άφησε, έχοντας και αυτό ως βάση την αγιορειτική παράδοση. Έχει υπολογιστεί ότι παρέμεινε στο Άγιον Όρος περίπου μία δεκαετία. Προφανώς στον Άθω ο Νείλος δεν έζησε σε μοναστήρι, αλλά επέλεξε τον ερημιτικό βίο, σε σκήτη ή σε κάποιο κελλί, διότι σε ένα τέτοιο συμπέρασμα οδηγεί το ίδιο το συγγραφικό του έργο. Εκτός από τρεις επιστολές και τη Διαθήκη του, ο Νείλος κατέλιπε τρία αξιόλογα έργα, την Υποθήκη προς τους οικείους μαθητές, τοΣκητιωτικό τυπικό και το Συνοδικό βίων Ελλήνων αγίων. Στο πρώτο από τα έργα αυτά παρέχονται οδηγίες για έναν πολύ αυστηρό μοναχικό βίο, ο οποίος θα βασίζεται στις παραδόσεις μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας. Εδώ κηρύσσεται η πλήρης ακτημοσύνη, η υπακοή και η αποκοπή του ιδίου θελήματος. Το Σκητιωτικό τυπικό είναι έργο με καθαρώς ησυχαστικές αρχές, με οδηγίες για την τήρηση του νου και την πρακτική της νοεράς προσευχής, έτσι όπως την είχαν διδάξει οι πατέρες της Εκκλησίας και την ασκούσαν οι Αθωνίτες μοναχοί. Γενικώς ο Νείλος προέβαλλε τις αρετές του αναχωρητικού βίου, τη συνοίκηση ελάχιστων μοναχών σε έρημο τόπο και την άσκηση, τα πνευματικά προβλήματα αυτού του βίου, οι πειρασμοί και η αντίσταση σ’ αυτούς και η απάρνηση των υλικών αγαθών. Το τρίτο έργο του είναι μία συλλογή βίων αγίων, μεγάλων ασκητών, μεταξύ των οποίων και των Αθωνιτών αγίων Πέτρου και Αθανασίου, του ιδρυτή του κοινοβίου της Λαύρας. Γενικώς ο Νείλος δημιούργησε στη Ρωσία μία σχολή με ησυχαστικά και αθωνικά πρότυπα, η οποία ήταν κατά της κατοχής χωριών και κτηματικής περιουσίας των μοναστηριών, όπως επίσης και κατά της σε θάνατο καταδίκης των αιρετικών. Αργότερα με τους πνευματικούς διαδόχους του Νείλου, που ακολουθούσαν τις ίδιες κατευθύνσεις, ήρθε σε επαφή και τους βρήκε συμπαραστάτες στις εναντίον του κατηγορίες ο διαπρεπής Αθωνίτης Μάξιμος ο Γραικός (1470-1556), μοναχός της Μονής Βατοπαιδίου, ο οποίος ζούσε στη Ρωσία. Στον ίδιο κύκλο ανήκε και ο Ρώσος ιεροδιάκονος Δαμασκηνός, ο οποίος επισκέφθηκε το Άγιον Όρος στα τέλη του 17ου με αρχές 18ου αιώνα, και συνέγραψε ένα πόνημα στο οποίο παραλλήλιζε την αυστηρή σε πραδόσεις ρωσική Μονή Σολόβκι με το μοναχισμό του Αγίου Όρους. Στο πόνημα αυτό, ο Δαμασκηνός έγραφε: «Στο όρος Άθω υπάρχει ο τέλειος μοναχισμός… εκεί είναι η τέλεια παράδοση και οι [πνευματικοί] γέροντες… διότι το όρος Άθω είναι η μοναστική πρωτεύουσα, η αρχή και το θεμέλιο, η ρίζα και η πηγή του μοναχισμού, τόσο κατά την εσωτερικότητα όσο και κατά την εξωτερικότητα». 
Είναι άξιο προσοχής το γεγονός ότι ο Νείλος δεν έκανε λόγο περί Ρώσων μοναχών στο Άγιον Όρος. Την εποχή που αυτός επισκέφθηκε τον Άθω η ρωσική μονή κατοικείτο μάλλον από Σέρβους μοναχούς, γεγονός που μαρτυρείται από τις προσφορές προς αυτήν των Σέρβων ηγεμόνων σε όλη τη διάρκεια του 14ου και μέχρι τις αρχές του 15ου αιώνα. Είναι γνωστό ότι κατά καιρούς εκπρόσωποι της Μονής επισκέπτονταν τη Ρωσία και λάμβαναν οικονομική βοήθεια από τους μεγάλους ηγεμόνες της Μόσχας και αργότερα τους τσάρους της Ρωσίας, εφόσον εμφανίζονταν ως μοναχοί της «μονής των Ρώσων», διότι η Μονή του Αγίου Παντελεήμονος συνέχιζε πάντοτε να θεωρείται των Ρώσων. Τον 17ο αιώνα η μονή πέρασε σε μεγάλη ανέχεια, σε σημείο να αναγκαστεί να πουλήσει κτήματά της. Σε ελληνικό μάλιστα έγγραφο του 1693 διαβάζουμε: «εὑρίσκεται τὸ μοναστήριον τῶν ῾Ρωσῶν ἔρημον». Ο Ουκρανός περιηγητής και στη συνέχεια μοναχός Βασίλειος Γκρηγκορόβιτς-Μπάρσκυ (1701-1747) επισκέφθηκε το Άγιον Όρος δύο φορές, το 1725-26 και το 1744, και άφησε δύο πολύ μεγάλης ιστορικής αξίας περιγραφές για τα μοναστήρια, τους μοναχούς και τα κειμήλια των μονών. Το 1726 στη Μονή του Αγίου Παντελέημονος ο Μπάρσκυ βρήκε μόνο δύο Βουλγάρους και δύο Ρώσους μοναχούς, ενώ το 1744 αναφέρει ότι στο μοναστήρι εγκαταβίωναν γύρω στους δώδεκα Έλληνες μοναχοί και κανένας Ρώσος. Έτσι βλέπουμε τη ρωσική μονή να μην έχει πια Ρώσους μοναχούς, αλλά στη συνέχεια και να σβήνει οριστικά περί τα τέλη του 18ου αιώνα, ύστερα από πυρκαγιά, της οποίας τα αίτια παραμένουν αδιευκρίνιστα. Το 1803 αναβίωσε η Μονή Ρωσικού στην παραλία του Αγίου Όρους, στο πρώην επίνειό της, εκεί όπου υπάρχει σήμερα. Η νέα μονή κτίστηκε με χρηματοδότηση του Έλληνα ηγεμόνα της Μολδαβίας Σκαρλάτου Καλλιμάχη και κράτησε το παραδοσιακό όνομά της προς τιμήν του Αγίου Παντελεήμονος. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει μία νέα περίοδος στην ιστορία των Ρώσων μοναχών του Αγίου Όρους. Έως τώρα ο λόγος γινόταν περισσότερο περί επισκεπτών και περιηγητών ενώ, από το σημείο αυτό και μετά, θα αφορά σε συγκεκριμένες προσωπικότητες, ώστε να οδηγηθούμε και σε περιγραφικές προσωπογραφίες.
4. Προσωπικότητες του 18ου και 19ου αιώνα
Μία από τις διαπρεπέστερες προσωπικότητες που προήλθαν από τον ρωσικό χώρο τον 18ο αιώνα, και των οποίων η δραστηριότητα για την αναβίωση της αθωνικής ησυχαστικής πνευματικότητας στο σλαβικό και ρουμανικό κόσμο υπήρξε πολύ μεγάλης σπουδαιότητας, ήταν ο από την Πολτάβα της Ουκρανίας καταγόμενος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794). Aυτός νεαρός άρχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία Μογίλα του Κιέβου, όπου όμως απογοητεύθηκε εντελώς από τις δυτικού τύπου σπουδές που γίνονταν εκεί, και για το λόγο αυτό εγκατέλειψε την Ακαδημία. Μετά από περιπλάνηση σε μοναστήρια της Ουκρανίας και της Μολδαβίας, τελικά το 1746 ήρθε στο Άγιον Όρος και μόνασε στην περιοχή της Καψάλας, όπου υπήρχαν κελλία ερημιτῶν. Απέφυγε τη διαβίωση σε μοναστήρι, γιατί τα οικονομικά προβλήματα της εποχής ανάγκαζαν τους μοναχούς σε μετακινήσεις και κοσμικές επαφές, οι οποίες τους απέσπαζαν από τον ησυχαστικό βίο και τη νοερά προσευχή. Το 1750 ήρθε στο Άγιον Όρος ο επίσης Ουκρανός ιερομόναχος Βασίλειος, ηγούμενος της Μονής Ποϊάνα Μέρουλουι της Βλαχίας, ο οποίος συνάντησε τον Παΐσιο και για ένα χρονικό διάστημα ασκήτευσαν μαζί. Ο Βασίλειος του έδωσε το μικρό μοναχικό σχήμα, μετά το οποίο απέβαλε το όνομα Πέτρος λαμβάνοντας το Παΐσιος. Ο Βασίλειος είχε βαθιά γνώση της μέχρι την εποχή του μεταφρασμένης στη σλαβονική βυζαντινής ασκητικής και μυστικής γραμματείας, ο ίδιος είχε μάλιστα συγγράψει στη σλαβονική και εισαγωγές στα συγγράμματα των αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου, Φιλοθέου του Σιναΐτου και Ησυχίου του Πρεσβυτέρου. Η επαφή του Παϊσίου με τον Βασίλειο υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την περαιτέρω πνευματική εξέλιξη και ενασχόληση του νεαρού μοναχού.
Η φήμη του Παϊσίου και οι αρετές του έφεραν κοντά του αριθμό μοναχών, οι οποίοι ήθελαν να διδαχθούν από αυτόν. Τελικά όλοι μαζί μεταφέρθηκαν σε ένα ερειπωμένο κελλί του Προφήτου Ηλιού, το οποίο αναδείχθηκε σε αξιόλογη ρωσική σκήτη. Οι μοναχοί που συνάχθηκαν κοντά του έφθασαν τους πενήντα και δεν χωρούσαν πια στη σκήτη του Προφήτου Ηλιού. Έτσι, ο Παΐσιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη σκήτη, και για ένα διάστημα με τη συνοδεία του να μετοικήσουν στη Μονή Σίμωνος Πέτρας, της οποίας όμως δεν κατώρθωσε να εξοφλήσει τα προς τους Τούρκους πιστωτές χρέη, με αποτέλεσμα το 1764 να παραλάβει τους μοναχούς του και να αναχωρήσει στη Βλαχία, στη δε συνέχεια να εγκατασταθεί οριστικώς στη Μολδαβία, όπου ανέπτυξε αξιολογότατη συγγραφική και πνευματική δραστηριότητα.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Άγιον Όρος, ο Παΐσιος έμαθε την ελληνική γλώσσα και επιδόθηκε με ξεχωριστό ζήλο στη διόρθωση παλαιών μεταφράσεων στη σλαβονική γλώσσα και την εκπόνηση νέων έργων μεγάλων ασκητών και νηπτικών πατέρων της Εκκλησίας. Στα χρόνια της παραμονής του στον Άθω βρισκόταν σε επαφή με τον εκεί ασκούμενο τέως πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ Β΄, ο οποίος υπήρξε και ο δημιουργός της μετέπειτα ρωσικής Βατοπαιδινής Σκήτης του Αγίου Ανδρέου. Ο Σεραφείμ τον εκτιμούσε πάρα πολύ και προσπάθησε να τον κρατήσει στον Άθω, αλλά οι λόγοι που υπαγόρευαν την αναχώρηση του Παϊσίου ήταν ακριβώς η μεταφορά των αθωνικών εμπειριών και παραδόσεων σε έναν άλλο γεωγραφικό χώρο, ορθόδοξης επίσης παράδοσης. Πραγματικά ο Παΐσιος δημιούργησε τόσο μέσα στο Άγιον Όρος, όσο στη συνέχεια και στη Βλαχία και τη Μολδαβία, μία μεγάλη ασκητικοφιλολογική σχολή, στην οποία μεταφράζονταν έργα της βυζαντινής ησυχαστικής γραμματείας, αλλά επίσης συγχρόνως εφαρμοζόταν και στην πράξη οι αρχές που αυτή υπαγόρευε. Στα γραπτά μνημεία λόγου που άφησε ο Παΐσιος περιλαμβάνεται και ένα στο οποίο αναφέρεται καταλεπτώς στο πώς ανακάλυψε στο Άγιον Όρος τα έργα των Βυζαντινών ασκητών και μυστικών Πατέρων και πώς τα μετέφρασε στη σλαβονική γλώσσα. Το σπουδαιότερο έργο του ήταν η σύνταξη της σλαβονικής Φιλοκαλίας, η οποία υπήρξε αποτέλεσμα της, μέσω του μαθητή του Γρηγορίου, επαφής του με τον τέως μητροπολίτη Κορίνθου άγιο Μακάριο, ο οποίος υπήρξε ο συλλέκτης πατερικών ασκητικών και μυστικών έργων και δημιουργός της ελληνικής Φιλοκαλίας. Έτσι τελικώς στον Παΐσιο, στις επί 18 χρόνια αγιορειτικές εμπειρίες του και στο έργο που επιτέλεσε στον Άθω, οφείλεται η αναβίωση του βυζαντινού μυστικισμού και ησυχασμού στις ρουμανικές και σλαβικές χώρες τον 18ο και 19ο αιώνα.
Μέσα στη συνάφεια αυτή πρέπει να μνημονευθεί και η παροσία στο Άγιον Όρος του Ουκρανού  Βασιλείου-Γκρηγκορόβιτς Μπάρσκυ, για τον οποίο έγινε λόγος παραπάνω. Αυτός όταν ήρθε στο Άγιον Όρος δεν ήταν ακόμη μοναχός, αλλά άφησε τις δύο περίφημες και λεπτομερέστατες περιγραφές των αγιορειτικών μονών, οι οποίες είναι μοναδικές στο είδος τους. Αυτές παρείχαν μία γενική πληροφόρηση για τα μοναστήρια, περιλαμβάνοντας πληροφορίες για τα κτίρια, τους ναούς, τα μνημεία τέχνης, τις βιβλιοθήκες και ένα άλλο πλήθος από λεπτομέρειες, που αποτελούν σπανιότατη πηγή για τους μελετητές του Αγίου Όρους. Εκείνο μάλιστα το στοιχείο που έχει ιδιαίτερη αξία είναι οι απεικονίσεις των μοναστηρίων, που εκπόνησε με ιδιάζουσα τεχνική και ακρίβεια ο Μπάρσκυ, και οι οποίες αποτελούν σημαντικότατη εικαστική πηγή για τη μελέτη της αρχιτεκτονικής των μονών. Βεβαίως και οι πληροφορίες του για τη ζωή των μοναχών και ιδιαιτέρως για  μοναχούς  που διακρίνονταν για την αρετή τους, αποτελούν αξιόλογη πηγή για τη μελέτη της ιστορίας του Αγίου Όρους κατά τον 18ο αιώνα.
Στη διάρκεια του 19ου αιώνα παρουσιάζεται μία άνθηση του ρωσικού μοναχισμού στο Άγιον Όρος και μία πολύ μεγάλη προσέλευση Ρώσων μοναχών. Η Μονή του Αγίου Παντελεήμονος ανθεί, επίσης η Σκήτη του Προφήτου Ηλιού, όπως και η Σκήτη του Αγίου Ανδρέου, στις οποίες εγκαταβιώνουν μοναχοί, κτίζονται ναοί και μεγαλοπρεπή κτήρια, μεταφέροντας αρχιτεκτονικά πρότυπα καθαρώς ρωσικά. Η εξέλιξη των ρωσικών μοναστικών αυτών ιδρυμάτων συνδέεται συγχρόνως και με την εμφάνιση κάποιων διενέξεων και αντιπαλοτήτων μεταξύ Ρώσων και Ουκρανών μοναχών, όπως και Ελλήνων και Ρώσων, οι οποίες έχουν την αιτία τους σε εθνικιστικές ή τοπικιστικές διαφορές. Αυτή η διαμάχη αποτελεί ένα κεφάλαιο το οποίο στερείται δυστυχώς πνευματικότητας και βρίσκεται μακριά από το πνεύμα της αγάπης, η οποία είναι η απαραίτητη προϋπόθεση συμβίωσης ανθρώπων και προπαντός μοναχών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν πρόκειται να αναφερθούμε σε αυτές τις θλιβερές διενέξεις, αλλά θα επικεντρώσουμε την αφήγησή μας στην καταγραφή προσώπων που διαδραματίζουν έναν ουσιαστικό ρόλο στην απεικόνιση της πνευματικότητας του Άθω ή δημιουργούν τα ίδια πνευματικές καταβολές και τις μεταδίδουν στους συγχρόνους τους.
Τον Ιούνιο του 1835 ήρθε στο Άγιον Όρος ως προσκυνητής ο Ρώσος ιερομόναχος Ανίκητος Σιρίνσκυ-Σιχμάτοφ (Аникита Ширинский-Шихматов), ο οποίος προερχόταν από πριγκηπική οικογένεια και είχε πολύ μεγάλη μόρφωση.
Είχε ασχοληθεί με τη ρωσική λογοτεχνία, εγνώριζε δε άριστα τη Γαλλική, Γερμανική, Αγγλική, Ελληνική και Λατινική. Νεότατος έφθασε να γίνει πλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού και μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών. Η άφιξη στον Άθω ενός τόσο διαπρεπούς και μορφωμένου προσώπου είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων προοπτικών ανάπτυξης του ρωσικού μοναχισμού. Αρχικώς ο Ανίκητος επισκέφθηκε τη Σκήτη του Προφήτου Ηλιού, στην οποία ζούσαν μοναχοί από την Ουκρανία, και στη συνέχεια, συνοδευόμενος από δεκαπέντε Ρώσους μοναχούς, ήρθε στη Μονή Παντελεήμονος, φέροντας μάλιστα μαζί του και την εικόνα του αγίου Μητροφάνους του Βορόνεζ (Митрофан Воронежский), προς τον οποίο έτρεφε ιδιαίτερη τιμή και σεβασμό. Ο Ανίκητος εγχείρισε στους προεστώτες της μονής ένα πολύ σεβαστό ποσό για την αποπεράτωση ναού, ο οποίος θα τιμάτο στο όνομα του αγίου Μητροφάνους, και στη συνέχεια αναχώρησε στα Ιεροσόλυμα. Μετά την επιστροφή του τον Μάϊο του 1836, βλέποντας ότι ο ναός δεν αποπερατώθηκε, παρέλαβε τους Ρώσους μοναχούς που είχαν έρθει μαζί του, και επέστρεψε και πάλι στη Σκήτη του Προφήτου Ηλιού. Στη συνέχεια εκλήθη να υπηρετήσει ως ιερέας του ρωσικού ναού στην Αθήνα. Ο Ανίκητος είχε τις αρετές μοναχού, αγάπησε την αγιορειτική παράδοση και είχε μελετήσει τους πατέρες της Εκκλησίας. Πάσχοντας από μία χρόνια αιμορραγική ασθένεια, στα 54 χρόνια του, όταν έφθασε στα τελευταία του, τον ρώτησαν αν ήθελε να συντάξει τη διαθήκη του. Απάντησε: «Είμαι μοναχός, αποδώστε ό,τι μου απομένει στη Σκήτη του Προφήτου Ηλιού». Το πρωΐ της επόμενης, αφήνοντας την τελευταία του πνοή, πρόφερε τις λέξεις: «Καιρός, καιρός για την Ιερουσαλήμ». Έτσι έφυγε από τη ζωή ένας πολύ ενάρετος άνθρωπος, ο οποίος, μολονότι δεν έζησε για μακρύ χρόνο στο Άγιον Όρος, εντούτοις το αγάπησε πολύ και συνδέθηκε πνευματικώς βαθιά με αυτό.  
Μέσα σε ένα απολύτως ανάλογο πνευματικό κλίμα ανήκε και ο ιερομόναχος Σεραφείμ, κατά κόσμον Συμεών Βέσλιν, ο οποίος ήρθε στο Άγιον Όρος στις 19 Οκτωβρίου 1843 και εγκαταβίωσε στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Ο ιερομόναχος αυτός, ζώντας ασκητικότατα και έχοντας μία βαθιά ταπείνωση και αγάπη για τον συνάνθρωπο, παρουσίαζε μία ιδιοτυπία, η οποία απέβη πάρα πολύ σημαντική για τη μελέτη της ιστορίας όχι μόνο της ρωσικής μονής, κατά τα χρόνια που αυτός έζησε στον Άθω, αλλά και όλων των μοναστικών καθιδρυμάτων του τόπου εκείνου. Η ιδιοτυπία του αυτή συνίστατο στη σύνταξη επιστολών και την αποστολή τους στη Ρωσία, στις οποίες αυτός έδινε περιγραφές και λεπτομέρειες για τα αγιορειτικά σκηνώματα και για τη ζωή των μοναχών. Οι επιστολές αυτές δημοσιεύονταν στη Ρωσία και αποτελούσαν ένα προσφιλέστατο ανάγνωσμα, με το οποίο ο Ρώσος μεταφερόταν νοερώς στο Άγιον Όρος και δεχόταν τις συγκινήσεις που δημιουργούσε ο ιερός αυτός τόπος. Οι επιστολές αυτές, με τίτλο Επιστολές Αγιορείτου προς φίλους του περί του Αγίου Όρους Άθω, εκδόθηκαν στη Ρωσία σε δύο τεύχη το 1850, στη συνέχεια δε από τη Μονή Παντελεήμονος σε τρία τεύχη, 538 συνολικώς σελίδων, γνώρισαν δε από το 1866 έως το 1913 εννέα εκδόσεις. Οι επιστολές καλύπτουν την περίοδο της διαμονής του στον Άθω, από την άφιξή του εκεί το 1843 έως τον θάνατό του στη Μονή Παντελεήμονος στις 17 Δεκεμβρίου 1853. Οι επιστολές του Σεραφείμ, γραμμένες σε ωραία ρωσική γλώσσα, περιγράφουν μοναστήρια, σκήτες, προσκυνητήρια, πρόσωπα μοναχών, ιστορικά και σύγχρονα γεγονότα, θαύματα ιερών εικόνων, και μέσα σε όλες αυτές δηλώνεται η θερμή του αγάπη για το Άγιον Όρος και ο βαθύτατος σεβασμός και η τιμή προς την Θεοτόκο, την προστάτιδα του ιερού αυτού τόπου. Όλη του η διάθεση προσφοράς και τα συναισθήματά του αποτυπώνονται σε κάποια σημειώματα που βρέθηκαν στο κελλί του και φέρουν τον τίτλο Τα κελλιωτικά μου σημειώματα, τα οποία είναι ιδιαίτερα συγκινητικά, χάρη στη λεπτότητα και ευγένεια των συναισθημάτων που απηχούν. Είχε προηγηθεί ένα θλιβερό συμβάν. Όταν άρχισε ο Κριμαϊκός πόλεμος, ο Σεραφείμ, παρά τις αντίθετες υποδείξεις του ηγουμένου της Μονής, αποφάσισε να φύγει στη Ρωσία, αλλά διάφορες αντίξοες συνθήκες ματαίωσαν το ταξίδι του. Έτσι επέστρεψε στη μονή. Τα σημειώματά του τελειώνουν με ημερομηνία 16ης Μαΐου 1853, είναι δε άξια παράθεσης τα λόγια με τα οποία αυτά καταλήγουν: «Κύριε, μνήσθητί μου εν τη Βασιλεία Σου. Μνήσθητι και πάντων των φίλων και των εχθρών μου, διότι όλοι είμαστε άνθρωποι· η αδυναμία και οι ασθένειες ανήκουν στον δικό μας νου και την καρδιά. Γι’ αυτό, Κύριε, συγχώρεσε όλους μας, ελέησε και σώσε, διότι είσαι ο μόνος αναμάρτητος, αγαθός και ελεήμων. Αμήν. Δόξα τῷ Θεῷπερί πάντων! Δόξα και τη ουρανίω Βασιλίδι περί πάντων». Μέσα σε τέτοιο πνεύμα προσευχής και αγάπης άφησε ο ιερομόναχος Σεραφείμ την τελευταία του πνοή.
Στη διάρκεια του 19ου αιώνα υπήρξαν κάποιες προσωπικότητες Ρώσων μοναχών που διακρίθηκαν για τις αρετές, την ασκητικότητα και την πνευματικότητά τους. Ιδιαιτέρως πρέπει να μνημονευθούν δύο πρόσωπα της Ιεράς Μονής Παντελεήμονος, στα οποία οφείλεται και η πνευματική άνοδος των Ρώσων μοναχών της μονής, όσο και η επιτυχία μιας ειρηνικής συμβίωσης Ρώσων και Ελλήνων μέσα στην αδελφότητα. Τα πρόσωπα αυτά υπήρξαν ο πνευματικός της Μονής Παντελεήμονος π. Ιερώνυμος (1806-1885) και ο ηγούμενος Μακάριος (1821-1889), στην πνευματικότητα, τη δραστηριότητα και την αγάπη προς τους συμμοναστές των οποίων οφείλεται κυρίως η άνθηση του ρωσικού μοναχισμού στο Άγιον Όρος κατά το δεύτερο μισό του 19ο αιώνα.
Ο π. Ιερώνυμος, του οποίου το κατά κόσμον όνομα ήταν Ιωάννης Πάβλοβιτς Σολομέντσοφ, προερχόταν από ευσεβή πολυμελή οικογένεια εμπόρων, μέλη της οποίας είχαν ασπασθεί τον μοναχισμό. Αρχικώς μόνασε σε μοναστήρια της Ρωσίας, αλλά τελικώς τον Σεπτέμβριο του 1836 ήρθε στο Άγιον Όρος. Εδώ συνάντησε τον Ρώσο ιερομόναχο και πνευματικό Αρσένιο (†1846), ο οποίος άσκησε επάνω του μεγάλη πνευματική επιρροή. Η πρώτη επιλογή του π. Ιερωνύμου ήταν η αγορά ενός κελλιού στην περιοχή της Μονής Σταυρονικήτα, όπου μόνασε λαμβάνοντας το όνομα Ιωαννίκιος. Ενώ βρισκόταν εδώ χειροτονήθηκε σε ιερέα. Έζησε στο κελλί αυτό τέσσερα χρόνια και τον Σεπτέμβριο του 1840, συνοδευόμενος από τους δύο συνασκητές του, ήρθε και κοινοβίασε στη Μονή Παντελεήμονος. Τον επόμενο χρόνο έλαβε το μεγάλο σχήμα και μετονομάστηκε σε Ιερώνυμο. Έτσι άρχισε μια νέα, δύσκολη ζωή, διότι, μολονότι αγάπησε πολύ το μοναστήρι, εντούτοις είχε προτίμηση στον ησυχαστικό βίο. Αυτό όμως δεν τον πτόησε, αλλά κατάλαβε ότι άρχιζε γι’ αυτόν μία αποστολή, και η αποστολή αυτή ήταν η προσπάθεια να βοηθήσει πνευματικώς τη ρωσική αδελφότητα της μονής, την οποία υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή με ιερό ζήλο και μεγάλη αγάπη. Ο π. Ιερώνυμος κατέστη τελικώς ο πνευματικός των πατέρων της μονής, και όχι μόνο αυτής, αλλά και πολλών άλλων Ρώσων μοναχών που προσέτρεχαν προς αυτόν, είτε για να εξομολογηθούν είτε για να ζητήσουν πνευματική βοήθεια. Πολύ γρήγορα αναγνωρίστηκε σχεδόν σαν ένα νέος Πατέρας της Εκκλησίας. Τον διέκρινε βαθιά γνώση των Πατέρων, άκρα ταπείνωση και αγάπη για τους αδελφούς. Ήταν απόμακρος από την κοσμικότητα, αγαπούσε τη σιγή και ήταν απόλυτα αφοσιωμένος στην προσευχή.
Όλη η πνευματικότητα του π. Ιερωνύμου έχει αποτυπωθεί στα γραπτά που άφησε και τα οποία αποτελούν πολύ αξιόλογα κείμενα. Εκτός από ένα πολύ μεγάλο πλήθος επιστολών προς διάφορα πρόσωπα, οι οποίες είναι γεμάτες από συμβουλές, στη γραφίδα του π. Ιερωνύμου ανήκουν γραπτές συμβουλές και προς την μοναστηριακή αδελφότητα, κανόνες για μοναχούς, υποτακτικούς και δοκίμους, διδακτικοί λόγοι, προπαντός όμως το Τυπικό της Μονής Παντελεήμονος, το οποίο περιλαμβάνει 22 κεφάλαια και καλύπτει όλες της πτυχές της ζωής μιας μονής. Με αυτό το τυπικό τέθηκαν οι βάσεις για την ομαλή λειτουργία της μονής και τη συμπεριφορά των μοναχών της. Τρέφοντας βαθύ σεβασμό προς τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, ο π. Ιερώνυμος άφησε και έναν ωραιότατο Ακάθιστο Ύμνο προς τιμήν του αγίου. 
Έχουν γραφεί πολλά για τον π. Ιερώνυμο από συγχρόνους του, τα οποία αποτελούν μνημείο για την ιστορία του ρωσικού μοναχισμού στον Άθω τον 19ο αιώνα. Ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση αυτή έχει η περιγραφή που έδωσε ό Ρώσος διπλωμάτης, μεγάλος στοχαστής, συγγραφέας και θαυμαστής του βυζαντινού πολιτισμού Κωνσταντίνος Νικολάεβιτς Λεόντιεφ (1831-1891). Γράφει λοιπόν για τον π. Ιερώνυμο: «Αυτός υπήρξε όχι μόνο υψηλού βίου μοναχός, αλλά άνθρωπος περισσότερο από υπέροχος. Δεν θα είμαι εγώ αυτός που θα τον ονομάσει άγιο – αυτό αποτελεί δικαίωμα της Εκκλησίας και όχι κάποιου ιδιώτη, εγώ όμως θα τον αποκαλέσω ευθέως μεγάλον, άνθρωπο με μεγάλη ψυχή και με ασυνήθιστο νου». Αυτός ήταν λοιπόν ο π. Ιερώνυμος, ο οποίος με τις συμβουλές του, την πνευματικότητά του και τα γεμάτα διδάγματα γράμματά του, προσέλκυσε πολλούς Ρώσους στον αγιορειτικό μοναχικό βίο, και κατέστησε περισσότερο γνωστό τον Άθω στη Ρωσία. Πέρα από την πνευματική του προσφορά, ο π. Ιερώνυμος διεδραμάτισε ένα σοβαρό ρόλο στη εξομάλυνση της αντιδικίας που υπήρχε στις σχέσεις Ρώσων και Ελλήνων μοναχών της Μονής Παντελεήμονος, αντιδικίας που βρίσκονταν σε έξαρση λόγω παρεξηγήσεων και υπερβολών και των δύο πλευρών. Ο π. Ιερώνυμος υπήρξε και σ’ αυτή την περίπτωση ένας ειρηνοποιός.
Η άλλη διαπρεπής προσωπικότητα, όπως σημειώθηκε, υπήρξε ο π. Μακάριος, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Σούσκιν. Αυτός καταγόταν από πλούσια οικογένεια εμπόρων. Ήταν μορφωμένος και ευσεβής νέος, ο οποίος αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στους αγίους τόπους της Ανατολής. Επισκέφθηκε το Σινά, την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, και τελικώς την 3η Νοεμβρίου 1851 κατέληξε στο Άγιον Όρος. Ενώ βρισκόταν στη Μονή Κουτλουμουσίου παρουσίασε έναν υψηλό πυρετό και έπεσε στο κρεβάτι. Τα σχετικά με όλα αυτά τα περιστατικά πληροφορήθηκαν οι Ρώσοι μοναχοί της Μονής Παντελεήμονος, και τότε ο π. Ιερώνυμος αποφάνθηκε ότι θα έπρεπε να τον μεταφέρουν στη ρωσική μονή. Πραγματικά τον μετέφεραν αλλά παρέμενε ακόμη σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Βλέποντας ότι η κατάστασή του διαρκώς επιδεινώνεται, και ακούοντας τη γνώμη των ιατρών, ότι δεν έχει ελπίδα να επιζήσει, επικράτησε σε κάποιους μοναχούς η σκέψη ότι θα έπρεπε να καρεί μοναχός, αφού με αυτή την απόφαση είχε έρθει στο Άγιον Όρος. Ο π. Ιερώνυμος είχε αρχικώς επιφυλάξεις για μια τέτοια πράξη, στο τέλος όμως συγκατένευσε και έτσι στις 27 Νοεμβρίου, ενώ ήταν κλινήρης και αναμενόταν η τελευτή του, τον έκειραν μοναχό και του έδωσαν το μέγα σχήμα με το όνομα Μακάριος. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε και χρειάστηκε να του διαβάσουν την ευχή σε ψυχορραγούντα, αναμένοντας πια το τέλος του. Στις 23 Δεκεμβρίου, ενώ έδειχνε ότι ξεψυχούσε του διάβασαν την εξόδιο ακολουθία. Παρόλα αυτά, όχι μόνο δεν πέθανε, αλλά στις 6 Ιανουαρίου τον επισκέφθηκαν οι ιερομόναχοι της μονής, του έδωσαν αγιασμό και σε λίγο συνήλθε. Τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή κανοναρχούσε ήδη μέσα στον ναό από αναλόγιο σε αναλόγιο. Στη συνέχεια λάμβανε μέρος σε όλα τα διακονήματα της μονής, τα οποία την εποχή εκείνη ήταν για όλους τους μοναχούς κοινά.
Στις 20 Φεβρουαρίου 1854 ο Μακάριος χειροτονήθηκε διάκονος και ήταν ο μόνος διάκονος που υπήρχε στη μονή. Παρά το γεγονός ότι η μονή αριθμούσε ήδη διακόσιους μοναχούς είχε μόνο έναν διάκονο και τέσσερις ιερείς. Στο μεταξύ είχε αρχίσει ο Κριμαϊκός πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, γεγονός που έφερε φόβο και πανικό στους Ρώσους μοναχούς του Αγίου Όρους, οι οποίοι βρίσκονταν μέσα σε τουρκοκρατούμενο χώρο. Οι μοναχοί της Μονής Παντελεήμονος ζήτησαν από τον π. Μακάριο να οργανώσει τη φυγή τους στη Ρωσία. Έγινε τότε μία σύναξη Ρώσων και Ελλήνων μοναχών, στην οποία ο Έλληνας ηγούμενος της Μονής, π. Γεράσιμος, είπε ότι ο μοναχός ποτέ δεν εγκαταλείπει τη μονή του λόγω δυσκολιών, και μέχρι στιγμής δεν είχε φανεί κάποιος λόγος που να πείθει ότι θα έπρεπε να φύγουν οι Ρώσοι. Τελικώς μόνο δέκα Ρώσοι μοναχοί αποφάσισαν να φύγουν.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν η παρουσία των Ρώσων στον Άθω γινόταν πολυπληθέστερη. Σε αυτό συνέβαλλε η μεγάλη οικονομική βοήθεια που λάμβαναν από τη Ρωσία και μπορούσαν να διαβιώνουν με πιο άνετο τρόπο. Αναπόφευκτο ήταν και ο αριθμός των Ρώσων μοναχών στη Μονή Παντελεήμονος να αυξάνει συνεχώς, γεγονός που ενίσχυε τις ελληνορωσικές εκεί διενέξεις. Μεσολάβησαν ατέλειωτες διαπραγματεύσεις, ενστάσεις, προσφυγές στην Ιερά Κοινότητα και αποφάσεις, χωρίς ειρηνικό αποτέλεσμα. Το 1870, ο γέροντας πια Έλληνας ηγούμενος π. Γεράσιμος, προαισθανόμενος ότι θα έφθανε στο τέλος της ζωής του, σε γενική σύναξη των γερόντων της αδελφότητας, υπέδειξε ως διάδοχό του τον π. Μακάριο. Ο ηγούμενος π. Γεράσιμος πέθανε σε ηλικία 103 ετών στις 10 Μαΐου 1875. Εκείνες τις ημέρες ο π. Μακάριος βρισκόταν στην Κωσταντινούπολη, από όπου επέστρεψε επειγόντως, και δίδοντας υπόσχεση ότι δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψει τη μονή, έλαβε το μέγα σχήμα. Στις 20 Ιουλίου 1878 εξελέγη πανηγυρικώς ηγούμενος της Μονής Παντελεήμονος, την δε εκλογή του επικύρωσε με πατριαρχικό σιγίλλιο ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ Β΄. Ο π. Μακάριος διετέλεσε ηγούμενος της μονής μέχρι τις 19 Ιουνίου 1889. Την ημέρα εκείνη λειτούργησε, κοινώνησε, διάβασε την ευχαριστήριο ευχή και συνέχισε με την καθιερωμένη από αυτόν ανάγνωση του Ακαθίστου Ύμνου στην Θεοτόκο. Ενώ διάβαζε με δάκρυα στα μάτια, κατέπεσε, και μετά έξι ώρες, παρά τις προσπάθειες των γιατρών και τις προσευχές των πατέρων της μονής, εγκατέλειψε την πρόσκαιρη αυτή ζωή. Λίγο πριν την εκδημία του είχε συντάξει τη διαθήκη του. Αυτό είναι ένα κείμενο που εκφράζει βαθιά ταπείνωση και αγάπη προς τους αδελφούς. Τους παρακαλεί να μείνουν ενωμένοι με την αγάπη που δίδαξε ο Χριστός, και το «εγώ» του καθενός να μην είναι εμπόδιο στην ενότητα της αδελφότητας. Καταλήγοντας γράφει: «Και επίσης η εγκάρδια διαθήκη μου προς εσάς, πατέρες και αδελφοί: οι θύρες της μονής να μην κλείνουν ποτέ για τους φτωχούς και ενδεείς και για κάθε επαίτη. Ο ίδιος ο Κύριος κατέθεσε μαρτυρία μπροστά στα μάτια όλων μας, προσφέροντας πλούσια τα ελέη Του στη μονή μας, διότι δεν έκλειναν οι θύρες και για τις ελεημοσύνες σε όσους είχαν ανάγκη». Με την εκδημία του ηγουμένου Μακαρίου έκλεισε μία ολόκληρη εποχή άνθησης του ρωσικού μοναχισμού στο Άγιον Όρος.
Ο π. Μακάριος ήταν άνθρωπος επικοινωνιακός και άκρως εργατικός, πραγματικώς ακάματος. Στις μέρες του ο ρωσικός μοναχισμός στον Άθω παρουσίασε εξαιρετική άνθηση, συγχρόνως όμως με τις επαφές του με τη Ρωσία έκανε τη μοναστική πολιτεία του Άθω, το Περιβόλι αυτό της Παναγίας, ευρύτερα γνωστό στη Ρωσία. Το γεγονός ότι η μοναστική πολιτεία ήταν ένας τόπος όπου δεν υπήρχαν γυναίκες, και η μόνη γυναίκα που ήταν δεκτή εκεί ήταν η Θεομήτωρ, καθιστούσε τον Άθω στις συνειδήσεις των Ρώσων έναν τόπο απόκοσμο και κατεξοχήν ιερό. Αυτό ακριβώς συνειδητοποιώντας και ο π. Ιερώνυμος είχε εγκαταλείψει το μοναστήρι στην πατρίδα του για να έρθει σ’ αυτόν τον επίγειο πνευματικό παράδεισο. Το παράδειγμά του μιμήθηκαν χιλιάδες άλλοι Ρώσοι, και έτσι οι μοναχοί στη Μονή Παντελεήμονος ξεπέρασαν τους χίλιους, ενώ σ’ ολόκληρο το Άγιον Όρος είχαν φθάσει τις τρεις χιλιάδες. Στη ρωσική μονή κτίστηκαν νέα κτήρια, δημιουργώντας έτσι μία μεγάλη επέκταση και εισάγοντας στο Άγιον Όρος αρχιτεκτονικούς τύπους καθαρώς ρωσικού χαρακτήρα. Διαμορφώθηκε ο λιμένας της μονής, ενώ συγχρόνως αυτήαπέκτησε τα δικά της ιστιοφόρα πλοία. Στον λιμένα αυτόν κατέπλεαν και πλοία από τη Ρωσία, τα οποία μετέφεραν κατά εκατοντάδες τους προσκυνητές. Εντός του Αγίου Ὀρους λειτουργούσαν, πλήρως επανδρωμένα, και εξαρτήματα της Μονής Παντελεήμονος. Αυτά ήταν τα εξής: Το Παλαιομονάστηρο, δηλαδή η παλαιά μονή επάνω στο βουνό, η οποία ανακαινίστηκε και απέκτησε μεγάλο ωραιότατο ναό, η Χρωμίτσα, η Γουρουνοσκήτη ή Νέα Θηβαΐς, όπως ονομάστηκε στη συνέχεια, και η Σκήτη Μπογκορόντιτσα. Αυτά τα σκηνώματα ανήκαν στη Μονή Παντελεήμονος και είχαν εξάρτηση από αυτήν. Μετόχια της μονής δημιουργήθηκαν και εκτός Αγίου Όρους, κυρίως στη Ρωσία, αλλά και στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη. Εκείνο που πρέπει επίσης να τονιστεί είναι η μεγάλη εκδοτική δραστηριότητα της Μονής Παντελεήμονος, η οποία αναπτύχθηκε κυρίως την εποχή της ηγουμενείας του π. Μακαρίου. Τα βιβλία και τα φυλλάδια που εκδόθηκαν από τη Μονή Παντελεήμονος ανέρχονταν σε εκατοντάδες, ανάμεσα σ’ αυτά δε περιλαμβανόταν η Φιλοκαλία, το δίτομο Πατερικό του Άθωνος, με τις βιογραφίες των Αθωνιτών Πατέρων ανά τους αιώνες, Βίοι και έργα Πατέρων της Εκκλησίας, ταΑθωνικά φυλλάδια, με εποικοδομητικό περιεχόμενο, των οποίων εκδόθηκαν περισσότερα από πεντακόσια τεύχη. Με όλες αυτές τις εκδόσεις η Μονή Παντελεήμονος απέκτησε μια τεράστια πνευματική ακτινοβολία σε ολόκληρο τον τεράστιο ρωσικό κόσμο. Η Μονή Παντελεήμονος δημιούργησε και αξιολογώτατη βιβλιοθήκη, η οποία στεγάστηκε σε ιδιαίτερο κτήριο, και περιέλαβε πολλές χιλιάδες βιβλίων. Μεταξύ των βιβλίων αυτών υπάρχει και αξιόλογος αριθμός χειρογράφων, σλαβικών και ελληνικών, η συλλογή των οποίων κατέστη δυνατή χάρη στον ζήλο του βιβλιοθηκαρίου Ματθαίου. Αυτός, γνωρίζοντας καλώς την ελληνική γλώσσα, ήταν σε θέση να εκτιμήσει ό,τι ήταν δυνατόν να αποκτηθεί, και σ’ αυτόν οφείλεται η πολύ αξιόλογη συλλογή ελληνικών χειρογράφων και ελληνικού αρχειακού υλικού, που αφορούν την ιστορία του Αγίου Όρους κατά τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.
Εκτός από τη Μονή Αγίου Παντελεήμονος, ανεξάρτητες σκήτες, που επανδρώθηκαν τον 19ο αιώνα με Ρώσους μοναχούς και απέκτησαν μεγάλα κτηριακά συγκροτήματα, είναι η του Αγίου Ανδρέου, που ανήκει στη Μονή Βατοπεδίου, και του Προφήτου Ηλιού, που ανήκει στη Μονή Παντοκράτορος. ΟΙ σκήτες αυτές κατοικήθηκαν επίσης από Ρώσους μοναχούς τους οποίους διέκρινε αξιόλογη πνευματικότητα, όπως επίσης και ποιμαντική και διοικητική δραστηριότητα. Στη Σκήτη του Προφήτου Ηλιού διακρίθηκαν οι ηγούμενοι Παΐσιος Β΄ (1796-1871) και Γαβριήλ (1849-1901), στη δε Σκήτη του Αγίου Ανδρέου οι Βαρσανούφιος (†1850) και Βησσαρίων (†1862), οι οποίοι και έθεσαν τα πνευματικά θεμέλια των μοναστικών αυτών ιδρυμάτων, τα οποία στη διάρκεια του 19ου αιώνα γνώρισαν μεγάλη ακμή.
Εκτός από τις ρωσικές σκήτες, στη διάρκεια του ίδιου αιώνα, δημιουργήθηκε και μεγάλος αριθμός κελλιών, τα οποία επανδρώθηκαν με Ρώσους μοναχούς και ανήκαν το κάθε ένα σε μία διαφορετική αγιορειτική μονή. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο αριθμός των ρωσικών κελλιών έφθανε τον αριθμό των 66. Μερικά από τα κελλιά συτά ήταν μεγαλοπρεπή κτήρια, στα οποία ζούσαν μοναχοί των οποίων ο αριθμός σε πολλές περιπτώσεις υπερέβαινε τους εκατό. Μερικά από τα κελλιά αυτά είχαν και μετόχια εκτός Αγίου Όρους, μάλιστα και στην Κωνσταντινούπολη. Στις 14 Μαΐου 1896, με πρωτοβουλία του Ρώσου ιερομονάχου Κυρίλλου και σε ανάμνηση της στέψης του αυτοκράτορα Νικολάου Β΄, ιδρύθηκε η Αδελφότητα των ρωσικών κελλιών του Άθω. Αμέσως συντάχθηκε καταστατικό, αποτελούμενο από 34 άρθρα. Στο πρώτο άρθρο, που περιγράφονται οι σκοποί της Αδελφότητας, λέγεται το εξής: «Να δοθεί βοήθεια σε όλα γενικώς τα φτωχά ρωσικά καθιδρύματα, στους ερημίτες και αναχωρητές του Αγίου Όρους Άθω, σε περιπτώσεις άκρας ένδειας και φτώχειας τους, επίσης δε στήριξη σε περίπτωση πτώσης των πνευματικών-ηθικών δυνάμεων». Το συμβούλιο της Αδελφότητας συνεδρίαζε κατά διαστήματα, αλληλογραφούσε με τις ρωσικές διπλωματικές αρχές της Θεσσαλονίκης και Κωνσταντινουπόλεως, κρατούσε δε πρακτικά και αρχείο.
Η ακτινοβολία που απέκτησε ο μοναχισμός του Αγίου Όρους στην Αυτοκρατορία της Ρωσίας οφειλόταν καταρχήν στη δραστηριότητα των Ρώσων μοναχών, οι οποίοι το κατέστησαν εκεί ευρύτερα γνωστό. Τόσο οι Αγιορείτες μοναχοί που επισκέπτονταν τη Ρωσία, όσο και οι Ρώσοι επισκέπτες του Αγίου Όρους, γίνονταν ένθερμοι προπαγανδιστές του αγιορειτικού μοναχισμού στη μεγάλη αυτή χώρα, και έστρεφαν το ενδιαφέρον του ευσεβούς ρωσικού λαού προς τη μοναδική μοναχική πολιτεία στον κόσμο, στην οποία το όνομα του Ιησού μνημονευόταν και δοξαζόταν αδιακόπως. Όταν επέστρεφαν οι προσκυνητές στην πατρίδα τους δεν παρέλειπαν να διηγηθούν με ενθουσιασμό στους συμπατριώτες τους τις εντυπώσεις τους από τον ιερό τόπο, ενώ κάποιοι πιο μορφωμένοι τις δημοσίευαν σε εκκλησιαστικά περιοδικά και εφημερίδες. Η επίδραση όλων αυτών στον ρωσικό λαό ήταν εντυπωσιακή, προκαλούσε δε όχι μόνο αύξηση της ροής των προσκυνητών στον Άθω, αλλά επίσης και των υποψηφίων μοναχών. Μεταξύ των προσκυνητών ήταν και διαπρεπείς προσωπικότητες, όπως μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, ευγενείς, διπλωμάτες και επιστήμονες. Αυτοί οι τελευταίοι δεν ήταν απλοί προσκυνητές, αλλά συγχρόνως και ερευνητές στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους, οι οποίοι στη συνέχεια προέβαιναν και σε αξιόλογες δημοσιεύσεις. Το 1855 ο Ρώσος ιερομόναχος Παρθένιος Αγκεΐεφ δημοσίευσε σε τέσσερις τόμους το οδοιπορικό του σε χώρες της Ρωσίας, Μολδαβίας, Τουρκίας και των Αγίων Τόπων. Στον δεύτερο και τέταρτο τόμο περιέγραφε την παραμονή του στο Άγιον Όρος, δίνοντας γοητευτικές λεπτομέρειες για τη ζωή κυρίως των Ρώσων μοναχών εκεί. Μεταξύ αυτών των συγγραφέων ήταν επίσης οι κληρικοί Πορφύριος Ουσπένσκι (1804-1885) και Αντωνίνος Καπούστιν (1817-1894), ενώ για τη ζωή και τη δράση του ηγουμένου Μακαρίου, έγραψαν βιβλία ο καθηγητής στη Μόσχα Ι.Φ. Κρασκόβσκυ (1889) και ο καθηγητής της Θεολογικής Ακαδημίας του Κιέβου Α. Ντμιτριέβσκυ (1895). Το  βιβλίο του τελευταίου είναι πολύ εκτενέστερο και έχει ιδιαίτερη αξία, επειδή υπήρξε αποτέλεσμα όχι μόνο προσωπικών απομνημονευμάτων αλλά και σοβαρής έρευνας.
5. Η Επανάσταση του 1917, οι συνέπειες για το ρωσικό μοναχισμό στον Άθω και ο 20ός αιώνας
Η εκπληκτική ακμή που παρουσίασε ο ρωσικός μοναχισμός στο Άγιον Όρος τον 19ο αιώνα δέχθηκε ισχυρότατο πλήγμα με την Επανάσταση του 1917. Ξαφνικά διακόπηκε κάθε επαφή της Ρωσἰας με το Άγιον Όρος. Η σημαντική οικονομική ενίσχυση που δέχονταν οι Ρώσοι μοναχοί από την πατρίδα τους έπαψε να παρέχεται πια, οι επισκέψεις Ρώσων στο Άγιον Όρος πέρασαν και αυτές στο παρελθόν, αλληλογραφία των μοναχών με πρόσωπα στη Ρωσία και με αγαπημένους συγγενείς τους ήταν αδύνατη. Οι Ρώσοι πατέρες μόνη παρηγορία εύρισκαν πια στην προσευχή και στην επίκληση της βοήθειας της προστάτιδος του Αγίου Όρους, της Παναγίας Παρθένου. Μη έχοντας τα μέσα επικοινωνίας έσπευδαν να ρωτούν τους Έλληνες και τους ξένους επισκέπτες ποιά είναι τα νέα από την πατρίδα τους, μερικά μάλιστα αθώα και αγράμματα γεροντάκια ρωτούσαν τους ξένους μήπως ήξεραν πώς πήγε η παραγωγή του σιταριού εκείνη τη χρονιά στη Ρωσία. Η κατάσταση ήταν πράγματι τραγική, διότι οι γηραιότεροι πατέρες άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο να φεύγουν από τη ζωή και αντικαταστάτες δεν υπήρχαν πια για να τελούν τις ακολουθίες και τα διακονήματα. Με πολύ γοργό ρυθμό άρχισαν τα κελλιά των Ρώσων να ερημώνουν.
Τις συνέπειες αυτής της τραγικής εξέλιξης άρχισε να τις δέχεται και η Μονή Παντελεήμονος. Mία κάποια παρηγοριά ήταν η προσέλευση κάποιων Ρώσων της διασποράς, οι οποίοι επισκέπτονταν το Άγιον Όρος και αποφάσιζαν να μονάσουν στη Μονή Παντελεήμονος ή στις μεγάλες σκήτες του Αγίου Ανδρέου και Προφήτου Ηλιού. Έτσι κατά την πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εποχή ζούσαν στη Μονή Παντελεήμονος κάποια πρόσωπα, τα οποία διακρίνονταν για τις αρετές τους, τη μόρφωσή τους και τη δυνατότητα επικοινωνίας με τους επισκέπτες, Έλληνες και ξένους. Πρώτη και σπουδαιότερη προσωπικότητα υπήρξε ο π. Σιλουανός, για τον οποίο έχουν γραφεί ήδη πολλά βιβλία και άρθρα, έχουν μάλιστα πραγματοποιηθεί και συνέδρια αφιερωμένα σ’ αυτόν. Το κοσμικό του όνομα ήταν Συμεών και ήρθε από τη Ρωσία στο Άγιον Όρος το 1892, εγκαταβίωσε στη Μονή Παντελεήμονος και έλαβε το μοναχικό όνομα Σιλουανός. Προερχόταν από ένα αγροτικό περιβάλλον και είχε μόνο πολύ στοιχειώδη μόρφωση, γι’ αυτόν δε τον λόγο δεν περίμενε να τοποθετηθεί σε υπηρεσία της μονής που θα απαιτούσε κάποια ειδίκευση υψηλού επιπέδου. Καθώς ήταν ταπεινός και υπάκουος, ο π. Σιλουανός ήταν έτοιμος να δεχθεί αδιαμαρτυρήτως οποιαδήποτε εντολή του έδιναν οι ανώτεροί του, αυτό μάλιστα έπραξε όταν τον διέταξαν να εργαστεί στον μύλο του μοναστηριού. Μέσα σ’ ένα τόσο τεράστιο μοναστήρι, όπως ήταν την εποχή εκείνη ο Άγιος Παντελεήμων -έχοντας φθάσει τον αριθμό σχεδόν των 1800 μοναχών, οι οποίοι ζούσαν εκεί- οι χειρώνακτες ήταν περιζήτητοι. 
Ο π. Σιλουανός εργαζόταν στο αρτοποιείο. Εκεί κοντά βρισκόταν το παρεκκλήσιο του Προφήτη Ηλία, όπου πήγαιναν οι μοναχοί για την ακολουθία του Εσπερινού. Μπροστά στην εικόνα του Σωτήρος Χριστού, που υπήρχε στο παρεκκλήσι, ο μοναχός Σιλουανός είδε το όραμα του Ιησού, του Οποίου το φως τον περιέλουσε με τη γλυκιά του λάμψη. Τη σπουδαία αυτή λεπτομέρεια και εμπειρία της ζωής του, την εμπιστεύθηκε αργότερα ο π. Σιλουανός στον π. Σωφρόνιο, κάτι που δεν έκανε για να υπερηφανευθεί, αλλά για να διδάξει τον μαθητή του.
Η αγάπη της ησυχίας και της εσωτερικής γαλήνης οδηγούσαν συχνά τα βήματα του π. Σιλουανού σε μέρη όπου η νοερά προσευχή, την οποία εργαζόταν με θέρμη, θα μπορούσε να γίνει πιο εντατική. Επίσης όταν ήθελε να συναντήσει κάποιο πρόσωπο από το οποίο θα ζητούσε συμβουλή, ή με το οποίο θα μπορούσε να κάνει «εξαγορά των λογισμών», τότε απομακρυνόταν από το μοναστήρι επιζητώντας την ησυχία. Η «εξαγορά λογισμών» είναι μία αγιορειτική πρακτική έως τις μέρες μας, σύμφωνα με την οποία ο μοναχός εξομολογείται τους λογισμούς του σε κάποιο υψηλής πνευματικότητας σεβαστό πρόσωπο, με σκοπό το τελευταίο αυτό να μπορέσει να κρίνει αν ο μοναχός βαδίζει σε σωστό δρόμο ή αν έχει παρεκκλίνει, πιασμένος κιόλας από τις παγίδες του διαβόλου. Φαίνεται ότι η συνάντηση του π. Σιλουανού με τον γέροντα Ανατόλιο στο Παλαιομονάστηρο είχε έναν τέτοιο χαρακτήρα. Στο μετόχι αυτό ο π. Σιλουανός συνάντησε μεγάλους ασκητές, όπως π.χ. τον π. Στρατόνικο και τον π. Βενιαμίν, με τους οποίους συζητούσε προβλήματα της πνευματικής ζωής. Ωστόσο ο ίδιος αποδείχτηκε πιο προχωρημένος στην ησυχαστική πνευματικότητα από ό,τι οι συνομιλητές του, και αντί να διδαχθεί από αυτούς, παρόλη τη βαθιά ταπείνωσή του, τελικά γινόταν αυτός δάσκαλός τους.
Ο μοναχός Σιλουανός ήταν άνθρωπος σχεδόν αγράμματος. Έχοντας παρακολουθήσει στο δημοτικό σχολείο του χωριού που γεννήθηκε τα μαθήματα για δύο μόνο χειμώνες, είχε μάθει απλώς να διαβάζει. Εντούτοις παρουσίασε ένα νοητικό βάθος και άφησε γραπτά που δηλώνουν μία εκπληκτική πνευματικότητα. Σ’ αυτό δεν υπάρχει τίποτε που να εκπλήσσει. Ο Άθως υπήρξε ανέκαθεν ένα μεγάλο σχολείο για τους μοναχούς. Ο π. Σιλουανός αγαπούσε πολύ την ανάγνωση, όμως μόνο βιβλίων που μπορούσαν να αποφέρουν κάποιο όφελος στην ψυχή. Από τα αναγνώσματα του μοναχού απέκλειε εντελώς τις εφημερίδες και τα βιβλία κοσμικού περιεχομένου, διότι αυτά οδηγούσαν μακριά από τον δρόμο τον οποίο είχε αποφασίσει να διατρέξει. Αντιθέτως είχε μεγάλη αγάπη για τα βιβλία των Πατέρων και γενικώς για την ασκητική και μυστική γραμματεία. Ο π. Σιλουανός ανήκει σε μία πλειάδα Αγιορειτών, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχουν οι Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Η διδασκαλία του περί ησυχίας του πνεύματος και νοεράς προσευχής, λογισμών, ακτίστου φωτός και των τρόπων θέας του, είναι αναγνώσματα που θυμίζουν τους μεγάλους αυτούς διδασκάλους της ορθόδοξης πνευματικότητας. Ο π. Σιλουανός τοποθετείται δίπλα σε μεγάλους ησυχαστές πατέρες, οι οποίοι είχαν λάβει το χάρισμα της μεθέξεως στο άκτιστο φως. Αυτό που του έλειπε ήταν η θεολογική ορολογία, ώστε να παρουσιάσει με πιο συστηματικό τρόπο αυτό που είχε να εκφράσει είτε ως γνώση είτε ως εμπειρία. Εν πάση περιπτώσει, οι λόγοι του, ειλικρινείς και απλοί, μαρτυρούν πολύ καθαρά το βάθος της σκέψης του και την εσωτερική του εμπειρία.
Η ένωση με τον Ιησού ήταν πάντοτε ο επιθυμητός σκοπός του π. Σιλουανού, και σ’ αυτήν δεν θα έφτανε παρά με τον θάνατο. Τον ανησυχούσε ένα μόνο πράγμα, ότι δεν είχε φτάσει ακόμη στο μέτρο της ταπείνωσης που χρειαζόταν για να περάσει στην αιωνιότητα. Μετά από σαρανταέξι χρόνια έντονης άσκησης έφτασε η στιγμή της αναχώρησης. Ύστερα από μία σύντομη ασθένεια, της οποίας η φύση δεν ανακαλύφθηκε ποτέ, ο π. Σιλουανός άφησε την τελευταία του πνοή, εντελώς μόνος, στο νοσοσκομείο της μονής. Ο θάνατος ήρθε χωρίς αγωνία, χωρίς φόβο και χωρίς συναίσθημα αβεβαιότητας. Η προσδοκία του θανάτου, ως προσδοκία ένωσης με τον Ιησού, πλημμύριζε την ψυχή του Αγιορείτη ησυχαστή π. Σιλουανού με ένα συναίσθημα γαλήνης. Ο ιερομόναχος Σεραφείμ, τον οποίο έχουμε ήδη αναφέρει, διηγείται δύο περιπτώσεις θανάτων Ρώσων μοναχών, των οποίων υπήρξε προσωπικώς μάρτυρας. Αυτό που θαύμασε σ’ αυτούς ήταν προπαντός η γαλήνη και η χαρά με την οποία υποδέχθηκαν το γεγονός που τρομάζει τους κοσμικούς ανθρώπους. Δεν παρέλειψε να αναρωτηθεί: «Γιατί στον κόσμο όλοι φοβούνται τον θάνατο, ενώ εδώ κοιμούνται τόσο γαλήνια τον αιώνιο ύπνο;». Συνεχίζοντας αυτή την αγιορειτική παράδοση, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εγκατέλειψε αυτό τον κόσμο και ο στάρετς Σιλουανός. Από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο έδαφος του μοναστηριού, έως τη στιγμή που το εγκατέλειψε για πάντα, παρέμεινε ένας αληθινός Αγιορείτης.
Σχετικά με τον π. Σιλουανό ο οποίος άφησε την εγκόσμια ζωή το 1938 στη Μονή Παντελεήμονος δεν θα γνωρίζαμε σχεδόν τίποτε, αν δεν είχε φροντίσει γι’ αυτό ο συμμοναστής του π. Σωφρόνιος, κατά κόσμον Σέργιος Σάχαροφ (1896-1993), ο οποίος διέσωσε τα σημειώματά του και τα δημοσίευσε επανειλημμένως. Το 1921 ο Σέργιος Σάχαροφ κατέφυγε στο Παρίσι, όπου ζούσαν πολλοί και διακεκριμένοι Ρώσοι μετανάστες. Στην ψυχή του έκαιγε η φλόγα της πίστης, την οποία του είχε μεταδώσει η μητέρα του. Ο Σέργιος είχε μεγάλη κλίση προς τη ζωγραφική, και στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με καλλιτεχνικά κέντρα, έκανε μάλιστα και εκθέσεις έργων του. Ωστόσο μέσα του φλεγόταν από τη μεταφυσική αναζήτηση, προπαντός δε από το ερώτημα «πώς να ζήσω σ’ αυτό τον κόσμο αναμάρτητος». Και έτσι τελικώς το φθινόπωρο του 1925 επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, στο οποίο εκάρη μοναχός με το όνομα Σωφρόνιος και παρέμεινε εκεί οριστικώς. Τον απασχολούσαν σοβαρώς πολλά πνευματικά προβλήματα, απορίες και ανησυχίες.Την άνοιξη του 1930 συνάντησε για πρώτη φορά τον π. Σιλουανό, με τον οποίο ανέπτυξε πνευματικό δεσμό και εκείνος στη συνέχεια του εμπιστεύθηκε τα σημειώματά του, στα οποία ο π. Σωφρόνιος ανακάλυψε εναν νέο πνευματικό κόσμο. Στο Παρίσι είχε γνωρίσει ρωσικές προσωπικότητες με μεγάλη μόρφωση στη θεολογία και φιλοσοφία, εκείνο όμως που δεν είχε βρει ήταν η καθοδήγηση σε μία βαθύτερη πνευματική ζωή και εμπειρία, σαν αυτή στην οποία οδηγεί η ησυχαστική προσευχή, και αυτό ακριβώς βρήκε στον π. Σιλουανό. Μετά τον θάνατο του π. Σιλουανού ο π. Σωφρόνιος αναχώρησε στην αγιορετική έρημο, κοντά στη Νέα Σκήτη και έζησε εκεί μέσα σε μία καλύβα, μέχρι το 1946. Δεν λησμόνησε ποτέ τις ημέρες της ερημιτικής ζωής, την αυτοσυγκέντρωση, τη δύναμη για προσευχή. Έχοντας πια αυτή τη βαθιά εμπειρία μέσα του, και συγκλονισμένος από αυτήν, εγκατέλειψε το Άγιον Όρος για να έρθει στο Παρίσι. Η αιτία της αναχώρησής του ήταν η απόφασή του να φροντίσει να εκδώσει τα σημειώματα του π. Σιλουανού και να τα καταστήσει γνωστά σ’ ολόκληρο τον ρωσικό, αλλά και στον δυτικό κόσμο, πράγμα που έγινε με επιτυχία. Ο π. Σωφρόνιος, μολονότι εγκατέλειψε το Άγιον Όρος, δεν έπαψε ποτέ να αισθάνεται ότι είναι Αγιορείτης και να τρέφει αγάπη για τον ιερό αυτόν τόπο, διότι εκεί γνώρισε τον π. Σιλουανό και εκεί ίδε το ανέσπερο φως της ησυχαστικής ακατάπαυστης νοεράς προσευχής. Στη συνέχεια συνέγραψε και ο ίδιος βιβλία, άφησε δε και την αλληλογραφία του, η οποία και δημοσιεύθηκε. Όλα τα γραπτά του αποπνέουν το ίδιο ακριβώς αθωνικό πνευματικό άρωμα, το οποίο με τα έργα του π. Σωφρονίου διαχέεται στις ημέρες μας σε πολλές χώρες και εμπνέει και στηρίζει ανθρώπους.
Μεταξύ των ιδιαιτέρως διακρινομένων Ρώσων μοναχών της Μονής Παντελεήμονος κατά τον 20ό αιώνα πρέπει να μνημονευθούν δύο, οι οποίοι διακρίνονταν για τη μεγάλη θεολογική μόρφωσή τους. Ο ένας από αυτούς ήταν ο γιός του Αλεξάνδρου Βλαντίμιροβιτς Κριβοσέιν, τελευταίου υπουργού Γεωργίας της αυτοκρατορικής Ρωσίας επί αυτοκράτορος Νικολάου Β΄, ο Βσέβολοντ Αλεξάντροβιτς Κριβοσέϊν. Αυτός το 1920 κατέφυγε στο Παρίσι, όπου σπούδασε φιλολογία στη Σορβόνη. Ήταν νέος μορφωμένος και γνώριζε ξένες γλώσσες. Το 1924 επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και αποφάσισε να μείνει στη Μονή Παντελεήμονος, όπου και έγινε μοναχός με το όνομα Βασίλειος. Εκείνο που τον διέκρινε ήταν η αγάπη του για την πατερική ησυχαστική θεολογία, την οποία μελετούσε επιστημονικώς. Έτσι το 1936 δημοσίευσε μία αξιόλογη μελέτη για τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, η οποία εγκαινίασε διεθνώς ένα ενδιαφέρον για τη μελέτη του μεγάλου αυτού βυζαντινού θεολόγου και πατέρα της Εκκλησίας. Στο Άγιον Όρος έμεινε μέχρι το 1947, μερικά δε χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, τελικώς δε χειροτονήθηκε επίσκοπος και διετέλεσε αρχιεπίσκοπος Βρυξελλών της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου της Μόσχας. Ο Βασίλειος ασχολήθηκε με τη μυστική θεολογία και τα έργα του για τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο αποτελούν σταθμό στη σχετική έρευνα. Μολονότι είχε εγκαταλείψει τον Άθω αυτός δεν έπαυε να ζει έντονα στις αναμνήσεις του.
Η άλλη αξιόλογη προσωπικότητα που έζησε για κάποιο διάστημα στη Μονή Παντελεήμονος ήταν ο Σεργκεϊ Σεργκέγιεβιτς Μπεζομπράζοφ (1892-1965). Αυτός καταγόταν από την Πετρούπολη, στο Πανεπιστήμιο της οποίας σπούδασε φιλολογία. Γνώριζε άριστα τα αρχαία ελληνικά καθώς και ευρωπαϊκές γλώσσες. Το 1922 εγκατέλειψε τη Ρωσία και ήρθε στην Ευρώπη και κατέληξε στο Παρίσι, όπου διορίστηκε καθηγητής της Καινής Διαθήκης και της ελληνικής γλώσσας στο νεοσυσταθέν ρωσικό Ινστιτούτο Ορθοδόξου Θεολογίας. Το 1932 εκάρη μοναχός με το όνομα Κασσιανός και το 1934 χειροτονήθηκε ιερέας. Τον Αύγουστο του 1939 ήρθε να επισκεφθεί το Άγιον Όρος, αλλά τότε άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, οι δρόμοι έκλεισαν, και ο π. Κασσιανός αποκλείσθηκε εκεί. Τότε έμεινε στη Μονή Πανετλεήμονος, όπου έζησε ως απλούς μοναχός μέχρι το 1947. Ο π. Κασσιανός υπήρξε ασκητικότατος, άνθρωπος της προσευχής και της νηστείας. Σ’ ολόκληρη τη ζωή του δεν έφαγε κρέας, τηρούσε δε τις παραδόσεις που είχε διδαχθεί στο Άγιον Όρος. Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι συνέχισε να διδάσκει Καινή Διαθήκη, χειροτονήθηκε επίσκοπος Κατάνης και εκλέχθηκε πρύτανης του Ινστιτούτου Ορθοδόξου Θεολογίας. Ο επίσκοπος Κασσιανός υπήρξε διεθνώς αναγνωρισμένος ως ένας από τους μεγαλύτερους ειδικούς στην Καινή Διαθήκη του 20ού αιώνα. Τόσο στον Βασίλειο Κριβοσέιν όσο και στον Κασσιανό Μπεζομπράζοφ τα χρόνια παραμονής τους στο Άγιον Όρος άφησαν βαθιά στην ψυχή τους τα ίχνη μιας εμπειρικής κατανόησης της Θεολογίας, και αυτό είναι φανερό στο έργο τους.
Η Μονή Παντελεήμονος επί πολλά χρόνια μετά το 1917 πέρασε περίοδο μεγάλης δοκιμασίας. Οι πατέρες εγκατέλειπαν τον κόσμο ο ένας μετά το άλλο, αυτοί δε που τους αντικαθιστούσαν από τη ρωσική διασπορά ήταν πολύ λίγοι. Στη δεκαετία του 1950 ηγούμενος ήταν ο π. Ιουστίνος, ένας ήσυχος, ταπεινός, σιωπηλός, όχι μορφωμένος μοναχός. Μετά βίας αναγνώριζες στο πρόσωπό του έναν ηγούμενο. Τον π. Ιουστίνο, ο οποίος κοιμήθηκε το 1958, διαδέχθηκε στην ηγουμενεία ο π. Ηλιανός (1883-1971). Αυτός ήταν ένας πολύ ήρεμος και αγαθός άνθρωπος. Καταγόταν από την Πετρούπολη από ευσεβή οικογένεια, αφού και η μητέρα του είχε γίνει και αυτή μοναχή. Τον διέκρινε μια βαθύτατη ευσέβεια, μία εμφανής οσιότητα. Ένιωθε πόνο ψυχής για τη λειψανδρία που γνώριζε η μονή, η οποία ενώ κάποια εποχή είχε φθάσει να αριθμεί δύο χιλιάδες μοναχούς, όταν ανέλαβε την ηγουμενεία ο π. Ηλιανός είχαν απομείνει μόνο εκατόν σαράντα, και αυτοί γέροντες. Ήταν λεπτός και ασκητικός, κοντά του αισθανόταν κανείς να αποπνέει την καλοσύνη και να τον τυλίγει η γαλήνη που είχε αυτός μέσα στην ψυχή του. Είχε μια βαθιά αγάπη για το μοναστήρι και νοιαζόταν για το μέλλον του εναποθέτοντας ευλαβικά τις ελπίδες του στην Παναγία και στον Άγιο Παντελεήμονα, τον προστάτη της μονής.
Στις ημέρες που ηγουμένευε ο π. Ηλιανός ζούσαν στο μοναστήρι κάποιοι μοναχοί που διακρίνονταν για την εργατικότητα και την προσφορά τους σ’ αυτό. Ένας από αυτούς ήταν ο π. Υπάτιος, κατά κόσμον κόμης Δημήτριος Φρέντεριξ, άνθρωπος μεγάλης μορφώσεως και γλωσσομάθειας. Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο άτομο. Ο αδελφός του πατέρα του ήταν ο κόμης Β.Β. Φρέντεριξ, υπουργός του αυτοκρατορικού οίκου επί τσάρου Νικολάου Β΄. Ο π. Υπάτιος ήταν ένας δυστυχής άνθρωπος. Περπατούσε με δυσκολία ακουμπώντας επάνω σε ένα μπαστούνι. Αντί για παπούτσια είχε στα πόδια του δύο χοντρούς δερμάτινους κυλίνδρους, διότι δεν είχε πέλματα, τα είχε χάσει από κρυοπαγήματα. Ο π. Υπάτιος προσέφερε υπηρεσίες γραμματέα, αλλά προπαντός, μιλώντας ευρωπαϊκές γλώσσες, ασκούσε χρέη διερμηνέα ή ξεναγού επισκεπτών. Βιβλιοθηκάριος της μονής ήταν ο π. Βησσαρίων, ο οποίος ένιωθε πόνο διότι δεν υπήρχαν πια μορφωμένοι μοναχοί να κάνουν χρήση της υπέροχης, πολύ πλούσιας, βιβλιοθήκης που επόπτευε. Έτσι χαιρόταν πολύ όταν επισκέπτες έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον να περιεργαστούν στα ράφια τις αμέτρητες σειρές των βιβλίων. Αρχοντάρης ήταν ο π. Αντώνιος, γέρος και αυτός, αλλά πρόθυμος να εξυπηρετεί τους επισκέπτες. Ένας άλλος γηραιός μοναχός, ο π.  Βαρσανούφιος, άνθρωπος πολύ πρόσχαρος και ευγενικός, ήταν αυτός που φρόντιζε τον ναό της Αγίας Σκέπης. Ήταν μια ψυχή γεμάτη αγάπη και πνευματική χαρά. Το 1955 ήρθε ως επισκέπτης στη μονή ο Κωνσταντίν Αλεξάντροβιτς Λέμπεντεφ, ο οποίος την εποχή εκείνη, σε μεγάλη ηλικία, σπούδαζε Θεολογία στο ρωσικό Ινστιτούτο Ορθοδόξου Θεολογίας στο Παρίσι. Ο Λέμπεντεφ τόσο πολύ εντυπωσιάστηκε από τη Μονή Παντελεήμονος, ώστε αποφάσισε να μείνει εκεί για πάντα ως μοναχός. Έλαβε λοιπόν το μοναχικό σχήμα με το όνομα Κύριλλος. Οι πατέρες τον συμπάθησαν, όταν δε εκλέχθηκε ηγούμενος ο π. Ηλιανός φρόντισε να χειροτονηθεί ο Κύριλλος διάκονος στον οποίο ανατέθηκαν τα καθήκοντα του βιβλιοθηκαρίου της μονής. Ο π. Κύριλλος είχε μια βαθιά ευσέβεια, ήταν άνθρωπος της προσευχής και της ολόψυχης αφοσίωσης στα μοναστηριακά του καθήκοντα.
Ένας μοναχός που ξεχώριζε και ήταν σεβαστός και αγαπητός όχι μόνο στη Μονή Παντελεήμονος αλλά και σε ολόκληρο το Άγιον Όρος ήταν ο π. Δαβίδ. Αυτός, του οποίου το κοσμικό επώνυμο ήταν Τζουμπέρα, είχε γεννηθεί το 1904 στην πόλη Ούζγκοροντ της δυτικής Ουκρανίας. Έφυγε από την πατρίδα του εγκαίρως και βρέθηκε στην Ελλάδα, ήρθε δε νεαρός στο Άγιον Όρος και εγκαταβίωσε στη Μονή Παντελεήμονος. Ο π. Δαβίδ είχε έφεση για τα γράμματα και εισήλθε στην Αθωνιάδα Σχολή, στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους τις Καρυές, την οποία τελείωσε και έτσι έμαθε θαυμάσια την ελληνική γλώσσα, ενώ μιλούσε άπταιστα και τα ουγγρικά.  Οι γνώσεις του τον κατέστησαν γραμματέα της μονής, ενώ συγχρόνως ασχολείτο και με τις εξωτερικές υποθέσεις της. Όλοι τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν στο Άγιον Όρος για τον ήπιο και συγκαταβατικό χαρακτήρα του. Τον χαρακτήριζαν η διάκριση και η σύνεση, γεγονός που ωφέλησε πολύ τις σχέσεις της Μονής Παντελεήμονος με την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους και τις ελληνικές κρατικές και διοικητικές αρχές. Άλλος Καρπαθορώσος ήταν ο π. Σεραφείμ, άνθρωπος πρόσχαρος και γελαστός, πάντοτε πρόθυμος στη φιλοξενία και την ελεημοσύνη. Αυτός φρόντιζε να πουλάει βιβλία, εκδόσεις της μονής, τα οποία έστελνε στο εξωτερικό, σε Ρώσους της διασποράς, ώστε να εξασφαλίζει έσοδα για τη μονή του.
Η μείωση του αριθμού των μοναχών ήταν πιο αισθητή στις ρωσικές σκήτες, οι οποίες είχαν περιέλθει σε παρακμή. Στη Σκήτη του Προφήτου Ηλιού ηγούμενος ήταν ο π. Νικόλαος, ένας συμπαθεστατος και πνευματικότατος γέροντας ο οποίος ενέπνεε βαθύ σεβασμό. Ζούσε μέσα σε μια ατμόσφαιρα κατάνυξης, ήταν αγαθότατος και αντιμετώπιζε με υπομονή τη φτώχεια που έπληττε τη σκήτη. Για να εξοικονομίσει έσοδα αναγκαζόταν να πουλάει πολύτιμα αντικείμενα και βιβλία της σκήτης. Η επαφή μαζί του μετέδιδε συγκίνηση και συμπάθεια. Ήταν ο π. Νικόλαος ένας τίμιος και γενναίος αγωνιστής, γεμάτος πίστη και ελπίδα. Η φτώχεια που είχε κτυπήσει τους Ρώσους μοναχούς αύξαινε μέρα με την ημέρα. Στην έρημο των Κατουνακίων ζούσε ο ιερομόναχος π. Μητροφάνης με τον υποτακτικό του. Ήταν και αυτός μία οσιακή μορφή που εξέπεμπε πνευματική αύρα. H έλλειψη πόρων ανάγκασε και αυτόν και τον υποτακτικό του να μετακομίσουν στη Μονή Παντελεήμονος, όπου έγιναν αδελφικώς δεκτοί, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στον ναό. Ο π. Μητροφάνης μέχρι το τέλος της ζωής του διατηρούσε τα χαρακτηριστικά του ερημίτη, όντας απόμακρος και αφοσιωμένος στην προσευχή. Ένας άλλος Ρώσος ερημίτης ήταν ο π. Αλεξάντρ. Αυτός ήταν ένα κοντό γεροντάκι, ρακένδυτο, έχοντας έναν μικρό σακίδιο κρεμασμένο από τον λαιμό του, μέσα στο οποίο μάζευε ξεροκόμματα ψωμί από τη ζητεία σε μοναστήρια και κελλιά. Ο π. Αλεξάντρ ήταν ανέστιος, δεν είχε κελλί, αλλά περιφερόταν εδώ και εκεί ζητιανεύοντας για να ζήσει. Η μορφή του ήταν μορφή αγίου. Κρατούσε διαρκώς ένα μεγάλο κομποσχοίνι και επαναλάμβανε αδιαλείπτως την ευχή του Ιησού: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» Με αυτή την ευχή στα χείλη και στην καρδιά άφησε τον μάταιο κόσμο ο π. Αλέξανδρος.
Ένας άλλος μεγάλος Ρώσος ασκητής υπήρξε ο π. Νίκων. Αυτός είχε γεννηθεί το 1874 και προερχόταν από ευγενή οικογένεια, είχε διατελέσει δε ανώτερος αξιωματικός του τσαρικού στρατού. Είχε μεγάλη μόρφωση, και μιλούσε ξένες γλώσσες. Μετά το 1917 κατέφυγε στην Αγγλία και το 1935 ήρθε στο Άγιον Όρος. Είχε ζήσει την κοσμική ζωή, την οποία απαρνήθηκε, για να έρθει στο Περιβόλι της Παναγίας και να ασκητεύσει στα Καρούλια, σε ένα από τα πιο άγρια και ερημικά μέρη. Ζούσε σε μία καλύβη, στην οποία υπήρχε συγχρόνως και ένα μικρό παρεκκλήσι. Κοιμόταν καταγής, έχοντας για προσκέφαλο μία πέτρα, και επάνω σε ένα ράφι υπήρχαν τα κρανία δεκαεπτά πατέρων, οι οποίοι είχαν ζήσει προηγουμένως εκεί. Ο π. Νίκων ήταν ένας πολύ αυστηρός ασκητής. Αγαπούσε τους νηπτικούς και ησυχαστές Πατέρες, και όταν το 1951 εκδόθηκε η αγγλική μετάφραση τηςΦιλοκαλίας, τον πρόλογο τον είχε γράψει αυτός. Ήταν βαθιά ορθόδοξος και έλεγε ότι η Ανατολική Ορθοδοξία αποτελεί το μέγιστον του Χριστιανισμού, ότι είναι η μόνη αλήθεια
Η καταγραφή προσώπων διακεκριμένων Ρώσων μοναχών στο Άγιον Όρος θα κλείσει με ένα περιστατικό που συνέβη στο τέλος της δεκαετίας 1940, το οποίο αξίζει να μνημονευθεί. Στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, τις Καρυές, υπάρχει το αντιπροσωπείο της Ιεράς Μονής Διονυσίου, το οποίο τιμάται στο όνομα του αγίου Στεφάνου του πρωτοδιακόνου και πρωτομάρτυρα. Τη χρονιά εκείνη, την ημέρα της εορτής του αγίου Στεφάνου, επειδή δεν είχαν διάκονο για τη θεία λειτουργία, ο αντιπρόσωπος της Μονής στην Ιερά Κοινότητα π. Γρηγόριος παρακάλεσε τον επίσης αντιπρόσωπο της Μονής Παντελεήμονος, τον π. Νικόστρατο, ο οποίος ήταν ένας ηλικιωμένος, σεμνός ιεροδιάκονος, να έρθει να ιερουργήσει με τον ιερέα. Πράγματι, τα χαράματα ο αγαθός π. Νικόστρατος ήρθε στην ώρα του, αλλά μόλις μπήκε στον ναΐσκο, όπου ήταν συναγμένοι οι πατέρες και διάβαζαν τις Ώρες, αυτός σταμάτησε, κοίταξε προς το ιερό, και τους είπε: «Γιατί με καλέσατε, αφού έχετε διάκονο, ο οποίος έχει μάλιστα κιόλας φορέσει το στιχάρι;» Οι πατέρες τον κοίταξαν όλοι παρεξενεμένοι και τον ρώτησαν: «Πού βλέπεις, πάτερ Νικόστρατε τον διάκονο;» Ο π. Νικόστρατος έμεινε για λίγο άφωνος και ύστερα, βαθιά συγκινημένος και με δάκρυα στα μάτια, τους είπε: «Αυτός ήταν, τον είδα ολοζώντανο, λουσμένο μέσα στο φως, με τη στολή και το θυμιατήρι στο χέρι», και έδειξε την εικόνα του πρωτομάρτυρος Στεφάνου που υπήρχε στο τέμπλο. Οι πατέρες θαύμασαν γι’ αυτό που συνέβη, δόξασαν τον Κύριο και τον άγιο Στέφανο, και με μεγάλη κατάνυξη άρχισαν τη θεία λειτουργία.
Το περιστατικό αυτό έκρυβε έναν βαθύ συμβολισμό. Το όραμα του π. Νικοστράτου ήταν η συνέχεια παρομοίων εμπειριών για τις οποίες διαβάζουμε στους Βίους αγίων πατέρων και μοναχών. Ήταν συγχρόνως ένα όραμα μέλλοντος, μιας βέβαιας ελπίδας, ότι οι άγιοι είναι κοντά και δίπλα στους Αθωνίτες πατέρες και δεν τους εγκαταλείπουν ποτέ, όπως δεν τους εγκαταλείπει και η προστάτιδα του Αγίου Όρους η Θεομήτωρ Παρθένος Μαρία.
Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος 
Καθηγητής Πανεπιστημίου, Ακαδημαϊκός
…….Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα ρωσικά στον κατάλογο της έκθεσης «Όρος Άθως – εικόνες του ιερού τόπου», σελ. 44-61(http://gora-afon.ru/#/book)

Δημοσιευμένο στο ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

H ανεκπλήρωτη επιθυμία του Αγίου Μαξίμου του Γραικού.

Συγγραφέας: kantonopou στις 22nd Ιανουαρίου 2013

0018 (1) copy

Στις αρχές του 16ου αιώνα Μόσχα,σε μια μεταβατική περίοδο σφοδρών συγκρούσεων,ένας Έλληνας λόγιος φτάνει εκεί, φερμένος από το Άγιον Όρος για να διορθώσει τα ρώσικα εκκλησιαστικά βιβλία, ο Μάξιμος ο Γραικός.

Ήταν πνευματικός άνθρωπος με ακέραιο χαρακτήρα και ανυποχώρητος στις ηθικές του πεποιθήσεις.  Ήρθε σε ρήξη με την κρατική και εκκλησιαστική εξουσία.

Από τιμώμενο πρόσωπο μετατράπηκε σε θύμα διώξεων.

Με αφορμή την αντίδραση του Μαξίμου του Γραικού στην ενέργεια του ηγεμόνα της Ρωσίας  Βασίλειο Ιβάνοβιτς να χωρίσει την ορθόδοξη γυναίκα του, επειδή δεν έκανε παιδιά και να παντρευτεί μια καθολική, διατάχθηκε η σύλληψή του. Τον οδήγησαν σε δίκη και με ψεύτικες κατηγορίες τον καταδίκασαν σε εγκλεισμό στη μονή Βολοκολάμσκ, ως αιρετικό και ως αμετανόητο αμαρτωλό.

Εκεί τον οδήγησαν σιδηροδέσμιο σε απομόνωση, ενώ του απαγόρευσαν τη Θεία Κοινωνία και τη συμμετοχή του στις ακολουθίες του Ναού. Σε αυτή τη σκληρή σκλαβιά ο όσιος Μάξιμος κάθισε 6 χρόνια, σε ένα υγρό και στενό κελί, όπου υπέμεινε την πείνα τη δίψα το κρύο και την στέρηση ασχολίας. Επί πλέον του απαγόρευσαν να γράφει και του πήραν τα βιβλία. Η μόνη του παρηγοριά ήταν η θερμή και αδιάλειπτη προσευχή του.

Τον Μάιο του 1525, σε σύνοδο στην οποία προήδρευε ο ίδιος ο Βασίλειος Ιβάνοβιτς και χρέη εισαγγελέα εκτελούσε ο Μητροπολίτης Μόσχας Δανιήλ, ο Έλληνας μοναχός κρίθηκε ένοχος για αίρεση, παραποίηση των Ιερών Γραφών, μαγεία, συνωμοσία κατά του ηγεμόνα και κατασκοπεία για λογαριασμό του Τούρκου πρέσβη και καταδικάσθηκε σε απομόνωση στη Μονή Βολοκολάμσκ, όπου υποβλήθηκε σε βασανιστήρια και του απαγορεύθηκε να διαβάζει και να γράφει.

Το 1531 ακολούθησε νέα καταδίκη του, με βαρύτερες κατηγορίες και του απαγορεύθηκε η Θεία Κοινωνία. Οι συνθήκες κράτησής του βελτιώθηκαν, όταν ο Μάξιμος μεταφέρθηκε στη Μονή Οτρότς του Τβερ, όπου ο επίσκοπος Ακάκιος του επέτρεψε την πρόσβαση στα βιβλία.

Παρά τις εκκλήσεις των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας να επιτραπεί η επιστροφή του δύστυχου Αθωνίτη στο Βατοπέδι, ο Μάξιμος παρέμεινε φυλακισμένος επί 23 έτη. Απελευθερώθηκε το 1548 και αποσύρθηκε στη Μονή της Αγίας Τριάδας του Σεργκίεφ Ποσάντ όπου και πέθανε σε μεγάλη ηλικία το 1556.

Κατά διαστήματα παρακαλούσε θερμά να αφεθεί ελεύθερος, για να επιστρέψει στη πολυπόθητή του Μονή στον Άθωνα, δίχως όμως ανταπόκριση. Όταν ο Ιβάν ο Τρομερός ανέβηκε στο Βασιλικό θρόνο, ο Έλληνας μοναχός επανέλαβε εκ νέου την έκκλησή του, δίχως πάλι θετικό αποτέλεσμα. Αιτήσεις για την απελευθέρωση του Αγίου Μαξίμου υπέβαλαν προς το Τσάρο ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιος (1545), ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Γερμανός, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας (4-9-1545), καθώς και η Μονή Βατοπαιδίου. Σε μία από τις δικές του επιστολές ο Μάξιμος αναφέρει: «Ευδοκήσατε δι’ όνομα του Κυρίου, να δείξητε οίκτον προς εμέ τον πτωχόν. Δότε μοι να ίδω το Άγιον Όρος, το πάσης οικουμένης ευκτήριον· απόδοτέ με εις τους ευχέτας υμών οσίους πατέρας και αδελφούς μου· κάμφθητε χριστιανοπρεπώς εις τας υπέρ εμού παρακλήσεις των και τα δάκρυα μη θελήσητε να φανήτε παρήκοοι εις τον ευχέτην ημών οικουμενικόν πατριάρχην, ικετεύοντα υμάς περί εμού·…», και αλλού «Κρίνατε, παρακαλώ, αν είμαι άξιος μίσους δι’ όσα ορθώς διώρθωσα και αν δικαίως εσυκοφαντήθην ως αιρετικός υπό τινων και αφωρίσθην της κοινωνίας των πιστών και των θείων Δώρων επί τόσα έτη… Αν λοιπόν, ορθά και αξιόπιστα λέγω, επιδείξατέ μοι τω πτωχώ αγαθότητα και έλεον, ως ευσεβείς και αμερόληπτοι κριταί, και απαλλάξατέ με των αδίκων συκοφαντιών και των δεινών τούτων, τα οποία επί πολλά ήδη έτη πάσχω·… χαρίσατέ μοι, ικετεύω την ευσέβειάν σας, την εις το Άγιον Όρος επιστροφήν, όπου εκ νεότητός μου πολλά και διάφορα πνευματικώς και σωματικώς εμόχθησα επ’ ελπίδι σωτηρίας, ίνα εκεί και τα οστά μου εν ειρήνη αποθέσω…». Και άλλοτε: «Πληρώσατε δι’ όνομα του Χριστού, την δικαίαν ταύτην παράκλησιν και μη με παρίδητε τον πτωχόν, βιούντα εν αδιαλείπτω θλίψει και πικρότατα διανύοντα την βραχείαν ταύτην ζωήν». Και αλλού «Απόδος με ευσεβέστατε Τσάρε τη τιμία μονή της υπεραγίας Θεοτόκου του Βατοπεδίου· φαίδρυνον πνευματικώς τους εν αυτή διαβιούντας οσίους μοναχούς, δούλους σου και διαπύρους ευχέτας· μη θελήσης επί μάλλον να καταθλίβης αυτούς. Εκεί ευσεβέστατε αυτοκράτορ, μεγάλη νυν υπάρχει ανάγκη πολλών χρησίμων προς κατάρτισιν και διοργάνωσιν της πολυανθρώπου μονής, όθεν και απαραίτητος τυγχάνει τοις εκεί η εμή αναξιότης. Χάρισαί μοι αυτοίς, επί πολλά έτη ικεσίας προς το σον θεοφρούρητον κράτος· πλήρωσον αυτών την δικαίαν ταύτην παράκλησιν, ίνα και αυτών αι υπέρ σου προς τον ύψιστον εκτενείς ικεσίαι εισακουσθώσιν». Αξίζει να σημειωθεί ότι σε κάθε επιστολή του ο Άγιος παρακαλούσε για την στο Άγιο Όρος επιστροφή του επαναλαμβάνοντας τη φράση «ίνα εκεί και τα οστά μου εν ειρήνη αποθέσω». Και σε άλλη επιστολή προς το Τσάρο Ιβάν το Τρομερό γράφει: «τολμώ να πέσω εις τους αυτοκρατορικούς σου πόδας ίνα καθικετεύσω το ευσεβές σου κράτος όπως θεραπεύση την πολυχρόνιον της ψυχής μου ασθένειαν, ότι εστερήθην της γαληναίας και σωτηριώδους εν Αγίω Όρει διαμονής, ένθα επί δεκαετίαν επόνησα σωματικώς και ψυχικώς επί τη ελπίδι να αφήσω εκεί τα άθλια μου οστά…». Αλλ’ όμως το μαρτύριο του Αγίου Μαξίμου συνεχίζεται. Η επιστροφή του κρίθηκε επικίνδυνη από το Τσάρο και την τότε Εκκλησία, γιατί ο Άγιος γνώριζε όλα τα αρνητικά της πολιτικής και εκκλησιαστικής ζωής της Ρωσσίας και φοβούνταν ότι θα τους εξέθετε στην κοινή γνώμη, επιπλέον ότι θα φανέρωνε και την προς αυτό τον ίδιο ήδη εφαρμοσθείσα κακία τους.

To 1551 ο νέος Τσάρος, εξετάζοντας την όλη υπόθεση με τους αξιωματούχους του, που επέμεναν στη δικαίωση του Αγίου, διάταξε να μεταφερθεί στην περίφημη Λαύρα του Αγίου Σεργίου, διακόπτοντας την ποινή της φυλάκισής του, που διάρκεσε για 26 συναπτά χρόνια, χωρίς όμως πάλι να του επιτρέψουν να επιστρέψει στην πατρίδα του και στην ηγαπημένη μονή της μετάνοιάς του, για τους πιο άνω λόγους.

Ο Άγιος γέροντας στην ηλικία και καταβεβλημένος από τις πολλαπλές κακουχίες της ισοβίου φυλάκισής του, κατά την 21η Ιανουαρίου του 1556, ημέρα που η Εκκλησία τιμά τον ομώνυμο και προστάτη του Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, και, στην Ιερά Μονή της μετάνοιάς του στο Βατοπαίδι οι πατέρες και αδελφοί του αμέριμνοι και αγαλλώμενοι τιμούσαν κατά το έθος την εορτή της Παναγίας της Παραμυθίας, ξένος σε ξένη χώρα, χωρίς ανθρώπινη παρηγοριά, ο Άγιος Μάξιμος παρέδωκε το πνεύμα του στα χέρια του αγαπημένου του Κυρίου, για να τον παραμυθήσει από τους κόπους και πόνους του η Κυρία Θεοτόκος η Βατοπαιδινή Μήτηρ του και Παραμυθία. Η Θεία Πρόνοια, προκειμένου να μαρτυρήσει για τη σωστή ομολογία του Αγίου Μαξίμου και την ευαρέσκειά της για το ομολογιακό του έργο, οικονόμησε να κοιμηθεί ο Όσιος την ημέρα της μνήμης του ομώνυμου και προστάτη του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, ημέρα που γιόρταζε και συνεχίζει να εορτάζει η Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου τη θαυματουργή της εικόνα την Παναγία την Παραμυθία, γεγονός που μαρτυρεί ότι η σκέψη και η αγάπη του Αγίου ήταν πάντοτε στη Μονή του και τη θαυματουργή της εικόνα και ότι επίσης ο πόθος του για επιστροφή παρέμεινε πάντοτε ακλινής, χωρίς όμως να μπόρεσει να τον πραγματοποιήσει.

(Απόσπασμα από Εγκώμιο στον Άγιο Μάξιμο τον Γραικό). - Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Δημοσιευμένο στο ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η τιμή του Αγίου Δημητρίου στους Σλάβους,Βουλγάρους και Ρώσους.

Συγγραφέας: kantonopou στις 25th Οκτωβρίου 2012

῾Η παραδοσιακὴ ἁγιολογικὴ φιλολογία γνωρίζει τρία εἴδη ἔργων ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἀθλοφόρο Δημήτριο, ὅπως παρατήρησε καὶ ὁ F. Halkin. ῾Η ἁγιολογικὴ φιλολο­γία περι­λαμβάνει Μαρτύρια (Passiones), Θαύματα (Miracula), καὶ ᾿Εγκωμιαστικοὺς Λόγους (Laudationes). Στὰ ἔργα αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ προσθέσουμε ὄχι μόνο τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους ἀλλὰ καὶ τὰ θρησκευτικὰ λαϊκὰ ἄσματα.

Οἱ πηγὲς αὐτὲς εἶναι πλούσιες σὲ ὑλικὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο φαίνεται ὄχι μόνο ἡ εὐρεία διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δη­μητρίου στὸν ἑλληνικὸ χῶρο, ἀλλὰ καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς Σλά­βους. ῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου εἶναι γνωστὴ καὶ στὴ Δύση.

᾿Απὸ ἕνα Μαρτύριο ποὺ γράφηκε ἀπὸ ἀνώνυμο συγ­γραφέα, ἔχουμε ὑλικὸ ἀναγόμενο στὰ τέλη τοῦ πέμπτου ἢ ἀρχὲς τοῦ ἕκτου αἰώνα. Στὸ Μαρτύριο αὐτὸ ὑπάρχουν πλη­ροφορίες ποὺ ἀναφέρονται στὴν κοινωνικὴ ζωὴ τῆς Θεσσα­λονίκης καὶ στὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Οἱ ἱστο­ρικοὶ στέκονται μὲ ἐνδιαφέρον στὸ κείμενο αὐτὸ γιατὶ βρί­σκουν ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες, ποὺ διαφωτίζουν πλευ­ρὲς τῆς Θεσσαλονίκης ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρουν.

Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ περιέχουν θρύλους καὶ μιλοῦν γιὰ τὰ θαύματα τοῦ ῾Αγίου, ἀποτελοῦν βασικὴ πηγὴ γνώσεως τῆς ῾Ιστορίας τῶν Σλάβων καὶ τῶν Βουλγάρων. Τὸ ὑλικὸ τῶν βιβλίων αὐτῶν ἀποτέ­λε­σε ἀντικείμενο ἔρευνας ἐπειδὴ ἀπ᾿ αὐτὰ (τὰ βιβλία) πληρο­φορούμαστε γιὰ τὴ στρατιωτικὴ ὀργάνωση, τὴν τοπο­γρα­φία τῆς πόλεως, ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὸν τεχνικὸ πολε­μικὸ ἐξ­οπλισμὸ στὴ Βαλκανική. Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” εἶναι τρία. Τὸ πρῶτο γράφηκε ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσ­σαλο­νί­κης ᾿Ιωάννη στὰ τέλη τοῦ ἕκτου ἢ ἀρχὲς τοῦ ἑβδόμου αἰώ­να. ᾿Απο­τελεῖται ἀπὸ δέκα τρεῖς διδακτικοὺς λόγους καὶ δι­αι­­ρεῖται σὲ δέκα πέντε κεφάλαια. Τὸ δεύτερο βιβλίο ἀποτε­λεῖται ἀπὸ ἕξι διαλέξεις, ποὺ κάθε μία διηγεῖται κι ἕνα θαῦ­­μα. ῾Ο συγ­γραφέας τοῦ βιβλίου αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀκόμη γνω­στός. Πιθα­νότατα πρόκειται γιὰ κληρικό. Κατὰ τὶς νεό­τερες ἐκδοχὲς ὁ συγγραφέας τοῦ δευτέρου αὐτοῦ βιβλίου εἶναι δυ­νατὸν νὰ εἶναι ὁ ἐπίσκοπος ᾿Ιωάννης, ποὺ πῆρε μέρος στὴν ἕκτη Οἰ­κουμενικὴ Σύνοδο τὸ 680 στὴν Κων­σταντινούπολη, ἐπὶ Κων­σταντίνου Πωγωνάτου.

Μὲ τὸ συγ­γραφέα τοῦ βι­βλί­ου αὐτοῦ ἀσχολήθηκαν ὁ G. Byei, ὁ Th. Tafel, ὁ E. Murelt καὶ ὁ V. Laurent. Τὸ τρίτο βιβλίο τῶν “Θαυμάτων” εἶναι ἔργο μετα­γενέστερο τοῦ δεκάτου αἰώνα, καὶ δὲν ἐνδιαφέρει ἰδιαίτερα τοὺς Σλάβους ἱστορικούς.

Τὰ “Θαύματα” τοῦ ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης παρ­έχουν πληροφορίες γιὰ τὶς σλαβικὲς ἐπιδρομὲς καὶ γιὰ τὴν κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση. Οἱ πληροφορίες ποὺ παρέχουν τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” συμπληρώνονται κι ἀπ᾿ ἐκεῖνες τοῦ Παρισινοῦ 1517 ὑπὸ τὸ ὄνομα ᾿Ιωάννης, ἀρχι­επίσκοπος Θεσσαλονίκης. Μὲ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ κεί­μενο ἀσχολήθηκε ἰδιαιτέρως ὁ P. Lemerle, ὁ ὁποῖος τελικῶς ἐξ­έδω­σε τὸ κείμενο ἐκ τοῦ κώδικα. ᾿Εκτὸς ἀπὸ τοὺς παραπάνω ἐρευνητές, μὲ τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” καὶ τὴ χρονολό­γη­ση τῶν σλαβικῶν ἐπιδρομῶν, ἀσχολήθηκαν ὁ O. Tafrali, ὁ H. Gelzer, ὁ F. Uspenski, ὁ I. Burmov, ὁ St. Maslev καὶ ἄλλοι. ᾿Απὸ τοὺς ἡμετέρους ἀξίζει νὰ ἀναφέ­ρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Ε. Χρυσουλόπουλου, καὶ προσφάτως τοῦ Παναγιώτη Χρήστου.

Γιὰ τὴ διάδοση καὶ ἑδραίωση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων καὶ εἰδικότερα μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἰδιάζουσα σημασία ἔχουν ὁ Βίος τοῦ Κυρίλλου καὶ τοῦ Μεθοδίου, ἕνας Κανόνας στὸν ἅγιο Δημήτριο, γραμ­μένος ἀπὸ τοὺς δύο Θεσσαλονικεῖς ἀδελφούς, καὶ ἕνα ᾿Εγ­κώμιο τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ᾿Αχρίδος.

Μεταγενέστερη ἐπεξεργασία τῶν “Θαυμάτων” καὶ τοῦ ἀρχαίου Μαρτυρίου ποὺ ἀναφέραμε, ἔγινε ἀπὸ τὸν ᾿Ανα­στά­σιο Βιβλιοθηκάριο τὸν ἔνατο αἰώνα, πρὸς χάρη τοῦ Φράγκου αὐτο­κράτορα Καρόλου Calvus στὴ λατινική. ῾Η ἐπεξεργα­σία αὐτὴ τοῦ ᾿Αναστασίου εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Δύση. ᾿Επίσης τὰ κεί­μενα τοῦ Συμεὼν Μεταφραστῆ (10ος αἰ.), τοῦ Νικήτα, ἀρ­χιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (12ος αἰ.), τοῦ ᾿Ιωάννου Σταυ­ρακίου (13ος αἰ.), τοῦ Κωνσταντίνου ᾿Ακροπολίτου (13ος – 14ος αἰ.), τοῦ Συ­μεών, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (15ος αἰ.) καὶ τοῦ Μάρ­κου Εὐγενικοῦ (15ος αἰ.), συμπληρώνουν τὶς πληροφορίες τῶν “Θαυμάτων”. ᾿Ιδιαίτερα ἐνδιαφέρουσες εἶναι οἱ πληροφορίες τοῦ Νικήτα Χωνιάτη, τοῦ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, τὸ ἐπί­γραμμα τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος, τὰ νομίσματα καὶ οἱ σφραγίδες, καὶ τέλος ἕνας ἀπόκρυφος Βίος καὶ δύο Λόγοι τοῦ Γρηγορίου Τσαμπλάκ. Τὰ παραπάνω κείμενα, μαζὶ μὲ τὶς σφραγίδες καὶ τὰ νομίσματα, διαφωτίζουν τὴν περίοδο τῆς δημιουργίας τοῦ Δευτέρου Βουλγαρικοῦ Κράτους, σὲ σχέ­ση μὲ τὸ σφετερισμὸ τοῦ ἁγίου ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους. Πλού­­σιες ἐπίσης παραδόσεις βρίσκει ὁ ἐρευνη­τὴς καὶ στὰ ἔργα ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρονται στὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Ρωσία.

᾿Απὸ τὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ μᾆς πληροφοροῦν γιὰ τὴν εὐρεία διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ῾Αγίου στὸ σλαβικὸ κό­σμο καὶ ἰδιαίτερα μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἐγείρονται ὁρι­σμένα προ­βλήματα. Τὰ προβλήματα ἀναφέρονται στὶς σχέ­σεις Σλάβων καὶ ῾Ελλήνων κατὰ τὴ μακρὰ περίοδο ἀπὸ τὸν 6ο ἕως τὸν 15ο αἰώνα. Εἰδικότερα γιὰ τοὺς Βουλγά­ρους πρέπει νὰ ἀνα­­φερθοῦμε καὶ στὴν περίοδο τῆς τουρκο­κρατίας, κατὰ τὴν ὁποία ἀσκεῖ μεγάλη ἐπίδραση ὁ “Θησαυ­ρός” τοῦ Δαμασκη­νοῦ Στουδίτου (16ος αἰ.) μεταξὺ τῶν Σλάβων, ὅπως ἐπίσης καὶ στὰ λοιπὰ φιλολογικά τους κεί­μενα.

Οἱ πληροφορίες ποὺ παρέχουν οἱ ἀρχαιότερες πηγὲς καὶ οἱ ὁποῖες ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὴν ἀρχαιολογικὴ σκα­πάνη καὶ τὴν ἔρευνα, δὲν ἀφήνουν σήμερα καμμιὰ ἀμφιβο­λία περὶ τῆς καταγωγῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ τὴ Θεσ­σαλονίκη, στὴν ὁποία γεννήθηκε γύρω στὸ 280 μ.Χ. καὶ στὴν ὁποία μαρτύρησε κατὰ τὸν μεγάλο διωγμὸ τοῦ Διο­κλητιανοῦ.

Οἱ πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι ἡ λαμπρὰ καὶ ἐπιφανὴς πό­λη τῆς Μακεδονίας, ἡ κορυφὴ τῆς Θεσσαλίας, ἡ “ὑπεριδρυμέ­νη καὶ ὑπερέχουσα πάσης ἄλλης”, ἡ Θεσσαλονίκη, εὐτύ­χησε νὰ εἶναι ἡ γενέτειρα τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Σ᾿ αὐτὴν τὴν πόλη γεννήθηκε καὶ ἀναγεννήθηκε μὲ τὸ θεῖο λουτρὸ τοῦ βαπτί­σματος. Εὐθὺς ἀμέσως, ἔχοντας καὶ τὸ χάρισμα τοῦ λόγου, ἐμφανίζεται καὶ διδάσκει στοὺς Θεσσαλονικεῖς. Διδά­σκει ὄχι μὲ φόβο, ὅπως ἀναφέρουν οἱ πηγές, μήπως τὸν καταγ­γεί­λουν καὶ συλληφθεῖ ἢ μήπως χάσει τὸ ὑψηλό του ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖο τὸν περιβάλλει ἡ ρωμαϊκὴ πολι­τεία, ἀλλὰ εὐ­θαρσῶς. Διδάσκει ὄχι τὴ νύκτα στὶς γωνίες κρυ­πτό­μενος, ἀλλὰ τὴ μέρα “εὐπαρουσιάστως μηδεμίαν ἀνθρω­πί­νην δόξαν λογι­ζόμενος”.

Στὴ διδασκαλία του ὁ Δημήτριος εἶναι γλυκύς, ἑλκυ­στικός, πειστικότατος. Διαλύει τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων· ἀπο-κρούει τὶς κακοδοξίες, ἀνοίγει τὸ δρόμο πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο ἴδιος ἐπισφραγίζει τὴ ζωή του μὲ τὴ θυσία του. ῾Ομολογεῖ μὲ θάρρος τὴν πίστη του μπροστὰ στὸν ἔκπληκτο Μαξιμιανό· ὑπομένει ἀγογγύστως τὰ πρῶτα βασανιστήρια καὶ τέλος δέχεται τὸ μαρτύριο “χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος”, διότι καταξιώνεται νὰ διωχθεῖ ὑπὲρ τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας του. Προσφέρει τὴν πλευρά του καὶ χύνει τὸ αἷμα του, μιμούμενος ἔτσι τὸ πάθος τοῦ Χρι­στοῦ. ᾿Απὸ τὴ λογχισμένη πλευρά του τρέχει αἷμα, μὲ τὸ ὁποῖο ποτίζει τὸ ἀγλαόκαρπο δένδρο τῆς ᾿Εκ­κλησίας.

῾Η ὕπαρξη ναοῦ ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὴν πρώϊμη Κωνστάντεια ἐποχή, μαρτυρεῖ γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ ἀπέδιδαν οἱ Θεσσαλονικεῖς στὸν συμπατριώτη τους μάρτυρα. ᾿Αργότερα ὁ ἔπαρχος τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ Λεόντιος, ἀφοῦ θεραπεύτηκε ἀπὸ βαρειὰ νόσο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Δημητρίου, ἀνήγειρε ναὸ πρὸς τιμὴ τοῦ μάρτυρα γύρω στὰ 412-413.

῾Ο δοξάσας τὸν Θεὸ ἀντιδοξάζεται ἀπ᾿ Αὐτόν. ῾Ο λύ­χνος δὲν κεῖται πολὺ ὑπὸ τὸν μόδιο, ἀλλὰ τοποθετεῖται “ἐπὶ τῇ λυχνίᾳ” γιὰ νὰ λάμπει καὶ φωτίζει πρὸς πᾆσα κατεύ­θυν­ση. ῎Ετσι συνδέεται μὲ τὴ γενέτειρά του, τὴ Θεσσαλο­νίκη, μὲ τὰ προβλήματα τοῦ ῾Ελληνισμοῦ καὶ ἀποβαίνει ὑπέρμα­χος τῆς ᾿Ορθοδοξίας. ᾿Ακόμη πολὺ γρήγορα ἡ τιμή του δια­δίδεται στὸν κόσμο τῶν Σλάβων συνδεόμενη ἰδιαι­τέρως μὲ τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Ρώσους. ῎Ετσι, ἡ ἐπί­δραση τῶν ῾Ελλήνων ἐπὶ τῶν Σλάβων διὰ τοῦ ἁγίου Δημη­τρίου, εἶναι μεγάλη.

῏Ηταν φυσικὸ ὁ ἅγιος Δημήτριος νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴν πόλη στὴν ὁποία γεννήθηκε καὶ στὴν ὁποία μιμήθηκε μὲ πά­θος τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ. Οἱ Θεσσαλονικεῖς κατα­φεύ­γον­τας στὸ “θεοπάροχο” μνῆμα του, τὸν περικαλῆ ναό του, παρα­καλοῦσαν τὸν μεγαλομάρτυρα συμπατριώτη τους νὰ πρεσβεύ­ει στὸ Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία τους.

Σπανίως ἅγιος συνέδεσε τὴ μνήμη του τόσο πολὺ μὲ τὶς περιπέτειες καὶ ἀγωνίες τῆς πατρίδος του, ὅσο ὁ ἅγιος Δημήτριος. Στὶς ἀλλεπάλληλες ἐπιθέσεις τῶν Σλάβων καὶ ᾿Α­βάρων, ᾿Αράβων καὶ Βουλγάρων, ὁ ἅγιος Δημήτριος πρω­τ­α­γω­νιστεῖ καὶ προστατεύει τὴν πόλη του ἀπὸ τοὺς ἐπι­δρο­μεῖς. Βαρβαρικὲς φάλαγγες ἐπιτίθενται κατὰ καιροὺς μὲ μα­νία. ῾Ως ἄμμος τῆς θαλάσσης, ἀναφέρουν οἱ πηγές, ἐμφα­νί­ζονται οἱ ἐχθροί. Καταλαμβάνουν περιοχὲς τῆς Θρά­κης καὶ τῆς Μακεδονίας. Πλησιάζουν μὲ ἀκάθεκτη ὁρμὴ πρὸς τὴ Θεσ­σαλονίκη, κυριεύουν φρούρια καὶ προάστεια τῆς πόλεως. Πάνοπλοι οἱ ἐχθροὶ προετοιμάζονται γιὰ τὴν τελικὴ ἔφοδο κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ κάτοικοι ζητοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου βοήθεια. Παρακαλοῦν τὸ Θεὸ μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Δημητρί­ου νὰ μὴν πέσουν στὰ χέρια τῶν ἀλλοπίστων. ῎Εφιππος τότε ἐμφανίζεται ὁ ῞Αγιος, διατρέχοντας τὰ τείχη, καὶ συν­τρίβει μὲ δόρυ τοὺς ἐπιτιθε­μένους. Τὰ σχέδια τῶν ἐχθρῶν ματαιώνονται. ῾Ο Θε­ὸς τοῦ Δημητρίου διατηρεῖ τὴν πόλη “ἀτάραχον” καὶ “ἄτρω­τον”. Οἱ Θεσσαλονικεῖς δέχονται τὴ σωτηρία τους “θεόθεν”.

Σ᾿ ἄλλες περιπτώσεις, κρίσιμες γιὰ τὴν πόλη, ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀποδεικνύεται ἐπίσης προστάτης. ᾿Απαλ­λάσσει ἀπὸ λιμοὺς καὶ ἀσθένειες τὴν πόλη του καὶ τὴ διατηρεῖ “ἐν εὐ­ταξίᾳ”.

᾿Απὸ μεταγενέστερες ἱστορικὲς πηγές, ὁ ἅγιος Δη­μή­τριος παρουσιάζεται νὰ θρηνεῖ ὅταν ἡ πόλη πέφτει στὰ χέ­ρια τῶν ᾿Αγαρηνῶν. ᾿Αποκαλεῖ τὴ Θεσσαλονίκη “πόλιν του”. “῾Εάλω μοι ἡ πόλις” λέγει θλιμμένος στὸν ἅγιο ᾿Αχίλ­λειο, “ἑάλω μοι παραδοθεῖσα εἰς ἀφανισμόν. Βεβήλωταί μοι ὁ να­ός· κατεπατήθη τὰ ἱερὰ ποσὶ βεβήλοις”.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἀποβαίνει γιὰ τοὺς Θεσσαλο­νι­κεῖς “ἀκριβὴς φρουρός”, φύλαξ ἄυπνος, τεῖχος ἄσειστο κατὰ τῶν βαρβάρων, φιλόπολις καὶ κηδεμών, πολιοῦχος καὶ προϊστά­μενος. ῾Η Θεσσαλονίκη ἀναδεικνύεται μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ μεγαλομάρτυρος, “θεοφύλακτος”, “θεοφρούρητος”, “θεόσωστος”.

᾿Αργότερα σὲ μέρες χαλεπές, σὲ στιγμὲς κρίσιμες γιὰ τὴν πόλη, οἱ πνευματικοὶ αὐτῆς ὁδηγοί, παρότρυναν τοὺς Θεσ­σαλονικεῖς νὰ θυμοῦνται τὶς εὐεργεσίες τοῦ μάρτυρος καὶ νὰ μιμοῦνται τὸ βίο του· νὰ ἀσκοῦνται στὴν ἀρετή, γιὰ νὰ ἔ­χουν τὸ θάρρος, ὑψώνοντας τὴ φωνή τους, νὰ ἀναφωνοῦν· “῾Ο Θεὸς τοῦ Δημητρίου βοήθει ἡμῖν”.

῾Ο τάφος τοῦ μάρτυρος μεταβάλλεται μὲ τὸν καιρὸ σὲ θαυματοφόρο τόπο. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γίνεται χορηγὸς ἀγα­θῶν. Πολλοὶ ποὺ προστρέχουν μὲ πίστη, λαμβάνουν τὴ θερα­πεία τους ἀπὸ νόσους, ἐνῶ ταυτόχρονα, εὐαγγελίζονται τὴν παρουσία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἅγιος Δημή­τριος ἀπο­βαίνει γιὰ ὅλους τοὺς πιστοὺς “σῖτος τῶν πει­νόντων”, “ἰα­τρὸς τῶν ἀσθενῶν”, “λυτρωτὴς τῶν αἰχμα­λώ­των”, “μεσίτης”.

Αὐτοκράτορες ὅπως ὁ ᾿Ιουστινιανὸς καὶ ὁ Μαυρίκιος, πιστεύουν ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ κράτους θὰ ἦταν βεβαία, ἂν εἶχαν καὶ τὴν προστασία τοῦ ἁγίου Δημητρίου, διὰ τῆς πα­ρ­ουσίας μέρους τῶν ἁγίων λειψάνων του. Ζητοῦν εὐλαβικὰ μέ­ρος τῶν λειψάνων του, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν τὸ ἐπι­­τρέ­πει, γιατὶ θέλει τὸ λείψανό του νὰ διατηρηθεῖ ἀκέ­ραιο. ῎Αλλοι ἀποδίδοντας τὶς νίκες τους κατὰ τῶν ἐχθρῶν στὸν ῞Αγιο, τὸν τιμοῦν μὲ δωρεές, ὅπως ὁ ᾿Ιουστινιανὸς Β¢, ἢ μὲ ἐπιγράμματα καὶ ἀφιερώματα, ὅπως ὁ ᾿Ισαάκιος Β¢ ὁ ῎Αγγελος, ἐνῶ μεταφέρεται ἡ εἰκόνα του στὴν Κωνσταντι­νούπολη γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῆς πόλεως. Πλῆθος ναῶν ἀνε­γείρονται πρὸς τιμὴν τοῦ ῾Αγίου καὶ πολλὲς εἰκόνες ἀνευ­ρί­σκονται σ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας “ὑπο­μνήματα ζήλου” πρὸς τὸν μάρτυρα.

Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Φραγκοκρατίας, ἂν καὶ τὸ ἔ-θνος παρουσιάζει σημεῖα κάμψεως καὶ μελανὰ σύννεφα ἐμ­φανίζονται στὸν ὁρίζοντα, δημιουργοῦνται νέες τάσεις, ποὺ συντελοῦν στὴ δημιουργία τοῦ Νέου ῾Ελληνισμοῦ. Τὶς τάσεις αὐτὲς τὶς βρίσκουμε καὶ στὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ ἀφιερώ­νον­ται στὸν ἅγιο Δημήτριο, γιὰ νὰ ὑπογραμμισθεῖ, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος κόσμησε τὴν ῾Ελλάδα μὲ νίκες καὶ δόξασε τοὺς ῞Ελληνες. ῾Ελλάδα γιὰ τὸ Νικόλαο Καβάσιλα εἶναι ὅλη ἡ αὐτοκρα­τορία καὶ ῞Ελληνες οἱ κάτοικοι αὐτῆς.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἐμψυχώνει τοὺς ῞Ελληνες κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας. Αὐτὸ διαπιστώνεται ἀπὸ τὴν πίστη τῶν ῾Ελλήνων, ὅπως ἀποτυπώνεται στὰ μετα­βυ­ζαντινὰ κείμενα, στὰ ὁποῖα βρίσκουμε τὰ αἰτήματα τῶν ῾Ελ­λήνων γιὰ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοὺς ᾿Αγαρηνούς. ῾Ο ἅγιος Δημή­τριος ἐμπνέει καὶ τοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ 1821 στὸν τιτάνιο ἀγώνα τους κατὰ τῶν Τούρκων. ῾Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης θεωροῦσε τὸν ἅγιο Δημήτριο προστάτη του. Τέλος, δὲν εἶναι τυχαῖο καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου τοῦ 1912, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ πολιούχου της.

Τὰ γεγονότα ποὺ παραθέτουν οἱ πλούσιες πηγὲς ἀπο­δεικνύουν ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀπέβη προστάτης ὄχι μόνο τῆς πατρίδας του ἀλλὰ καὶ τῆς χώρας ἁπάσης, ἁπάν­των τῶν ῾Ελλήνων καὶ τῆς ῾Ελλάδος. Τὸ δέκατο τέταρτο αἰώνα, σύμ­φωνα μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ Νικολάου Καβάσιλα ἀλλὰ κι ἄλλες πηγές, ὅπως ἔδειξαν ἄλλοι ἐρευνητὲς τῆς περιόδου αὐτῆς, ἡ αὐτοκρατορία εἶναι πλέον ῾Ελληνική. Οἱ κάτοικοί της ῞Ελ­ληνες. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι ῞Ελλην.

Κατὰ τὶς πλούσιες πηγὲς ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν ὑπῆρ­ξε μόνο προστάτης καὶ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς “χώρας ἁπάσης”, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀποφασιστικὸς πολέμιος τῶν αἱρέσε­ων καὶ διδάσκαλος τῆς ᾿Ορθοδοξίας.

῾Ο καθαρὸς καὶ ἄμεμπτος βίος του, τὸ διδακτικό του χάρισμα, μὲ τὸ ὁποῖο κήρυττε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ διέλυε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ συνέτριβε τὶς αἱρετικὲς κακοδο­ξίες, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ “χριστομίμητο” μαρτύριό του, ἀπε­τέλεσε γιὰ τοὺς ὑπέρμαχους τῆς ᾿Ορθοδοξίας, πηγὴ ἐμπνεύ­σεως. ᾿Εγκωμιαστὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὑπεύθυνοι ποιμε­ν­άρχες, ἀντιμετωπίζοντας πολλὲς καὶ ποικίλες αἱρέσεις, ποὺ συγκλόνιζαν τὴν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης, ἔθεταν στὸ στόμα τοῦ μάρτυρος τὴν ὀρθὴ τῆς ᾿Εκκλησίας διδασκαλία. ῎Ετσι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐμφανίζεται παρὼν σὲ μεταγενέστερες ἐποχές, πολὺ μετὰ τὸ μαρτυρικό του θάνατο, ν᾿ ἀντιμετωπίζει θεολογικὲς καὶ χριστολογικὲς αἱρέσεις, ἐνῶ ταυτόχρονα διετύπωνε τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀλή­θεια, ὅπως αὐτὴ εἶχε διατυπωθεῖ στὶς Οἰκουμενικὲς Συν­όδους. ῎Αλλοτε πάλι, ὑμνογράφοι ὅπως ὁ Ρωμανὸς ὁ Με­λω­δὸς καὶ ἄλλοι, ἔχοντας ὑπόψη τους τὸ φωτεινὸ παρά­δειγμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὸ βίο του καὶ τὸ μαρ­τύριό του στοιχεῖα πρὸς καταπολέ­μηση φοβερῶν γιὰ τὴν ἐποχή τους κακοδοξιῶν. ᾿Αργότερα οἱ φωτιστὲς τῶν Σλά­βων Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, Θεσσα­λονικεῖς ῞Ελληνες ἀδελ­φοί, μετα­φέροντας τὴ λαμπάδα τῆς πίστεως στὴ Μοραβία καὶ ἀντιμετωπίζοντας πολλαπλὲς δυ­σκολίες, ἔστρεφαν νοσταλ­γικὰ τὰ βλέμματά τους πρὸς τὸ ναὸ τοῦ Δημητρίου γιὰ νὰ ἀν­τλήσουν δύναμη καὶ θάρρος. ῎Ετσι μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ῾Αγίου συμπα­τριώτη τους, οἱ δύο ἀδελφοὶ κρα­τοῦσαν ψηλὰ τὸ λάβαρο τῆς ᾿Ορθοδοξίας ποὺ κινδύνευε ἀπὸ τοὺς Λατίνους. Κατὰ τὸ 14ο αἰ., ὅταν ἡ ᾿Ορθοδοξία ἀ­γω­νιζόταν κατὰ τοῦ σχολα­στικισμοῦ, ἡσυχαστὲς πατέρες, μὲ πρῶτο τὸν ἅγιο Γρηγό­ριο τὸν Παλαμᾆ, ἀρχιεπίσκοπο Θεσ­σαλονίκης, ἀπέδιδαν στὸ μεγαλομάρτυρα μοναχικὲς ἀρετὲς γιὰ νὰ ἐξάρουν τὸν ὀρθόδοξο μοναχισμὸ καὶ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ποὺ βάλλονταν ἀπὸ τοὺς σχολαστικούς.

Διδάσκαλο καὶ προφήτη ἀποκαλεῖ τὸν ἅγιο Δημή­τριο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, ἐπειδὴ δίδαξε τὴν ὀρ­θόδοξη πίστη καὶ ἐνέπνευσε τοὺς διδασκάλους τῆς πίστεως. Κήρυκα τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Ορ­θοδοξίας ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ἐνῶ ὁ ἅγιος Νι­κόδημος ὁ ῾Αγιορεί­της τὸν ἀποκαλεῖ καταλύτη τῶν αἱρέ­σεων.

῾Η Θεσσαλονίκη, δεύτερη πόλη μετὰ τὴν Κωνσταντι­νούπολη, ἀναπτύχθηκε σὲ πολιτιστικὸ κέντρο στὰ Βαλκά­νια. Οἱ Σλάβοι, ἐρχόμενοι σὲ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ῞Ελληνες, εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ δημιουργήσουν “μιὰ δεύτερη Θεσσαλονί­κη” μὲ ἀνάλογες παραδόσεις ποὺ ὑπῆρχαν στὴν πόλη τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

Τὰ δύο βιβλία τῶν “Θαυμάτων” ποὺ περιγράφουν τὶς ἐπιδρομὲς τῶν ᾿Αβαροσλάβων, ἐμφανίζουν τὸν ἅγιο Δημή­τριο πρωταγωνιστή, ἐπεμβαίνοντα καὶ σώζοντα τὴν πατρίδα του. ῾Η πεποίθησις αὐτὴ ποὺ καλλιεργήθηκε καὶ βιώθηκε ἀπὸ τὸ λαό, γινόταν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καὶ πίστη τῶν Σλά­βων ἐπιδρομέων. Οἱ πόλεμοι κατὰ τῶν ῾Ελλήνων καὶ ἡ ἐπέμ­βαση τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὑπὲρ τῆς πατρίδος του, ἔπαιρ­ναν χαρακτήρα θρησκευτικό. Οἱ Σλάβοι μὲ τὶς ἐπιδρομές τους κατέστρεφαν ναοὺς καὶ ἐπέφεραν φοβερὲς δηώσεις. Οἱ χρι­στιανοὶ ἐπικαλούμενοι πρῶτα τὸ Θεὸ καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, συνέβαλαν στὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς θρησκείας μεταξὺ τῶν Σλάβων καὶ φυσικὰ τῆς τιμῆς τοῦ ῾Αγίου. Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” μιλοῦν γιὰ περιπτώσεις μεμονωμένων Σλάβων ποὺ ἀσπάσθηκαν τὴ χρι­στιανικὴ θρησκεία, τιμών­τας στὴ συνέχεια τὸν μάρτυρα Δη­μήτριο.

῾Η διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων, πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἔγινε καὶ σὲ ὁμαδικὲς περι­πτώσεις. ῞Οσοι κάτοικοι εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ ἀπὸ τὸν Χα­γᾆ­νο κατὰ τὸν δεύτερο σλαβικὸ πόλεμο καὶ μεταφέρ­θη­καν στὴν Παννονία δὲ λησμόνησαν τὴν πίστη τους. ῞Ολοι αὐτοὶ μετέδιδαν καὶ τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴν Παννο­νία καὶ στὴ Δαλματία. Στὸ Σίρμιο, στὰ μέσα τοῦ 11ου αἰ., ὑπῆρχε μοναστήρι στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐνῶ στὶς σερβι­κὲς χῶρες ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται ἐκκλη­σίες καὶ μονα­στή­ρια στὸ ὄνομά του. ᾿Απὸ τὶς περιοχὲς αὐτές, ἡ τιμὴ τοῦ μάρ­τυρος μεταδόθηκε ἀργότερα καὶ στοὺς Μαγυάρους. ᾿Απὸ ἱστο­ρικοὺς λέγεται ὅτι οἱ Σλάβοι ποὺ ἡττήθηκαν στὸ Στρυ­μό­να ἀπὸ τὸν ᾿Ιουστινιανὸ Β¢, εἶχαν ἀκούσει γιὰ τὴν προ­στα­σία τοῦ ἁγίου Δημητρίου πρὸς τοὺς πατριῶτες του, τοὺς Θεσσαλονικεῖς. Στὶς ἀγαθὲς ἐπι­δράσεις τῶν ῾Ελλήνων ἐπὶ τῶν Σλάβων καὶ στὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρί­ου μεταξὺ αὐτῶν, ἀναφέρεται καὶ ὁ ᾿Ιωάννης Καμενιάτης.

Τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων ἑδραίωσαν οἱ δύο ῞Ελληνες Θεσσαλονικεῖς ἀδελφοί, Κύριλ­λος καὶ Μεθόδιος. ᾿Απὸ τὸ Βίο τοῦ Μεθοδίου καταφαίνεται ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὸν ἅγιο συμπα­τριώ­τη τους. Στὸ 15ο κεφάλαιο τοῦ Βίου τοῦ Μεθοδίου ἀνα­φέ­ρεται ὅτι ὁ Μεθόδιος ἀφοῦ συμπλήρωσε τὸ ἔργο τῆς μετα­φράσεως τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, “ἀπέδωκεν εἰς τὸν Θεὸν τὴν κατ᾿ ἀξίαν δόξαν καὶ τιμήν, διότι ἐχάρισε αὐτῷ τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμιν τούτου”. ᾿Επίσης “μετὰ τοῦ κλήρου αὐτοῦ ἐτέλεσε τὴν θείαν λειτουργίαν πανηγυρίσας τὴν μνή­μην τοῦ ἁγίου Δημητρίου”.

Στοὺς δύο ἀδελφοὺς ἀποδίδεται ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς καὶ ἕνας Κανόνας στὸν ἅγιο Δημήτριο. Στὴν ἐνάτη ὠδὴ τοῦ Κα­νόνος ἐκφράζεται μὲ ὡραιότατο λυρικὸ τρόπο ἡ νο­σταλγία τῶν δύο ἱεραποστόλων γιὰ τὴν πατρίδα τους, τὴ Θεσσαλο­νίκη. ᾿Απὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ Κανόνα φαίνεται, ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ διαδίδοντας τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημη­τρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων ἐνεφάνιζαν αὐτὸν ὄχι μόνον ὡς ἅγιο προστάτη τῆς πόλης, ἀλλὰ καὶ ὡς “ἥλιον” ποὺ μὲ τὴν ὀρθόδοξη διδα­σκαλία του κατεφώτισε τοὺς ἀνθρώπους, δια­λύοντας κάθε πλάνη. ᾿Επίσης στὸν Κανόνα ἐπαναλαμβά­νε­ται ὅτι ὁ ῞Αγιος ὑπῆρξε πρόμαχος τῆς ῾Αγίας Τριάδος, δι­δασκαλία ποὺ δὲ στερεῖται σημασίας, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἀρ­χαῖα Μαρτύρια θέλουν τὸν ἅγιο Δημήτριο διδάσκαλο τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Οἱ δύο ἱεραπόστολοι τῶν Σλάβων, διαδί­δοντας τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ μορφώνοντας ὀρθόδοξα τὸ λαὸ ἀντι­μετώπιζαν πολλὰ προβλήματα. ᾿Απὸ τὴ μιὰ πλευρὰ ἔπρεπε νὰ ξεπεράσουν τοὺς ἀντιφρονοῦντες στὸ τριαδικὸ δόγμα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς Λατίνους ποὺ ὑποστήριζαν τὴν προσθή­κη τοῦ Filioque στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι οἱ δύο ἀ­δελ­φοὶ εἶχαν ὑποστεῖ δει­νὰ ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς “τριγλωσ­σίας”. Γνωρίζοντας ὅμως ὅτι οἱ πηγὲς καὶ τὰ ἐγκώμια πρό­βαλλαν τὸν ῞Αγιο ὡς διδάσκαλο καὶ ὑπέρ­μαχο τῆς ᾿Ορθο­δο­ξίας, ἦταν φυσικῶς ἑπόμενο νὰ συνεχίσουν τὴν παράδοση. Νὰ διδάξουν δηλ. καὶ στοὺς Σλάβους ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν ὑπέρμα­χος τῆς ῾Αγίας Τριάδος καὶ τῆς ᾿Ορθοδόξου πί­στεως.

Στὸν Κανόνα δὲν παραλείπεται ἀκόμη νὰ τονισθεῖ ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν πολὺ ὀνομαστὸς μεταξὺ τῶν βαρ­βάρων καὶ μάλιστα ἐκείνων ποὺ εἶχαν ἐπιτεθεῖ κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Αργότερα ὁ Νικόλαος Καβάσιλας θὰ τονίσει σὲ ἐγκώμιό του ὅτι ὁ συμπατριώτης του ἔπειθε ὅλους, ῞Ελ­ληνες καὶ βαρβάρους, μὲ τὴ διδασκαλία του. ᾿Εὰν λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι ὁ Καβάσιλας δὲν ἀναφέρεται μόνο στὴν ἐπο­χὴ ποὺ ἄκμασε ὁ ῞Αγιος, ἀλλὰ σ᾿ ὅλη τὴ δημι­ουρ­γηθεῖσα παράδοση ποὺ θέλει τὸν ἅγιο Δημήτριο διδάσκα­λο τῆς ᾿Ορ­θοδοξίας καὶ ἐπίσης ὅτι ὁ μεγάλος αὐτὸς θεολό­γος χρησι­μοποιεῖ τὰ ὀνόματα “῞Ελλην” καὶ “῾Ελλάς” μὲ ἐθνικὴ πιὰ σημασία, καὶ μὲ τὴ λέξη “῾Ελλάς” ἐννοεῖ ὁλόκληρη τὴν αὐτο­κρατορία, βάρβαροι εἶναι ὅλοι οἱ κατὰ καιροὺς ἐχθροὶ τῶν ῾Ελλήνων καὶ συνεπῶς καὶ οἱ Σλάβοι.

Εἰδικότερα, στὴ Βουλγαρία ἡ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τῶν ἁγίων Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου. ῾Ο ἡγεμόνας τῶν Βουλγά­ρων Βόρις, καθὼς ἦταν διορατικὸς καὶ ἱκανός, διέβλεπε ὅτι ἡ θρησκεία τῶν συμπατριωτῶν του ἐκπροσωποῦσε τὸ σκότος, ἐνῶ ἡ χριστιανικὴ θρησκεία τὸ πνευματικὸ φῶς. Γνωρίζον­τας ἐπίσης ὅτι οἱ γύρω του πολιτισμένοι λαοὶ ἦταν χριστια­νοί, ἀποφάσισε ν᾿ ἀσπασθεῖ τὴ χριστιανικὴ πίστη. ῎Ετσι πί­στευε ὁ Βόρις πὼς μποροῦσε ἡ χώρα του νὰ εἰσέλθει στὸν κύκλο τῶν πολιτισμένων λαῶν. ῾Ωστόσο φο­βοῦνταν μήπως ἡ νέα θρησκεία ἀποβεῖ γιὰ τοὺς Βουλγά­ρους ἀμφίστομο μα­χαίρι. Πίστευε δηλ. ὅτι ἐνῶ θὰ μποροῦσε μὲ τὴ νέα θρη­σκεία νὰ συνενώσει τοὺς πρωτοβουλγάρους καὶ Σλάβους, ταυτόχρονα ζοῦσε μὲ τὴν ἀγωνία μήπως ἀπο­δεχόμενος τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, θὰ ἐξυπηρετοῦνταν τὰ συμφέροντα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.

῾Η δημιουργία τοῦ Βουλγαρικοῦ κράτους εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ γεγονότα τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας. Σπουδαῖο ρόλο στοὺς στόχους καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τοῦ Βόρι­δος διεδραμάτισε ὁ Κλήμης, ἐπίσκοπος ᾿Αχρίδος. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ διδασκάλου του Μεθοδίου τὸ 885, ὁ Κλήμης ἐπέστρεψε στὴ Βουλγαρία καὶ βρῆκε τοὺς ὁμοφύλους του σὲ κρίσιμη κατάσταση. Τὸ Βουλγαρικὸ ἔθνος εἶχε ἤδη δεχθεῖ τὸ Χριστιανισμὸ πρὶν ἀπὸ εἴκοσι χρόνια (864). ῾Η διάδοση ὅμως τῆς νέας θρησκείας προχωροῦσε μὲ βραδὺ ρυθμό. Αἰ­τία τῆς βραδύτητας αὐτῆς ἦταν ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ἡ ἔλ­λειψη βιβλίων γραμμένων στὴ βουλγαρικὴ γλῶσσα.

῾Ο Κλήμης ἐργάστηκε μὲ ζῆλο καὶ ἀπέκτησε 3500 μα­θητές. Διέδωσε τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀνήγειρε ναούς, καὶ ἵ­δρυσε σχολεῖα. Μεταξὺ τῶν ἔργων τοῦ Κλήμεντος δια­σώζε­ται μέχρι σήμερα καὶ ἕνα ᾿Εγκώμιο στὸν ἅγιο Δημή­τριο. ᾿Απὸ τὸ κείμενο αὐτό, ποὺ χαρακτηρίζεται κείμενο μεγάλης ἱστορικῆς σημασίας, φαίνεται ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγί­ου Δημη­τρίου εἶχε διαδοθεῖ μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἀφοῦ ἐν ὀνό­μα­τι τοῦ μεγαλομάρτυρος, συνετελεῖτο ἡ καταπολέ­μηση τῆς εἰ­δωλολατρίας. Στὸ ᾿Εγκώμιο αὐτὸ ὁ ἅγιος Δημήτριος ὑ­μνεῖ­ται ὡς διδάσκαλος τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ὡς ἀληθινὸς ὁμολο­γητὴς τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Δύο ἀκόμη διδακτικοὶ λόγοι εἶχαν ἐκδοθεῖ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κλή­μεντος, οἱ ὁποῖοι ἀργό­τερα, τὸν δέκατο πέμπτο αἰώνα, χρη­σιμοποιήθηκαν ὡς λό­γοι ἐγκωμιαστικοὶ γιὰ τὸν ἅγιο Δη­μήτριο. ῾Η ἐξύμνηση τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὡς διδασκάλου τῆς ᾿Ορθοδοξίας γίνεται ἐξ ἐπιδράσεως τῶν ἀρχαίων Μαρτυρίων τοῦ ῾Αγίου καὶ τῆς προ­βολῆς τοῦ μάρτυρος ἀπὸ τοὺς δύο ῞Ελληνες ἀδελφούς, Κύριλλο καὶ Μεθόδιο.

῎Ετσι, μὲ τὴν καθιέρωση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημη­τρί­ου στὴ Βουλγαρία, ἀγωνιστοῦ κατὰ τῆς πλάνης καὶ ὑπερ­μάχου τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας, ὁ ῞Αγιος ἀπέβαινε λαμ­πρὸ παράδειγμα χριστιανικῆς πίστεως. Κατόπιν, μὲ τὴν ἵδρυ­ση τῆς Σχολῆς τῆς ᾿Αχρίδος, πρὸς τὴν ὁποία ἀπεστάλη ὁ Κλήμης ἀπὸ τὸν Συμεών, βασιλέα τῶν Βουλγάρων (893-927), φαίνεται ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου διαδιδόταν καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Βουλγαρίας. Στὶς μέρες τοῦ Συ­με­ὼν Βούλγαροι ἱερεῖς πήγαιναν στὸ Κίεβο, ὅπως τοῦτο μαρ­τυρεῖται ἀπὸ παλιὰ βουλγαρικὰ χρονικά, καὶ διέδιδαν τὴν τιμὴ τοῦ μεγαλομάρτυρος.

᾿Αναφερόμενοι στὶς τεταμένες σχέσεις ῾Ελλήνων καὶ Βουλ­­γάρων ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Σαμουήλ, παρατηροῦμε τὰ ἑξῆς: Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Βασίλειος Β¢ ταπείνωσε τοὺς Βουλ­γάρους τὸ 1014, ἀφοῦ προηγουμένως ἦλθε στὴ Θεσσα­λονί­κη καὶ ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ μάρτυρος. Πρωτεργάτης τῶν Βουλ­γάρων κατὰ τῶν ῾Ελλήνων ἦταν ὁ γιὸς τοῦ Σαμουὴλ Γαβρι­ήλ-Ραδομῖρος. ῾Ο Σταυράκιος ἀποκαλεῖ τὸν Ραδομῖ­ρο “ἄν­δρα θηριώδη”, “μανιακόν”, “φόνιον τὴν γνώμην”, ἐνῶ ὁ Κων­­σταντῖνος ᾿Ακροπολίτης “δυσώδη”, “κακοῦ κό­ρακος ὠόν”, “ἔκ­γονον ἐχίδνης”, καὶ “γέννημα θηρὸς ἀτίθα­σον”. ῾Ο ἅγιος Δη­μήτριος ποὺ ἄκουσε τὴν ἐπίκληση τῶν συμπατριωτῶν του “Σῶσον Δημήτριε”, ἔσπευσε πρὸς βοή­θεια τῆς πόλεως. Τότε ἐμφανίσθηκε ἔφιππος νὰ φονεύει τὸν Ραδομῖρο. Εἶναι ἀπο­δεκτὸ ὅτι ὁ Ραδομῖρος φονεύτηκε ἀπὸ τὸν ἐξάδελφό του ᾿Ιωάννη, τὸν ἀποκαλούμενο Βλαδι­σλάβο ἢ ᾿Ααρών. Στὸν εἰ­κονογραφικὸ κύκλο ὑπάρχει ἀνά­λογη παράσταση, ποὺ ἐμφα­νίζει τὸν ἅγιο Δημήτριο νὰ φονεύει ἔφιππος τὸν Ραδομῖρο. Οἱ Βούλγαροι μέχρι τὴν ὁριστικὴ καὶ ἀποφασιστική του ἐξ­έγερση τὸ 1186 ἔκαναν καὶ ἄλλες προσπάθειες, ἀλλὰ ἀπέ­τυχαν.

Οἱ πρωτεργάτες τῆς βουλγαρικῆς ἐπαναστάσεως “ὁμο­γενεῖς καὶ ταυτόσποροι” ᾿Ασὲν Α¢ καὶ Πέτρος, κατὰ τὸν Νι­κήτα Χωνιάτη, παρουσιάστηκαν στὸν αὐτοκράτορα ᾿Ισαάκιο Β¢ ῎Αγγελο καὶ ἀπαίτησαν ἴση στρατολογικὴ μεταχείριση. Μετὰ τὴν ἀποτυχία τους ἐπέστρεψαν στὸ Τύρ­νοβο καὶ ἐκεῖ μελετοῦσαν τὸν τρόπο δράσεως καὶ ἐκδική­σεως τῶν ῾Ελλή­νων. Τὰ γεγονότα ποὺ στὸ μεταξὺ μεσολά­βησαν τοὺς βοή­θη­σαν στὶς ἐνέργειές τους. ῾Ο αὐτοκράτορας ᾿Ισαάκιος Β¢ ῎Αγ­γελος (1185-1195) βρῆκε τὴν αὐτοκρα­τορία σὲ δυσχερῆ θέ­ση. Οἱ Νορμανδοὶ εἶχαν καταλάβει τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1185 τὸ Δυρράχιο καὶ στὶς 24 Αὐγούστου τοῦ ἑπόμενου ἔτους τὴ δεύτερη πόλη τῆς αὐτοκρατορίας, τὴ Θεσσαλονίκη. Τὸ γεγο­νὸς αὐτὸ θεωρήθηκε ἐξαιρετικὰ ση­μαντικό. ᾿Ενέπνευσε τοὺς δύο ἀδελφούς, Πέτρο καὶ ᾿Ασέν, νὰ προχωρήσουν στὸ ἐγχεί­ρημά τους. Αὐτοὶ ἡγήθηκαν τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος. Οἱ δύο ἀδελφοὶ γνώριζαν ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἦταν διαδεδομένη τόσο στὴ Βουλγαρία ὅσο καὶ στὴ Ρωσία. ῎Ηξευραν ἀκόμη ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος θεωροῦνταν προ­στά­της τῆς Θεσσαλονί­κης τιμούμενος ἀπὸ ὅλη τὴν αὐτοκρα­το­ρία. ᾿Επίσης γνώ­ριζαν ὅτι ὁ μεγαλομάρτυρας ἦταν ἕνας ῞Αγι­ος οἰκουμενι­κὸς τιμώμενος ἀπὸ τοὺς ᾿Ορθοδόξους. Οἱ ἁγιο­γραφίες τοῦ μάρτυρος καὶ τὰ ἀνάγλυφα ποὺ σώζονται ἀπὸ τὸν ἑνδέκατο αἰώνα καὶ στὴ Βουλγαρία, ἀποτελοῦν ἀπό­δειξη τῆς εὐρύ­τατα διαδεδομένης τιμῆς του στὴ Βουλγαρία.

῾Η Θεσσαλονίκη ὅμως, τὴν ὁποία ἐπὶ αἰῶνες προστά­τευε ὁ ῞Αγιος, ἔπεσε στοὺς Νορμανδούς. Τὸ ἐξαιρετικὸ αὐτὸ γεγονὸς φρόντισαν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν κατάλληλα οἱ δύο πρωτεργάτες. Διέδιδαν ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐγκατέ­λειψε τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τοὺς ῞Ελληνες ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους καὶ ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἔστειλε προστάτη ἑνὸς ὑπόδουλου λαοῦ, ποὺ πίστευε στὸ Χριστὸ καὶ ἦταν ὀρθό­δοξος. Τὸ σφε­τερισμὸ αὐτὸ ἐξυπηρετοῦσαν καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Θεσσαλο­νι­κεῖς μὲ ὅσα πίστευαν ἢ ἔλεγαν, ὅτι ὁ ῞Αγιος καὶ ἡ Πανα­γία τοὺς ἐγκατέλειψαν ἐξ αἰτίας τῶν ἀνομιῶν τους.

῾Ο Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, ποὺ περιγράφει τὴν ἅ­λωση τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Νορμανδοὺς, εἶχε προειδο­ποι­ή­σει τοὺς συμπατριῶτες του ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος θὰ τοὺς ἐγκατέλειπε, ἂν δὲν μετανοοῦσαν. Οἱ Θεσσαλονικεῖς αἰσθάν­θηκαν τὴν ἐγκατάλειψη αὐτὴ μετὰ τὴν ἅλωση. Καὶ ὁ Μι­χαὴλ Χωνιάτης, στὴ Μονωδία του θρηνεῖ τὴ Θεσσαλονίκη γιὰ τὴν ἅλωση ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς. ῾Η Θεσσαλονίκη ἦταν μιὰ εὐδαίμων πόλη, γιατὶ εἶχε κοντά της τὸν καλό της ποι­μένα, τὸν καθηγητή της, τὸν σοφό, τὸν “σωτῆρα”, τὸν πολι­οῦχο, τὸν πρόβολο καὶ κίονα, τὸν ἅγιο Δημήτριο. Μετὰ τὴν ἅλωση, λέγει ὁ Χωνιάτης, ἡ πόλη ἔμεινε χήρα, χωρὶς προ­στάτη, γυμνὴ ἀπὸ προστασία.

῏Ηταν, λοιπόν, πολὺ φυσικὸ οἱ Βούλγαροι νὰ ἐκμε­ταλλευθοῦν τὰ γεγονότα. Γρήγορα-γρήγορα ἀνήγειραν ναὸ στὸ Τύρνοβο στὸ ὄνομα τοῦ μάρτυρος, φροντίζοντες ἔτσι μὲ τὴν ἀναζωπύρωση τοῦ θρησκευτικοῦ καὶ ἐκκλησια­στικοῦ φρο­νήματος νὰ ἐπιτύχουν τοὺς στόχους τους. ῾Ο Νι­κήτας Χω­­νιάτης, ποὺ ἀφηγεῖται τὴν ἐξέγερση τῶν ᾿Ασενο­βιτῶν, μιλάει γιὰ τὸν τρόπο ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ ἁγίου Δη­μητρίου, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἐξεγέρθηκαν οἱ Βούλγαροι. Γιὰ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τοῦ Τυρνόβου προσκλήθηκαν τρεῖς ῞Ελληνες μητροπολίτες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Βι­δύνης. Οἱ μητροπολίτες αὐτοί, ποὺ δὲ γνώριζαν τὶς προθέ­σεις τῶν ἐπαναστατῶν, ὄχι μόνον ὑπο­χρεώθηκαν νὰ καθ­αγιάσουν τὸ ναό, ἀλλὰ κυρίως νὰ χει­ροτονήσουν κάποιο Βα­σίλειο καὶ νὰ τὸν ἀνυψώσουν σὲ ἀρχιεπίσκοπο Τυρνόβου. ῾Ο Βασίλειος στὴ συνέχεια ἔστεψε τὸν ᾿Ασὲν βασιλέα τῶν Βουλ­­γά­ρων. ᾿Επειδὴ ἡ χειροτονία τοῦ Βασιλείου ἦταν πράξη βί­ας, φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ Βούλ­γαροι, ἔκαναν διπλὴ ἐπα­νά­σταση. Πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστική.

Οἱ ἐξεγερθέντες κατέλαβαν ὅλη τὴν παραδουνάβια Βουλ­­γαρία. Κάτω ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ κυριαρχία ἔμειναν μόνο μερι­κὲς πόλεις ποὺ ἦταν καλὰ ὀχυρωμένες. ῾Ο ᾿Ισα­άκιος κατὰ τὴν ἀντεπίθεσή του πῆρε μερικὰ φρούρια, πιθανότατα καὶ στὸ Τύρνοβο. ᾿Απὸ ἕνα ἐπίγραμμα τοῦ Θεοδώρου Βαλ­σαμώνα φαίνεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας βρῆκε τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τὴν ὁποία οἱ Βούλγαροι εἶχαν χρησιμο­ποιήσει κατὰ τὴν ἐξέγερσή τους.

᾿Απὸ τὸ ἐπίγραμμα ποὺ φέρει τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ισα­ακί­ου φαίνεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε ἀντεπίθεση κατὰ τῶν Βουλγάρων ἐπικαλούμενος τὴν προστασία τοῦ ἀθλοφό­ρου. ῾Ο αὐτοκράτορας ἀποκαλεῖ τὸν ἅγιο Δημή­τριο “προ­στάτην μέγαν ἐν ταῖς κατ᾿ ἐχθρῶν συμπλοκο­στρα­τηγίαις”. Θέτοντας τὸν ἅγιο Δημήτριο ὁ αὐτοκράτορας προστάτη του, λέγει, ὅτι δὲν ἰδιοποιεῖται τὸν ἅγιο ἀπὸ φθόνο. Καὶ ἀπὸ τὸ ἐπίγραμ­μα αὐτὸ διαπιστώνει ὁ μελε­τητὴς ὅτι ὁ ἅγιος Δη­μήτριος εἶχε εἰσέλθει στὴ ζωὴ ὁλό­κληρης τῆς αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ὁποία εἶχε συνδεθεῖ.

᾿Αποφασιστικὸς συνεχιστὴς τῶν δύο ἀδελφῶν Πέτρου καὶ ᾿Ασὲν Α¢ ὑπῆρξε ὁ τρίτος ἀδελφός τους ᾿Ιωάννης ἢ ᾿Ιω­αννίτζης, γνωστὸς μὲ τὸ ὄνομα Καλογιάννης ἢ Σκυλο­γιάν­νης. ῾Ο Καλογιάννης προχώρησε ἀκόμη περισσότερο στὶς προσ­δοκίες τῶν Βουλγάρων. ᾿Απευθύνθηκε πρὸς τὸν πάπα ᾿Ιννοκέντιο Γ¢ καὶ ζήτησε νὰ τοῦ ἀποδοθεῖ τὸ τσα­ρικὸ στέμ­μα καὶ νὰ ἀναγνωρισθεῖ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς ᾿Εκ­κλησίας. ᾿Επί­σης ζήτησε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Τυρνόβου νὰ λάβει τὴν πατρι­αρχικὴ ἀξία.

᾿Επὶ Καλογιάννη τὸ Βουλγαρικὸ κράτος διηύρυνε τὰ ὅριά του. Αὐτὰ ἐπεκτάθηκαν πρὸς δυσμάς, νότια καὶ νοτιο­δυτικὰ καὶ συμπεριέλαβε τὴ Μακεδονία μὲ τὰ Σκόπια, τὴν ᾿Αχρίδα καὶ τὴ Βέροια. ῾Ο Καλογιάννης ἦταν ἡγεμόνας τῶν Βουλγάρων, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Κωνσταντινούπολη βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Φράγκων. Οἱ ῞Ελληνες αἰσθά­νονταν τὴν ἀνάγκη νὰ ἀγωνισθοῦν καὶ νὰ ἀνασυστήσουν διὰ τοῦ δεσποτάτου τῆς ᾿Ηπείρου τὴν αὐτοκρατορία. ῾Ο Καλο­γιάννης ὅμως ἦταν τὸ μεγάλο ἐμπόδιο. ῞Υστερα ἀπὸ πολλές του ἐπιτυχίες ἐπιχείρησε νὰ καταλάβει καὶ τὴ Θεσσαλονίκη. Πέθανε ὅμως ἀπὸ πλευρίτιδα τὸ 1206. Οἱ ῞Ελληνες ἀπέδω­σαν τὸ θάνατό του σὲ θεία δίκη. ᾿Ενῶ ὁ ᾿Ακροπολίτης μι­λά­ει γιὰ νόσο ἀπὸ τὴν ὁποία πέθανε ὁ Καλογιάννης, ὁ Σταυ­ράκιος παραδίδει τὰ ἑξῆς· λίγο πρὶν ἐπιτεθεῖ ὁ Καλο­γιάννης κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ἅγιος Δημήτριος “ἔφιπ­πος ἐφ᾿ ἵπ­που λευκοῦ τῷ βουλγαράνακτι φαίνεται καὶ και­ρίαν ἀκον­τί­ζει παρὰ χρῆμα τὸν ἄθλιον”. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅπως καὶ πολλὰ ἄλλα, εἰσῆλθε στὸν εἰκονογραφικὸ κύκλο τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

῾Ο ἀνταγωνισμὸς Βουλγάρων καὶ ῾Ελλήνων, κατὰ τὴν ἱστορικὴ αὐτὴ φάση, ἀπεικονίζεται στὰ νομίσματα καὶ τὶς σφραγίδες. Οἱ Βούλγαροι τσάροι μιμοῦνται τοὺς βυζαντι­νοὺς στὴν κοπὴ νομισμάτων. Φέρουν τὰ ἴδια διακριτικὰ ποὺ φέ­ρουν καὶ οἱ βυζαντινοί, φέρουν δηλ. σταυρό, λάβαρο, σφαί­ρα κ.ἄ. ῎Εχοντας κι αὐτοὶ προστάτη τους τὸν ἅγιο Δη­μή­τριο, ἀντέγραφαν τοὺς ῞Ελληνες καὶ ὡς πρὸς τὴν κατα­σκευὴ σφραγίδων καὶ νομισμάτων. ῾Η μορφὴ τοῦ ἁγί­ου Δη­μητρίου κυριαρχεῖ. Στὰ νομίσματα στὴ μιὰ πλευρὰ εἰκονί­ζεται ὁ ῞Αγιος καὶ στὴν ἄλλη οἱ βασιλεῖς.

᾿Απὸ τοὺς ἡγεμόνες τῆς ᾿Ηπείρου διακρίθηκε ἰδιαι­τέ­ρως ὁ Θεόδωρος Α¢ ῎Αγγελος Κομνηνὸς Δούκας, ἐπειδὴ εἶχε ἐπιτυχίες καὶ κατὰ τῶν Λατίνων καὶ κατὰ τῶν Βουλ­γάρων. ῾Η Συνοδικὴ Πράξη μὲ τὴν ὁποία ἀναγορεύτηκε ὁ Θεόδω­ρος αὐτοκράτορας, λέγει ὅτι ἔγινε “ρύστης μετὰ Θεὸν καὶ σωτὴρ ἡμέτερος” καὶ ὅτι “ὑπὲρ ἀφανισμοῦ μὲν τελείου τῶν καταπολεμησάντων ἡμᾆς ἀθέων Λατίνων, ἔτι δὲ καὶ τῶν ἐκ τοῦ Αἴμου Σκυθῶν” ἀγωνίστηκε μὲ γενναιό­τητα. ᾿Απὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Θεοδώρου ὑπάρχουν νομίσματα, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. ᾿Ανάλογα νομίσματα ἔκοψαν καὶ οἱ Βούλ­γαροι. Τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ ὡς πρὸς τὶς σφραγίδες. Στὶς σφραγίδες εἰκονίζεται ἄλλοτε ὁ βασιλιὰς ᾿Ασὲν Β¢ καὶ ἄλλοτε ὁ Μπορὺλ (1207-1218). Δίπλα στοὺς Βουλγάρους βασιλεῖς εἰκονίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος. Σὲ χρυσὲς σφραγίδες μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ᾿Ασὲν Β¢ ὁ βασιλιὰς εἰκονίζεται ὄρθιος φέροντας πλούσια ἐνδύματα καὶ στέμμα. Στὸ δεξιό του χέρι κρατεῖ λάβαρο, ἐνῶ ἡ ἐπιγραφὴ χαρα­κτηρίζει τὸν ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢, “βασιλέα Βουλγάρων καὶ ῾Ελ­λήνων”. Στὴν ἄλλη πλευρὰ κά­θεται ὁ ἅγιος Δημήτριος πάνω σὲ θρόνο φέροντας φωτο­στέφανο. ῾Η χρυσὴ αὐτὴ σφραγίδα ἔχει ἰδιάζουσα σημασία γιατὶ σ᾿ αὐτὴν εἰκονίζεται ὁ ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢, ὁ ὁποῖος νίκησε τὸν Θεόδωρο. ῞Οπως εἶναι γνωστὸ ὁ Θεόδωρος φιλοδοξοῦσε ν᾿ ἀνακτήσει τὴν Κωνσταντινούπολη. ῎Ετσι ὁ ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢ μποροῦσε πιὰ σὰν θριαμβευτὴς νὰ ἀναγορεύεται “βασιλεὺς Βουλγάρων καὶ ῾Ελλήνων”. Καταβάλλεται δηλ. μιὰ προσπά­θεια ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, ἐπειδὴ σημείωσαν κάποιες ἐπι­τυχίες, σφετερι­ζόμενοι τὸν ἅγιο Δημήτριο, νὰ δημιουργήσουν Νέα Ρώμη, τῆς ὁποίας κέντρο νομίζουν ὅτι μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ Τύρνοβο.

Στὴν περίοδο τῆς δημιουργίας τοῦ δευτέρου Βουλ­γα­ρι­κοῦ κράτους, οἱ Βούλγαροι ἐπιδιώκουν νὰ στηριχθοῦν ἀκόμη περισσότερο στὸν ἅγιο Δημήτριο. Γύρω στὰ 1335 ὁ πατρι­άρχης Τυρνόβου Θεοδόσιος, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἀντι­λή­ψεις μιᾆς ἰσχυρῆς βουλγαρικῆς κινήσεως, ἔπαυσε νὰ μνημο­νεύει στὰ Δίπτυχα τὸ ὄνομα τοῦ Οἰκουμενικοῦ πα­τριάρχη καὶ νὰ παίρνει τὸ ἅγιο μύρο ἀπὸ τὴν Κωνσταν­τι­νούπολη. ᾿Αντὶ γιὰ ἅγιο μύρο χρησιμοποίησε μύρο ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἁγίου Δημητρίου. ῎Ετσι καὶ μὲ τὴν πράξη αὐτὴ ὁ ἅγιος Δημήτριος χρησιμο­ποιήθηκε ἀκόμη μιὰ φορὰ γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν συμφε­ρόντων τῶν Βουλ­γάρων. ῾Ο πατριάρχης Θεοδόσιος εἶχε ἐπι­σκεφθεῖ τὴ Θεσσα­λονίκη, ὅταν ἀκόμη ἦταν μοναχός, γνώρι­ζε τὸ στενὸ σύνδε­σμο τῶν Θεσσαλονικέων μὲ τὸν Πολιοῦ­χο τους καὶ γι᾿ αὐτὸ χρησιμοποίησε τὸ μύρο του. ῾Υπὸ τὴν αὐτὴ ἐπίδραση τελών­τας καὶ ὁ πατριάρχης Εὐθύμιος μετέ­φρασε τὸ Βίο τοῦ ἁγί­ου Δημητρίου.

Μὲ ὅσα ἀναπτύξαμε, φαίνεται, ὅτι οἱ Βούλγαροι, κατὰ τὴ δημιουργία καὶ ἑδραίωση τοῦ δευτέρου κράτους τους, αἰσθάνθηκαν τὴν ἀνάγκη νὰ στηρίξουν καλὰ τὶς ἐπι­διώξεις τους. Τότε ἔρριψαν καὶ τὴν ἰδέα περὶ καταγωγῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ σλαβικὴ οἰκογένεια.

Σὲ χειρόγραφο τοῦ δέκατου ἕκτου αἰώνα τῆς πα­τρι­αρχικῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Κάρλοβιτς βρέθηκε ἕνας Βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ τὸν ἐκδό­τη του K. RadcÚenko ὡς ἀπόκρυφος. ῾Ο ἀπόκρυφος αὐτὸς Βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν δέκατο τέταρτο αἰώνα. ῎Αξια προσοχῆς εἶναι τὰ ἑξῆς σημεῖα: α) ῾Ο ἄριστος σύνδεσμος τῆς οἰκογενείας τοῦ Δημητρίου καὶ τοῦ ἴδιου μὲ τοὺς κορυφαίους ᾿Αποστόλους Πέτρο καὶ Παῦλο. β) ῾Ο το­νισμὸς σὲ τρία καὶ περισσότερα σημεῖα τοῦ κειμέ­νου, ὅτι οἱ ᾿Απόστολοι κήρυτταν τὸν τριαδικὸ Θεό. 3) ῾Ο ἐνταφιασμὸς τοῦ σώματος τοῦ Δημητρίου μετὰ τὸ μαρτύριο ἔγινε ἐντὸς φρέατος, καὶ 4) ῾Η καταγωγὴ τοῦ πατέρα τοῦ Δημητρίου ἀπὸ βουλγαρικὴ οἰκογένεια. ᾿Ακόμη, ὁ πατέρας τοῦ Δημη­τρίου κατεῖχε τὴν πρώτη θέση στὴ Θεσσαλονίκη. ᾿Εκεῖνο ποὺ ἀξίζει νὰ ὑπογραμμισθεῖ δὲν εἶναι τόσο ὁ “ἀναχρονι­σμός” καὶ οἱ “συγχύσεις” ποὺ ὑπάρχουν στὸ Βίο αὐτό, ὅπως παρατήρησαν τόσο ὁ K. RadcÚenko καὶ ἡ ῾Ηλιάδου, οὔτε πάλι οἱ ἄλλες λεπτομέρειες γιὰ τὴ διδασκα­λία τοῦ ἁγίου Δη­μη­τρίου, ἀλλὰ ἡ “πληροφορία” ὅτι ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Δη­­μητρίου ἦταν Βούλγαρος. ῞Υστερα ἀπ᾿ ὅσα εἴπαμε γιὰ τὶς προσπάθειες τῶν Βουλγάρων νὰ σφετερισθοῦν τὸν ἅγιο Δη­μήτριο, δὲν δυσκολευόμαστε νὰ ἐξηγήσουμε τὸν “θρύλο” αὐτό. Οἱ Βούλγαροι, ἀφοῦ προ­σπάθησαν νὰ οἰκειοποιηθοῦν τὸν ἅγιο Δημήτριο καὶ νὰ τὸν ἐμφανίσουν προστάτη τους, δὲ δίστασαν νὰ πλάσσουν τὸ μύθο τῆς καταγωγῆς του ἀπὸ Βούλ­γαρο πατέρα. Τὸ ἴδιο ἄλλωστε ἔκαναν καὶ περὶ τῆς κατα­γωγῆς τῶν Θεσσα­λονικέων ἀδελφῶν Κυρίλλου καὶ Με­­θοδίου.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος βρίσκεται στὸ ἐπίκεντρο τοῦ βίου τῶν χειμαζομένων Βουλγάρων, κατὰ τὰ χρόνια τῆς τουρκο­κρα­τίας. Τοῦτο διαπιστοῦται ἀπὸ τὰ φιλολογικὰ κείμενα τῆς περιόδου αὐτῆς. ῾Ο ῞Αγιος ἀποβαίνει γιὰ τοὺς δεινοπαθοῦν­τες σύμβολο ἀγωνιστῆ καὶ μάρτυρος, ὅπως ἄλλωστε τὸ ἴδιο συνέβη νωρίτερα γιὰ τοὺς ῞Ελληνες. Οἱ ὑπόδουλοι Βούλγα­ροι ἔστρεψαν τὰ βλέμματά τους στὸ παρελθὸν προσπαθών­τας ν᾿ ἀντλήσουν δυνάμεις καὶ θάρρος ἀπὸ τὴν ῾Ιστορία τους. ῞Ολως ἰδιαιτέρως ζητοῦσαν τὴν προστασία τῶν ἁγί­ων τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποβαίνει πηγὴ κάθε εὐλογίας.

Σὲ χειρόγραφους Βίους καὶ Λόγους περὶ ἁγίου Δημη­τρίου, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτή, βρίσκει ὁ με­λετητὴς ἀρκετὲς παραλλαγές. Στοὺς μεταφρασμένους Βί­ους τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀναφέρονται πολλὰ γνωστὰ ση­μεῖα ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα Μαρτύρια, τὰ “Θαύματα” καὶ τὰ ᾿Εγκώμια. ῾Υ­π­άρχουν ὅμως καὶ τὰ στοιχεῖα ποὺ ὀφείλονται στοὺς μετα­φραστές. Σὲ χειρόγραφους κώδικες τῆς ᾿Εθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Σόφιας, τῆς ᾿Εθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Φιλιππουπόλεως, τῆς Βιβλιοθήκης τῆς ῾Ι. Συνόδου στὴ Σό­φια, τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ρίλας, καὶ σ᾿ ἄλλες Βιβλιοθῆκες τῆς Βουλγαρίας ὑπάρ­χουν μεταφρασμένοι λόγοι τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου ἀπὸ τὸ ἔργο του “Θησαυρός”. ᾿Απὸ τὴ μελέτη τῶν χειρογράφων διαπιστώνει ὁ ἐρευνητὴς ὅτι πολλὲς μετα­φράσεις εἶναι πι­στὲς πρὸς τὸ κείμενο, ἐνῶ ἄλλες περιέχουν νεώτερα στοιχεῖα καὶ περιγράφουν ἐπεισόδια ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὰ πρωτό­τυπα κείμενα. ῾Ο “Θησαυρός”, ἐπειδὴ εἶχε ἠθικοθρησκευτικὸ χαρακτήρα καὶ ἦταν γραμμένος σὲ ἁπλὴ γλῶσσα, βρῆκε εὐ­ρεία ἀπήχηση καὶ εἶχε μεγάλη διά­δοση ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ δέ­κατου ἕκτου αἰώνα ὡς καὶ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ δέκατου ἔνατου στὴ Βουλγαρία.

Οἱ πρῶτες μεταφράσεις τοῦ “Θησαυροῦ” στὴ Βουλ­γα­ρία, ποὺ ἔγιναν στὴ μονὴ τῆς Ρίλας, ὅπως ἔδειξε σὲ εἰδική της μονογραφία ἡ Petkanova-Toteva, περιορίζον­ταν σὲ μιὰ κατὰ λέξη ἀπόδοση τοῦ ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου στὴ βουλ­γα­ρική. ᾿Αργότερα ὅμως οἱ μεταγενέστερες μετα­φράσεις πα­ρου­­σιάζουν παραλλαγὲς ποὺ ὀφείλονται στὸν ἐλεύθερο τρό­πο τῆς ἐργασίας τῶν μεταφραστῶν. ῎Ετσι δη­μιουργήθηκε ἕνα φιλολογικὸ εἶδος, τὰ “Δαμασκηνάρια”, ποὺ δὲ σημαίνει πάν­τοτε συλλογὴ λόγων καὶ ἔργων τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἀλλὰ συλ­λογὲς ποὺ ἔχουν ποικίλο πιὰ περιε­χόμενο. Στὶς συλλογὲς αὐτὲς ἐκφράζονται οἱ πόθοι τῶν Βουλγάρων. Σήμερα Βούλ­γαροι ἱστορικοὶ ἀναζητοῦν στὰ κείμενα αὐτὰ νὰ βροῦν τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς μορφω­τικῆς τους ἀναγεννήσεως, ὁμο­λογώντας ἔτσι τὴ μεγάλη ἐπί­δραση τῶν ἑλληνικῶν κειμένων.

Σὲ παραλλαγὲς τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐκτὸς τῶν γνωστῶν στοιχείων, γίνεται λόγος γιὰ διαφύλαξη δύο εἰ­κόνων, τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας, ἀπὸ τοὺς γονεῖς τοῦ Δημητρίου, κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ. Μπρο­στὰ στὶς εἰκόνες αὐτὲς ὁ Δημήτριος διδάσκεται ἀπὸ τοὺς γονεῖς του νὰ ἐκδηλώνει εὐλάβεια. ῾Η παραλλαγὴ αὐτὴ γιὰ ἀπό­κρυ­ψη εἰκόνων ἐκφράζει τὸν θρησκευτικὸ πόθο τῶν Βουλ­γάρων νὰ διατηροῦν εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγί­ων κρυ­φὰ πρὸς προσκύνησή τους. Στὰ χρόνια τῆς Τουρκο­κρατίας οἱ Τοῦρκοι κατεδάφιζαν μεγάλους ναοὺς καὶ μονα­στήρια, ἐνῶ δὲν ἐπέτρεπαν τὴν ἐπισκευή τους. ῾Η ἀπαγό­ρευση αὐτὴ γινόταν ἀκόμη πιὸ αὐστηρή, ὅσες φορὲς οἱ Βούλγαροι ἐξ­εγείρονταν κατὰ τῶν Τούρκων. Πολὺ κρίσιμη ἦταν ἡ περί­οδος κατὰ τὸ δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ὅταν κατε­δαφίστηκαν ὁλόκληρα μοναστήρια καὶ ναοί. Τὰ φιρμάνια ὅμως ποὺ ἐκ­δίδονταν τότε δὲν ἔθιγαν τὴν ἁγιογραφία. ῾Η φιλοτέχνηση ἁγίων εἰκόνων ὡς οἰκιακὴ ἐργασία καὶ ἡ ζω­γραφικὴ δὲν ἀπα­γορεύονταν. Σπουδαῖα κέντρα στὰ ὁποῖα διατηρήθηκαν κειμήλια, καὶ στὰ ὁποῖα γράφηκαν Βίοι ἁγί­ων, Χρονικά, σημειώσεις, ἦταν τὰ πιὸ ἀπομακρυσμένα μο­ναστήρια.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι γιὰ τὸ βουλγαρικὸ λαὸ ὁ ἀπελευθερωτὴς ὅλων καὶ εἰδικότερα τῶν “δούλων” (ὑπη­ρε­τῶν). ῾Ο ῞Αγιος εἰσέρχεται στὸν κοινωνικὸ βίο τῶν Βουλ­γά­ρων. Στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου ὅλοι οἱ “δοῦλοι” ἀπελευ­θερώνονταν καὶ συνῆπταν νέες συμβάσεις γιὰ ἕνα ἀκόμη χρό­νο μὲ παλι­οὺς ἢ νέους κυρίους. Οἱ συμφωνίες αὐτὲς γίνον­ταν σὲ μεγά­λα παζάρια. ῾Η παράδοση λέγει πὼς θεσπίστηκε ἡ μέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὡς ἡμέρα ἀπελευ­θερώσεως τῶν δούλων, γιατὶ ὁ ἅγιος Δημή­τριος ἦταν ὁ κατ­εξοχὴν ἐλευθε­ρωτὴς τῶν αἰχμαλώτων. ῾Η περὶ ἀπελευθε­ρώ­σεως ἡμέρα τῶν ὑπηρετῶν πιθανὸν νὰ προῆλθε ἐξ ἐπιδρά­σεως μιᾆς παραλ­λα­γῆς ποὺ ἀφοροῦσε στὴν ἀπελευθέρωση δύο κοριτσιῶν, ὅπως θὰ δοῦμε λίγο παρακάτω.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος μαζὶ μὲ ἄλλους ἁγίους εἰσέρ­χεται στὰ λαϊκὰ θρησκευτικὰ ἄσματα. ᾿Απ᾿ αὐτὰ καταφαί­νεται γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ὁ στενὸς σύνδεσμος τῶν ἁγίων μὲ ὅλα τὰ προβλήματα τοῦ λαοῦ, ἢ ἀκριβέστερα ὁ πόθος τοῦ λαοῦ νὰ συνδέσει τὰ προβλήματά του μὲ τοὺς ἁγίους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ χειμαζόμενος λαὸς προσδοκεῖ βοήθεια. Οἱ περισ­σότερο ἀγαπημένοι ἅγιοι εἶναι ὁ ἅγιος Γεώργιος, ὁ ἅγιος Θεόδωρος, οἱ ᾿Απόστολοι, οἱ Προφῆτες, ὁ βαπτι­στὴς ᾿Ιωάν­νης, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ ἅγιος Δημήτριος.

Θρησκευτικὰ ἄσματα τονίζουν, ὅτι ὁ ἅγιος Δημή­τριος συνεπικουρεῖ στὴν ἀνέγερση ναῶν ποὺ τόσο πολὺ ποθοῦσαν οἱ Βούλγαροι. ῎Αλλοτε πάλι τονίζεται, ὅτι ὁ ἴδιος οἰκοδομεῖ ναούς, ἱκανοποιώντας ἔτσι ἕνα βαθὺ πόθο τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ νὰ ἔχει ἐκκλησίες. Εἶναι πολὺ φυσικὸ νὰ δεχθοῦμε ἐπη­ρεασμὸ τῶν ἀσμάτων αὐτῶν ἀπὸ τὸ “Θησαυ­ρό”, ὅπου ὑ­π­άρ­χουν ἀνάλογα στοιχεῖα γιὰ ἀνοικοδόμηση ναῶν.

Σ᾿ ἄλλα λαϊκὰ θρησκευτικὰ ἄσματα ὁ ἅγιος Δημή­τρι­ος φέρεται νὰ εἰσέρχεται στὸν ἀγροτικὸ βίο τῶν Βουλ­γά­ρων. ᾿Εξαίρεται ἡ ἰδιαίτερη φιλία ποὺ ἔχουν οἱ ἅγιοι Πέ­τρος καὶ Δημήτριος. Οἱ δύο ἅγιοι ἀλληλοαγαπῶνται καὶ ἀλληλοεκτιμῶνται, γιατὶ οἱ γιορτές τους συμπίπτουν σὲ ἐπο­χὲς ποὺ εὐεργετοῦνται ἰδιαίτερα οἱ γεωργοί. Στὴ γιορτὴ τοῦ ἁγίου Πέτρου, τὸν ᾿Ιούνιο, ὑπάρχει ἄφθονο σιτάρι, ἐνῶ στοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἄφθονο κρασί. ῾Η ἀγάπη τοῦ ἁγίου Δημη­τρίου πρὸς τοὺς γεωργοὺς φαίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλο ᾆσμα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ ἅγιος δείχνει τὴν ἀγάπη του πρὸς τὰ ποί­μνια τοῦ ἁγίου Γεωργίου καὶ συμβάλλει στὴν εὐη­μερία τῶν ἀγροτῶν. ῞Οτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς ἀ­γρότες, φαίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλο ᾆσμα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος, μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἀναζητεῖ καὶ φονεύει τὴ Λάμια, ποὺ προξενοῦσε μεγάλο κακό. ῾Η Λάμια, λέγει τὸ λαϊκὸ αὐτὸ τρα­γούδι, καταβρόχθιζε ὅ,τι ἔβρισκε. Εἶχε καταβροχθίσει τρεῖς χῶρες τῆς Βαλκανικῆς, δηλ. τὴ Βλα­χία, τὴ Μολδαβία καὶ τὴ Θράκη μὲ τὴ Φιλιππούπολη. Σκο­πός της ἦταν νὰ κατα­βροχθίσει καὶ ἄλλες χῶρες, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Δημήτριος τὴν ἐξ­όντωσε καὶ τὴ διαμέλισε σὲ τρία. ᾿Απὸ τὰ μέρη αὐτὰ ἔρ­ρευ­σαν τρεῖς ποταμοί. ᾿Απὸ τὸν ἕνα ἔρρευσε σῖτος, ἀπὸ τὸ δεύ­τερο οἶνος καὶ ἀπὸ τὸν τρίτο μέλι καὶ γάλα. ῾Ο ἅγιος Δημή­τριος μοίρασε τὸ σιτάρι στοὺς γεωργούς, τὸ κρασὶ στοὺς ἀμπελουργοὺς καὶ τὸ μέλι μὲ τὸ γάλα στοὺς ποιμένες. Προ­φανῶς ἡ Λάμια θὰ ἦταν κάποια συμφορὰ ποὺ ἔπληξε τὶς ἀναφερθεῖσες περιοχὲς καὶ ἡ ὁποία μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ῾Αγίου ἤρθη.

Στὰ λογοτεχνικὰ κείμενα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ὁ ἅγιος Δημήτριος χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ τὸ ἐθνικιστικὸ κίνημα τῶν Βουλγάρων. ῞Οπως εἶναι γνωστὸ τὸ ἔργο τοῦ Παϊσίου Χελανδαρινοῦ γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ, ἐνῶ στερεῖται ἱστορικῆς ἀξίας, ἐνέπνευσε ὅμως τὸν Οὑγγρορῶσο ᾿Ιούλιο Βενελίνο, ὁ ὁποῖος στὴ Μόσχα τὸ 1829 δημοσίευσε τὸ ἔργο του “Οἱ ἀρχαῖοι καὶ οἱ νῦν Βούλγαροι”. Οἱ Βούλ­γαροι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀνακρίβειες καὶ ψευδο­λογίες τοῦ Βενελίνου μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιήσουν στὰ φι­λολογικά τους κείμενα ἀνάλογες ἀνακρίβειες. ῎Ετσι, στοὺς Βί­ους περὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ποὺ γράφονται καὶ κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, ἀναφέρεται ἐκ νέου ὅτι ὁ ἅγιος Δημή­τριος καταγόταν μὲν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ οἰκογένεια ὅμως σλαβικὴ καὶ μάλιστα βουλγαρική. Προφανῶς στὴ σύν­ταξη τῶν κειμένων αὐτῶν περὶ ἁγίου Δημητρίου συνέβαλε καὶ ὁ ἀπόκρυφος Βίος τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰώνα. Προ­κει­μέ­νου μάλιστα νὰ γίνουν πιστευτὲς οἱ “πληροφορίες”, περὶ κατα­γω­γῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ οἰκογένεια σλαβική, οἱ συν­τάκτες τῶν Βίων ἀναφέρονται γενικῶς στὸν ᾿Ιωάννη, ἀρχι­επίσκοπο Θεσσαλονίκης, τὸ Συμεὼν Μετα­φραστή, τὸν ᾿Ιωάν­νη Καμενιάτη καὶ ἄλλους. ᾿Επίσης ἐντύπωση κάνει στὸν ἀνα­γνώστη ὅτι ὅλοι οἱ ἐπιδρομεῖς Σλάβοι κατὰ τῆς Θεσσα­λο­νίκης ἦσαν Βούλγαροι καὶ ὁ ἐξοπλισμός τους ἦταν βουλ­γαρικός.

Σὲ μεταγενέστερα χειρόγραφα, ἀπὸ τὸ δέκατο τέταρ­το ὡς τὸ δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ὑπάρχουν μεταφρά­σεις βυ­ζαντινῶν κειμένων σχετικὲς μὲ τὸν ἅγιο Δη­μήτριο. Τέτοια κείμενα ὀφείλουν τὴν ὕπαρξή του σὲ Λόγο τοῦ ἀρχι­επι­σκό­που ᾿Ιωάννη (7ος αἰ.), Λόγο τοῦ Γεωργίου Σκυλίτση, τοῦ Γρη­γορίου τοῦ Παλαμᾆ, καὶ ἀπὸ ἀνωνύμους. ᾿Απὸ τὴν ἐπα­φὴ αὐτὴ ἔχουμε τὴ μετάφραση τῶν “Θαυμά­των” τοῦ Σταυ­ρακίου. ῾Η μετάφραση αὐτὴ ἔγινε ἀπὸ τὸ Βλαδισλάβο Γραμ­ματικό.

Μεγάλη ἐπίδραση ἄσκησε τὸ ῞Αγιο ῎Ορος στὰ μονα­στήρια τῆς Βαλκανικῆς. Στὴ Βουλγαρία ὑπάρχει ἕνα ἁγιο­ρειτικὸ ἀποτύπωμα (ἀχνάρι) ἀπὸ τὸ 1810 στὸ ὁποῖο ἐμφα­νίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος στὴν παραδοσιακή του μορ­φὴ νὰ διαπερνάει μὲ τὸ δόρυ του τὸν Καλογιάννη. ῾Ο θρύλος ἀνα­φέρει ὅτι ὁ Καλογιάννης ἦταν ἐγκαταλελειμμένο παιδὶ τῆς Βουλγαρίας ποὺ τὸ συμμάζεψαν οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλο­νί­κης. Μεγαλώνοντας ὅμως ἄρχισε νὰ κάνει λη­στεῖες, γι᾿ αὐτὸ τὸν τιμώρησε ὁ ἅγιος Δημήτριος.

Τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου συνδέεται στενότατα μὲ τὸ ρωσικὸ λαὸ κυρίως μετὰ τὸν ἑνδέκατο αἰώνα. Στὴν προμογγολικὴ περίοδο τῆς Ρωσικῆς ῾Ιστορίας ὁ ῾Ιεροσλάβος, πρίγκηπας τοῦ Κιέβου (1054-1078), ἐπέβαλε τὸ ὄνομα Δη­μήτριος στὰ μέλη τῆς δυναστείας του. ῾Ο ἴδιος ὁ πρίγκηπας ἔκτισε τὸ ἀρχαιότερο μοναστήρι στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δη­μητρίου τὸ 1054. ᾿Ακόμη ὑπάρχουν σφραγίδες τοῦ ῾Ιερο­σλά­βου μὲ ἑλληνικὲς ἐπιγραφὲς πάνω ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Νέα περίοδος περαιτέρω ἑδραιώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἐγκαινιάζεται ἀπὸ τὸν Vsevo­lod Γ¢. Αὐτὸς ὅταν ἦταν ἀκόμη παιδὶ εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴν Κων­σταντινούπολη. ῍Αν ἐπισκέφτηκε καὶ τὴ Θεσσαλονίκη δὲν τὸ γνωρίζουμε. ῾Ως πρίγκηπας (1176-1212) ἀνήγειρε καθεδρικὸ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, στὴν πόλη Βλαδιμήρ. Σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη Ρώσων χρονογράφων, κατὰ τὴν περί­οδο τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος ΣΤ¢ τὸ 907, ὁ Ρῶσος πρίγ­κηπας ᾿Ολὲγ ἐπιτέθηκε κατὰ τῆς Κωνσταντι­νουπόλεως, ἰσχυ­ριζόμενος ὅτι εἶχε συνεργὸ τὸν ἅγιο Δημή­τριο. ῾Η παρα­τή­ρηση ὅτι ὁ θρύλος αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι μεταγενέστερος καὶ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν κιεβικὴ περίοδο τῆς Ρωσίας, μὲ βρίσκει σύμφωνο.

῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ μεσαιωνικὴ Ρωσία, ἐνισχύεται ἀπὸ πολλὰ ἁγιολογικὰ ἔργα. ῎Αλλα ἀπ᾿ αὐτὰ ἔχουν μεταφραστεῖ ἀπὸ ἑλληνικὰ καὶ ἄλλα εἶναι πρωτό­τυ­πα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γίνεται ὁ πιὸ δημοφιλὴς ἅγιος τοῦ Κιέβου κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Βόριδος καὶ τοῦ Γκλέμπ, παι­διὰ τοῦ ἁγίου Βλαδιμήρου. Τὸ 1015 οἱ δύο αὐτοὶ πρί­γκη­πες μαρτύ­ρησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους. ῾Ο χρονογράφος παραλ­ληλίζει τοὺς δύο πρίγκηπες μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ῾Η πόλη Vysh­gorod κοντὰ στὸ Κίεβο, ὅπου τάφηκαν ὁ Βό­ρις καὶ Γκλέμπ, ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς χρονογράφους “Μία δεύτερη Θεσσα­λονίκη”.

Στὴ Ρωσία, κατὰ τὰ δύσκολα χρόνια τῶν ταταρικῶν ἐπιδρομῶν καὶ εἰσβολῶν, ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου προσ­λαμβάνει ἐθνικὴ σημασία. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι ὁ προσ­τάτης ἅγιος τῶν Ρώσων ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ τρα­γούδια καὶ τὰ κείμενα. ῾Ο καθηγητὴς D. Obolensky ἀναφέ­ρεται στὰ λαογραφικὰ στοιχεῖα γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει τὴν εὐρεία διάδο­ση ποὺ εἶχε ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Ρωσία. ᾿Επίσης ἀναφέρεται καὶ στὸ σλαβικὸ ἐκεῖνο κείμενο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο δύο κορίτσια εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ ἀπὸ κάποιο εἰδω­λολάτρη στρατηγὸ καὶ τὰ ὁποῖα ὑπο­χρεώθηκαν νὰ κεντή­σουν, παρὰ τὴ θέλησή τους, τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Μὲ τὴν ἐπέμβαση ὅμως τοῦ ῾Αγίου τὰ κορίτσια ἐλευθερώ­θη­καν καὶ βρέθηκαν θαυματουργικῶς στὴ Θεσσαλονίκη. Τέτοιο κείμενο δὲν ὑπάρχει στὴν ἑλληνική. Χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ δέκατο ἕκτο αἰώνα. Στὴ μελέτη μας “῾Ο ῞Αγιος Δημήτριος εἰς τὴν ῾Ελληνικὴν καὶ Βουλγα­ρικὴν παράδοσιν”, εἴχαμε ἀνα­φερθεῖ στὸ θρύλο αὐτὸ καὶ ἐκθέσαμε τὴν ἄποψη ἐκείνη ποὺ θέλει ἡ παράδοση αὐτὴ νὰ ἀπηχεῖ νίκες τοῦ πρίγκηπα Δη­μητρίου ᾿Ιβάνοβιτς Δόνσκιϊ, δηλ. τὴ μάχη μεταξὺ Ρώσων καὶ Τατάρων ὑπὸ τὸν Χὰν Μάμαν, ποὺ διεξήχθηκε τὴν 8η Σε­πτεμβρίου 1350 στὸν παραπόταμο τοῦ Δὸν Νεπριάβντι. Τότε, στὴν παραπάνω ἐργασία μας, εἴχαμε παρατηρήσει ὅτι, ἐπειδὴ γίνεται λόγος στὸ θρύλο γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, δὲ θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀναφερόταν στὶς μάχες καὶ στὶς νίκες τῶν Ρώ­σων κατὰ τῶν Τατάρων. ῞Υστερα ὅμως ἀπ᾿ ὅσα εἴπαμε γιὰ τὴ “δεύτε­ρη Θεσσαλονίκη” ποὺ οἱ Ρῶσοι προσπάθησαν νὰ δημιουρ­γήσουν, ὁ θρύλος δὲν ἀποκλείεται πράγματι ν᾿ ἀπηχεῖ τὶς παραδόσεις ποὺ ἐπεσήμανε ὁ καθηγητὴς D. Obo­lensky.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὴν ἴδια εὐρεία διάδοση λαμ­βάνει ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ στὴ Σερβία, ὅπου κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δυναστείας τῶν Δουσὰν ἡ βασιλικὴ ἐξουσία παρουσιάζεται ἰσχυρὴ καὶ σὲ ψηλὸ ἐπί­πεδο. Παρα­τηρεῖται ἡ ἴδια ἅμιλλα μὲ τὴ βυζαντινὴ αὐτο­κρατορία, ὅπως ἔκαναν οἱ Βούλγαροι. ῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἐξυψώ­νε­ται ἀκόμη περισσότερο καὶ πλουτίζεται μὲ νέα στοιχεῖα. ᾿Αντι­γράφονται Βίοι καὶ Λόγοι τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἄλλοτε ἀκριβεῖς καὶ ἄλλοτε μὲ παραλλαγὲς ποὺ ἐξυπηρετοῦν σκοπι­μότητες.

Κατακλείοντας τὴ μεγάλη αὐτὴ περίοδο, ἀπὸ τὸν ἕκτο ὡς τὸ δέκατο πέμπτο αἰώνα, ἐπισημαίνουμε τὴν εὐ­ρεία διά­δοση ποὺ προσέλαβε ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Βουλ­γαρία, τὴ Ρωσία, τὴ Σερβία, ἀκόμη καὶ στὴ Ρου­μανία. ῾Η διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὶς χῶ­ρες αὐτὲς συνδέεται μὲ τὴν μεγάλη ἐπίδραση τοῦ ἑλληνι­σμοῦ στὶς χῶ­ρες αὐτές, τόσο πολὺ ὥστε πόλη στὴ Ρωσία νὰ ὀνομάζεται “δεύτερη Θεσσαλονίκη”. Τὰ βασικότερα κέντρα τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐκτὸς τῆς Θεσσαλονίκης, εἶναι τὸ Σίρμιο, ἡ ᾿Αχρίδα, τὸ Βλαδιμήρ, καὶ τὸ Τύρνοβο.

Νέα λαμπρὰ περίοδος ἐξάρσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου ἐγκαινιάστηκε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος τοῦ Β¢. Εὐθὺς μετὰ τὴν ἐνθρόνισή του στὴν ῾Ιερὰ Μητρόπολη Θεσ­σαλονί­κης τὸ 1974 ἐνδιαφέρθηκε νὰ συγκεντρώσει ὅ,τι ἐγρά­φη περὶ τὸν ῞Αγιο Πολιοῦχο τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ Α¢ Θεο­λογικὸ Συν­έδριο ποὺ ὀργάνωσε ἀναφέρετο στὸν ἅγιο Δη­μήτριο καὶ τὸ μοναχικὸ ἰδεῶδες. ᾿Ακολούθως, ἀναζωπύ­ρω­σε τὶς ἑορτές του στὴ Θεσσαλονίκη, συνεορτάζοντας τὸν ἅγιο Δημήτριο στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου μὲ τὴν Παναγία, ὅπως θέλουν μεγάλοι ἐγκωμιαστές του. ᾿Εκεῖνο ὅμως ποὺ ἐλάμ­πρυνε τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι ἡ ἐπανακομιδὴ τῶν χαριτοβρύτων λειψά­νων τοῦ μεγαλομάρτυρος τὸ 1980.

Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγίου Δημη­τρί­ου ἀνακάλυψε στὴν κρύπτη τοῦ ἀββαΐου τοῦ Σὰν Λο­ρέντζο ῍Ιν Κάμπο τῆς ᾿Ιταλίας ἡ βυζαντινολόγος-ἀρχαιο­λόγος Μα­ρία Θεοχάρη. Σχετικὴ ἀνακοίνωση ἔκανε ὁ ἀκα­δημαϊκὸς ᾿Ανα­στάσιος ᾿Ορλάνδος στὶς 15/6/1978 στὴν ᾿Ακαδημία ᾿Αθη­νῶν. Εὐθὺς ἀμέσως κινήθηκε δραστηρίως ὁ μητροπολίτης Θεσσα­λονίκης Παντελεήμων ὁ Β¢ καὶ πέτυχε ἀρχικὰ τὴν ἐπι­στρο­φὴ τῆς ἁγίας κάρας (᾿Οκτώβριος 1978) καὶ ὕστερα ὁλοκλή­ρου τοῦ λειψάνου (24/4/1980).

῾Η ἐπανακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων χαροποίησε ὁλό-κληρο τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα ποὺ εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ πλη­ροφορηθεῖ ὅτι ὁ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὑπέρ­μα­χος τῆς ᾿Ορθοδοξίας βρίσκεται σωματικῶς στὸν ῾Ιερὸ Ναό του. ῎Εκτοτε καὶ μέχρι σήμερα ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ συρρέ­ουν στὸ Ναό του ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου γιὰ νὰ προ­σκυνήσουν τὰ χαριτόβρυτα λείψανά του.
ΠΗΓΗ.ΙΜΘ   Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Δημοσιευμένο στο ΒΑΛΚΑΝΙΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Βίος Αγίου Μαξίμου του Γραικού (4)[Ποιμαντικό έργο Αγίου Μαξίμου στη Ρωσία ]

Συγγραφέας: kantonopou στις 13th Ιουνίου 2012

Κατάσταση στην Ρωσία κατά τον 16ο αιώνα

Για να γίνει αντιληπτό το τεράστιο διαφωτιστικό και αναγεννητικό έργο, το οποίο πραγματοποίησε κατά την ακούσια παραμονή του στην Ρωσία ο άγιος Μάξιμος, και το οποίο του έδωσε τον χαρακτηρισμό «πρώτος φωτιστής των Ρώσων», πρέπει να γνωρίζει κάποιος την πνευματική και κοινωνική κατάσταση της εποχής της δράσεώς του (πρώτο μισό του 16ου αιώνα) στην χώρα αυτή. Πολύ συνοπτικά θα αναφερθούμε στην κατάσταση αυτή 1.

Ρώσοι και ξένοι ιστορικοί χαρακτηρίζουν την εποχή αυτή ως την περισσότερο σκοτεινή περίοδο της ρωσικής Ιστορίας. Βέβαια, υπήρχαν και άγιες προσωπικότητες, αλλά αυτοί αποτελούσαν εξαιρέσεις. Κυρίως αυτοί ήταν διά Χριστόν σαλοί, όπως οι Λαυρέντιος της Καλούγκα (†1515), Βασίλειος της Μόσχας (†1552), Αρσένιος του Νόβγκοροντ (†1570), Ιωάννης του Ροστώβ (†1580), Ιωάννης της Μόσχας (†1589), που έλεγχαν και καυτηρίαζαν με τον ασυνήθιστο αυτόν τρόπο ζωής τους την ρωσική πραγματικότητα. Οι πολιτικοί άρχοντες και οι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι, ενώ έπρεπε να δείχνουν οι ίδιοι με το παράδειγμά τους την αληθινή χριστιανική ζωή, γινόταν το αντίθετο. Ο λαός ζούσε σύμφωνα με τα ιδιοτελή πάθη του. Η σκληρότητα, η απανθρωπία, η εκμετάλλευση, η αδικία, η υποκρισία, αλλά και τα σαρκικά πάθη, η μέθη, ο ηδονισμός, κυριαρχούσαν. Μαζί με την αμαρτωλότητα συνδυαζόταν και μία βασική έλλειψη παιδείας, μορφώσεως και εσωτερικής καλλιέργειας.

Η μεγάλη αμάθεια, «απαιδευσία και νοητική ανωριμότητα», όλων των κοινωνικών στρωμάτων, είχε ως αποτέλεσμα την επικράτηση πλήθους πλανών, δεισιδαιμονιών, προλήψεων και διαφόρων στοιχείων της προχριστιανικής ρωσικής ειδωλολατρίας. Το πνευματικό αυτό σκοτάδι οφειλόταν στην ολοκληρωτική σχεδόν έλλειψη των μορφωτικών μέσων. Αλλά και όσα υπήρχαν, ήταν σε άθλια κατάσταση. Κατά το 1546 δεν υπήρχαν στην Μόσχα σχολεία. Μόνο στα μοναστήρια μπορούσε να μάθει κανείς γράμματα. Αλλά και οι μοναχοί προτιμούσαν την αμάθεια. Πολλοί θεωρούσαν την παιδεία ως πραγματική αίρεση ή οδηγό προς την αίρεση ή την τρέλλα. Ήταν ζήτημα αν ένας στους δέκα μοναχούς γνώριζε από στήθους την Κυριακή προσευχή.

Οι αρχιερείς δυσκολεύονταν να βρούν πρόσωπα που γνώριζαν ανάγνωση για να τα χειροτονήσουν ιερείς. Οι Ρώσοι ηγεμόνες και τα παιδιά τους ήταν εντελώς αγράμματοι, εκτός εξαιρέσεων. Και οι επίσκοποι της Εκκλησίας ήταν ολιγογράμματοι. Ο άγιος Μάξιμος αναγκάσθηκε να εξηγήσει σε Ρώσο επίσκοπο την διαφορά των ομοήχων ρωσικών λέξεων μίρ (=κόσμος) και μήρ (=ειρήνη) γιατί νόμιζε ότι στην φράση «υπέρ της άνωθεν ειρήνης (μήρ)» η δέηση γίνεται υπέρ του άνωθεν κόσμου (μίρ), δηλαδή των αγγέλων.

Ο πατριάρχης Νίκων γελούσε όχι για την αμάθεια των συγχρόνων του αρχιερέων, αλλά για την αγραμματωσύνη τους. Οι προσπάθειες μορφώσεως υποψηφίων κληρικών έπεφταν στο κενό. Η μάθηση ήταν ενοχλητική. Δεν δέχονταν να υποβληθούν σε στοιχειώδη γραμματική προπαιδεία.

Είδαμε ότι η βιβλιοθήκη του μεγάλου ηγεμόνα ήταν κλειστή για έναν ολόκληρο αιώνα. Η σοφία των χειρογράφων ήταν απρόσιτη. Οι πλούσιες βιβλιοθήκες μερικών Μονών δεν ωφελούσαν τους απαίδευτους μοναχούς. Οι ιεροπραξίες γίνονταν μηχανικά και ατελέστατα, με πλήρη άγνοια της σημασίας των τελουμένων. Οι περισσότεροι αρχιερείς αγνοούσαν και τα στοιχειώδη της πίστεως 2 .

Αποτέλεσμα της αμάθειας κλήρου και λαού ήταν η θρησκευτική τυπολατρία και δεισιδαιμονία. Οι Ρώσοι εκείνη την εποχή επειδή δεν κατέστησαν ικανοί να κάνουν κτήμα τους την ουσία της ορθοδοξίας, δηλαδή το πνευματικό και ηθικό περιεχόμενό της, προσκολλήθηκαν στο τυπικό μέρος της, στους λατρευτικούς και τελετουργικούς τύπους. Ταύτισαν τον τύπο με την ουσία, την εξωτερική μορφή της λατρείας με το δόγμα. Προσκολλήθηκαν με φανατισμό στον τύπο και την εξωτερική ευσέβεια. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο εξωτερικός τύπος της λατρείας δεν ήταν ο ίδιος εξ αρχής, αλλά δέχθηκε βαθμιαία εξέλιξη μέσα στην Εκκλησία διά μέσου των αιώνων. Ότι η θεία Λατρεία έχει πυρήνα και κέλυφος. Ότι στην εξωτερική μορφή, τους λειτουργικούς δηλαδή τύπους, μπορούσαν οι κατά τόπους Εκκλησίες να διαφέρουν, χωρίς αυτό να σημαίνει και διαφορά στην πίστη.

Η προσκόλληση στους εξωτερικούς τύπους οδηγεί σε φαρισαϊ­σμό. Οι παραβάτες των εντολών του Θεού προσπαθούσαν να τηρήσουν όσο το δυνατόν με ακρίβεια τους εξωτερικούς τύπους πιστεύοντας ότι ικανοποιούν την δικαιοσύνη του Θεού και επιτυγχάνουν την σωτηρία τους. Ο σκληρός και καταπιεστικός κυβερνήτης πραγματοποιούσε προσκύνημα σε μακρινό μοναστήρι. Ο άδικος και πλεονέκτης δικαστής άναβε στον ναό μεγάλες λαμπάδες για τα χρήματα που απέκτησε με την άδικη απόφασή του. Ο πλούσιος που πλούτιζε με αδικίες ξόδευε χρήματα για την ανοικοδόμηση ναού, κ.ο.κ.

Οι Ρώσοι αυστηροί τηρητές των τύπων θεωρούσαν τον εαυτό τους ως τον κατεξοχήν «άγιον λαόν» και την θρησκεία τους, όπως την τηρούσαν, ως τον γνήσιο Χριστιανισμό. «Οι Μοσχοβίτες», λέγει ο «erberstein, «καυχώνται ότι μόνον αυτοί είναι χριστιανοί» 3.

Οι συνθήκες της απαιδευσίας ευνόησαν την διάδοση των αποκρύφων βιβλίων, τα οποία μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη, τις νοτιοσλαβικές χώρες –ιδιαίτερα από την Βουλγαρία– ή από την Δύση. Το περιεχόμενο των αποκρύφων ήταν κυρίως θρησκευτικό. Ως συγγραφείς μερικών από αυτά θεωρούνταν Πατέρες της Εκκλησίας. Παρά την καταδίκη των αποκρύφων από την Εκκλησία, αυτά ήταν πολύ διαδεδομένα. Οι Ρώσοι τον 16ο αιώνα λόγω της αμάθειάς τους δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν το παράδοξο ανακάτεμα χριστιανικών και εθνικών αντιλήψεων. Ο λαός δεν μπορούσε να διακρίνει μεταξύ αλήθειας και φαντασιολογήματος. Εξάλλου ο τρόπος γραφής των αποκρύφων ικανοποιούσε το θρησκευτικό και ποιητικό συναίσθημα των ανθρώπων, στους οποίους ήταν εντελώς ακατάληπτα τα θρησκευτικά βιβλία με θεωρητικό περιεχόμενο και ήταν γραμμένα σε μια δύσκολη γλώσσα. Ανάμεσα στις διάφορες πλάνες, τους αναχρονισμούς, τις ιστορικές ανακρίβειες, τις παράδοξες και περίεργες λεπτομέρειες των αποκρύφων βιβλίων εισάγονταν μερικές σπουδαίες ιδέες και τολμηρές πρωτοτυπίες, που γοήτευαν τους απαιδεύτους. Η ανάγνωση των αποκρύφων συνδεόταν με την ψυχική σωτηρία.

Ο λαός, ως ακατήχητος και αφώτιστος στις αλήθειες της πίστεως, ζούσε στην καθημερινή ζωή τις εορτές, τις πανηγύρεις, τα οικογενειακά γεγονότα με τις παραδόσεις της προηγούμενης ειδωλολατρικής θρησκείας. Οι χριστιανικές εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων έχαναν εντελώς τον χριστιανικό τους χαρακτήρα.

Η μαγεία ήταν διαδεδομένη. Οι Ρώσοι της εποχής αυτής είχαν πάθος με τα μαντεύματα, τους οιωνισμούς και τις γοητείες. Οι ίδιοι οι βασιλείς κατέφευγαν στους μάγους για να πετύχουν τους σκοπούς που επεδίωκαν. Μερικοί αντί να καλούν τους ιερείς στα σπουδαία οικογενειακά γεγονότα καλούσαν τους μάγους.

Ευρύτατα διαδεδομένη κατά την εποχή αυτή ήταν η αστρολογία. Οι αστρολόγοι με την μελέτη των συνδυασμών των διαφόρων θέσεων και κινήσεων των ουρανίων σωμάτων προσπαθούσαν να εξαγάγουν συμπεράσματα για την υποτιθέμενη επίδρασή τους στα γήινα πράγματα, ιδιαίτερα στον χαρακτήρα και τις πράξεις των ανθρώπων. Περισσότερο διαδόθηκε η αστρολογία με τις μελέτες αιρετικών και ετεροδόξων ξένων που διέμεναν στην Ρωσία.

Το κυριότερο όμως χαρακτηριστικό της εικόνας της ρωσικής κοινωνίας ήταν το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των ευγενών και του λαού. Η εκμετάλλευση, η καταδυνάστευση και η καταλήστευση των περιουσιών των φτωχών, ιδιαίτερα με την τοκογλυφία, ήταν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των πλουσίων. Η αγάπη προς τον πλησίον ήταν άγνωστη· αναισθησία και σκληροκαρδία κυριαρχούσαν στην ρωσική κοινωνία. Πλήθος φτωχοί από τις στερήσεις και τις καταπιέσεις αναγκάζονταν να γίνονται υπηρέτες των πλουσίων αναλαμβάνοντας όλες τις βαρειές εργασίες για να εξασφαλίσουν τον επιούσιο.

Οι ευγενείς και αριστοκράτες ζούσαν μέσα στην χλιδή και την πολυτέλεια. Το γεύμα ενός ευγενούς ήταν τόσο πλούσιο, ώστε μπορούσε να διαθρέψει δεκάδες ανθρώπους. Μέτρο του πλούτου ήταν το πλήθος των υπηρετών. Αυτοί συνόδευαν τους κυρίους τους κατά την έξοδό τους, άλλοι προπορευόμενοι και άλλοι ακολουθούντες την πολυτελή άμαξα. Οι άρχοντες συμπεριφέρονταν προς τους κατωτέρους τους με υπερηφάνεια, περιφρόνηση και βιαιότητα. Οι περισσότεροι λόγω των μεγάλων κοινωνικών αντιθέσεων πίστευαν ότι οι άρχοντες και ο απλός λαός ήταν πλασμένοι από διαφορετική ύλη.

Αποτέλεσμα της προνομιακής θέσεως των ισχυρών ήταν η ολοκληρωτική έλλειψη δικαιοσύνης 4.. Επικρατούσε η αυθαιρεσία και τυραννική διοίκηση των κυβερνώντων. Ο λαός γνώριζε μόνο φορολογίες, αγγαρείες, ταπεινώσεις και εξευτελισμούς. Ο ιστορικός Καραμζίν σημειώνει με μελαγχολία, ότι η Ρωσία ποτιζόταν με το αίμα και τα δάκρυα του λαού από την αυθαιρεσία των ηγεμονίσκων. Οι δικαστές αποφάσιζαν χωρίς ντροπή και φόβο ό,τι ήθελαν δικαιώνοντας συνήθως τους πλουσίους 5.

Τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, αλλά και τα λαϊκά, καλλιεργούσαν την ζωή των παθών. Δύο κυρίως δυνατά πάθη ήταν διαδεδομένα: η μέθη και ο σοδομισμός. Τα πάθη αυτά διαπράττονταν χωρίς ντροπή από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ειδικά για το θέμα αυτό αναγκάσθηκε να ασχοληθεί η Σύνοδος των Εκατόν Κεφαλαίων (Στογκλάβ). Η Εκκλησία συνεχώς έλεγχε με το κήρυγμα και απειλούσε με αφορισμούς τους σοδομίτες. Ρώσος ιστορικός αναφέρει ότι «εν Ρωσία η βδελυρά αύτη ακολασία εθεωρείτο “παιγνίδι”, απλή αστειότης» 6.  Η μέθη ήταν «πάνδημον και ενδημικόν πάθος». Μεθούσαν μέχρι αναισθησίας άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Εργάτες, επαγγελματίες, αξιωματούχοι, ευγενείς, πρεσβευτές «παραδίδονται εις οινοποσίαν κατά τρόπον άφρονα και πίνουσιν επί ημέρας όλας και νύκτας, συχνάκις δε συμβαίνει να αποθνήσκωσιν με το ποτήριον εις την χείρα» 7. . Οι ξένοι εντυπωσιάζονταν από το πάθος της μέθης των Ρώσων και το χαρακτήριζαν ως το κυριότερο ελάττωμά τους.

Αξιοθρήνητη ήταν και η κατάσταση της οικογενείας. Η γυναίκα, η οποία αποτελεί τον πυρήνα της, ήταν αντικείμενο περιφρονήσεως. Θεωρείτο κατώτερη από τον άνδρα και επικίνδυνη, γιατί έχει έμφυτη την κακία, την πονηρία και την δολιότητα. Αντιμετωπιζόταν όχι μόνο ως κακή ύπαρξη, αλλά και ως πηγή κάθε κακού. Σε ομιλίες της εποχής χαρακτηρίζεται η γυναίκα ως κατοικία του διαβόλου.

Λόγω των αντιλήψεων αυτών ο γάμος θεωρείτο πολύ κατώτερος της παρθενίας και αμαρτωλός θεσμός. Γινόταν από λόγους συμφέροντος ή για να ικανοποιήσει φιλοδοξίες. Ο σύζυγος και πατέρας είχε απεριόριστη εξουσία σε όλα. Τα μέλη της οικογενείας όφειλαν απόλυτη υπακοή. Η θέση της μητέρας ήταν θέση δούλης. Τα παιδιά ανατρέφονταν με φόβο και τρόμο με την χρήση ράβδου. Ο άνδρας συνήθως καταπατούσε την συζυγική πίστη, ενώ πολλοί εγκατέλειπαν χωρίς αιτία τις συζύγους τους.

Θλιβερή και απογοητευτική ήταν και η κατάσταση του κλήρου, όπως φαίνεται από τις συγγραφές του αγίου Μαξίμου αλλά και από άλλα κείμενα της εποχής αυτής. Εκτός από την αμάθεια, η ζωή των επισκόπων και των μητροπολιτών προκαλούσε σκανδαλισμό στους πιστούς. Αναφέρονται επίσκοποι τόσο φιλοχρήματοι, κοιλιόδουλοι και μέθυσοι, ώστε οι μητροπολίτες να αναγκάζονται να τους απευθύνουν αυστηρές επιτιμητικές επιστολές. Η φιλοχρηματία ήταν το κυριότερο γνώρισμα των επισκόπων. Θεωρούσαν ιδιοκτησία τις ενορίες τους και τις παραχωρούσαν με ενοίκιο στους ιερείς, οι οποίοι κατ’ αυτόν τον τρόπο ήταν φόρου υποτελείς. Ενώ όμως ήταν αυταρχικοί και δεσποτικοί προς τους ιερείς, εκτελούσαν ως ταπεινοί δούλοι το θέλημα των ηγεμόνων και έπαιρναν συνοδικές αποφάσεις σύμφωνα με τις υποδείξεις τους.

Ο υπόλοιπος κλήρος, ολοκληρωτικά σχεδόν αγράμματος, ασκούσε το λειτούργημα της ιερωσύνης ως επάγγελμα. Τα κύρια χαρακτηριστικά του ήταν η αμάθεια, η φυγοπονία και η άγνοια της έννοιας του λειτουργήματός τους. Οι ιεροπραξίες γίνονταν χωρίς τάξη επειδή οι ιερείς αγνοούσαν το Τυπικό. Ιερείς και ψάλτες παρέλιπαν από τις Ακολουθίες ό,τι ήθελαν. Για ολόκληρο εξάμηνο δεν τελούσαν Θεία Λειτουργία. Το κήρυγμα ήταν εντελώς άγνωστο. Οι Ρώσοι ποιμένες ούτε την συνήθεια, ούτε την δυνατότητα είχαν για διδασκαλία λόγω της αμάθειας. Η ιδιωτική ζωή τους αποτελούσε σκάνδαλο για τον λαό. Δεν διέφεραν από τους λαϊκούς ως προς τα ελαττώματα. Ιδιαίτερα η μέθη ήταν το χαρακτηριστικό πάθος των ιερέων, το οποίο προσπάθησαν να περιορίσουν οι Σύνοδοι του 1503 και του 1552.

Αξιολύπητη ήταν και η κατάσταση της μοναχικής ζωής. Λόγω του πλήθους των μοναχών υπήρχαν πάρα πολλές Μονές. Πολλοί από τους μοναχούς ήταν άσχετοι προς το μοναχικό ιδεώδες. Ο μοναχικός βίος της εποχής ήταν πιστό αντίγραφο της τότε ζωής των λαϊκών και κληρικών. Αμάθεια, άγνοια, περιφρόνηση κάθε μοναστηριακής τάξεως, έλλειψη μοναστηριακού κανονισμού, απουσία επιβλέψεως, ελέγχου και διορθώσεως από τους ιεράρχες, περιφρόνηση και εξευτελισμός των αδυνάτων, φιλοκτημοσύνη, οκνηρία, παρακοή, φιληδονία και μέθη ήταν τα χαρακτηριστικά του μοναχικού βίου κατά τον 16ο αιώνα 8.

Ουσιαστικός συντελεστής της καταπτώσεως του μοναχικού βίου ήταν και η τεράστια κτηματική περιουσία των Μονών. Αυτή προερχόταν από ατομικές περιουσίες προσερχομένων στον μοναχισμό, από δωρεές και αφιερώσεις ευσεβών πιστών που θεωρούσαν τον μοναχισμό ως το ιδεώδες της χριστιανικής ζωής, από δωρεές εκτάσεων με τα χωριά που βρίσκονταν μέσα σ’ αυτές, από ηγεμόνες, ευγενείς, αξιωματούχους όπως και από γαιοκτήμονες, οι οποίοι αφιέρωναν ακαλλιέργητες εκτάσεις με τον όρο να καλλιεργούνται προς όφελος των Μονών.

Ο πλούτος αυξήθηκε κατά την περίοδο του ταταρικού ζυγού. Πολλοί πλούσιοι εμπιστεύονταν στις Μονές για φύλαξη τον κινητό πλούτο τους, ο οποίος μετά τον θάνατό τους περιερχόταν στην κυριότητά τους. Μοναχοί και Μονές ασκούσαν την τοκογλυφία. Δάνειζαν επί υποθήκη την περιουσία τους ή την περιουσία της Μονής, και μετά τις δημεύσεις που ακολουθούσαν λόγω αδυναμίας εξοφλήσεως του δανείου αυξανόταν η περιουσία.

Οι Μονές αποκτούσαν κολοσσιαίες περιουσίες, ιδιαίτερα σε κτήματα, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν πολυάριθμα χωριά με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων. Το 1553 η κτηματική περιουσία των Μονών καταλάμβανε το ένα τρίτο του ρωσικού κράτους. Αλλά και αν αυτό είναι υπερβολικό, φανερώνει την οξύτητα του προβλήματος της φεουδαρχίας των Μονών. Οι Μονές ήταν ισχυρότατος εκκλησιαστικο-πολιτικός παράγοντας, αλλά και τεράστιοι οικονομικοί οργανισμοί. Οι υπεύθυνοι σε αυτές δεν φρόντιζαν για την πνευματική και ηθική προκοπή των μοναχών, αλλά μόνο για την οικονομική δύναμή τους. Την θλιβερή εικόνα της καταπτώσεως του ρωσικού μοναχισμού περιγράφει ο άγιος Μάξιμος στα συγγράμματά του.

Το ποιμαντικό και διαφωτιστικό έργο του Αγίου Μαξίμου

Ο άγιος Μάξιμος, αν και δεν είχε το θεσμικό εκκλησιαστικό αξίωμα του ποιμένος ως επίσκοπος ή ιερέας, είχε την χαρισματική ιερωσύνη· ήταν ο χαρισματικός ποιμένας, «ο καλός ποιμένας που γνώριζε τα πρόβατά του και αναγνωριζόταν ο ίδιος από τα πρόβατά του· ήταν ο αληθινός ποιμένας που θυσίαζε την ψυχή του για να ζήσουν τα πρόβατά του»9. Αγαπούσε, πονούσε τον λαό. Όλη η ζωή και οι ενέργειές του ήταν μία ανιδιοτελής προσ­φορά για τον άνθρωπο, για την σωτηρία του ποιμνίου.

Πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι, αν και πέρασαν πέντε αιώνες από τότε που ο ρωσικός λαός δέχθηκε την Ορθοδοξία από το Βυζάντιο, ουσιαστικά δεν ζούσε χριστιανικά. Αισθανόμενος βαθύτατη θλίψη για την κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να μείνει αδιάφορος. Έβλεπε ότι η ανάπλαση των μεγάλων λαϊκών μαζών, οι οποίες ζούσαν μέσα στην αμάθεια και εν πολλοίς την βαρβαρότητα, δεν μπορούσε να προέλθει μόνο από το μεταφραστικό και διορθωτικό έργο των ιερών βιβλίων. Ο λαός χρειαζόταν πλατύτερη και ευρύτερη χειραγωγία για να αντιληφθεί το αυθεν­τικό πνεύμα του Χριστιανισμού. Εξάπλωσε την δράση του σε όλες τις εκδηλώσεις της ρωσικής ζωής. Με την προφορική, αλλά και την γραπτή διδασκαλία του, έκανε έλεγχο των κακών καταστάσεων και έδειχνε την ανώτερη χριστιανική ζωή. Η πλούσια δημοσιολογική 10 δραστηριότητα του αγίου Μαξίμου στην Ρωσία, η οποία διήρκεσε περισσότερο από 30 χρόνια, αποτελεί ιδιαίτερο αντικείμενο μελέτης των ειδικών ερευνητών, όπως του Ρζίγγα 11.  Η ανάμειξή του αυτή στα φλέγοντα ζητήματα ήταν ένας από τους παράγοντες, που τον οδήγησαν στην μαρτυρική ζωή, αλλά και έφεραν την ρωσική αναγέννηση.

Η ρίζα των κακών της ρωσικής ζωής οφειλόταν σε δύο βασικές αιτίες. Από την μία πλευρά στην παραποίηση του Ευαγγελικού μηνύματος και την βίωση ενός νοθευμένου Χριστιανισμού λόγω της σύγχυσης ουσίας και εξωτερικών τύπων της λατρείας, και από την άλλη πλευρά στην μεγάλη αντίθεση των κοινωνικών τάξεων, η οποία δημιουργούσε το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των ισχυρών και πλουσίων αρχόντων και του αδύνατου και φτωχού λαού.

Πολύ συχνά αναφέρει ο άγιος Μάξιμος στα συγγράμματά του, ότι το ουσιώδες στοιχείο του Χριστιανισμού είναι η εφαρμογή των θείων εντολών και όχι η εξωτερική τήρηση των τύπων της λατρείας. Η μονομερής τυπολατρία δεν οδηγεί στην σωτηρία της ψυχής, αλλά γίνεται και αιτία μεγαλύτερης κατακρίσεως. Η εξωτερική ψεύτικη ευλάβεια, χωρίς εσωτερικό πνευματικό αγώνα, δεν προκαλεί τον αγιασμό 12.  Ούτε πολύωρες προσευχές, ούτε εγκράτεια από το φαγητό, αλλά μόνο η τήρηση των εντολών του Θεού έχει αξία 13.

Ως ευκαιρία κατάλληλη για να κατηγορήσει την τυπολατρία και την εξωτερική ευσέβεια των κληρικών και του λαού βρήκε ο άγιος Μάξιμος την καταστροφή της πόλεως Τβέρ από πυρκαϊά. Στον λόγο του παρουσιάζει τον αγαθό επίσκοπο της πόλεως Ακάκιο να εκφράζει την απορία του και να παρακαλεί τον Θεό να αποκαλύψει την αιτία της θείας οργής. Βάζει δε στα χείλη του Κυρίου την εξής απάντηση: «Ενώ έπρεπε να μετανοήσετε ενώπιόν μου για τα αμαρτήματα που συνεχώς διαπράττετε χωρίς αιδώ, εσείς εξοργίζετε ακόμη περισσότερο την αγαθότητά μου, παρουσιάζοντάς μου τις εύηχες ψαλμωδίες και τις δυνατές κωδωνοκρουσίες, τα πολύχρωμα στολίσματα των εικόνων και τα αρωματικά θυμιάματα. Αν μου τα προσφέρετε όλα αυτά από τα δίκαια κέρδη σας και τα δίκαια έργα σας με τάξη, όπως έκανε ο παλαιός Αβελ, τότε τα δέχομαι με ευχαρίστηση, τα προσέχω και σας τα ανταποδίδω με τα θεία χαρίσματά μου, επειδή είμαι δίκαιος και δεν αφήνω χωρίς ανταπόδοση ούτε ένα ποτήρι κρύο νερό. Αν όμως, άνθρωποι, μου τα προσφέρετε από τα άδικα και άνομα κέρδη σας, που αποκτάτε αρπάζοντας ξένες περιουσίες, αυτά όχι μόνο είναι μισητά σε μένα, αφού προέρχονται από τα δάκρυα των ορφανών και των οδυρομένων χηρών και το αίμα των πενήτων, αλλά προκαλούν και την αγανάκτησή μου εναντίον σαςΙ Αυτά λοιπόν με οδηγούν ή να τα καταστρέψω με δυνατό πύρ ή να τα παραδώσω στους βαρβάρους για λεηλασία, όπως επέτρεψα από την δίκαιη οργή μου να συμβεί σε άλλους λαούς, που είναι ασύγκριτα καλύτεροί σας, αλλά, όπως και εσείς, έδειχναν ασέβεια με οινοποσία, υπερηφάνεια, απληστία και με κάθε είδους ασωτία»14.

Ο άγιος Μάξιμος ασχολήθηκε και με τα λεγόμενα απόκρυφα βιβλία, τα οποία ήταν τότε διαδεδομένα στην Ρωσία. Από τα έργα του γνωρίζουμε ποιά ήταν αυτά, αλλά και το περιεχόμενό τους 15. Χρησιμοποιώντας αγιογραφικές μαρτυρίες αποκαλύπτει ότι αυτά περιείχαν ψεύτικες διηγήσεις, οι οποίες δεν στηρίζονταν σε ιστορικά γεγονότα, αναμεμειγμένες με ειδωλολατρικά στοιχεία. Γράφει πλήθος σελίδων για την ανατροπή των φανταστικών πληροφοριών των αποκρύφων και προειδοποιεί τους πιστούς χριστιανούς να μην παρασύρονται από τις αιρετικές διδασκαλίες, οι οποίες είναι αντίθετες προς τις ευαγγελικές και αποστολικές γραφές.

Έντονο αγώνα άρχισε ο άγιος Μάξιμος κατά των διαφόρων δεισιδαιμονιών και προλήψεων, στις οποίες οφειλόταν και η μεγάλη δράση των μάγων σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, μάλιστα δε και σε επίσημες κρατικές εμφανίσεις. Συμβουλεύει να μην πιστεύουν στην πρόγνωση του μέλλοντος από το πέταγμα και τις κραυγές των πτηνών (οιωνοσκοπήσεις και οιωνισμοί), από την παρατήρηση των νεφών, κ.λπ., τα οποία χαρακτηρίζει ως έργα του σατανά. Η μή συμμόρφωση προς την διδασκαλία των αγίων Πατέρων ισοδυναμεί με απώλεια της αιωνίου ζωής.

Αναγκάζεται να γράψει εναντίον της αντιλήψεως ότι η ταφή των πνιγέντων ή φονευθέντων εμπόδιζε την ευφορία της γής. Λόγω της πίστεως αυτής τα πτώματα αυτών των ανθρώπων έμεναν άταφα και τα έρριχναν μακριά από τα καλλιεργούμενα χωράφια, γιατί θα επιδρούσαν βλαβερά στην ευφορία της γής. «Αφρονέστατη ανοησία και απανθρωπότατη αναισθησία» χαρακτηρίζει ο άγιος Μάξιμος την στάση αυτή των ανθρώπων, μάλιστα χριστιανών, και τους φέρει ως παράδειγμα τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι δίδασκαν την ταφή των πτωμάτων, όπως και πλήθος παραδειγμάτων από την Αγία Γραφή με τα οποία διδάσκεται η φροντίδα για τους νεκρούς. «Να ντραπούμε την φιλανθρωπία των δελφινιών, θαλασσινών ζώων, τα οποία όταν βρίσκουν πνιγμένο στην θάλασσα, σπρώχνουν το πτώμα προς την ακτή, για να ταφεί από τους ομοίους του» 16.  Τελειώνει δε τον λόγο του γράφοντας: «Επομένως αιτία της κάθε ακαρπίας της γής και του συνεχούς κρύου και της ανομβρίας είναι η παράνομη ζωή μας, και όχι η ταφή του πνιγμένου ή σκοτωμένου» 17.

Από όλες τις κακοδοξίες και προλήψεις η περισσότερο διαδεδομένη και επικίνδυνη ήταν η αστρολογία. Την εποχή της δράσεως του αγίου Μαξίμου υπεύθυνος για την διάδοση της πλάνης αυτής ήταν ο Νικόλαος, προσωπικός ιατρός του μεγάλου ηγεμόνα Βασιλείου Γ΄ Ιβάνοβιτς, ο οποίος έμεινε γνωστός στην ρωσική γραμματεία με το προσωνύμιο «Γερμανός». Αυτός, λόγω της ευνοίας και των τιμών που απολάμβανε από τον μεγάλο ηγεμόνα, ασκούσε μεγάλη επιρροή στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Το γεγονός ότι παρασύρονταν από αυτόν άνδρες πολύ μορφωμένοι ανάγκασε τον άγιο Μάξιμο να αφιερώσει πλήθος σελίδων για να καταπολεμήσει συστηματικά και με μεγάλη σφροδρότητα τις αστρολογικές ιδέες 18. Ο άγιος Μάξιμος γνώριζε τις διδασκαλίες των αστρολόγων και την επίδρασή τους ήδη από τις σπουδές του στην Ιταλία.

Η αστρολογία, ως γνωστόν, κλονίζει την πίστη των χριστιανών στην θεία Πρόνοια 19. Δεν κυβερνά, ούτε προνοεί ο Θεός τον κόσμο, αλλά τα άστρα. Οι αγαθές ή κακές ιδιότητες των ανθρώπων δεν εξαρτώνται από τους ίδιους, αλλά από τους κακοποιούς ή αγαθοποιούς πλανήτες. Οι αστρολόγοι παρακινούν τους ανθρώπους σε κάθε στιγμή της ζωής τους να προσφεύγουν στα διάφορα βιβλία τους (Καζαμίες, ωροσκόπια, Αλμανάκ), στα οποία αναφέρουν ποιά άστρα τους επηρεάζουν στην κάθε ενέργειά τους. Όλα εξαρτώνται από την θέση, την κίνηση, την σύνοδο των άστρων και των ζωδίων του ζωδιακού κύκλου. Αυτά επιδρούν στην γέννηση, τις πράξεις, την κοινωνική θέση, τις σκέψεις, στην θέληση και γενικά την ψυχική κατάσταση του παρόντος και του μέλλον­τος του ανθρώπου. Οι οπαδοί της αστρολογίας, όπως συμβαίνει και σήμερα, καθόριζαν σύμφωνα με τις αστρολογικές ενδείξεις, τις καλές ή κακές ημέρες και ώρες, κατά τις οποίες δεν έπρεπε να αρχίσει κάποιος εργασία, ούτε να ταξιδεύει, αλλά να περιμένει το καλό άστρο, για να επιτύχει την εύνοια της τύχης.

Ο άγιος Μάξιμος αναφέρει στα έργα του την προέλευση της αστρολογίας από τους Πέρσες μάγους. Από αυτούς την παρέλαβαν οι Ασσύριοι και οι Αιγύπτιοι, και από αυτούς οι αρχαίοι Έλληνες. Μεταδόθηκε στην Δύση από τους Αραβες και από αυτούς την δανείσθηκαν «οι κακόδοξοι Λατίνοι και οι υπερήφανοι Γερμανοί».

Ο άγιος Μάξιμος χαρακτηρίζει την αστρολογία «σατανική πλάνη». Όλα όσα λέγονται για τα άστρα, ότι από αυτά εξαρτάται κάθε καλό ή κακό, είναι διδασκαλίες του διαβόλου, ο οποίος παρουσιάζει τον Θεό ως δημιουργό κακοποιών άστρων, ενώ είναι δημιουργός μόνο του αγαθού. «Ποιά σωφροσύνη, ποιά φρόνηση, δικαιοσύνη και ανδρεία μπορεί να διδάξει η αστρολογία, η οποία καταστρέφει όλους τους θείους νόμους αντιθέτοντας στην θεία νομοθεσία την δύναμη και τον νόμο των άστρων, και ό,τι εξαρτάται από την δική μας βούληση και εξουσία, δηλαδή τις αρετές και τις κακίες, το αποδίδει στις αλλαγές της ροής των άστρων; Τί άλλο συμπεραίνεται απ’ αυτά, αν όχι ότι ο πανάγαθος Θεός είναι αίτιος και δημιουργός του κακού, αφού τα άστρα είναι δημιουργήματά του» 20.

Τα επιχειρήματα κατά της αστρολογίας αντλεί ο άγιος Μάξιμος κυρίως από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Καταφεύγει έπειτα στους φιλοσόφους, παραθέτει δε και παραδείγματα από την ιστορία και την καθημερινή ζωή. Τονίζει ότι η «τύχη» του κάθε ανθρώπου βρίσκεται κάτω από την άμεση επίδραση της θείας θελήσεως του δίκαιου Κριτή και προνοητή, ο οποίος ενεργεί για τον κάθε άνθρωπο κατά τρόπο ανεξιχνίαστο, που γνωρίζει μόνος αυτός και όχι η μυθολογική τύχη ή ο ζωδιακός κύκλος.

Αφού αναφέρει ονόματα βασιλέων και αρχόντων από την Παλαιά Διαθήκη (Δαβίδ, Γεδεών, Εζεκίας, Μανασσής, Ιωσήφ, Μωυσής), οι οποίοι υψώθηκαν, τιμήθηκαν και δοξάσθηκαν γιατί κατέφυγαν στον Θεό και όχι στους αστρολόγους, παραθέτει τις γνώμες μεγάλων Πατέρων κατά της αστρολογίας (Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Γρηγορίου Ακραγαντίνων, Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Αυγουστίνου). «Την ψεύτικη αυτή γνώση», συνεχίζει ο άγιος Μάξιμος, «όχι μόνο οι υπέρμαχοι της Εκκλησίας του Χριστού δίκαια καταδικάζουν, αλλά και αυτός ο μεγαλύτερος των φιλοσόφων Πλάτωνας την διώχνει μακριά από την πολιτική ζωή»21. Για να γίνει πειστικότερος, αναφέρει παραδείγματα αποτυχίας των αστρολογικών προφητειών, την εξορία των Ιταλών αστρολόγων από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες και την απαγόρευση της αστρολογίας από την βυζαντινή νομοθεσία.

Αν ο νους και η θέληση του ανθρώπου, λέγει ο άγιος Μάξιμος, είναι υποχείρια των άστρων και διευθύνονται προς το κακό ή το καλό από αυτά, τότε όλα είναι μάταια και ανωφελή. Μάταιο το αποστολικό κήρυγμα, περιττός ο νόμος του Ευαγγελίου και οι προσευχές, μάταιες και οι θρησκευτικές μας πεποιθήσεις. Τα άστρα έχουν απεριόριστη εξουσία και μας σύρουν διά της βίας προς το κακό ή το καλό. Μή προσπαθούμε μάταια να ασκήσουμε την αρετή και να αποφύγομε την αμαρτία, αφού βρισκόμαστε κάτω από την κυριαρχία ενός κακού κυρίου. Μή προσπαθούμε να απαλλαγούμε από τον κλήρο, ο οποίος μας έτυχε. Είμαστε καταναγκασμένοι, χωρίς να το θέλουμε, να κάνομε το κακό. Δεν πρέπει να φοβόμαστε τα φοβερά βασανιστήρια του δίκαιου Κριτή, εφόσον κάνουμε το κακό χωρίς την θέλησή μας. Και αυτός, ο οποίος εξασκεί όλες τις αρετές, ας μή περιμένει ανταπόδοση και αμοιβή από τον αληθινό Δικαιοκρίτη, γιατί οι αρετές του δεν προήλθαν από την καλή του θέληση, αλλά από το τυχαίο γεγονός ότι του έπεσε ο κλήρος αγαθού κυρίου, δηλαδή ενός καλού ζωδίου.

Αν όλα τα ανωτέρω είναι ορθά, τότε ο άνθρωπος δεν διαφέρει από τα ζώα, και θα ζεί για την ικανοποίηση της κοιλίας και των σαρκικών ηδονών, χωρίς να σκέφτεται την ουράνια μακαριότητα. Αν τα άστρα είναι η αιτία των αγαθών και των κακών, τότε δεν εκβιάζεται η προαίρεση του ανθρώπου εφόσον κανένας δεν είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του; 22.Είναι άδικος ο Θεός, ο οποίος έδωσε εντολές γνωρίζοντας ότι ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος να τις τηρήσει λόγω της υποταγής του στην καταναγκαστική δύναμη των άστρων.

Ο άγιος Μάξιμος διαχωρίζει στα έργα του την γνώση «τής επιστήμης του ουρανού» (αστρονομίας) και επεξηγεί τις επικρίσεις του κατά της πλάνης της αστρολογίας. Οι αστρονομικές γνώσεις της περιστροφής, εμφανίσεως, εξαφανίσεως και κινήσεως των άστρων είναι αναγκαίες και ωφέλιμες για την ζωή του ανθρώπου, γιατί υπολογίζονται οι αιώνες, η τήρηση του πασχαλίου κύκλου και οι εποχές του έτους. Βοηθούν τους ναυτικούς στα ταξίδια τους και τους γεωργούς στις αγροτικές τους ασχολίες. «Τα άστρα είναι στην υπηρεσία σου, επειδή δημιουργήθηκαν για να σε υπηρετούν και όχι να σε εξουσιάζουν»23.

Πράγματι τα κείμενα του αγίου Μαξίμου κατά της πλάνης της αστρολογίας που ήταν θαυμάσια και πειστικά προξένησαν μεγάλη ωφέλεια στην ρωσική κοινωνία, όπως και όλα τα έργα του κατά των δεισιδαιμονιών και προλήψεων και της γραμματείας των αποκρύφων24.

Η παρουσία του αγίου Μαξίμου στην πρωτεύουσα του κράτους και η άμεση επαφή του με το περιβάλλον των ανακτόρων τον έκαναν γνώστη των προσωπικών ελλείψεων και αρνητικών στοιχείων των αρχόντων, όπως και του ιδίου του μεγάλου ηγεμόνα. Αγάπησε και συμπόνεσε τον λαό αλλά και τους άρχοντες για την αμάθεια και την μή ορθοπραξία τους. Έτσι θεώρησε καθήκον του να περιγράψει με υπομνήματα και επιστολές το πρότυπο του γνησίου ηγεμόνα, να δώσει συμβουλές για μια καλή διακυβέρνηση και να στιγματίσει τις εγκληματικές παρεκτροπές των αρχόντων από τις οποίες έπασχε ο ρωσικός λαός. Ο αληθινός ηγεμόνας μεριμνά από την μια να ρυθμίζει την ζωή των υπηκόων του με την δικαιοσύνη και την ευνομία (τούς καλούς νόμους), από την άλλη δε να νικά τα τρία πάθη (φιληδονία, φιλοδοξία, φίλαργυρία), τα οποία τυραννούν τις ψυχές των αρχόν­των. Η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη και η πραότητα είναι οι τρεις αρετές, τις οποίες πρέπει να έχει ο αληθινά ορθόδοξος βασιλιάς. Στις αρετές αυτές προσθέτει ο άγιος Μάξιμος την ευσέβεια και την φιλανθρωπία προς τους υπηκόους, ιδιαίτερα τους φτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά και τους αδικουμένους. Η τήρηση των εντολών του Θεού από τον μεγάλο ηγεμόνα θα προσελκύει την εύνοια και την βοήθειά Του25.

Είναι άξιο ιδιαιτέρας προσοχής ότι κατά την περίοδο αυτή εκδηλώνεται ξεχωριστό ενδιαφέρον για την περιγραφή των χαρακτηριστικών του σωστού ηγεμόνα. Έτσι παράλληλα προς τον Ηγεμόνα του Φλωρεντιανού Νικολό Μακιαβέλη (1469-1527), που αποτέλεσε πρότυπο στυγνού εξουσιομανούς πολιτικού άρχοντα στην Δύση, και μαζί με την περιγραφή του ησυχαστή ηγεμόνα που παρουσίασε ο ηγεμόνας της Βλαχίας Νεαγκόε Μπασσαράμπ (1512-1521) στην Διδασκαλία προς τον υιό του Θεοδόσιο 26. έχουμε και από τον άγιο Μάξιμο την σκιαγράφηση του αληθινού ορθοδόξου ηγεμόνα μέσα από λόγους και επιστολές του προς τους μεγάλους ηγεμόνες Βασίλειο Γ΄ και Ιβάν Δ΄.

Ο λόγος του πολλές φορές γίνεται ελεγκτικός, στηλιτευτικός, σκληρός· «τίς δύναται αυτού ακούειν;» 27.Αλλά αυτό το κάνει, όταν το επιβάλλει το ποιμαντικό του καθήκον. Ο απόστολος Παύλος συστήνει, η διδαχή που πρέπει να γίνεται από τον ποιμένα σε κάθε περίσταση να είναι παρακλητική, αλλά δεν λησμονεί να συμβουλεύει και το «έλεγξον, επιτίμησον» 28. Πώς θα μπορούσε διαφορετικά ο Μάξιμος να πείσει τους σκληρούς, αγροίκους και χονδροειδείς στον χαρακτήρα Ρώσους να μετανοήσουν, να αλλάξουν τρόπο ζωής; Ο άγιος Μάξιμος ήταν μία ευγενής ψυχή. Μία ανάγνωση των επιστολών του κατά την περίοδο που βρισκόταν στην Ιταλία μας το επιβεβαιώνει 29.  Αυτή η φυσική ευγένεια που είχε από μικρός, σίγουρα θα καλλιεργήθηκε και θα μεταμορφώθηκε στην κατά Χριστόν ευγένεια, την περίοδο που έζησε στο Βατοπαίδι. Εξάλλου και οι επιστολές και οι λόγοι που έγραψε στην Ρωσία φανερώνουν αυτήν την ευγένεια.

Εκτός από την προσπάθεια που κατέβαλε ο άγιος Μάξιμος για να προσφέρει στον ρωσικό λαό μία διδασκαλία εφαρμοσμένης χριστιανικής ηθικής ως απόρροια της εμπειρικής προσωπικής σχέσης με τον Θεό, τον βλέπουμε να προσφέρει όλα τα φυσικά τάλαντα και τις γνώσεις του για την καλύτερη επιστημονική κατάρτιση των συγχρόνων του Ρώσων. Έτσι διδάσκει σε όλους τους μαθητές του γραμματική της ρωσικής γλώσσας. Ο άγιος Μάξιμος μετέφρασε στα ρωσικά τουλάχιστον 100 λήμματα από το λεξικό Σουΐδα 30. Ο Μπουντόβνιτς γράφει ότι η θεωρία του Μαξίμου περί γραμματικής είναι η πρώτη πιο τελειοποιημένη στην Ρωσία 31.  Η Ματχαουζέροβα τονίζει ότι η προσφορά του αγίου Μαξίμου πάνω στην γραμματική θεωρία και στην ποίηση είναι πολύ μεγάλη 32.  Η Ρωσίδα φιλόλογος Κοφτούν αναγνωρίζει την σύνταξη λεξικού από τον άγιο Μάξιμο 33.  τονίζοντας ότι αυτός είχε μεγάλη φιλολογική πείρα και επιδεξιότητα στην ρωσική γλώσσα 34.  Ο ίδιος ο άγιος αναφέρει σε έναν λόγο του με πολλή ταπείνωση ότι αν ο Θεός του έχει δώσει ένα χάρισμα, αυτό είναι της κατανοήσεως των γλωσσών και της ερμηνείας τους35.

Με την προτροπή του αγίου Μαξίμου ο τσάρος Ιβάν Δ΄ και ο μητροπολίτης Μόσχας Μακάριος πραγματοποίησαν σύσκεψη το 1553, όπου αποφάσισαν την ίδρυση τυπογραφείου. Ο Μάξιμος είχε γνωρίσει πολύ καλά και συνεργαζόταν στην Βενετία με τους τυπογράφους, τον Ιταλό Αλδο Μανούτιο και τους Έλληνες Ζαχαρία Καλλιέργη και Νικόλαο Βλαστό. Τελικά το πρώτο τυπογραφείο στην Ρωσία ιδρύθηκε το 1560 στο Κρεμλίνο, ακριβώς 4 χρόνια μετά την κοίμηση του αγίου και σύμφωνα με την επιθυμία του 36.

Πηγή: Άπαντα Αγίου Μαξίμου Γραικού, Αγίου Μαξίμου Γραικού Λόγοι, Τόμος Α΄, Μετάφραση: Μάξιμος Τσυμπένκο – Τιμόθεος Γκίμον, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2011.


1.. Βλ. Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, ό.π., σσ. 63-95.

2. . Aρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήναι 1959 σ. 764. «Εν τή ρωσσική Εκκλησία υπήρχον εσφαλμένα εκκλησιαστικά έθιμα καί εν τοίς εκκλησιαστικοίς βιβλίοις διάφορα λάθη. Ούτω, τό σημείον τού σταυρού έκαμον διά δύο δακτύλων, τήν διά τής χειρός ευλογίαν έκαμον ιερείς διά δύο δακτύλων, τό “αλληλούϊα” τής δοξολογίας έλεγον δίς, τήν λιτανείαν τών εγκαινίων ετέλουν εκ τών αριστερών πρός τά δεξιά, τόν δέ πώγωνα εθεώρουν ιερόν. Εν τοίς εκκλησιαστικοίς βιβλίοις ο πατήρ Θεός ωνομάζετο αμήτωρ καί άκτιστος κατά τήν φύσιν, ενώ ο Χριστός ωνομάζετο κτίσμα, δημιούργημα καί απλούς άνθρωπος, εν τώ συμβόλω τής πίστεως αντί “καί Μαρίας τής παρθένου” έκειτο “εκ Μαρίας τής παρθένου”, αντί “εις τό πνεύμα τό κύριον” έκειτο “εις τό πνεύμα τό αληθινόν”, εν ταίς δεήσεσιν αντί “τής άνωθεν ειρήνης” έκειτο “τού άνωθεν κόσμου” κ.τ.λ. Μάξιμος ο Αγιορείτης (ή ο Έλλην), κληθείς εις Ρωσσίαν υπό τού ηγεμόνος Βασιλείου, πρώτος παρετήρησε τά μνημονευθέντα σφάλματα καί ηθέλησε νά διορθώση αυτά, αλλά κατεδιώχθη ως αιρετικός καί διαφθορεύς τών θεοπνεύστων, ως ενόμιζον, εκκλησιαστικών βιβλίων. Πολλά παθών, απέθανε πλησίον τής Μόσχας».

3. . Γιά τό παράθεμα βλ. Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, ό.π., σ. 70.

4. . Βλ. Χρήστου Λασκαρίδη, Μάξιμος ο Γραικός καί οι εκκλησιαστικές επιδιώξεις τής Μόσχας, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 51.

5. . Βλ. Nikolaj Karamzin, Istorija gosudarstva rossijskago (Ιστορία τού ρωσικού κράτους), τόμ. 5, Αγία Πετρούπολη 1819, σσ. 420-426, 444.

6. . Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, ό.π., σ. 80.

7. . Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, ό.π., σ. 79.

8. . Βλ. Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, ό.π., σσ. 88-95, όπου υπάρχει λεπτομερής ανάλυση τής κατάστασης τού μοναχικού βίου.

9. . Βλ. Ιω. 10,14 καί 10,11.

10. . Ο όρος «δημοσιολογία» δέν χρησιμοποείται στήν ελληνική γραμματεία, είναι όμως πολύ συχνός στήν ρωσική γραμματεία. Διαφέρει από τήν δημοσιογραφία ως πρός τήν ποιότητα. Πρόκειται περί λογοτεχνικού είδους. «Δημοσιολογία είναι τό είδος τής λογοτεχνίας, πού είναι αφιερωμένο στά επίκαιρα κοινωνικά, πολιτικά ζητήματα καί στήν τρέχουσα ζωή τής κοινότητας». Βλ. T.F. Efremova, Bolshoj sovremennyj tolkovyj slovar russkogo jazyka (Μεγάλο σύγχρονο ερμηνευτικό λεξικό τής ρωσσικής γλώσσας), Μόσχα 2006 (ψηφιακή έκδοση).

11 . Βλ. Vjacheslav Rzhiga, «Opyty po istorii russkoj publicistiki XVI veka. Maksim Grek kak publicist» («Ο Μάξιμος ο Γραικός ως δημοσιολόγος»), περιοδικό Trudy otdela drevnerusskoj literatury (Δελτίο τής Αρχαίας Ρωσικής Φιλολογίας), τχ. 1, έκδ. Ακαδημία τών Επιστημών Ε.Σ.Σ.Δ., Μόσχα καί Λένινγκραντ, 1934, σσ. 5-120.

12. . Βλ. Αγιου Μαξιμου Γραικου, Λόγοι, τόμ. Α΄, Λόγος 10, έκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2011, σ. 323-324.

13. . Βλ. Αγιου Μαξιμου Γραικου, Λόγοι, τόμ. Α΄, Λόγος 1, έκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2011, σ. 191.

14. . Αγιου Μαξιμου Γραικου, Λόγοι, τόμ. Α΄, Λόγος 20, έκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2011, σ. 372.

15. Τίτλοι τών αποκρύφων πού επισημάνθηκαν: Ο Αδάμ, Περί τού αμαρτωλού χειρογράφου, Απόκρυφον Αφροδισιανού, Περί τής χειροτονίας τού Χριστού, Απόκρυφη γραφή γιά τήν διακαινήσιμο εβδομάδα, Περί τού Ιούδα, Απόκρυφο Lucidarius.

16. . Maksim Grek, Sochinenija, Λόγος ΧXV, τόμ. 3, Καζάν 1862, σ. 173.

17. . Βλ. Maksim Grek, Sochinenija, Λόγος Χ, τόμ. 3, Καζάν 1862, σ. 177.

18. . Οι θέσεις τού αγίου Μαξίμου γιά τήν αστρολογία υπάρχουν στά έργα του (σύμφωνα μέ τήν έκδοση τών έργων του από τήν Ακαδημία τού Καζάν): Στόν τόμ. 1 είναι οι Λόγοι 16, 17, 18, 20, 21 καί 22. Στόν τόμ. 2 είναι οι Λόγοι 1, 2 καί 9. Στόν τόμ. 3 είναι ο Λόγος 27.

19. Αγιου Μαξιμου Γραικου, Λόγοι, τόμ. Α΄, Λόγος 2, έκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2011, σ. 207. «Αν όλα κινούνται καί φέρονται από τήν ανάγκη, τότε ο Θεός δέν κυβερνά τό σύμπαν καί δέν έχει καμμία μέριμνα γιά τό δημιούργημά Του».

20. Maksim Grek, Sochinenija, Λόγος ΧVI, τόμ. 1, Καζάν 1859, σ. 353.

21. . Maksim Grek, Sochinenija, Λόγος ΧVI, τόμ. 1, Καζάν 1859, σ. 354.

22. . Βλ. Αγιου Μαξιμου Γραικου, Λόγοι, τόμ. Α΄, Λόγος 2, έκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2011, σ. 223.

23. Αγιου Μαξιμου Γραικου, Λόγοι, τόμ. Α΄, Λόγος 2, έκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2011, σ. 224.

24. . Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, ό.π., σ. 131.

25. Βλ. Αγιου Μαξιμου Γραικου, Λόγοι, τόμ. Α΄, έκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2011. Λόγοι 26, 27, 28.

26 . Βλ. Γεωργίου Μαντζαρίδη, Πρόσωπο καί θεσμοί, Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 150-151.

27. . Ιω. 6,60.

28. Βλ. Β΄ Τιμ. 4,2.

29. Βλ. Prepodobnyj Maksim Grek, Sochinenija, τόμ. 1, εκδ. Indrik, Μόσχα 2008, σσ. 86-100.

30 . Βλ. Nina Sinicyna, Maksim Grek v Rossii, Μόσχα 1977, σσ. 67-69.

31. Βλ. Isaak Boudovnic, Rousskaja Poublicistika XVI v. (Ρωσική δημοσιολογία), Μόσχα 1947, σ. 146.

32. Βλ. Svetla Mathauzerova, Drevnerusskie teorii iskusstva slova, Πράγα 1976, σσ. 91-100.

33. . Ludmila Kovtun, Lexikografija v Moskovskoj Rusi, XVI – nach. XVII (Η λεξικογραφία στήν μοσχοβίτικη Ρωσία τού 16ου-αρχές 17ου αιώνα), Λένινγκραντ 1975, σσ. 103-104.

34. Ludmila Kovtun, ό.π., σσ. 54-63.

35. Βλ. Maksim Grek, Sochinenija, Λόγος Χ, τόμ. 3, Καζάν 1862, σ. 89.

36. Βλ. Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, ό.π., σ. 486

http://www.pemptousia.gr/

Δείτε

-Βίος αγίου Μαξίμου του Γραικού (1) [ Από την Άρτα στην Ιταλία ]

Βίος Αγίου Μαξίμου του Γραικού (2) [ Από την Ιταλία στο Άγιον Όρος ]

Βίος αγίου Μαξίμου του Γραικού (3) [ Από το Άγιον Όρος στη Ρωσία ]

Δημοσιευμένο στο ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ιστορία της Εκκλησίας της Ρωσίας: Περίοδος αναδιοργανώσεως – Διοικητική αυτονομία και η θεωρία της Τρίτης Ρώμης

Συγγραφέας: kantonopou στις 25th Μαΐου 2012

Ομ. Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών Βλάσιος Φειδάς

Η περίοδος αυτή της Ρωσικής Εκκλησίας χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή de facto ανεξαρτητοποίηση από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, μόνο ως προς την εκλογή μητροπολίτη Ρωσίας, αλλ’ όχι και ως προς την διοικητική της αναφορά. Η εκλογή κατά τη σχετική απόφαση της τοπικής συνόδου της Μόσχας (1459) θα μπορούσε να γίνεται «υπό του αγίου Πνεύματος, συμφώνως προς τους κανόνες των αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων, και κατά τη διαταγή του Κυρίου μας, του μεγάλου ηγεμόνα Βασιλείου Βασίλιεβιτς ». Η απόδοση στον ηγεμόνα ουσιαστικής εξουσίας στην διαδικασία εκλογής του μητροπολίτη δεν διέθετε τα αναγκαία κανονικά ή εθιμικά ερείσματα, αλλά επηρέασε βαθύτατα τις εφεξής σχέσεις του τσάρου με την εκάστοτε κεφαλή της Εκκλησίας της Ρωσίας. Ωστόσο, η απόφαση αυτή συμπίπτει όχι μόνο προς τη διαίρεση της μητροπόλεως σε μητρόπολη της Μόσχας και μητρόπολη του Κιέβου, αλλά και προς την εντυπωσιακή ανάπτυξη της δυνάμεως της Πολιτείας. Έτσι, ο μεγάλος Ηγεμόνας των Ρώσων, μετά την απελευθέρωση της Ρωσίας από τους Μογγόλους (1462) και την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Τούρκους (1453), εμφανιζόταν πλέον ως ο μόνος ορθόδοξος βασιλιάς και προστάτης των ομοπίστων του.

Πράγματι, οι ηγεμόνες της Μόσχας, μετά τη νίκη του Δημητρίου Ντόνσκοϊ στο Κουλίκοβο (1380), παρουσιάσθηκαν ως και οι μόνοι ηγεμόνες της Ρωσίας, οι οποίοι θα μπορούσαν να αναδιοργανώσουν και να αναπτύξουν το ρωσικό κράτος. Οι ηγεμόνες Ιβάν Γ΄(1462-1505) και Βασίλειος Γ΄ (1505-1533) πέτυχαν να υποτάξουν τις γειτονικές ηγεμονίες Ιαροσλάβ (1463), Ροστώβ (1474), Νόβγκοροντ (1478), Τβερ (1485), Βιάτκα, Πσκωφ (1510), Ριαζάν (1517), Νόβγκοροντ – Σέβερσκυ και Σταροντούμπ (1523). Έτσι ο Αλέξανδρος Γ΄ Ιαγγελόν, μετά από τους ατυχείς ρωσολιθουανικούς πολέμους (1492-1494, 1500- 1503, 1507, 1522), αναγκάσθηκε να παραχωρήση τις πόλεις Ντέσνα και Σόιγ (1503) και το Σμολένσκ (1522), ενώ ενωρίτερα αναγνώρισε στον Ιβάν Γ΄ τον τίτλο του ηγεμόνα «πασών» των Ρωσιών (1495). Η Χρυσή Ορδή των Ταρτάρων είχε ουσιαστικά διαλυθή από τις εσωτερικές της έριδες, αλλ’ ο νόμιμος χαν του Αστραχάν αναγκαζόταν πλέον να αμυνθή κατά των χαν της Κριμαίας, 5 ου Καζάν και του Κασσίμωφ, οι οποίοι ήσαν συνήθως σύμμαχοι της Μόσχας. Η τελευταία σπασμωδική προσπάθεια των Τατάρων να επιβάλουν στους Ρώσους την παλαιότερη φορολογία (1480) δεν είχε την αναγκαία στρατιωτική υποστήριξη και απέτυχε, ενώ η πλήρης εθνική ανεξαρτησία από κάθε ταταρική αξίωση επιβεβαιώθηκε οριστικώς.

Η συνειδητοποίηση της ανεξαρτησίας και η ανάπτυξη του Κράτους και η αφύπνιση της εθνικής συνειδήσεως των Ρώσων υπέθαλψαν έναν ιδιότυπο σωβινιστικό και θρησκευτικό φανατισμό. Η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως και ο γάμος του τσάρου Ιβάν Γ΄ με τη Σοφία Παλαιολογίνα, ανεψιά του τελευταίου βασιλιά του Βυζαντίου (1472), τον οδήγησαν στην ιδέα ότι αυτός ήταν πλέον και ο νόμιμος κληρονόμος των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Στον θρησκευτικό τομέα η υπογραφή από τους εκπροσώπους της Μητρός Εκκλησίας της ενώσεως κατά τη σύνοδο Φερράρας -Φλωρεντίας (1438-1439) υπέθαλψε σκοπίμως την εσφαλμένη ιδέα, ότι δήθεν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εξέπεσε από την ορθή πίστη, γι αυτό και η Μόσχα εμφανίσθηκε σε ορισμένους μοναστικούς κύκλους ως φύλακας της καθαρότητας της ορθόδοξης πίστεως ή ακόμη και, ως η νέα ελεύθερη απόρθητη πρωτεύουσα του ορθόδοξου χριστιανικού κόσμου. Έτσι, ο μητροπολίτης Ζωσιμάς λ.χ. με την συνήθη εκκλησιαστική αμετροέπεια αποκαλούσε τον τσάρο Ιβάν Γ΄ «νέο αυτοκράτορα (τσάρο) Κωνσταντίνον της Νέας Κωνσταντινουπόλεως», ήτοι της Μόσχας.

Οι ευνόητες αυτές πνευματικές ζυμώσεις μεταξύ ορισμένων μοναστικών ή και λόγιων κύκλων της Ρωσίας αναπτύχθηκαν βεβαίως κατ’ αναφορά προς την πολιτική ιδεολογία του Βυζαντίου, εντός της οποίας είχε γαλουχηθή ο πολιτικός και εκκλησιαστικός βίος της Ρωσίας. Βεβαίως, η παρακμή και η πτώση του Βυζαντίου προκάλεσε μια γενικότερη κρίση στην όλη πολιτική θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία είχε ως άξονα τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδεολογία και τη χριστιανική πίστη. Η υποταγή στους Τούρκους όλων σχεδόν των ορθοδόξων λαών, πλην της Ρωσίας, η οποία μόλις απελευθερώθηκε τότε από την μογγολική κυριαρχία, άφησε μετέωρη την πολιτική θεολογία της Εκκλησίας και ανενεργή τη ρωμαϊκή ιδέα, αφού το οθωμανικό κράτος ως αλλόθρησκο δεν νομιμοποιούσε την οποιαδήποτε διεκδίκηση διαδοχής του Βυζαντίου. Συνεπώς, η Ρωσία θα μπορούσε να καλλιεργήση μόνο από απόψεως πολιτικής ανάλογες διεκδικήσεις, αλλά δεν διέθετε τις καθιερωμένες εκκλησιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες ήσαν αναγκαίες για την θεμελίωση της πολιτικής θεολογίας της αυτοκρατορικής ιδέας. Πράγματι, όχι μόνο δεν διέθετε κάποιον πατριαρχικό θρόνο ή εκκλησιαστική αυτοκεφαλία, αλλά υπαγόταν εκκλησιαστικώς υπό την κανονική διοικητική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Υπό το πνεύμα αυτό, κατανοείται πλήρως το γεγονός, ότι η λεγόμενη θεωρία της Τρίτης Ρώμης είχε πάντοτε ως πυρήνα κυρίως τον τσάρο και όχι την Εκκλησία της Ρωσίας, ενώ η Πρεσβυτέρα και η Νέα Ρώμη συνδύαζαν την απόλυτη έκφραση όχι μόνο της πολιτικής αλλά και της εκκλησιαστικής εξουσίας. Εντούτοις η θεωρία αυτή καλλιεργήθηκε σε ορισμένους μοναστικούς κύκλους. Το ρωσικό Χρονικό, το οποίο εμφανίσθηκε το 1512 και είχε ως πηγή τον βυζαντινό χρονογράφο Κωνσταντίνο Μανασσή, τόνιζε χαρακτηριστικά ότι μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453):« Ἐπειδή ὅλαι αἱ εὐσεβεῖς αὐτοκρατορίες τῆς Σερβίας, τῆς Βοσνίας, τῆς Ἀλβανίας και πολλῶν ἄλλων κατακτήθηκαν γιά τίς ἁμαρτίες μας καί κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ ἐρημώθηκαν καί ἐδουλώθηκαν στούς ἀπίστους Τούρκους, ἡ δική μας ὅμως γῆ τῆς Ρωσίας μέ τό θεῖο ἔλεος καί μέ τίς προσευχές τῆς Πανάγνου Θεομήτορος καί πάντων τῶν θαυματουργῶν ἁγίων αὐξάνει, νεάζει και ἀναπτύσσεται . Εἴθε ὁ φιλεύσπλαχνος Χριστός νά τῆς ἐπιτρέψη νά αὐξάνη, νά ἀναπτύσσεται καί νά ἐκτείνεται αἰωνίως ».

Ο μοναχός του Πσκωφ Φιλόθεος συνδέθηκε αμεσώτερα με την ανάπτυξη της θεωρίας της Τρίτης Ρώμης: «Είμαι ένας χωρικός, εξέμαθα ανάγνωση και γραφή, αλλά δεν μελέτησα τις λεπτολογίες των Ελλήνων. Δεν ανέγνωσα τους ρήτορες ή τους αστρονόμους, δεν γεννήθηκα και στην Αθήνα και δεν συζήτησα με τους σοφούς φιλοσόφους, αλλ’ ανέγνωσα τα βιβλία της αγίας πίστεως». Εν τούτοις ο μοναχός Φιλόθεος, μιλώντας περί του ρωσικού κράτους και του τσάρου, τόνιζε ότι αυτός «είναι ο μόνος χριστιανός τσάρος σε όλη την Οικουμένη. Αυτός κρατεί τα ηνία όλων των ιερών Θρόνων (των πρεσβυγενών Πατριαρχείων)» της αγίας Οικουμενικής Εκκλησίας, η οποία αντί να ευρίσκεται στη Ρώμη ή στην Κωνσταντινούπολη, ευρίσκεται στην θεοφρούρητη πόλη της Μόσχας…». Συνεπώς, ο τσάρος και όχι η Εκκλησία της Μόσχας προβάλλεται ως το κύριο και αποκλειστικό έρεισμα της θεωρίας, αφού «…η ψυχή των Ρωμαίων είναι αιχμάλωτη του διαβόλου ένεκα των αζύμων, ενώ, καίτοι οι Αγαρηνοί κατέλαβαν την Ελληνική αυτοκρατορία, δεν διέφθειραν την πίστη και δεν ανάγκασαν τους Έλληνες να αποστατήσουν. Έτσι, η ρωμαϊκή αυτοκρατορία είναι ακατάλυτη, διότι η ρωμαϊκή εξουσία είναι σύμβολο του Κυρίου». Πράγματι, ο μοναχός Φιλόθεος, σε επιστολή του προς τον τσάρο Βασίλειο Ιβάνοβιτς, τονίζει ότι «η αρχαία Ρώμη εξέπεσε στην αίρεση του Απολιναρισμού . Οι Αγαρηνοί έσπασαν τις θύρες της δευτέρας Ρώμης με τους πελέκεις τους, αλλ’ η Τρίτη Ρώμη, η σύγχρονη…λάμπει ως ο ήλιος». Στη συνέχεια ο ηγεμόνας τονίζει ότι «δύο Ρώμαι έπεσαν, η Τρίτη ίσταται ορθή και δεν θα υπάρξη τετάρτη».

Είναι προφανές ότι η διαμόρφωση της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης» αναφέρεται κυρίως και αποκλειστικώς στην πολιτική και όχι βεβαίως στην εκκλησιαστική προοπτική της ρωμαϊκής ιδέας, γι αυτό και συνδέθηκε πάντοτε με τις ποικίλες αξιώσεις φιλοδόξων ηγεμόνων των ορθοδόξων λαών (Βουλγάρων, Σέρβων, Ρώσων κ.ά.) να μονιμοποιήσουν τις περιστασιακές διεκδικήσεις τους για την υποκατάσταση ή και τη διαδοχή του βυζαντινού αυτοκράτορα στην ηγεσία όλων των ορθοδόξων λαών τόσο πριν, όσο και μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453). Η εκκλησιαστική προοπτική αγνοούσε το ανυπόστατο και το πλασματικό σχήμα «Πρώτη- Δευτέρα- Τρίτη Ρώμη» αντί του καθιερωμένου στην κανονική παράδοση και στη διαχρονική εκκλησιαστική πράξη σχήματος «Πρεσβυτέρα- Νέα Ρώμη», το οποίο παρέμεινε πάντοτε απαραβίαστο στις θεωρίες αυτές αφ’ ενός μεν γιατί ήταν θεωρητικώς και πρακτικώς αδύνατη η αμφισβήτησή του, αφού αυτή θα προσέκρουε σε αποφάσεις Οικουμενικών συνόδων και στην εκκλησιαστική συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε γιατί καμμία από τις συγκεκριμένες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν διέθετε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για μια τέτοια αξίωση. Πράγματι, η εκκλησιαστική προοπτική της θεωρίας υπήρξε περιφερειακό και δορυφορικό στοιχείο της πολιτικής προοπτικής, αφού δεν υπήρχε η απαραίτητη προϋπόθεση, το κριτήριο της πατριαρχικής οργανώσεως της Εκκλησίας του συγκεκριμένου λαού, η οποία ήταν αναγκαία για τη δική της θεωρητική θεμελίωση και όχι βεβαίως για την αμφισβήτηση ή την ανατροπή της καθιερωμένης στην Ορθόδοξη Εκκλησία κανονικής τάξεως. Υπό την έννοια αυτή, τόσο η κύρια πολιτική, όσο και η παρεπόμενη εκκλησιαστική προοπτική της νεοφανούς θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης» λειτουργούσαν πάντοτε κατ’ αναφορά προς το Οικουμενικό πατριαρχείο και τα πρεσβυγενή πατριαρχεία της Ανατολής, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε λ.χ. όχι μόνο κατά την κρίση του πατριάρχη Ρωσίας Νίκωνα (1666), αλλά και κατά την κατάργηση του πατριαρχείου της Ρωσίας (1720) μετά από το σχετικό αίτημα του τσάρου Μ. Πέτρου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Είναι ευνόητο ότι για την προβολή των όποιων διεκδικήσεων της θεωρίας της Τρίτης Ρώμης αναγκαίες προϋποθέσεις ήσαν αφ’ ενός η κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αφ’ ετέρου δε η έκπτωση του Οικουμενικού πατριαρχείου στην αίρεση, επειδή μόνο έτσι θα παρεκάμπτοντο οι ανυπέρβλητες δυσχέρειες για την προώθηση της ιδέας. Η προϋπόθεση όμως της εκπτώσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην αίρεση δεν μπορούσε να επαληθευθή αντικειμενικά, αφού η Εκκλησία της Ρωσίας υπαγόταν επίσημα και αστασίαστα υπό την άμεση πνευματική εποπτεία του, γι αυτό και οι ιδέες των μοναχών, καίτοι δεν βρήκαν επίσημη εκκλησιαστική έκφραση, δεν δυσαρεστούσαν τους τσάρους της Ρωσίας. Το ζήτημα βεβαίως παρέμενε ανοικτό και προκαλούσε συζητήσεις στους μοναστικούς κύκλους, ενώ τροφοδοτούσε συνεχώς τόσο την κατά του Οικουμενικού πατριαρχείου πολεμική, όσο και το νοσηρό πνεύμα ενός άκρατου συντηρητισμού ή και μιας ανθελληνικής μισαλλοδοξίας ορισμένων μοναστικών τάσεων, όπως θα δούμε στην περίπτωση Μάξιμου του Γραικού. Η θεωρία λοιπόν της «Τρίτης Ρώμης», όπως διατυπώθηκε ανεπίσημα στα ανωτέρω κύρια και σε άλλα σχετικά κείμενα, εκφράζει τόσο την αφύπνιση της εθνικής συνειδήσεως της Ρωσίας, όσο και την επίδρασή της στην ορθόδοξη αυτοσυνειδησία της. Εν τούτοις, η θεωρία δεν βρήκε ευρεία απήχηση στην πίστη του λαού και στην πράξη της Εκκλησία της Ρωσίας, επειδή και το ρωσικό κράτος δεν είχε ακόμη διαμορφώσει μία δική του αυτοδύναμη θρησκευτική αυτοσυνειδησία (1) .

Αναμφιβόλως, η θεωρία αυτή απετέλεσε το υπόβαθρο της ρωσικής υπερηφάνειας, ενώ και άλλες παράλληλες παραδόσεις παρουσιάζουν ανάλογο πνεύμα, όπως λ. χ. η παράδοση για την εικόνα της Παναγίας του Τιχβίν, η οποία, κατά το σχετικό θρύλο, φιλοτεχνήθηκε με εντολή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού, απεστάλη από αυτόν στη Ρώμη κατά την περίοδο της Εικονομαχίας (727-843), αλλά μετά εκατό τριάντα έτη επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και εξήντα έτη πριν την πτώση της μετέβη κατά θαυμαστό τρόπο στο Τιχβίν . Σχετική είναι και η ρωσική παράδοση για την λευκή Μίτρα ( belui Klobuk ) ή επανωκαλύμμαυχο η οποία αποτελεί μια σλαβική τροποποίηση της ψευδο – Κωνσταντινείου δωρεάς. Η λευκή μίτρα δόθηκε κατά την παράδοση στον πάπα Σίλβεστρο, λόγω όμως της αιρέσεως του Απολιναρισμού, στην οποία περιέπεσε ο βασιλιάς Μ. Κάρολος και ο πάπας Φορμόσος, μετέβη κατά θαυμαστό τρόπο στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, ο Οικουμενικός πατριάρχης Φιλόθεος διέταξε, συμφώνως προς την παράδοση αυτή, να μεταφερθή στο Νόβγκοροντ, λέγοντας: «Στην Τρίτη Ρώμη, η οποία είναι η Ρωσία, απαστράπτει η χάρη του αγίου Πνεύματος. Γνώριζε, ω Φιλόθεε, ότι όλες οι χριστιανικές αυτοκρατορίες φθάνουν στο τέλος τους και ενώνονται μεταξύ τους στη μόνη αυτοκρατορία της Ρωσίας…Ο Κύριος θα ανυψώση τον ρώσο Τσάρο υπεράνω όλων των εθνών και πολλοί τσάροι των άλλων εθνών θα υποταγούν στην αυτοκρατορία του. Το πατριαρχικό αξίωμα θα μεταφερθή στη συνέχεια από την αυτοκρατορική αυτή πόλη στη ρωσική γη για να τεθή υπό την εξουσία της και η χώρα θα κληθή αγία Ρωσία». Είναι ευνόητο ότι οι εσχατολογικές αυτές παραδόσεις αφ’ ενός μεν κλόνιζαν τη συνείδηση για την πιστότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ορθοδοξία, αφ’ ετέρου δε έτρεφαν τα οράματα των Ρώσων εθνικιστών, αλλ’ οπωσδήποτε δεν θα μπορούσαν να προβληθούν ή να υποστηριχθούν κι επίσημα. Ο Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός (1533-1584) στέφθηκε τσάρος από τον μητροπολίτη Μόσχας Μακάριο στις 16 Ιανουαρίου 1547 κατά το βυζαντινό πρότυπο των σχετικών τελετών, εν τούτοις η στέψη του επικυρώθηκε το 1561 από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάσαφ, συμφώνως προς την καθιερωμένη βυζαντινή παράδοση.

Είναι όμως πολύ χαρακτηριστικό ότι το όλο σχήμα της θεωρίας έχει θεμελιωθή σε εσφαλμένα και πλασματικά κριτήρια, επειδή στην κανονική παράδοση υπάρχει μόνο το θεωρητικό σχήμα «Πρεσβυτέρα-Νέα Ρώμη», ενώ είναι τελείως άγνωστο το σχήμα «Πρώτη-Δευτέρα Ρώμη». Το πρώτο σχήμα κλείνει τον όλο κύκλο της νόμιμης εξελικτικής διαδοχής της συγκεκριμένης πολιτικής θεωρίας, επειδή με τη «Νέα Ρώμη» ολοκληρώνεται η όλη θεωρητική της εξέλιξη. Αντιθέτως, με το δεύτερο σχήμα η εισαγόμενη πλασματική διαδοχή είναι απεριόριστη, αλλά δεν έχει οποιαδήποτε θεμελίωση στην πολιτική θεωρία ή την κανονική συνείδηση της Εκκλησίας. Το πρώτο σχήμα απορρέει από τα κανονικά πρεσβεία τιμής των πατριαρχικών θρόνων, ενώ το δεύτερο εισάγει την κατανόηση της ιδέας της Τρίτης Ρώμης σε μια μονοσήμαντη πολιτική προοπτική, ήτοι έξω από τις καθιερωμένες αρχές της κανονικής παραδόσεως. Υπό το πνεύμα αυτό, η ιδέα αυτή δεν υπήρξε ποτέ επίσημη ή παραδεκτή εκκλησιαστική πρόταση, γι αυτό και συζητήθηκε ποτέ επίσημα από την Εκκλησία ή και από την Πολιτεία της Ρωσίας. Αντιθέτως, μετά την ανακήρυξη της Ρωσίας σε Πατριαρχείο (1589) παρέμεινε πάντοτε ισχυρή η πνευματική της εξάρτηση από τον Οικουμενικό θρόνο, ενώ η πρωτοβουλία του Μ. Πέτρου για την κατάργηση του Πατριαρχείου Ρωσίας (1720) υποδηλώνει την περιορισμένη απήχηση της θεωρίας περί Τρίτης Ρώμης και σε αυτή ακόμη τη Ρωσία, καίτοι είχε συνδεθή ειδικότερα προς την αυτοκρατορική ιδέα του τσαρικού θεσμού. Βεβαίως, οι θεωρητικοί εκπρόσωποι των διαφόρων τάσεων του πανσλαβισμού του ΙΘ΄ αιώνα ενέταξαν στην διαλεκτική του και την εκκλησιαστική προοπτική της θεωρίας με διάφορες αντιφατικές προτάσεις, σε περίπτωση διαλύσεως της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (μεταφορά Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Μόσχα ή στην Πετρούπολη, επιβολή ρώσου Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη κ.λπ.), αλλά μετά από τη διαλεκτική αυτή συνειδητοποιήθηκε πληρέστερα η ουτοπία των πανσλαβιστικών αυτών οραμάτων.

(1) Είναι προφανές ότι η διαμόρφωση της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης» αναφερόταν κυρίως και αποκλειστικώς στην πολιτική και όχι στην εκκλησιαστική προοπτική της ρωμαϊκής ιδέας και συνδέθηκε πάντοτε με τις ποικίλες αξιώσεις φιλοδόξων ηγεμόνων των ορθοδόξων λαών (Βουλγάρων, Σέρβων, Ρώσων κ.ά.) να νομιμοποιήσουν τις περιστασιακές διεκδικήσεις τους για την υποκατάσταση ή και τη διαδοχή του βυζαντινού αυτοκράτορα στην ηγεσία όλων των ορθοδόξων λαών τόσο πριν, όσο και μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453). Η εκκλησιαστική προοπτική του καθιερωμένου του καθιερωμένου στην κανονική παράδοση και στην διαχρονική εκκλησιαστική πράξη σχήματος (Πρεσβυτέρα και Νέα Ρώμη) απέμεινε πάντοτε απαραβίαστο στις θεωρίες αυτές αφ’ ενός μεν γιατί ήταν θεωρητικώς και πρακτικώς αδύνατη η αμφισβήτησή του, αφού θα προσέκρουε σε αποφάσεις Οικουμενικών συνόδων και στην εκκλησιαστική συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε γιατί καμμία από τις συγκεκριμένες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν διέθετε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για μία τέτοια αξίωση. Πράγματι, στις θεωρίες αυτές η εκκλησιαστική προοπτική υπήρξε πάντοτε περιφερειακό και δορυφορικό στοιχείο της πολιτικής προοπτικής, η οποία είχε ανάγκη της πατριαρχικής οργανώσεως της Εκκλησίας του συγκεκριμένου λαού για τη δική της θεωρητική θεμελίωση και όχι βεβαίως για την αμφισβήτηση ή την ανατροπή της καθιερωμένης στην Ορθόδοξη Εκκλησία κανονικής τάξεως. Υπό την έννοια αυτή, τόσο η κύρια πολιτική, όσο και η παρεπόμενη εκκλησιαστική προοπτική της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης» λειτουργούσαν πάντοτε κατ’ αναφορά προς το Οικουμενικό πατριαρχείο και τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία της Ανατολής, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε λόγου χάρη όχι μόνο κατά την κρίση του Πατριάρχη Ρωσίας Νίκωνα (1666) αλλά και κατά την κατάργηση του πατριαρχείου Ρωσίας (1720) μετά από σχετικό αίτημα του τσάρου Μ. Πέτρου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Βεβαίως, οι θεωρητικοί εκπρόσωποι των διαφόρων τάσεων του Πανσλαβισμού του ΙΘ΄ αιώνα ενέταξαν στην διαλεκτική τους και την εκκλησιαστική προοπτική της θεωρίας με διάφορες αντιφατικές προτάσεις σε περίπτωση διαλύσεως της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (μεταφορά Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Μόσχα ή την Πετρούπολη, επιβολή Ρώσου Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη κ. λπ .) αλλά μέσα από τη διαλεκτική αυτή συνειδητοποιήθηκε πληρέστερα η ουτοπία των πανσλαβιστικών οραμάτων.

Περί της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης» βλ. Lure Ja S ., O Vozniknovenii teorii » Moskva – Tretii Rim «, » Trud ê Otdela Drevnerusskoi Literatur ê institute russkoi literatur ê «, Moskva 1910. Kirilov I. O. Moskva Tretii Rim . S. Peterburg 1914. Smurlo E., Tretii Rim, εν » Enčiklopeditseskil Slovar «, v. 33a, 789-791. Schrader Hildergard, Moscau das dritte Rom, Studien sur Geschichte der politischen Theorien in der slavischen Welt I) Osteuropäische Studien, hrsg.vom Osteuropäische Seminar der hamburgischen Universität, Hamburg 1929. Belpaire Th. (Dom), Moscou, troisième Rome (á propos d’un ouvrage récent), «  Irenikon  », v. 4 (1932), p. 169-175. Zernov N., Moscow the Third Rome, London 1937. Čaev N. S. » Moskva – Tretii Rim » v političeskoi praktike moskovskogo pravitel’stva XVI veka, Moskva 1945. Tambora Angelo, La teoria politico- religiosa de » Mosca -Terza Roma» nei secoli XVII-XIX : Sopravivenza e linee di svolgimento, (= Dea Roma alla Terza Roma. Roma- Constantinopoli-Mosca ), Napoli 1983. Pachuto Vladimir T., Mosca – Terza Roma (= Da Roma alla Terza Roma- Constantinopoli – Mosca ), Napoli 1983.

Πηγή: Βλασίου Ιω. Φειδά, Ιστορία της Εκκλησίας της Ρωσίας από την ίδρυσή της μέχρι και σήμερα, 
εκδ. Αποστολικής Διακονίας, εκδ. Ε΄, Αθήνα 2005, σελ. 212-221.

http://www.pemptousia.gr/

Δημοσιευμένο στο ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ρωσικό τρένο λειτουργεί ως φορητή ιατρική μονάδα και ορθόδοξος ναός για τις ανάγκες των Σιβηρικών πόλεων

Συγγραφέας: kantonopou στις 30th Απριλίου 2012

Ρωσικό τρένο λειτουργεί ως φορητή ιατρική μονάδα και ορθόδοξος ναός για τις ανάγκες των Σιβηρικών πόλεων.Το τρένο Δόκτωρ Voino-Yasenecky Άγιος Λούκας (Saint Luka) λειτουργεί ως ένα δωρεάν, μετακινούμενο συμβουλευτικό και διαγνωστικό ιατρικό κέντρο το οποίο μετάφερει ετησίως ιατρούς και ιατρικό προσωπικό από την κύρια περιφερειακή πόλη Krasnoyarsk της Ρωσίας σε μακρινούς οικισμούς των περιοχών Krasnoyarsk και Khakassia στην Σιβηρία όπου τα νοσοκομεία και οι κλινικές είναι «σπάνιες».Το συγκεκριμένο τρένο έλαβε την ονομασία του από τον επιφανή Ρώσο χειρούργο Valentin Voino-Yasenecky, έναν ορθόδοξο επίσκοπο και φυλακισμένο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης (Gulag), έχει άμαξα η οποία λειτουργεί ως φορητή Ορθόδοξη εκκλησία.

Ορθόδοξος ιερέας ομιλεί σε μία γυναίκα μπροστά από την άμαξα-εκκλησία του τρένου Δόκτωρ Voino-Yasenecky Άγιος Λούκας στις 27 Απριλίου σε σιδηροδρομικό σταθμό του Zaozyorny, 81 μίλια ανατολικά της Σιβηρικής πόλης Krasnoyarsk.

Ένας γιατρός εξετάζει μία έγκυο γυναίκα στο ενσωματωμένο διαγνωστικό κέντρο του τρένου Δόκτωρ Voino-Yasenecky Άγιος Λούκας στις 27 Απριλίου κατά τη διάρκεια στάσης στο σιδηροδρομικό σταθμό της Zaozyorny.

Ασθενείς περιμένουν στην ουρά καταχωρήσεων μέσα στο τρένο, επίσης στις 27 Απριλίου κατά τη διάρκεια στάσης στο σιδηροδρομικό σταθμό της Zaozyorny.

Ορθόδοξος ιερέας βαπτίζει μία οικογένεια στην εκκλησία που βρίσκεται στο τρένο Δόκτωρ Voino-Yasenecky Άγιος Λούκας στην πόλη Zaozyorny.

Ορθόδοξος ιερέας χτυπά τις καμπάνες της εκκλησίας του τρένου κατά τη διάρκεια στάσης στον ίδιο σιδηροδρομικό σταθμό (Zaozyorny).

Δημοσιευμένο στο ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, ένας μεγάλος ησυχαστής Πατέρας

Συγγραφέας: kantonopou στις 19th Απριλίου 2012

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) υπήρξε μιά μεγάλη μορφή τού μοναχισμού πού έζησε μερικά χρόνια στό Άγιον Όρος καί εκφράσθηκε στίς σλαβικές χώρες, καί κυρίως στήν Ουκρανία, τήν Μολδαβία καί τήν Βλαχία, αλλά επεκτάθηκε σέ όλο τόν χώρο τών Βαλκανίων, τής Ρωσίας καί σέ άλλες περιοχές.

Πρόκειται γιά μιά εκπληκτική προφητική φυσιογνωμία στόν χώρο τού μοναχισμού τόν 18ο αιώνα πού επανέφερε τόν μοναχισμό τών Βαλκανίων καί τής Ρωσίας στίς πατερικές αρχαίες πηγές του, αφού ο μοναχισμός είχε αλλοιωθή από τίς μεταρρυθμίσεις πού έγιναν επί Μεγάλου Πέτρου, όταν εισέρρευσε στήν Ρωσία τό δυτικό, διαφωτιστικό καί ρομαντικό πνεύμα τής Δύσεως.

Από τίς μελέτες μου εγνώριζα γενικά γιά τήν δράση καί τήν διδασκαλία τού οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, καί κυρίως ότι έζησε γιά ένα χρονικό διάστημα στό Άγιον Όρος, καί ότι μετέφρασε στά ρωσοσλαβονικά κείμενα τών αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας πού κάνουν λόγο γιά τήν ησυχαστική παράδοση τής Εκκλησίας, γιά τήν κάθαρση τής καρδιάς, τόν φωτισμό τού νού καί τήν θέωση, δηλαδή κείμενα πού απαρτίζουν τήν γνωστή «Φιλοκαλία». Δέν αρκέσθηκε, όμως, στό νά ανακαλύψη καί νά μεταφράση αυτά τά σημαντικά κείμενα, αλλά έκανε καί πρακτική εφαρμογή τους, μέ αποτέλεσμα νά προσελκύση πολλούς μοναχούς πού επιθυμούσαν νά ζήσουν αυτήν τήν ησυχαστική παράδοση καί στούς οποίους καί τήν δίδαξε γενόμενος πνευματικός τους διδάσκαλος στήν ησυχαστική ζωή.

Ο Ομότιμος Καθηγητής τής Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, πού δίδαξε γιά χρόνια τήν ιστορία τών Σλαβικών καί λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ασχολήθηκε ιδιαιτέρως μέ τήν ησυχαστική παράδοση στά Βαλκάνια καί τήν Ρωσία, αφού η διδακτορική του διατριβή είχε ως θέμα Επιδράσεις τού ησυχασμού εις τήν εκκλησιαστικήν πολιτικήν εν Ρωσία, καί ακόμη ασχολήθηκε μέ τόν όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι, αφού η διατριβή του επί υφηγεσία είχε τίτλο Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκι καί η ασκητικοφιλολογική Σχολή του. Αυτές καί άλλες μελέτες του απεκάλυψαν τήν ζωή καί τό έργο τού μεγάλου αυτού Ουκρανού ασκητού.

Τελευταία (2009) όμως, ο ίδιος Καθηγητής κυκλοφόρησε τό βιβλίο μέ τίτλο Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, έκδοση τού Uniνersity Studio Press. Τό βιβλίο αυτό είχε ήδη δημοσιευθή σέ άλλες γλώσσες, μέ τήν αυτοβιογραφία καί τήν βιογραφία τού μεγάλου αυτού Ουκρανού ησυχαστού μοναχού καί μέ τήν έκδοση αυτή μεταφράσθηκε καί στήν ελληνική γλώσσα.

Συγκεκριμένα τό βιβλίο αυτό, τό οποίο θεωρώ πολύ σημαντικό, διαιρείται σέ τρία κεφάλαια. Στό πρώτο παρατίθεται η αυτοβιογραφία τού οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι πού τελειώνει μέχρι τήν εποχή εκείνη πού μετέβη στό Άγιον Όρος. Στό δεύτερο κεφάλαιο περιλαμβάνεται η βιογραφία τού οσίου Παϊσίου πού γράφηκε από τόν μαθητή του ιερομόναχο Μητροφάνη, από τό σημείο εκείνο πού διακόπτεται η αυτοβιογραφία μέχρι τήν κοίμηση τού μεγάλου αυτού ησυχαστού Πατρός. Καί στό τρίτο κεφάλαιο δημοσιεύεται η αφήγηση τού ιδίου τού οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι στόν ηγούμενο Θεοδόσιο τού ερημητηρίου τού Αγίου Σωφρονίου στήν Ρωσία γιά τήν ανακάλυψη στό Άγιον Όρος τών συγγραμμάτων τών νηπτικών Πατέρων καί τήν μετάφρασή τους στήν ρωσοσλαβονική γλώσσα.

Στήν εισαγωγή, πού προηγείται τού όλου έργου, ο Καθηγητής Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, μέ επιστημονική ακρίβεια καί ιδιαίτερη γνώση, κάνει εύστοχες παρατηρήσεις πάνω στά κείμενα πού ακολουθούν, καί κυρίως στήν αυτοβιογραφία τού οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι τήν οποία ανακάλυψε στήν Ιερά Μονή Σέκου η αείμνηστη Βαλεντίνα Πελίν καί μετέφρασε ο Καθηγητής. Επίσης, σημαντικές παρατηρήσεις, πού διευκολύνουν τόν αναγνώστη, καταγράφονται στίς υποσημειώσεις πού παρατίθενται στά κείμενα. Η καταγραφή τής βιβλιογραφίας στό τέλος τού βιβλίου δείχνει τήν μεγάλη προσφορά τού οσίου Παϊσίου.

Πρόκειται γιά ένα έργο πολύ σημαντικό καί πρέπει νά διαβασθή από όλους όσοι ενδιαφέρονται γιά τά θέματα αυτά, γιατί συνδέεται μέ τήν αναγέννηση τού μοναχισμού στήν Μολδαβία, τήν Ρουμανία, τήν Ρωσία, αλλά καί στήν ευρύτερη περιοχή. Είναι δέ γνωστόν ότι η μετάφραση τών σημαντικών αυτών νηπτικών κειμένων στήν ρωσοσλαβωνική γλώσσα, πού έγινε από τόν όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι καί από εκεί στήν Βλαχική-Ρουμανική γλώσσα, βοήθησε πολλούς μοναχούς πού έζησαν αυτήν τήν ησυχαστική παράδοση, μάλιστα δέ αυτήν τήν Φιλοκαλία είχε υπ’ όψη του ο προσκυνητής στό περίφημο βιβλίο Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού.

Στήν συνέχεια θά εντοπισθούν πέντε σημεία από τήν ζωή τού μεγάλου αυτού Ουκρανού νηπτικού καί ησυχαστού αγίου τής Εκκλησίας.

1. Η πορεία του πρός τόν μοναχισμό

Τό βαπτιστικό όνομά του ήταν Πέτρος καί γεννήθηκε στήν Πολτάβα τής Ουκρανίας, τής Μικράς Ρωσίας, όπως λεγόταν η Ουκρανία, τό έτος 1722. Έμεινε ορφανός από πατέρα σέ ηλικία 4 ετών. Στήν ηλικία τών δέκα χρόνων διάβαζε τήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, τό βιβλίο Μαργαρίτης τού ιερού Χρυσοστόμου, τόν όσιο Εφραίμ τόν Σύρο, τόν αββά Δωρόθεο καί άλλα βιβλία. Μέ τήν ανάγνωση αυτή γεννήθηκε μέσα του η αγάπη γιά τόν μοναχισμό.

Όταν σπούδαζε στό Κίεβο έδειχνε περισσότερο ζήλο γιά τά πνευματικά ζητήματα, παρά γιά τά σχολαστικά μαθήματα πού διδάσκονταν τότε στήν Εκκλησιαστική Σχολή. Ο ίδιος περιγράφει έναν χαρακτηριστικό διάλογο μέ τόν Σχολάρχη του πού δείχνει τόν πρώϊμο ζήλο του γιά τήν πατερική ησυχαστική Παράδοση. Επισκεπτόταν τήν σπηλαιώτικη Λαύρα τού Κιέβου καί εμπνεόμενος από τήν μοναχική ζωή καί από τήν άσκηση τών μοναχών αναπτυσσόταν μέσα του η αγάπη γιά τόν μοναχισμό καί μάλιστα γιά τήν ερημική ζωή, μέ τήν πλήρη ξενιτεία.

Διαβάζοντας κανείς τήν αφήγησή του παρατηρεί τόν μεγάλο ζήλο του γιά τόν ησυχαστικό μοναχισμό πού αναπτύχθηκε στήν εφηβική του ηλικία. Υπάρχουν μερικές φράσεις πού ο ίδιος χρησιμοποιεί στήν αυτοβιογραφία του καί δείχνουν τήν αγάπη του γιά τόν μοναχισμό καί μάλιστα τόν ησυχαστικό μοναχισμό πού κυρίευσε τήν ψυχή του. Διηγείται ο ίδιος:

«Η αγάπη γιά τόν μοναχισμό υπερίσχυε στήν ψυχή μου, καί δέν μέ έσπρωχνε πιά στό νά φοιτώ στά μαθήματα, παρά μέ εξωθούσε στό νά απαρνηθώ τόν κόσμο καί όσο τό δυνατό γρηγορότερα νά γίνω μοναχός». «Ερχόμουν τά βράδια, καί μή γνωρίζοντας εκεί κανέναν καθώς ήμουν ξένος, περνούσα τή νύχτα είτε κάπου στήν πλησιέστερη σπηλιά κοντά στήν εκκλησία, είτε στό μεγάλο μοναστήρι κοντά στό μεγάλο καμπαναριό, όπου έμενα ώσπου νά σημάνει γιά τόν Κανόνα». «Μακάριζα τήν τρισμακάριστη ησυχία». «Τόσο έκαιγε στήν ψυχή μου η επιθυμία γιά ένα πράγμα πού ήταν ακατόρθωτο, ώστε, άν ήταν δυνατόν, δέν θά ήθελα μέ κανέναν τρόπο νά φύγω από εκείνα τά ιερά σπήλαια, παρά, παραμένοντας εκεί, νά τελειώσω μέσα σ’ αυτά τή ζωή μου. Βλέποντας όμως ότι αυτό ήταν αδύνατο, έφευγα από τά ιερά εκείνα σπήλαια μέ θλίψη καί στεναγμό».

Μέ συμμαθητές του στήν Σχολή πού είχαν τόν ίδιο πόθο υποσχέθηκαν: «Νά ξενιτευθούμε από τήν πατρίδα μας σέ κάποιον έρημο καί ήσυχο τόπο, καί αφού βρούμε γιά τίς ψυχές μας κάποιον έμπειρο οδηγό, νά παραδοθούμε στήν υπακοή του καί όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή νά λάβουμε από αυτόν τή μοναχική κουρά». Αποφάσισαν νά ζήσουν «έως τήν τελευταία μας (τους) πνοή μέσα στή μοναχική πτωχεία», «μέσα στήν κακοπάθεια».

Αναζητούσε ασκητές, ερημίτες Πατέρες καί ωφελείτο από τήν παρουσία τους καί τά λόγια τους. «Εγώ, στέκοντας εκεί κοντά, άκουα ψυχωφελείς λόγους καί μού φαινόταν ότι ήταν ρήματα ζωής αιωνίου».

Γιά τήν ικανοποίηση τού μεγάλου του πόθου νά μονάση μέσα σέ ξενιτεία, ησυχία καί κακοπάθεια εγκατέλειψε τίς σπουδές του στό Κίεβο, καθώς επίσης αποχωρίσθηκε τήν μητέρα του, μέσα σέ μιά συγκινητικότατη καί συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Είναι εκπληκτικός αφ” ενός μέν ο ζήλος του γιά τήν μοναχική ζωή, αφ” ετέρου δέ η ισχυρή του θέληση γιά τήν εκπλήρωση τού πόθου του.

Εκπλήσσεται κανείς διαβάζοντας τίς ταλαιπωρίες του γιά τήν αναζήτηση ενός κατάλληλου τόπου, τήν επίσκεψή του σέ διάφορα μοναστικά κέντρα καί τήν συνάντησή του μέ ερημίτες στούς οποίους ήθελε νά κάνη υπακοή γιά τήν σωτηρία του, χαρακτηριστική δέ περίπτωση είναι ο ερημίτης Ησύχιος. Πέρασε ποτάμια, δάση, σύνορα, μέ πολλές δυσκολίες, μέ αφάνταστες καί απερίγραπτες ταλαιπωρίες.

Όταν κατατάγηκε σ’ ένα Μοναστήρι, ως δόκιμος μοναχός, ο Ηγούμενος τού πρότεινε νά φορέση, άν θέλη, μερικά ρούχα μοναστηριακά. Διηγείται ο ίδιος: «Εγώ τού έβαλα μετάνοια καί παίρνοντας τήν ευλογία του πήγα στό κελλί μου, έβγαλα τά κοσμικά μου ρούχα καί μέ τέτοια χαρά ντύθηκα αυτά πού μού έδωσε ο ηγούμενος, πού τά φίλησα πολλές φορές σάν νά ήταν κάτι τό ιερό. Καί τά φορούσα συνέχεια, ώσπου έλιωσαν επάνω μου, καί ευχαριστούσα τόν Θεό, πού αντί γιά τά κοσμικά ρούχα πού φορούσα έως τώρα, αξιώθηκα αυτά πού έπρεπε, τά μοναστηριακά».

Στήν αναζήτηση κατάλληλου τόπου έφθασε στήν Ιερά Μονή τού Αγίου Νικολάου πού βρίσκεται στόν ποταμό Τιασμίνα καί ονομάζεται Μεντβέντοβσκι, όπου καί έλαβε τό μικρό μοναχικό σχήμα καί ονομάσθηκε Πλάτων. Ο διωγμός, όμως, πού ξέσπασε εναντίον τής Μονής, αφού οι αξιωματούχοι τής περιοχής τούς πίεζαν νά προσχωρήσουν στήν Ουνία, τόν εξανάγκασε νά επιστρέψη στήν Σπηλαιώτικη Λαύρα τού Κιέβου.

Ευρισκόμενος εκεί ωφελήθηκε ψυχικά από τήν παρουσία μεγάλων ασκητών Πατέρων, πού διακρίνονταν γιά τήν άσκησή τους καί τίς αρετές τους. Ο ίδιος δηγείται γιά κάποιον μοναχό: «Καί από μόνη τή θέα του η ταλαίπωρη ψυχή μου δεχόταν ωφέλεια». Αναφερόμενος σέ μεγάλους ασκητές διηγείται: «Αυτά βλέποντας καί σκεπτόμενος φλέχθηκα ολόκληρος από αγάπη γιά τόν άγιο αυτόν τόπο καί απ” όλη τήν ψυχή μου ευχαρίστησα τόν Θεό, γιατί μέ αξίωσε καί εμένα τόν ανάξιο νά βρεθώ σέ τέτοια άγια Λαύρα».

Οι ασκητές, όμως, αυτοί δέν δέχονταν συνήθως νά καθοδηγήσουν άλλους, ενώ εκείνος αναζητούσε πνευματικό καθοδηγό γιά τήν πνευματική του ζωή. Γι’ αυτό αναζήτησε αυτόν τόν πνευματικό καθοδηγό στήν Μολδαβία, περνώντας διάφορα μέρη μέσα στό χιόνι πού έφθανε μέχρι τό γόνατο, αντιμετωπίζοντας απροσδόκητες δυσκολίες όταν περνούσε τά σύνορα μέ άλλους συνοδοιπόρους του. Στήν πορεία του αυτή συνάντησε πολλούς καλούς ασκητές πού ζούσαν μέ βαθειά καί μεγάλη άσκηση. Γράφει κάπου: «Μαζεύονταν οι αδελφοί μέ τόν γέροντα στόν ίδιο τόπο καί συζητούσαν έως τά μεσάνυχτα. Μαζί μ’ αυτούς καθόμουν καί εγώ ο έσχατος καί, ακούοντας προσεκτικά τά λεγόμενα, χαιρόμουν χαρά ανείπωτη καί δόξαζα τόν Θεό μέ δάκρυα, διότι μέ αξίωσε στή νεότητά μου νά ακούσω από τό στόμα τέτοιου πνευματικού ανθρώπου παρόμοια λόγια γεμάτα από πολλή ωφέλεια, πού γιά όλη μου τή ζωή μού ήταν οδηγός».

Στήν σκήτη Κίρνουλ συνάντησε ασκητές, ερημίτες πατέρες πού ζούσαν τήν ησυχαστική παράδοση. Εκεί διδάχθηκε ο όσιος Παΐσιος «τί είναι εργασία καί θεωρία καί αληθινή νοερά ησυχία. Εκεί, όχι μόνο έμαθε τήν νήψη καί προσοχή πού τελείται στήν καρδιά διά τού νοός καί τή νοερά προσευχή, αλλά καί απήλαυσε στήν καρδιά τή θεία ενέργεια πού κινείται από αυτήν».

Η θεία, όμως, Πρόνοια ήθελε τόν όσιο Παΐσιο στό Άγιον Όρος «ώστε νά επαυξήσει τόν θησαυρό καί νά δώσει αφθόνως σέ όλους πού ζητούν από αυτόν ωφέλεια από τήν πνευματική διδασκαλία». Αναζητούσε εκεί «κάποιον πεπειραμένο πνευματικό πατέρα, πού θά ζούσε στήν ησυχία, γιά νά παραδοθεί στήν υπακοή του μέ τό σώμα καί τήν ψυχή, καί γιά νά μάθει από αυτόν τόν τρόπο τής πνευματικής ζωής».

Έφθασε στήν Μεγίστη Λαύρα, εόρτασε μέ τούς Πατέρες τήν πανήγυρη τού οσίου Αθανασίου καί από εκεί πήγε στήν Σκήτη τής Μονής Παντοκράτορος. Εγκαταστάθηκε σέ μιά καλύβη καί αναζητούσε τόν κατάλληλο πνευματικό οδηγό. Ζούσε μέ μεγάλη άσκηση, μετάνοιες, εγκράτεια, απόλυτη ακτημοσύνη, πτωχεία, σκληραγωγία, ακόμη καί στό κρεβάτι, συντριβή τής καρδιάς, αδιάλειπτη προσευχή, αγάπη στόν Θεό καί τόν πλησίον, μνήμη θανάτου, ψαλμωδία, ανάγνωση τών Αγίων Γραφών, αλλά καί συνεχή δάκρυα, γιατί δέν βρήκε ησυχαστή Πνευματικό Πατέρα γιά νά τού κάνη υπακοή. Μέ τόν τρόπο αυτής τής ασκήσεως «ανερχόταν από μιά δύναμη πνευματική σέ άλλη, πραγματοποιώντας στήν καρδιά του ανάβαση. Φλεγόμενος έτσι από θείο ζήλο γιά μεγάλους άθλους, απόλαυσε τήν ησυχία επί δυόμισι χρόνια».

Τήν εποχή αυτή έλαβε τό μέγα αγγελικό σχήμα περί τό έτος 1750. Ήταν τότε σέ ηλικία 28 ετών καί μετονομάσθηκε από Πλάτων σέ Παΐσιο. Καί αφού δέν είχε κατάλληλο πνευματικό οδηγό, ακολουθούσε τήν διδασκαλία τών αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας πού διάβαζε στά συγγράμματά τους.

Έτσι, ο ζήλος του γιά τήν μοναχική ζωή, πού αναπτύχθηκε από τήν μικρή του ηλικία, ικανοποιήθηκε μέ τήν δωρεά τού μεγάλου μοναχικού σχήματος, καί τήν αγάπη του γιά τήν ιερά ησυχία καί τήν μοναχική ζωή.

2. Η αναζήτηση τών συγγραμμάτων τών ησυχαστών Πατέρων καί η μετάφρασή τους

Ο όσιος Παΐσιος, μέ τήν φώτιση τού Θεού, κατάλαβε τήν μεγάλη αξία τής Αγίας Γραφής καί τών νηπτικών καί ησυχαστικών συγγραμμάτων τών αγίων Πατέρων τά οποία μελετούσε από μικρό παιδί καί διαβάζοντας αυτά τά κείμενα αυξανόταν ο ζήλος του γιά νά αποκτήση τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό.

Ήδη ως δόκιμος μοναχός στήν Μονή τού Λιούμπετς κάποιος μοναχός τού έδωσε νά διαβάση τό βιβλίο Κλίμαξ τού Ιωάννου τού Σιναΐτου, πράγμα πού τόν γέμισε μεγάλη χαρά. Γιά νά μπορέση νά τό έχη πάντα μαζί του τό αντέγραφε όλη τήν νύκτα, χρησιμοποιώντας έναν δαυλό, πού γέμιζε τό κελλί του μέ καπνό.

Ο ίδιος ο όσιος Παΐσιος διηγείται ότι απέκτησε αυτήν τήν αγάπη στά Πατερικά βιβλία, γιατί λόγω ελλείψεως κατάλληλου πνευματικού οδηγού ήθελε καί γιά τόν εαυτό του, αλλά καί γιά τούς μοναχούς πού μέ τήν πάροδο τού χρόνου ανελάμβανε, νά μήν αποκλίνη «από τό ορθό φρόνημα τής Αγίας Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας». Έτσι, άρχισε νά αποκτά διάφορα Πατερικά βιβλία στήν «σλαβική» γλώσσα, «τά οποία διδάσκουν περί υπακοής καί προσοχής, νήψεως καί προσευχής», περιορίζοντας τήν τροφή καί υπομένοντας τήν φτώχια. Διαβάζοντας τά ήδη μεταφρασμένα βιβλία στήν σλαβονική γλώσσα διαπίστωσε ότι υπήρχαν σοβαρά λάθη καί γι’ αυτό δέν μπορούσε νά βγάλη καθαρό νόημα. Στήν αρχή προσπάθησε νά τά διορθώση, χρησιμοποιώντας άλλα σλαβικά μεταφρασμένα βιβλία, αλλά καί αυτό τό έργο τό βρήκε πολύ δύσκολο καί ακατόρθωτο.

Όταν, όμως, ύστερα από τήν «πολυετή παραμονή» του στόν Άγιον Όρος «έμαθε σέ κάποιο βαθμό τήν ελληνική γλώσσα», αναζητούσε νά βρή τά νηπτικά βιβλία γραμμένα στό πρωτότυπο, ώστε από αυτά νά διορθώση τά σλαβονικά βιβλία. Διαπίστωσε ότι καί αυτό τό έργο ήταν δύσκολο καί αδύνατο. Επισκεπτόταν τίς Σκήτες τού Αγίου Όρους, όπως τής Αγίας Άννης, τού Αγίου Δημητρίου τής Μονής Βατοπεδίου, τίς Σκήτες καί τά Μοναστήρια τού Αγίου Όρους, αλλά καί τούς πεπειραμένους Γέροντες γιά νά βρή βιβλία πού αναφέρονται στήν ησυχαστική καί νηπτική ζωή, όπως τού αγίου Φιλοθέου τού Σιναΐτου, τού Ησυχίου τού Πρεσβυτέρου, αλλά κανείς δέν γνώριζε τήν ύπαρξή τους. Αυτό τόν στενοχωρούσε υπερβολικά.

Αφηγείται τήν μεγάλη χαρά πού δοκίμασε, όταν σέ μιά οδοιπορία του από τήν Μονή τής Μεγίστης Λαύρας πρός τήν Σκήτη τής Αγίας Άννης, πέρασε από τήν Σκήτη τού Αγίου Βασιλείου καί συνάντησε έναν μοναχό πού αντέγραφε τά βιβλία τού οσίου Πέτρου τού Δαμασκηνού, τού Αντωνίου τού Μεγάλου, τού αγίου Γρηγορίου τού Σιναΐτου, τού αγίου Φιλοθέου, τού αγίου Ησυχίου, τού αγίου Διαδόχου, τού αγίου Θαλασσίου, τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου, τού αγίου Νικηφόρου τού Μοναχού, τό βιβλίο τού αγίου Ησαΐα κλπ. Ύστερα από πολλές παρακλήσεις καί έξοδα απέκτησε πολλά τέτοια νηπτικά κείμενα, καί επανήλθε στήν Μολδαβία γιά νά οικονομήση τήν μεγάλη Αδελφότητα, πού εν τώ μεταξύ είχε δημιουργηθή, οπότε καί επιδόθηκε στήν μετάφραση τών νηπτικών αυτών κειμένων.

Στήν αρχή προσπάθησε νά διορθώση τά ήδη μεταφρασμένα κείμενα στήν σλαβονική γλώσσα, χρησιμοποιώντας τά πρωτότυπα ελληνικά κείμενα. Επειδή καί τό έργο αυτό ήταν δύσκολο, διότι δέν είχαν μεταφρασθή καλά, άρχισε νά τά μεταφράζη από τήν αρχή. Ο όσιος Παΐσιος μετέφραζε τά κείμενα από τήν ελληνική στήν Ρωσοσλαβονική γλώσσα, αυτή πού είχε επικρατήσει τόν 17ο αιώνα στά βιβλία πού είχαν εκδοθή στήν Ρωσία.

Ο ίδιος ομολογεί: «Τό έργο αυτό ήταν υπεράνω τών δυνάμεών μου». Ο βιογράφος καί μαθητής του Μητροφάνης λέγει ότι ο όσιος Παΐσιος μετέφρασε από τήν «ελληνογραικική» γλώσσα στήν δική μας τήν «σλαβονική» καί από αυτήν οι «βλαχόφωνοι αδελφοί μετέφραζαν στή γλώσσα τους». Όλη τήν ημέρα ησχολείτο μέ τά ζητήματα πού απασχολούσαν τήν Μονή καί τήν νύκτα μετέφραζε «υπερβάλλοντας σέ εργασία τά όρια τής φύσης», ακόμη καί ενώ πονούσε όλο τό σώμα του, καί «ήταν ανάπηρος, υποφέροντας πολύ από πληγές».

Ο βιογράφος του μάς δίνει καί τήν πληροφορία πώς έγραφε τήν νύχτα ο όσιος Παΐσιος: «Στό κρεβάτι πού αναπαυόταν ήταν περιτριγυρισμένος από βιβλία: πόσα λεξικά, Βίβλος ελληνική, βίβλος σλαβονική, Γραμματική ελληνική καί σλαβονική, τό βιβλίο πού μετέφραζε, στή μέση δέ ένα αναμμένο κερί. Καθισμένος σάν ένα μικρό παιδί καί σκύβοντας, είτε ξαπλωμένος, έγραφε όλη τή νύχτα, ξεχνώντας καί αρρώστια καί κόπο, μή μπορώντας νά δώσει απάντηση ούτε καί νά ακούσει άν τού μιλούσαν ή συνέβαινε κάτι έξω από τό κελλί του».

Έκανε τίς μεταφράσεις τών νηπτικών αυτών βιβλίων, αυτών πού είναι εντεταγμένα μέσα στό βιβλίο Φιλοκαλία τών ιερών νηπτικών μέ πολύ ζήλο, γιατί αφ” ενός μέν σέ αυτά βρήκε τήν σοφία τών Πατέρων καί τόν τρόπο μέ τόν οποίο κανείς μπορεί νά φθάση στήν ένωση καί τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, αφ” ετέρου δέ γιά νά τά δώση στούς υποτακτικούς του προκειμένου νά γίνουν τροφή σέ αυτούς πού θέλουν νά μυηθούν στήν διδασκαλία τών αγίων Πατέρων.

Έτσι, ο όσιος Παΐσιος συνετέλεσε όσον ολίγοι στήν ανανέωση τού ησυχαστικού μοναχισμού στήν Ουκρανία, τήν Μολδαβία, τήν Βλαχία (Ρουμανία), τήν Ρωσία καί σέ άλλες χώρες.

3. Πνευματικός καθοδηγός εκατοντάδων καί χιλιάδων μοναχών

Επειδή ο όσιος Παΐσιος αισθάνθηκε στήν καρδιά του τήν γλυκύτητα τής νοεράς ησυχίας καί τής προσευχής, γι’ αυτό καί χωρίς νά τό επιδιώξη προσήλκυσε κοντά του πολλούς ανθρώπους καί μοναχούς πού αναζητούσαν αυτόν τόν τρόπο τής πνευματικής ζωής.

Στό Άγιον Όρος έζησε δέκα οκτώ χρόνια (1746-1763). Στήν αρχή παρέμενε σ’ ένα μικρό καλύβι πλησίον τής Ιεράς Μονής Παντοκράτορος. «Φλεγόμενος από θείο ζήλο γιά μεγάλους άθλους, απόλαυσε τήν ησυχία επί δυόμισι χρόνια». Σιγά-σιγά άρχιζαν νά έρχωνται κοντά του διάφοροι μοναχοί, οπότε αναγκάσθηκαν νά αγοράσουν καί άλλη καλύβη πιό ψηλά από τήν δική τους καί στήν συνέχεια αγόρασαν τό κελλί τού Αγίου Κωνσταντίνου. Η συνοδεία αποτελείτο από ρουμανόφωνους καί σλαβόφωνους αδελφούς. Τόν καιρό εκείνο πρός χάρη τής αδελφότητας πιέσθηκε καί από σεβάσμιους Πνευματικούς Πατέρες νά δεχθή τήν ιερωσύνη γιά νά εξυπηρετήση τήν αδελφότητα.

Όταν είχαν συναχθή εκεί, κάτω από τήν πνευματική του καθοδήγηση, «είκοσι αδελφοί», μετακόμισαν στήν Σκήτη τού Προφήτου Ηλία. Οι ακολουθίες γίνονταν σέ δύο γλώσσες, τήν Σλαβονική καί τήν Ρουμανική, ως εργόχειρο είχαν τό νά κατασκευάζουν κουτάλια, τά οποία πωλούσαν, ώστε καί αυτοί νά έχουν τά απαραίτητα, αλλά καί νά φιλοξενούν αδελφούς. Γράφει ο Μητροφάνης: «Εργαζόταν δέ ο πατέρας μας στό εργόχειρο, κάνοντας διπλά από τούς αδελφούς, τήν νύκτα δέ αντέγραφε βιβλία. Όλη του η ζωή περνούσε σέ νυκτερινή αγρυπνία, μή μπορώντας νά κοιμηθεί περισσότερο από τρείς ώρες». Η φήμη του είχε εξαπλωθή σέ όλο τό Άγιον Όρος καί πολλοί έρχονταν γιά νά εξομολογηθούν, ακόμη καί ο Πατριάρχης Σεραφείμ, πού τότε διέμενε στήν Μονή Παντοκράτορος.

Γιά ένα μικρό διάστημα μέ μερικούς μοναχούς μετέβη στήν Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας, αλλά επειδή τό Μοναστήρι ήταν χρεωμένο γι’ αυτό δέν μπορούσε νά μείνη περισσότερο εκεί. Πάντως, μέ τόν τρόπο τής ζωής του «φώτισε ολόκληρο τό Άγιον Όρος» καί «όλοι οι Αγιορείτες εθαύμασαν τή λάμψη αυτού τού φωτός».

Όταν, όμως, «έγινε πολυάριθμη η αδελφότητα στόν προφήτη Ηλία καί δέν χωρούσε πιά, τότε ο Θεός τόν πήρε από εκεί καί τόν έφερε σ’ αυτή τήν ορθόδοξη χώρα, τή Μολδαβία». Τόν ακολούθησαν εξήντα έξι μοναχοί.

Ο όσιος Παΐσιος μέ τούς μοναχούς του εγκαταστάθηκε στήν Μονή Ντραγκομίρνα καί υποβλήθηκαν σέ πολλούς κόπους γιά νά τήν ανασυγκροτήσουν καί στήν οποία έβαλε τήν αγιορείτικη τάξη. Είχε ρυθμίσει τό τυπικό τού Κοινοβίου βάσει τών τυπικών καί τών συγγραφών τού Μ. Βασιλείου. «Στά κοινά διακονήματα έπρεπε νά τηρείται η σιωπή καί η ευχή στό στόμα». «Στά κελλιά έπρεπε νά γίνεται ανάγνωση τών έργων τών θεοφόρων Πατέρων μας, καί η νοερά προσευχή διά τού νοός στήν καρδιά νά τελείται εντέχνως καί ακριβώς, όπως καί η αναπνοή νά κρατιέται μέ φόβο Θεού, διότι αυτό είναι πηγή αγάπης πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον, όπως καί πηγή όλων τών αρετών». Κάθε βράδυ γινόταν εξομολόγηση λογισμών, γιατί «αυτό αποτελεί τό θεμέλιο τής σωτηρίας, τής ειρήνης, τής ησυχίας καί τής αγάπης». Στήν Μονή αυτή ησκούντο πάνω από διακόσιοι μοναχοί.

Τούς παιδαγωγούσε ως πατέρας καί ως διδάσκαλος τής νοεράς προσευχής. Τούς δίδασκε ανελλιπώς, κατά τίς νηστείες, αλλά καί άλλες ημέρες. «Καθημερινώς, εκτός Κυριακής καί εορτών, συνάγονταν οι αδελφοί τό βράδυ στήν τράπεζα, άναβαν τά κεριά, καί ερχόταν ο μακαριστός πατέρας μας, καθόταν στή συνηθισμένη θέση του, άνοιγε ένα πατερικό βιβλίο, είτε τού αγίου Βασιλείου τού Μεγάλου τό Νηστευτικόν, είτε τού Ιωάννου τής Κλίμακος, είτε τού αγίου Δωροθέου, ή τού αγίου Θεοδώρου τού Στουδίτου». Στήν συνέχεια ερμήνευε τά χωρία πού διάβαζε μέσα από τήν δική του πνευματική πείρα.

Στήν Ιερά Μονή Ντραγκομίρνα παρέμειναν δώδεκα χρόνια (1763-1775), όπου καί λόγω τού επισυμβάντος Ρωσοτουρκικού πολέμου, εξυπηρέτησαν καί διακόνησαν μεγάλο πλήθος ανθρώπων πού συγκεντρώθηκαν στό Μοναστήρι. Στό τυπικό τής Μονής πού εκπόνησε ο όσιος Παΐσιος τό 1763 «προέβλεπε ότι ο ηγούμενος τής μονής έπρεπε νά γνωρίζει τρείς γλώσσες, τήν ελληνική, τή σλαβική καί τή ρουμανική».

Όμως, όταν εγκαταστάθηκαν στό Μοναστήρι οι Γερμανοί (οι Αυστριακοί) καί ο όσιος κατάλαβε ότι δέν μπορούσε «νά ζήσει κάτω από τούς παπικούς» μετακινήθηκαν μέ μεγάλη θλίψη καί πόνο σέ άλλη Μονή σταδιακά, δηλαδή στήν Μονή τού Σέκου.

Ο Μητροφάνης γράφει γιά τήν μετακίνηση τής αδελφότητος από τήν Μονή τής Ντραγκομίρνα: «Διωχθήκαμε από τούς Γερμανούς καί μόνοι μας απομακρυνθήκαμε από τό μοναστήρι τής Ντραγκομίρνα, γιά νά μήν πάθουμε τίποτε στήν ορθόδοξη πίστη μας από τούς αρχιαιρετικούς καί τίς κοσμικές τους αρχές, όπως πραγματικά υπέφεραν από τούς αιρετικούς τά μοναστήρια καί οι κοσμικές καί οι πνευματικές αρχές πού έμειναν εκεί». Καί αναλογιζόμενος τήν ζωή πού έζησαν σέ αυτό τό Μοναστήρι γράφει: «Ώ Ντραγκομίρνα, Ντραγκομίρνα, γλυκύτητα καί παρηγοριά τών ψυχών μας, θυμάμαι τή ζωή μας σέ σένα. Καλύτερα, όμως νά σιωπήσω γιά νά μήν γεμίσουν πίκρα οι καρδιές μας πού σέ έχασαν… Εσύ ήσουν γιά εμάς σάν παράδεισος ηδύτητας, εσύ ήσουν γιά εμάς σάν κήπος πού γρήγορα ριζώνει κοντά σέ νερά καί τά άνθη του αναδίδουν διάφορες ευωδίες καί καρπούς».

Έτσι, από τήν Ντραγκομίρνα μετακινήθηκαν τό 1775 στήν Μονή τού Σέκου, όπου κουράσθηκαν υπερβολικά γιά νά κατασκευάσουν κελλιά ώστε νά εγκατασταθή όλη η αδελφότητα. Τό μέρος ήταν ήσυχο καί ερημικό. Η κατάσταση τής αδελφότητας, μετά από πολλούς αγώνες τριών ετών, έφθασε στό επίπεδο τής προηγούμενης Μονής καί αυτό χαροποιούσε τόν όσιο Παΐσιο καί δόξαζε τόν Θεό. Αλλά ο Πρίγκιπας Κωνσταντίνος Μουρούζης προέτρεψε καί πίεσε τόν όσιο Παΐσιο νά εγκατασταθή στήν Μονή Νεάμτς. Ο όσιος δέν επιθυμούσε μιά τέτοια μετακίνηση ύστερα από τόσες ταλαιπωρίες, αλλά τελικά υπέκυψε από υπακοή στήν επιθυμία τού Πρίγκιπα.

Τό έτος 1779 ένα τμήμα τής αδελφότητος μετακινήθηκε στήν Ιερά Μονή Νεάμτς. Νέοι αγώνες τόν περίμεναν εκεί γιά τήν ανασυγκρότηση τής Ιεράς Μονής, πράγμα πού δυσκόλευσε καί στενοχώρησε τόν όσιο Παΐσιο.

Στήν Μονή αυτή ο όσιος Παΐσιος κατασκεύασε Νοσοκομείο καί Ξενώνα γιά τούς γέροντες, τούς χωλούς καί τυφλούς πού έρχονταν καί τόν παρακαλούσαν νά τούς δεχθή καί νά τούς ελεήση. Εδώ ο αριθμός τών μοναχών, μαζί μέ αυτούς πού ήταν στίς Σκήτες, έφθασε στούς τριακόσιους. Πάντως, πρός τό τέλος τής ζωής τού οσίου Παϊσίου στήν Μονή Νεάμτς είχαν συγκεντρωθή κοντά του περίπου 700 μοναχοί. Στήν βιογραφία τού οσίου Νικοδήμου τού αγιορείτου, όπως θά δούμε πιό κάτω, γράφεται ότι οι μοναχοί πού ήταν κάτω από τήν πνευματική καθοδήγηση τού οσίου Παϊσίου υπερέβαιναν τόν αριθμό τών χιλίων. Πληροφορίες αναφέρουν ότι στήν Μονή Νεάμτς «ζούσαν μοναχοί δέκα συνολικώς εθνοτήτων, δηλαδή Μολδαβοί, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ούγγροι, Έλληνες, Εβραίοι, Αρμένιοι, Τούρκοι, Ρώσοι καί Ουκρανοί». Στήν Μονή αυτή κοιμήθηκε ο Όσιος τό 1794.

Ο όσιος Παΐσιος βρήκε τόν δρόμο τού ησυχασμού καί τής νοεράς προσευχής, οπότε η καρδιά του γέμισε από τήν Χάρη τού Θεού, καί στήν συνέχεια ξεχύλισε αυτή η ζωή στήν διδασκαλία πρός τούς μοναχούς πού έτρεχαν από παντού γιά νά ακούσουν τήν θεία σοφία πού έβγαινε από τό στόμα του, κυρίως, όμως από τήν καρδιά του.

4. Η βίωση τού ησυχαστικού μοναχισμού.

Η ανάγνωση καί η μετάφραση τών νηπτικών ησυχαστικών βιβλίων ανταποκρινόταν στήν αναζήτηση τού οσίου Παϊσίου από τήν μικρή του ηλικία, αλλά συγχρόνως, άναβε ακόμη περισσότερο τόν πόθο του γιά τήν ησυχαστική- νηπτική ζωή.

Ο βιογράφος καί μαθητής του Ιερομόναχος Μητροφάνης στό κείμενό του παρουσιάζει τήν πνευματικότητα τού οσίου Παϊσίου. Θά παραθέσω μερικές ενδεικτικές φράσεις του πού δείχνουν αυτήν τήν πραγματικότητα.

Από τήν νεότητά του ο όσιος Παΐσιος «υπήρξε σκεύος εκλογής τού Θεού καί τέλειος τηρητής τών εντολών του. Γι’ αυτό καί ο λόγος του υπήρξε δυνατός καί τέλειος, πλήρης Χάριτος, διεισδυτικός μέσα στήν ψυχή, τέτοιος πού νά ξεχωρίζει τό κακό από τό αγαθό, τό οποίο ξεριζώνει τά πάθη καί καλλιεργεί τίς αρετές στίς ψυχές αυτών πού μέ πίστη ακούουν». «Η χάρη τού παναγίου Πνεύματος κατοίκησε μέσα του από τήν κοιλιά ακόμη τής μητέρας του» καί αυτή η Χάρη αυξήθηκε αργότερα μέ τήν τήρηση τών εντολών τού Θεού.

Από μικρό παιδί ήταν σοφός. «Μολονότι δέ ήταν μικρό παιδί στήν ηλικία, ήταν γέρος στόν νού καί τή σοφία. Υποτάσσοντας τήν οργή καί τήν επιθυμία στή λογική, αποξένωσε τίς αισθήσεις του από όλα τά ωραία καί ηδονικά τού κόσμου τούτου καί τά θεωρούσε όλα σάν σήψη». «Κλείστηκε στό σπίτι του καί ζούσε στήν ησυχία, ωσάν νά ήταν στήν έρημο τού Σινά». Τόν έφλεξε από τήν μικρή του ηλικία «ζήλος ανείπωτος» νά αγαπήση τόν Κύριο καί νά εγκαταλείψη όλα τά τού κόσμου «ακόμη καί τή μητέρα του».

Ο όσιος Παΐσιος αγάπησε τήν νοερά ησυχία καί τήν νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας καί επιδόθηκε μέ ζήλο στήν απόκτηση αυτής τής μεθόδου, διά τής οποίας ο άνθρωπος αποκτά τήν ενότητά του μέ τόν Θεό.

Τά φυσικά χαρίσματα πού είχε, αλλά καί οι καρποί τής ησυχίας καί τής προσευχής ήταν ευδιάκριτα. «Τήν οξύνοια καί τή μνήμη του, πού τή στερέωσε η Χάρη, κανείς δέν μπορεί νά τήν περιγράψει. Ήταν ταχύς στήν κατανόηση τών υψηλοτέρων δογματικών θεμάτων καί, άν τά διάβαζε μία φορά, τά αποθησαύριζε στή μνήμη του γιά πάντα». «Πράγματι ο θαυμαστός αυτός άνδρας, ο μακαριστός πατέρας μας, εξομοιώθηκε σέ όλα μέ τούς αρχαίους άγιους Πατέρες».

Ομοίαζε μέ τούς αρχαίους ερημίτες. «Άν τόν συγκρίνουμε μέ τούς αγίους ερημίτες, οι οποίοι ασκούνταν στήν κατ” ιδίαν ησυχία, τότε δέν θά εκπλαγούμε γιά τό πόσο ευφραινόταν μέ τήν προσευχή καί τήν ένωση μέ τόν Θεό». «Ο νούς του ήταν πάντοτε γαλήνιος» καί «φλεγόμενος από τήν αγάπη καί τήν ένωση μέ τόν Θεό», δέν άκουγε τίποτε ό,τι κι άν συνέβαινε έξω από τό κελλί του. Αγρυπνούσε στό κελλί του μέ νοερά προσευχή καί νήψη. «Όπως οι άγιοι ερημίτες όλη τή νύχτα παρέμεναν άγρυπνοι νήφοντας, έτσι καί αυτός σ’ όλη του τή ζωή τή νύχτα αγρυπνούσε νήφοντας, μή υπολειπόμενος κατά τίποτε στήν άθληση από τούς θεοφόρους Πατέρες».

Ακόμη ομοίαζε μέ «τούς αρχαίους αγίους κοινοβιάτες Πατέρες» σέ πολλά σημεία. Μέσα του κατοικούσε τό Άγιον Πνεύμα καί από τά χείλη του «έρρεε η μελίρρυτη πηγή τών θείων διδαγμάτων, πού απάλυνε καί θεράπευε τίς ψυχές καί εξάλειφε τά πάθη. Υπήρχε σ’ αυτόν θείος νούς, μέ τόν οποίο κατανοούσε σωστά τούς κανόνες τών αγίων Οικουμενικών Συνόδων καί τίς παραδόσεις τής Εκκλησίας…».

Ήταν «ακλόνητος στήν πίστη καί τήν ελπίδα στήν πρόνοια τού Θεού», είχε «φόβο Θεού μέ τόν οποίο τηρούσε τίς εντολές τού Θεού ως κόρη οφθαλμού», «μέσα του υπήρχε φλογερή αγάπη» πρός τόν Χριστό καί «γεμάτος φλόγα, ξεχύθηκε αδιακρίτως πρός τούς πάντες, αγαπώντας, εμψυχώνοντας, διδάσκοντας τούς πάντες, συμπάσχοντας μέ όλους, ασπαζόμενος μέ τήν ψυχή του τά πνευματικά του τέκνα, αλλά καί κάθε άνθρωπο πού ερχόταν πρός αυτόν». «Είχε ειρήνη πάντοτε μέ όλους, ποτέ δέν εχθρεύθηκε καί δέν πίκρανε κανέναν», ήταν σέ μεγάλο βαθμό ταπεινός, εγκρατής. «Ενώ η ακακία καί η απλότητα μέσα του ήταν παιδική, ο νούς του ήταν θείος καί όχι παιδικός». Τό πρόσωπό του ήταν «αγγελόμορφο».

Ο Μητροφάνης, πού έζησε τόν όσιο Παΐσιο από κοντά, περιγράφει καί τήν όλη παρουσία του, αφού καί αυτό τό σώμα του είχε μεταμορφωθή από τήν Χάρη τού Θεού πού κατοικούσε μέσα του.

«Τό πρόσωπό του ήταν φωτεινό όπως ενός αγγέλου τού Θεού, τό βλέμμα του ήρεμο, ο λόγος του ταπεινός καί ξένος πρός τήν προπέτεια, χαιρετούσε όλους μέ αγάπη, απαντούσε μέ προσήνεια• ήταν γεμάτος καλοσύνη, ήταν πρόθυμος στήν ελεημοσύνη, έφερνε όλους κοντά του σάν τόν μαγνήτη πού από τή φύση του τραβάει τό σίδερο. Είχε βάθος ταπεινοφροσύνης καί πραότητας, μακροθυμία σέ όλα. Ο μέγας αυτός άνθρωπος ήταν ολόκληρος ένθεος καί έμπλεως χάριτος. Ο νούς του ήταν πάντοτε ενωμένος μέ τόν Θεό καί μάρτυρας αυτού ήταν τά δάκρυα. Όταν μιλούσε περί Θεολογίας, τότε η καρδιά του παλλόταν από αγάπη, τό πρόσωπό του έλαμπε από χαρά, τά μάτια του δάκρυζαν, επιβεβαιώνοντας τήν αλήθεια. Όταν στεκόμασταν μπροστά του, τά μάτια μας δέν κουράζονταν νά τόν θεωρούν αλλά ήθελαν αχόρταγα νά τόν βλέπουν, η ακοή μας από τήν ομιλία του ούτε κουραζόταν, ούτε καί ένιωθε ανία, διότι από τή χαρά στήν καρδιά μας, όπως τό είπα, ξεχνιόμασταν εντελώς».

Ο βιογράφος του περιγράφει καί μερικά θαυμαστά γεγονότα πού έζησε βλέποντας τόν όσιο Παΐσιο.

Μιά φορά μπήκε μέσα στό κελλί του, τού μίλησε, αλλά εκείνος ήταν εξαπλωμένος καί ακίνητος, δέν άκουσε. Καί τότε, όπως διηγείται ο Μητροφάνης, «εγώ παραμένοντας όρθιος τόν κοίταξα καί είδα τό πρόσωπό του σάν νά ήταν πυρωμένο». Επειδή, όμως, αυτός από τήν φύση του «ήταν λευκός καί χλωμός στό πρόσωπο, κατάλαβα ότι η φλόγα τής καρδιάς του, από τήν αγάπη τής προσευχής, διαπέρασε καί τό πρόσωπό του».

Κάποια άλλη φορά είδε τό πρόσωπό του νά λάμπη. «Ο ίδιος δέ από τήν πνευματική χαρά μιλούσε χαμογελώντας μέ ανείπωτη αγάπη, βγάζοντας από μέσα του λόγους πνευματικούς, ήταν δέ σάν νά ενστάλαζε στίς ψυχές μας χαρά».

Ο όσιος Παΐσιος είχε «καί τό χάρισμα τής προοράσεως καί ό,τι προέβλεψε συνέβη», αλλά καί, ενώ βρισκόταν στό κελλί του, γνώριζε τίς διαθέσεις όλων τών αδελφών τής Μονής. Δέν τού έλειπαν δέ καί τά θαύματα. «Ο δέ μακαριστός πατέρας μας έκανε πολλά θαύματα, αλλά, επειδή γι’ αυτό τό θέμα ούτε νά ακούσει δέν ήθελε καί όλα τά απέδιδε στήν τιμιότατη Θεοτόκο, γι’ αυτό κι εγώ θά σταματήσω ώστε νά μήν τού εναντιωθώ, μολονότι γνωρίζω γιά πολλά θαύματα καί πρίν από τόν θάνατό του καί μετά από αυτόν».

Μιά τέτοια προσωπικότητα πού διέθετε πολλά πνευματικά χαρίσματα, τήν ησυχία καί τήν νοερά προσευχή, αλλά καί διδασκαλία, συγκέντρωνε πολλούς μοναχούς κοντά του καί μέ αυτόν τόν τρόπο ανακαίνισε τόν μοναχισμό τής εποχής του, μεταφέροντας σέ αυτόν τήν νηπτική παράδοση τών Πατέρων τής Εκκλησίας.

Οι περισσότεροι μοναχοί στήν εποχή του, εκτός από τίς φωτεινές εξαιρέσεις πού καί ο ίδιος γνώρισε στά σπήλαια τής Λαύρας τού Κιέβου καί αλλού, είχαν αλλοιωθή τόσο, ώστε διατηρούσαν μόνον τήν εξωτερική μορφή τού μοναχισμού. «Δέν γνώριζαν τί είναι μοναχισμός καί τί είναι τό μυστήριο τής υπακοής καί πόση ωφέλεια πρσφέρει στόν υποτακτικό πού προσέρχεται μέ επίγνωση, τί δέ είναι η εργασία, η θέα καί η νοερά προσευχή, αυτή πού τελείται στόν νού διά τής καρδιάς. Ο ίδιος αυτά τά διδάχθηκε από τόν Θεό καί από τήν διδασκαλία τών αγίων Πατέρων, μέσα από τή μελέτη καί τή μετάφραση τών έργων τους».

5. Τό οσιακό τέλος του

Τό τέλος ενός τέτοιου αγίου ήταν αντάξιο τής ζωής του. Σέ όλη του τήν ζωή ζούσε μέ ησυχία καί νοερά προσευχή, καί έτσι έπρεπε νά τελειώση τόν βίο του καί νά περάση στήν αιωνιότητα.

Κατά τήν μαρτυρία τού βιογράφου του Μητροφάνη «πολλές ημέρες νωρίτερα έλαβε ειδοποίηση από τόν Κύριο περί τού θανάτου του, διότι σταμάτησε πιά τή μετάφραση τών πατερικών έργων». Τόν επισκέφθηκε στό κελλί του καί τόν είδε «εξαιρετικά χαρούμενο». Τού έθεσε «τέσσερα δύσκολα θεολογικά ερωτήματα» καί εκείνος τού έδωσε καλές εξηγήσεις. Όταν αποχώρησε από τό κελλί του, τότε ο αδελφός πού τόν υπηρετούσε «κλείδωσε τήν πόρτα καί δέν επέτρεψε σέ κανέναν νά μπεί μέσα. Τήν επομένη ημέρα αρρώστησε. Τότε δέν επέτρεψε σέ κανέναν νά κτυπήσει τήν πόρτα, γιά νά μήν επιδεινωθεί η κατάστασή του».

Υπέφερε τρείς ημέρες καί τήν Κυριακή πού αισθάνθηκε καλύτερα πήγε στήν θεία Λειτουργία. Πολύ δύσκολα επέστρεψε στό κελλί του. «Από τότε η αρρώστια του επιδεινώθηκε καί σέ κανέναν δέν επέτρεπαν νά τόν επεσκεφθεί, επιθυμώντας νά τελειώσει ο μακαριστός μέσα σέ ησυχία».

«Όταν έφθανε τό τέλος κοινώνησε τών αχράντων μυστηρίων, καί αφού κάλεσε δύο πνευματικούς, διά τών οποίων μετέφερε σ’ όλους τούς αδελφούς ευλογία καί ειρήνη, αποδήμησε σάν νά κοιμήθηκε καί παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τού Θεού, αφήνοντας τήν αδελφότητα, σύμφωνα μέ τήν κρίση τής κοινής σύναξης, νά εκλέξει Γέροντα καί ποιμένα».

Όταν έγινε γνωστή η εκδημία τού οσίου Παϊσίου «συνάχθηκε πλήθος μοναχών καί εγγάμων ιερέων καί απλών ανθρώπων, καί έγινε κοινός θρήνος όλων, καί ημών καί εκείνων, τόν ενταφιάσαμε δέ μέ τιμές μέσα στόν ναό».

Εκοιμήθη τήν 15η Νοεμβρίου τού έτους 1794. Οσιακή ζωή, οσιακή καί η κοίμηση. Ζωή ησυχαστική, κοίμηση καί εκδημία πρός τόν Κύριο ησυχαστική.

6. Η φιλοκαλική κίνηση στόν ορθόδοξο χώρο

Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, χωρίς νά τό επιδιώξη, συνδέθηκε μέ ένα γεγονός μεγάλης σημασίας πού παρατηρήθηκε τόν 18ο αιώνα στόν ορθόδοξο χώρο καί αυτό λέγεται φιλοκαλική αναγέννηση πού έπαιξε σημαντικό ρόλο στήν αναβίωση τής Ορθοδόξου Παραδόσεως καί ανέδειξε νέους αγίους Πατέρες καί Νεομάρτυρες.

Είναι γνωστόν ότι στήν Ευρώπη τόν 18ο αιώνα αναπτύχθηκε ένα ιδεολογικό ρεύμα πού ονομάσθηκε Διαφωτισμός, ο οποίος αποδεσμεύθηκε από τό κομοσμοείδωλο τού δυτικού Χριστιανισμού καί στηρίχθηκε στούς αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους καί συγγραφείς. Τέτοιες διαφωτιστικές ιδέες, έστω καί μέ μετριότερη μορφή μετέφεραν στήν Ελλάδα οι Έλληνες διαφωτιστές, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, ο οποίος ενδιαφερόταν γιά τήν έκδοση τών έργων τών αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων καί συγγραφέων.

Αυτήν τήν περίοδο στόν ελληνικό χώρο εμφανίσθηκαν οι λεγόμενοι Κολλυβάδες ή Φιλοκαλικοί Πατέρες, όπως ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο όσιος Αθανάσιος Πάριος κ. ά., οι οποίοι κινήθηκαν σέ αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν πού εκινούντο οι Διαφωτιστές, δηλαδή αναζητούσαν καί δημοσίευαν κείμενα τών Πατέρων τής Εκκλησίας καί κυρίως κείμενα πού αναφέρονταν στήν ορθόδοξη ησυχία, η οποία είναι η μόνη μέθοδος Θεογνωσίας.

Ο άγιος Μακάριος, πρώην Κορίνθου, Νοταράς (1731-1805) εργάσθηκε πολύ γιά τήν εύρεση καί συγκρότηση τών συγγραμμάτων τών νηπτικών Πατέρων τής Εκκλησίας καί έδωσε σέ αυτά τόν τίτλο Φιλοκαλία τών ιερών νηπτικών. Ο όσιος Παΐσιος αναφέρεται σέ αυτόν τόν μεγάλο ησυχαστή Επίσκοπο πού πήγε στό Άγιον Όρος γιά τήν ανεύρεση καί συλλογή αυτών τών νηπτικών κειμένων. Κάνει εντύπωση πού μεταξύ τών άλλων ο όσιος Παΐσιος γράφει: «Όταν ήρθε στό Άγιον Όρος». Γνωρίζουμε, όμως, ότι ο άγιος Μακάριος ήταν στό Άγιον Όρος τό 1775, ενώ ο όσιος Παΐσιος είχε φύγει από τό Άγιον Όρος τό 1763. Έτσι, αυτό τό «ήρθε» τού οσίου Παϊσίου δείχνει ότι αισθανόταν καί ενεργούσε ως αγιορείτης, καίτοι εκείνο τόν καιρό ζούσε στήν Μολδαβία.

Πάντως, ο όσιος Παΐσιος αναφέρεται μέ πολύ ωραία λόγια γιά τόν άγιο Μακάριο, Επίσκοπο πρώην Κορίνθου, αφού είχαν τήν ίδια επιθυμία καί τήν ίδια αναζήτηση. Γράφει:

«Ο Πανιερώτατος κύρ Μακάριος, πρώην Μητροπολίτης Κορίνθου, από τή νεανική του ακόμη ηλικία, Θεού συνεργούντος, είχε τόση απερίγραπτη αγάπη γιά τά πατερικά συγγράμματα, τά αναφερόμενα στή νήψη, καί τήν προσοχή τού νοός, τήν ησυχία καί τή νοερά προσευχή, ήτοι τή διά τού νοός τελουμένη στήν καρδιά τών εργαζόμενων αυτήν, ώστε όλη του τή ζωή νά τήν αφιερώσει στήν αναζήτησή τους καί μέ τό φίλεργο χέρι του, ως εμπειρότατος στή θύραθεν παιδεία καί χωρίς φειδώ σέ έξοδα, παράγγειλε τήν αντιγραφή τους».

Στήν συνέχεια αφηγείται πώς ο Επίσκοπος Μακάριος ερεύνησε όλες τίς Βιβλιοθήκες τών Ιερών Μονών τού Αγίου Όρους, πώς ανακάλυψε αυτόν τόν «ανεκτίμητο θησαυρό» στήν Μονή Βατοπεδίου, «δηλαδή βιβλίο περί ενώσεως τού νοός μετά τού Θεού, συλλογή από όλους τούς αγίους, πού είχε γίνει σέ αρχαίους χρόνους από μεγάλους ζηλωτές», όπως καί άλλα συγγράμματα πού ήταν άγνωστα μέχρι τότε. Ο Επίσκοπος Μακάριος τά αντέγραψε, μέ τήν βοήθεια εμπείρων αντιγραφέων, τά διάβασε μέ επιμέλεια από τό πρωτότυπο καί τά διόρθωσε εγκύρως. Έγραψε δέ καί σύντομη βιογραφία τών αγίων πού τά συνέταξαν. «Τότε ανεχώρησε από τό Άγιον Όρος μέ ανείπωτη χαρά, σάν νά είχε βρεί στή γή ουράνιο θησαυρό καί, αφού ήρθε στήν ένδοξη μικρασιατική πόλη Σμύρνη, τά απέστειλε στήν Βενετία μέ πολλά χρήματα, τά οποία συνέλεξε από ελεημοσύνες Χριστιανών», γιά τήν έκδοσή τους. Ο όσιος Παΐσιος επαινεί τόν άγιο Μακάριο γιά τό σημαντικό αυτό έργο πού επιτέλεσε, διότι κατάλαβε τήν αξία αυτών τών συγγραμμάτων «καί σχεδόν ολόκληρη τή ζωή του τήν εξάντλησε στήν εντατική αναζήτηση αυτών τών συγγραμμάτων παντού, προπάντων όμως στό Άγιον Όρος Άθω». Μάλιστα αυτά τά συγγράμματα, όπως γράφει, είναι γιά τούς αθλητές τού μοναχικού βίου στόν αγώνα μέ τά αόρατα πνεύματα «πιό απαραίτητα καί από τήν ίδια τήν αναπνοή».

Καί ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809) βοήθησε στήν έκδοση τής Φιλοκαλίας ύστερα από παρότρυνση τού αγίου Μακαρίου, πρώην Κορίνθου όταν επισκέφθηκε τό 1777 τό Άγιο Όρος καί τόν συνάντησε. Ο ιερομόναχος Ευθύμιος, ο παραδελφός τού αγίου Νικοδήμου τού Αγιορείτου, αναφέρεται στήν περίπτωση αυτή:

«Εις δέ τού 1777 ήλθεν ο άγιος Κορίνθου Μακάριος καί μετά τήν προσκύνησιν τών ιερών Μαναστηρίων ήλθεν εις ταίς Καραίς καί εφιλοξενήθη εις τόν «Άγιον Αντώνιον» από ένα συντοπίτην του Γερο-Δαβίδ. Καί όντας αυτού έκραξε καί τόν Νικόδημον καί τόν επαρακάλεσεν νά θεωρήση τήν «Φιλοκαλίαν». Καί μέ τούτον τόν τρόπον άρχισεν ο ευλογημένος-μα τί άρχισεν; απορώ, δέν ηξεύρω τί νά ειπώ• νά ειπώ πνευματικούς αγώνας ή υπερβολικούς κόπους τού νοός καί τής σαρκός του; όχι μόνον αυτά είναι, οπού είπα, αλλά καί άλλα, οπού δέν φθάνει ο νούς μου νά τά στοχασθή-άρχισε λέγω από τήν «Φιλοκαλίαν». Καί αυτού βλέπομεν τό ωραιότατον Προοίμιον, τούς εν συνόψει μελισταγείς βίους τών θεσπεσίων Πατέρων».

Ο αυθεντικός, όμως, αυτός βιογράφος τού αγίου Νικοδήμου τού Αγιορείτου μάς δίνει καί τήν σημαντική μαρτυρία, ότι ο άγιος Νικόδημος είχεν ακούσει γιά τόν όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι καί θέλησε νά τόν επισκεφθή.

«Καί εκεί όντας (στήν Μονή Διονυσίου) ήκουσε τήν καλήν φήμην τού κοινοβιάρχου Παϊσίου Ρώσου, όπου ήτον εις τήν Μπογδανίαν (Μολδαβία) καί είχε υπέρ τούς χιλίους αδελφούς εις τήν επίσκεψίν του, καί ότι εδίδασκεν τήν νοεράν προσευχήν. Καί αγαπώντας καί αυτός αυτήν τήν θείαν εργασίαν εμβήκεν εις καράβιον, διά νά υπάγη εις αναζήτησιν τής φιλουμένης του θείας προσευχής. Καί αρμενίζοντας έξω από τόν Άθωνα τούς ηύρε φουρτούνα καί εκινδύνευσαν έως νά φθάσουν τόν λιμένα τής Παναγίας εις τήν Θάσον. Καί εκεί ευγαίνοντας άλλαξε τούς σκοπούς του από τήν φουρτούναν κατά τό φαινόμενον, τή δέ αληθεία νεύσις Θεού τόν εγύρισε, διά νά επιχειρισθή τό μέγα τούτο καλόν εις τήν Εκκλησίαν τού Χριστού». Προφανώς κάνει λόγο γιά τήν επιμέλεια εκδόσεως διαφόρων Πατερικών κειμένων.

Εδώ προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση η επικοινωνία μεταξύ αυτών τών τριών μεγάλων μορφών τής εποχής εκείνης, ήτοι τού οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, τού αγίου Μακαρίου, επισκόπου πρώην Κορίνθου, καί τού αγίου Νικοδήμου τού Αγιορείτου. Αγαπούσαν καί οι τρείς τήν ησυχαστική παράδοση καί ζωή, τήν θεωρούσαν ως τήν ουσία τής ορθόδοξης εκκλησιαστικής ζωής, αγωνίσθηκαν γιά νά εντοπίσουν καί νά ανακαλύψουν τά νηπτικά συγγράμματα τών ησυχαστών Πατέρων καί έκαναν τά πάντα γιά νά τά εκδώσουν καί νά τά διαδώσουν. Κυρίως, αγάπησαν τήν νοερά ησυχία καί τήν νοερά-καρδιακή προσευχή, καί κατάλαβαν τήν αξία τους γιά τήν ένωση τού νού τού ανθρώπου μέ τόν Θεό. Καί αυτό είναι εκείνο πού τούς κατέστησε αγίους στήν συνείδηση τού λαού καί τήν ζωή τής Εκκλησίας.

Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι γράφει καί γιά τήν προσφορά τής ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στήν Ρωσική Εκκλησία:

«Μέ τήν ανέκφραστη τού Θεού φιλανθρωπία, κατά τούς εσχάτους καιρούς, η πάσης Ρωσίας Εκκλησία μας αξιώθηκε νά λάβη τήν αγία ορθόδοξη πίστη καί τό ορθόδοξο βάπτισμα από τήν Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία. Μέ τήν αγία πίστη έλαβε καί τήν Αγία Γραφή καί όλα τά ιερά βιβλία, τά εκκλησιαστικά καί τών αγίων διδασκάλων καί τά πατερικά, τά μεταφρασμένα από τά Ελληνογραικικά. Αυτά είναι οι πηγές τών σλαβικών βιβλίων, διότι αλλιώς δέν θά προέκυπταν σλάβικα βιβλία».

Έτσι, οι φιλοκαλικοί Πατέρες άγιος Μακάριος Νοταράς, άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης κ.ά. συνετέλεσαν στήν αναγέννηση τού ησυχαστικού μοναχισμού καί τής ησυχαστικής παραδόσεως, η οποία αντιστάθηκε στό ρεύμα τού Διαφωτισμού, πού επιδίωκε τήν επαναφορά τού νέου ελληνισμού στήν αρχαία Ελλάδα, περιφρονώντας όλη τήν ενδιάμεση βυζαντινή-ρωμαίϊκη-πατερική περίοδο. Κατά τόν ίδιο τρόπο καί ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι αντιστάθηκε μέ θετικό τρόπο σέ όλο τό διαφωτιστικό ρεύμα πού είχε εισχωρήσει στήν Ρωσία καί τήν γύρω περιοχή, όπως, άλλωστε καί ο ίδιος τό είχε συναντήσει στήν Εκκλησιαστική Σχολή τού Κιέβου, ως ιεροσπουδαστής.

Ο Ομότιμος Καθηγητής Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος στήν μελέτη του μέ τίτλο «Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκι καί η ασκητικοφιλολογική Σχολή του», ύστερα από έρευνα τών πηγών, μάς δίνει σημαντικές πληροφορίες γιά τήν έκδοση τής «Φιλοκαλίας» στήν ελληνική γλώσσα καί τήν μετάφρασή της στήν σλαβονική καί, βεβαίως, συσχετίζει τίς παράλληλες προσπάθειες τού οσίου Παϊσίου καί τού αγίου Μακαρίου Νοταρά Επισκόπου Κορίνθου.

Ήδη ο όσιος Παΐσιος γιά νά καλύψη τήν απουσία πνευματικού οδηγού καί προκειμένου νά καθοδηγήση τήν αδελφότητά του ενδιαφέρθηκε γιά τήν εύρεση, μελέτη καί μετάφραση νηπτικών κειμένων τών ησυχαστών Πατέρων. Έχει εντοπισθή προηγούμενως αυτή η προσπάθειά του.

Όταν είχε αναχωρήσει από τό Άγιον Όρος καί βρισκόταν στήν Μολδαβία πληροφορήθηκε τήν παράλληλη κίνηση τού αγίου Μακαρίου Νοταρά γιά τήν εύρεση καί συγκέντρωση τών κειμένων τών νηπτικών Πατέρων. Οι πληροφορίες μεταφέρονται σέ αυτόν από τόν μαθητή του μοναχό Γρηγόριο, ο οποίος βρισκόταν πλησίον τού αγίου Μακαρίου. Όταν η ελληνική έκδοση τής Φιλοκαλίας εξεδόθη τό 1782, τότε ο όσιος Παΐσιος έλαβε αντίτυπο αυτής τής εκδόσεως καί τότε τόσο ο ίδιος όσο καί οι μοναχοί του αναθεώρησαν τήν μετάφραση πολλών κειμένων τους. Αφού ολοκληρώθηκε η μετάφραση τών πατερικών κειμένων, στήν συνέχεια τυπώθηκε η σλαβονική Φιλοκαλία στό Συνοδικό Τυπογραφείο τής Μόσχας τό 1793, ήτοι ένδεκα χρόνια μετά τήν έκδοση τής ελληνικής Φιλοκαλίας. Όμως, η σλαβονική Φιλοκαλία περιλάμβανε τά συγγράμματα 24 επί συνόλου 36 συγγραφέων τής ελληνικής εκδόσεως. Αργότερα η σλαβονική Φιλοκαλία μεταφράσθηκε στήν ρουμανική καί τήν ρωσική γλώσσα.

Ο ίδιος Καθηγητής σέ ιδιαίτερο κεφάλαιο μέ τίτλο «Η Μονή Όπτινα κληρονόμος τού πνεύματος τής Σχολής τού Παϊσίου Βελιτσκόφσι» καταγράφει τό πώς οι Ρώσοι μοναχοί, μαθητές τού οσίου Παϊσίου, τό 1779, μετά τήν Συνθήκη τού Κιουτσούκ Καναϊρτζί καί αργότερα μετά τήν κοίμηση τού οσίου Παϊσίου, επαναπατρίσθηκαν στήν Ρωσία καί μετέφεραν τό ησυχαστικό πνεύμα τού οσίου Παϊσίου. Μετέφεραν καί τήν προφορική παράδοση, αλλά καί χειρόγραφα μεταφράσεων ασκητικών έργων πού είχαν γίνει από τήν Σχολή τής Ιεράς Μονής Νεάμτς. Οι μαθητές αυτοί τού οσίου Παϊσίου κατέλαβαν διάφορες θέσεις στά Ρωσικά Μοναστήρια, έγιναν Ηγούμενοι καί Πνευματικοί Πατέρες καί αυτό βοήθησε στήν ανάπτυξη τού ησυχαστικού μοναχισμού.

Έχει υπολογισθή ότι 103 Μονές τής Ρωσίας είχαν επηρεασθή από τό πνεύμα τού ησυχαστικού μοναχισμού, όπως τό εξέφραζε ο όσιος Παΐσιος. Όμως η Μονή Όπτινα ήταν εκείνη πού αποδείχθηκε η κατ” εξοχήν «κληρονόμος» τής μεγάλης ασκητικής παραδόσεως τής Σχολής τού Παϊσίου Βελιτσκόφσκι. Η Ιερά Μονή Όπτινα απέκτησε μεγάλη δόξα κατά τίς ημέρες τού Ιερομονάχου Μακαρίου (1788-1860). Επί τών ημερών του η Ιερά Μονή ανέλαβε τήν έκδοση ασκητικών συγγραμμάτων «τά οποία εκληροδότησεν εις τήν Ρωσίαν η σχολή τού Παϊσίου».

Η περίοδος αυτή στήν Ρωσία ήταν πολύ σημαντική γιατί μεταφέρονταν από τήν Δύση η λογικοκρατία καί η γερμανική φιλοσοφία πού επηρέασαν πολλούς διανοουμένους. Ήταν επόμενο ότι παράλληλα πρός τόν δυτικό γερμανικό διαφωτισμό αναπτυσσόταν καί η ησυχαστική παράδοση τής Εκκλησίας, όπως τήν εξέφραζε ο όσιος Παΐσιος. Έτσι αναπτύχθηκαν δύο ρεύματα στήν ρωσική κοινωνία, ήτοι τό ρεύμα τού δυτικού διαφωτισμού καί τό ρεύμα τού ησυχασμού από τούς σλαβόφιλους, όπως άλλωστε τό συναντούμε έκδηλα στό έργο τού Ντοστογιέφσκι «Αδελφοί Καραμάζοφ».

Στό μυθιστόρημα αυτό ο Ντοστογιέφσκι παρουσιάζει τά ρεύματα τά οποία επικρατούσαν στήν Ρωσία τήν εποχή του. Τά τρία παιδιά τού Θεοδώρου Καραμάζοφ, ήτοι ο Μίτια-Ντημίτρι, ο Ιβάν καί ο Αλεξέϊ-Αλιόσια εκφράζουν τά τρία ρεύματα τής ρωσικής κοινωνίας. Ο Μίτια εκπροσωπεί τήν παλιά πρωτόγονη αισθησιακή καί διονυσιακή Ρωσία. Ο Ιβάν εκπροσωπεί τήν ρωσική διανόηση, πού είχε επηρεασθή από τόν δυτικό διαφωτισμό καί ο ίδιος ήταν διανοούμενος, αγνωστικιστής καί εκπρόσωπος τών στοχαστών. Καί ο Αλιόσια εκπροσωπεί τόν διανοητικό κόσμο πού είχε επηρεασθή από τήν ορθόδοξη πνευματικότητα καί εκφράζει τόν τρόπο σκέψεως τών σλαβοφίλων. Ο δέ Στάρετς Ζωσιμάς, όπως τόν παρουσιάζει ο Ντοστογιέφσκι, εκφράζει τόν Μακάριο καί τόν Αμβρόσιο τής Μονής Όπτινα καί όλη τήν παράδοσή της.

Πάντως, οι 103 ρωσικές Μονές, ιδίως δέ η Μονή Όπτινα υπήρξαν κέντρα μελέτης τής Φιλοκαλίας καί τών πατερικών κειμένων. Μάλιστα δέ η Μονή Όπτινα επηρέασε πάρα πολύ τήν ρωσική κοινωνία καί τόν διανοητικό κόσμο, αφού εκτός από τόν λαό σύχναζαν στήν Ιερά Μονή θεολόγοι, φιλόσοφοι, λογοτέχνες, συγγραφείς, όπως ο Αλεξέϊ Χομιακώφ, ο Νικολάϊ Γκόγκολ, ο Λέον Τολστόϊ κ.ά.

Έτσι από τήν παράδοση πού δημιούργησε ο εκπληκτικός όσιος Παΐσιος επηρεάσθηκαν μοναχοί μέχρι καί τόν άγιο Σεραφείμ τού Σάρωφ, πού θεωρείται ως πνευματικός απόγονος τού οσίου Παϊσίου, καί άλλοι θεολόγοι, λογοτέχνες καί φιλόσοφοι.

Επίλογος

Η πορεία καί η ζωή τού οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι (1722-1794) είναι θαυμαστή καί εκπληκτική. Η μητέρα του ήθελε νά τόν οδηγήση στόν γάμο καί τήν ιερωσύνη, ώστε δι’ αυτού τού τρόπου νά παραμείνη στήν ιστορία τό επίθετο τής οικογενείας. Καί αυτό γιατί η μητέρα του, όπως διηγείται ο όσιος Παΐσιος, έχασε τόν ιερέα σύζυγό της καί παρέμεινε αυτός τό μοναχοπαίδι της, «η μόνη γιά τά γηρατειά φροντίδα γιά τό σπίτι καί κατά Θεόν παρηγοριά». Όμως, ο όσιος Παΐσιος ακολούθησε άλλο δρόμο καί τελικά έσωσε χιλιάδες ανθρώπους, αναδείχθηκε ένας νέος Μωϋσής στήν Μολδαβία, τήν Βλαχία, τήν Ρωσία καί όλη τήν γύρω περιοχή, οπότε παρέμεινε λαμπρό τό επίθετό του στούς αιώνες. Ακόμη δέ καί η ίδια η μητέρα του, ύστερα από τήν πρώτη θλίψη της, έγινε μοναχή καί εκοιμήθη ως μοναχή.

Ο ίδιος μετέφερε στό Άγιον Όρος τόν ζήλο του γιά τήν ησυχαστική ζωή, αλλά ωφελήθηκε από τήν ησυχαστική παράδοση πού προϋπήρχε σέ αυτό, καίτοι από πολλούς ήταν ξεχασμένη, αλλά διαφυλασσόταν καί στίς βιβλιοθήκες καί σέ μεμονωμένους ασκητές. Αυτό δείχνει ότι η πατερική διδασκαλία είναι η ίδια διά μέσου τών αιώνων, είναι ουσιαστικά η θεολογία τών Προφητών, τών Αποστόλων καί τών Πατέρων, καί δέν μπορεί νά υπερβή αυτήν τήν ορθόδοξη θεολογία, ούτε η σχολαστική θεολογία, ούτε η λεγομένη νεοπατερική-ρωσική θεολογία.

Ο Καθηγητής Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος γράφει εύστοχα στόν πρόλογο τού βιβλίου:

«Η μελέτη τής αναβίωσης τής ησυχαστικής πνευματικότητας στόν ορθόδοξο κόσμο κατά τόν 18ο αιώνα αναποφεύκτως οδηγεί στό πρόσωπο τού μεγάλου ασκητή καί κοινοβιάρχη, οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, ο οποίος επανεισήγαγε τόν σλαβικό καί ρουμανικό κόσμο στόν χώρο τής πνευματικής ζωής αυτής τής μορφής. Ο όσιος Παΐσιος υπήρξε αυτός πού συνετέλεσε στήν αναβίωση τού κοινοβιακού βίου στόν ρουμανικό μοναχισμό, μέ βάση τό αγιορειτικό πρότυπο, καί στήν στροφή πρός τήν ησυχαστική πνευματικότητα, όπως αυτή είχε ανθίσει στό Άγιον Όρος τόν 14ο αιώνα. Τό έργο του πρός τήν κατεύθυνση αυτή υπήρξε μία παράλληλη προσπάθεια μέ εκείνη τήν οποία είχε κάνει μέσα στόν ελληνικό κόσμο ο σύγχρονός του άγιος Μακάριος ο Νοταράς, τού οποίου τό έργο χρησίμευε ως υπόδειγμα γιά τόν Παΐσιο».

Καί πάλι θέλω νά ευχαριστήσω καί νά συγχαρώ τόν Ομότιμο Καθηγητή κ. Αντώνιο-Αιμίλιο Ταχιάο γιά τήν όλη προσφορά του στήν Εκκλησία, αλλά, ιδιαιτέρως, γιά τήν παρουσίαση τής ζωής καί τής δράσεως τού οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, πού είναι ένα λαμπρό τέκνο τής ζωής πού υπάρχει πλούσια μέσα στήν Ορθόδοξη Εκκλησία.–

Εκκλησιαστική Παρέμβαση, Ιανουάριος -Φεβρουάριος – Μάρτιος 2012

http://www.parembasis.gr/

Δημοσιευμένο στο ΒΑΛΚΑΝΙΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Τύχωνας-Ο μαρτυρικός πατριάρχης

Συγγραφέας: kantonopou στις 5th Νοεμβρίου 2011

Ὁ Πατριάρχης Τύχων ὑπῆρξε χωρίς ἀμφιβολία ἡ μεγαλύτερη προσωπικότητα τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας κατά τόν 20ό αἰ. Ἱεράρχης μέ σημαντική θεολογική κατάρτιση, δύναμη καί παρρησία, διοικητικές ἱκανότητες καί ἀναγνωρισμένη ἀρετή καί πνευματικότητα, ἀνέλαβε τήν διοίκηση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στήν πλέον δύσκολη στιγμή τῆς ἱστορίας Της.
Ὁ κατά κόσμον Βασίλειος Ἰβάνοβιτς Μπελάβιν, γεννήθηκε τήν 19. 1. 1865 στό Τροπέτς τῆς περιοχῆς Πσκώφ καί ἦταν γιός Ἱερέως. Τά ἐγκύκλια γράμματα παρακολούθησε στό τοπικό ἐνοριακό σχολεῖο καί στή συνέχεια φοίτησε στήν Ἱερατική Σχολή τῆς Ἐπισκοπῆς καί στήν Θεολογική Ἀκαδημία τῆς Πετρουπόλεως, ἀπό ὅπου ἀποφοίτησε μέ ἄριστα σέ ἡλικία 23 ἐτῶν καί διορίστηκε ἀμέσως Καθηγητής στό Ἐκκλησιαστικό Σεμινάριο τοῦ Πσκώφ. Τό 1891 ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Τύχων καί τό 1897, σέ ἡλικία μόλις 33 ἐτῶν, χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Λούμπλιν, βοηθός τῆς Ἐπισκοπῆς Βαρσοβίας. Τό 1898 μετατέθηκε στήν ἱεραποστολική ἕδρα τῆς Ἀλάσκας καί τό 1900 διορίστηκε στήν Ἐπισκοπή Βορείου Ἀμερικῆς. Τό 1905, σέ ἀναγνώριση τῶν ἱεραποστολικῶν του ὑπηρεσιῶν, ὀνομάσθηκε Ἀρχιεπίσκοπος καί τό 1907 διορίσθηκε σέ μία τῶν ἀρχαιοτέρων ἑδρῶν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, τήν Ἐπισκοπή Γιαροσλάβ καί Ροστώβ.

Ὁ πόλεμος τοῦ 1914 τόν βρῆκε νά ποιμαίνει τήν Ἐπισκοπή Βίλνας. Ἡ περιοχή του ὑπῆρξε θέατρο πολεμικῶν συγκρούσεων, μέ ἀποτέλεσμα τήν δεινή κακοπάθεια τοῦ λαοῦ. Κατά τήν περίοδο αὐτή ὁ ἀρχιεπ. Τύχων βρῆκε τήν εὐκαιρία νά δείξει τά φιλάνθρωπα αἰσθήματά του, χάρις στά ὁποῖα ἔγινε εὑρύτατα γνωστός, μέ ἀποτέλεσμα νά διοριστεῖ ἀπό τόν Τσάρο Νικόλαο Β” μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Σ” αὐτή τήν θέση τόν βρῆκε ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1917. Τήν 19. 6. 1917 ὀνομάσθηκε Ἀριεπίσκοπος Κρουτίτσης καί Κολόμνας. Τήν 14. 8. 1917 ἡ Πανρωσική Σύνοδος τόν ὀνόμασε Μητροπ. Μόσχας καί τήν ἑπομένη 15. 8. 1917 τόν ἀνέδειξε Πρόεδρό της, μέ ψήφους 564 ἔναντι 33.

Τίς μακρές συζητήσεις στή Σύνοδο γιά τήν ἐπανίδρυση ἤ μή τοῦ Πατριαρχείου, ἐπίσπευσαν οἱ ραδγαῖες πολιτικές ἐξελίξεις. Κατά τήν κρίσιμη ψηφοφορία τῆς 30ης Ὀκτωβρίου 1917, ἐπί 317 παρόντων μελῶν, ψήφισαν 265, ἀπό τούς ὁποίους 141 ὑπέρ καί 112 κατά τῆς ἐπανιδρύσεως τοῦ Πατριαρχείου. Στή συνέχεια ἡ Σύνοδος προχώρησε σέ ἐκλογή Πατριάρχη, μέ πρόταση τοῦ Καθηγητή Σοκόλωφ. Κατά τήν πρώτη ψηφοφορία ἐξελέγησαν 25 ὑποψήφιοι! μέ πρώτους τόν Ἀρχιεπίσκοπο Χαρκόβου Ἀντώνιο μέ 101 ψήφους, τόν Ἀρχιεπίσκοπο Νόβγκοροντ Ἀρσένιο μέ 27 καί τόν Μητροπολίτη Κρουτίτσης Τύχωνα μέ 23. Κατά τήν δεύτερη ψηφοφορία ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντώνιος πῆρε 159 ψήφους, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀρσένιος 148 καί ὁ Μητροπολίτης Τύχων 125.
Ἡ τελική ἐκλογή ἔγινε μέ κλῆρο, ἐνώπιον τῆς Εἰκόνος τῆς Παναγίας τοῦ Βλαδιμήρ. Ἐκλεκτός τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ δέν ἦταν ὁ ἐκλεκτός τοῦ σώματος τῆς Συνόδου Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντώνιος, ἀλλά ὁ Μητροπολίτης Τύχων, τόν ὁποῖο ἀνέδειξε Πατριάρχη Μόσχας καί πάσης Ρωσίας ὁ κλῆρος πού τράβηξε ὁ γηραιός Ἱερομόναχος Ἀλέξιος καί παρέδωσε στόν προεδρεύοντα Μητροπ. Κιέβου Βλαδίμηρο.
Ὁ Μητροπ. Τύχων ἀποδέχτηκε τήν ἐκλογή λέγοντας τά ἀκόλουθα: «Στό ἐξῆς μέσα στά καθήκοντά μου θά εἶναι καί ἡ μέριμνα γιά ὅλες τίς ἐκκλησίες τῆς Ρωσίας, γιά τίς ὁποίες θά πρέπει νά πεθαίνω καθημερινά. Βρίσκω δύναμη στό γεγονός, ὅτι δέν ἐπιδίωξα τήν ἐκλογή. Ἦρθε σέ μένα ὄχι κατά τό θέλημα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐλπίζω, ὅτι Αὐτός πού μέ κάλεσε, θά μέ βοηθήσει μέ τήν εὐλογία Του«.
Ὁ Τύχων ἐνθρονίσθηκε Πατριάρχης τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στή Μητρόπολη τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας, τόν Καθεδρικό Ναό Κοιμ. Θεοτόκου Κρεμλίνου, τήν 29η Νοεμβρίου 1917. Μέχρι τήν ἐνθρόνισή του ἔμεινε στή Λαύρα τῆς Ἀγίας Τριάδος – ἁγ. Σεργίου (τῆς ὁποίας ὁ ἑκάστοτε Πατριάρχης εἶναι Ἡγούμενος), προετοιμαζόμενος γιά τήν νέα του διακονία. Γιά τήν τελετή βρέθηκαν παλαιά πατριαρχικά ἄμφια στό ἀσύλητο, ἀκόμη, πλούσιο σκευοφυλάκιο τῶν Πατριαρχείων, ὅπως ἡ ράβδος τοῦ Μητροπ. Ρωσίας ἁγ. Πέτρου καί τό χαρακτηριστικό λευκό κάλυμμα κεφαλῆς τοῦ Πατριάρχου Νίκωνος. Τήν Πατριαρχική ράβδο ἐνεχείρησε στό νέο Πατριάρχη ὁ ἔχων τά πρεσβεία τῆς Ἀρχιερωσύνης Μητροπ. Κιέβου Βλαδίμηρος. Μετά τήν ἐνθρόνιση ὁ Τύχων ἡγήθηκε μιᾶς μεγάλης λιτανείας γύρω ἀπό τό Κρεμλίνο, ραντίζοντας τά τείχη μέ ἁγιασμό.

Τήν διακήρυξη τῆς ἁγιότητας τῶν Νεομαρτύρων τοῦ ἀθεϊστικοῦ διωγμοῦ. Ἀπό τήν ἀρχή τῆς Ἐπαναστάσεως, πολλοί Ὀρθόδοξοι – Κληρικοί καί λαϊκοί – μαρτύρησαν γιά τήν πίστη τους στό Θεό καί τήν Ἐκκλησία Του. Ὁ Πατριάρχης Τύχων καί ἡ Σύνοδος ἐκφράζοντας τήν συνείδηση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, διακήρυξε τήν μαρτυρική ἰδιότητα τῶν Νεομαρτύρων καί καθιέρωσε τήν 25η Ἰανουαρίου ὡς ἡμέρα μνήμης τους (ἡμέρα μαρτυρίου τοῦ Πρωτομάρτυρος τῆς Ρωσικῆς Ἱεραρχίας Μητροπ. Κιέβου Βλαδιμήρου, + 25. 1. 1918).
· Ο Ἀφορισμός τῶν Μπολσεβίκων. Ὁ Ἀφορισμός ἐξαπολύθηκε τήν 18η Ἰανουαρίου 1918, κατά τόν Π. Ν. Τρεμπέλα, «κατά τῆς Κυβερνήσεως τῶν Σοβιέτ καί πάντων τῶν ἐπικοινωνούντων πρός αὐτήν» (Π. Ν. Τρεμπέλα, «Τό αὐτοκέφαλον τῆς ἐν Ἀμερικῇ Metropolia», σελ. 6). «Καθημερινῶς – ἔγραφε ὁ Πατριάρχης Τύχων στή σχετική Ἐγκύκλιο – ἀκούωμεν διά τά ἀνήκουστα ἐγκλήματα καί αἱματοχυσίας, θύματα τῶν ὁποίων εἶναι ἀθῶοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἰς τίποτε δέν ἔπταισαν παρά μόνον εἰς τό ὅτι ἔπραξαν τό καθῆκον των ἀπέναντι εἰς τόν Θεόν καί τήν πατρίδα. Ἐκεῖνοι ὅπου ὑπόσχονται νά ἐπαναφέρουν εἰς τήν Ρωσίαν τήν τάξιν καί τήν δικαιοσύνην, σκορπίζουν παντοῦ τό ἔγκλημα καί τήν βίαν, ἐναντίον ὅλων καί ἰδιαιτέρως τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας… Συνέλθετε, ἀνόητοι. Παύσατε τά ἐγκλήματά σας… Συμφώνως μέ τήν ἐξουσίαν τήν ὁποίαν ἔχουμε ἀπό τόν Θεό, ἀπαγορεύουμε τήν συμμετοχήν σας εἰς τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Σᾶς ἀναθεματίζουμε, ἄν εἶστε ἀκόμη Χριστιανοί, ἄν καί ἀπό τήν γέννησίν σας εἶσθε μέλη τῆς Ἐκκλησίας…» (γιά τόν Ἀφορισμό βλ. ἐπίσης: N. Zernov, «Οἱ Ρῶσοι καί ἡ Ἐκκλησία τους», 1972· καί C. Dahm, «Ἑκατομμύρια Ρῶσοι πιστεύουν στόν Θεό», 1979).Ὁ Ἀφορισμός σάν πνευματικό ὅπλο δέν ἀπέδωσε ἀποτελέσματα, διότι ἀπευθύνονταν σέ ἀθέους. Ἀντίθετα, ἀποτέλεσε ἀφορμή γιά κλιμάκωση τῶν διωγμῶν καί (ἀργότερα, τόν Αὔγουστο τοῦ 1922) γιά τήν σύλληψη τοῦ Τύχωνος (ἄλλες αἰτίες ἦταν ἡ ἄρνηση τοῦ Πατριάρχη νά συνεργαστεῖ μέ τήν Σοβιετική Κυβέρνηση, ἡ κριτική του γιά τήν ἀτιμωτική γιά τήν Ρωσία Συνθήκη τοῦ Μπέστ – Λίτοβσκ, ἡ ἀντίθεσή του στή δήμευση τῶν ἐκκλησιαστικῶν σκευῶν, κ.ἄ.

Τήν 24. 3. 1922 οἱ Ἀνακαινιστές Ἡγέτες Κρασνίτσκυ, Βεντένσκυ, Μπέλκωφ, Μπογιάρσκυ κ.ἄ. δημοσίευσαν στήν «Ἀλήθεια τῆς Πετρουπόλεως» («Petrogradskaia Pranda”) ἕνα κείμενο μέ τό ὁποῖο ὑποστήριζαν τήν Σοβιετική Κυβέρνηση στό θέμα τῆς δημεύσεως τῶν Ἱερῶν Σκευῶν. Τήν ἴδια χρονική στιγμή ὁ Πατριάρχης Τύχων, ὁ ὁποῖος ἦταν σέ κατ’ οἶκον περιορισμό ἀπό τήν 19. 3. 1922, κλήθηκε νά καταθέσει στήν δίκη 54 πιστῶν πού εἶχαν ἀντιδράσει στή δήμευση. Ὁ Πατριάρχης, στήν προσπαθειά του νά σώσει τούς κατηγορουμένους, ἀνέλαβε ὁ ἴδιος τήν εὐθύνη τῆς ἀντιδράσεως καί σέ ἐρώτηση τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου ἄν ἀναγνωρίζει τούς νόμους τοῦ Σοβιετικοῦ Κράτους ἀπάντησε «ναί, τούς ἀναγνωρίζω, ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι δέν ἀντιστρατεύονται τούς κανόνες τῆς εὐσεβείας». Πάνω σ’ αὐτό ὁ Ἀλέξανδρος Σολζενίτσιν ἔγραψε: «Ὦ, ἄν καθένας ἀπαντοῦσε ἔτσι, ὅλη ἡ Ἱστορία μας θά ἦταν διαφορετική» (Ἀλ. Σολζενίτσιν, «Ἀρχιπέλαγος Γκούλαγκ», τ. 1ος, σελ. 348).Ἡ θέση αὐτή τοῦ Τύχωνος ἀντιμετωπίσθηκε ἀπό τίς δύο τάσεις τῆς τότε Ρωσικῆς Ἱεραρχίας διαφοροτρόπως. Ἡ συντηρητική πλευρά ὑπό τόν Ἀρχιεπ. Βολοκολάμσκ Θεόδωρο θεώρησε ὅτι μέ τήν ὁμολογία αὐτή ὁ Πατριάρχης «τό εἶχε τραβήξει πολύ». Ἀντίθετα ἡ προοδευτική πλευρά ὑπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἰλαρίωνα τοῦ Βερέϊ θεωροῦσε ὅτι ὁ Πατριάρχης «ἔπρεπε νά τό τραβήξει περισσότερο».

Τήν 29. 4. 1923 οἱ Ἀνακαινιστές συγκάλεσαν Σύνοδο (τήν κατ’ αὐτούς Β’ Πανρωσική) στήν ὁποία συμμετεῖχαν 560 μέλη, ἀπό τά ὁποῖα τά 73 ἦσαν Ἐπίσκοποι! Ἡ Σύνοδος αὐτή ἀπό τήν ἀρχή ἐμφανίσθηκε χωρισμένη σέ τέσσερεις ὁμάδες: Τήν «Ζωντανή Ἐκκλησία» τοῦ Πρωθιερέως Βλαδιμήρου Κρασίνσκυ, τήν «Ἀρχαία Ἀποστολική Ἐκκλησία» τοῦ Πρωθιερεώς Ἀλεξάνδρου Βεντένσκυ, τήν «Ἀναγεννημένη Ἐκκλησία» τοῦ Ἐπισκόπου Ἀντωνίνου καί τούς ὁπαδούς τοῦ Πατριάρχου Τύχωνος.
Ἡ Σύνοδος τοῦ 1923 ἀρχικά διακήρυξε ὅτι στή Σοβιετική Ἕνωση δέν ὑφίστανται θρησκευτικοί διωγμοί, διότι ἡ Σοβιετική Κυβέρνηση ἐργάζοταν γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ ἰδεώδους τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὑπό τήν ἡγεσία τοῦ Λένιν! οἱ Ἀνακαινιστές δέ δήλωσαν «ἕτοιμοι νά ὑποστηρίξουν τόν Κομμουνισμό, ἐπειδή ἔθετε σέ ἐφαρμογή τό κοινωνικό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου«! (Ν. Zernov αὐτ. σελ. 179). Στή συνέχεια ἐξήγγειλε διάφορες μεταρρυθμίσεις, ὅπως τήν εἰσαγωγή τοῦ Γρηγοριανοῦ – Νέου Ἡμερολογίου, τήν εἰσαγωγή τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐγγάμων Ἐπισκόπων καί τήν εἰσαγωγή τοῦ β” γάμου τῶν Κληρικῶν! Ἀκόμη ἀπορρίφθηκε ὁ Μοναχισμός σάν θεσμός ξένος πρός τήν Ἐκκλησία καί κατ’ οἰκονομίαν ἐπιτράπηκε ἡ λειτουργία μοναστηρίων – ἡσυχαστηρίων ἔξω ἀπό τίς πόλεις, μέ τήν μορφή ἐργατικῶν κοινοτήτων.
Ἡ «Σύνοδος» προχώρησε ἀκόμη στήν καθαίρεση τοῦ Πατριάρχου Τύχωνος – τήν ὁποία ὑπέγραψαν 46 Ἐπίσκοποι, ἀρκετοί κάτω ἀπό τήν πίεση τῆς Μυστικῆς Ἀστυνομίας – στήν καταδίκη τῆς Συνόδου τοῦ Κάρλοβιτς, καθώς καί στήν ἄρση τοῦ Ἀναθέματος τοῦ 1918, ἐνῶ τήν διοίκηση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἀνέλαβε Σύνοδος ὑπό τήν προεδρεία τοῦ Μητροπ. Εὐδοκίμου καί ὁ Ἐπίσκοπος Ἀντωνῖνος ὀνομάσθηκε Μητροπολίτης Μόσχας καί πάσης Ρωσίας.

Ἀμέσως μετά τήν ἀπελευθέρωσή του ὁ Τύχων συγκάλεσε Σύνοδο τῶν παρεπιδημούντων στή Μόσχα Ἐπισκόπων, μέ σκοπό τήν ἀνανέωση τῆς ἐμπιστοσύνης πρός τό πρόσωπό του. Ἡ Σύνοδος συνεδρίασε στό Ναό τοῦ ἁγ. Μιχαήλ τῆς Μονῆς τοῦ ἁγ. Δανιήλ καί ἡ ἐμπιστοσύνη πρός τόν Πατριάρχη ἀνανεώθηκε, κυρίως χάρις στήν ὑποστήριξη τῶν λεγομένων Δανιηλιτῶν Ἐπισκόπων, τῶν περί τόν Ἡγούμενο τῆς μονῆς Ἀρχιεπίσκοπο Θεόδωρο τοῦ Βολοκολάμσκ.

Ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ Τύχωνα ἔγινε δεκτή ἀπό τόν λαό μέ ἐνθουσιώδεις ἀντιδράσεις, σέ σημεῖο ὥστε τήν 8. 12. 1923 οἱ Ἀρχές νά ἀπαγορεύσουν τό μνημόσυνό του! Τήν ἴδια περίοδο ὁ Τύχων ἀναγνωρίζονταν σάν κανονική κεφαλή τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἀπό ὅλες τίς τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἐκτός ἀπό τά Πατριαρχεῖα ΚΠόλεως (ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ’ ἀναγνώριζε τούς Ἀνακαινιστές) καί Ἀλεξανδρείας.
Παρά τήν ἀπέλευθέρωσή του ὁ Πατριάρχης συνέχισε νά δέχεται ἰσχυρές πιέσεις ἀπό τήν Σοβιετική πλευρά πάνω σέ συγκεκριμένα ἐκκλησιαστικά ζητήματα, δηλαδή τήν μνημόνευση τῶν Σοβιετικῶν ἡγετῶν, τήν ἕνωση μέ τούς Ἀνακαινιστές καί τήν εἰσαγωγή τοῦ Νέου Ἡμερολογίου.
Ὁ Τύχων ἤθελε τήν Ρωσική Ἐκκλησία ἀπολύτως ἀνεξάρτητη ἀπό τήν Σοβιετική Πολιτεία καί γι” αὐτό δέν ταυτίσθηκε ὁ ἴδιος σάν πρόσωπο καί σάν ἡγέτης τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν Τσαρισμό καί τήρησε ἀποστάσεις ἀπό τήν φιλομοναρχική πλευρά τῆς ὁποίας ἡγεῖτο ὁ Μητροπ. Ἀντώνιος Κραποβίτσκυ.
Τήν 9. 12. 1923 ἔγινε ἡ πρώτη ἀπόπειρα κατά τῆς ζωῆς του, ὅταν δύο ἔνοπλοι μπῆκαν στήν Πατριαρχική Κατοικία καί σκότωσαν τόν στενό συνεργάτη του Μοναχό Ἰακώβ Πολοζώφ. Ἔγινε πλέον φανερό, ὅτι ἡ ζωή τοῦ Τύχωνος κινδύνευε. Ὁ στενός του φίλος Ἐπίσκοπος Μάξιμος τοῦ Σερπούχωφ (τότε λαϊκός γιατρός), διέσωσε πληροφορίες καί γιά ἄλλες ἀπόπειρες (τήν 22. 12. 1924 μία ὁπλισμένη γυναῖκα μπῆκε στό γραφεῖο τοῦ Πατριάρχη, μέ ἀποτέλεσμα νά κινδυνέψει ἡ ζωή κάποιου ἄλλου ἀτόμου· ἄλλοτε ὁ ἐπίδοξος δολοφόνος γύριζε μέσα στό δωμάτιό του χωρίς νά τόν βλέπει, ἐμποδιζόμενος ἀπό μία ἀνώτερη δύναμη! καί συνήθως τοῦ ἔστελναν δηλητηριασμένα φάρμακα).
Πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του οἱ πιέσεις τῆς Κυβερνήσεως γιά συνεργασία ἦσαν καθημερινές. Εἶναι χαρακτηριστικά τά ἀκόλουθα λόγια του: «Θά ἦταν καλύτερα γιά μένα νά ἔμενα στήν φυλακή. Ὑποτίθεται, ὅτι εἶμαι ἐλεύθερος, ἀλλά δέν μπορῶ νά κάνω ἀπολύτως τίποτα. Διορίζω ἕναν Ἐπίσκοπο στό Νότο καί αὐτοί τόν παίρνουν στόν Βορρᾶ· στέλνω ἕναν ἄλλο στή Δύση καί αὐτοί τόν πᾶνε στήν Ἀνατολή»!
Τήν 12. 1. 1925 ὁ Πατριάρχης μπῆκε σέ μία κλινική, διότι παρουσίαζε καρδιολογικά προβλήματα καί ἔπασχε ἀπό ἄσθμα. Παρά τήν κατάσταση τῆς ὑγείας του δεχόταν καθημερινά τούς συνεργάτες του καί ἀσκοῦσε τά καθήκοντά του. Κάποτε τόν ἐπισκέφθηκε ὁ μυστικός πράκτορας Touchkov καί τοῦ παρουσίασε ἕνα σχέδιο παραιτήσεως ἀπό τόν Θρόνο. Ταυτόχρονα τοῦ πρόσφεραν ἄνετη διαμονή στόν εὔκρατο Νότο γιά ἀνάπαυση. Ὁ Τύχων ἀρνήθηκε λέγοντας: «Σύντομα θά ἔχω ἀφθονία χρόνου γιά ἀνάπαυση, τώρα πρέπει νά δουλέψω».

Ὁ Πατριάρχης Τύχων κοιμήθηκε τήν 25η Μαρτίου 1925, δηλητηρισμένος ἀπό πράκτορες τῆς Μυστικῆς Ἀστυνομίας (κατά τήν ὁμολογία τοῦ Ἐπισκόπου Μαξίμου τοῦ Σερπούχωφ). Δύο ἡμέρες πρίν, τήν Κυριακή 23η Μαρτίου, τέλεσε τήν τελευταῖα του Θεία Λειτουργία καί χειροτόνησε τόν Ἐπίσκοπο Ἐφραίμωβ Σέργιο (ἔπειτα Ἐπίσκοπο Μπουζουλούκ, Ἱερομάρτυρα, ὁ ὁποῖος κατασπαράχθηκε ζωντανός ἀπό ἀρουραίους ! τό 1930). Τά τελευταῖα του λόγια ἦταν: «Ἡ νύχτα θά εἶναι βαθειά καί θά διαρκέσει πολύ» (κατά τόν διακονητή του Κωνσταντῖνο Panshkevich).
Τό γεγονός τῆς δολοφονίας του προκύπτει – ἐκτός ἀπό τήν μαρτυρία τοῦ Ἐπισκόπου Μαξίμου – καί ἀπό τήν αὐτοβιογραφία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Πιτιρίμ Λαντίγκιν (Μεγαλοσχήμου Πέτρου, + 1957), τήν ὁποία διέσωσε ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος. Τίς σχετικές πληροφορίες ὁ ἀρχιεπ. Πιτιρίμ τίς εἶχε πάρει ἀπό τούς δύο διακονητές τοῦ Τύχωνος, τούς ὁποίους γνώριζε ἀπό παλιά, καί ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος τίς κατέγραψε ὅταν διάβασε τήν χειρόγραφη αὐτοβιογραφία τοῦ Πιτιρίμ, τήν ὁποία ἔγραψε λίγο πρίν τυφλωθεῖ.
Κατά τόν ἀρχιεπ. Πιτιρίμ ὅλα ἄρχισαν τό βράδυ τῆς παραμονῆς τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου (24. 3. 1925), ὅταν ὁ Πατριάρχης Τύχων ξεκίνησε γιά τόν Καθεδρικό Ναό, γιά νά χοροστατήσει στόν ἑσπερινό. Τότε ἐμφανίσθηκε ὁ Μητροπ. Τβέρ Σεραφείμ (Ἀλεξάντρωφ, ἤδη μυημένος στό σχέδιο σοβιετοποιήσεως τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, στή συνέχεια συνεργάτης τοῦ Μητροπ. Σεργίου), ὁ ὁποῖος τόν ἐμπόδισε νά βγεῖ μέ τό αἰτιολογικό, ὅτι ἦταν ἀσθενής καί ἐπέμενε νά καλέσουν ἕναν γιατρό. Παρά τίς ἀντιρρήσεις τοῦ Τύχωνος ἐμφανίσθηκε ἕνας «γιατρός», τόν ἐξέτασε, τοῦ σύστησε νά ξαπλώσει καί ζήτησε ἀπό τόν ἕναν ἀπό τούς διακονητές νά τόν συνοδεύσει στό πλησιέστερο φαρμακεῖο, ὅπου ἕνα «φάρμακο» ἑτοιμάσθηκε ἀμέσως. Μόλις ὁ Πατριάρχης πῆρε τό «φάρμακο» κατέρρευσε! Ὅταν ἔφθασε ὁ προσωπικός του γιατρός, τόν βρῆκε ἀναίσθητο καί σ” αὐτή τήν κατάσταση τόν μετέφερε μέ ἀσθενοφόρο στό νοσοκομεῖο. Ἐκεῖ, παρά τίς προσπάθειες τῶν γιατρῶν, ὁ Τύχων κατέλειξε, τήν 3η πρωϊνή τῆς 25ης Μαρτίου 1925.
Ἡ δολοφονία τοῦ Τύχωνος προκύπτει καί ἀπό τό ἰατρικό ἀνακοινωθέν τοῦ θανάτου του τό ὁποῖο ὑπογράφηκε στή Μονή Ντόνσκοϊ, ἐνῶ ὁ Πατριάρχης ἀπεβίωσε στό νοσοκομεῖο, καί σύμφωνα μ’ αὐτό ὁ θάνατός ἐπῆλθε τήν 11: 45 τῆς 25. 3. 1925.
Ἡ κηδεία του ἦταν κάτι τό πρωτοφανές γιά τήν ταραγμένη ἐκείνη ἐποχή. Παρά τίς κυβερνητικές ἀπαγορεύσεις τῶν δημοσίων λατρευτικῶν ἐκδηλώσεων, οἱ καμπάνες ὅλων τῶν ναῶν τῆς Μόσχας κτυποῦσαν πένθιμα καί ἑκατοντάδες χιλιάδες πιστῶν παρακολούθησαν τόν ἐνταφιασμό του στή Μονή Ντόνσκοϊ, συμμετεχόντων 58 Ἐπισκόπων. Τό Λείψανο τοῦ Πατριάρχου κατατέθηκε στόν χειμερινό ναό τῆς Μονῆς.
Τόν Μάϊο τοῦ 1991, μετά τήν ἐπιστροφή τῆς Μονῆς στό Πατριαρχεῖο Μόσχας, κατά τήν διάρκεια ἐργασιῶν μετά ἀπό πυρκαγιά, βρέθηκε ὁ τάφος τοῦ μαρτυρικοῦ Πατριάρχου καί τήν 19. 2. 1992 ἀνακομίσθηκε τό Λείψανό του, τό ὁποῖο βρέθηκε ἀδιάφθορο. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ἄφθαρτα βρέθηκαν καί τά ἄμφια του, ἀκόμη καί τά φύλλα δάφνης πού ὑπῆρχαν στό φέρετρο (εἶχε κηδευθεῖ τήν Κυριακή τῶν Βαϊων τοῦ 1925). Σύμφωνα μέ αὐτόπτες μάρτυρες στό ἄφθαρτο Λείψανο τοῦ ἁγ. Τύχωνος μποροῦσε κανείς νά διακρίνει μέ εὐκολία τά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου του, ἐνῶ ἡ εὐωδία του ἦταν καταπληκτική.
Τήν 23. 3. 1992 περίπου 50 Πατριαρχικοί Ἐπίσκοποι – μέ προεξάρχοντα τόν Πατριάρχη Ἀλέξιο Β’ – συμμετεῖχαν στή μεταφορά τοῦ Λειψάνου στό Καθολικό τῆς Μονῆς, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται.
Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε Συνοδικά πρῶτα ἀπό τήν Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς καί ἔπειτα ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας. (Περιοδικό «Πληροφόρηση» Μητροπ. Δημητριάδος, φ. Ἰουλίου – Αὐγού-στου 1992, σελ. 3).Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 25η Μαρτίου καί ἡ Ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του τήν 19η Φεβρουαρίου.

Πηγή-churchsynaxarion.blogspot.com

http://proskynitis.blogspot.com/2011/04/blog-post_8864.html

Δημοσιευμένο στο ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου – (Ιερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής).

Συγγραφέας: kantonopou στις 6th Αυγούστου 2011

Η ΛΑΥΡΑ των Σπηλαίων του Κιέβου (Κιεβο-Πετσέρσκαγια ή απλώς Πετσέρσκαγια Λαύρα) βρίσκεται στο νότιο άκρο του Κιέβου, πάνω σε δυό λοφίσκους της δεξιάς όχθης του Δνείπερου ποταμού. Τον 11ο αι. ο τόπος αυτός ήταν καλυμμένος με πυκνά δάση. Πρώτος ασκητής της περιοχής ήταν ο πρεσβύτερος Ιλαρίων, που έσκαψε εδώ ένα σπήλαιο και επιδόθηκε στη νηστεία και την προσευχή.
Το 1051 ο Ιλαρίων γίνεται μητροπολίτης Κιέβου και το σπήλαιο του μένει έρημο. Τότε έρχεται και κατοικεί σ’ αυτό ο όσιος Αντώνιος ο Αθωνίτης, ο πατέρας και θεμελιωτής του ρώσικου μοναχισμού.
Μέσ’ από τις σελίδες του «Πατερικού» θα γνωρίσουμε τις συνθήκες και τα περιστατικά που συνδέονται με την ίδρυση της Λαύρας στον τόπο που ασκήτεψε ο όσιος Αντώνιος, θα δούμε ακόμη την οργάνωση της σε κοινόβιο από το μεγάλο οργανωτή του ρώσικου μοναχισμού όσιο Θεοδόσιο, με βάση το τυπικό της μονής του Στουδίου Κωνσταντινουπόλεως.
Στους δυό πρώτους αιώνες της υπάρξεως της (11ο και 12ο) η μονή διαλάμπει σαν μεγάλη μοναστική και πνευματική εστία, καθώς και σαν κέντρο χρονογραφικών συγγραφών και συναξαρίων. Γύρω στα 1113 ο μοναχός της όσιος Νέστωρ (1050-1114) ολοκληρώνει το «Χρονικό» του, που τον αναδεικνύει σε πρώτο χρονογράφο της Ρωσίας. Χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι μέσα σ’ αυτούς τους δυό αιώνες από τη μονή προήλθαν είκοσι επίσκοποι της Ρωσικής Εκκλησίας.
Μέχρι τα μέσα του 13ου αι. η μονή των Σπηλαίων δεν θα γνωρίση κάποια σοβαρή καταστροφή, πέρα από κείνη που προκάλεσε στα 1096 μια από τις επιδρομές των Πολόφτσων. Τότε έχασαν τη ζωή τους πολλοί μοναχοί, καταστράφηκαν κειμήλια και πυρπολήθηκε ο κεντρικός ναός της Θεοτόκου, εγκαινιασμένος μόλις επτά χρόνια πριν. Πενήντα χρόνια χρειάστηκαν οι μοναχοί που επέζησαν για ν’ αποκαταστήσουν τις τεράστιες ζημιές.
Στα 1240 όμως οι Μογγόλοι καταστρέφουν στο πέρασμα τους την εκκλησία και τα περισσότερα κελλιά, ενώ σε μια δεύτερη επιδρομή, στα 1300, αποτελειώνουν ο,τι άφησαν την πρώτη φορά. Τότε οι μοναχοί σκορπίστηκαν στα γύρω βουνά, όπου έσκαψε ο καθένας κι από μια σπηλιά. Συχνά όμως συγκεντρώνονταν στα ερείπια της μονής για κοινές ακολουθίες.
Δυό φορές ακόμη θ’ ανοικοδομηθή κι άλλες τόσες θα καταστραφή η πολύπαθη μονή από τους Τατάρους, σ’ επιδρομές τους του 1399 και του 1484.
Μέχρι τα τέλη του 16ου αι. η μονή υπάγεται στο μητροπολίτη Κιέβου. Τότε όμως τη διοικητική και πνευματική της εποπτεία αναλαμβάνει το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, που την καθιστά πατριαρχικό σταυροπήγιο.
Στα τέλη του ίδιου αιώνα η μονή αντιμετωπίζει έναν άλλου είδους εχθρό. Δεν είναι τώρα οι βάρβαροι, «οι αποκτείνοντες το σώμα, την δε ψυχήν μη δυνάμενοι αποκτείναι», άλλ’ οι ψυχοκτόνοι ουνίτες.
Συγκεκριμένα, στην ουνιτική ψευδοσύνοδο του Μπρέστ-Λιτόφσκ (1596) ο βασιλιάς της Πολωνίας Σιγισμούνδος Γ’ (1566-1632) και ο πάπας Κλήμης Η’ (1592-1605) συμφώνησαν να υπαγάγουν πάλι τον αρχιμανδρίτη της Λαύρας στο μητροπολίτη Κιέβου, που είχε προσχωρήσει στην ουνία. Για την υλοποίηση της αποφάσεως έπρεπε πρώτα ν’ απομακρυνθή ο ορθόδοξος αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Τούρα. Ο ουνίτης μητροπολίτης Κιέβου Μιχαήλ Ροσόγκα ζήτησε για το σκοπό αυτό τη βοήθεια του Πολωνού βασιλιά. Ο τελευταίος επιχείρησε επέμβαση στη μονή για τη σύλληψη του αρχιμανδρίτη Νικηφόρου, που απέτυχε χάρη στη δυναμική συσπείρωση και μαχητική αντίσταση των μοναχών.
Δυό χρόνια αργότερα (1598) ο βασιλιάς και ο ουνίτης μητροπολίτης κάνουν νέα απόπειρα, στέλνοντας στη μονή τον πανούργο Ιωάννη Κοσίτσυ. Κι αυτός όμως αντικρίζει τις πύλες κλειστές και εκατοντάδες ορθοδόξων Κοζάκων να τις φρουρούν. Ακολούθησε ένας αληθινός θρησκευτικός πόλεμος, που κατέληξε σε θρίαμβο των μοναχών και της Ορθοδοξίας.
Μέχρι τα μέσα του 17ου αι. το μοναστήρι παραμένει ένα πανίσχυρο κέντρο αντιδράσεως κατά της ουνίας και της λατινικής προπαγάνδας.
Στα 1688, έναν αιώνα μετά την ίδρυση του πατριαρχείου Μόσχας (1589), περιέρχεται στη δικαιοδοσία του, χάνοντας οριστικά την κανονική εξάρτηση από το οικουμενικό πατριαρχείο.
Στις αρχές του 17ου αι. οι αρχιμανδρίτες Ελισσαίος Πλετενέτσκυ και Ζαχαρίας Κοπιστένσκυ ίδρυσαν το μοναστηριακό τυπογραφείο, όπου μέχρι το τέλος του ίδιου αιώνα τυπώθηκαν 117 αξιόλογα βιβλία, λειτουργικά και αντιλατινικά. Το έργο τους συνέχισε και επέκτεινε ο αρχιμανδρίτης Πέτρος Μογίλας (1627-1633), ο οποίος ίδρυσε και ανώτερη εκκλησιαστική σχολή. Η σχολή αυτή, η πρώτη στη Ρωσία, εξελίχθηκε στην περίφημη θεολογική ακαδημία του Κιέβου.
Τον ‘ίδιο όμως αιώνα, εξαιτίας των ρωσοτουρκικών διενέξεων, η μονή δέχεται συχνές και καταστρεπτικές επιθέσεις των Τούρκων. Για την προφύλαξη της ο τσάρος την οχυρώνει άπ’ όλες τις πλευρές, αρχικά με χωμάτινα αναχώματα κι έπειτα με πέτρινο τείχος και πύργους.
Το 1718 μεγάλη πυρκαγιά καταστρέφει το τυπογραφείο, τη βιβλιοθήκη, την εκκλησία και το μεγαλύτερο τμήμα του μοναστηριακού συγκροτήματος. Μέσ’ από τη στάχτη οι μοναχοί ανασύρουν τη θαυματουργό εικόνα της Θεοτόκου, που δεν έχει υποστή παρά ασήμαντες ζημιές. Την ημέρα εκείνη ο αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος πηγαίνει για ν’ αναφέρη το τραγικό γεγονός στο Μ. Πέτρο.
– Σώθηκε η εικόνα της Θεοτόκου; ρώτησε αμέσως ο τσάρος.
– Σώθηκε!
– Αν η εικόνα σώθηκε, τότε και η μονή σώθηκε! είπε ο μονάρχης με χαρά.
Την ίδια κιόλας ημέρα άρχισε με αυτοκρατορική βοήθεια η ανοικοδόμηση της μονής. Ο Μ. Πέτρος άφησε μάλιστα διαθήκη στους διαδόχους του να την προστατεύουν και να την ενισχύουν.
Στους επόμενους δύο αιώνες, μέχρι την πτώση του τσαρικού καθεστώτος, η περίδοξη Κιεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρα – συνοδικό σταυροπήγιο από το 1721 — θα λάμπη σ’ όλη τη ρωσική επικράτεια, σαν εργαστήριο της ευσέβειας και της αγιότητος, σαν κάστρο Ορθοδοξίας και αντιαιρετικών αγώνων, σαν κέντρο εικονογραφίας και λοιπών εκκλησιαστικών τεχνών, σαν εστία καλλιέργειας των θεολογικών γραμμάτων και εκδόσεως ορθοδόξων βιβλίων.
Ο ακτινοβόλος αυτός φάρος του πνεύματος και της ορθοδόξου παραδόσεως έσβησε όμως βίαια, «κρίμασιν οις Κύριος οίδε», μετά την οκτωβριανή επανάσταση του 1917.
Το 1941 η Λαύρα και ο ναός της λεηλατήθηκαν από τους Γερμανούς κατακτητές, που αφαίρεσαν μοναδικά μνημεία της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής των 11ου-18ου αι.
Τα τελευταία χρόνια, στον ιερό αυτό τόπο, όπου για πολλές δεκαετίες δεν συναντούσε κανείς «ούτε εορτήν ούτε θυμίαμα ούτε προσφοράν», με τη χάρη του πανάγαθου Θεού αρχίζει να λάμπη πάλι το θείο φως της μοναχικής βιοτής και πολιτείας.

Από το βιβλίο: «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ».
Διηγήσεις από τη ζωή και τα κατορθώματα των οσίων πατέρων της Κιεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρας.

Έκδοση δέκατη -Ιερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπός Αττικής 2009

http://www.orp.gr/?p=2283

Δημοσιευμένο στο ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ιλαρίων: «Πρέπει να αντισταθούμε στη μαχόμενη εκκοσμίκευση»

Συγγραφέας: kantonopou στις 4th Αυγούστου 2011

ilarionasΠερισσότερο από μισό αιώνα το Τμήμα Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας ασχολείται με την επίλυση πολύπλοκων προβλημάτων, τα οποία αντιμετωπίζει η Εκκλησία στη σύγχρονη εποχή.

Ο Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ιλαρίωνας διηγείται την ιστορία του ΤΕΕΣ, αναφερόμενος στους Επικεφαλής του, τα επιτεύγματα, τις προοπτικές καθώς και σε διάφορες πτυχές της διεύθυνσης του Συνοδικού αυτού Τμήματος.

Η συνέντευξη του Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ στο «Pravoslavie.ru» έχει ως εξής:

Κατά τη διάρκεια της ιστορίας το ΤΕΕΣ υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα εκκλησιαστικά όργανα, επιτελώντας διάφορες αποστολές. Πείτε μας γι΄ αυτές. Κατά την άποψή σας, ποιοι ήταν οι σπουδαιότεροι σταθμοί στην ιστορία του Τμήματος;

Για την καλύτερη κατανόηση της ουσίας της υπηρεσίας του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων ας στραφούμε στην ιστορία αυτού του Συνοδικού ιδρύματος.

Το έτος 1946. Μόλις ολοκληρώθηκε ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος. Όλη η χώρα μόλις ανασταίνεται από τα ερείπια και μαζί της συν-ανασταίνεται από τα ερείπια  και η Ρωσική Εκκλησία.

Αλλά εάν σε περίπτωση της χώρας τις ζημιές σε τέσσερα χρόνια τις προκάλεσαν οι φασίστες εισβολείς, στην Εκκλησία ζημιές σε σχεδόν τρεις προηγούμενες δεκαετίες επέφεραν οι εσωτερικές δυνάμεις.

Οι αρχές ακολούθησαν τη γραμμή που απέβλεπε στην ολόκληρη εξαφάνιση της Εκκλησίας.

Όμως κατά τη διάρκεια του πολέμου η κατάσταση άλλαξε διότι, καταρχάς, η Εκκλησία κράτησε την πατριωτική στάση και από την πρώτη ημέρα του πολέμου ενεπλάκη ενεργά στον απελευθερωτικό αγώνα.

Δεύτερον, στα κατεχόμενα από τα χιτλερικά στρατεύματα εδάφη άνοιξαν Ναοί, και όλα αυτά επέβαλαν στη Σοβιετική Κυβέρνηση τη διόρθωση της στάσης απέναντι στην Εκκλησία.

Το 1943 συνεδρίασε η Τοπική Κληρικολαϊκή Σύνοδος, όπου εξελέγη ο Πατριάρχης Σέργιος, και από εκείνη τη στιγμή η Εκκλησία εν μέρει αρχίζει να αποκαθίσταται.

Ταυτόχρονα ως επίσημη ιδεολογία του καθεστώτος παρέμεινε η αθεΐα.

Και αμέσως η Εκκλησία άρχισε να σκέπτεται για το σύστημα προστασίας και κυρίως, του εαυτού της από τις διώξεις και του πιστού λαού.

Επιπλέον φρόντισε για την έξοδο στο διεθνές χώρο για να αποκαταστήσει τις χαμένες σχέσεις με τις επαρχίες και ενορίες του εξωτερικού και με όσους Αποδήμους κατοικούσαν στη ξενιτιά και παρέμειναν πιστοί στη Μητέρα Εκκλησία.

Ώστε τοιουτοτρόπως με τη συμμετοχή στο διεθνές έργο σε διάφορα επίπεδα να εξασφαλίζεται η προστασία της Εκκλησίας από τις εσωτερικές διώξεις.

Όλα αυτά οδήγησαν στην απόφαση για τη σύσταση του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων.

Οι σταθμοί στην ιστορία του ΤΕΕΣ συνδέονται άμεσα με τις μορφές των Προέδρων του. Κατά κάποιο τρόπο η θητεία του κάθε Προέδρου ήταν και μια νέα εποχή για το Τμήμα.

Πρώτος εξ αυτών ήταν ένας περίφημος και λαμπρός Ιεράρχης Μητροπολίτης Νικόλαος Γιαρουσέβιτς.

Ως Πρόεδρος του ΤΕΕΣ ο Σεβ. κ. Νικόλαος έζησε και την αποκατάσταση των διοικητικών δομών της Εκκλησίας το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας ’40 και την έναρξη των διώξεων από το Χρούστωφ. O Μητροπολίτης Νικόλαος προσέφερε πάρα πολλά για την επανένωση των αποσχισθέντων για πολιτικούς λόγους τέκνων με τη Μητέρα Εκκλησία.

Έτσι, με την προσωπική του συμβολή μετά τη λήξη του πολέμου στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας επανεντάχθηκαν οι Επικεφαλής των εκκλησιαστικών περιφερειών στη Δυτική Ευρώπη Μητροπολίτες Ευλόγιος Γεωργκιέφσκυ και Σεραφείμ Λουκγιάνωφ, καθώς και το σεβαστό μέρος του ποιμνίου τους.

Ο Σεβασμιώτατος κ. Νικόλαος ήταν ένας από τους πρωτοστάτες και οργανωτές της Συσκέψεως των Προκαθημένων και Αντιπροσώπων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στη Μόσχα το 1948.

Χάρη στους κόπους του Ιεράρχη αποκαταστάθηκε η κανονική κοινωνία  με τη Φινλανδική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία διακόπηκε τη δεκαετία ‘20.

Ο Μητροπολίτης Νικόλαος συμμετείχε ενεργά στο ειρηνευτικό έργο, το οποίο ενδιέφερε επίσης και τη Σοβιετική Κυβέρνηση.

Όμως όταν στο τέλος της δεκαετίας ΄50 του 20 αιώνα οι αρχές ξεκίνησαν μια άλλη εκστρατεία εναντίον της Εκκλησίας, περιφρονώντας όλους τους κινδύνους ο Δεσπότης στάθηκε να την προστατεύσει.

Όπως αναφέρουν οι σύγχρονοί του, στα κηρύγματά του ο Ιεράρχης ασκούσε δριμύτατη κριτική κατά της αθεϊστικής προπαγάνδας.

Σε ένα από τα Συνέδρια, το Φεβρουάριο 1960, ο Πατριάρχης Αλέξιος Α΄ παρουσίασε ομιλία, η οποία απέβλεπε στην υπεράσπιση του ιστορικού ρόλου της Ρωσικής Εκκλησίας.

Αυτή η ομιλία αναστάτωσε τις αρχές με την τόλμη της, και εφόσον, σύμφωνα με αυτές, ο αυθεντικός συντάκτης της ομιλίας ήταν ο Μητροπολίτης Νικόλαος, σύντομα καθαιρέθηκε από τη θέση του Επικεφαλής του ΤΕΕΣ, εντάχθηκε στις τάξεις των εφησυχαζόντων και στη συνέχεια απέθανε.

Οι περιστάσεις του θανάτου του δεν έχουν διασαφηνιστεί πλήρως μέχρι σήμερα και γι΄αυτό υπάρχουν πολλοί πιστοί, οι οποίοι υποστηρίζουν το ομολογητικό τέλος του Ιεράρχη.

Tον Μητροπολίτη Νικόλαο διαδέχθηκε ο νέος ακόμα τότε Επίσκοπος και μετέπειτα Μητροπολίτης Νικόδημος Ρότωφ.

Οι αρχές τον υποστήριξαν πιστεύοντας ότι ως άνθρωπος νέας γενιάς, ο οποίος γεννήθηκε και ανατράφηκε στη μετεπανασταστική εποχή, θα είναι πάντα νομοταγής πολίτης.

Όμως σε αυτή τη χαλεπότατη εποχή, όταν ακολουθήθηκε μια γραμμή, που απέβλεπε στην εξαφάνιση της Εκκλησίας, αλλά αυτή τη φορά όχι φυσική, αλλά ιδεολογική, αυτός κατάφερε να επικρατήσει στρατηγικά στις κρατικές αρχές.

Τον πρώτο ήδη χρόνο από το διορισμό του Σεβασμιωτάτου κ. Νικοδήμου στην επαρχία Λένινγκραντ, οι αρχές αποφάσισαν «να του υποδείξουν τη θέση του».

Οι συμμετέχοντες στη λιτανεία τη νύχτα του Πάσχα γύρω από τον Ιερό Καθεδρικό Ναό Αγίου Νικολάου και Θεοφανίων στο Λένινγκραντ περικυκλώθηκαν από τη μαινόμενη νεολαία, η οποία προπηλάκισε τους πιστούς. Αλλά το επόμενο έτος η πασχαλινή ακολουθία πήγε ήσυχα.

Τι έγινε όμως; Ο Μητροπολίτης Νικόδημος προσκάλεσε μια εκκλησιαστική αντιπροσωπεία από τη Φινλανδία να παρακολουθήσει την ακολουθία και δεν ήθελαν οι Σοβιετικές αρχές να χαλάσουν σχέσεις με τη γείτονα χώρα.

Ως αποτέλεσμα κανένα επεισόδιο δεν σημειώθηκε εκείνη την εόρτια νύχτα γύρω από το Ναό. Αλλά ούτε σημειώθηκαν αργότερα.

TEES

Ο Σεβασμιώτατος κ. Νικόδημος πέτυχε το φαινομενικά ακατόρθωτο, δηλαδή την ανανέωση της Ιεραρχίας τον καιρό, όταν οι αρχές ως στόχο έθεσαν τη δραστική μείωση του αριθμού των Επισκόπων.

Σε συναντήσεις τους με πολιτειακούς παράγοντες κατάφερε να τους πείσει ότι τις επαρχίες και τα ιδρύματα της Ρωσικής Εκκλησίας στο εξωτερικό πρέπει να τις διευθύνουν νέοι, δυναμικοί και μορφωμένοι άνθρωποι, κάτι το οποίο θα συνέσφερε στη βελτίωση της εικόνας της ΕΣΣΔ στο διεθνή χώρο.

Υπηρετώντας για κάποιο διάστημα στο εξωτερικό οι νέοι Αρχιερείς επιστρέφοντας στην Πατρίδα καταλάμβαναν χηρεύουσες επαρχίες.

Όταν οι αρχές επρόκειτο να κλείσουν τις Θεολογικές Σχολές Λένινγκραντ, στο Μητροπολίτη Νικόδημο ήρθε μια λαμπρή σκέψη: με την πρωτοβουλία του ιδρύθηκε Τμήμα αλλοδαπών φοιτητών. Μετά ταύτα ματαιώθηκαν τα σχέδια του κλείσιμο της ακαδημίας και του σεμιναρίου.

Τα χρόνια της διεύθυνσης του Τμήματος ο Μητροπολίτης Νικόδημος προσέφερε τα μέγιστα στην ανάπτυξη των διορθοδόξων και διαχριστιανικών σχέσεων.

Αυτός ήταν, ο οποίος διεύθυνε τις συνομιλίες με αποτέλεσμα την παροχή του αυτοκεφάλου στην Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αμερική και του αυτονόμου στην Ιαπωνική Ορθόδοξη Εκκλησία το 1970. Επί προεδρίας του άρχισε ο εποικοδομητικός διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Καρείς μοναχός πλησιάζοντας τα δεκαοχτώ του χρόνια ο Μητροπολίτης Νικόδημος όλη του τη ζωή την αφιέρωσε στην υπηρεσία της Εκκλησίας και πέθανε νέος, διανύοντας το 49ο της ηλικίας, από έκτη κατά σειρά καρδιακή προσβολή.

Το 1972 ο Σεβασμιώτατος κ. Νικόδημος, ο οποίος παρά τη σχετική νεότητά του (ήταν σαράντα τριών ετών) ήταν βαριά άρρωστος, παρέδωσε την προεδρία του ΤΕΕΣ στο μαθητή του Μητροπολίτη Ιουβενάλιο Πογιαρκώφ.

Ο Σεβασμιώτατος κ. Ιουβενάλιος διεύθυνε το Τμήμα για εννέα χρόνια. Ως ταλαντούχος οργανωτής πέτυχε την τελειοποίηση του έργου του Τμήματος.

mosxas-ilarion

Αυτά τα χρόνια το ΤΕΕΣ συμμετείχε ενεργά σε διάφορα διαχριστιανικά, διαθρησκειακά και κοινωνικά φόρουμ, πάντα συμβάλλοντας στην ενίσχυση του κύρους της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας.

Το 1981 το Επικεφαλής του ΤΕΕΣ τέθηκε ο Μητροπολίτης Μινσκ και Σλουτσκ Φιλάρετος Βαχρομέγιεφ. Στη θητεία του, Θεού κρίμασι, έπεσε μεγάλο γεγονός στην ιστορία της χώρας μας, δηλαδή ο εορτασμός της χιλιετηρίδας της Βαπτίσεως  της Ρωσίας.

Από αυτή την επέτειο του 1988 άρχισε η αναγέννηση της Εκκλησίας στην Πατρίδα μας. Και εάν στην αρχή πολλοί είχαν τη γνώμη ότι οι αρχές θα περιορίζονταν στο άνοιγμα μιας ή το πολύ – πολύ δυο μοναστηριών και μερικών Ναών, μετά τους εορτασμούς όλοι κατάλαβαν ότι έληξε η περίοδος διώξεων εναντίον της Εκκλησίας.

Με την ενέργεια και αξιοθαύμαστη γοητεία, που τον χαρακτηρίζουν, ο Σεβασμιώτατος κ. Φιλάρετος, είχε το χάρισμα να μετατρέπει σε φίλους, τόσο προσωπικούς όσο και της Εκκλησίας μας, ακόμα και όσους ήταν αρχικά προκατειλημμένοι κατά της Εκκλησίας.

Το 1989 Πρόεδρος του ΤΕΕΣ διορίζεται ο Αρχιεπίσκοπος Σμολένσκ και Καλίνινγκραντ Κύριλλος, μετέπειτα Μητροπολίτης και σήμερα Αγιώτατος Πατριάρχης Μόσχας και Πασών των Ρωσιών.

Θεού κρίμασι, διεύθυνε το Τμήμα το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από όλους τους προκατόχους του, σχεδόν είκοσι χρόνια.

Η θητεία του Σεβασμιωτάτου κ. Κυρίλλου συνέπεσε με την εποχή της διάλυσης του κομουνιστικού καθεστώτος και της αναδείξεως της νέας Ρωσίας και άλλων κρατών της πρώην ΕΣΣΔ.

Η Εκκλησία έπρεπε να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις της εποχής, και το ΤΕΕΣ ήταν εκείνο το διανοητικό κέντρο και το χωνευτήριο, όπου είδαν το φως τα καινούργια δόγματα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, Εκκλησίας και Κοινωνίας.

Μέσα στο ΤΕΕΣ το διάστημα 1990–2000 διαμορφώθηκαν υποτμήματα, τα οποία αργότερα ανασυγκροτήθηκαν σε αυτοτελείς Συνοδικές οντότητες: Τμήμα της Κοινωνικής Διακονίας, Τμήμα για συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις, Τμήμα για σχέσεις με την κοινωνία, και πολλά άλλα.

Υπό τη διεύθυνση του Μητροπολίτη Κυρίλλου συντάχθηκε το σπουδαιότερο κείμενο όπως οι Αρχές του Κοινωνικού Δόγματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας, το οποίο δεν έχει προηγούμενα ή κάτι παρόμοιο στην οικουμενική Ορθοδοξία.

Μέσα στο ΤΕΕΣ εκπονήθηκε το δόγμα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, το οποίο εξακολουθεί να υπάρχει στη χώρα μας και  σήμερα.

Στο διάστημα της προεδρίας του κ. Κυρίλλου διευρύνθηκε σημαντικά ο χώρος των διαχριστιανικών και διαθρησκειακών επαφών.

Ιδρύθηκαν διάφοροι οργανισμοί όπως η Χριστιανική Διομολογιακή Διαβουλευτική Επιτροπή των χωρών της ΚΑΚ και της Βαλτικής, το Διαθρησκειακό Συμβούλιο της Ρωσίας, το Διαθρησκειακό Συμβούλιο της ΚΑΚ. Μεγάλο ενδιαφέρον έδειξε ο Πρόεδρος του ΤΕΕΣ στις επαφές με την Ρωσική Υπερόρια Εκκλησία.

Ο μακρόχρονος διάλογος ολοκληρώθηκε με την υπογραφή το 2007 της Πράξεως της Κανονικής Κοινωνίας μεταξύ της Εκκλησίας της Διασποράς και της εν τη Πατρίδι Εκκλησία. Έτσι τέθηκε τέρμα στο μακροχρόνιο διχασμό, ο οποίος οφείλεται στους πολιτικούς λόγους σύντομα μετά την Επανάσταση του 1917.

Με τι ασχολείται σήμερα το Τμήμα; Μετά τη ιδιόμορφη «βελτιστοποίηση» οι ορισμένες παλαιότερες αρμοδιότητες του ΤΕΕΣ έχουν περιέλθει σε άλλα Συνοδικά Τμήματα. Πως βλέπετε τις προοπτικές της ανάπτυξης του Τμήματος;

Ένας σπουδαίος σταθμός στην ιστορία του ΤΕΕΣ, όπως και όλης της Εκκλησίας μας, ήταν η συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της 31ης Μαρτίου 2009, όταν σύντομα μετά την εκλογή του στον Πατριαρχικό Θρόνο ο Αγιώτατος κ. Κύριλλος εξέθεσε στους αδελφούς αρχιερείς τη δική του θεώρηση της ενδοεκκλησιαστικής κατάστασης.

Σε αυτή τη συνεδρία από το Τμήμα αποσπάστηκαν δυο οντότητες: Τμήμα για σχέσεις Εκκλησίας και Κοινωνίας και Γραμματεία (σήμερα Διεύθυνση) εξωτερικών ιδρυμάτων του Πατριαρχείου Μόσχας.

Εκ πρώτης όψεως, οι αρμοδιότητες του Τμήματος περιορίσθηκαν. Αλλά με πλήρη ευθύνη μπορώ να τονίσω ότι δεν μειώθηκαν οι δουλειές του ΤΕΕΣ.

Έτσι, το 2010 ως Πρόεδρος του ΤΕΕΣ πραγματοποίησα 30 ταξίδια εργασίας στο εξωτερικό, χωρίς να περιλαμβάνονται εκείνα, στα οποία συνόδευσα τον Αγιώτατο Πατριάρχη.

Από το Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του τρέχοντος έτους πραγματοποίησα επίσης 30 ταξίδια.

Δηλαδή ακόμα σε δυο χρόνια της προεδρίας μου οι υποχρεώσεις μου αυξήθηκαν δυο φορές παραπάνω.

Με γοργούς ρυθμούς αυξάνεται η δυναμική των ταξιδιών του Προέδου και των στελεχών του Τμήματος, πολλαπλασιάζονται οι συναντήσεις εργασίας, προετοιμαζονται περισσότερα μεγάλα φάκελα για διάφορα προβλήματα καθώς και κείμενα για τις συναντήσεις του Αγιωτάτου Πατριάρχη, τα οποία περνάνε μέσα από το Τμήμα, και απλά αυξάνεται η ροή πληροφοριών, την οποία πρέπει καθημερινά να περνάει μέσα του το κάθε υπεύθυνο στέλεχος.

Δραττόμενος της ευκαιρίας θα ήθελα από τα βάθη της καρδιάς μου να ευχαριστήσω τους Αναπληρωτές μου καθώς και Επικεφαλής των υποδιαιρέσεων και στελέχη του Τμήματος για τη θυσιαστική τους προσφορά, τις υψηλές τους επαγγελματικές ικανότητες και την αφοσίωση στο έργο της Εκκλησίας.

Κατά τη γνώμη σας, ποιες είναι οι προτεραιότητες της σύγχρονης εκκλησιαστικής πολιτικής;

Μετά την αναδιοργάνωση του ΤΕΕΣ, το Μάρτιο 2009, στο Τμήμα εξασφαλίσθηκαν τρις βασικές κατευθύνσεις, οι οποίες είναι: οι σχέσεις με τις αδελφές Ορθόδοξες Εκκλησίες, ο διάλογος με τις ετερόδοξες Εκκλησίες και σωματεία και επαφές με τους αποδήμους στο εξωτερικό.

Η πιο βασική κατεύθυνση στο έργο μας είναι η εμπέδωση της πανορθοδόξου ενότητας. Με τη βοήθεια του Θεού εδώ πετύχαμε τη θετική δυναμική.

Πολλοί είναι εκείνοι, οι οποίοι θυμούνται τις πρόσφατες εξελίξεις, όταν οι σχέσεις μεταξύ των Πατριαρχείων Μόσχας και Κωνσταντινουπόλεως οξύνθηκαν τόσο πολύ ώστε οδήγησαν σε διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας μεταξύ των δυο Εκκλησιών για κάποιο διάστημα.

Σήμερα η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην προσωπική συνεισφορά του Αγιωτάτου Πατριάρχη Κυρίλλου.

Και παρόλο που μεταξύ του Πατριαρχείου Μόσχας και άλλων των κατά τόπους Εκκλησιών, της προαναφερθείσης Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, της Ρουμανίας οι αντιθέσεις παραμένουν μέχρι σήμερα, δεν τις προβάλουμε δημοσίως, όπως δυστυχώς έγινε στο πρόσφατο παρελθόν, άλλα προσπαθούμε να τις λύνουμε με πνεύμα αδελφικής αγάπης.

Πιστεύουμε ότι εγγύς είναι ή ημέρα της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου, όπου όλο το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού εν ενί στόματι και μια καρδιά θα μπορέσει να εγκομιάσει τον Κύριο και να δεχθεί κοινές αποφάσεις σχετικά με τα σπουδαία ζητήματα της εκκλησιαστικής ζωής.

Όσον δε αφορά τις σχέσεις με τους ετεροδόξους, τα τελευταία σε αυτό το χώρο αναδεικνύονται δυο αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις.

Από τη μια μετά βαθυτάτης λύπης παρατηρούμε την εξάπλωση, κυρίως στους προτεστάντες, των φιλελεύθερων απόψεων, οι οποίες συνεπάγονται την αλλοίωση της χριστιανικής διδασκαλίας.

Είναι και η ανεκτική στάση απέναντι στην ομοφυλοφιλία, η οποία φτάνει μέχρι την ευλογία των «γάμων» ομοφυλόφιλων, η ιεροσύνη των γυναικών και η καθολική ηθική σχετικότητα.

Εξαιτίας της εις Επίσκοπο χειροτονίας των δηλωμένων ομοφυλόφιλων σε μια σειρά των Εκκλησιών της Αγγλικανικής Κοινότητας κοντεύει να διακοπεί ο διάλογός μας με τις αγγλικανικές κοινότητες.

Ταυτόχρονα βλέπουμε ότι πολλοί ετερόδοξοι χριστιανοί παραμένουν πιστοί στις βιβλικές, τις ευαγγελικές εντολές ενώπιον των προκλήσεων της σύγχρονης εποχής.

Πολλές φορές αναφέρομαι στη «στρατηγική συμμαχία», την οποία πρέπει να σχηματίσουν όλοι οι παραδοσιακά σκεπτόμενοι χριστιανοί για να αντισταθούμε από κοινού στη μαχόμενη εκκοσμίκευση.

Ανάμεσα στους συμμάχους μας σε αυτή τη «συμμαχία» θα ήθελα να αναφέρω στην πρώτη θέση τους Ρωμαιοκαθολικούς, τους πιστούς των αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών (ειδικότερα της Αρμενικής Αποστολικής), ένα μέρος των Αγγλικανών, εκπροσώπους ορισμένων προτεσταντικών κοινοτήτων.

Το Τμήμα επίσης αναπτύσσει τακτικές επαφές με τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς, εφιστώντας την προσοχή του διεθνούς κοινού στο πρόβλημα της χριστιανοφοβίας, η οποία αποκτά συστηματικό χαρακτήρα σε μερικές περιοχές του πλανήτη μας.

Πρόσφατα ένας από τους μη κυβερνητικούς οργανισμούς δημοσίευσε στατιστικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία κάθε πεντάλεπτο στον κόσμο για την πίστη του πεθαίνει ένας χριστιανός.

Βεβαίως δε μπορούμε να μείνουμε αδρανείς για το πρόβλημα αυτό και πρέπει κατά δύναμιν να βοηθάμε τους υπό δίωξη εν Χριστώ αδελφούς.

Το Τμήμα Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων συμμετέχει ενεργά στο έργο που αφορά τους αποδήμους στις χώρες του εξωτερικού. Βεβαίως, εν προκειμένω δε μιλάμε μόνο για τους Ρώσους, είναι και εκπρόσωποί όλων των λαών, ιστορικά συνδεδεμένων με την Αγία Ρωσία και οι οποίοι ασπάστηκαν την Ορθόδοξη πίστη μέσα από την κολυμβήθρα του βαπτίσματος του Δνείπερου.

Να αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα αυτού του έργου. Τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους, πραγματοποίησα το ταξίδι εργασίας στην Παραγουάη.

Αυτή η μακρινή δημοκρατία της Λατινικής Αμερικής έχει στενές σχέσεις με τη Ρωσία. Μετά την επανάσταση 1917 εδώ ήταν, που εγκαταστάθκαν πολλοί Ρώσοι στρατιωτικοί, οι οποίοι τη δεκαετία ΄30, όταν η Παραγουάη είχε πόλεμο με τη Βολιβία, πέτυχαν την αναδιοργάνωση του στρατου αυτής της χώρας και κατάφεραν να νικήσουν.

Οι απόγονοί τους μέχρι σήμερα κατοικούν στην Παραγουάη, έχουν την ενορία τους και ποιος άλλος εκτός από τη Ρωσική Εκκλησία και το Τμήμα Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων να φροντίζει για τη διατήρηση της σχέσεως αυτών των ανθρώπων με την ιστορική και πνευματική τους Πατρίδα;

Η σημαντικότερη αποστολή του Τμήματος είναι η διατήρηση της κανονικής ενότητας της Εκκλησίας.

Αυτό το θέμα είναι άκρως επίκαιρο για την Ουκρανία, όπου μέχρι σήμερα δεν έχει επουλωθεί το εκκλησιαστικό σχίσμα, το οποίο δημιουργήθηκε πριν από 20 χρόνια με την υποστήριξη της τότε πολιτικής ηγεσίας της χώρας.

Τον παρελθόντα χρόνο πραγματοποίησα μερικά ταξίδια στην Ουκρανία, τόσο συνοδεύοντας τον Αγιώτατο Πατριάρχη, όσο και μόνος μου, συναντήθηκα με Επισκόπους, κληρικούς, απλούς πιστούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας.

Μπορώ να διαβεβαιώσω ότι ο πιστός λαός έχει μεγάλη αγάπη και αφοσίωση στη Μητέρα Εκκλησία, και ευελπιστώ ότι με τη βοήθεια του Θεού θα πετύχουμε την επαναφορά των αποσχισθέντων σήμερα αδελφών στο σωτήριο περίβολο της Εκκλησίας του Χριστού.

Ποια προσόντα πρέπει να διακρίνουν έναν Πρόεδρο του ΤΕΕΣ; Είναι εύκολο να είσαι διάδοχος των προκατόχων σου, διότι αυτό καθεαυτό φέρει μια μεγάλη ευθύνη;

Βεβαίως, δεν είναι εύκολο να καταλαμβάνει κανείς μια θέση, την οποία παλαιότερα κατέλαβαν τόσο διακεκριμένοι Ιεράρχες της Εκκλησίας μας.

Είναι μεγάλη τιμή και ταυτόχρονα ύψιστη ευθύνη, για την οποία αναγκαστικά θυμάμαι συνέχεια.

Όσον δε αφορά τα προσόντα του Επικεφαλής του ΤΕΕΣ, φρονώ ότι ένα από τα σπουδαιότερα είναι η εσωτερική οργάνωση και η αυτοπειθαρχία.

Χωρίς αυτές οι αυξημένες υποχρεώσεις απλά θα σε πλακώσουν. Είναι σημαντικό να ξέρεις να ακούς τους άλλους: και εκείνους με τους οποίους κάνεις διαπραγματεύσεις, και τους υφισταμένους, και, φυσικά, τους προϊσταμένους.

Στη διεύθυνση του Τμήματος χρησιμεύει εκείνη η πείρα, την οποία απέκτησα στο ποιμαντικό μου έργο. Αυτό βοηθά να θυμάσαι, ότι έχεις να κάνεις με ζωντανούς ανθρώπους, οι οποίοι δε θέλουν μόνο τις διαταγές σου, αλλά και έναν καλό ανθρώπινο λόγο.

Από τη μια, πρέπει να θέσεις ξεκάθαρους στόχους, μην επιτρέποντας τις αδικαιολόγητες αναβολές, από την άλλη, πρέπει να θυμάσαι ότι δεν επιτρέπεται  να τίθενται «φορτία δυσβάστακτα» στους ώμους του κανενός.

Απαραίτητες είναι η ηρεμία και η αυτοκυριαρχία. Από την πρώτη άποψη το συγκεκριμένο πρόβλημα μπορεί να φανεί δυσεπίλυτο, αλλά μια θυελλώδης και γεμάτη συγκίνηση αντίδραση μόνο θα επιδεινώσει την κατάσταση.

Μόνο μια νηφάλια προσέγγιση του προβλήματος βοηθά στην αναζήτηση λύσεως στο αδιέξοδο.

Όσον δε αφορά τους «αντικειμενικούς δείκτες», βεβαίως να αναφέρω τη γνώση των ξένων γλωσσών.

Χωρίς αυτές ένας άνθρωπος, και μάλιστα ηγετικό στέλεχος, αντιμετωπίζει δυσκολίες στο σύγχρονο κόσμο.

Και φυσικά, πρέπει να ξέρει κανείς καλά τη μητρική του γλώσσα, μια γλώσσα κατανοητή από τους συνομιλητές του.

Πρέπει να είσαι ενήμερος για όλες τις βασικές εξελίξεις της σύγχρονης ζωής, και όχι μόνο εκκλησιαστικής, αλλά και της πολιτικής.

Χρειάζεται ένας πλατύς ορίζοντας, διότι το Τμήμα επιτελεί το έργο του στο σημείο συνάντησης πολύ διαφορετικών τομέων της ζωής.

Και το σημαντικότερο είναι η αφοσίωση στην Εκκλησία. Να λησμονείς τον εαυτό σου και τα συμφέροντά σου και όλα τα ταλέντα σου να τα προσφέρεις στην υπηρεσία της Εκκλησίας.

Να τηρείς πλήρη υπακοή στον Αγιώτατο Πατριάρχη και την Ιερά Σύνοδο, ενθυμούμενος ότι ο τελευταίος λόγος πρέπει πάντα να ανήκει στις εκκλησιαστικές αρχές.

Είσθε παρουσιαστής της δημοφιλούς εκπομπής «Εκκλησία και κόσμος». Επιπλέον, πρόσφατα λάβατε μέρος στην παραγωγή μιας σειράς ντοκιμαντέρ «Άνθρωπος μπροστά στον Θεό». Γιατί με όλες σας πολλαπλές υποχρεώσεις αποφασίσατε να αφιερώσετε ένα σεβαστό μέρος του χρόνου σας στην τηλεόραση;

Σύμφωνα με τη βαθιά μου πεποίθηση, η τηλεόραση σήμερα μπορεί να γίνει ένας σημαντικότατος δίαυλος διαβιβάσεως του χριστιανικού μηνύματος.

Οι τηλεθεατές απαρτίζουν ένα ακροατήριο εκατομμύρια ανθρώπων και η Εκκλησία δε μπορεί να παραβλέπει τη δυνατότητα της μεταδόσεως του λόγου της σε αυτό το ακροατήριο.

Εν τω μεταξύ, ένας από τους πρώτους στη χώρα μας, που κατάλαβε αυτό, ήταν ο Αγιώτατος Πατριάρχης Κύριλλος, τότε Μητροπολίτης και Πρόεδρος του ΤΕΕΣ.

Η εκπομπή του με τίτλο «Λόγος του ποιμένα» απολάμβανε μεγάλη δημοτικότητα ανάμεσα στους Ρώσους τηλεθεατές, τόσο ανθρώπους της Εκκλησίας, όσο και ευρισκομένους μακράν αυτής.

Ακόμα και μετά την ανάδειξή του στον Πατριαρχικό Θρόνο, ο Αγιώτατος κ. Κύριλλος δεν περιφρόνησε αυτό το σημαντικό δίαυλο επικοινωνίας με το ποίμνιο.

Η εκπομπή με τίτλο «Εκκλησία και κόσμος», την οποία παρουσιάζω, κυκλοφορεί στο τηλεοπτικό σταθμό «Ρωσία – 24».

Λόγω του εξαιρετικά βεβαρυμμένου προγράμματός μου, σε μια φορά βιντεοσκοπούνται τέσσερις εκπομπές, και όλη η διαδικασία συνολικά θέλει τρεις ώρες κάθε μήνα.

Όμως αυτή η εκπομπή μου επιτρέπει να απαντάω στις ερωτήσεις των τηλεθεατών (άλλωστε αυτοί τακτικά στέλνουν ερωτήσεις στην ιστοσελίδα του προγράμματος) και έτσι να επικοινωνώ με ένα διευρυμένο κύκλο ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων όσοι ευρίσκονται μακράν της Εκκλησίας.

Αυτό ίσως είναι σημαντικό γι΄αυτούς, αλλά εξίσου σημαντικό και για μένα προσωπικά, διότι μέσα από αυτή την επικοινωνία μαθαίνω καλύτερα τη ζωή των ανθρώπων, τους προβληματισμούς και τα ενδιαφέροντά τους.

Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όταν η ερώτηση που τίθεται από τον τηλεθεατή, με ωθεί για πρώτη φορά στο βαθύτατο στοχασμό για το συγκεκριμένο πρόβλημα, το οποίο παλαιότερα ευρίσκετο εκτός του οπτικού μου πεδίου.

Όσον δε αφορά τον κύκλο του ντοκιμαντέρ «Άνθρωπος μπροστά στον Θεό», η προβολή του οποίου άρχισε την παραμονή του Πάσχα του τρέχοντος έτους, ασχολούμουν με την παραγωγή του εκείνες τις λιγοστές ώρες, που μου έμειναν μετά την εκπλήρωση των βασικών μου υποχρεώσεων.

Στηρίζεται στο κείμενο του βιβλίου μου «Ορθόδοξος χριστιανισμός».

Γενικά, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα είχα μια ροπή προς τη δημιουργία.

Στα παιδικά και νεανικά μου χρόνια αυτή ήταν η μουσική. Αφού εξέλεξα την μοναχική πορεία, απέρριψα το έργο του συνθέτη, αλλά σύντομα αισθάνθηκα ότι πρέπει να γράφω βιβλία.

Βεβαίως, δεν επρόκειτο για λογοτεχνία, αλλά για μελέτες των αγίων πατέρων και μεταφράσεις των έργων τους. Όταν ήμουν ήδη Επίσκοπος διανύοντας το 40ο έτος της ηλικίας μου, με «επισκέφθηκε ξανά η μούσα»: σε ένα σύντομο διάστημα συνέθεσα μερικά ογκώδη μουσικά έργα, τόσο για λειτουργική χρήση, όσο και κοσμικά, αλλά με θρησκευτικό περιεχόμενο και ειδικότερα το ορατόριο «Τα κατά Ματθαίον Πάθη».

Πάντα είχα ενδιαφέρον για την ενασχόληση με τα έργα μεγάλης κλίμακος, γι΄αυτό το λόγο έγραψα βιβλία και όχι άρθρα, συνέθεσα ορατόριο και όχι σύντομα κομμάτια, και να το, ετοίμασα μια σειρά ντοκιμαντέρ και όχι μια ή δυο ταινίες.

Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα του τρόπου σκέπτεσθαι: δεν χωράω συνήθως στα πλαίσια έργων μικρής κλίμακος για να αναπτύξω το συγκεκριμένο θέμα.

Τη στιγμή που ο Αγιώτατος Πατριάρχης μου  παραχωρούσε ευλογία να διατελώ Πρόεδρος του ΤΕΕΣ, μου είπε ότι από εδώ και πέρα πρόκειται να συνθέτω τη «συμφωνία των εξωτερικών εκκλησιαστικών σχέσεων» και έκτοτε πάλι έπαυσα να ασχολούμαι με τη σύνθεση μουσικών έργων.

Αλλά πρέπει να υπάρχουν κάποια «δημιουργικά περιθώρια». Ίσως γι΄αυτό δεν παύω να ασχολούμαι με την τηλεόραση.

Όμως είναι βέβαιο, ότι τη διεύθυνση ολόκληρου του τομέα των εξωτερικών σχέσεων της Ρωσικής Εκκλησίας τη θεωρώ ως βασικό δημιουργικό μου έργο.

Εδώ επίσης χρειάζεται μια δημιουργική άτυπη προσέγγιση και, όπως λένε σήμερα, δημιουργικό τρόπο σκέπτεσθαι.

Με αφορμή την επέτειο του ΤΕΕΣ έχει κυκλοφορήσει ένα νέο βιβλίο υπό την επιμέλειά Σας. Ποια καινούργια στοιχεία θα μάθουν διαβάζοντας αυτό οι αναγνώστες;

Το βιβλίο με τίτλο «Υπηρετώντας την Εκκλησία. Για την εξηκονταπενταετία του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας» που κυκλοφόρησε πριν μερικές μέρες, την παραμονή της 24ης Ιουλίου, όταν εορτάσθηκε η επέτειος του Τμήματός μας.

Δραττόμενος της ευκαιρίας θέλω να εκφράσω τη βαθιά μου ευχαριστία στο πρόσωπο του Πατριάρχη Κυρίλλου και στους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Ιουβενάλιο και Φιλάρετο, οι οποίοι διέθεσαν αρχειακό υλικό για το βιβλίο, αλλά και σε όλους όσοι κοπίασαν για την έκδοσή του, και κυρίως πρόκειται για τα στελέχη των διάφορων υποτμημάτων του ΤΕΕΣ, καθώς και του Εκδοτικού Οίκου του Πατριαρχείου Μόσχας.

Ευχαριστώ επίσης το Ίδρυμα «Ρωσικός κόσμος» για την υποστήριξη της εκδόσεως του βιβλίου.

Πρόκειται για ένα καλαίσθητο λεύκωμα με περισσότερα από 500 σελίδες, όπου περιλαμβάνεται υλικό σχετικά με την ιστορία του ΤΕΕΣ.

Η έκδοση συνοδεύεται από περίπου 200 έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες, όπου αποτυπώνονται οι κορυφαίες στιγμές από την ιστορία του Τμήματος, αρχίζοντας από την προεδρεία του Μητροπολίτη Νικολάου και με τέλος το τρέχον έτος.

Ακόμα το βιβλίο περιλαμβάνει απομνημονεύματα του Αγιωτάτου Πατριάρχη Κυρίλλου, του Μητροπολίτη Ιουβεναλίου, τη συνέντευξη του Μητροπολίτη Φιλαρέτου καθώς και μερικές επίσημες ομιλίες και εισηγήσεις, όπου καταγράφονται οι βασικές φάσεις του έργου του ΤΕΕΣ.

Πολλές φωτογραφίες και κείμενα βλέπουν το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά, ώστε ελπίζω το βιβλίο θα αποβεί ωφέλιμο για όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας της σύγχρονης εποχής.

http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=8809:-q-q&catid=34:2009-12-18-08-37-58

Δημοσιευμένο στο ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μόσχας: «Σήμερα όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες βιώνουν μια δύσκολη εποχή»

Συγγραφέας: kantonopou στις 26th Ιουλίου 2011

0-aamosxas

Πατριαρχική Θεία Λειτουργία τελέστηκε την Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011 ημέρα μνήμης της Αγίας Ισαποστόλου Όλγας, στον Ιερό Ναό των Αγίων Πατέρων των Επτά Οικουμενικών Συνόδων στην Ιερά Μονή Αγίου Δανιήλ Μόσχας.

Η Πατριαρχική Θεία Λειτουργία τελέστηκε με αφορμή της συμπληρώσεως  60 χρόνων, από της ιδρύσεως του Τμήματος των Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας.

Στη λειτουργία συλλειτούργησαν οι Μητροπολίτες: Μινσκ και Σλουτσκ Φιλάρετος, Κρουτίτσης και Κολόμνας Ιουβενάλιος, Σαράνσκ και Μορδοβίας Βαρσανούφιος, Βολοκολάμσκ Ιλαρίωνας, Πρόεδρος του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων, ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Δανιήλ Αρχιμανδρίτης Αλέξιος, ο πρωθιερέας Νικόλαος Μπαλασώφ, Αναπληρωτής Πρόεδρος του ΤΕΕΣ καθώς και υπόλοιποι κληρικοί, στελέχη του Τμήματος.

Επίσης παρέστησαν συμπροσευχόμενοι Αρχιερείς της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας καθώς και οι αντιπροσωπείες των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίοι έφτασαν για να συμμετάσχουν στους εορτασμούς.

Συγκεκριμένα έλαβαν μέρος ο Μητροπολίτης Γαλλίας Εμμανουήλ (Οικουμενικό Πατριαρχείο), ο Μητροπολίτης Σαν Πάολο και Βραζιλίας Δαμασκηνός, ο Μητροπολίτης Μεξικού Αντώνιος, ο Μητροπολίτης Χομ Γεώργιος και ο Αρχιεπίσκοπος Φιλιππουπόλεως Νήφων (Πατριαρχείο Αντιοχείας), ο Μητροπολίτης Τυργκόβιστε Νήφων (Πατριαρχείο Ρουμανίας), ο Μητροπολίτης Ταμασσού και Ορεινής Ησαΐας (Εκκλησία της Κύπρου), ο Μητροπολίτης Κορυτσάς Ιωάννης (Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας), ο Αρχιμανδρίτης Στέφανος Έξαρχος του Παναγίου Τάφου στη Μόσχα και άλλοι.

Μετά το περάς της Θείας Λειτουργίας ο Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ απεύθυνε χαιρετισμό προς τον Πατριάρχη Μόσχας κ. Κύριλλο, τον οποίο ευχαρίστησε για την προσευχή που έκανε υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των μακαριστών Προέδρων του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων Μητροπολιτών Νικολάου Γιαρουσέβιτς και Νικοδήμου Ρότωφ, καθώς και για την υγεία και μακροημέρευση των στελεχών αυτού.

0-aatess4

«Η Εκκλησία του Χριστού μπορεί να παρομοιωθεί με καράβι, το οποίο κινείται πάνω στα κύματα της βιοτικής θάλασσας. Και μέσα στο καράβι υπάρχουν ο καπετάνιος, οι κυβερνήτες και οι ναύτες. Όλοι αυτοί επιτελούν μια σημαντική και υπεύθυνη υπηρεσία. Όμως εάν το πλοίο δε θα έχει σύνδεση με τον έξω κόσμο, άλλα ούτε τις συνεχείς επαφές με τις λιμενικές αρχές, θα μπορεί να γίνει ναυάγιο. Με αυτή την έννοια άκρως σημαντικό είναι ώστε να υπάρχει στην Εκκλησία μια ειδική υπηρεσία, η οποία ευθύνεται για τη συνεργασία με τον έξω κόσμο, ένα τμήμα, το οποίο προστατεύει τα σύνορα της Εκκλησίας, συνεισφέροντας στη διατήρηση της εσωτερικής της ενότητας και ταυτόχρονα στη διασφάλιση της αδιάκοπης σχέσεώς της με τον έξω κόσμο», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Ιλαρίων.

Επίσης πρόσθεσε: «Αγιώτατε, διατελέσατε επί πολλά χρόνια Πρόεδρος του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας και από αυτή τη θέση κληθήκατε στην Πατριαρχική διακονία. Όταν σας παρεδώθη η ράβδος του αγίου Πέτρου Μητροπολίτη Μόσχας, είπατε ότι η διατήρηση και η ενίσχυση της ενότητας της Εκκλησίας θα είναι η προτεραιότητα της αποστολής σας.  Σε αυτό τον αποστολικό αγώνα και την ιερά σας αποστολή το Τμήμα Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων θα παραμείνει το ασφαλές στήριγμά σας

Εν συνεχεία ο Πρόεδρος του ΤΕΕΣ προσέφερε στον Πατριάρχη μια εικόνα του Αγίου Πέτρου.

Από την πλευρά του ο Πατριάρχης Κύριλλος, αναφέρθηκε στις πρώτες του εμπειρίες εκπροσωπήσεως της Ρωσικής Εκκλησίας στο διεθνές χώρο:

«Από το Μάρτιο 1968, όταν με ευλογία των εκκλησιαστικών αρχών έπρεπε να εκπροσωπήσω τη Ρωσική Ορθόδοξη νεολαία σε ένα συνέδριο στην Πράγα, και μεχρι σήμερα συνεχίζεται η άμμεση μου συμμετοχή στις εξωτερικές σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας.

Τώρα έχετε πει κάλα και σωστά, Σεβασμιώτατε, φέροντας ως παράδειγμα ένα πλοίο, το οποίο έχει ανάγκη από τη σύνδεση. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όταν το Τμήμα Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων εργάζεται εκεί, όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας απλά δεν υπάρχει. Αυτό κυρίως αφορά τον κόσμο της πολιτικής, το διάλογο με τις Κυβερνήσεις των ξένων χωρών, με ξένους οργανισμούς, όπου συχνά διατυπώνονται τέτοιες σκέψεις και προτείνονται εκείνα τα πρότυπα συμπεριφοράς, τα οποία έρχονται σε βαθύτατη αντίθεση με τη διδασκαλία του Χριστού».

Σύμφωνα με τον Πατριάρχη η εξωτερική διακονία της Εκκλησίας συνοδεύεται πάντοτε από πολλές δυσκολίες και πειρασμούς.

«Υπάρχουν βέβαια και ψυχολογικές δυσκολίες, τις οποίες αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος, ο οποίος ομιλεί μπροστά σε τεράστιο πολυεθνικό ακροατήριο. Πολλές φορές δεν τον ακούνε, δεν καταλαβαίνουν τι θέλει να πει. Μπορεί απλά να μην προσέχουν εκείνα, τα οποία προσπαθεί να τους περάσει: τι θέλει να μας διδάξει εδώ αυτός ο παράξενος άνθρωπος με γένια και μαύρα ρούχα;», υπογράμμισε ο κ. Κύριλλος.

Επίσης επεσήμανε ότι «μάλιστα σε αυτούς τους παράξενους ανθρώπους με γένια και μακρύ μαύρα ρούχα αναθέτει η Εκκλησία τεράστια ευθύνη να μιλάνε για τη Θεία δικαιοσύνη και να υπερασπίζονται την ιερά  της αλήθεια και την πίστη άπαξ παραδιδομένη σε μάς από τους αποστόλους. Πρόκειται για ένα τεράστιο αγώνα, ο οποίος θέλει βαθιά θεολογική κατάρτιση, την βαθιά πεποίθηση, τη δύναμη του χαρακτήρα και την ικανότητα να πείθει κανείς τους ανθρώπους εκείνή τη στιγμή, όταν καθώς φαίνεται τα λογικά λόγια δε βοηθάνε.»

«Υπάρχει μια άλλη σημαντική διακονία, την οποία επιτελεί το Τμήμα Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας, το οποίο δεν έχει να κάνει με τον έξω κόσμο αλλά αναφέρεται σε όλο το πλήρωμα της Ορθοδοξίας. Σήμερα όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες βιώνουν μια δύσκολη εποχή.

Από τη μία έχουμε ανάγκη από τη μεγαλύτερη συσπείρωση και τη συνεργασία, από την άλλη έχουν μείνει ορισμένες απορίες από το παρελθόν, διαφορετικές απόψεις και προσεγγίσεις.

Πως να ενισχύσουμε την ενότητα της Οικουμενικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, να διασφαλίσουμε την αποφασιστικότητα της διακονίας της υπό τις συνθήκες του σύγχρονου κόσμου και ταυτόχρονα να μην πικραίνουμε, να μην στενοχωρούμε καμία αδελφή τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά αντίθετα, να δώσουμε τη δυνατότητα της υλοποίησης του δικού της δυναμικού της διακονίας, ανεξαρτήτως του μεγέθους της προσφοράς της;

Τεράστιες είναι οι ευθύνες του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων, δηλαδή να υπερασπίζεται μέχρι θανάτου και να διατηρεί την ενότητα της Οικουμενικής Ορθοδοξίας, εμποδίζοντας τους σχισματικούς, τους αιρετικούς και όσους σκέπτονται λανθασμένα, ώστε όλη η Ορθόδοξη Εκκλησία σε όλο τον κόσμο σε ομοφωνία, καθαρότητα και αδελφική επικοινωνία να εργάζεται για να αλλάξουμε τον κόσμο», έκλεισε ο Προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας.

Τέλος αφού ευχήθηκε στα στελέχη του ΤΕΕΣ για την επέτειο, ο Πατριάρχης Κύριλλος ευχαρίστησε τον Πρόεδρο του ΤΕΕΣ για πολλαπλές του επιτυχίες στη θέση του Προέδρου του Τμήματος σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα.

http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=8747:-q-q&catid=13

Δημοσιευμένο στο ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Συντήρηση Ορθοδόξων Ναών από τις αρχές της Μόσχας

Συγγραφέας: kantonopou στις 5th Μαΐου 2011



Διάταγμα για την διατήρηση της πολιτιστική κληρονομιάς υπέγραψε την Τετάρτη 4 Μαΐου 2011, ο Δήμαρχος της Μόσχας Σεργκέι Σομπιανίν.

Στο κατάλογο για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, συμπεριλαμβάνονται 28 ιεροί ναοί και μοναστήρια της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Σύμφωνα με το εν λόγω σχέδιο θα πραγματοποιηθούν εργασίες αποκατάστασης, συντήρηση αγιογραφιών καθώς και αλλαγή υπογείων σωληνώσεων ύδρευσης.

«Ο Δήμαρχος Μόσχας με το διάταγμα που υπέγραψε, θα σώσει πολλές Εκκλησίες της Ρωσικής Εκκλησίας που μέχρι σήμερα αντιμετώπιζαν σημαντικά προβλήματα», σχολίασε χαρακτηριστικά κληρικός του Πατριαρχείου Μόσχας.

http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=8054:2011-05-05-18-23-32&catid=34:2009-12-18-08-37-58

Δημοσιευμένο στο ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιούρι Γκαγκάριν: O πρώτος Ορθόδοξος στο διάστημα

Συγγραφέας: kantonopou στις 12th Απριλίου 2011

Του Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιερόθεου

ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ

Για (και σε) πολλά θέματα γίνεται προπαγάνδα, η οποία αλλοιώνει το περιεχόμενο της είδησης και την χρησιμοποιεί για τους λόγους και τους σκοπούς μιας ιδεολογίας. Το ίδιο έγινε και στο θέμα του Γιούρι Γκαγκάριν.

Ο Γκαγκάριν, όπως όλοι οι παλαιότεροι γνωρίζουμε, ήταν Σοβιετικός, ο πρώτος άνθρωπος που πέταξε στο διάστημα. Την 12η Απριλίου του έτους 1961 έκανε μια τροχιά γύρω από την γη και στην συνέχεια προσγειώθηκε στην Σοβιετική Ένωση. Έγινε γνωστός σε όλον τον κόσμο και ήρωας στην χώρα του. Έκανε περιοδείες σε πολλές χώρες και έγινε βουλευτής στο Ανώτατο Σοβιέτ. Σκοτώθηκε λίγα χρόνια μετά, το 1968, όταν συνετρίβη το μικρό αεροπλάνο κατά μία εκπαιδευτική πτήση.

Ο Γκαγκάριν, εκτός αυτού, έγινε γνωστός για την φράση του που φέρεται ότι είπε ότι «πήγα στο διάστημα, αλλά τον Θεό δεν τον είδα» και η οποία χρησιμοποιήθηκε πολύ από την αθεϊστική προπαγάνδα της εποχής εκείνης. Γράφω «φέρεται ότι είπε», γιατί νεώτερα δημοσιεύματα ισχυρίζονται το αντίθετο.

Συγκεκριμένα, σε άρθρο με τίτλο «Γιούρι Γκαγκάριν ο Χριστιανός» που μετέφρασε η Μαρία Μπινιάρη από το Ιντερφάξ Ρελίτζιον και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Καινή Κτίσις» (Ιούνιος 2007) περιλαμβάνεται η συνέντευξη που έδωσε ο στρατηγός Βαλεντίν Πετρώφ, Καθηγητής της Ακαδημίας Αεροπορίας «Γιούρι Γκαγκάριν» και φίλος του κοσμοναύτη, στην οποία υποστηρίζεται ότι ο Γκαγκάριν ήταν Χριστιανός. Γράφεται, μεταξύ των άλλων, ότι «ο Γκαγκάριν ήταν βαπτισμένος πιστός σ’ όλη του την ζωή… ομολογούσε πάντα τον Θεό, όταν τον προκαλούσαν όπου κι αν ήταν». Και μάλιστα περιγράφεται ένα ταξίδι του την ημέρα των γενεθλίων του το έτος 1964 στην Λαύρα του Αγίου Σεργίου και η συνομιλία που είχε με τον ηγούμενο της Ιεράς Μονής. Όταν ο ηγούμενος είπε: «Ποιός θα πιστέψει αν πω πως ο Γκαγκάριν ήταν στο κελλί μου;», ο Γκαγκάριν απάντησε: «Αυτό είναι γι’ αυτούς που δεν πιστεύουν». Έβγαλε φωτογραφία με τον ηγούμενο και του την έδωσε με αφιέρωση: «Στον ηγούμενο με τις καλύτερες ευχές, Γιούρι Γκαγκάριν».

Ο Γκαγκάριν, κατά την μαρτυρία του φίλου του Πετρώφ «πολλές φορές στις ομιλίες του ιδίως προς τους νέους αλλά και στην κεντρική επιτροπή είχε ανοιχτά πει πως έπρεπε ο ναός του Σωτήρος Χριστού (τον οποίο είχε καταστρέψει το καθεστώς) να ανακαινισθεί σαν μνημείο για τη στρατιωτική νίκη αλλά και σαν ένα καταπληκτικό έργο τέχνης».

Το ερώτημα είναι πως κυκλοφόρησε ότι ο Γκαγκάριν είπε ότι δεν συνάντησε τον Θεό στο διάστημα. Ο Πετρώφ υποστηρίζει ότι δεν είπε ποτέ αυτήν την φράση, αλλά αυτή προήλθε από τα λόγια του Χρουτσώφ. Διηγείται:

«Και αυτή την περίφημη φράση που του χρεώνουν “πήγα στο διάστημα αλλά τον Θεό δεν τον είδα”, αυτή στην πραγματικότητα την είπε ο Χρουτσώφ. Ειπώθηκε κατά την διάρκεια του Κεντρικού Συμβουλίου που ήθελε να περάσει την αντιθρησκευτική προπαγάνδα. Απηύθυνε, λοιπόν, με ειρωνεία την φράση: “Γιατί δεν φρενάρατε μπροστά στον Θεό; Εδώ είναι ο Γκαγκάριν που πέταξε στο διάστημα αλλά δεν είδε τον Θεό πουθενά”. Αμέσως μετά οι κουβέντες αυτές μπήκαν σ’ άλλου στόμα, γιατί περισσότερο θα πίστευαν στα λόγια του Γκαγκάριν παρά στα λόγια του Χρουτσώφ».

Και ο Πετρώφ, φίλος του Γκαγκάριν, που λέγει ότι ήταν ο πρώτος αντιπρόσωπος του στρατού που δέχθηκε την κατήχηση από το Ινστιτούτο του αγίου Σεργίου και ότι πολλοί μαθητές του ζητούν να βαπτισθούν, δίδει την δική του μαρτυρία:

«Κανένα δεν πιέζω, πάντα θυμάμαι ό,τι ο Γιούρι Γκαγκάριν μου είχε πει: “Δεν μπορεί ένας αστροναύτης να αιωρείται στο διάστημα και να μην έχει το Θεό στο νου και την καρδιά του…”».

Από το περιστατικό αυτό φαίνεται πως λειτουργεί η προπαγάνδα που το άσπρο το κάνει μαύρο και το αντίθετο. Η πίστη στον Θεό δεν είναι θέμα αισθήσεων και λογικής, αλλά καρδιάς. Και αυτή η εμπειρία της καρδιάς έχει μεγάλη δύναμη, όχι μόνον να ανατρέπει κάθε μαύρη προπαγάνδα, αλλά και ολόκληρα αθεϊστικά καθεστώτα.

http://www.oodegr.com/oode/epistimi/gagarin1.htm
http://www.parembasis.gr/2007/07_11_07.htm
http://vatopaidi.wordpress.com/2011/04/12/%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9-/#more-67047

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Τελευταία Εξομολόγησις.

Συγγραφέας: kantonopou στις 13th Ιανουαρίου 2011

Το παρακάτω κείμενο είναι μια αληθινή ιστορία, μεταφρασμένη από το παράνομο ρωσικό θρησκευτικό περιοδικό Ελπίδα («Ναντιέζντα») αρ. 9. Αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που περιγράφει την ζωή του π. Αρσενίου, ενός αγίου ιερέως που έδρασε μέσα στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Προτάσσεται μέρος από τον πρόλογο του βιβλίου.

Το να σφραγίσουμε τα χείλη μας θα σήμαινε να πετάξουμε στη λήθη τις θλίψεις, τα βασανιστήρια, τους ασκητικούς αγώνες και τον θάνατο χιλιάδων μαρτύρων που υπέφεραν για τον Χριστό, αλλά και για χάρι δική μας, όσων είμαστε εδώ στη γη. Δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχάσουμε. Πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτούς τους ανθρώπους που βασανίστηκαν. αποτελεί καθήκον μας ενώπιον Θεού και ανθρώπων…

Σ’ αυτά εδώ τα απομνημονεύματα παρουσιάζεται μπροστά μας μόνο ένας από το αναρίθμητο πλήθος των πολεμιστών του Χριστού, του πρώτου ημίσεως της δεκαετίας του ‘60. Πόσοι να είναι άραγε αυτοί που χάθηκαν για χάρι μας;…

Μέσα σ’ ένα διάστημα δεκαεννιά αιώνων η ανθρωπότης συσσώρευσε έναν πλούτο γνώσεως και σοφίας. ο Χριστιανισμός έφερε στους ανθρώπους Φως και Ζωή. Από αυτήν όμως την τεράστια παρακαταθήκη, οι άνθρωποι του εικοστού αιώνος δεν διάλεξαν παρά μόνο την κακία και ονομάζοντάς την επιστημονικό επίτευγμα, κατώρθωσαν να προκαλέσουν φρικτά και παρατεταμένα βασανιστήρια σε χιλιάδες ανθρώπων, και σε πολλούς έναν επώδυνο θάνατο.

Ήταν έργο της θείας Πρόνοιας να περάσω μαζί με τον π. Αρσένιο ένα μικρό διάστημα της κρατήσεώς μου στα στρατόπεδα. Αυτό όμως στάθηκε αρκετό για να έλθω στην πίστι, να γίνω πνευματικό τέκνο του, ν’ ακολουθήσω τα ίχνη του, να καταλάβω και να γίνω μάρτυς της βαθειάς αγάπης του για τον Θεό και για τον πλησίον, για να φθάσω έτσι στην επίγνωσι του τί σημαίνει «Χριστιανός».

Πολλοί από όσους έρχονταν σ’ επαφή με τον π. Αρσένιο —διανοούμενοι, εργάτες, αγρότες, εγκληματίες, πολιτικοί κρατούμενοι, παλαιοί μπολσεβίκοι, στελέχη του κόμματος— γίνονταν πνευματικά τέκνα του, φίλοι του, έρχονταν στην πίστι και τον ακολουθούσαν…

Θα ήταν αυθάδεια να έλεγα ότι εγώ έγραψα ή συγκέντρωσα αυτά που ακολουθούν. Πολλοί, πάρα πολλοί είναι αυτοί που γνώριζαν και αγαπούσαν τον π. Αρσένιο. Αυτοί έγραψαν και συγκέντρωσαν και μου έστειλαν το υλικό. Ό,τι είναι γραμμένο εδώ ανήκει σ’ αυτούς. Εγώ, όπως και όλοι αυτοί που ο π. Αρσένιος ανεγέννησε και έβαλε στο δρόμο της πίστεως, προσπάθησα μόνο να ξεπληρώσω με τους κόπους μου ένα μικρό μέρος του απείρου χρέους μου σε κάποιον που με έσωσε, δίνοντάς μου μια νέα ζωή. Κι αν εσείς διαβάζοντας τα παρακάτω θυμηθήτε στην προσευχή σας τον δούλο του Θεού Αλέξανδρο, αυτό θα είναι για μένα μεγάλη ανταμοιβή.

Η επιθεώρησις τελείωσε. Οι κρατούμενοι ωδηγήθηκαν με φωνές και βία πίσω στους θαλάμους τους, ο καθένας σύμφωνα με τον αριθμό του, και η πόρτα κλειδώθηκε. Υπήρχε ακόμη χρόνος πριν από τον ύπνο για να κουβεντιάσουν μεταξύ τους, ν’ ανταλλάξουν εντυπώσεις από το στρατόπεδο, να πουν τα νέα της ημέρας, να νικήσουν κάποιον στο ντόμινο ή να ξαπλώσουν στις σανίδες της κουκέτας τους και ν’ αναπολήσουν το παρελθόν. Δύο ώρες αργότερα ο ήχος των συνομιλιών ακουγόταν ακόμη, όμως σιγά-σιγά υποχώρησε και βασίλεψε η σιωπή, καθώς οι κρατούμενοι παραδόθηκαν στον ύπνο.

Αρκετή ώρα μετά το κλείδωμα του θαλάμου, ο π. Αρσένιος στάθηκε πλάι στα ξύλινα κρεβάτια και προσευχήθηκε. έπειτα ξάπλωσε κι αυτός και συνεχίζοντας την προσευχή, αποκοιμήθηκε.

Ως συνήθως, ήταν ένας ύπνος ανήσυχος. Γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα ένιωσε κάποιον να τον σκουντάη. Ανακάθισε και αντίκρυσε την ανήσυχη σιλουέτα ενός ανθρώπου που ψιθύριζε:

«Πάμε γρήγορα! Ο διπλανός μου πεθαίνει και σε ζητάει!».

Βρήκαν τον ετοιμοθάνατο στην άλλη άκρη του θαλάμου. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα. η αναπνοή του ήταν βαρειά και ακανόνιστη, τα μάτια του διάπλατα ανοικτά, κατά τρόπο αφύσικο.

«Με συγχωρείς… Σε χρειάζομαι… Πεθαίνω…». Κοίταξε τον π. Αρσένιο και πρόσθεσε σταθερά: «Κάθησε».

Ο π. Αρσένιος κάθησε στην άκρη του κρεβατιού. Το φως από τον διάδρομο παίρνοντας σχήμα ανάμεσα από τις κουκέτες φώτιζε αδύναμα το πρόσωπο του ετοιμοθανάτου κρατουμένου, που καλυπτόταν από χονδρές σταγόνες ιδρώτος. Τα μαλλιά του ήταν ανακατωμένα, τα χείλη του σφιγμένα από τον πόνο. Ήταν εξαντλημένος και το πρόσωπό του είχε μια νεκρική χλωμάδα. Τα μάτια του όμως ήταν διάπλατα ανοιχτά και κοιτούσαν τον π. Αρσένιο σαν δύο αναμμένοι πυρσοί. Σ’ αυτά τα δύο μάτια αντικατοπτριζόταν τώρα όλη η πορεία της επίγειας ζωής του. Πέθαινε. Άφηνε αυτή τη ζωή κουρασμένος και γεμάτος πόνο. Αλλά κρατιόταν ακόμα από μια τελευταία επιθυμία: να δώση λόγο για όλα στον Θεό.

«Εξομολόγησέ με, συγχώρησε τις αμαρτίες μου. Είμαι μοναχός με μυστική κουρά».

Οι διπλανοί του κρατούμενοι πήγαν να κοιμηθούν αλλού. Όλοι έβλεπαν ότι ο θάνατος είχε φθάσει. Ακόμη και σ’ ένα θάλαμο στρατοπέδου κρατουμένων υπήρχε ευσπλαχνία και συμπάθεια για τον ετοιμοθάνατο.

Πλησιάζοντας πιο κοντά στον μοναχό και χαϊδεύοντας τα κοντά, ανακατωμένα μαλλιά του, ο π. Αρσένιος έσιαξε την τριμμένη κουβέρτα. Με το χέρι του πάνω στο κεφάλι του μοναχού διάβασε ψιθυριστά τις ευχές και συγκεντρώνοντας την προσοχή του, ετοιμάστηκε ν’ ακούση την εξομολόγησι.

«Η καρδιά μου… Δεν χτυπάει καλά…» ψιθύρισε ο ετοιμοθάνατος μοναχός και λέγοντας το μοναχικό του όνομα, «Μιχαήλ», άρχισε την εξομολόγησί του.

Σκύβοντας πάνω από την ξαπλωμένη σι­λουέττα ο π. Αρσένιος παρακολουθούσε με προσοχή την φωνή που μόλις ακουγόταν, ενώ άθελά του κοίταζε μέσα στα μάτια του Μιχαήλ. Μερικές φορές ο ψίθυρος σταματούσε και το μόνο που ακουγόταν ήταν το σφύριγμα από το στήθος του. Ο Μιχαήλ έπαιρνε απεγνωσμένα αέρα από το στόμα του. Άλλοτε πάλι σώπαινε εντελώς και φαινόταν σαν να είχε έρθει ο θάνατος. Τα μάτια του όμως συνέχιζαν να κινούνται και κοιτάζοντας μέσα σ’ αυτά ο π. Αρσένιος διάβαζε όλα όσα ο ψίθυρος προσπαθούσε να εκφράση.

Ο π. Αρσένιος είχε εξομολογήσει πολλούς στα τελευταία τους και αυτού του είδους οι εξομολογήσεις ήταν πάντα κάτι το βαθειά συγκινητικό. Τώρα όμως, ακούγοντας την εξομολόγησι του Μιχαήλ, ο π. Αρσένιος έβλεπε ξεκάθαρα ότι μπροστά του βρισκόταν ένας άνθρωπος που είχε φτάσει σε σπάνια επίπεδα πνευματικής τελειώσεως.

Ένας άνθρωπος δίκαιος πέθαινε, ένας άνθρωπος προσευχής, ένας άνθρωπος που είχε αφιερώσει τη ζωή του στον Θεό και στον συνάνθρωπο μέχρι τελευταίας πνοής.

Ένας άνθρωπος δίκαιος πέθαινε και ο π. Αρσένιος άρχισε να συνειδητοποιή ότι ο ιερεύς Αρσένιος ήταν μικρός και ασήμαντος μπροστά του, ότι δεν ήταν καν άξιος να φιλήση την άκρη των ενδυμάτων του.

Ο ψίθυρος διακοβόταν όλο και πιο συχνά, αλλά τα μάτια έλαμπαν από ζωή και μέσα τους, μέσα σ’ αυτά τα δύο μάτια, ο π. Αρσένιος, όπως και πριν, τα διάβαζε όλα. όλα όσα ο ετοιμοθάνατος λαχταρούσε να εκφράση.

Στην εξομολόγησί του ο Μιχαήλ έγινε δικαστής του εαυτού του. και τον δίκασε αυστηρά, χωρίς έλεος. Μερικές φορές έμοιαζε σαν να απομακρυνόταν απ’ τον εαυτό του, σαν να ‘βλεπε κάποιον άλλον να πεθαίνη. Κι ήταν εκείνον τον άλλον που δίκαζαν τώρα μαζί με τον π. Αρσένιο.

Ο π. Αρσένιος έβλεπε την επίγεια ζωή του Μιχαήλ σαν ένα καράβι βαρυφορτωμένο με βάσανα και θλίψεις —παλιές και τωρινές— να απομακρύνεται πια απ’ αυτόν και να κατευθύνεται προς τη μακρυνή χώρα της λησμοσύνης. Τώρα έμενε μόνο να πετάξη έξω όλα τα άχρηστα, όλα τα περιττά και επουσιώδη και να παραδώση τα χρήσιμα στα χέρια του ιερέως, που ενδεδυμένος με την δύναμι του Θεού θα του έδινε την συγχώρησι και την άφεσι όλων όσων είχε διαπράξει.

Στα λίγα λεπτά ζωής που του έμεναν ο μοναχός Μιχαήλ έπρεπε να τα παραδώση όλα στον π. Αρσένιο, να τα απλώση όλα ανοιχτά μπροστά στον Θεό, να αναγνωρί­ση τις αμαρτίες του και έχοντας καθαρίσει τον εαυτό του στο δικαστήριο της δικής του συνειδήσεως, να σταθή κατόπιν μπροστά στο Κριτήριο του Θεού.

Ένας κρατούμενος πέθαινε, όπως ακριβώς και τόσοι άλλοι είχαν πεθάνει μπροστά στα μάτια του π. Αρσενίου. Τούτος ο θάνατος όμως τον επηρέασε, όσο ποτέ κανένας άλλος. Έτρεμε καθώς συνειδητοποιούσε ότι ο Κύριος με το πολύ έλεός Του, τον είχε αξιώσει να εξομολογήση κάποιον που ανήκε στη χορεία των δικαίων.

Τούτη τη φορά ο Κύριος απεκάλυπτε έναν μεγάλο Του θησαυρό, που τόσο καιρό και με τόση αγάπη είχε καλλιεργήσει. Έδειχνε σε ποια ύψη πνευματικής τελειότητος μπορούν να φθάσουν όσοι αγαπούν τον Θεό με αγάπη ανεξάντλητη, όσοι σηκώνουν τον ζυγό και το φορτίο του Χριστού και τα βαστάζουν μέχρι τέλους. Όλα αυτά ο π. Αρσένιος τα έβλεπε και τα καταλάβαινε.

Οι απίστευτα πολύπλοκες περιστάσεις της σύγχρονης ζωής, μόνο εμπόδια και προσκόμματα θα μπορούσαν να έχουν προσφέρει στην κατά Θεόν πορεία κάποιου: επαναστατικές ζυμώσεις, προσωπολατρείες, πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις, επίσημη αθεΐα του κράτους, ποδοπάτημα της πίστεως, ηθική κατάπτωσις, διαρκής αστυνόμευσις και καταδόσεις, έλλειψις πνευματικού οδηγού. Η εξομολόγησις του ετοιμοθανάτου μοναχού ωστόσο έδειχνε ότι ένας άνθρωπος με βαθειά πίστι, μπορεί όλα αυτά, κάθε τι που θα σταθή στον δρόμο του, να τα υπερνίκηση και να είναι κοντά στον Θεό.

Δεν ήταν ούτε σκήτη ούτε απομονωμένο μοναστήρι ο χώρος όπου ο Μιχαήλ είχε διανύσει την κατά Θεόν πορεία του. Αντίθετα, ήταν ο θόρυβος της ζωής, η βρωμιά της, η σκληρή μάχη με τις γύρω δυνάμεις του κακού, την άρνησι και την στρατευμένη αθεΐα. Είχε δεχθή πολύ λίγη πνευματική καθοδήγησι. Υπήρξαν κατά διαστήματα κάποιες συναντήσεις με δύο-τρεις ιερείς και ένας σχεδόν ολόκληρος χρόνος που τον πέρασε χαρούμενα σε στενή επικοινωνία με τον επίσκοπο Θεόδωρο, ο οποίος και τον έκειρε μοναχό. Αλλά μετά από τα δύο-τρία σύντομα γράμματα του επισκόπου απέμεινε μόνο ο ακλόνητος και φλογερός πόθος του να προχωρή μπροστά, όλο μπροστά, στον δρόμο προς τον Κύριο.

«Ακολούθησα άραγε τον δρόμο της πίστεως; Πήρα σωστά τον δρόμο του Θεού; Ή μήπως έχασα τον δρόμο; Δεν ξέρω», είπε ο Μιχαήλ. Ο π. Αρσένιος όμως έβλεπε ότι ο Μιχαήλ όχι μόνο δεν είχε παρεκκλίνει καθόλου από τον δρόμο που του είχε δείξει ο επίσκοπος Θεόδωρος, αλλά είχε κιόλας προχωρήσει πάρα πολύ σ’ αυτόν, έχοντας φθάσει και ξεπεράσει τους οδηγούς του.

Ολόκληρη η ζωή του Μιχαήλ ήταν μία μάχη «εν πορεία», μία μάχη για πνευματική και ηθική τελείωσι μέσα στη βαναυσότητα της σύγχρονης ζωής. Και ο π. Αρσένιος καταλάβαινε ότι ο Μιχαήλ είχε κερδίσει αυτή τη μάχη, τη μάχη που έδωσε μόνος εναντίον του κακού που τον περικύκλωνε. Καθώς έζησε μέσα στον κόσμο, αφιερώθηκε στην επιτέλεσι αγαθοεργιών στο όνομα του Κυρίου. Κράτησε μέσα στην καρδιά του σαν αναμμένο πυρσό τα λόγια του Αποστόλου: «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού».

Ο π. Αρσένιος συνειδητοποιούσε το μεγαλείο, την τελειότητα του πνεύματος του Μιχαήλ. Με τον ίδιο τρόπο αναγνώριζε και τη δική του αθλιότητα και ικέτευε θερμά τον Κύριο να δώση σ’ αυτόν, τον ιερέα Του Αρσένιο, τη δύναμι να ανακουφίση τα βάσανα του μοναχού σ’ αυτές τις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής του. Ήταν στιγμές που ο π. Αρσένιος αισθανόταν εντελώς ανήμπορος. Την ίδια ώρα όμως ένιωθε να εμψυχώνεται από την παρουσία του Μιχαήλ, του οποίου η επιθανάτια εξο­μολόγησι απεκάλυπτε μπροστά του τις θαυμαστές οδούς του Κυρίου, διδάσκοντας και οδηγώντας τον στο δρόμο της ολοκληρωτικής αφιερώσεως.

Έφτασε και η ώρα που ο Μιχαήλ είχε πια παραδώσει στον ιερέα —και δια μέσου εκείνου στον Θεό— όλα όσα βάραιναν την καρδιά του. Τα μάτια του κοίταζαν ερωτηματικά τον π. Αρσένιο. Ως ιερεύς, παίρνοντας από τον ετοιμοθάνατο μοναχό το φορτίο των αμαρτιών του και κρατώντας το στα χέρια του, ο π. Αρσένιος έτρεμε. Έτρεμε πάλι με την επίγνωσι της αναξιότητος και ανθρώπινης αδυναμίας του. Απαγγέλλοντας την συγχωρητική ευχή στον δούλο του Θεού Μιχαήλ μοναχό, ο π. Αρσένιος από μέσα του έκλαιγε. Κατόπιν, μη μπορώντας να κρατηθή, ξέσπασε σε δάκρυα.

Ο Μιχαήλ σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε προς τον π. Αρσένιο. «Ευχαριστώ… Ειρήνευε… Ήρθε η ώρα… Προσεύχου για μένα όσο πατάς σ’ αυτή τη γη. Έχεις ακόμη πολύ δρόμο μπροστά σου… Σε παρακαλώ, πάρε το κασκέτο μου. Εκεί μέσα είναι ένα σημείωμα προς δύο ανθρώπους με μεγάλη ψυχή και μεγάλη πίστι. Πολύ μεγάλη. Όταν αφεθής ελεύθερος, πήγαινέ τους το σημείωμα αυτό. Σε χρειάζονται και τους χρειάζεσαι… Ράψε πάλι τον αριθμό στο κασκέτο. Και προσεύχου στον Κύριο για τον μοναχό Μιχαήλ».

Καθ’ όλη τη διάρκεια της εξομολογήσεως έμοιαζε σαν να ήταν μόνοι τους. σαν τάχα ο θάλαμος και οι ένοικοί του, όλη η ατμόσφαιρα της φυλακής, όλα να είχαν γίνει πολύ απόμακρα. όλα να είχαν περιέλθει σ’ ένα είδος ανυπαρξίας. Παρέμενε μόνο η παρουσία του Θεού, η προσευχή των καρδιών τους και η σιωπηλή πνευματική ένωσι που τους έδενε και τους έφερνε ενώ­πιον του Κυρίου.

Κάθε αγωνία και ταραχή σταμάτησε. κάθε τι γήινο χάθηκε. Υπήρχε ο Θεός. Και τώρα η μία ψυχή πήγαινε να Τον συναντή­ση, ενώ η άλλη αξιωνόταν να παρακολου­θήση ένα μεγάλο μυστήριο: τον θάνατο, την αναχώρησι από την ζωή.

Ο ετοιμοθάνατος μοναχός κράτησε σφιχτά το χέρι του π. Αρσενίου και προσευχήθηκε. Προσευχήθηκε με τόση αυτοσυγκέντρωση ώστε αποξενώθηκε εντελώς από το περιβάλλον.

Εσωτερικά ο π. Αρσένιος πλησίασε ακόμα πιο πολύ κοντά του. Με ευλάβεια και χωρίς διαλογισμούς, πάλευε ν’ ακολουθήση τον μοναχό στην προσευχή του.

Έπειτα ήρθε η στιγμή του θανάτου. Τα μάτια του ετοιμοθάνατου φωτίσθηκαν έντονα

με μια ήρεμη έκστασι. Τα λόγια του μόλις ακούγονταν: «Κύριε, μη με απόρριψης!».

Ανασηκώνοντας το κορμί του από το κρεβάτι, ο Μιχαήλ άνοιξε τα χέρια και επανέλαβε δυνατά: «Κύριε! Κύριε!». Άδραξε πάλι μπροστά, αλλά την επόμενη στιγμή έπεσε πίσω ανάσκελα και το κορμί του αμέσως χαλάρωσε.

Συγκλονισμένος ο π. Αρσένιος έπεσε στα γόνατα και άρχισε να προσεύχεται. όχι για την ψυχή και την σωτηρία του κοιμηθέντος μοναχού, αλλά για να ευχαριστήση. Να ευχαριστήση για το μεγάλο δώρο, να αξιωθή να δη εκείνο που είναι αθέατο στα μάτια και ακατανόητο στον νου, εκείνο που είναι το πιο κρυφό απ’ όλα τα μυστήρια: τον θάνατο του δικαίου.

Όταν σηκώθηκε ο π. Αρσένιος, έσκυψε πάνω στο σώμα του νεκρού Μιχαήλ. Τα μάτια του ήταν ακόμη ανοιχτά, ακόμη γεμάτα φως. Όμως το φως σιγά-σιγά χλώμιαζε και την θέσι του έπαιρνε μια ανεπαίσθητη καταχνιά. Τα βλέφαρα έκλεισαν αργά, μια σκιά διέτρεξε το πρόσωπο, και στο πέρασμά της εκείνο έγινε αμέσως επιβλητικό, γαλήνιο, θριαμβευτικό.

Σκυμμένος πάνω στο λείψανο ο π. Αρσένιος προσευχόταν. Αν και μόλις είχε γίνει μάρτυς του θανάτου αυτού του νέου μοναχού, δεν ένιωθε λύπη. Αντίθετα, ήταν γεμάτος από ειρήνη και εσωτερική αγαλλίασι. Είχε γνωρίσει έναν δίκαιο του Θεού, είχε γευθή το έλεός Του, είχε δει την δόξα Του.

Προσεκτικά ο π. Αρσένιος τακτοποίησε τα ρούχα στο σώμα του νεκρού, έκανε βαθειά υπόκλισι μπροστά του και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ήταν ακόμη στο θάλαμο ενός στρατοπέδου «με αυστηρό καθεστώς κρατήσεως». Σαν αστραπή πέρασε η σκέψις από το μυαλό του: Αυτό το στρατόπεδο είχε μόλις δεχθή μιαν επίσκεψι του Θεού, τον ίδιο τον Κύριο, που είχε έρθει να παραλάβη την ψυχή του δικαίου Μιχαήλ.

Μόνο λίγη ώρα απόμενε μέχρι το εγερτήριο. Ο π. Αρσένιος πήρε το κασκέτο του Μιχαήλ, τύπωσε στη μνήμη τον αριθμό και πήγε να ενημερώση τον θαλαμάρχη για τον θάνατο. Ο θαλαμάρχης, ο αρχαιότερος των καταδίκων, ρώτησε τον αριθμό του νεκρού και εξέφρασε την συμπάθειά του.

Οι θάλαμοι ξεκλειδώθηκαν. Οι κρατούμενοι έτρεξαν έξω για την επιθεώρησι και μπήκαν γρήγορα σε σειρές. Ο θαλαμάρχης πλησίασε τους επιθεωρητές που στέκονταν στην είσοδο του θαλάμου και ανέφερε: «Έχουμε έναν νεκρό, αριθμός Β 382″.

Ένας από τους επιθεωρητές μπήκε στο θάλαμο, κοίταξε τον νεκρό, σκούντησε το λείψανο με τη μύτη της μπότας του και έφυγε. Δύο ώρες αργότερα έφθασε ένα έλκυθρο για να πάρη το πτώμα. Ένας γιατρός των φυλακών, από τους καλούμενους «εθελοντές εργασίας», μπήκε μέσα, διάβηκε με το βλέμμα του απρόσεκτα το νεκρό σώμα, σήκωσε λίγο το ένα βλέφαρο με το κλεισμένο σε γάντι χέρι του και μ’ ένα τόνο απαρέσκειας είπε στην ομάδα υπηρεσίας: «Γρήγορα, βάλτε το στο κάρρο».

Διάφορα πτώματα κοίτονταν ήδη πάνω στο έλκυθρο. Το σώμα του Μιχαήλ μεταφέρθηκε έξω και τοποθετήθηκε πάνω στα άλλα. Ο οδηγός πήρε θέσι ισορροπώντας τα πόδια του επάνω στα πτώματα, που είχαν ήδη ξυλιάσει από το κρύο.

Έπεφτε ψιλό χιόνι και καθώς ακουμπούσε στα πρόσωπα των νεκρών, έλυωνε αργά. Ήταν σαν να έκλαιγαν. Κοντά στους θαλάμους στέκονταν ακόμα οι επιθεωρητές, που συζητούσαν με τον γιατρό, οι κρατούμενοι υπηρεσίας και ο π. Αρσένιος που έσφιγγε τα χέρια του στο στήθος και προσευχόταν σιωπηλά.

Το έλκυθρο άρχισε να κινήται. Κάνοντας μια βαθειά υπόκλισι ο π. Αρσένιος ευλόγησε τα άψυχα σώματα και γύρισε πίσω στον θάλαμο. Ο οδηγός τίναξε τα χαλινάρια και έκανε τα άλογα να ξεκινήσουν ξεστομίζοντας μια βρισιά. Το έλκυ­θρο απομακρύνθηκε αργά και χάθηκε από τη ματιά.

Από το Περιοδικό: “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”, ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ, ΤΕΥΧΟΣ 6

http://www.impantokratoros.gr/telytaia-eksomologishn.el.aspx

Δημοσιευμένο στο ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Πατριάρχης Μόσχας επιπλήττει το Δικαστήριο του Στρασβούργου

Συγγραφέας: kantonopou στις 17th Δεκεμβρίου 2009

ro1.jpg Ο Πατριάρχης Μόσχας και Πασών των Ρωσιών κ. Κύριλλος, πιστεύει ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα των πιστών.

Συγκεκριμένα ο Πατριάρχης Κύριλλος, σε συγχαρητήρια επιστολή του προς τον νεοεκλεγέντα γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης κ. Thorbjørn Jagland μεταξύ άλλων τονίζει: «η φετινή επέτειος των 60 χρόνων είναι μια ευκαιρία για έντονο προβληματισμό σχετικά με το περιεχόμενο των δραστηριοτήτων του τώρα, αλλά και τις προοπτικές για το μέλλον».

«Είμαστε πεπεισμένοι ότι υπάρχει ανάγκη για πλήρη προστασία της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον σύγχρονο κόσμο», συνεχίζει ο Πατριάρχης Μόσχας.

Ο Προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας, στην επιστολή του υπενθυμίζει ότι τα τελευταία χρόνια, «η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει καταβάλει μεγάλες προσπάθειες προκειμένου να κατανοήσει την κοσμική έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και να εξετάσει υπό το φως του Χριστιανικού δόγματος την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Το αποτέλεσμα ήταν η έγκριση το 2008, στη Σύνοδο των Επισκόπων της Ρωσικής Εκκλησίας, του εγγράφου οι «Βασικές αρχές της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Ο Πατριάρχης Μόσχας, εξέφρασε την ελπίδα ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης, «θα αντιμετωπίσει με σοβαρότητα το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, το οποίο απευθύνεται σε όλους όσους ενδιαφέρονται για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα».«Κατά την άποψη μας, το Δικαστήριο μερικές φορές χρησιμοποιεί διαφορετικές ερμηνείες των ατομικών δικαιωμάτων, εις βάρος των συλλογικών δικαιωμάτων των παραδοσιακών θρησκευτικών οργανώσεων, που έχουν ρίζες στην ιστορία και το πολιτισμό των ευρωπαϊκών λαών», αναφέρει ακόμη στην επιστολή του ο Πατριάρχης.

Ακόμη τονίζει: «Εδώ είναι μια ανάγκη για μια σοβαρή συζήτηση σχετικά με τα ζητήματα και την πρακτική δικαστηρίων στα οποία οι κοσμικοί νόμοι εισάγουν τον τομέα του κανονικού νόμου και των ηθικών και πνευματικών αιωνόβιων παραδόσεων των ευρωπαϊκών λαών».

Επίσης, ο Πατριάρχης Μόσχας και Πασών των Ρωσιών κ. Κύριλλος, αναφέρει: «Είμαστε πεπεισμένοι ότι η αδιαφορία των ηθικών πτυχών των ανθρώπινων δικαιωμάτων, είναι γεμάτη με την υπονόμευση της αρχής της ίδιας της έννοιας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, που έχει γίνει ένα από τα επιτεύγματα στη σύγχρονη ιστορία».

«Ελπίζουμε, ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης θα επιταχύνει τις προσπάθειές του προς την εφαρμογή της πρότασης που έχει γίνει επανειλημμένα με τα εργαλεία οργάνωσης Συμβουλίου της Ευρώπης, για μόνιμη και συστηματική συνεργασία με τις θρησκευτικές οργανώσεις που αντιπροσωπεύουν τις κύριες ευρωπαϊκές θρησκευτικές παραδόσεις», ανέφερε κλείνοντας ο Προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας.

Να σημειωθεί, ότι την επιστολή του Πατριάρχη παρέδωσε χθες στο γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Μόσχας στην Ευρώπη π. Φιλάρετος Μπουλέκοφ.

Τέλος, συζητήθηκε μια επικείμενη συνάντηση αντιπροσωπείας του Συμβουλίου της Ευρώπης με τον Πατριάρχη Μόσχας κ. Κύριλλο. 

Πηγή:http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3715

Δημοσιευμένο στο ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ρωσία: Η χήρα του Σολτσενίτσιν «μικραίνει» το βιβλίο «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ» ώστε να χρησιμοποιείται εύκολα στη διδακτέα ύλη των ρωσικών σχολείων

Συγγραφέας: kantonopou στις 16th Δεκεμβρίου 2009

r4.jpg Η χήρα του ρώσου συγγραφέα Αλεξάντερ Σολτσενίτσιν ανακοίνωσε ότι έχει κάνει μια συντομευμένη εκδοχή του γνωστού έργου του συζύγου της «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ» ώστε να μπορεί να μελετάται εύκολα στα ρωσικά σχολεία το βιβλίο αυτό, που καταπιάνεται και καταγγέλλει τους μηχανισμούς του συγκεντρωτικού σοβιετικού συστήματος.«Θα χωριστεί το τεράστιο αυτό έργο σε πέντε τμήματα και ελπίζω ότι θα κρατηθεί επακριβώς όλο το πνεύμα του συγγραφέα, χωρίς να χαθεί τίποτε από τη ζεστασιά, το θυμό, το πάθος και το χιούμορ του πρωτότυπου έργου», υποσχέθηκε η Νατάλια Σολτσενίτσινα μιλώντας σε τοπική καθημερινή εφημερίδα.

Το «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ θα γίνει τώρα τόσο λεπτό βιβλίο που πιστεύω ότι θα διευκολύνονται πολύ οι μαθητές που θέλουν να το διαβάσουν», πρόσθεσε η κ. Σολτσενίτσινα.

Δυο ακόμα βιβλία του συγγραφέα το «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» και «Το σπίτι της Ματριόνα» – και τα δύο επικριτικά στο κομμουνιστικό καθεστώς – αποτελούν μέρος της διδακτέας ύλης στα ρωσικά σχολεία.

Τα έργα του πάντως εξακολουθούν να είναι αμφιλεγόμενα στη Ρωσία, όπου ο Ιωσήφ Στάλιν εξακολουθεί να λατρεύεται, κυρίως για το ρόλο του στην ήττα του Ναζισμού κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Υπενθυμίζεται ότι ο Αλεξάντερ Σολτσενίτσιν έχασε την σοβιετική υπηκοότητα και απελάθηκε από την τότε ΕΣΣΔ το 1974, έζησε 20 χρόνια εξόριστος στη Γερμανία και στην Ελβετία, κατόπιν στις ΗΠΑ και επανήλθε στη Ρωσία το 1994 μετά την πτώση της ΕΣΣΔ.

Πηγή:http://www.russian.gr

Δημοσιευμένο στο ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ουκρανία λέει όχι στο χωρισμό από τη Ρωσική Εκκλησία

Συγγραφέας: kantonopou στις 2nd Δεκεμβρίου 2009

5ti1.jpg  Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρεί τη θέση της που αφορά το κανονικό καθεστώς της, το καθοριζόμενο στον Καταστατικό Χάρτη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, το οποίο υιοθετήθηκε από την Τοπική Σύνοδο της 28ης Ιανουαρίου 2009.

«Πιστεύουμε ότι όποια αναθεώρηση του υπάρχοντος κανονικού καθεστώτος της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, δεν είναι καλό για την εκκλησιαστική ζωή της Ουκρανίας. Για τον λόγο αυτό υπενθυμίζουμε στο ποίμνιό μας, ότι η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Αυτοκέφαλο Τμήμα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, με τα δικαιώματα ευρείας αυτονομίας, όπως καθαρά δηλώνεται στον Καταστατικό Χάρτη της Ρωσικής Εκκλησίας», αναφέρει η Ιερά Σύνοδος της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας στην απόφασή της.Επίσης, στην απόφαση μεταξύ άλλων αναφέρεται, ότι η Ουκρανική Εκκλησία είναι ενωμένη με το «Εις μιαν Αγίαν Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», με την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία.

«Η Εκκλησία μας είναι ενωμένη με την Παγκόσμια Ορθοδοξία και συγκεκριμένα μέσα από δεσμούς κανονικούς, αλλά και δεσμούς αφοσίωσης με την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία», συνεχίζει η απόφαση της Ουκρανικής Εκκλησίας.

Ακόμη, η Ιερά Σύνοδος της Ουκρανικής Εκκλησίας πιστεύει ότι το παρόν καθεστώς της «είναι ευνοϊκότερο για την πληρότητα της σωτηριολογικής αποστολής της, στο σύγχρονο Ουκρανικό Κράτος».

Τέλος, η Συνοδική απόφαση αναφέρει ότι σκοπός του διαλόγου της Ουκρανικής Εκκλησίας, με τις μη κανονικές Εκκλησιαστικές ομάδες «δεν είναι η επιθυμία να αποσχιστούμε από την πλήρη κοινωνία με την Ρωσική Εκκλησία, αλλά η επιθυμία να επανασυγκροτήσουμε την ενότητα της Εκκλησίας».

Πηγή:http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3590&Itemid=1

Δημοσιευμένο στο ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »