kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Αρχεία για 'ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ' Κατηγορία

Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, Μυστικισμός

Συγγραφέας: kantonopou στις 18th Μαΐου 2012

Ορισμός – Χαρακτηριστικά

Σκοπός του Μυστικισμού είναι η βιωματική, υπαρξιακή αναζήτηση, η άμεση σχέση και η πνευματική ένωση με τον Θεό η το θείο· αυτή επιδιώκεται με αυτοσυγκέντρωση, προσευχή, απάθεια, θεωρία, έκσταση. Ο Μυστικισμός αποτελεί συνήθως το διαισθητικό στοιχείο στη θρησκευτική εμπειρία και εμφανίζεται σε όλες σχεδόν τις θρησκείες, από τις πιο πρωτόγονες έως τις πιο εξελιγμένες. Κάποτε αναπηδά μέσα από πετρώδεις περιοχές μιας εξωτερικής θρησκευτικότητας, δίνοντας νέα άνθηση στο θρησκευτικό αίσθημα.

Λόγω των ποικίλων μορφών με τις όποιες εμφανίζεται στην Ιστορία των Θρησκευμάτων και των αντιφατικών στοιχείων τα όποια κάποτε περιλαμβάνει, δεν υπάρχει γενικά αποδεκτός ορισμός. Κατά κανόνα ο Μυστικισμός, ο όποιος εκφράζει την άμεση εμπειρία και σχέση του ανθρώπου με το Άγιο, διαφέρει από την αποκρυφιστική μυστικοπάθεια και τις απόκρυφες δοξασίες και τεχνικές.

Η σχέση Μυστικισμού και οργανωμένης θρησκείας εμφανίζεται ιδιότυπη, ένα μείγμα σεβασμού και δυσπιστίας. Συνήθως, ένα αληθινά θρησκευόμενο πρόσωπο έχει φλέβα μυστική, και ένας δονούμενος από τη βίωση του Αγίου μυστικός είναι έντονα θρησκευτική προσωπικότητα. Παρά ταύτα δεν πρέπει να συγχέεται η εν γένει θρησκευτικότητα με τον Μυστικισμό. Η θρησκεία είναι ένα πολύ ευρύτερο φαινόμενο. Όπως, εξάλλου, υπάρχουν μορφές μυστικισμού μη θρησκευτικές.

Δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία ως προς τα χαρακτηριστικά του Μυστικισμού. Η W.R. Inge (1889) είχε διακρίνει: Πρώτον, την εσωτερική γνώση. Δεύτερον, την ησυχία. Τρίτον, την ενδοσκόπηση. Και τέταρτον, την περιφρόνηση και παραμέληση των υλικών πραγμάτων. Στον 20ό αι. ως χαρακτηριστικά του Μυστικισμού αναγνωρίζονται συνήθως τα επισημανθέντα από τον W. James (1902): 1. Το ανέκφραστο (ineffability). 2. Το νοητικό στοιχείο (noetic), εφόσον η μυστική εμπειρία επιζητεί μιά ολική αντίληψη του σύμπαντος, που ασφαλώς ανήκει στη νοητική σφαίρα. 3. Η παθητικότητα (passivity). 4. Η παροδικότητα (transiency). Τελευταίως, ο L. Duprey (1987) προτείνει στη θέση της παροδικότητας την έννοια της ρυθμικότητας (rythmic), διότι η εμπειρία αυτή επανέρχεται με κάποιο ρυθμό. Και ακόμη προσθέτει ως 5, την ολοκλήρωση (integration), διευκρινίζοντας ότι η μυστική συνείδηση επιτυγχάνει να υπερβεί διάφορες αντιθέσεις και με την ενόραση να τις συνθέσει.

Πολλοί υποστήριξαν ότι υπάρχει κοινός παρονομαστής κάτω από τις πιο ποικίλες μορφές Μυστικισμού. Όσο όμως και αν διαπιστώνονται κοινά γνωρίσματα στη μυστική εμπειρία διαφόρων θρησκευτικών συστημάτων, σοβαρές επίσης είναι και οι αποκλίσεις, οι ιδιαίτεροι χρωματισμοί. Η κάθε μυστική εμπειρία διατηρεί κάτι το ειδικό, το προσωπικό.

Μέσα στον θρησκευτικό μυστικισμό διακρίνονται καθαρά δύο ρεύματα: το ενα, που γενικά θα μπορούσε να ονομασθεί μονιστικής ή μονιστικιζούσης κατευθύνσεως (Νεοπλατωνισμός, ινδουιστική Αντβάιτα, Ταοϊσμός), και το άλλο το θεϊστικό, που αναπτύχθηκε στις προφητικές θρησκείες. Στο πρώτο, το μυστικό βίωμα κορυφώνεται στον πλήρη αφανισμό του ανθρώπινου εγώ μέσα στην απόλυτη Αρχή ή το θείο Πνεύμα. Στο δεύτερο, η ανθρώπινη προσωπικότητα εξυψώνεται και διατηρείται ενωμένη με τον Θεό. Ανάλογα με τον βαθμό της συμμετοχής του Μυστικού στη διαδικασία για την επιστροφή του στον Θεό, ο Μυστικισμός εμφανίζεται ως ενεργητικός, θεωρητικός ή ησυχαστικός.

Ως προς τους εξωτερικούς τύπους, διακρίνονται:

1. Θεωρητικές και διανοητικές μορφές Μυστικισμού, στις όποιες αναζητείται μια συνεκτική ενότητα. Και εδώ αναπτύχθηκαν ήπιοι η ακραίοι, εξωστρεφείς ή εσωστρεφείς, θεϊστικοί ή μη θεϊστικοί τύποι.

2. Μορφές αφοσιώσεως, που τονίζουν το συναισθηματικό στοιχείο και επιζητούν την προσέγγιση του Απολύτου με την αγάπη.

3. Εκστατικές και ερωτικές μορφές, πού προκαλούν ερωτικά αισθήματα και εξάρσεις. Μερικές φορές οι δύο τελευταίοι τύποι συγχέονται.

Η μυστική εμπειρία συχνά αναπτύσσει μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση τη συναίσθηση της παγκοσμιότητας και της ενότητας με όλους τους ανθρώπους. Συνήθως, στις πνευματικότερες μορφές μυστικισμού δεσπόζει ειρηνική, ενοποιός διάθεση. Οι μυστικές εμπνεύσεις ζωογονούν το θρησκευτικό βίωμα, κρίνουν και υπερβαίνουν τις παραδοσιακές θρησκευτικές δομές, κάποτε αμφισβητούν και σείουν τη συμβατική εξωτερική θρησκευτικότητα, ενώ δεν λείπουν και οι επικίνδυνες παρεκκλίσεις.

Ίχνη Μυστικισμού σε πρωτόγονους πολιτισμούς

Η βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος μπορεί να επικοινωνήσει με μιά υπέρτερη δύναμη, να την προσοικειωθεί, να υπερβεί τα όρια του σώματος του, να ενωθεί με μιά θεότητα, συναντάται ήδη σε πρωτογενή θρησκευτικά στάδια και πρωτόγονους πολιτισμούς. Φαινόμενα που κλίνουν προς τον Μυστικισμό διαφαίνονται σε ορισμένες πλευρές του Σαμανισμού -ο οποίος αναπτύχθηκε από λαούς της Β. Ασίας, Ευρώπης και Αμερικής-, καθώς επίσης σε θρησκευτικά έθιμα των αυτοχθόνων της Αυστραλίας, της Αμερικής, ως και στην πνευματοληψία διαφόρων αφρικανικών λαών. Ως μυστικό στοιχείο στον Σαμανισμό θα μπορούσε να θεωρηθεί η βεβαιότητα στην παρουσία του θείου στον Σαμάνα, η πίστη ότι κατά την έκσταση η ψυχή του εγκαταλείπει το σώμα, για να ενωθεί με τον Θεό η τουλάχιστο να παραμείνει μπροστά του.

Η έκσταση, εξάλλου, κατά την οποία ο άνθρωπος δεν έχει συνείδηση των εξωτερικών ερεθισμών και υπόκειται σε εξαιρετικές εμπειρίες, γνωστή ήδη στη λατρεία του Διονύσου, παρουσιάζεται σε πολλές γηγενείς θρησκείες στην Αφρική και την Αμερική. Η κατάσταση αυτή σε πρωτόγονους πολιτισμούς προκαλείται με διάφορα μέσα: ναρκωτικά, νηστείες, εκκωφαντική μουσική, οργιαστικούς χορούς. Ιδιαίτερα η όρχηση εντείνει τις ψυχοσωματικές δυνάμεις, για να οικειοποιηθεί ο άνθρωπος υπερβατική δύναμη ή να ενωθεί με ένα υπέρτερο πνεύμα. Η έκσταση συνήθως προϋποθέτει την πίστη ότι ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί και να ενωθεί με το θείο. Παραμένει βεβαίως συζητήσιμο κατά πόσον τα φαινόμενα αυτά εντάσσονται στον θρησκευτικό Μυστικισμό. Θα μπορούσαν, εντούτοις, να θεωρηθούν προστάδια, τάσεις ή ίχνη Μυστικισμού, υποδηλώνοντας τη φορά του ανθρώπου προς υπερβατικές μυστικές εμπειρίες.

Ελληνικός Μυστικισμός

Ο ελληνικός μυστικισμός πρωτοαναπτύχθηκε κυρίως φιλοσοφικά στην περί ενός και παντός διδασκαλία των προσωκρατικών φιλοσόφων και μέσα στο ευρύτερο θρησκευτικό κλίμα που είχαν δημιουργήσει η διονυσιακή λατρεία και τα ορφικά μυστήρια με τον εκστασιακό χαρακτήρα τους. οι μύστες του Διονύσου πίστευαν ότι εγίνοντο «ένθεοι», ενώ οι ορφικοί αποσκοπούσαν στην επιστροφή στη θεία ουσία με την έκσταση. Η ελληνική φιλοσοφική διανόηση εξευγένισε τις αρχικές παραστάσεις ενώσεως με το θείο των ελληνικών μυστηρίων και στη θέση των παλαιών τελετουργιών καλλιέργησε την έκσταση που προκαλείται κυρίως με διαλογισμό.

Οι Έλληνες ανέπτυξαν, μεταξύ άλλων, τον μονισμό και τον πανθεϊσμό, διδάσκοντας ότι ο κόσμος προέρχεται από μιά πρώτη Αρχή, στην οποία και επιστρέφει. Μ’ αυτήν τη σύλληψη συνδέθηκε η αντίληψη της αιώνιας ανακυκλήσεως των όντων και ακόμη η θεωρία της μετεμψυχώσεως. Ο Πλάτων (428/427-348/ 347 π.Χ.) πλούτισε περισσότερο τον ελληνικό φιλοσοφικό μυστικισμό με τη θεωρία του περί ιδεών, ενώ οι στωικοί προσέφεραν την πανθεΐζουσα φιλοσοφία περί λόγου.

Η πιο εντυπωσιακή όμως μυστική σύνθεση πραγματοποιήθηκε με τον Νεοπλατωνισμό, που συνέκρασε στοιχεία από την πλατωνική, αριστοτελική, πυθαγόρεια και στωική φιλοσοφία, συμπληρώνοντας πιθανώς το αμάλγαμα αυτό με συλλήψεις της ιουδαϊκής ερμηνευτικής παραδόσεως. Ο Νεοπλατωνισμός παρουσιάσθηκε ως καθολικό φιλοσοφικό σύστημα, ανυψωτικό πνευματικά και εδραίο διανοητικά. Ιδρυτής του θεωρείται ο Αμμώνιος Σακκάς (175-242), αλλά διαμορφωτής του υπήρξε κυρίως ο Πλωτίνος (206-269),που δίδαξε στη Ρώμη.

Στη συνέχεια αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον Πορφύριο (232-303), τον Ιάμβλιχο (205-330) στη Συρία και τον Πρόκλο (411-485) στην Αθήνα. Για τον Νεοπλατωνισμό, αρχή και πηγή του κόσμου είναι το Εν, το Πρώτο, το Αιώνιο, το Ύψιστο, το Αγαθό, που ταυτίζεται με τον Θεό. Ο κόσμος προήλθε από το εν με απορροή, πουσυντελέσθηκε σε επάλληλες φάσεις. Πρώτη απορροή είναι ο νους, ο όποιος αποτελείται από ιδέες που αντιστοιχούν στον πλατωνικό νοητό κόσμο, δεύτερη ηψυχή του παντός, τρίτη οι επιμέρους ψυχές και τελευταία η ύλη, που είναι περισσότερο απομακρυσμένη από το Εν. Στη φιλοσοφία του Πλωτίνου κάθε απορροή από το εν αντανακλά την πρότερα της ως εικόνα. Αυτό σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από εξωτερικό αντίγραφο· η κάθε σφαίρα της πραγματικότητας αναφέρεται στο βάθος της ουσίας της σε μιά ανώτερη και πρέπει να επιστρέψει σ’ αυτήν. Με τη μεταφυσική αυτή, και κυρίως με τη θεωρία της απορροής, συνάπτεται ο νεοπλατωνικός μυστικισμός.

Η ανθρώπινη ψυχή πρέπει να διαπεράσει τα σύνορα των αισθήσεων, της ύλης, και να κοινωνήσει με το Εν, το Απόλυτο. Η τελική ένωση μαζί του συντελείται με ασκητική κάθαρση και έκσταση που οδηγεί στη μυστική θεωρία του θείου. Η πλωτίνεια ένωση με το εν έχει ονομασθεί εκστατική, αλλά κυρίως είναι εισδυτική (διείσδυση εις εαυτόν). Ο Πλωτίνος ενέταξε στο σύστημα του τις τέσσερις βασικές αρετές της πλατωνικής ηθικής – σοφία, ανδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη -, απλώς ως προϋποθέσεις. Εκείνο στο όποιο κυρίως αποβλέπει ως ύψιστο σκοπό, ως ευδαιμονία και αγαθό, είναι η μυστική ένωση της ψυχής με τον Θεό. Η συγχώνευση με το εν μπορεί, κατά τον Νεοπλατωνισμό, να πραγματοποιηθεί ήδη κατά τη διάρκεια του επίγειου ανθρώπινου βίου. Ο Πλωτίνος και ο Πορφύριος υποστήριξαν ότι είχαν τέτοια εμπειρία. Γενικά, η νεοπλατωνική διδασκαλία παρουσιάζεται μάλλον ψυχρή, χωρίς συναισθηματισμό και οράματα. Ο Νεοπλατωνισμός υπήρξε ο μεγάλος αντίπαλος του Χριστιανισμού και στην αντιπαράθεση μαζί του ορισμένες ιδέες μεταπλάσθηκαν από τους χριστιανούς μυστικούς.

Κινεζικός Μυστικισμός

Στην Κίνα βλάστησε και αναπτύχθηκε ένα από τα πιο αρχαία μυστικά συστήματα. το θεωρητικό του υπόβαθρο βρίσκεται στα αρχαία φιλοσοφικά αξιώματα του Λάο-Τσέ και τα αποφθέγματα της ποιητικής δημιουργίας του Τσουάνγκ-Τσέ. Το βασικό ιερό βιβλίο του Ταόισμού Τάο-τε-Τσίνγκ (προφερόμενο Ντάου-ντα-Τσίνγκ),που αποδίδεται στον Λάο-Τσέ (6ος αι. π .Χ.), καθορίζει μιά γραμμή ασκητική με πολλές μυστικές τάσεις. Η ύψιστη πραγματικότητα, το Τάο, προσδιορίζεται με αντιφατικές φράσεις και αποφατική γλώσσα. Είναι αθέατο, ακατανόητο, άμορφο, τέλειο, αναλλοίωτο, απρόσωπο, πληροί τα πάντα, είναι πηγή των πάντων. Υπήρχε πριν από όλους τους αιώνες, πριν από τη γη και τον ουρανό. Είναι η πρώτη αρχή του σύμπαντος. Πρόκειται για μιά τάση μονιστική, που διαβλέπει απόλυτη ενότητα στο σύμπαν.

Η ταόιστική αντίληψη για τη δημιουργία είναι ότι από το Τάο προήλθε το Εν, δηλαδή η μεγάλη Μονάδα, και από αυτήν οι δύο πρώτες ουσίες, «γιάν» και «γίν », θετική και αρνητική, που αντιπροσωπεύουν και αγκαλιάζουν όλες τις μεγάλες αντινομίες: φως-σκιά, αρσενικό-θηλυκό κ.λπ. Τέλος, αυτές γέννησαν τον ουρανό, τη γη, τον άνθρωπο· από αυτές προήλθαν όλα τα δημιουργήματα. Το Τάο δεν είναι μόνο η απόλυτη πηγή κάθε υπάρξεως, αλλά συγχρόνως κρατάει σε αρμονία όλα τα φαινόμενα της φύσεως. Η ενέργεια του είναι αναγκαία και αυτόματη. Αποτελεί τον ύψιστο ανθρώπινο σκοπό. Ο άνθρωπος πρέπει να επιδιώξει την αυτοεγκατάλειψή του στο Τάο. Βασικά, τα μέσα γι’ αυτή την εναρμόνιση είναι η ησυχία, η απάθεια, η επιστροφή στην πρωτόγονη απλότητα.

Η βασική θέση που προτείνει ο Ταοϊσμός (η περίφημη «γουό γουάι») θα μπορούσε να συνοψισθεί στην παρότρυνση «μην κάνεις τίποτε» ή «κάνε το καθετί μην κάνοντας τίποτε». Για να επιτύχει ο άνθρωπος τον συντονισμό με το Τάο και να βρίσκεται σε αρμονία με τα εξωτερικά πράγματα, η ταοϊστική παράδοση καθόρισε μιά μυστική διαδικασία, με πρώτη φάση την κάθαρση, δεύτερη τον φωτισμό -όταν η αρετή δεν χρειάζεται πλέον μιά συνειδητή προσπάθεια, αλλά γίνεται αυθόρμητα- και τρίτη, την εσωτερική ενότητα. Όλοι οι άνθρωποι δυνάμει μπορούν να προχωρήσουν προς το Τάο. Ο Ταοϊσμός κήρυξε την περιφρόνηση του πλούτου, των ηδονών, της συσσωρεύσεως γνώσεως και διαμόρφωσε μιά νοοτροπία διαμετρικά αντίθετη από την αντίστοιχη του κλασικού Κομφουκιανισμού.

Αργότερα, ο Ταοϊσμός εκφυλίστηκε σ’ ένα σύστημα μαγείας, αλχημείας, αποκρυφιστικής μυστικοπάθειας. Το έργο του Τάο-Λίνγκ (1ος ή 2ος αι. μ.Χ.) έδωσε στον Ταοϊσμό σαφέστερη εξωτερική οργάνωση· ιδρύθηκαν πολλά μοναστήρια, ανδρικά και γυναικεία, που παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τα βουδδιστικά, καθώς και ναοί, οι όποιοι στέγασαν ποικίλες εικόνες διαφόρων θεοτήτων. Ανεξάρτητα από αυτή την εξέλιξη, ο κινεζικός μυστικισμός στις βασικές του πηγές εμφανίζει χαρακτηριστικές ομοιότητες με τον Νεοπλατωνισμό, με τον όποιο συμφωνεί τόσο στο θέμα της τελικής ενότητας, που είναι απρόσιτη στη γνώση και μπορεί να επιτευχθεί με διαίσθηση, ανάταση και έκσταση, όσο και στην άποψη ότι η απόλυτη Αρχή δεν μπορεί να ταυτισθεί με το όλο ή μέρος του υλικού σύμπαντος.

Ινδουιστικός Μυστικισμός

Οι Ινδοί διακρίθηκαν σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους για έντονη μυστική διάθεση. Τον Ινδουισμό διατρέχει μιά εσωστρεφής μυστική τάση στις περισσότερες όψεις του, τόσο στις φιλοσοφικές και μεταφυσικές πτήσεις, όσο ακόμη και στις λατρευτικές εκδηλώσεις, που προσεγγίζουν τα σύνορα του Σαμανισμού και της μαγείας. Η αναζήτηση της πρώτης Αρχής πρωτοεμφανίζεται ήδη σε ορισμένα κείμενα των Βεδών (όπως στον Ύμνο της δημιουργίας). Από την έμφαση στη σπουδαιότητα της θυσίας αναδύθηκε η λέξη Μπράχμαν (Brahman), που στην αρχή δήλωνε την ιερή δύναμη που είναι παρούσα στη θυσία και αργότερα έφθασε να σημαίνει το Απόλυτο.

Κυρίως όμως οι Ουπανισάντ συγκέντρωσαν το διάσπαρτο υλικό του ινδικού διανοητικού μυστικισμού και προσέφεραν μιά πλούσια πηγή, που τον άρδευσε στους επόμενους αιώνες. Υποστήριξαν ότι το Μπράχμαν περικλείει τα πάντα -ό,τι υπάρχει και ό,τι δεν υπάρχει- και ότι είναι μέσα σε όλα και πάνω από όλα, πέρα από κάθε ορισμό: μιά ύψιστη, απρόσωπη Αρχή. Παράλληλα με την αντίληψη περί Μπράχμαν ανελίχθηκε η διδασκαλία περί άτμαν, που συνιστά το αόρατο τμήμα της ανθρώπινης υπάρξεως. Σε επόμενη φάση η ινδική σκέψη θα ταυτίσει το Ένα και μοναδικό Μπράχμαν με το Ατμαν. Η σχέση της κοσμικής ψυχής του παντός με την ατομική ψυχή κάθε ανθρώπου μοιάζει με τη σχέση που περιέγραψε αργότερα ο Πλωτίνος.

Από τις Ουπανισάντ κυρίως, πήγασε μία από τις τυπικότερες μορφές μυστικισμού, που σε πολλά συμβαδίζει με τον πανθεϊστικό μονισμό. Αναπτύχθηκε φιλοσοφικά από τη Βεντάντα, ένα από τα έξι ορθόδοξα φιλοσοφικά θρησκευτικά συστήματα του Ινδουισμού, και ιδιαίτερα από τον κλάδο της Αντβάιτα. Η μη-δυϊστική σχολή της Αντβάιτα Βεντάντα (Advaita Vedanta) διαμορφώθηκε φιλοσοφικά, όπως είδαμε, κυρίως από τον Σάνκαρα (788-820), που υποστήριξε τη μη πραγματικότητα του κόσμου, τη μη δυαδικότητα του Μπράχμαν και τη μη ύπαρξη διαφοράς ανάμεσα στο Ατμαν και το Μπράχμαν.

Σύμφωνα με αυτή, μία και μόνη σταθερή πραγματικότητα υπάρχει, το Μπράχμαν, το όποιο ενυπάρχει και στον άνθρωπο ως ατμαν. Το ατμαν δεν ταυτίζεται με αυτό που στην ελληνική ονομάζεται ψυχή. Είναι το σταθερό και αναλλοίωτο, που παραμένει όταν αφαιρεθούν αυτά που σκεπτόμαστε, που θέλουμε, που αισθανόμαστε. Με την ενόραση και την επίγνωση που μπορούν να προέλθουν από τη μυστική εμπειρία, ο άνθρωπος κατορθώνει να συνειδητοποιήσει την ταυτότητα του με το υπέρτατο Μπράχμαν, αναφωνώντας το: «συ είσαι τούτο» (τάτ τβάμ ασύ), δηλαδή το πνεύμα σου είναι ένα με το όλον, είσαι το όλον. Ο αφανισμός της ίδιας της προσωπικότητας και η ένωση του ατομικού ατμαν με το Μπράχμαν είναι η λύτρωση. Η πνευματική ύπαρξη του ανθρώπου, μιά σταγόνα από τον ωκεανό, επιστρέφει, ύστερα από ποικίλες μεταμορφώσεις και μετεμψυχώσεις, ύστερα από την περιπέτεια της σαμσάρα, στην υπέρτατη και απόλυτη πηγή της. για να προχωρήσει όμως κανείς σ’ αυτό το μυστικό μονοπάτι, απαιτείται άσκηση, παραμερισμός των επιθυμιών και κυρίως γνώση, που αποκτάται με έντονη διανοητική αυτοσυγκέντρωση.

Ο άλλος τύπος μυστικισμού που αναπτύχθηκε στην Ινδία συνδυάσθηκε με ένα δυαλισμό και στηρίχθηκε φιλοσοφικά από μιά άλλη μεγάλη ορθόδοξη Ινδουιστική σχολή, τη Σάνκυα. Αυτή υποστηρίζει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές αρχές, η «πρά-κριτι», υλική αρχή, πηγή ενέργειας, και η «πουρούσα», ξεχωριστές πνευματικές οντότητες. Οι τελευταίες μπορούν και πρέπει να ελευθερωθούν από την ύλη, με μιά συστηματική προσπάθεια αυτοσυγκεντρώσεως, σε μιά μυστική αυτομόνωση. Ο μυστικισμός αυτός δεν οδηγεί σε συγχώνευση με μιά υπερβατική οντότητα, δεν σχετίζεται με τον πανθεϊστικό μονισμό, αλλά οδηγεί σ’ έναν απόλυτο ατομικισμό.

Μιά τρίτη κατεύθυνση του ινδικού μυστικισμού έχει έντονο θεϊστικό χαρακτήρα. Οι πηγές του βρίσκονται στο περίφημο μυστικό ποίημα «Μπαγκαβάτ-γκιτά». Εδώ η διήγηση για τον Κρίσνα προϋποθέτει σαφή θεϊστική τοποθέτηση. Προτείνει μιά σύνθεση θεωρητικής και δραστήριας ζωής, ενώνοντας μονισμό και θεϊστικό ρεύμα. Παρακινεί σε νοητική πειθαρχία, ηρεμία, απάθεια, με τα όποια και ο πιο δραστήριος άνθρωπος θα κατορθώσει να ανακαλύψει την παρουσία του αιώνιου σε όλα τα πράγματα. Το ποίημα αυτό, που κορυφώνεται στο δράμα και τη θεοφάνεια του Κρίσνα, καταλήγει με τη συμβουλή να αναζητεί κανείς τον Θεό με αφοσίωση σ’ αυτόν μάλλον παρά με τον αυτοβυθισμό. Έτσι εξαίρει την μπάκτι (bhakti), την οδό της αφοσιώσεως σε προσωπική θεότητα.

Αυτός ο τύπος του αγαπητικού μυστικισμού στερεώθηκε φιλοσοφικά κυρίως από τον Ραμανουτζα (1017-1137) και τη σχολή που ίδρυσε. Κατ’ αυτήν υπάρχουν τρεις απόλυτες αρχές, ο Θεός, οι ψυχές και η ύλη, και ο Θεός αποτελεί τη μοναδική αυτόνομη πραγματικότητα, τόσο της ψυχής, όσο και της ύλης. Ο Ραμανουτζα στη θέση του απρόσωπου Απολύτου τοποθετεί και πάλι την παραδοσιακή αντίληψη περί προσωπικού Θεού, που βοηθεί την ψυχή στον δρόμο για τη λύτρωση και αντί της ψυχρής διανοητικής μεταφυσικής αναζητήσεως συνηγορεί για μιά βιωματική στάση αφοσιώσεως.

Από το γόνιμο αυτό φιλοσοφικό έδαφος άντλησε νέους χυμούς ο ερωτικός μυστικισμός, που άνθησε στην Ινδία ως αφοσίωση (μπάκτι). Ο ινδικός συγκινησιακός τύπος μυστικισμού έφθασε σε μιά υστερική φόρτιση και έξαρση στον μυστικισμό του Τσαϊτάνυα (1486-1534) και των οπαδών του, καθώς και στον αισθησιασμό ορισμένων άλλων ινδουιστικών αιρέσεων. Η μπάκτι θρησκευτικότητα παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή στη δεύτερη χιλιετία και συνεχίζει να επηρεάζει έως σήμερα την ινδική πνευματικότητα.

Βουδδιστικός Μυστικισμός

Εφόσον ο Μυστικισμός είναι η άμεση, διαισθητική σχέση με το Απόλυτο, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς, μένοντας συνεπής σ’ αυτό τον αυστηρό ορισμό, ότι δεν υφίσταται βουδδιστικός μυστικισμός, διότι στις κλασικές μορφές αυτού του θρησκεύματος δεν γίνεται δεκτό ότι υπάρχει Απόλυτο. Αντίθετα προς τις προφητικές θρησκείες, που το μήνυμα τους καθορίζεται από τον λόγο, ο Βουδδισμός, ως θρησκεία της σιωπής, αρνείται όλους τους τρόπους ονομασίας του Απολύτου, ενώ στο βάθος αφήνει να διαφαίνεται ότι δέχεται ένα άρρητο Απόλυτο, που το ταυτίζει με την κενότητα. Προβάλλοντας την ιδέα του «ανάτμαν»-«ανάττα» (μη-ψυχής), θέτει ως ιδανικό την επίτευξη της «νιρβάνα». Άλλα ενώ αρνείται ένα πραγματικό, θετικό Απόλυτο, δέχεται έναν απόλυτο σκοπό.

Η βουδδιστική κατάδυση και διάλυση στην κενότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί μία sui generis μυστική εμπειρία, που αντιστοιχεί με τη συγχώνευση στο εν της Ινδουιστικής Αντβάιτα η του Νεοπλατωνισμού. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι ο τελικός βουδδιστικός σκοπός, η νιρβάνα, περιγράφεται με αποφατικό βέβαια τρόπο, με μυστικές όμως φράσεις, δανεισμένες από τον Ινδουισμό. Τέλος, στη λατρευτική πράξη, όταν ο βουδδιστής ευχαριστεί τη χωρίς όνομα πηγή κάθε συμπαθείας και καλοσύνης, συντονίζεται σιωπηλά, υποσυνείδητα, με μιά ανομολογούμενη πίστη στην ύπαρξη ενός ευνοϊκού Απολύτου.

Αντίστοιχα με τις ιδιαίτερες θεωρητικές αντιλήψεις, που τονίστηκαν στους τρεις κλάδους του Βουδδισμού, εξελίχθηκε και η μυστική έφεση. Στον Χιναγιάνα κλάδο τα στοιχεία του παρουσιάζονται πιο υποτονικά, γίνονται όμως εμφανή στα τρία τελευταία στάδια της οκταπλής ευγενικής οδού, που σχετίζονται με την περισυλλογή, την έντονη νοητική συγκέντρωση και τον αύτοβυθισμό («σαμάντι» -samadhi), ο όποιος στη συνέχεια επιτυγχάνεται με οκτώ άλλες διαδοχικές μορφές διανοητικής ασκήσεως («ντιάνα» -dhyana). Πρόκειται τελικά για μιά πεποίθηση, πού κατευθύνεται σε κάποια μυστική εμπειρία. Μέσα από αυτό το μονοπάτι ο βουδδιστής με τη δική του προσπάθεια οδηγείται στην επίγνωση, τόν φωτισμό, τη νιρβάνα.

Ο Μαχαγιάνα Βουδδισμός άνοιξε νέους ορίζοντες στο μυστικό αυτό βίωμα, που οδηγεί στο απέραντο κενό. Η διδασκαλία για την απόλυτη κενότητα («σουνυάτα» -sunyata), την οποία ανέπτυξε φιλοσοφικά ο Ναγκαρτζούνα (τέλος 2ου αι. μ.Χ.) καιπροώθησε η σχολή Μαντυαμίκα, υπερβαίνει όλες τις αντιλήψεις που σχετίζονται με τις έννοιες του είναι και του μη είναι. Εντούτοις, έχει σαφή σωτηριολογική πρόθεση και αποβλέπει να ξεριζώσει πλήρως τη δυνατότητα επιθυμίας και να οδηγήσει στην απόλυτη κενότητα. Ενώ η ιδέα του κενού εμφανίζεται στις Χιναγιάνα σχολές ως βασική ποιότητα του τελικού σκοπού, της νιρβάνα, στις Μαχαγιάνα η έμφαση στην κενότητα επεκτείνεται ακόμη και στα προπαρασκευαστικά στάδια. Διότι η απόλυτη πραγματικότητα είναι κενή, άδεια από κάθε διάκριση, εντελώς απροσδιόριστη. Η απελευθέρωση από την ψευδαπάτη αυτή που δημιουργεί ο κόσμος, έρχεται με το ξερίζωμα κάθε προσωπικής ιδιότητας, επιθυμίας, και με την επίγνωση, που εδώ δεν σημαίνει επιστημονική κατάρτιση και γνώση, αλλά σχεδόν το αντίθετο της αντιληπτικής ικανότητας – επίγνωση που κερδίζει κανείς με έντονη μυστικιστική σιωπή.

Στα πλαίσια του Μαχαγιάνα Βουδδισμού αναπτύχθηκαν επίσης τάσεις ενός μυστικισμού αφοσιώσεως, όπως ο Αμινταϊσμός, που μοιάζει αρκετά με την μπάκτι θρησκευτικότητα του Ινδουισμού. οι οπαδοί του Αμίντα αναζητούν τη λύτρωση προσκολλώντας τη σκέψη τους στον ουράνιο αυτό Βούδδα. Αντίθετα, ο βουδδιστικός κλάδος του Ζεν, με απόλυτη συνέπεια στην αναζήτηση της κενότητας, καλλιέργησε τον επίμονο διαλογισμό, τη νοητική εξάσκηση, για την έξοδο από τη συμβατική λογική στην άμεση εμπειρία και τον φωτισμό. Αλλ’ αυτή η κατάδυση στην κενότητα, όπως διαφαίνεται στον Ζεν Βουδδισμό, δεν καταλήγει σε μιά απόσυρση από τον παρόντα βίο, αλλά σε εξυψωμένη ικανότητα να αντιμετωπίζει κανείς καθετί και σαυτή τη ζωή, ελεύθερος από πάθος και προσκόλληση. Αλλά κάθε μορφή Ζεν στον Βουδδισμό, όπως και κάθε μορφή γιόγκας στην ινδική θρησκευτικότητα ή άσκηση στον Νεοπλατωνισμό δεν είναι κατ’ ανάγκη μυστική.

Στον Βατζραγιάνα Βουδδισμό, που ονομάσθηκε και εσωτερικός, όπως εξελίχθηκε στο Θιβέτ, αναπτύχθηκαν περίπλοκες διδασκαλίες αποκρυφισμού και μυστικοπαθών ροπών. Ιδιαίτερα για την επίτευξη του φωτισμού καλλιεργήθηκαν σύνθετη μυστική γνώση, έντονη περισυλλογή, γιογκική άσκηση, ερωτικοί συμβολισμοί και κυρίως η έκσταση με απόκρυφες πλευρές και ψυχοσωματικές διεγέρσεις. Γενικά, μέσα στις διάφορες πολυδαίδαλες κατευθύνσεις και διδασκαλίες που αναπτύχθηκαν στον Βουδδισμό, διαφαίνεται η δυνατότητα μιας άμεσης επαφής με το Άρρητο, ενώ προσδιορίσθηκαν μεθοδικά δρόμοι, στη σύσταση τους μυστικοί, που οδηγούν στη συγχώνευση, στην απόλυτη σιωπή της νιρβάνα.

Ιουδαϊκός Μυστικισμός

Από την ποικιλία μορφών μυστικισμού που παρήγαγε ο Ιουδαϊσμός, άλλες ανέπτυξαν βαθιά διαλογιστικά συστήματα, άλλες καλλιέργησαν έντονες συναισθηματικές μορφές μυστικής εμπειρίας, γενικά όμως ο ιουδαϊκός μυστικισμός διακρίνεται για τον ζωηρό εσχατολογικό προσανατολισμό του. Ήδη στον 1ο αι. μ.Χ. εισέδυσαν στην ιουδαϊκή σκέψη πολλά στοιχεία του ελληνικού φιλοσοφικού μυστικισμού με την αλληγορική ερμηνεία που καλλιέργησε ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς (περίπου 15/10 π .Χ.-50 μ.Χ.).

Η πρώιμη φάση του ιουδαϊκού μυστικισμού, η Μερκαβά (Merkavah) έχει κέντρο της το δράμα του Ιεζεκιήλ, περί του θρόνου άρματος. Άρχισε τον 1ο αι. μ.Χ., υιοθετώντας ένα σύστημα πνευματικών ασκήσεων που οδηγούσαν στο δράμα της δόξας του Θεού καθήμενου σε ουράνιο θρόνο. Στη μορφή αυτή μυστικισμού διαφαίνονται επιδράσεις γνωστικών αντιλήψεων, σχετικά με το «πλήρωμα», και ακόμη ελληνιστικών συνδυασμών μαγείας και μυστικισμού. Ο τύπος αυτός, ονομαζόμενος και νοτιοϊουδαϊκός, έδινε έμφαση στη θεωρία και την περισυλλογή. Παρήκμασε μετά τον 7ο αι., αλλά είχε μιά αναζωογόνηση στην Ιταλία, στους 9ο και 10ο αί.

Ο μεσαιωνικός Χασιδισμός, δηλαδή εύσεβισμός (χασίδ = ευσεβής), που συχνά αναφέρεται και ως βόρειος, άρχισε τον 12ο αι. στη Γερμανία, ως λαϊκή κίνηση στενά συνδεδεμένη με τον νόμο (χαλακά). Χαρακτηρίζεται από ζωηρή εσχατολογική συναίσθηση, που γίνεται πιο έντονη στην εξέλιξη της, έμφαση στην απλότητα, την απάθεια, τις ψυχικές αξίες, την προσευχή, την πνευματική άσκηση και το βύθισμα στη θεία αγάπη. Η χασιδική θεολογία εμφανίζει μερικές κοινές γραμμές με τον Νεοπλατωνισμό και ασχολήθηκε στο διανοητικό επίπεδο με τη δόξα του Θεού (καμπόθ), τονίζοντας ότι η δόξα είναι διαφορετική από την ουσία, τη βασιλεία και την κεκρυμμένη παρουσία του Θεού.

Το πιο σημαντικό μυστικό ιουδαϊκό ρεύμα υπήρξε η Καββάλα (ή Καμπάλα -qabbala), που αναπτύχθηκε στην Ισπανία τον 13ο αι. σαν ιδιαίτερη εσωτερική διδασκαλία, και στη συνέχεια, με την εκτόπιση των Ιουδαίων από εκεί (1392), διαδόθηκε σε μεγάλα τμήματα του ιουδαϊκού κόσμου. Το θεωρητικό σύστημα της έχει επηρεασθεί από θεολογικές και κοσμολογικές συλλήψεις γνωστικού τύπου, ενώ συγχρόνως απορρόφησε νεοπλατωνικές ιδέες, που είχαν διαχυθεί στον ιουδαϊκό και αραβικό πολιτισμό της ‘Ισπανίας του 12ου και 13ου αί.

Το βασικό έργο της Καββάλα, ή Ζωχάρ (Βίβλος Λαμπρότητας), που γράφηκε στην Ισπανία στην προσπάθεια να αναχαιτίσει το ορθολογιστικό ρεύμα, έδωσε στον παραδοσιακό Ιουδαϊσμό μιά κρυφή, μυστική ενέργεια. Κεντρική διδασκαλία της είναι η θεωρία περί 10 «σεφιρότ», που υπάρχουν ανάμεσα στον αΐδιο Θεό και στα δημιουργήματα του, των 10 περιοχών, στις όποιες η θεία απόρροια εκτείνει εαυτήν. Το «πλήρωμα» αυτών των σεφιρότ δεν απορρέει από τον Θεό, αλλά παραμένει εν τω Θεώ. Η Ζωχάρ τόνισε τον τελετουργικό συμβολισμό, ερμηνεύοντας τις ιεροτελεστίες ως μυστικά σημεία επαφής μεταξύ θείου και ανθρώπου, και γενικά ενίσχυσε την ιουδαϊκή αυτοσυνειδησία, φθάνοντας στο σημείο να διδάσκει ότι ο Ιουδαίος κατέχει μία ποιότητα ψυχής που λείπει από τον μη ‘Ιουδαίο.

Στην Καββάλα αναπτύχθηκε επίσης και μιά περισσότερο προφητική ροπή, με κύριο εκφραστή τον Αβραάμ Μπέν Σεμουέλ Άμπουλάφια (1240-1291), ο οποίος, συνδυάζοντας πολλά στοιχεία φιλοσοφικών θεωριών του Μαϊμονίδη (1135/8-1204), αποσκοπεί να βοηθήσει την ψυχή να λύσει τα δεσμά που τη συγκρατούν στον κόσμο της πολλαπλότητας και να διευκολύνει την επιστροφή της στην πρωταρχική ενότητα. για την επίτευξη αυτού του σκοπού συνιστάται ιδιαίτερα η ενατένιση, ή θεωρία ενός αφηρημένου αντικειμένου, π .χ. τα γράμματα του εβραϊκού αλφαβήτου. Η ανύψωση της συνειδήσεως σε μιά υψηλότερη κατάσταση ενότητας με τον Θεό αναπτύσσει και την ανθρώπινη προφητική ικανότητα.

Τον 16ο αι. στην Παλαιστίνη ορισμένοι Ιουδαίοι μυστικοί, εξόριστοι από την Ισπανία, έδωσαν στην Καββάλα μεσσιανική εσχατολογική κατεύθυνση. Μία από τις διδασκαλίες αυτής της σχολής, της οποίας σημαντικότερος εκπρόσωπος είναι ο Ισαάκ Λούρια (1534-1572), υπογραμμίζει ότι με την προσευχή και την εν γένει ευσέβεια του ο Μυστικός συμβάλλει ενεργώς στην αποκατάσταση της αρχικής τάξεως του σύμπαντος.

Τον 18ο αι. αναπτύχθηκε στην Πολωνία ένας νέος Χασιδισμός, περισσότερο συναισθηματικός παρά διανοητικός, που υπήρξε μάλλον ανανεωτική κίνηση παρά νέα θεολογική σχολή. Άρχισε με τον Μπέστ (Ίσραέλ μπέν Έλιέζερ, 1700-1760) και τον μαθητή του Ντόβ Μπαέρ. Απορρίπτοντας τις μεσσιανικές υπερβολές υιοθέτησε πολλά στοιχεία της μυστικής ευσέβειας της Καββάλα. Πιο πρακτικός και κοινωνικός, τόνισε τον ηθικό βίο, το χαρούμενο πνεύμα που πηγάζει από μιά μυστική εσωτερική εμπειρία. Αντιδρώντας στις τάσεις των διανοουμένων της ραββινικής ηγεσίας στην Ουκρανία και τη Ν. Πολωνία, τόνιζε την αξία του άπλού Ιουδαίου. Με αφετηρία καββαλιστικές διδασκαλίες σχετικά με τις θείες απορροές μέσα στη δημιουργία, έδινε περισσότερη έμφαση στην εσωτερική στάση του ανθρώπου, στην προσκόλληση στον Θεό παρά στη διανοητική επεξεργασία και κατανόηση της παραδόσεως. Σταδιακά ο Χασιδισμός, ενώ κράτησε την ιδιαίτερη ταυτότητα του διαμορφώνοντας αυτοτελείς κοινότητες, απομακρύνθηκε από την καββαλιστική επίδραση και έγινε μέλος της ιουδαϊκής ορθοδοξίας (Ασκενάζι) των Ιουδαίων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο χασιδικές ομάδες κατέφυγαν στην Αμερική.

Παρά την πολυμορφία και τις εξωτερικές επιδράσεις που τον επηρέασαν κατά καιρούς, ο ιουδαϊκός μυστικισμός κράτησε μιά δική του δυναμική ενότητα, με άξονα την Παλαιά Διαθήκη, την κυριαρχία του λόγου και την εσχατολογική προσδοκία.

Ισλαμικός Μυστικισμός – Σουφισμός

Σκοπός και προσπάθεια των μουσουλμάνων μυστικών, των σούφι, υπήρξε η υπέρβαση της ατομικότητας, ο εκμηδενισμός του εγώ, η πλήρης παράδοση στον Αλλάχ, η αγαπητική προσκόλληση στον Θεό. (Για τις πηγές, την ιστορική διαδρομή, βλ. Ισλάμ.Πνευματικά ρεύματα. Σουφισμός.) Οι πρώιμοι «σούφι» (sufi) υιοθέτησαν τα πρότυπα ασκητισμού και την πνευματικότητα των χριστιανών αναχωρητών της ερήμου. Το μάλλινο ένδυμα «σούφ», από το όποιο μάλλον προήλθε το όνομά τους, υπενθυμίζει αυτή την επίδραση. Στο μεγαλύτερο ποσοστό του ο ισλαμικός μυστικισμός θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ερωτικός. Πολλά κείμενα των σούφι φανερώνουν εκπληκτική ομοιότητα στο πνεύμα, ακόμα και στην έκφραση, συγχρόνων τους μυστικών της δυτικής Χριστιανοσύνης.

Κατά την πρώτη περίοδο του Σουφισμού η έκφραση του θείου έρωτα είχε χαρακτήρα συγκρατημένο και εναρμονιζόταν με την ατμόσφαιρα του Κορανίου και των Χαντίθ. Αργότερα απέκτησε δική του ορμή και πάθος. Στον πρώτο αυτό ερωτικό μυστικισμό δεσπόζει η ευγενική μορφή της Rabic al-cAdawiya (θάν. 801 μ.Χ.). Με ερωτική αφοσίωση στον Θεό, αδιαφορεί για κάθε ανταμοιβή, ανησυχία η φόβο. Από τις ωραιότερες προσευχές των μυστικών παραμένει η περίφημη δέηση της: «Αν σε λατρεύω από τον φόβο της Κολάσεως, ρίξε με στο πυρ της Κολάσεως. Κι αν σε λατρεύω με την ελπίδα του Παραδείσου, απόκλεισε με από τον Παράδεισο. Αλλ’ αν σε λατρεύω μόνο για χάρη Σου, μη μου στερήσεις το αιώνιο κάλλος Σου!».

Οι νεοπλατωνικές κατηγορίες, πού υιοθέτησαν μερικοί πρωταγωνιστές του Σουφισμού, δυνάμωσαν θεωρητικά τη μυστική κίνηση μέσα στο Ισλάμ, αλλά ευνόησαν και την ανάπτυξη στους κόλπους της ενός είδους μονισμού. Απόψεις του Πλωτίνου υιοθέτησε ο al-Junaid (θαν. 910 μ.Χ.),όμως με την ευφυΐα και τη σύνεση του παρέμεινε μέσα στην ισλαμική ορθοδοξία. Στον κόσμο αυτό, εφόσον βρίσκεται σε μεταρσίωση και ένωση με τον Θεό, ο μυστικός είναι γεμάτος χαρά. Με τον Τζουνάιντ, η μυστική θεολογία των σούφι έφθασε σε ωριμότητα και συστηματική ενότητα.

Τα καθιερωμένα σύνορα της μουσουλμανικής θρησκευτικότητας ξεπέρασε σε μιά έκρηξη εκστατικής βιωματικής εμπειρίας ο al-Hallaj (θάν. 922 μ.Χ.). Ξεκινώντας από τη βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι αγάπη και ότι δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα Του, τόνισε ότι ο άνθρωπος πρέπει να ανακαλύψει μέσα του τη θεία εικόνα και να φθάσει στην ένωση με τον Θεό. Μερικές από τις ιδέες του, όπως η φράση «Είμαι η αλήθεια» (πού μάλλον εκφράζει μιά παροδική συναίσθηση της ταυτότητας με τον Θεό, η οποία χαρίσθηκε άνωθεν), προκάλεσαν την αγανάκτηση των ορθοδόξων μουσουλμάνων, που τον καταδίκασαν σε σταύρωση. Ύστερα από την καταδίκη αυτή, οι σούφι έγιναν πιο προσεκτικοί στις διατυπώσεις και αινιγματικοτεροι στις εκφράσεις τους. Η ερωτική ορολογία αποτέλεσε το δυναμικότερο εκφραστικό τους μέσο. Με τη βοήθεια σειράς ασκήσεων, που οδηγούν σε εκστασιακές καταστάσεις, η αγάπη αυτή φθάνει στη βεβαιότητα της ενώσεως με τον Θεό, τόσο που οι μουσουλμάνοι μυστικοί να ζητούν να λειώσουν μέσα στη θεία αγάπη.

Στην πλειοψηφία τους οι μουσουλμάνοι ασκητές έδειξαν σεβασμό στις βασικές ισλαμικές αρχές. Ορισμένες όμως ακραίες διατυπώσεις και πρακτικές των σούφι δημιούργησαν μεγάλη καχυποψία στους εκπροσώπους του παραδοσιακού Ισλάμ. Η αντίθεση έφθασε κατά τον 10ο αι. σε έντονη αντιπαράθεση. τη γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στο σουννιτικό Ισλάμ και τον Σουφισμό πέτυχε ο al-Ghazali (θαν. 1111 μ.Χ.). Αφού αναζήτησε μέσα στην άσκηση και τη μυστική εμπειρία το Απόλυτο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν αποκτάται με θεωρητική ενασχόληση, αλλά βιώνεται μέσα σε προσωπική αλλαγή και έκσταση. Έθεσε την εμπειρία πάνω από το γράμμα του νόμου και εδραίωσε τον ισλαμικό ορθόδοξο μυστικισμό, παλινορθώνοντας στο κέντρο της ισλαμικής ευσέβειας το δέος ενώπιον του Θεού και εναρμονίζοντας θεολογία και μυστικό βίωμα.

Από τα πιο αγαπητά βιβλία των σούφι παραμένουν τα δίστιχα του Jalal al-din al-Rumi (θάν. 1273 μ.Χ.). Οι δερβίσηδες θεωρούν το βιβλίο αυτό ιερό και το τοποθετούν κοντά στο Κοράνιο. Τα κείμενα του, γεμάτα από εικόνες και δυνατές ιδέες, διατυπωμένα με έξοχο ποιητικό τρόπο, καθόρισαν τη μετέπειτα πορεία του ισλαμικού μυστικισμού.

Με τον Ibn cArabi (θάν. 1240 μ.Χ.) έγινε ζωηρότερη η εξάρτηση από τον Νεοπλατωνισμό και η κίνηση προς τον μονισμό. Ο αλ-Άραμπι, που μαζί με τον αλ-Γαζάλι θεωρούνται οι φιλοσοφικότεροι των σούφι, δεν εγκατέλειψε την εικονική ερωτική γλώσσα και προσπάθησε να ολοκληρώσει το νεοπλατωνικό του δράμα με την κορανική διδασκαλία περί ανθρώπου και Θεού. Ο Θεός πάντοτε υπερβαίνει τη δημιουργία, αλλά με τη μεσολάβηση του ανθρώπου ο δημιουργημένος κόσμος επιστρέφει στην πρωταρχική του ενότητα. Οι διδασκαλίες του τελικά μαρτυρούν δογματική αδιαφορία, αποκλίνοντας σε πανθεϊστικές αντιλήψεις.

Στην κατά συνθήκη ευσέβεια των κρατούντων, οι σούφι αντιδρούσαν με τρόπο σιωπηλό, βιωματικό και συχνά συγκλονιστικό. Μετά τον 12ο αί., το σουφικό μυστικό ρεύμα οδήγησε στη δημιουργία των μουσουλμανικών μοναχικών κοινοτήτων (ταρίκα). Πολλοί, αναζητώντας τη μυστική εμπειρία, κατέφευγαν σ’ ένα γέροντα που ανελάμβανε την καθοδήγηση τους με βασικό στοιχείο αυτής της μαθητείας όχι τόσο τη γνωσιολογική κατάρτιση, όσο την πνευματική και ψυχική ανάπτυξη τους. Η διαδικασία αυτή απαιτούσε οργανωμένη κοινότητα, και καθεμιά από αυτές ανέπτυσσε τα δικά της κέντρα, όπου διαβίωναν τα μέλη της, τους δικούς της κανόνες, αρχές, τελετές, μυστικά, πνευματική ατμόσφαιρα. Δεν σημαίνει ότι όλα τα μέλη τους θα μπορούσαν να θεωρηθούν μυστικοί. Εντούτοις, μέσα στην ατμόσφαιρα τους καλλιεργήθηκε, με επιμέλεια και προσδοκία, το μυστικό βίωμα. Από τις πιο γνωστές περιπτώσεις είναι οι δερβίσηδες, που με τελετουργικούς χορούς και με άλλα μέσα επιδίωκαν την έκσταση, για να πλησιάσουν τον Θεό. Καθώς τα τάγματα των δερβίσηδων εξαπλώνονταν σε διάφορα μέρη, η μυστική διάθεση και ζωή έφθανε σε όλα τα στρώματα του ισλαμικού κόσμου και η αναζήτηση μυστικών εξάρσεων και οραμάτων πήρε μεγάλες διαστάσεις. Στις μέρες μας παρουσιάζεται και πάλι νέα αναζωπύρωση του σουφικού ενδιαφέροντος.

Χριστιανικός Μυστικισμός

Γενικά

Ο Χριστιανισμός δεν ταύτισε την αγιότητα και το ιδανικό του με την επίτευξη μυστικής εξάρσεως. Αλλά το γεγονός της σαρκώσεως του Θείου Λόγου κάνει οντολογικά και υπαρξιακά δυνατή την κοινωνία και ένωση του ανθρώπου με τον απρόσιτο Θεό. Οι ρίζες του χριστιανικού μυστικισμού βρίσκονται στην Καινή Διαθήκη και προπαντός στα κείμενα του ευαγγελιστή Ιωάννη και του αποστόλου Παύλου. Η χριστιανική εμπειρία είχε πάντοτε αφετηρία, κινητήρια δύναμη και κριτήριο την Αγία Γραφή. Από την Ιωάννεια θεολογία πήγασαν τα βασικά μυστικά χριστιανικά ρεύματα: ο μυστικισμός της θείας «εικόνας» που τείνει προς το «καθ’ ομοίωσιν» και ο μυστικισμός της αγάπης. Ο ίδιος ο Χριστός, μετά την υπογράμμιση του γεγονότος, ότι «εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί έστιν» (Ίω. 14:11),τόνισε στους μαθητές του «μείνατε εν εμοί καγώ εν υμίν» και «ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ» (15:4-5). Υπογράμμισε όμως συγχρόνως ότι ο δρόμος γι’ αυτή την αγαπητική ένωση δεν είναι μιά συναισθηματική ή, πολύ περισσότερο, μιά μυστικοπαθής φυγή, αλλά συντονισμός με τη δική του ζωή. «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, καγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν» (14:21). Πολλά χωρία της Καινής Διαθήκης αναφέρονται στην ανάγκη και τη σημασία του «εν Χριστώ» είναι. Στις επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι διάχυτη η μυστική εμπειρία που στρέφεται γύρω από τον άξονα, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζή δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2:20).

Μαθητής του Ιωάννη ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (+113/4) εκφράζει βαθύ μυστικό βίωμα γράφοντας στους Ρωμαίους, «ο εμός έρως εσταύρωται». Η πρώτη απόπειρα για θεωρητική συστηματοποίηση του χριστιανικού μυστικισμού έγινε από τον Ωριγένη (185-254), ο όποιος ανέπτυξε τη θεολογία της εικόνας του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Η έμφαση στον οντολογικό χαρακτήρα αυτής της εικόνας (που δεν είναι απλό εξωτερικό αντίγραφο) παραμένει σε όλη τη χριστιανική παράδοση και της προσφέρει σταθερά τη μυστική της δύναμη. Μολονότι όμως ο Ωριγένης, ως απώτατη βαθμίδα της πνευματικής τελειώσεως έβλεπε τη θεωρία και τη γνώση, η θεολογία του διακρίνεται από τη νεοπλατωνική με την προνομιακή θέση που έδωσε στην αγάπη. Πρώτος αυτός μίλησε επίσης για τον θείο ερωτά: «Νύμφη ψυχή γαμουμένη Λόγω».

Στην πάροδο των αιώνων ο χριστιανικός μυστικισμός πήρε διάφορες μορφές, από τις όποιες εμφανέστερες είναι: 1. Η ησυχαστική «θεωρία» (Ησυχασμός Ανατολικής Εκκλησίας). 2. Η συναισθηματική ερωτική αφοσίωση, επικεντρωμένη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού (διάφοροι μυστικοί της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας). 3. Η επαγωγική περισυλλογή και θεωρία (contemplation), που τονίζει την ενατενιστική προσευχή (Καρμελίτες, Ίγνατιανοί κ.ά.). 4. Η λατρευτική, που προβάλλει τη λειτουργική και μυστηριακή ζωή για την ανάβαση και ένωση με τον Θεό. Σε πολλές περιπτώσεις δεσπόζει το ένα στοιχείο χωρίς όμως να απουσιάζουν και τα άλλα και συχνά εμφανίζονται συνδυαστικές μορφές.

Κατά καιρούς γίνεται λόγος για επιδράσεις του νεοπλατωνικού μυστικισμού στον χριστιανικό. Οι διαφορές όμως παραμένουν καθοριστικές, π.χ.: 1. Η χριστιανική Εκκλησία επιμένει , και ο μυστικισμός που αναπτύχθηκε στα πλαίσια της το υιοθετεί πλήρως, ότι ο κόσμος, οι ψυχές, ή ύλη, είναι δημιουργήματα του Θεού και όχι απορροές του Θεού. 2. Ο χριστιανικός μυστικισμός απορρίπτει πλήρως την ένωση της ανθρώπινης ψυχής με τον Θεό σε μιά έννοια πανθεϊστική. 3. Αντιλαμβάνεται τον μυστικισμό όχι ως ένωση με τη θεία ουσία, αλλά ως θέα της θείας δόξας, ως ένωση αγάπης, ως μετοχή στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, με τις όποιες ο άνθρωπος φθάνει στη «θέωση», γίνεται «κατά χάριν Θεός». 4. Ενώ στον νεοπλατωνικό μυστικισμό τονίζεται η ένωση της ψυχής με το απόλυτο Εν, κυρίως μέσω ασκητικής καθάρσεως και εκστάσεως, στον χριστιανικό δεσπόζει η συναίσθηση ότι, εφόσον ο Θεός είναι αγάπη, ο μόνος επιτυχής δρόμος για την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό είναι η αγάπη. Το μυστικό χριστιανικό ρεύμα αναβλύζει από τις πηγές της θείας αποκαλύψεως και αδιάκοπα ανανεώνεται από αυτές.

Μετά τις γενικές αυτές παρατηρήσεις θα χαραχθεί αδρά η πορεία του χριστιανικού μυστικισμού στον δυτικό κόσμο και, τέλος, η εξέλιξη του Ορθόδοξου μυστικισμού, που μας αφορά περισσότερο, με επισήμανση των βασικών θεμάτων και χαρακτηριστικών του.

Δυτικός χριστιανικός μυστικισμός

Τη δυτική Χριστιανοσύνη επηρέασε προπαντός ο Αυγουστίνος (354-430), ο οποίοςμίλησε για τη θεία εικόνα κυρίως με ψυχολογικούς όρους, αρχίζοντας από τη σχέση Δημιουργού -δημιουργήματος, την οποία η θεία έλξη και η ανταπόκριση του ανθρώπου σ’ αυτήν μεταμορφώνει σε ταυτότητα. Αργότερα ο Johannes Scotus Eriugena (810-877), υιοθετώντας τη νεοπλατωνική φιλοσοφία και μεταφράζοντας τα συγγράματα που φέρουν το όνομα του Διονυσίου Αρεοπαγίτου, έδωσε νέους χυμούς στον πρώιμο μεσαιωνικό μυστικισμό. Οι μυστικοί της Δύσεως παραμέρισαν τον μυστικισμό της εικόνας και στράφηκαν περισσότερο σ’ έναν ιδιωτικό και συναισθηματικό μυστικισμό, διαμορφώνοντας με τον τρόπο αυτό τον ερωτικό χριστιανικό μυστικισμό.

Από τους διαπρεπέστερους υμνητές του πνευματικού ερωτά υπήρξε ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ (1090-1153). Η αγάπη του ήταν χριστοκεντρική, ενατενίζουσα τον εσταυρωμένο Χριστό. τον 13ο αι. αναπτύχθηκε μιά νέα αντίληψη της σημασίας της σαρκώσεως του Λόγου και της σπουδαιότητας που έχει μετά από αυτήν όλη η δημιουργία. Έκτοτε η παρουσία του Θεού αναζητείται περισσότερο μέσα στη δημιουργία παρά έξω από αυτήν.

Ο Φραγκίσκος της Ασίζης (1182-1226) δίδαξε τους συγχρόνους του να αντιμετωπίζουν τη φύση με σεβασμό και αγάπη, καθώς επίσης τον άρρωστο και τον φτωχό άνθρωπο. Η ζωηρή συνείδηση της μοναδικής σημασίας που έχει το γεγονός ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος χάρισε στον χριστιανικό ερωτικό μυστικισμό ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο και ενδιαφέρον για το κοινωνικό γίγνεσθαι. Πολλοί δυτικοί μυστικοί, όπως η Αικατερίνα της Σιέννας (1347-1380) και ο Ιγνάτιος Λογιόλα (1491-1556), έζησαν δραστήριο βίο και επηρέασαν ευρύτερα την κοινωνία.

Ο μεσαιωνικός μυστικισμός έφθασε σε μεγάλα ύψη με τον Έκαρτ  (Johannes Eckhart, 1260-1327), που θεωρείται ο σημαντικότερος μυστικός θεολόγος της Δύσεως. Συνύφανε αυγουστίνειες και ελληνικές θεωρίες με μιά τολμηρή αποφατική θεολογία και δημιούργησε ένα επιβλητικό σύστημα, με κέντρο της θεολογικής του οντολογίας την εικόνα, οδηγώντας τον μυστικισμό της εικόνας στα απώτατα όρια. Ο άνθρωπος καλείται να αποκτήσει συνείδηση του θείου στοιχείου που υπάρχει μέσα του. Η νέα γέννηση του Χριστού στα μύχια της ψυχής αποτελεί τον σκοπό της ιστορίας της σωτηρίας. Ο Έκαρτ επιμένει ότι η μυστική ένωση δεν αποτελεί προνόμιο ορισμένων, αλλά βασική κλήση και τελικό σκοπό της ανθρωπότητας. Για να επιτύχει όμως αυτό ο άνθρωπος, δεν φθάνει μιά διανοητική διαδικασία· απαιτείται απόσυρση από τα εγκόσμια και απάρνησή τους. Τις ιδέες αυτές απλοποίησε ο J. Tauler (;1300-1361), κηρύττοντας έναν προσωπικό, βιωματικό Χριστιανισμό. Αργότερα ο Ολλανδός Jan van Ruysbroek (1293-1381) συμπεριέλαβε στον μυστικισμό της εικόνας ένα μυστικισμό της κτίσεως.

Από τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους του ερωτικού μυστικισμού της Δύσεως υπήρξαν οι Ισπανοί, Θηρεσία της Άβιλλας (1515-1582) και Ιωάννης του Σταυρού (1542-1591). Ο τελευταίος, που υπήρξε και πνευματικός της Θηρεσίας, περιέγραψε την πνευματική ζωή ως αυξάνουσα κάθαρση – μιά πορεία που αρχίζει με τη νύκτα των αισθήσεων, προχωρεί στη νόηση και καταλήγει στον γνόφο της ενώσεως με τον Θεό. Άλλοι μυστικοί αποκάλεσαν τη δεύτερη και τρίτη φάση, φωτισμό και ένωση αντίστοιχα. η Θηρεσία αναφέρθηκε στη μυστική αγαπητική ένωση ως «γάμο» και περιέγραψε τέσσερις βαθμίδες που οδηγούν στον Θεό: Αυτοσυγκέντρωση, συνδυασμένη με προσευχή. Προσευχή της ησυχίας. Συνενωτική προσευχή, στην οποία βούληση και νους βρίσκονται ενωμένα με τον Θεό. Εκστατική ένωση (unio mystica). Οι διδασκαλίες αυτές επηρέασαν ευρύτερα τον ρομαντικό μυστικισμό των νεοτέρων χρόνων και καλλιέργησαν μιά μυστική διάθεση στοχαστικής, συναισθηματικής και εκστατικής προσευχής.

Μυστικά ρεύματα διαχύθηκαν και στον χώρο των προτεσταντικών κοινοτήτων, που διαμορφώθηκαν από τη μεταρρύθμιση. Το πρώτο εκπροσωπούν ο V. Weigel (1533-1588), που συνέθεσε παραδοσιακές ιδέες από τον Γνωστικισμό και τον Παράκελσο, σ’ ένα απαρτισμένο σύστημα. Το δεύτερο ρεύμα πήγασε από τον J. Bohme (1575-1624), το οποίο, στην αρχή μεν συνάντησε σοβαρές αντιδράσεις, αργότερα όμως επηρέασε τη γερμανική πνευματικότητα, όταν αναπτύχθηκε ο μυστικοπαθής ευσεβισμός. Στον αγγλοσαξονικό κόσμο διακεκριμένος μυστικός υπήρξε ο G. Fox (1624-1691), ιδρυτής των Κουάκερων. Με την ανάπτυξη του γερμανικού ιδεαλισμού και με τον F. Schleiermacher ο μυστικισμός προσείλκυσε το ενδιαφέρον της θεολογίας. Αργότερα ο R. Otto επισήμανε τη βαθιά σχέση του μυστικού βιώματος με την ουσία της θρησκείας.

Ανατολικός Ορθόδοξος μυστικισμός

Δύο μεγάλα αρτεσιανά φρέατα μυστικής εμπειρίας, από τα όποια άντλησε ο Ορθόδοξος βυζαντινός μυστικισμός στην πρώτη του φάση, υπήρξαν ο αγ. Γρηγόριος Νύσσης (335/340-394;) και ο μοναχός Ευάγριος ο Ποντικός (345-399). Ο πρώτος τόνισε ότι η ψυχή μπορεί να φθάσει Εκείνον, ο οποίος βρίσκεται πέρα από οποιαδήποτε διανοητική σύλληψη, μέσα στον «φωτεινό γνόφο», και ακόμη καθόρισε τη μυστική εμπειρία ως εν αγάπη ένωση μετά του Θεού. Ο Ευάγριος έθεσε ως κέντρο του μυστικισμού τον νου.

Τον 5ο αι. έργα αποδιδόμενα στον Μακάριο διαμορφώνουν μιά νέα πηγή εμπνεύσεως του Ορθόδοξου χριστιανικού μυστικισμού, υπογραμμίζοντας την αντίληψη ότι το κέντρο του ανθρώπινου προσώπου βρίσκεται εις την καρδίαν. Ο Ευάγριος, επηρεασμένος από τη νεοπλατωνική φιλοσοφία, έβλεπε τον άνθρωπο ως νουν αιχμαλωτισμένο στην ύλη και συνεπώς το σώμα χωρίς μετοχή στην πνευματική ζωή. Τα «Μακαριακά κείμενα», ποτισμένα από τη βιβλική σκέψη, αντικρίζουν τον άνθρωπο ως ένα ενιαίο σύνολο. Βάση του μυστικισμού που αντιπροσωπεύουν αποτελεί η σάρκωση του Λόγου. Η αδιάλειπτη προσευχή δεν οδηγεί έτσι στην απελευθέρωση του πνεύματος από τα δεσμά της σάρκας, αλλά εισάγει τον άνθρωπο στην εσχατολογική πραγματικότητα της βασιλείας του Θεού με όλη την ύπαρξη -πνεύμα και σώμα.

Τα κείμενα που φέρουν το όνομα του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου , υπογραμμίζοντας έντονα την αποφατικότητα στη θεολογία, αναπτύσσουν τη θεωρία της «θέας του Θεού», της ενώσεως με τον Θεό και παρακινούν τον άνθρωπο να απαλλαγεί από τις αισθήσεις και τις νοητικές λειτουργίες, για να συναντήσει τον Θεό μέσα στον θείο γνόφο, για να απολαύσει τη χαρά της θέας Του, μολονότι και αυτή θα παραμένει ασαφής. Τα «Αρεοπαγιτικά» κείμενα κάνουν λόγο για μιά κλιμακωτή ανάβαση. Σ’ ένα σύστημα «προόδων» αντιστοιχούν ποικίλοι βαθμοί ελλάμψεως. Ο σκοπός είναι να υψωθεί ο άνθρωπος και να φθάσει τον Μοναδικό. Τελικά, αυτή η άνοδος είναι χάρισμα Θεού.

Στον μυστικισμό που αναπτύσσεται με κέντρο τη Μονή Σινά, η «προσευχή του Ιησού» αποκτά ήδη στον 7ο αι. έναν κεντρικό ρόλο ως προσευχή διανοίας και καρδίας. Στην τελευταία φάση της πρώτης περιόδου του βυζαντινού μυστικισμού δεσπόζουν ο αγ. Ιωάννης ο Σιναΐτης, συγγραφέας της Κλίμακος (580-670 η μάλλον 525-600) και ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662). Το έργο του πρώτου κινείται στη γραμμή ενός μυστικισμού του γίγνεσθαι κατά το θέλημα του Θεού. Στην κορυφή τοποθετούνται οι τρεις αρετές -της πίστεως, της ελπίδας και της αγάπης- και η έμφαση δίνεται στην «προσευχή του Ιησού», που τοποθετείται στο κέντρο της ησυχαστικής πνευματικότητας, στη συνένωση του ονόματος του σαρκωμένου Λόγου με την αναπνοή.

Ο αγ. Μάξιμος, που αποτελεί σπουδαίο ορόσημο στην εξέλιξη του βυζαντινού μυστικισμού, ανέπτυξε το θέμα της θεώσεως, εφαρμόζοντας το χριστολογικό δόγμα στην πορεία της εσωτερικής ζωής. Επισήμανε τις σχέσεις των επί μέρους σταδίων της μυστικής εμπειρίας μεταξύ τους και διευκρίνισε ότι, έως την ολοκλήρωση της, τη «θεωρία» πρέπει να συνοδεύει σύνολο το ήθος με οδηγό την αγάπη. Ο μυστικισμός του Μαξίμου επεκτείνεται και αγκαλιάζει οργανικά το όλον. Ο χριστοποιημένος άνθρωπος ανεβαίνει προς τον Θεό μαζί με το σώμα σε σύνδεσμο με τον ορατό κόσμο και ακόμη υψώνει μαζί του όλη τη δημιουργία, διότι αυτός είναι ο κεντρικός κρίκος που ενώνει τα διαφοροποιημένα μέρη του κόσμου.

Στους επόμενους αιώνες εμπεδώνονται τα επιτεύγματα της μυστικής παραδόσεως της Ανατολής. Στην καμπή της χιλιετηρίδας υψώνεται μιά μεγαλειώδης κορυφή του βυζαντινού μυστικισμού, ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος (949-1022; -κατ’ άλλους 957-1035) με τους μαθητές του, μεταξύ των οποίων διακρίνεται ο Νικήτας Στηθάτος. Η μυστική εμπειρία του Συμεών χαρακτηρίζεται από ένταση, θέρμη, τόνο απόλυτα προσωπικό. Πρωτοτυπεί ιδιαίτερα στη διδασκαλία περί φωτός, περιγράφοντας βαθιές και συνεχείς προσωπικές εμπειρίες. Σχεδόν σε κάθε σελίδα των έργων του απαντούν αναφορές στο «φως», στην «έλλαμψη» και σε άλλες παρόμοιες λέξεις. ο μυστικισμός του όμως αναπνέει έντονα σε μιά ατμόσφαιρα χριστολογική, αναστάσιμη, αγιοπνευματική, εσχατολογική.

Νέα άνθηση του βυζαντινού μυστικισμού εμφανίζεται από τα μέσα του 13ου αι. έως το τέλος του 14ου, με την ησυχαστική κίνηση. Σ’ αυτή την περίοδο κέντρο δεν είναι πλέον το Σινά ή οι κύκλοι της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά ο Άθως και η γειτονική Θεσσαλονίκη. Χαρακτηριστικό του ησυχασμού αποτελεί η προσπάθεια για την απόκτηση μιας καταστάσεως απόλυτης ηρεμίας και ησυχίας, η όποια παραμερίζει ψαλμωδίες, μελέτη, καθαρά διανοητική ενασχόληση. Στην προσπάθεια αυτή, που έχει κέντρο της την καρδιά του ανθρώπου, συμβάλλουν η επανάληψη της προσευχής του Ιησού και άλλες πρακτικές ενέργειες που βοηθούν στη συγκέντρωση του νου.

Αποφασιστική για τη θεολογική θεμελίωση του ησυχασμού υπήρξε η συμβολή του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά (1296-1359), που αρχικά μόνασε στο Αγιον Όρος και αργότερα έγινε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Ο Παλαμάς τοποθέτησε τον χριστιανικό μυστικισμό μέσα στο γενικότερο θείο σχέδιο της σωτηρίας. Η βασική διάκριση γίνεται μεταξύ κτιστού και ακτίστου· του κτιστού σύμπαντος και των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Ο «υπερούσιος» Θεός δεν μπορεί να ταυτισθεί με οποιαδήποτε κτιστή αντίληψη και ιδέα, πολύ περισσότερο με τη φιλοσοφική έννοια της ουσίας. Ο άνθρωπος κατά την έλλαμψη μετέχει στις άκτιστες θείες ενέργειες. «Η θεία και θεοποιός έλλαμψις και χάρις ουκ ουσία, αλλ’ ενέργεια εστί του Θεού». Η παλαμική σκέψη, υψώνοντας την αυθεντία των Γραφών, αποκαθιστά την αξία της ύλης, την οποία ο ελληνικός ιδεαλισμός έτεινε να αρνηθεί. Το ανθρώπινο πνεύμα είναι στην πραγματικότητα εξίσου ριζικά διάφορο από τον Θεό, όσο και το σώμα. Και ο Θεός, δίνοντας τη χάρη Του, σώζει τον όλο άνθρωπο, το σώμα και το πνεύμα Του.

Στην ίδια γεωγραφική περιοχή και περίπου στην ίδια εποχή με τον Παλαμά ο Νικόλαος Καβάσιλας (1322-1391), αναπτύσσοντας τη διδασκαλία του για τα Μυστήρια, αναφέρθηκε στα θέματα της σωτηρίας και της ενώσεως με τον Θεό. Ούτε οι ναοί, δίδαξε, ούτε οποιοσδήποτε άλλος ιερός χώρος είναι τόσο άγιος, όσο ο άνθρωπος, με τη φύση του οποίου κοινωνεί ο ίδιος ο Χριστός. Ο μυστικισμός του Καβάσιλα χαρακτηρίζεται από βαθιά χριστολογική αίσθηση και προσήλωση στην οντολογική πραγματικότητα του Σώματος του Χριστού, «ο εστίν η Εκκλησία».

Η βυζαντινή παράδοση συνέχισε να επηρεάζει τις τουρκοκρατούμενες Ορθόδοξες χώρες. από τα τέλη του 18 αι. η Φιλοκαλία του αγ. Νικόδημου του Αγιορείτου (εκδ. 1782) αποτέλεσε τη χρηστομάθεια του Ορθόδοξου μυστικισμού, αρδεύοντας το νεότερο Ορθόδοξο ήθος*.

Βασικά θέματα του βυζαντινού μυστικισμού

Οι όροι-κλειδιά, γύρω από τους οποίους περιστρέφονται τα βυζαντινά μυστικά κείμενα, είναι: «γνώσις», «ησυχία», «νήψις», «προσευχή», «απάθεια», «κάθαρσις του νοός», «άσκησις», «πράξις», «θεωρία», «έκστασις», «έλλαμψις», «μνήμη Θεού»,«θεατού Θεού»,«θείο φως», «μέθεξις», «θείος έρως», «θέωσις». Την ιδιοτυπία του μυστικού βιώματος εκφράζουν επίσης οι αντινομικοί συνδυασμοί που αγκαλιάζουν διαλεκτικά τη χριστιανική εμπειρία: «λαμπρός γνόφος», «ευφρόσυνο πένθος», «νηφαλία μέθη» κ.α. Ενώ όμως την προσοχή πολλών μελετητών ελκύει η ιδιοτυπία ορισμένων από τους ανωτέρω όρους της Ορθόδοξης μυστικής θεολογίας, εντούτοις δεν πρέπει να παραθεωρείται ότι από τις περισσότερο επαναλαμβανόμενες έννοιες στους Ορθόδοξους μυστικούς είναι οι όροι: «Θεός»,«Ιησούς», «Χριστός», «Πνεύμα», «Αγία Τριάς», «χάρις», «εντολαί», «Σταυρός», «Ανάστασις», «αγάπη».

Τα τυπικότερα στοιχεία του βυζαντινού μυστικισμού είναι:

α) Η ήρεμη έκσταση, στην οποία συμβάλλει η αδιάλειπτη νοερά προσευχή και ο νους με τη συμμετοχή των αρετών. Ο βυζαντινός μυστικισμός δεν γνωρίζει τους τύπους εκείνους εκστάσεως που συναντούμε σε άλλα θρησκεύματα (Σαμανισμό, αφρικανική πνευματοληψία, διονυσιακή έκσταση, δερβίσηδες κ.λπ.), η οποία σχετίζεται με τεχνικές ψυχοσωματικών διεγέρσεων, χορούς, ναρκωτικά κ.λπ. Ούτε ακόμη ταυτίζεται με την έκσταση των μυστηριακών θρησκειών ή τη φιλοσοφική λεγόμενη έκσταση των πλατωνικών και νεοπλατωνικών, με την έξοδο δηλαδή του νου από το σώμα, από τον χρόνο, για να λειτουργήσει δήθεν καθαρά.

β) Γνώση – αγνωσία. Όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί το ακατάληπτο της ουσίας Του. Συχνότατες είναι οι αποφατικές διατυπώσεις, όπως «υπερούσιος αοριστία» (Διονύσιος Αεροπαγίτης), «υπερ-άρρητος», «υπεράγνωστος» (Μάξιμος).

γ) Έλλαμψη και θέρμη. η πολυδιάστατη εμπειρία του φωτός έχει άμεσες χριστολογικές, πνευματολογικές και εσχατολογικές συναρτήσεις. Η μυστική θεωρία προεκτείνεται σε θέα εσχατολογική, έξοδο από την Ιστορία προς το αιώνιο φως της Δευτέρας Παρουσίας. Παρά τη συχνότητα όμως και τη σημασία του φωτός, ποτέ δεν δόθηκε το βάρος σε εξωτερικά φαινόμενα. Αυτά θεωρήθηκαν μόνο μιά πλευρά της θέας του Θεού. ο ουσιαστικός σκοπός παρέμεινε η συνάντηση του προσώπου του Χριστού.

δ) «Θείος έρως». Ενώ η λέξη «έρως» επανέρχεται στα κείμενα των βυζαντινών μυστικών, οι ερωτικές περιγραφές είναι λιτές και διαφοροποιούνται σαφώς από ανάλογες σελίδες του μουσουλμανικού ή του ινδουιστικού μυστικισμού. Ακόμα και σε σχέση με τους δυτικούς μυστικούς, οι όποιοι συχνά χρησιμοποιούν ρομαντικές και ρεαλιστικές περιγραφές, οι Βυζαντινοί διαφέρουν όταν μιλούν για τον έρωτα του Θεού – όπως οι αποπνευματοποιημένες βυζαντινές εικόνες από τα δυτικοχριστιανικά αγάλματα. «Ο θείος έρως», «ο μακάριος έρως», δεν νοείται σαν μιά συναισθηματική διέγερση. Δένεται άμεσα με την αγάπη στην καθολική της μορφή, στην οποία δίνεται σταθερά το πρωτείο.

ε) Μία διαλεκτική τάση μεταξύ «έχειν» και «μη έχειν», μεταξύ στάσεως και συνεχούς κινήσεως, συνεχούς επεκτάσεως σε νέες εμπειρίες «από δόξης εις δόξαν», δεσπόζει στον βυζαντινό μυστικισμό. Η ανέλιξη αυτή συνδυάζεται με βαθιά ταπείνωση, ευγνώμονη εξάρτηση από τη θεία χάρη και ανοικτή συνείδηση στην ιστορική, εσχατολογική προοπτική.

στ) «Θέωσις». Οι βυζαντινοί θεολόγοι, στηριγμένοι βιωματικά στη θεολογία της σαρκώσεως, οδηγούνται σταθερά σε μιά θεολογία της θεώσεως. Ο αγ. Μάξιμος, ο όποιος ιδιαίτερα επιμένει σ’ αυτήν τη διδασκαλία, τονίζει ότι το δράμα του Θεού στον γνόφο είναι ήδη μετοχή στον Θεό. στη θέωση τελικά οδηγεί η μετοχή και η μέθεξη των ενεργειών του Θεού. Γινόμαστε «θεοί κατά χάριν», θεοί, «άνευ της κατ’ ουσίαν ταυτότητος». Πρόκειται για ένα τολμηρό δράμα, γεμάτο εμπιστοσύνη στη δύναμη της θείας χάριτος, πίστη στην οντολογική αλλοίωση που συντελείται στον κόσμο με τη σάρκωση του Χριστού και τη συνεχή δράση του Αγίου Πνεύματος, πλημμυρισμένο από ανεκλάλητη αισιοδοξία για τον τελικό σκοπό του ανθρώπου.

(Σχετικά με τα χαρακτηριστικά του Ορθόδοξου μυστικισμού βλ. κατωτέρω: Γιόγκα και Ορθόδοξος Ησυχασμός.)

Γενικά, ο Ορθόδοξος μυστικισμός παρουσιάζει ήρεμη νηφαλιότητα και ανάταση, σε ριζική αντίθεση προς μυστικίζουσες θεοσοφικές ή απόκρυφες θεωρίες και ψυχοσωματικές τεχνικές. Όλα είναι δώρα της χάριτος του Θεού. Εκείνο που κυρίως καταθέτει ο άνθρωπος είναι η προαίρεση, το μόνο ουσιαστικό που έχει δικό του. Ιδιαίτερα εξωτερικά φαινόμενα -όπως τα στίγματα, που είναι τόσο συχνά στους μυστικούς της Δύσεως- δεν αναφέρονται στους μυστικούς της Ανατολής. Πολλοί από τους τελευταίους προειδοποιούν ιδιαίτερα για τον κίνδυνο των σωματικών οραμάτων ή φαντασιώσεων. Διότι και τα δύο καταστρέφουν την ενότητα του ανθρώπου, την οποία ο Χριστός ήρθε να αναστηλώσει.

Η μυστική εμπειρία στην Ανατολική Εκκλησία διαμορφώνει το ήθος, την εν γένει πνευματικότητα και λατρευτική ζωή της. Είναι τόσο ευρεία η ακτινοβολία του μυστικού βιώματος, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος γενικότερα για μυστική θεολογία και πνευματικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι κάθε τύπος μυστικισμού βρίσκεται σε οργανική σχέση με το ευρύτερο πλαίσιο, τις δοξασίες και τις βασικές αρχές της θρησκείας, μέσα στην οποία αναπτύχθηκε. Επηρεάζεται από τις αφετηριακές θρησκευτικές της συλλήψεις, τον γενικότερο προσανατολισμό και αντίστοιχα τις επαναπροσδιορίζει και τις διαμορφώνει.

Βιβλιογραφία κατ’ επιλογήν

Arberry, A.J., Sufism;An Account of the Mystics of Islam, G. Allen and Unwin, London 1950.

Blyth, R.H., Zen and Zen Classics, The Hokuseido Press, Tokyo 19703. Butler, C, Western Mysticism, Constable, London 19673. Dasgupta, S., Hindu Mysticism, Open Court, London 1927. Dupre, L., «Mysticism», The Encyclopaedia of Religion, (ed. M. Eliade):

Macmillan, New York, τομ. 10 (1987),pp. 245-261. Fedopov, G.P. (ed.), A Treasury of Russian Spirituality, Belmont, Mass, Nordlund 19752. […]

* Ρωσικός μυστικισμός. Στην Ορθόδοξη Ρωσία αναπτύχθηκαν δύο ρεύματα μυστικισμού. Το ένα υπήρξε άμεση συνέχεια της βυζαντινής και γενικά της Ορθόδοξης παραδόσεως. Τροφοδοτήθηκε σταθερά από τη λειτουργική ζωή και τις μεταφράσεις βυζαντινών μυστικών, όπως της Φιλοκαλίας, που κυκλοφόρησε αρχικά στη σλάβονική και αργότερα (1894) στη ρωσική γλώσσα. Ασκητικές μορφές, όπως ο Παΐσιος Βελιτσκόβσκυ (1-1794), ο Σεραφείμ του Σάρωφ (1754-1833) και πολλοί άλλοι είχαν στη ζωή τους ζωηρά μυστικά βιώματα.

Το άλλο ρεύμα προήλθε από μεταφράσεις διαφόρων γνωστών και αγνώστων μυστικών συγγραφέων της δυτικής Χριστιανοσύνης, συνήθως ευσεβιστικών τάσεων, και παρουσίασε επικίνδυνες εξάρσεις και αιρετικές αποκλίσεις. Χαρακτηριστικές μορφές στη δεύτερη αυτή τάση υπήρξαν οι: Γρ. Σ. Σκοβορόντα (1722-1794), Ν.Ι. Νοβικώφ και Α.Φ. Λά-μπσιν. Τον 19ο αι. εμφανίσθηκαν στη Ρωσία διάφορες μυστικοπαθείς ομάδες, με πρωταγωνιστές την Ταταρίνοβα, τον Α .Π. Ντουμποβίσκυ, τον Κοτέλνικωφ (του οποίου οι οπαδοί ονομάσθηκαν «οχήματα του Πνεύματος» -«ντουχονόστσι»), οι όποιες προκάλεσαν την αντίδραση της Εκκλησίας.

Σημαντικότερος εκπρόσωπος του ρωσικού μυστικισμού υπήρξε ο Βλ. Σολοβιώφ (1853-1900). Με σαφείς επιδράσεις από τον Νεοπλατωνισμό και τους μυστικούς της χριστιανικής Δύσης, όπως τους Eriugena, Bohme κ.α., ο Σολοβιώφ, έχοντας ο ίδιος έντονες προσωπικές μυστικές εμπειρίες, ανέπτυξε τις απόψεις του για τη μυστική πίστη, την «πανενότητα» του Θεού με το κοσμικό και ιστορικό σύμπαν κ.λπ. Αρχικά σλαβόφιλος, δέχθηκε 4 χρόνια πριν πεθάνει τη ρωμαιοκαθολική ομολογία. Κάπως πιο κοντά στην Ορθόδοξη παράδοση, ο θεολόγος και φιλόσοφος Α.Σ. Χομιάκωφ (1804-1860) πλούτισε τον ρωσικό μυστικό στοχασμό. Ξεκινώντας από τη μυστική εμπειρία της Εκκλησίας και στρεφόμενος γύρω από αυτήν, ανέπτυξε ένα μυστικισμό της ολοκληρώσεως και συναδελφότητας, που κέντρο του έχει το Πνεύμα του Χρίστου. Το έργο του άσκησε μεγάλη επίδραση στη μετέπειτα ρωσική θεολογική σκέψη.

Πηγή: Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου (Γιαννουλάτου), Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού, εκδ. Ακρίτας, σ. 319-355.

http://www.pemptousia.gr/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ, ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γύρισε κανείς;

Συγγραφέας: kantonopou στις 24th Απριλίου 2012

«Άμα πεθάνει κανείς… άμα κλείσει, τα μάτια του… πάει… όλα τελείωσαν. Ποιός γύρισε από τον άλλο κόσμο να μας πει, αν είναι τίποτε;… Δε βαριέσαι… Εδώ είναι ο παράδεισος και η κόλαση,.

Λόγια γνωστά. Χιλιοειπωμένα. «Τροπάριο»! Τα λένε συνεχώς πολλοί. Με… πολλή σοβαρότητα. Με την πεποίθηση ότι είναι μία σοφή διαπίστωση· με τετραγωνική λογική!

Αλλά δεν είναι. Είναι φτηνές ανοησίες· αφέλειες· απερισκεψίες· επιπόλαια λόγια.

Θέλετε να το διαπιστώσετε; Ρωτήστε τους! Όχι πολλά πράγματα. Μόνο τούτο:

- Πώς το καταλάβατε; Πώς φθάσατε σ’ αυτή τη διαπίστωση; Τί έρευνα κάνατε;

Δεν έχουν τί να απαντήσουν. Όμως έρχονται τα γεγονότα, που φανερώνουν, πόσο εκτός πραγματικότητας είναι κάτι τέτοιες «διαπιστώσεις»! Και δείχνουν ότι αυτοί που τα λένε δεν έχουν επαφή με την πραγματικότητα· ζουν στον κόσμο τους! Γεγονότα είναι οι συνεχείς και αδιάκοπες εμφανίσεις και παρεμβάσεις των αγίων στην ζωή μας. Και όλη η παρουσία των αγίων στη ζωή μας, μας λέει, όχι απλά «κάτι», αλλά «κάτι» για την μετά θάνατο ζωή.

* * *

Το θαυμαστό είναι ότι για εκείνη την πραγματικότητα μας αποκαλύπτουν αισθητά την αλήθεια όχι μόνο άγιοι, αλλά και αμαρτωλοί.

Στο βιβλίο «ΣΤΑΤΕΡΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ» τ. Α΄, ο όσιος αυτός Ρώσσος αναφέρει, ότι μια χήρα του διηγήθηκε τα εξής:

«Μερικά χρόνια πριν, όταν έχασα τον άνδρα μου, ήμουν φοβερά λυπημένη. Η ζωή είχε χάσει για μένα κάθε ενδιαφέρον· και η σκέψη για αυτοκτονία ερχόταν στο νου μου όλο και πιο συχνά. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την παραμονή του Πάσχα εκείνης της τραγικής για μένα χρονιάς. Με την φροντίδα της μητέρας όλα ήταν έτοιμα για τον μεγάλο εορτασμό· και το σπίτι μας είχε πάρει την πανηγυρική του όψη. Μόνο που στην ψυχή μου δεν είχα Πάσχα! Αντίθετα μάλιστα, κυριαρχούσε εκεί το ζοφερό σκοτάδι της απογοήτευσης. Η μητέρα μου όμως, που ήξερε τη βαρειά μου ψυχική κατάσταση, δεν με άφηνε ούτε βήμα να κάνω από κοντά της, χωρίς να με παρακολουθεί. Και τότε εγώ, σαν χρόνο κατάλληλο να φέρω σε πέρας το λογισμό μου, να θέσω τέρμα με την αυτοκτονία στη ζωή μου, διάλεξα τη νύχτα του Πάσχα. Έτσι δεν θα ήταν στο σπίτι, σκεφτόμουν, κανένας -εκτός από την κορούλα μου- να με εμποδίσει! Είπα λοιπόν στην μητέρα μου, πως εγώ θα αργούσα λίγο, γιατί με πονούσε τάχα το κεφάλι. «Καλά τότε, ξάπλωσε λίγο -με συμβούλευσε η μητέρα- και, αφού σου περάσει το κεφάλι, θα πάμε μαζί στην εκκλησία».

Για να αποφύγω την κουβέντα της ξάπλωσα. Και χωρίς να το καταλάβω αποκοιμήθηκα. Και ξαφνικά βλέπω ένα παράξενο όνειρο. Ευρίσκομαι σε κάποιο σκοτεινό και τρομακτικό υπόγειο. Μακριά, βλέπω τεράστιες φλόγες. Και από το κάτω μέρος του υπογείου αυτού χώρου, κατακαμένη, φρικιαστική, μ’ ένα σχοινί στο λαιμό, τρέχει προς το μέρος μου μια παλιά μου συμμαθήτρια. «Όλγα, Όλγα,  τί κάνεις;» Φωνάζω. «Δυστυχή, και συ θέλεις νά ’ρθης εδώ;» μου σκούζει εκείνη. Και αμέσως αντηχεί ο γλυκύς ήχος της μεγάλης μας καμπάνας».

Ήταν η καμπάνα της εκκλησίας, που χτυπούσε για την ακολουθία της Αναστάσεως. Η Όλγα με το σχοινί στο λαιμό, που είχε φανεί μέσα σ’ εκείνη τη φρικτή κατάσταση, είχε αυτοκτονήσει πριν ένα χρόνο.

Το γεγονός αυτό συνέτισε την απελπισμένη γυναίκα. Την έβγαλε από το τέλμα της απόγνωσης, που είναι η χειρότερη παγίδα του διαβόλου. Και εμάς μας διδάσκει ότι:

  1. Ναι. Έχουν έλθει και έρχονται και θα έρχονται από τον «άλλο κόσμο» πολλοί· και άγιοι και αμαρτωλοί· και μας το λένε καθαρά ότι ο θάνατος δεν είναι ΤΕΛΟΣ· και ότι μετά τον θάνατο ακολουθεί η ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ, ή η ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ.
  2. Δεν υπάρχει για τον άνθρωπο, μεγαλύτερο λάθος, από το να μη προσδοκά «Ανάσταση νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος».

(Αρχιμ Σάββα Δημητρέα, «Κατεύθυνον τα διαβήματά μου», εκδ. Ι.Μ.Προφ. Ηλιού, Πρέβεζα 2012) Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αθέατη ομορφιά είναι η Αλήθεια του Θεού

Συγγραφέας: kantonopou στις 21st Απριλίου 2012

«Τι είναι η πίστη; Η πίστη είναι υγιής και παραγωγικός διάλογος με το αθέατο, με το άγνωστο και με το άχρηστο, το φαινομενικώς άχρηστο. […] Σήμερα η σύγχρονη φυσική, η αστροφυσική μιλάει για το αθέατο σύμπαν. Υπάρχει το ορατό σύμπαν, το οποίο καλύπτει το πολύ – πολύ το 4% του πραγματικού σύμπαντος. Και μάλιστα αυτό που φαίνεται με το μάτι είναι το 0,4%. Τα 3,6% είναι θερμή ενδογαλαξιακή ύλη· έτσι ονομάζεται. Αυτό που βλέπουμε με τα τηλεσκόπια – όχι μόνον με τα οπτικά τηλεσκόπια, αλλά με τα τηλεσκόπια που λαμβάνουν και σε άλλες περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος – είναι ένα απειροελάχιστο ποσοστό αυτού που υπάρχει. Το 23% λέγεται σκοτεινή ύλη και το 73% σκοτεινή ενέργεια. Άρα το 96% είναι σκοτεινό, μη ορατό, μη θεατό, μη άμεσα ανιχνευόμενο. Αυτό το 96% κρύβει μέσα του το 99% των ωραίων μυστικών της φύσεως. Η μη θεατή ύλη κρύβει τη βαθύτερη ομορφιά του σύμπαντος και του κόσμου στον οποίο ζούμε…»
Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος, «Ορθοδοξία: Η Ελπίς πάντων των περάτων της Γης, από το ανθολόγιο κειμένων «Ελληνορθόδοξη Πορεία», σελ. 460-461.
Ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος, δεν μιλάει ως απλός θεολόγος για το σύμπαν. Το έχει μελετήσει, όσο επιτρέπουν τα ανθρώπινα μέτρα και το επιστητό. Είναι απόφοιτος του τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στις ΗΠΑ ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αστροφυσική (Harvard), και στην Μηχανολογία και την Βιοϊατρική Τεχνολογία (Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης, ΜΙΤ). Είναι δύσκολο το θέμα, το ποίο πραγματεύεται ο ξεχωριστός ιερέας και κάπως οξύμωρο: η ομορφιά που δεν βλέπουμε και το άπειρο μέγεθος που κατορθώνει και κρύβεται ακριβώς κάτω από τη μύτη μας.
Θεσπέσιος άγνωστος
Η ανθρώπινη προσπάθεια δεν έχει πάψει ποτέ να καταβάλλεται ως αντίδωρο στο θυσιαστήριο της επιστήμης. Έχει χαρίσει στο γένος μας πολλά αγαθά και θεραπείες παθών αλλά ταυτόχρονα έχει απλώσει μπροστά στα μάτια μας τις ολέθριες δυνατότητες της κακής χρήσης των επιστημονικών οφελημάτων. Ωστόσο, όπως υπαινίσσεται ο μητροπολίτης Μεσογαίας, η γνώση διαφέρει από την επιστήμη όσο η σταγόνα από τον ωκεανό. Στην περίπτωσή μας, η επιστήμη μάς παρέχει τη δυνατότητα της θέασης της σταγόνας. Η γνώση είναι ο ωκεανός. Για να φτάσει κάποιος στην γνώση δεν αρκεί το διάβασμα, οι εξετάσεις, η αποστήθιση κειμένων. Απαιτείται βίωμα. Πάνω απ” όλα Πίστη. Αυτό είναι το διαβατήριο για την εσωτερική συνάντηση με τον θεσπέσιο Άγνωστο, που σε όλους έγινε Γνωστός με τα Πάθη, την Σταύρωση, την Ταφή και την Ανάστασή Του. Όποιος αποπειράται να προσεγγίσει τον Θεό με το μικροσκόπιο, τα μέτρα και τα σταθμά θα φτάσει μέχρι την εξώθυρα του Οίκου Του. Εκεί όπου απλά είναι ορατές κάποιες από τις εκδηλώσεις του μεγαλείου Του. Το κλειδί της εισόδου είναι η Πίστη, αυτή η στάση ζωής που φαντάζει εξωλογική αλλά στην πραγματικότητα είναι ολιστική αντιμετώπιση του περάσματός μας από τη γήινη σφαίρα. Πίστη στο αόρατο, το άφατο, το άπειρο. Πεποίθηση ότι θα υπάρξει κοινωνία με την ομορφιά που κρύβεται σ” αυτό το 96% του αινιγματικού συνόλου.
Χριστός Ανέστη
Αγαπάτε αλλήλους. Χριστός Ανέστη. Δύο μηνύματα, δύο λέξεων έκαστο, που εμπεριέχουν αναρίθμητα σύμπαντα νοημάτων και ουσιαστικές, οριστικές και αμετάκλητες λύσεις για τα βάσανα των κοινωνιών μας. Τέσσερις λέξεις που άλλαξαν τον κόσμο και χώρισαν την Ιστορία στα δύο. Προ Χριστού και μετά Χριστόν. Η Πίστη στην ισχύ αυτών των τεσσάρων λέξεων είναι το καύσιμο για να βαδίσουν τα έθνη στην κοπιαστική λεωφόρο της Ιστορίας. Δεν μπορεί να κινηθεί τίποτα δίχως αγάπη και πεποίθηση για νίκη επί του θανάτου διότι απλούστατα χάνεται το νόημα της βιωτής. Η βασική μάστιγα της συλλογικής ζωής, ανεξαρτήτως εποχής, είναι το σαράκι που κατατρώγει τον ανθρώπινο νου ότι δεν υπάρχει τίποτα μετά το τέλος της επίγειας διαδρομής. Από την στιγμή που θα επικρατήσει αυτή η ιδέα στις ψυχές των ανθρώπων η καθημερινότητα μετατρέπεται σ” έναν διαγωνισμό προσπορισμού ύλης. Σ” ένα ξέφρενο ράλι απολαύσεων και μάταιων αποκτημάτων. Αφού όλα ξεκινούν και τελειώνουν εδώ, τίποτα περαιτέρω δεν έχει σημασία. Αν κάνουμε το λάθος να θεωρήσουμε το 0,4% του ορατού ισοδύναμο με το 99,6% θα θυσιάσουμε το δάσος για ένα μικρό θαμνάκι. Χριστός Ανέστη και αγαπάτε αλλήλους!

πηγή

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Επιστήμη μπροστά στη Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού

Συγγραφέας: kantonopou στις 20th Απριλίου 2012

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Γ. ΜΑΚΡΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Α.Π.Θ.
Διάλεξις δοθείσα εντός τού Πανεπιστημιακού χώρου εις φοιτητικήν ευκαιρίαν(Απρίλιος 1978)

Αγαπητοί μου φίλοι,
Είναι πραγματικά ένα μεγάλο προνόμιο το ότι δίνεται η ευκαιρία να συναντηθούμε σ΄ ένα αμφιθέατρο Πανεπιστημιακό, όχι μ΄ εκείνο το στεγνό και στενό, αν και απαραίτητο περιεχόμενο της μεταδόσεως ορισμένων επιστημονικών γνώσεων, αλλά σ΄ εκείνη την ατμόσφαιρα και το επίπεδο τής στενής και χωρίς περιορισμούς, ως προς το βάθος και το πλάτος τής γνωριμίας, σε επίπεδο πού έχουν σχέση με την ψυχική ζωή τόσον των ταγμένων για να σας διδάσκουν μερικές γνώσεις όσον και των φοιτητών πού έρχονται εδώ για να αποκτήσουν, για νά οικοδομήσουν τον ψυχικό τους κόσμο και γι΄ αυτό πρέπει νά δώσω και στην ανώνυμη αυτή ομάδα των συναδέλφων σας, πού σκέφθηκαν νά πάρουν αυτήν την πρωτοβουλία, όσο και σ΄ όλους εσάς πού είχατε την καλοσύνη νά έλθετε απόψε, νά δώσω την έκφραση τής μεγάλης μου ευχαριστίας πού σκέφθηκαν και μένα και με κάλεσαν εδώ για νά σας μιλήσω.

Θα πρέπει να σας πω ότι, ό,τι θα ακούσετε από εδώ και εμπρός δεν είναι τίποτε άλλο από προσωπικά μου βιώματα. δεν είναι τίποτε άλλο από εκείνα πού σε ώρες, είτε πού απέχουν πολύ από το σήμερα, είτε και πρόσφατες παίδεψαν την ψυχή μου, πράγματα πού αποτελούν το τέρμα πορείας πνευματικής, πράγματα πού μπορώ νά βεβαιώσω γι΄ αυτά με την σφραγίδα τής απολύτου εσωτερικής πληροφορίας, με την σφραγίδα ότι επιβεβαιώνονται από την βίωση και απ΄ την παρατήρηση αρκετών δεκαετιών από τον καιρό πού επέστρεψα στον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν. Και νομίζω ότι είναι επίκαιρη η εκλογή τού θέματος πού έχει σχέση με την Σταύρωση και την Ανάσταση τού Χριστού μας, όχι μονάχα γιατί ευρισκόμαστε στην εποχή εκείνη πού έχει τάξει η Εκκλησία μας για τις ψυχές όλων των Χριστιανών νά στρέφονται και νά προετοιμάζονται και νά συμμετέχουν στα Πάθη τού Χριστού μας, αλλά και γιατί ακριβώς η Σταύρωση και η Ανάσταση είναι το επίκεντρο, είναι ο πυρήνας τής καταφάσεως τού Χριστιανισμού και τού αντιλόγου εις τον Χριστιανισμό.

Γιατί αν η Σταύρωση και η Ανάσταση τού Χριστού μας είναι αλήθεια, τότε όλα εκείνα τα οποία πιστεύαμε, όλα εκείνα στα οποία έχουμε προσκολληθεί, όλα εκείνα τα οποία ακολουθούμε και πού είναι ξένα ή αντίθετα προς τον Χριστό και προς το Ευαγγέλιό Του είναι είδωλα πού πρέπει να γκρεμισθούν. Γι΄ αυτό και με τόση μανία και με τέτοιο πείσμα έχουν εγερθεί τόσες πολλές αντιρρήσεις, έχουν παρουσιασθεί τόσο πολλά επιχειρήματα για να πείσουν τον καθένα ότι η Ανάσταση τού Χριστού δεν έγινε. Γιατί αν η Ανάσταση τού Χριστού, έγινε, τότε ο Χριστός είναι: ο Θεός, τότε όλα όσα λέει: ο Χριστός, όλα όσα λέει το Ευαγγέλιο είναι αλήθεια και θα πρέπει να πεθάνουμε για όλα όσα έχουμε ζήσει: που είναι αντίθετα και ξένα προς τον Χριστό και να ξαναζήσουμε μια νέα ζωή σύμφωνη με όλα όσα είπε ο Χριστός και εξακολουθεί να πρεσβεύει και να βιώνει η Εκκλησία.
τα επιχειρήματα τα οποία υψώνονται για να αμφισβητήσουν την Ανάσταση τού Χριστού μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τρείς μεγάλες κατηγορίες:

- Η μιά είναι ότι ο Κύριος δεν απέθανε επάνω στον Σταυρό και συνεπώς αφού δεν απέθανε και δεν ανεστήθη.
– Η δεύτερη κατηγορία επιχειρημάτων κατά της Αναστάσεως, είναι η αμφισβήτηση για τις εμφανίσεις που ρητά περιγράφουν τα Ευαγγέλια ότι συνέβησαν μετά την ανάσταση τού Χριστού.
– Και η Τρίτη, περιστρέφεται γύρω από το γεγονός ότι ευρέθηκε κενός ο Τάφος Του.

Το εάν ο Χριστός απέθανε πάνω στον Σταυρό ασφαλώς είναι θέμα πού έχει απόλυτη συνάφεια με την επιστήμη τής Ιατρικής γιατί αυτή είναι εκείνη η οποία μελετάει τη φύση και τις συνέπειες όλων των σωματικών κακώσεων και η οποία μελετάει όλες τις εκδηλώσεις οι οποίες σχετίζονται με την βαθμιαία κατάρρευση των ζωτικών λειτουργιών τού σώματος και με την διαπίστωση ότι οι συνθήκες πλέον για την επιβίωση τού οργανισμού είναι εξαντλημένες και ότι ο θάνατος έχει επέλθει. Αξίζει λοιπόν την προσοχή μας ότι αυτή η αμφισβήτηση – ότι ο Χριστός δεν απέθανε πάνω στον Σταυρό – δεν παρουσιάσθηκε ποτέ κατά το διάστημα τής γενεάς των ανθρώπων πού έζησαν όταν συνέβη η Σταύρωσις τού Χριστού, δεν παρουσιάσθηκε ούτε και κατά την εποχή των διωγμών, δεν παρουσιάσθηκε κατά την εποχή των μεγάλων αιρέσεων, οι οποίες αμφισβήτησαν και την θεότητα τού Χριστού και την Ανάστασή Του, δεν παρουσιάσθηκε παρά μόνον στον 17ον αιώνα. Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό γιατί απλούστατα τότε μονάχα είχαν τελείως εκλείψει οι άνθρωποι πού είτε οι ίδιοι είχαν παρακολουθήσει, είτε είχε φθάσει μέχρις αυτούς μιά ζωντανή περιγραφή τού μαρτυρίου τής Σταυρώσεως. Εάν και σήμερα είχαμε ανθρώπους, και ευτυχώς πού δεν έχουμε, πού είχαν παρακολουθήσει την Σταύρωση δεν θα είχε – όπως θα δούμε σε λίγο – παρουσιασθεί μιά τέτοια αμφισβήτηση με αξιώσεις λογικής ισορροπίας.

Είναι βέβαιο το ερώτημα αυτό, εάν ο Χριστός απέθανε επάνω στον Σταυρό, συνυφασμένο με τον τρόπο με τον οποίο πεθαίνει ο άνθρωπος όταν σταυρώνεται. Μιά κοινή διαδεδομένη αντίληψη είναι ότι ο θάνατος επάνω στον Σταυρό παρουσιάζεται από τον πόνο και την αιμορραγία πού δημιουργούν τα καρφιά πού έχουν τρυπήσει τα χέρια και τα πόδια τού εσταυρωμένου.
Όπως θα δούμε, αυτά δεν είναι παρά απλώς ένα μικρό συμπλήρωμα πολύ βασανιστικό, όπως θα αναπτύξουμε, αλλά όχι με πρωτεύοντα ρόλο στην πρόκληση τού θανάτου. Ο θάνατος τού Σταυρού, ο θάνατος τού Χριστού επάνω στον Σταυρό, βεβαίως είχε και αυτό και πολλά άλλα προδιαθετικά αίτια. Ανάμεσα σ΄ αυτά θα αναφέρουμε τα κτυπήματα πού δέχθηκε ο Κύριός μας, τον οποίον «εράπιζον, εκολάφιζον, έτυπτον, έδερον», λέει το Ευαγγέλιο οι βάρβαροι στρατιώται τής Ρωμ. Αυτοκρατορίας, με όλη την δύναμη η οποία τούς χαρακτήριζε και την τραχύτητα με την οποία ήταν συνηθισμένοι νά κάνουν τα μαρτύριά τους την εποχή εκείνη. Αλλά βεβαίως, ενώ γνωρίζουμε ότι ένα ισχυρό κτύπημα στο πρόσωπο ενός απροστάτευτου ανθρώπου από έναν τραχύ στρατιώτη μπορεί πραγματικά νά τον φέρει σε κατάσταση αφασίας ή λιποθυμίας, αυτό θα το αντιπαρέλθουμε.
Θα το αντιπαρέλθουμε για νά φθάσουμε σε μία φράση πού ίσως χωρίς πολλή προσοχή την ακούμε διότι σαν μετοχή απλώς τού αορίστου αναφέρεται μέσα στο Ευαγγέλιο, όταν μάς λέει το Ευαγγέλιο ότι «φραγγελώσας παρέδωσεν αυτόν…» (Μάρκ. ιε΄ 15).

Τι ήταν το φραγγέλιο; Ίσως νομίζουμε ότι το φραγγέλιο ήταν μία απλή μαστίγωσις. δεν είναι καθόλου έτσι. Αυτόν πού επρόκειτο νά υποστεί το φραγγέλιο τον έδεναν σε μιά κολώνα και ο ειδικός δήμιος πού εκτελούσε την φραγγέλωση έπαιρνε ένα μαστίγιο βαρύ το οποίο είχε πολλές λουρίδες στην άκρη του, πάνω στις λουρίδες ήταν δεμένες σφαίρες από μολύβι ή μικρά οστάρια, κότσια από αρνί και τις έφερνε με όση δύναμη είχε πάνω στην ράχη δεμένου ανθρώπου. Πολύ σύντομα, απ΄ τα πρώτα κτυπήματα εξεσχίζετο το δέρμα τού ανθρώπου πού εδέχετο την φραγγέλωση και ύστερα από μερικά κτυπήματα ακόμη έφευγαν και κατεξεσχίζοντο τελείως οι σάρκες του και απεγυμνώνοντο τα κόκαλα τής ράχης. Αναφέρονται στην ιστορία αρκετές περιπτώσεις από ανθρώπους, πού απέθαναν την ώρα τής φραγγελώσεως. Σ΄ αυτήν τώρα την καταξεσχισμένη, καταματωμένη και καταπονεμένη ράχη, κουβάλησε ο Χριστός μας τον Σταυρό του, πού ήταν ξύλο βαρύτατο, έτσι ώστε νά μπορεί νά σηκώσει επάνω του το βάρος ενός ανθρώπου χωρίς νά λυγίσει. Και είναι γνωστό αλλά και πάρα πολύ φυσικό νά το περιμένει κανείς ότι λύγισε κάτω από το βάρος τού Σταυρού, ήδη εξαντλημένος και με αιμορραγία πού τού είχε στοιχίσει απώλεια δυνάμεων, λύγισε κάτω από το βάρος τού Σταυρού αυτού και έπεσε, όπως λένε οι παραδόσεις, με το πρόσωπο πάνω στη γη, με το πρόσωπο, χωρίς καν νά μπορεί νά προστατεύσει το σώμα του απ΄ τις συνέπειες τής πτώσεως χάρις στο Σταυρό, τον οποίο ήταν αναγκασμένος νά κρατάει και πού έπεσε σαν βάρος από πάνω του. Και ξέρουμε ότι για νά μην πεθάνει πριν φθάσει καν στο ύψος τού Γολγοθά, ανέθεσαν στον Σίμωνα τον Κυρηναίο νά κουβαλήσει αυτός για τον υπόλοιπο δρόμο τον Σταυρό. Ας προσθέσουμε ακόμη και για τα αγκάθια πού είχε ο στέφανος εκείνος που σε πολλά σημεία είχε τρυπήσει το κεφάλι Του και όλοι όσοι έχουν μιά πείρα από θάλαμο ατυχημάτων τού Νοσοκομείου, ξέρουνε πόσο ιδιαίτερη τάση έχουν νά αιμορραγούν τα τραύματα στο τριχωτό τής κεφαλής. Αυτό λοιπόν το έξαιμο σώμα, το καταπονημένο σώμα, καρφώθηκε επάνω στον Σταυρό.

Ας δούμε τώρα για το θέμα τού καρφώματος ακριβώς των άκρων πάνω στον Σταυρό. Από την παράδοση και από την κοινή εντύπωση πιστεύουμε ότι τα καρφιά πέρασαν τις παλάμες.

Όμως από πειράματα πού έκανε ένας Γάλλος χειρουργός ο Barbet επάνω σε πτώματα, είδε ότι είναι αδύνατον ένα καρφί πού περνάει ανάμεσα στα κόκαλα τής παλάμης νά συγκρατήσει το ανθρώπινο σώμα, ακόμη και αν αυτό στηρίζεται με καρφιά από τα πόδια. Κάτω από το βάρος αυτό, εάν περνούσαν από εκεί τα καρφιά, τα καρφιά θα έσχιζαν το δέρμα πού είναι στην πρόσθια και στην οπίσθια επιφάνεια τής παλάμης πέρα για πέρα ανάμεσα στα δάκτυλα και ο Εσταυρωμένος θα έπεφτε με το κεφάλι κάτω ενώ θα τον συγκρατούσαν μονάχα τα καρφιά με τα οποία ήταν καρφωμένα τα πόδια του. Ο ίδιος χειρουργός έδειξε ότι το μόνο σημείο στα χέρια τού ανθρώπου πού μπορεί νά στηρίξει το σώμα, αν περάσει ένα καρφί απ΄ αυτό, είναι ο καρπός, και σε επανειλημμένα πειράματα πού έκανε έδειξε ότι σε όποιο σημείο τού καρπού και αν βάλουμε ένα καρφί, αυτό οδηγούμενο από τα οστά και τούς συνδέσμους πού βρίσκονται εδώ, θα περάσει από έναν ανατομικόν χώρον, γνωστό στους γιατρούς, πού λέγεται ο χώρος τού destot, ανάμεσα σε δύο οστάρια τού καρπού. Και εκείνο πού είναι χαρακτηριστικό από μιά σειρά 12 παρομοίων πειραμάτων πού έκανε ο χειρουργός αυτός είναι δύο παρατηρήσεις του, ότι και στα 12 χέρια κανένα κόκαλο δεν τραυματίσθηκε ή δεν έσπασε από την ήλωση τού χεριού, για νά επιβεβαιωθεί αυτό πού λέει και με άλλη μιά ευκαιρία, όπως θυμάστε, το Ευαγγέλιο, ότι δεν θα συντριβή κανένα κόκαλο.

Και δεύτερον ότι ακριβώς από τον χώρο αυτό σε επαφή με το καρφί βρίσκεται ένα μεγάλο νεύρο τού χεριού, το μέσο νεύρο, το οποίο σε όλες τις κακώσεις πού θα υποστεί επάνω στον Σταυρό το χέρι τού Εσταυρωμένου θα βρίσκεται σε αδιάκοπη επαφή και τριβή και τραυματισμό από το καρφί. Τώρα το Τι σημαίνει νά δέχεται και ένα απλό, ελαφρό ερέθισμα ένα νεύρο, το έχουμε όλοι δοκιμάσει, όταν δεχθούμε σ΄ ένα σημείο εδώ στον αγκώνα μας, ένα κτύπημα. Εκείνο το αφόρητο αίσθημα τής ηλεκτρικής εκκενώσεως και τής παραλύσεως πού δοκιμάζουμε και πού πραγματικά επαναστατεί όλο το είναι μας από το ελαφρό κίνημα. Ας σκεφθούμε λοιπόν ότι όλη την ώρα τής σταυρώσεως ένα πολλαπλάσιο ερέθισμα πόνου συνόδευε το μαρτύριο τής Σταυρώσεως. Επίσης για το καρφί πού θα περάσει από τα πόδια ευρέθηκε ότι κι αυτό πρέπει νά περάσει από ένα σημείο των ποδιών και δεν μπορεί παρά νά βρει διέξοδο εκεί, και αυτό είναι ανάμεσα στο δεύτερο και στο τρίτο μετατάρσιο.

Όσα είπαμε μέχρι τώρα δεν είναι παρά ένα προανάκρουσμα, δεν είναι παρά μιά μικρή αρχή τού μαρτυρίου τής σταυρώσεως και ακόμη δεν μπήκαμε στο αίτιο πού φέρνει τον θάνατο. Και αυτό το αίτιο πού φέρνει τον θάνατο έχει μεγάλη σημασία για την συζήτησή μας, για το αν δηλαδή ο Σταυρωμένος Χριστός απέθανε επάνω στον Σταυρό.

Για νά αντιληφθούμε τον μηχανισμό τού θανάτου θα πρέπει νά υπενθυμίσουμε μερικά πράγματα. σε μερικές εικόνες παρουσιάζεται ότι οι δύο λησταί δεν είχαν καρφωθεί επάνω στον Σταυρό, αλλά είχαν δεθεί τα χέρια τους με σχοινί. Καμία παράδοση δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο ότι συνέβη στους δύο ληστές πού σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό, αλλά το ότι αυτό απεικονίζεται, μαρτυρεί κάτι πού και πολλοί ιστορικοί περιγράφουν: ότι δηλαδή μπορεί νά σταυρωθεί και νά πεθάνει ένας άνθρωπος, αν έχει εξαρτηθεί επάνω στον σταυρό, όχι με καρφιά, αλλά απλώς αν έχουν δεθεί τα χέρια του επάνω στον Σταυρό. Για νά το αποδείξουμε αυτό ακόμη καλύτερα δεν έχουμε παρά νά ανατρέξουμε σε μιά πειθαρχική ποινή πού συνήθιζαν νά εφαρμόζουν κατά την διάρκεια τού Πρώτου Παγκ. Πολέμου στον Γερμανικό Στρατό. Αυτή η ποινή ονομάζεται Aufbinden και συνίσταται στο ότι έδεναν αυτόν πού είχε τιμωρηθεί, έδεναν τα χέρια του ψηλά από έναν πάσσαλο, έτσι ώστε νά μην ακουμπούν τα πόδια του στη γη. Σύντομα το άτομο αυτό παρουσίαζε φαινόμενα ασφυξίας. Οι αναπνευστικές του κινήσεις γινόντουσαν εξαιρετικά δύσκολες και εργώδεις. το αίμα του συγκεντρωνόταν με μεγάλη πίεση στο κεφάλι του, οι φλέβες του πριζόνταν, το κεφάλι του γινόταν όλο υπεραιμικό και ο άνθρωπος σύντομα έφθανε σε λιποθυμία και αν δεν έκοβαν, δεν προλάβαιναν νά κόψουν το σχοινί, μπορούσε και νά πεθάνει.

Ας σημειώσουμε και το τραγικότατο ότι καθώς αναφέρεται από το ιστορικό τού Νταχάου ξαναθυμήθηκαν τότε και εκεί οι Γερμανοί αυτό το μαρτύριο και αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις φρικιαστικές, όπου άνθρωποι απέθαναν και θανατώθηκαν με το μαρτύριο τού Aufbinden. Μάλιστα αναφέρεται ότι κρεμούσαν και ένα μικρό βάρος στα πόδια όταν ήθελαν νά συντομεύσουν το μαρτύριο αυτό, πού το περιέγραφαν κατάδικοι πού βρισκόντουσαν δίπλα την ώρα τού μαρτυρίου αυτού, πού όταν φθάσει μέχρι τα τελικά του στάδια είναι αποτρόπαιο. Το πρόσωπο τού ανθρώπου πραγματικά παραμορφώνεται όπως τού κρεμασμένου, ο θώρακάς του διατείνεται σε αφάνταστο βαθμό, το κοιλιακό τοίχωμα δημιουργεί μιά βαθιά κοιλότητα, ο άνθρωπος περιβρέχεται από ιδρώτα τόσο, πού όπως λένε οι μάρτυρες πού ήταν μπροστά, εδημιουργείτο μιά λίμνη μεγάλη από ιδρώτα κάτω από τα πόδια τού δυστυχισμένου αυτού καταδίκου. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο σταυρός φέρνει τον άνθρωπο σε μιά μεγάλη έλξη χάρις στο βάρος τού σώματος πού τραβάει το κορμί προς τα κάτω από τα χέρια, μιά μεγάλη έλξη των χεριών, των μυών, των βραχιόνων, τής ωμικής ζώνης και τού θωρακικού τοιχώματος. Αυτή η έλξις βαστάει τον θώρακα σε μία συνεχή αναγκαστική θέση εισπνοής καίτοι ο άνθρωπος δεν μπορεί νά εκτελέσει εκπνευστικές κινήσεις.

Και ξέρουμε ότι οι εκπνευστικές κινήσεις γίνονται παθητικά από τον θώρακά μας, ακριβώς χωρίς Καμία δύναμη, σαν μιά αυτόματη επάνοδο τού μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακος με την οποία γεμίζει ο θώρακας με αέρα και έτσι μπορεί ο άνθρωπος και ανανεώνει τον αέρα στις κυψελίδες του και οξυγονώνει το αίμα του και μπορεί νά συνεχίζει και επιβιώνει. Στην κατάσταση τής εξαρτήσεως και από τα χέρια, στην κατάσταση τής Σταυρώσεως, ο άνθρωπος βρίσκεται σ΄ ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο περιορισμό τής αναπνοής του σαν και εκείνο πού θα βρισκόταν εάν είχε δεθεί με ένα πολύ σφικτό θώρακα ή εάν είχε πλακώσει τον θώρακά του με ένα πολύ μεγάλο βάρος. Δεν μπορεί νά γεμίσει πάλι αέρα, ώστε ο θάνατος από την σταύρωση οφείλεται κυρίως σε ασφυξία. Κατά δεύτερο λόγο, επειδή δημιουργείται αυτή η μεγάλη πίεση μέσα στον θώρακα είναι αδύνατο νά παροχετευθή, νά κατέβει προς την καρδιά, το αίμα πού βρίσκεται στο κεφάλι. Γι΄ αυτό και η μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των ανθρώπων αυτών, των σταυρωμένων. Εάν δεν είχε κάποια άλλη διέξοδο, εάν δεν εύρισκε κάποια άλλη διέξοδο, για νά μπορέσει νά απαλλάξει το κεφάλι του από αυτήν την πληθώρα αίματος θα πέθαινε πάρα πολύ σύντομα πάνω στον σταυρό. Όμως ο σταυρωμένος βρίσκει μιά διέξοδο.

Και αυτή είναι να στηρίξει το κορμί του πιέζοντας τα πόδια του πάνω στα καρφιά με τα οποία είναι καρφωμένα. Έτσι ανυψώνεται λίγο ο θώρακας, σταματάει η εξάρτηση τού βάρους από τα χέρια και από τούς ώμους, ανακουφίζεται το θωρακικό τοίχωμα, μπορεί και αναπνέει πάλι, κατεβαίνει πάλι το αίμα από το κεφάλι και ο άνθρωπος συνέρχεται. Όμως η κούραση, την οποία έχει δεν τού επιτρέπει νά καταβάλλει αυτήν την μυϊκή προσπάθεια, ώστε νά στηρίζει όλο το βάρος τού σώματός του από το καρφί το οποίο έχει περάσει από τα πόδια του. Έτσι εξαντλημένος ξαναπέφτει πάλι στην πρώτη θέση, για νά ξαναρχίσει πάλι η ασφυξία μέχρις ότου μετά από μιά διαδοχική σειρά από τέτοιες προσπάθειες εξαντληθεί, μείνει στην στάση τής εξαρτήσεως και πεθάνει από ασφυξία.

Πραγματικά είναι ένα σατανικό σχέδιο θανατώσεως ο σταυρός και γι΄ αυτό και οι Ρωμαίοι τόσο πολύ ικανοποιούντο, μέσα σε κείνη την βάρβαρη επιθυμία τους νά βλέπουν τον άνθρωπο νά βασανίζεται, από την θέα των σταυρωμένων ανθρώπων. Και γι΄ αυτό, επειδή ήταν τόσο άθλιος ο θάνατος, στην Ρωμαϊκή νομοθεσία αυτός ο θάνατος, ορίζεται νά χρησιμοποιείται μονάχα στους δούλους και στους προδότες.

Ο Κικέρων, πού είχε παρακολουθήσει θάνατο επάνω στον σταυρό, τον ονομάζει: «Cruderissimum et deterimum Supplicium», δηλ. το πλέον φρικτό βασανιστήριο το οποίο είχε ποτέ παρακολουθήσει. Τώρα σε περιπτώσεις όπου για κάποιο λόγο ήθελε ο επικεφαλής τού εκτελεστικού αποσπάσματος νά συντομεύσει την επέλευση τού θανάτου, Τι έκανε; με ένα ισχυρό κτύπημα, διέταζε νά σπάσουν οι κνήμες τού σταυρωμένου και έτσι, αφού πια βρισκόταν ο σταυρωμένος σε αδυναμία νά στηρίξει το βάρος τού σώματός του στα πόδια του και νά ανακουφίσει τον θώρακά του και νά μπορέσει νά αναπνεύσει, αναγκαζόταν πλέον νά εξαρτήσει όλο το βάρος, όπως είπαμε, τού κορμιού του από τα χέρια του και νά πεθάνει μέσα στην ασφυξία. Και αυτό ήταν η ειδική χαριστική βολή την οποίαν επεφύλασσαν οι έμπειροι ρωμαίοι εκτελεσταί στους καταδικασμένους σε σταύρωση. Και γι΄ αυτό είδατε ότι τούς δύο ληστάς πού ζούσαν ακόμη τούς εξετέλεσαν με την χαριστική βολή αυτή, τούς έσπασαν τα πόδια. Όταν, λέει, επήγαν στον Χριστό, είδαν πώς είχε ήδη αποθάνει. Τώρα εδώ πρέπει νά προσέξουμε πολύ. Είναι δυνατόν ένας αξιωματικός επικεφαλής τού εκτελεστικού αποσπάσματος, πού ασφαλώς είχε δει πολλές θανατώσεις με σταύρωση, είναι δυνατόν νά απατηθεί; Είναι δυνατόν εκείνη την ώρα νά βρίσκεται σε νεκροφάνεια το άτομο; Είναι πασίγνωστο ότι οι νεκροφάνειες δεν συνοδεύονται από άπνοια αλλά μονάχα από φαινομενική άπνοια.

Εάν πραγματικά δεν γίνονται αναπνευστικές κινήσεις είναι αδύνατο νά ζήση ο άνθρωπος περισσότερο από 3-6 λεπτά, εφ΄ όσον το αίμα δεν οξυγονώνεται στους πνεύμονες. Είναι όμως δυνατόν νά γίνονται ανεπαίσθητες αναπνευστικές κινήσεις στον σταυρό, την ώρα πού για νά αναπνεύσει ο άνθρωπος, πρέπει νά κάνη μιά εργώδη προσπάθεια για νά κινήσει λίγα εκατοστά αέρος μέσα και έξω από τούς πνεύμονές του; Είναι δυνατόν εκείνη την εργώδη προσπάθεια νά μην την αντιληφθεί εκείνος, ο οποίος θα πλήρωνε με την ζωή του, εάν ένας κατάδικος παρουσιαζόταν ότι δεν είχε πράγματι πεθάνει, ενώ ήταν καταδικασμένος σε θάνατο; Αλλά ίσως εδώ έμενε σε κάποιο πνεύμα, πού πεισματικά στέκει στην αμφιβολία, μία πεισματώδης άρνησις.

Είναι δυνατόν;. Ο Κεντυρίων ο εκατόνταρχος δεν αρκέσθηκε σ΄ αυτήν την πειστική γι΄ αυτόν απόδειξη, αλλά εξετέλεσε πάνω στο σταυρωμένο σώμα τού Χριστού μας, την άλλη, την κλασσική μορφή τής χαριστικής βολής, πού είχαν οι Ρωμαίοι για όλους τούς καταδίκους σε θάνατο, ασχέτως με τον τρόπο με τον οποίο θα εξετελήτο η θανάτωσις, δηλ. την λόγχηση τής πλευράς. Αυτό πραγματικά είναι ένα θανάσιμο κτύπημ με όλη τη δύναμη πού ένας γυμνασμένος στρατιώτης μπορεί νά κτυπήσει σχεδόν εξ επαφής με την λόγχη που ήτο εις την άκρη τού δόρατός του, την κοφτερή εκείνη λόγχη νά κτυπήσει ένα σώμα, ο Ρωμαίος στρατιώτης έβαλε βαθιά στον θώρακα τού Χριστού μας την λόγχη του. Και δεν έβαλε απλώς την λόγχη αλλά ευθέως έρευσε ύδωρ και αίμα. Τώρα ποια είναι η μεγάλη δογματική σημασία αυτού τού ύδατος και τού αίματος δεν θα το συζητήσουμε εδώ. Και δεν είναι θέμα πού αρμόζει σε μένα, ένα γιατρό, σαν ένα επιστήμονα των θετικών επιστημών πού πρέπει νά το αναλύσω. Όμως πρέπει νά πούμε ότι για νά τρέξει αίμα θα πρέπει ασφαλώς νά τρύπησε αυτή η λόγχη ή την καρδιά ή ένα μεγάλο αγγείο.

Και νά πούμε ακόμη ότι εάν ο Χριστός μας ζούσε, από όπου και αν προήρχετο αυτό το αίμα, θα ήτανε μιά συνεχής ροή, ροή με σφύξεις, η οποία θα μαρτυρούσε την παρουσία τής ζωής. Όμως μετά από εκείνη τη ροή ύδατος και αίματος δεν παρουσιάσθηκε πλέον τίποτε άλλο και ιδίως ένα τόσο μεγάλο τραύμα δεν προκάλεσε Καμία αντίδραση. Αντιθέτως επεβεβαίωσε η έλλειψις αυτή τής αντιδράσεως στον Κεντιρίωνα την ήδη υπάρχουσα βεβαιότητα ότι ο Χριστός απέθανε.Δεν είναι λοιπόν δυνατή αυτή η νεκροφάνεια πάνω στον σταυρό, δεν είναι δυνατή η νεκροφάνεια μπροστά σ΄ ένα τόσο μεγάλο τραύμα, κατά το οποίο πρέπει νά σημειώσουμε ότι η είσοδος μιας λόγχης μέσα στον θώρακα, δεν προκάλεσε μονάχα την τρώση μεγάλων οργάνων τής κυκλοφορίας, όπως την καρδιά και των μεγάλων αγγείων, αλλά εξάπαντος προκάλεσε μιά κατάσταση πού την γνωρίζουν όσοι έχουν κάποια σχέση με την Ιατρική, τον πνευμοθώρακα, δηλ. την είσοδο αέρος ατμοσφαιρικού έξω από τούς πνεύμονες, ένα φαινόμενο πού όπως γνωρίζουμε είναι ασυμβίβαστο με την επιβίωση. Ένας ανοικτός πνευμοθώρακας δεν επιτρέπει την αναπνοή, ακόμη και αν ο άνθρωπος βρισκόταν στο κρεβάτι του. Ακόμη και αν δεν υπήρχε κανένας άλλος επιβαρυντικός παράγων για την αναπνοή του – όπως είδαμε ήταν πλέον ανύπαρκτη η αναπνοή του – ακόμη και αν δεν υπήρχε τίποτε άλλο, ένα τέτοιο μεγάλο τραύμα στον θώρακα θα είχε καταργήσει την ικανότητα τού αναπνευστικού συστήματος νά εκτελεί το έργο του και θα είχε θανατώσει μέσα σε λίγα λεπτά τον άνθρωπο αυτό. Ας πούμε ακόμη και κάτι άλλο, ότι μετά από αυτή τη διαπίστωση τού θανάτου από τον Κεντιρίωνα δεν κατέβασαν αμέσως τον Χριστό από τον Σταυρό. Κατεβαίνει ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας από τον Γολγοθά πού ήταν παρών, μέχρι το πραιτόριο. Πάει, βρίσκει τον Πιλάτο και τού ζητεί το σώμα τού Χριστού.

Ο Πιλάτος εθαύμασε «ει ήδη απέθανε» για νά μάς έχει και μάς πληροφορημένους απόλυτα ότι όταν απέθανε και εκάλεσε τον Κεντιρίωνα, ο οποίος πλέον αυτήν την πεποίθησή του, δεν την επισφραγίζει μονάχα με το ότι έφυγε αφήνοντας τον Χριστό πεθαμένο, αλλά και με το ότι διαβεβαίωσε τον ηγεμόνα, ότι πράγματι απέθανε. Και αφού λέει το διαβεβαίωσε τότε τρίτος δρόμος; – πρώτος τού Ιωσήφ προς τον Πιλάτο, δεύτερος τού αγγελιοφόρου προς τον Κεντιρίωνα, τού Κεντιρίωνα προς τον Πιλάτο, τρίτος δρόμος ξαναανεβαίνει ο Ιωσήφ φέρνοντας μαζί τού και την σινδόνη και τότε μονάχα γίνεται αυτή η αποκαθήλωση, πράγμα πού δίνει άνετο καιρό σε όλους αυτούς τούς μηχανισμούς τού θανάτου και εάν ακόμη, πράγμα λογικώς αδύνατον, θετικώς απαράδεκτον, και εάν ακόμη αυτοί οι μηχανισμοί δεν είχαν προκαλέσει τον θάνατο, νά τον προκαλέσουν στο διάστημα αυτό. Και τώρα αρχίζει η διαδικασία τής ταφής, η οποία μάς λέει το ευαγγέλιο, έγινε από τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο και τούς άλλους πού ευρίσκοντο εκεί, καθώς ήταν έθος στους Ιουδαίους.

Βρίσκουμε μέσα στο «ταλμούδ» όλη τη διαδικασία της ταφής, η οποία για νά αποτρέψει προφανώς το ενδεχόμενο τής νεκροφανείας περιείχε και το νά βάλουν επί 15΄ ένα φτερό μπροστά στα ρουθούνια τού πεθαμένου για νά βεβαιωθούν ότι δεν κουνάει η αναπνοή τού ανθρώπου αυτού το φτερό. Και αφού τον ετοίμασαν, έβαλαν γύρω του την σινδόνη ή τα ωθόνια και τον εκάλυψαν από πάνω καθώς ήταν το έθιμο ακριβώς στους Ιουδαίους και πάνω σε όλα αυτά τα υφάσματα έρριψαν 32 κιλά – 100 λίτ. – από μείγμα τής σμύρνας και τής αλόης, δύο αρωματικών ουσιών, που καθώς ανακατεύονται παίρνουν ένα παχύρρευστο κολλώδες σχήμα με το οποίο διαποτίζουν κατά ένα τρόπο τελείως αεροστεγή – όταν μάλιστα ρίχνουν 32 κιλά – από όλες τις πλευρές το πτώμα πού περιβάλλεται από τα υφάσματα. Ώστε εάν υποτεθεί ότι ένα υγιέστατο άτομο είχε περιτυλιχθεί με το σεντόνι από παντού και με τα οθόνια και είχε περιβραχεί το σεντόνι αυτό μ΄ αυτήν την κολλώδη και αδιαπέραστη ουσία, πού τόσο άφθονα έπεφτε επάνω του, θα είχε πεθάνει από ασφυξία. Ώστε και αν ξεχάσουμε όλες τις άλλες πολυάριθμες αιτίες, πού κάθε μιά από αυτές αρκεί νά προκαλέσει τον θάνατο, έχουμε τώρα εδώ, μέσα στον τάφο, μιά πρόσθετη αιτία θανάτου, που είναι η ασφυξία από την σμύρνα και την αλόη.

Τον 18ον αιώνα, ο πρώτος πού παρουσίασε τα επιχειρήματα τής νεκροφανείας ήταν ο Venturino. Εδέχθησαν οι ορθολογισταί ότι η σμύρνα και η αλόη αναζωογόνησαν με το άρωμά τους έναν άνθρωπο που βρισκότανε ασφαλώς κατατραυματισμένος, έξαιμος, αφυδατωμένος, ακίνητος, σε λιποθυμία, σε κωματώδη κατάσταση, αν δεν ήταν πεθαμένος, πράγμα αδιανόητον. Εάν η σμύρνα και η αλόη είχαν τέτοιο αποτέλεσμα, εμείς οι γιατροί αντί νά χρησιμοποιούμε χίλιες δυο μεθόδους, ενέργειες και εξετάσεις για νά σώσουμε τούς βαριά τραυματισμένους δεν είχαμε παρά νά τούς δώσουμε νά μυρίσουν σμύρνα και αλόη και αμέσως νά αναζωογονηθούν. Η σμύρνα και η αλόη ήταν ένας πρόσθετος λόγος θανάτου, μιά πρόσθετη αιτία, ένα τελικό επιχείρημα για όλους εκείνους πού αμφιβάλλουν.

Αλλά ας προεκτείνουμε με ένα πεισματικό και εωσφορικό τρόπο την αμφιβολία μας και πέρα από δω και ας πούμε ότι πραγματικά ήταν νεκροφάνεια και ας πούμε ότι πραγματικά δεν είχε πεθάνει ο Χριστός και ας πούμε πραγματικά ότι δεν παρουσιάσθηκε ανάστασις, αλλά ότι σηκώθηκε την Τρίτη ημέρα και άρχισε νά βαδίζει. Πώς, σάς παρακαλώ, μπόρεσε νά απαλλαγή απ΄ αυτόν τον σφικτό κλοιό των ενδυμάτων, των ρούχων, των υφασμάτων πού τον περιέβαλλον; Πώς μπόρεσε νά αποκυλήση τον βαρύ λίθο με τον οποίο εσφράγισε ο Ιωσήφ ο Αριμαθαίας τον τάφο, τον βαρύ λίθο, τον οποίο τρείς γυναίκες πηγαίνοντας την πρωία τής Κυριακής, διερωτώντο ποίος θα τις βοηθήσει νά τον κυλήσουν; Και τέλος πάντων, αυτό το κατατραυματισμένο, το εξαντλημένο σώμα, εάν υποτεθεί πώς θα σηκωνόταν, εάν υποτεθεί πως θα κυλούσε τον λίθο, ασφαλώς μετά από λίγα βήματα θα ξανάπεφτε πάνω σε μιά αθλία κατάσταση και δεν θα μπορούσε νά συνέλθει και νά σταθεί στα πόδια του, παρά μετά από μία πολύμηνη θεραπεία, ακόμη κι αν είχε τα μέσα, τα οποία σήμερα έχουμε για νά κάνουμε την εντατική θεραπεία των ανθρώπων πού βρίσκονται πάρα πολύ κοντά στον θάνατο.

Είναι πραγματικά έτσι οι εμφανίσεις τού Χριστού; Και εδώ πρέπει νά τονίσουμε ότι δεν αποτελεί απλώς πληροφορία, το ότι είδαν τον Χριστό υγιέστατο όλοι εκείνοι στους οποίους ενεφανίσθη, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για νά υπάρχει το Ευαγγέλιο. Γιατί από την υγεία από την οποία έσφυζε αυτό το σώμα, επείσθησαν αυτοί οι δύσπιστοι, όπως θα δούμε, ότι πραγματικά ανεστήθη. Αντί νά σέρνεται, λοιπόν, και νά λιποθυμάει αυτό το σώμα, πού πραγματικά προκαλούσε οίκτο και αηδία από τα βασανιστήρια πού είχε περάσει, έχουμε μιά εμφάνιση ανθρώπου πού ήτανε γεμάτος από σφρίγος, πού ακτινοβολούσε την επιβολή, την ειρήνη, την άνεση, ένα σώμα πού περπατάει τόσο γρήγορα ώστε νά κατορθώνει νά φθάσει δύο ανθρώπους πού βάδιζαν αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την Ιερουσαλήμ και που προπορεύονταν από αυτό και τούς έφθασε και συνοδοιπόρησε μαζί τους για άλλη μιά μεγάλη απόσταση μέσα στο σούρουπο. Ώστε πρόκειται πραγματικά για εμφανίσεις ανθρώπου πού βρίσκεται σε απόλυτη υγεία και δύναμη. Ώστε το ότι πέθανε ο Χριστός πάνω στον Σταυρό, το ότι είναι αδύνατο παρά νά παραδεχθούμε ότι οι εμφανίσεις του είναι εμφανίσεις ανθρώπου πού αναστήθηκε μετά από το μαρτύριο τού Σταυρού, αυτό έχει θετικότατα πλέον αποδειχθεί στην Ιατρική Επιστήμη.

Τώρα ερχόμαστε στη δεύτερη κατηγορία αμφισβητήσεων. Στο αν οι εμφανίσεις αυτές ήταν πραγματικές. Αν η περιγραφή και η μαρτυρία μέσα στην Αγία Γραφή, για τις ερμηνείες αυτές είναι αξιόπιστες. Τώρα εδώ, χρειαζόμαστε και μπαίνουμε στην περιοχή μιας άλλης επιστήμης, τής νομικής επιστήμης, η οποία είναι η επιστήμη πού με μεγάλη ακρίβεια, με μεγάλη λογική προσοχή, μελετάει την αξιοπιστία των ενδείξεων. Διότι, προκειμένου νά αποδώσει ευθύνες, προκειμένου νά απαγγείλει κατηγορίες και νά εκφράσει καταδίκες, στηρίζεται αδιάκοπα σε ενδείξεις και σε μαρτυρίες. Γι΄ αυτό λοιπόν έχει με πολύ λεπτό ηθμό και με μεγάλη λογική αυστηρότητα ξεκαθαρίσει ποιες μαρτυρίες είναι αξιόπιστες και ποιες δεν είναι και πότε μία μαρτυρία και μία ένδειξις είναι δυνατόν νά αμφισβητηθεί. Τώρα θα πρέπει νά πούμε ότι εάν οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις τού Χριστού πού υπάρχουν μέσα στα Ευαγγέλια και στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή τού Παύλου, εάν οι μαρτυρίες αυτές δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, θα είναι αποτέλεσμα δύο ειδών παρεκκλίσεων από την αλήθεια. Η θα πρόκειται περί ψευδαπάτης ή ψευδαισθήσεως ή θα πρόκειται περί απάτης.

Ας πάρουμε τώρα μία-μία τις δύο αυτές αμφισβητήσεις. Ας πάρουμε πρώτα το ενδεχόμενο των ψευδαισθήσεων. Οι ψευδαισθήσεις θα μάς αναγκάσουν τώρα νά ξαναγυρίσουμε στην Ιατρική. Γιατί οι ψευδαισθήσεις είναι ένα φαινόμενο πού η Ιατρική το έχει επί χρόνια πολλά και επί χιλιάδες περιπτώσεων μελετήσει και οι ψευδαισθήσεις εμφανίζονται στον άνθρωπο με ορισμένους τρόπους. Ας αναφέρουμε μερικούς από τούς τρόπους αυτούς. Πρώτα-πρώτα τα άτομα τα οποία βλέπουν οράματα και έχουν ψευδαισθήσεις αποτελούν μιά ορισμένη κατηγορία ανθρώπων πού έχουν την προδιάθεση γι΄ αυτές. Οι ψευδαισθήσεις αποτελούν μία προέκταση των διαθέσεών τους και αφορούν σε γεγονότα πού η πραγματοποίησης τους επιθυμείται πολύ έντονα από τα άτομα αυτά. στο πρώτο πρέπει λοιπόν νά υπάρχει μία προδιάθεση. το δεύτερο είναι ότι τα άτομα αυτά ανήκουν σε έναν ορισμένο τύπο ανθρώπων πού είναι επιρρεπείς στις εκδηλώσεις αυτές. Επίσης, εάν πολλά άτομα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και χαρακτήρα πού σχετίζεται με τον ψυχικό κόσμο, τον χαρακτήρα, τις εμπειρίες πού χαρακτηρίζει τον κάθε ένα. Έχουν λοιπόν διαφορετική μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο. Επίσης αυτές οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλη ώρα και τόπο. σε περιστάσεις δηλαδή όπου υποβάλλουν τον άνθρωπο για τις ψευδαισθήσεις αυτές.

Τέλος, εάν οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν την τάσι νά επαναλαμβάνονται, τότε η επάνοδός τους παρουσιάζεται επί πολύ χρονικό διάστημα. Ας δούμε τώρα, ακολουθούν οι εμφανίσεις τού Χριστού, έστω και ένα από τούς βασικούς αυτούς κανόνες, οι οποίοι χαρακτηρίζουνε τις παθολογικές ψευδαισθήσεις των ανθρώπων; Πρώτα απ΄ όλα, εκείνοι στους οποίους εμφανίσθηκε ο Χριστός είχαν πράγματι την προδιάθεση για νά δουν τον Χριστό αναστημένο; Κάθε άλλο. Όχι μονάχα ήταν καταπατημένοι, όχι μονάχα ήσαν βέβαιοι ότι η υπόθεσης τελείωσε, αλλά και όταν ακόμα έφθασαν επανειλημμένα μηνύματα από πρόσωπα αξιόπιστα, από πρόσωπα πού ζούσαν ανάμεσά τους και τούς βεβαίωναν ότι είδαν τον Χριστό αναστημένο, εκείνοι αρνήθηκαν νά πιστέψουν ότι ήσαν αληθινές οι εμφανίσεις αυτές, ότι πραγματικά ο Χριστός ανεστήθη. Ώστε λοιπόν, όχι μόνον δεν ήσαν προδιατεθειμένα τα πρόσωπα αυτά για ψευδαισθήσεις, αλλά ήσαν και αρνητικά προδιατεθειμένα για νά πιστεύουν ότι είναι δυνατόν νά δουν τον Χριστό. Τώρα είπαμε, ότι τα πρόσωπα πού παθαίνουν ψευδαισθήσεις ανήκουν σ΄ έναν ορισμένο τύπο.

Και μάλιστα τύπο επιρρεπή προς τέτοιες εκδηλώσεις. Ας δούμε τώρα ανήκουν σ΄ έναν ορισμένο τύπο τα πρόσωπα αυτά; τα πρόσωπα αυτά τα γνωρίζουμε απ΄ τα ίδια τα γραπτά τους και τις αφηγήσεις τους. Κατ΄ αρχήν είναι πρόσωπα πού δεν έχουν φαντασιώσεις. Ας πάρουμε τον Τελώνη Ματθαίο. Άνθρωπο πού πέρασε όλη τη ζωή του πάνω στους λογαριασμούς. τον Ματθαίο από το Ευαγγέλιό του είναι γεμάτο από ρεαλισμό, πού δεν έχει τίποτε το ποιητικό, πού δεν έχει τίποτε το λυρικό, πού είναι μιά πολλή προσεκτική παράθεσης γεγονότων, με λεπτομέρειες εξαιρετικά πραγματικές, εξαιρετικά ρεαλιστικές. Ας πάρουμε τον Θωμά. Ο Θωμάς καθόλου ασφαλώς δεν ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων πού βλέπουν ψευδαισθήσεις. Είναι ο άνθρωπος πού όταν οι 10 μαθηταί, πού είχε περάσει μαζί τους 3 χρόνια αδιάκοπης ζωής, τον βεβαιώνουν ομόφωνα ότι είδαν τον Χριστό, αρνείται και λέει: «δεν θα πιστέψω όχι, όχι αν τον δω, αλλά εάν δεν αγγίσω τον Χριστό και μάλιστα ακριβώς στο σημείο τού σώματός του πού μαρτυρεί ότι πέθανε». Είναι αυτός ένας τύπος ανθρώπου προδιατεθειμένος για ψευδαισθήσεις; Και ο Παύλος. Ο διώκτης Παύλος. Ο Παύλος ο οποίος κυριολεκτικά θέριζε την εκκλησία και κάθε άνθρωπο πού ήθελε νά πει ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για νά δει και για νά ακούσει τον αναστημένο Χριστό, στη στιγμή ακριβώς πού βρισκόταν στο αποκόρυφο τής μανίας του εναντίον τής ιδέας ότι ο Χριστός αναστήθηκε; Βλέπουμε λοιπόν, ότι οι άνθρωποι στους οποίους συνέβησαν οι εμφανίσεις αυτές, ήσαν άνθρωποι με διαφορετικό χαρακτήρα, με διαφορετικό τύπο, μάλιστα με τύπο ξένο προς την εμφάνιση ψευδαισθήσεως.

Και ακόμη ξέρουμε πώς εμφανίσθηκε σε 500 ανθρώπους ταυτοχρόνως. Και οι άνθρωποι αυτοί πίστεψαν πώς τον είδαν στην μεγάλη τους πλειονότητα. Είναι δυνατόν 500 πρόσωπα νά ανήκουν όλα ή σχεδόν όλα στον τύπο τού ανθρώπου πού βλέπει ψευδαισθήσεις; Τώρα είπαμε επίσης ότι αν πολλά πρόσωπα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν χαρακτήρα ανάλογο προς την προσωπικότητα τού καθενός. Και γνωρίζουμε πολύ καλά, όπως θα ήταν και επόμενο νά το περιμένουμε ότι τα πρόσωπα τού περιβάλλοντος τού Χριστού, είχαν πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Ένας με στοιχειώδη έτσι ψυχολογική προσοχή, αντιλαμβάνεται τις μεγάλες διαφορές πού υφίσταντο, τις βασικές θεμελιώδεις διαφορές χαρακτήρος πού υπάρχουν ανάμεσα στον Απόστολο Πέτρο, στον Απόστολο Παύλο και στον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Οι διάφοροι χαρακτήρες τού Ευαγγελίου, των μαθητών τού Χριστού, αποτελούν ένα φάσμα πού μπορούμε νά πούμε αντιπροσωπεύει περίπου όλους τούς ανθρώπινους τύπους. Εν τούτοις όλοι τους δέχονται και παραδέχονται ότι ο Χριστός είχε την ίδια εμφάνιση και το μίλημά του όταν τούς μίλησε, είχε ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο. Όλοι συμφωνούν απολύτως για το ό,τι είδαν και για το ό,τι άκουσαν. Και αυτό είναι αντίθετο προς την ιδέα ότι οι εμφανίσεις τού Χριστού θα ήταν ψευδαισθήσεις. Είπαμε ακόμη ότι οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλους υποβλητικούς τόπους και χρόνους και ώρες τής ημέρας.

Εδώ βλέπουμε ότι δεν υπάρχει Καμία ομοιότης. Άλλοτε και συνήθως ο Χριστός εμφανίζεται στο φως τής ημέρας. Εμφανίζεται επί πολλή ώρα, μέρα μεσημέρι, απόγευμα και περπατάει στους αγρούς επί ώρες, εμφανίζεται στον κήπο τού νεκροταφείου τής Ιερουσαλήμ. Εμφανίζεται στο όρος των Ελαιών, εμφανίζεται σ΄ ένα μικρό λόφο, σε πολλούς ανθρώπους. Εμφανίζεται σ΄ ένα δωμάτιο όπου ήσαν κλεισμένοι οι μαθηταί. Εμφανίζεται δίπλα στην λίμνη τής Τιβεριάδος όπου όπως ξέρετε έγινε η δεύτερη θαυμαστή αλιεία. Καθόλου όμοιοι λοιπόν οι τόποι αυτοί και καθόλου υποβλητικοί για νά δημιουργούν το κλίμα και το περιβάλλον για ψευδαισθήσεις. Και ακόμη είπαμε πώς όταν οι ψευδαισθήσεις επαναλαμβάνονται, τότε επαναλαμβάνονται επί πολύ διάστημα και ή τείνουν νά αραιώσουν ή νά ατονίσουν, οπότε λίγο-λίγο, σιγά-σιγά εξαφανίζονται ή τείνουν νά εντείνονται και νά γίνονται συχνότερες, οπότε καταλήγουν σε μία κρίση. Αυτό το λέει η Ψυχιατρική. Εδώ δεν βλέπουμε τίποτε.

Οι εμφανίσεις τού Χριστού παρουσιάζονται με τον ίδιο ρυθμό και μετά από 40 ημέρες διακόπτονται χωρίς νά έχουν φθάσει ούτε σε μία αραίωση ούτε σε ένα αποκόρυφο, και διακόπτονται μετά την Ανάληψη. Ας σημειώσουμε ακόμη, ότι όταν μιλούμε για ψευδαισθήσεις, όλοι εννοούμε κυρίως οράματα, δηλαδή εμφανίσεις οι οποίες γίνονται αντιληπτές με την όραση. Εδώ όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο μόνο? όχι μονάχα οι περισσότερες από αυτές τις εμφανίσεις συνδυάζονται και με ακουστικές εντυπώσεις και με διάλογο ο οποίος διαμείβεται ανάμεσα στον εμφανιζόμενο και σε κείνους πού τον βλέπουν αλλά επιβεβαιώνονται και με την αφή. Βλέπουμε την διαβεβαιώσει την οποία παίρνει ο Απόστολος Θωμάς με την αφή και ακόμη ότι για νά μην μείνει αμφιβολία στους μαθητές ότι πραγματική ήταν και όχι ψευδής εντύπωσις η εμφάνισις τού Χριστού, όταν τούς είδε ακριβώς από την ταραχή τους και τον φόβο τους και την δυσπιστία πού είδαμε, νά αμφιβάλλουν για ό,τι ακριβώς βλέπουν, ο Χριστός έφαγε μπροστά τους ψάρι και κηρύθρα από μέλισσα. Οπότε μετά την αποχώρηση του νά έχουν την διαβεβαιώσει ότι πραγματικά παρουσιάσθηκε με σώμα αληθινό, πρώτον από το γεγονός ότι το ψάρι και το μέλι που και οι ίδιοι ήξεραν ότι προηγουμένως έτρωγαν ότι υπήρχε επάνω στο τραπέζι, αλλά είναι και τροφές οι οποίες αφήνουν υπόλειμμα. το κερί, απ΄ την κηρύθρα και το κόκαλο απ΄ το ψάρι. Ακόμη ο Χριστός μαγειρεύει, ψήνει ο ίδιος το ψάρι στην λίμνη, το ψάρι πού είχε ο ίδιος όσο και το ψάρι πού είχαν ψαρέψει εκείνοι και τρώνε όλοι μαζί. Έχουμε λοιπόν και υλικά υπολείμματα από τις εμφανίσεις αυτές, τα οποία διαψεύδουν και συντρίβουν τελείως τα επιχειρήματα ότι επρόκειτο για ψευδαισθήσεις.
Πώς θα ήτο δυνατόν από ψευδαισθήσεις νά είχαν και νά μαρτυρούν και σε μάς οι μαθηταί ότι υπήρξαν υλικά δείγματα από τις εμφανίσεις αυτές τού σώματος τού αναστημένου Χριστού;

Εάν τώρα οι εμφανίσεις αυτές πού περιγράφηκαν δεν είναι αποτέλεσμα αυταπάτης μήπως είναι αποτέλεσμα απάτης; Διότι αυτή η διέξοδος μένει στην αμφισβήτηση. Αυτή η διέξοδος μένει στην αμφιβολία. Ότι ήταν δηλαδή αποτέλεσμα απάτης. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο δεν μπορεί οι εμφανίσεις αυτές νά είναι αποτέλεσμα απάτης οφείλεται στο γεγονός, ότι τα πρόσωπα απ΄ τα οποία μαρτυρείται ότι είδαν τον Χριστό και μαρτυρείται επί πολλά χρόνια, αρκετά χρόνια μετά την Ανάσταση Του ότι είδαν τον Χριστό, (στην Α΄ προς Κορ. επιστ. απαριθμούνται τα πρόσωπα αυτά και αναφέρει εκεί ο Απ. Παύλος συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται και στο Ευαγγέλιο τού Μάρκου, ότι πάνω από 500 άνθρωποι είδαν τον Χριστό), τα πρόσωπα λοιπόν αυτά ήσαν πάρα πολλά. Είναι λοιπόν πραγματικά αδύνατο, τόσο πολλά πρόσωπα, επί τόσο πολλά έτη, νά έκαναν μιά τόσο χονδροειδή και βλάσφημο απάτη και νά μη βρέθηκε ούτε ένα πρόσωπο, το οποίο νά επανέλθει και νά μαρτυρήσει και νά διαμαρτυρηθεί ότι το ίδιο συμμετέσχε σε μιά απάτη και έπεσε θύμα αυτής. Οπότε αυτό για κάθε δικαστήριο, για κάθε κριτή πού χρησιμοποιεί τούς κανόνες περί ενδείξεων τής νομικής επιστήμης, το ότι έχει τόσους πολλούς μάρτυρας η εμφάνισις τού Χριστού, αυτό και μόνο αποκλείει το ενδεχόμενο τής απάτης.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το ενδεχόμενο τής απάτης πρέπει νά αποκλεισθεί είναι ότι η πληροφορία και το κήρυγμα για την εμφάνιση τού Χριστού και την Ανάσταση Του, συνοδεύεται και συνοδευόταν πάντα, με την διακήρυξη τού πιο υψηλού κηρύγματος αρετής πού δέχθηκε ποτέ η ανθρωπότης. μιας αρετής πού δεν περιορίζεται μονάχα στην πραγματοποίηση ορισμένων πράξεων ενάρετων αλλά και φθάνει με απόλυτο αυστηρότητα ακόμη και στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στις διαθέσεις τού κάθε ανθρώπου. Πώς ήταν λοιπόν δυνατόν, άνθρωποι πού όχι μονάχα κήρυξαν αυτό το κήρυγμα αλλά άνθρωποι, πού κατά την μαρτυρία των πιο ασπόνδων εχθρών τους, στάθηκαν συνεπείς σε όλη τους τη ζωή στο κήρυγμα αυτό το τόσο αυστηρό, νά πουν και νά στηρίξουν όλο τους το κήρυγμα πάνω σ΄ένα τόσο χονδροειδές ψέμα. Ακόμη η υποψία ότι πρόκειται για μία απάτη αποδεικνύεται εσφαλμένη από το γεγονός τής συμπεριφοράς των αποστόλων πού αναφέραμε μέχρι τής 3ης ημέρας μετά την σταύρωση τού διδασκάλου. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν περίτρομοι, ήσαν καταπτοημένοι. Ήσαν πεπεισμένοι, όπως τόσο ωραία περιγράφεται εκεί στα λόγια τους με τα οποία περιγράφουν την σταύρωση και τις φήμες όπως νόμιζαν περί αναστάσεως, στον Χριστό, στον ίδιο τον Χριστό, οι δύο μαθηταί προς Εμμαούς. Ήσαν πεπεισμένοι ότι η υπόθεσης αυτή τού Χριστού έληξε άδοξα με την σταύρωση Του. Ήσαν οχυρωμένοι, όπως είπαμε, επάνω στην πεποίθηση ότι είναι αδύνατον νά τον είδαν άνθρωποι ζωντανό και αυτό δεν ντρέπονται νά το φανερώσουν οι ίδιοι και αυτήν την στροφή των 180ο την εμφανίζουν οι ίδιοι μόνον μετά απ΄ την τρανή απόδειξη ότι πράγματι δεν μπορεί παρά νά είναι μία αληθινή παρουσία η συνάντηση τους μαζί Του.

Εάν αυτοί οι άνθρωποι ήθελαν νά πουν μιά απάτη, δεν θα απέφευγαν νά φανερώσουν όλους τούς ενδοιασμούς τούς οποίους είχαν; δεν θα απέφευγαν νά διακηρύξουν σ΄ όλα τα πέρατα τής γης και νά το γράψουν σ΄ όλα τα Ευαγγέλια ότι ήσαν οι ίδιοι εκείνοι πού αμφισβητούσαν, εκείνοι πού δεν ήθελαν νά πιστέψουν, εκείνοι πού παρουσίαζαν επιχειρήματα, εκείνοι πού έλεγαν ότι επρόκειτο για λήρο, για μιά συναρπαγή, για ένα ψέμα, αυτές οι διηγήσεις για την εμφάνιση τού Χριστού και πώς αυτά τα πρόσωπα τώρα, τα τρομαγμένα, τα περίτρομα έρχονται όχι μονάχα νά το διακηρύξουνε μπροστά στους δυνατούς τής γης, μπροστά στους ισχυρούς και μπροστά στους ενόπλους, πού ήταν έτοιμοι νά τούς συντρίψουν αλλά και δίνουν μετά από διωγμούς και μετά από βασανιστήρια, άκαμπτοι όλοι, χωρίς εξαίρεση την ζωή τους για μιά τέτοια απάτη; Όπως λέει, πολύ σωστά, ένας Γάλλος, ο Goguel, «είναι αδύνατον για ένα ψέμα νά υποβληθεί κανείς σε διωγμούς και νά δώσει την ζωή του με βάσανα και με τυρρανισμούς». το ψεύδος το χρησιμοποιεί ο άνθρωπος δια νά αποφύγει τον διωγμό όχι δια νά τον υποστεί. Ώστε λοιπόν, το όλο κήρυγμα τής Εκκλησίας, στηρίζεται επάνω στη διαβεβαιώσει για την Ανάσταση. Και πρέπει νά πούμε ακόμα και θάπρεπε νά το πούμε ίσως πρώτο απ΄ όλα ότι αυτήν την διαβεβαιώσει για την Ανάσταση την έδωσε ο ίδιος ο Χριστός. το είπε σαφέστατα και το διακήρυξε και το υπεστήριξε? και πώς είναι δυνατόν αυτόν πού όχι απλώς εκήρυξε, αυτόν ο οποίος έζησε από το κήρυγμα, αυτόν ο οποίος χωρίς Καμία αμφισβήτηση ανέβηκε πάνω στον Σταυρό γι΄ αυτό το κήρυγμα, πώς είναι δυνατόν αυτόν τον άνθρωπο νά τον θεωρήσουμε σαν ένα απατεώνα, ο οποίος σκηνοθετεί την ταφή Του, ο οποίος σκηνοθετεί την Ανάσταση Του;
Τώρα αφού μιλήσαμε για την απόλυτο αξιοπιστία των εμφανίσεων τού Χριστού πού είναι η δεύτερη κατηγορία των αμφισβητήσεων, θα έλθουμε στην 3η κατηγορία πού εύκολα ανατρέπεται, δηλ. σχετικά με τον κενό τάφο.

Η πρώτη αμφισβήτηση για τον κενό τάφο είναι εκείνη η οποία παρουσιάζεται μέσα στο ίδιο το Ευαγγέλιο, όταν έρχεται η κουστωδία και αναγγέλλει στους αρχιερείς πάντα τα γενόμενα: τον σεισμό πού έγινε και την ένδοξη Ανάσταση τού Χριστού. Και Τι λένε οι αρχιερείς; Τούς έδωσαν λέει αργύρια ικανά και τούς είπαν νά διαδώσουν ότι «αυτών κοιμωμένων έκλεψαν οι μαθηταί το σώμα». Αυτή βέβαια η απλή ανατροπή αυτής τής εκδοχής είναι εκείνη η φράσις ότι «αν εκοιμώντο πώς είδαν Τι έγινε;» ότι δηλ. έφυγε το σώμα απ΄ εκεί. Και «αν δεν εκοιμώντο πώς άφησαν αυτοί οι στρατιώτες τούς μαθητές νά πάρουν τον Κύριο;». Τώρα η άλλη σκέψις είναι ότι το σώμα δεν το απεμάκρυναν οι μαθηταί, αλλά το απεμάκρυναν οι αρχιερείς και αυτό για νά μη γίνει ο τάφος σημείο προσκυνήματος των οπαδών τού Χριστού. Αλλά και δω πάλι αυτό είναι τελείως αδιανόητο και ξένο προς την λογική. Ξέρουμε ότι λίγες ημέρες μετά εδέχθησαν κατά πρόσωπο, μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους εκείνη την αυστηρότατη κατηγορία τού Πέτρου ότι «επέκτειναν τον αρχηγό τής ζωής όν ο Θεός ήγειρε εκ νεκρών». Και έτσι ο Πέτρος δημιούργησε χιλιάδες πιστών απ΄ την ημέρα εκείνη και όλοι οι απόστολοι εν συνεχεία.

Πόσο απλό θα ήταν νά αποστομώσουν στη γέννεσί του το Χριστιανικό κήρυγμα οι αρχιερείς, παρουσιάζοντας το πτώμα τού Χριστού το οποίο είχαν κρύψει. Αμέσως αυτό θα έπαυε για πάντα στο ξεκίνημά της αυτήν την κίνηση, η οποία αδιάκοπα αφαιρούσε οπαδούς από το Συνέδριο των Γραμματέων και των Φαρισαίων. θα σταματούσαν αυτήν την βλάσφημη αίρεση παρουσιάζοντας το σώμα τού Χριστού και θα απεδείκνυαν εύκολα, και ήταν στο χέρι τους νά το κάνουν, ότι πρόκειται για μιά πλάνη. Ο Αρχιδικαστής τής Αγγλίας, όπως θα λέγαμε σε μάς ο Πρόεδρος τού Αρείου Πάγου, λόρδος Darling, συνοψίζει αυτόν τον έλεγχό του νομικώς πάνω στις ενδείξεις για την Ανάσταση τού Χριστού με τα ακόλουθα λόγια, τα οποία είναι τόσο αυθεντικά ώστε δεν χρειάζεται νά προσθέσω τίποτε άλλο: «Εμείς λέει σαν Χριστιανοί καλούμαστε να παραδεχθούμε πολλά μόνον με την πίστη. το βασικό θέμα, εάν δηλ. ο Ιησούς Χριστός ανέστη απ΄ τούς νεκρούς ή όχι, πάνω στο οποίο στηρίζεται ότι ο Χριστός ήταν πράγματι εκείνο πού διακήρυξε, δεν καλούμεθα νά το παραδεχθούμε μόνον με την πίστη. Υπάρχουν για την πεποίθηση αυτή, ότι είναι πραγματικά μιά ζωντανή αλήθεια, υπάρχουν τόσο πολυάριθμες ενδείξεις θετικές και αρνητικές απ΄ τα γεγονότα και τις περιστάσεις, ώστε κανένα σώμα από νοήμονες ενόρκους στον κόσμο δεν θα εξέφερε άλλη απόφαση παρά ότι η Ανάσταση είναι πράγματι αληθινή. Αλλά για νά αποδειχθεί η αλήθεια τής Αναστάσεως πολλοί παρουσιάζουν εκείνο το επιχείρημα, το θετικό εκείνο επιχείρημα, το οποίο πιστεύω ότι είναι πιο πιστικό επιχείρημα για μάς τούς ανθρώπους πού ζούμε σε μία εποχή κατ΄ εξοχήν εποχή αρνήσεως, αποστασίας και συγχύσεως. Είναι ακριβώς οι απροσδόκητες και ψυχολογικά και λογικά ανεξήγητες επιστροφές ανθρώπων από την άρνηση και την πεισματική απιστία στην πίστη χάρις στην Ανάσταση τού Χριστού. Υπάρχουν πάρα πολλές, υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιες περιπτώσεις και θα αναφέρουμε μονάχα τις περιπτώσεις διασήμων ανθρώπων τού πνεύματος, οι οποίοι διετέλεσαν άπιστοι και έγιναν πιστοί.

Υπήρχε στην Αγγλία ο Καθηγητής Joad, Καθηγητής τής Φιλοσοφίας από τούς πιο γνωστούς, ο οποίος ήταν τόσο πολύ φανατικός στην άρνηση, ώστε δεν άφηνε ευκαιρία, με τον γραπτό λόγο αλλά και με μία σειρά από εβδομαδιαίες ομιλίες στο αγγλικό ραδιόφωνο με τίτλο «ο Joad και ο Θεός», νά υποστηρίζη την ανακρίβεια τού Ευαγγελίου. Αυτό έκανε ο Joad μελετώντας ακριβώς την Αγία Γραφή, για νά παρουσιάσει επιχειρήματα. Ο ίδιος όμως από μόνος του χωρίς καμία επίδραση πείσθηκε ότι το αντίθετο από όσα κήρυσσε ήτο αλήθεια και σε μεγάλη ηλικία παρουσιάσθηκε αιφνιδίως και είπε ότι όσα πίστευα ήταν ψέμα και αγωνίσθηκε σαν τον Θωμά και εκήρυξε σ΄ όλο τον κόσμο ότι ο Χριστός είναι πραγματικά ο Κύριος και Θεός. στον 18ον αιώνα, όπως ανέφερα, είχε φθάσει η άρνηση στο κορύφωμά της και στην Αγγλία, λέει ο Montesquieu ότι, εάν ένας άνθρωπος πει σε οποιονδήποτε κύκλο μορφωμένων ανθρώπων ότι πιστεύει δεν γίνεται υποδεκτός με τίποτε άλλο παρά με γέλια και καγχασμούς.

Την εποχή εκείνη δύο μορφωμένοι νέοι από το Πανεπιστήμιο τής Οξφόρδης έβαλαν για σκοπό τής ζωής τους νά συγγράψουν δύο συγγράμματα, για νά αποδείξουν ο πρώτος ότι η επιστροφή τού Παύλου δεν οφείλεται σε πίστη, σε αληθινή πίστη, και ο δεύτερος ότι η Ανάσταση τού Χριστού ήτο ψέμα.
Ο πρώτος, ο Λόρδος Lytletton μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα επέστρεψε με ένα κείμενο πού απεδείκνυε ότι η συνάντησης τού Παύλου με τον αναστημένο Χριστό είχε πραγματικά συμβεί στο δρόμο τής Δαμασκού. Και ό άλλος, ο Gilbert West έγραψε ολόκληρο σύγγραμμα το οποίο ονομάζει «Παρατηρήσεις επί τής Ιστορίας και των Ενδείξεων τής Αναστάσεως τού Χριστού» και περιέχει μία σωρεία από επιχειρήματα, πολλά περισσότερα από όσα εγώ σάς παρουσίασα τώρα, λογικότατα επιχειρήματα για την αλήθεια τής Αναστάσεως. θα έχετε ακούσει ίσως ότι το πλέον διάσημο σατυρικό περιοδικό παγκοσμίως είναι το «PUNCH». Επί έτη εκδότης τού Punch υπήρξε ο Muggeridge, πνεύμα οξύ και σκωπτικό, ο οποίος δεν δίσταζε νά διακηρύττει την απιστία του. Μιά επίσκεψις εν τούτοις εις τούς Αγίους Τόπους κατέληξε εις αποτέλεσμα αντίθετο εκείνου το οποίον ανέμενε και επεδίωκε ο Muggeridge. Αντί νά κομίσει αποδείξεις ότι η πεποίθησης στο θάνατο και την Ανάσταση τού Ιησού Χριστού είναι ένας μύθος, επέστρεψε με την ακλόνητο πεποίθησιν για την αλήθεια τής Χριστιανικής πίστεως και με μιά τέτοια ψυχική μεταστροφή, ώστε έγινε σήμερα ένας από τούς κυριότερους ηγέτες τού Χριστιανικού κινήματος στη Μ. Βρετανία. στο περίφημο «Φεστιβάλ τού Φωτός», στην πολυάριθμη αυτή συγκέντρωση στην Πλατεία TRAFALGAR τού Λονδίνου, ο Muggeridge ήταν εκείνος ο οποίος καυτηρίασε και κάλεσε σε αφύπνιση και αγώνα εναντίον τής χυδαιότητας και τής παρακμής εις την οποίαν οδηγεί η απιστία.

Ίσως όμως πραγματικά για εκείνον πού θέλει νά κουράσει την σκέψη του, αυτό είναι πραγματικά ανάγκη γύρω από το θέμα αυτό, ίσως το πιο χαρακτηριστικό λογικό μνημείο είναι το έργο του νομικού Morison. Αυτός από μικρή ηλικία, από παιδική ηλικία είχε διαβάσει από τούς Κριτικούς τής Γερμανικής Σχολής, την Κριτική τής Αγ. Γραφής. Και είχε πλούσια οπλιστεί με επιχειρήματα κατά τής Χριστιανικής Θρησκείας και ξεκίνησε με τα επιχειρήματα αυτά νά γράψει ένα βιβλίο πού πραγματικά, λογικά θα έπειθε τον καθένα, ότι η Ανάστασις δεν είχε πραγματοποιηθεί. Και καθώς άρχισε νά γράφει αυτό το βιβλίο, βρήκε ότι ήταν αδύνατο το βιβλίο αυτό νά γραφή. Και όχι μονάχα ήταν αδύνατο νά γραφή αλλά οι σκέψεις και τα λόγια τα οποία έγραφε οδηγούσαν τελείως στον αντίθετο στόχο. Λέει ο ίδιος: «Η δύναμις των περιστάσεων με ανάγκαζε νά γράφω κάτι το τελείως αλλιώτικο, όχι γιατί τα ίδια τα γεγονότα τα οποία μελέτησα άλλαξαν, γιατί είναι οριστικά αποτυπωμένα στις σελίδες τής ανθρώπινης ιστορίας, αλλά γιατί η ερμηνεία των γεγονότων αυτών είχε μέσα μου υποστεί μία μεταβολή εξ αιτίας τής επιμονής αυτών των ιδίων των γεγονότων». Ο συγγραφέας ανακάλυψε μία ημέρα ότι όχι μονάχα δεν μπορούσε νά γράψει το βιβλίο πού είχε σχεδιάσει αλλά και ότι αν ήθελε, δεν μπορούσε. Και από αυτήν την προσπάθεια προέκυψε το πασίγνωστο βιβλίο τού Morison «Ποιος εκύλισε τον λίθο;» πού έχει κυκλοφορήσει σε εκατομμύρια αντιτύπων και αποτελεί πραγματικά ένα μνημείο λογικής εργασίας όπου παίρνει όλες τις διεξόδους τής αμφιβολίας και τούς κόβει τον δρόμο με τις ίδιες τις μαρτυρίες τής Αγ. Γραφής και με την λογική επάνω σ΄ αυτές δέχεται νά ασκήσει το έργο τής αμφισβητήσεως και πού αποτυγχάνει.

Δίπλα σ΄ αυτούς τούς διανοουμένους θα ήτανε πραγματικά παρά πολύ τολμηρό νά πω δυο λόγια για τον εαυτό μου. Το λέω με απόλυτη συναίσθηση για την διαφορά σε ανάστημα και την διαφορά σε κύρος πού με χωρίζει απ΄ αυτούς. Όμως το χρωστώ σε σάς, και το κάνω για πρώτη φορά, το χρωστώ σε σάς πού είσαστε τα αδέλφια μου, με τα οποία ζω τόσο έντονα την ζωή τού Πανεπιστημίου, νά σάς μαρτυρήσω, ότι έζησα τα τελευταία χρόνια τής γυμνασιακής μου ζωής και σχεδόν όλα τα χρόνια τής ζωής μου σαν φοιτητής μέσα στην άρνηση και στην αμφιβολία. Και νά σάς πω ότι δέχθηκα, μετά από πάρα πολλή μελέτη, το μήνυμα τής Αναστάσεως σαν αληθινό και όλη μου η ζωή, δεν είναι από μία σκοπιά, τίποτε άλλο, παρά ένα πύρωμα επάνω στην ακρίβεια τού κηρύγματος τής Αναστάσεως. Και έχω νά σάς πω ότι ούτε μιά στιγμή, ούτε μιά παρατήρησης μέσα στη ζωή μου, δεν παρέλειψε παρά νά επιβεβαιώσει την αλήθεια τού κηρύγματος τού Ευαγγελίου, την αλήθεια τής Αναστάσεως τού Χριστού. Είναι αδύνατον λογικά, είναι αδύνατον ψυχολογικά νά ζήσω ούτε μία στιγμή μη πιστεύοντας στην Ανάσταση τού Χριστού. Και θέλω νά καλέσω, σαν αδελφός προς αδελφούς, τον καθένα από σάς, αν αυτό δεν έχει ολοκληρωτικά συμβεί στην ζωή σας, νά πάρει την θέση αυτή και νά δεχθεί απροκάλυπτα, τίμια, χωρίς φόβο, την Ανάσταση τού Χριστού σαν ένα γεγονός. Και νά με βρει, αν θέλει, νά συζητήσουμε, αν θέλει και νά χαρούμε μαζί τα όσα θα επακολουθήσουν απ΄ αυτό το άνοιγμα τής ψυχής στην Ανάσταση τού Χριστού.

Σας ευχαριστώ πολύ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Π. Τρεμπέλα: Ιησούς από Ναζαρέτ, Αθήναι, 1955.
2. Ε. Θεοδώρου: Η αιωνία αλήθεια, Αθήναι, 1960.
3. Ι. Αγαπίδη: Ο Ιησούς ενώπιον τής Ιουδαϊκής και Ρωμαϊκής δικαιοσύνης, Θεσσαλονίκη, 1969.
4. R. GUARDINI: Ο Κύριος, Ελλ. Μετάφρασις, Αθήναι, 1956, Τόμος Γ΄.
5. P. BARBET: LA PASSION DE JESUS CHRIST SELON DE CHIRURGIEN, RILLEN ET CIE, ISSOUDUN, 1950.
6. τού ιδίου: A DOCTOR AT CALVARY, P.J. KENNEDY, NEW YORK, 1953.
7. PR. J.N.D. ANDERSON: CHRISTIANITY THE WITNESS OF HISTORY, TYNDOLE PRESS LONDON, 1969.
8. τού ιδίου: EVIDENCE FOR THE RESURECTION, INTERVARSITY, PRESS LONDON, 1968.
9. F. MORISON: WHO MOVED THE STONE, BARNES AND NOBLE, NEW YORK, 1962.
10. J/YOUNG: THE CASE AGAINST CHRIST, FALCON BOOKS, LONDON, 1962.
11. K.N. TAYLOR: IS CHRISTIANITY CREDIBLE? INTERVARSITY PRESS, 1970.

http://www.egolpion.com/episthmh_stavrosis.el.aspx

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ανάσταση του Χριστού στην Παλαιά Διαθήκη

Συγγραφέας: kantonopou στις 17th Απριλίου 2012

Η Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, είναι θεμελιώδες δόγμα της πίστεως μας, γιατί αποδεικνύει περίτρανα την θεότητά του και διακηρύττει δυνατά την ήττα του θανάτου και της αμαρτίας, γιατί από την αμαρτία προήλθε ο θάνατος. Η Ανάσταση του Χριστού λοιπόν είναι η απολύτρωσή μας από την φθορά.

Στην Παλαιά Διαθήκη, όπως προφητεύθηκε η ενανθρώπηση και ο θάνατος του Χριστού, έτσι προφητεύθηκε και παρατυπώθηκε και η Ανάστασή του εκ των νεκρών. Θα αναφέρουμε δύο – τρεις μαρτυρίες της Παλαιάς Διαθήκης, αναφερόμενες, κατά την ερμηνεία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, στην Ανάσταση του Χριστού.

Ο άγιος Χρυσόστομος σε μία ωραία του ομιλία Περί μη απογνώσεως και προσευχής κατά εχθρών ομιλεί για την στείρα γυναίκα του Αβραάμ και για τις στείρες γυναίκες της Παλαιάς Διαθήκης. Και λέγει ότι οι γυναίκες αυτές που, αν και στείρες, έτεκαν, διαλαλούν το θαύμα της θαυμαστής γεννήσεως του Χριστού από την Παρθένο. Και συμβουλεύει τους Χριστιανούς ο ιερός Πατέρας: «Όταν σε ερωτάει ο Ιουδαίος, πώς έτεκε η Μαρία; εσύ να του απαντάς· πώς έτεκε η Σάρρα και η Ρεβέκκα και η Ραχήλ;» Την ίδια ιδέα ο άγιος Χρυσόστομος την λέγει και στην άλλη του ωραία ομιλία Περί του μη δημοσιεύειν τα αμαρτήματα των αδελφών, όπου λέγει σαφώς ότι «προοδοποιεί τη Παρθένιο η στείρα… Διά τούτο αι στείραι προέλαβον, ίνα πιστευθή της Παρθένου ο τόκος» (εις ΑΑΠ 20. 349DΕ). Και στην ομιλία που μελετούμε, Περί μη απογνώσεως και προσευχής κατά εχθρών, λέγει ο Χρυσόστομος ότι τα θαυμαστά και μεγάλα της Καινής Διαθήκης τα προετοιμάζουν οι τύποι της Παλαιάς Διαθήκης: «Όταν μέλλη τι θαυμαστόν και μέγα γίνεσθαι θαύμα, πολλοί προτρέχουσι τύποι». Και αναφέρει ένα ωραίο παράδειγμα ο άγιος Πατέρας: «Καθάπερ βασιλέως εισιόντος, προτρέχουσι στρατιώται. ώστε μη αθρόον απαρασκευάστως (= ξαφνικά και απροετοίμαστοι) δέξασθαι τον βασιλέα, ούτω και θαύματος μέλλοντος γίνε¬σθαι παραδόξου, προτρέχουσι τύποι». Και εξηγεί το γιατί ο ερμηνευτής Πατήρ: «Ώστε ημάς προμελετήσαντες (από αυτά που μας προείπε με τις προφητείες της και τους τύπους της η Παλαιά Διαθήκη) μη εκπλαγήναι αθρόον, μηδέ εκστήναι τω παραδόξω του γι¬νομένου» (εις ΑΑΠ 20, 349ΑΒ).

1. Το ίδιο συνέβηκε και με τον θάνατο, λέγει στην συνέχεια ο άγιος Χρυσόστομος. Η Καινή Διαθήκη ομιλεί για την ήττα του θανάτου με την Ανάσταση του Χριστού. Μέγα και φοβερό το γεγονός αυτό· γι’ αυτό και η Πα¬λαιά Διαθήκη προετοιμάζει την ανθρωπότητα με διαφόρους τύπους και προφητείες, ώστε, όταν θα συμβεί η Ανάσταση του Χριστού, να γίνει πιστευτή. Ένας τέτοιος τύπος είναι αυτό που συνέβη με τον Ιωνά. Στο πρόσωπο του Ιωνά αναφέρθηκε και ο Ιησούς Χριστός ομιλώντας για την Ανάστασηή του (βλ. Ματθ. 12,39.40. 16,4. «Προέδραμεν Ιωνάς και εγύμνασεν ημών την διάνοιαν», λέγει ο Χρυσόστομος. Γιατί, όπως ακριβώς το κήτος εξέβαλε τον Ιωνά μετά από τρεις ημέρες, έτσι και το μνήμα έδωκε τον Χριστό, μη βρίσκοντας σ’ αυτόν ο θάνατος, λέγει ο Χρυσόστομος, την κατάλληλη τροφή. Και κατάλληλη τροφή για τον θάνατο είναι η αμαρτία. «Από την αμαρτία γεννήθηκε, από την αμαρτία ριζοβόλησε και από την αμαρτία τρέφεται ο θάνατος», λέγει ο Χρυσόστομος. Και αναφέρει στην συνέχεια ένα ωραίο παράδειγμα, ο άγιος Πατέρας. Όπως σε κάποιον, λέγει, που, χωρίς να το καταλάβει, καταπιεί ένα βαρύ πράγμα για το στομάχι του, ένα λίθο για παράδειγμα, τότε αρχικά μεν προσπαθεί το στομάχι του να το χωνέψει, αλλά μετά, επειδή η βαρειά αυτή ουσία είναι ξένη τροφή, γι’ αυτό, την αποβάλλει και μαζί με αυτήν αποβάλλει και όλες τις προηγούμενες τροφές· το ίδιο συνέβη και με τον θάνατο: Κατέπιε, λέγει ο Χρυσόστομος, ο θάνατος τον ακρογωνιαίο λίθο, τον Χριστό, και δεν μπόρεσε να τον χωνέψει· γι αυτό και τον ίδιο τον Χριστό τον έβγαλε από το βασίλειό του και μαζί με Αυτόν απέβαλε και όλους τους θανόντες.

2. Αλλά ομιλούσε για την στείρα Σάρρα και για τις στείρες γυναίκες της Παλαιάς Διαθήκης ο Χρυσόστομος. Και η στείρωση των γυναικών αυτών, λέγει τώρα ο Πατήρ, ήταν τύπος του θανάτου. Προσέχετε, λέγει ο Χρυσόστομος στο ακροατήριό του, γιατί αυτό που θα σας πω είναι λεπτό θεολογικό θέμα. Θα τους πει ότι η στειρωθείσα μήτρα της Σάρρας καθοδηγεί στην πίστη της Αναστάσεως του Χριστού. Γιατί, όπως αυτή, ενώ ήταν νεκρά, αναζωογονήθηκε με την Χάρη του Θεού και εβλάστησε το ζωντανό σώμα του Ισαάκ, έτσι και ο Χριστός, ενώ απέθανε, αναστήθηκε με την δική του δύναμη. Και για να μη φανεί ότι αυτό που λέγει ο Χρυσόστομος είναι δικό του «βεβιασμένο» νόημα, αναφέρει για μαρτυρία τον Απόστολο Παύλο. Ο Απόστολος, όταν στην προς Ρωμαίους επιστολή του είπε για τον Αβραάμ «ουκ ενενόησε την νέκρωσιν της μήτρας Σάρρας, αλλ’ ενεδυναμώθη τη πίστει, δους δόξαν τω Θεώ, και πληροφορηθείς ότι ό επήγγελται δυνατός έστι και ποιήσαι» (Ρωμ. 4,19-21), ότι δηλαδή από νεκρά σώματα θα κάμει να γεννηθεί ζωντανός υιός, μετά από αυτό το νόημα ο Απόστολος μας οδηγεί στην πίστη της Αναστάσεως του Χριστού. Γιατί λέγει ο Απόστολος στην συνέχεια: «Ουκ εγράφη δι’ εκείνον μόνον ότι ελογίσθη αυτώ, αλλά και δι’ ημάς». Γιατί; «Οις μέλλει» λέγει «λογίζεσθαι τοις πιατεύουσιν επί τον εγείραντα Ιησούν τον Κύριον ημών εκ νεκρών» (Ρωμ. 4,23-24). Δηλαδή, σαν να λέγει ο Απόστολος: Ο Θεός έφερε στην ζωή τον Ισαάκ από το νεκρό σώμα της Σάρρας, από την στείρα μήτρα της, δηλαδή. Έτσι ανέστησε και τον Ιησού εκ νεκρών,

3. Αλλά και ο πατριάρχης Ιακώβ ομιλεί για τον θάνατο και για την Ανάσταση του Χριστού. Ευλογώντας ο γέροντας πατριάρχης τον υιό του Ιούδα, από τον οποίο επρόκειτο να προέλθει κατά σάρκα ο Μεσσίας, του είπε: «Εκ βλαστού υιέ μου, ανέβης» (Γεν, 49,9). Ως «βλαστό» εννοεί την Παρθένο και υποδηλώνει με αυτή την έκφραση την αγνότητα της Μαρίας, λέγει ο Χρυσόστομος. Έπειτα, υπαινισσόμενος ο πατριάρχης τον θάνατο του Χριστού, λέγει: «Αναπεσών εκοιμήθης ως λέων και ως σκύμνος λέοντος, τις εγερεί αυτόν;» Με το «εκοιμήθης» παριστάνει τον θάνατο του Χριστού ως ύπνο. «Τον γαρ θά¬νατον αυτού κοίμησιν εκάλεσε και ύπνον», λέγει ο Χρυσόστομος. Αλλά με τον θάνατο συνδυάζει ο πατριάρχης και την Ανάσταση του Χριστού, γι’ αυτό και λέγει: «Τίς εγερεί αυτόν;». Σαν να θέλει να πει ότι κανένας άλλος δεν μπορεί να εγείρει τον Ιησού Χριστό, παρά μόνον ο Ίδιος θα εγείρει τον Εαυτό Του. Γι’ αυτό και ο Χριστός έλεγε: «Εξουσίαν έχω θείναι την ψυχήν μου, και εξουσίαν έχω λαβείν αυτήν» (Ιω. 10,18). Και άλλοτε πάλι ο Χριστός είπε: «Λύσατε τον ναόν τούτον και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν» (Ιω. 2.19). Αλλά τί σημαίνει εκείνο που είπε ο πατριάρχης μιλώντας προφητικώς για τον θάνατο του Μεσσία «αναπεσών εκοιμήθη ως λέων»; Ωραία το ερμηνεύει ο Χρυσόστομος: Όπως ο λέοντας όχι μόνο όταν είναι ξύπνιος, αλλά και όταν κοιμάται είναι φοβερός, έτσι και ο Χριστός, όχι μόνο πριν από τον σταυρό, αλλά και σ’ αυτόν τον σταυρό και σ’ αυτόν τον θάνατό Του ήταν φοβερός και έκανε τόσο μεγάλα θαύματα. Έκανε, για παράδειγμα να στρέψει την τροχιά του ο ήλιος, να σχιστούν οι βράχοι, να κλονιστεί η γη, να σχισθεί το καταπέτασμα, να τρομάξει η γυναίκα του Πιλάτου και να προκληθεί κρίση συνειδήσεως στον Ιούδα. Τότε, κατά τον θάνατο του Χριστού, το σκότος ετύλιξε την οικουμένη και φάνηκε η νύχτα κατά την μεσημβρία. Τότε καταλύθηκε η τυραννίδα του θανάτου και αναστήθηκαν πολλά σώματα αγίων νεκρών (βλ. Ματθ. 27,51-53). Αυτά τα προείπε από παλαιά ο πατριάρχης και έδειξε ότι και κατά την σταύρωσή Του ο Χριστός θα είναι φοβερός. «Ανατεσών», λέγει, «εκοιμήθης ως λέ¬ων» (βλ. Ομιλία εις το «Πάτερ ει δυνατόν…», εις ΑΑΠ 29,160 εξ., σελ. 197 εξ.).

(Πηγή: «Απλή Κατήχηση», περιοδικό Ι. Μ. Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως)

http://www.pemptousia.gr/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

H Ανάσταση του Θεανθρώπου (Απάντηση στους αρνητές της)

Συγγραφέας: kantonopou στις 15th Απριλίου 2012

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΩΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ
ΚΑΙ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΕΙΩΝ

Ἐκ φυλλαδίου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σύρου, ἐκδοθέντος τὸν Ἀπρίλιο 2005

Σὰν μυτερὴ λόγχη καρφώθηκε στὴν καρδιὰ τοῦ Ἅδη ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ ἐνῶ ὁ στρατιώτης κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρὸ «ἔνυξεν» τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ, τὸ θανατηφόρο χτύπημα δόθηκε, ἀόρατα καὶ ἀθέατα γιὰ τοὺς πολλούς, ὄχι στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ – πὼς ἄλλωστε νὰ πεθάνει ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ζωῆς; – ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸ σατανᾶ καὶ τὸ βασίλειό του, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε αἱμορραγεῖ καὶ μάλιστα θανάσιμα. Ὡς ἱστορικῶς ἀναμφισβήτητο γεγονὸς ὑψίστης σημασίας, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀποτέλεσε τὴν ἀρχὴ τῆς ἀναπλάσεως καὶ τῆς ζωῆς, γιὰ κάθε χωματένιο καὶ θαμμένο στὴν ἁμαρτία ἄνθρωπο, ἐὰν φυσικὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸ ἐπιθυμεῖ.

Ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸ Γολγοθᾶ ὑπῆρξε ἡ μεγαλύτερη ἐξιλαστήρια θυσία ὅλων τῶν αἰώνων καὶ γιὰ ὅλο τὸ Σύμπαν, γιὰ τὸν ὁρατό, μὰ καὶ τὸν ἀόρατο κόσμο. Γιατὶ μὲ τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ἕνωσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς γῆ καὶ οὐρανὸ καὶ συμφιλίωσε τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Μὲ τὴν ἀνάστασή Του ὁ μοναδικός Θεάνθρωπος τῆς ἰστορίας, ἔσχισε τὸ χειρόγραφο τῆς ἔχθρας πάνω στὸ σταυρό, ἀνακεφαλαίωσε τὰ πάντα στὸν ἐαυτό Του καὶ ἀνέστησε τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο, ποὺ βρισκόταν ὑπόδικος καὶ δέσμιος στὰ χέρια τοῦ «ἀντιδίκου» διαβόλου, ἤδη ἀπὸ τὴν στιγμὴ τοῦ προπατορικοῦ ἀμαρτήματος. Καὶ θυμίζει συμβολικὰ ἡ θυσία Του, τὸ τρύπημα τοῦ στήθους τῆς πελεκάνας μάνας μὲ τὸ ράμφος της, γιὰ νὰ θρέψει τὰ παιδιά της, ὅταν κινδυνεύουν νὰ πεθάνουν ἀπὸ πεῖνα. Θανατώθηκε ἑκούσια Ἐκεῖνος, ὁ ἀναμάρτητος, γιὰ νὰ ζωοποιηθοῦμε ἐμεῖς, οἱ ἁμαρτωλοί. Ὁ Ἀπ. Παῦλος γράφει: «ὁ Χριστὸς μᾶς ἐξαγόρασε ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ νόμου, μὲ τὸ νὰ γίνει ὁ ἴδιος γιὰ χάρη μας κατάρα» (Γαλ. γ´ 13). Ἀπὸ τὴν ἀνοιγμένη πλευρά Του προῆλθε ἡ νέα Εὔα, ἡ Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι μία ἀστείρευτη πηγὴ ζωῆς. Τώρα πιὰ ὁ καθένας ἔχει τὴ δυνατότητα «νὰ μὴ χαθεῖ, ἀλλὰ νὰ ἔχει ζωὴ αἰώνια» (Ἰω. γ´ 16).

Μὲ τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση τοὺ Κυρίου ἐκπληρώθηκαν καὶ ὁλοκληρώθηκαν κατὰ γράμμα ὅλες οἱ προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἀφοροῦσαν στὸ πρόσωπό Του, γεγονός ποὺ ἕναν ἀντικειμενικὸ ἐρευνητὴ τὸν καθιστᾶ ἀπὸ ἄθεο, πιστὸ χριστιανό, ἢ ἀπὸ ἀπλὰ πιστό, συνειδητότερο καὶ πιὸ ὑπεύθυνο. Νά μερικὲς ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες αὐτὲς μαρτυρίες τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ: «Τρύπησαν τὰ χέρια μου καὶ τὰ πόδια μου», ἀναφωνεῖ ὁ βασιλιᾶς Δαυΐδ (Ψαλμ. 21). Ποτὲ ὅμως ὁ Δαυῒδ δὲν σταυρώθηκε, οὔτε ὑπῆρχε στὴν ἐποχή του ἡ ποινὴ τῆς σταυρώσεως. Ἐμφανέστατα προφητεύει τὴν Σταύρωση τοῦ Ἰησοῦ. «Δὲν θὰ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχή μου στὸν ᾅδη, οὔτε θὰ ἐπιτρέψεις νὰ γνωρίσει ὁ ἅγιός σου ῾διαφθορά᾿ (σωματικὴ ἀποσύνθεση)» (Ψαλμ. ιε´). Ὁ «προφητάναξ» ἀσφαλῶς ἐγνώριζε ὅτι τὸ σῶμα του μετὰ τὸ θάνατό του θὰ ἀκολουθοῦσε τοὺς νόμους τῆς φθορᾶς τῆς φύσεως. Δὲν μιλᾶ λοιπὸν γιὰ τὸ δικό του θάνατο, ἀλλὰ γιὰ τὸν τριήμερο θάνατο τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ «ἀναλλοίωτος βασιλεὺς» δὲν ἐγνώρισε σωματικὴ ἀποσύνθεση, ἀφοῦ εἶναι τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας ἐνσαρκωμένο καὶ Θεὸς ὁ ἴδιος.

Ξεκάθαρα ἀκόμη ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀποκαλύπτεται ἀπὸ τὸν ποιητή, προφήτη καὶ βασιλέα Δαυῒδ στὸν Ψαλμ. ρθ´, ποὺ θεωρεῖται γι᾿ αὐτὸ χριστολογικός, ὅταν λέγει: «Εἶπε ὁ Κύριος στὸν Κύριό μου: Κάθησε στὰ δεξιά μου μέχρις ὅτου κάνω τοὺς ἐχθρούς σου χαλάκι γιὰ τὰ πόδια σου». Ἀπὸ τὸ χωρίο αὐτὸ φαίνεται ὅτι ὁ Θεός-Πατέρας ἀπευθύνεται στὸν Θεό-Ὑιό του (καὶ οἱ δύο ἀποκαλοῦνται ἄλλωστε ἀπὸ τὸν Δαυῒδ μὲ τὸ ὄνομα «Γιαχβέ»), ὅτι ὁ δεύτερος Κύριος (ὁ Χριστός) ἤδη κάθεται στὰ δεξιὰ τῆς Θεότητας μετὰ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀνάληψή Του καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν σταυρώσουν, θὰ τὸν θανατώσουν καὶ θὰ τὸν ἐμπαίξουν (διαχρονικῶς μὲ τὴν ἀθεΐα, τὶς αἰρέσεις καὶ τὴν ἀνηθικότητα) ἀλλὰ στὸ τέλος ὅμως (στὴ Δευτέρα Παρουσία Του) θὰ ὑποταχθοῦν στὸ θέλημά Του (θὰ γίνουν «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν Του»).

Ὁ προφήτης Ἡσαΐας ὁλοκάθαρα ἀναφωνεῖ: «Αὐτὸς φέρει πάνω του τὶς ἀμαρτίες μας καὶ γιὰ μας ὑποφέρει» (κεφ. 53), ἔχοντας ἐνώπιόν του τοὺς λόγους τῶν παθῶν τοῦ Μεσσία. Μία ἄλλη μαρτυρία τοῦ προφήτη Ζαχαρία ἀφορᾶ στὸ σταυρικὸ θάνατο τοῦ ἐκλεκτοῦ: «Θὰ ἀτενίσουν ἐμένα τὸν ὁποῖον ἐλόγχισαν» Καὶ τέλος: «κόκκαλό του δὲν θὰ συντρίψετε» (Ἔξ. ιβ´ 10, Ἀριθ. θ´ 12). Πράγματι ἐνῶ οἱ στρατιῶτες ἐσπασαν τὰ μηριαῖα ὀστὰ τῶν δὺο ἄλλων κακούργων γιὰ νὰ ἐπιφέρουν γρηγορότερο θάνατο, τὸν Ἰησοῦ δὲν τὸν ἄγγιξαν, διότι εἶχε ἤδη ἐκπνεύσει. Ἀλλὰ καὶ ἡ προφητεία τοῦ τραγικοῦ ποιητῆ Αἰσχύλου πραγματοποιήθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου, ποὺ ἀναφέρεται στὸν «Προμηθέα Δεσμώτη» μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἑρμῆ, πρὸς τὸν δεμένο στὸν Καύκασο Προμηθέα: «Δὲν θὰ πάρουν τέλος τὰ βάσανά σου, μέχρις ὅτου κατέβει ἕνας θεὸς στὰ βάθη τοῦ ἅδη γιὰ νὰ πάρει πάνω του τὰ πάθη σου».

Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ θανάτου Του (Παρασκευὴ 3μ.μ. ἕως Κυριακὴ πρωὶ) ὁ σωτήρας τῶν ὅλων (ἡ θεότητα μαζὶ μὲ τὴν ψυχή του) κήρυξε στὰ «ἐν τῇ φυλακῇ πνεύματα» τοῦ ᾅδη τὸ εὐαγγέλιο τῆς λύτρωσης. Αὐτὸν δηλαδὴ τὸν Ἴδιον. Καὶ ἔσωσε πολλούς (Α´ Πέτρ. γ´ 18-20), ἐνῶ τὰ εὐσεβῆ μέλη τοῦ Μ. Συνεδρίου, Ἰωσὴφ καὶ Νικόδημος, ἀποκαθήλωναν καὶ ἔθεταν τὸ «ἄπνουν» ἔνδοξο σῶμα σὲ ἀμεταχείριστο καὶ καινούριο μνῆμα. Δεκαέξι ἔνοπλοι στρατιῶτες στὴ συνέχεια ἐπιτηροῦσαν τὴ σφραγισμένη εἴσοδο.

Γιὰ τὸν φιλόσοφο Ρενάν, πολὺ ὀρθὰ «ὁ Χριστιανισμός στηρίζεται πάνω στὸν ἄδειο τάφο τοῦ Ἰησοῦ». Γιατὶ «ἂν ὁ Χριστός δὲν ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς», ἐπισημαίνει ὁ ἀπ. Παῦλος, «εἶναι μάταιη ἡ πίστη μας καὶ κενὸ τὸ κήρυγμά μας». Μὰ ὁ Χριστός άληθινὰ «σηκώθηκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς», συνεχίζει, καὶ ἀποτελεῖ ἡ ἀνάστασή Του τὴν «ἀρχὴ τῆς ἀνάστασης ὅλων τῶν κεκοιμημένων» (Α´ Κορ. ιε´ 20). Ἡ ἀνάστασή Του ἔγινε ἡ «ἐγγύηση καὶ ἡ ἀφετηρία τῆς ἀνάστασης ὅλων. «Μέσα στὸν Χριστὸ καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ ὅλοι θὰ ζωοποιηθοῦν» (Α´ Κορ. ιε´ 20-21), ἀφοῦ ἐκεῖνος εἶναι «ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» καὶ ὅποιος πιστεύει σ᾿ Αὐτὸν «κι ἂν ἀκόμη πεθάνει, θὰ ζήσει» (Ἰω. ια´ 25).

Πολλοὶ καὶ ἰδιαίτερα στοὺς αἰῶνες τοῦ Διαφωτισμοῦ (17ος, 18ος, 19ος αἰ.) ἀμφισβήτησαν τὴν πραγματικότητα τῆς «ἐκ νεκρῶν ἔγερσης» τοῦ θεανθρώπου καὶ οἱ κατηγορίες συνοψίζονται σὲ τρεῖς κυρίως:

1. Ὁ Ἰησοῦς δὲν πέθανε, ἰσχυρίζονται, ἀλλὰ λιποθύμησε πάνω στὸν Σταυρὸ. Ἀργότερα μέσα στὸν τάφο συνῆλθε, βγῆκε καὶ παρουσιάσθηκε στοὺς μαθητές του ὡς ἀνάστημένος.

2. Οἱ μαθητές του δῆθεν ἔκλεψαν τὸ πτῶμα του, τὸ ἔκρυψαν καὶ παρουσίασαν τὴν ὑπόθεση ὅτι ὁ δάσκαλός τους ἀναστήθηκε.

3. Οἱ μυροφόρες καὶ οἱ μαθητές του «φαντάστηκαν» ἀνάστημένο τὸν Ἰησοῦ, γιατὶ τὸν ἀγαποῦσαν πολὺ καὶ τὸν εἶχαν πιστέψει ὅσο ζοῦσε.

1. Η ΔΗΘΕΝ ΛΙΠΟΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ

Ὅσον ἀφορᾶ στὴν πρώτη ἀντιχριστιανικὴ ἐπίθεση, ἔχουμε νὰ παρατηρήσουμε τὰ ἑξῆς:

  • Ὁ Χριστός δέχθηκε ἰσχυρὸ λόγχισμα πάνω στὸν Σταυρό, ἀπ᾿ τὴν πληγὴ τοῦ ὁποίου ἔτρεξε «ὕδωρ καὶ αἷμα». Ἀπόδειξη ὅτι εἶχε πεθάνει, ἀφοῦ ἐξηγεῖται θαυμάσια σήμερα ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ὅτι μόνο σὲ ἕνα νεκρὸ σῶμα, μὲ τὸ πλῆγμα ποὺ δέχθηκε, θὰ μποροῦσε νὰ ἐμφανισθεῖ αἷμα καὶ νερὸ ἀπὸ τὴν ἀνοικτὴ πληγή.
  • Ὁ ἴδιος πρὸ τοῦ θανάτου του «κράξας φωνῇ μεγάλῃ» (Ματθ. κζ´ 50) ἀνεφώνησε «τετέλεσται», ποὺ σημαίνει ὅτι τὴν ὥρα ἐκείνη «κλίνας τὴν κεφαλήν παρέδωκε τὸ πνεῦμα» (Ἰω. ιθ´ 30).
  • Οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες ἧσαν οἱ πλέον ἔμπειροι στὸν σταυρικὸ θάνατο, λόγω τῶν, ἀπείρου πλήθους, σταυρωμένων ποὺ εἶχαν περάσει ἀπὸ τὰ χέρια τους καὶ ὥς ἐκ τούτου δὲν θὰ ξέφευγε ἀπ᾿ αὐτοὺς κανείς ζωντανός. Ἄλλωστε πιστοποίησαν διὰ τοῦ Κεντυρίωνος στὸν Πιλᾶτο ὅτι εἶχε πεθάνει ὁ Ἰησοῦς. Ἐκεῖνος τότε «ἐθαύμασε ποὺ εἶχε ἦδη πεθάνει καὶ παρέδωσε τὸ σῶμα γιὰ νὰ ταφεῖ».
  • Ποτὲ καὶ γιὰ κανένα σταυρωμένο δὲν ἀναφέρεται στὴν ἰστορία πὼς ἐπέζησε κατόπιν ἀπὸ τὸ μαρτύριο. Ὁ θάνατος ἐπερχόταν μετὰ ἀπὸ τρεῖς, ἢ τὸ ἀργότερο ἕξη ὧρες, ἐξαιτίας τοῦ πόνου καὶ τῆς άκατάσχετης αἱμορραγίας ἀπὸ τὰ σιδερένια καρφιὰ καὶ τὶς πληγές, ἀπὸ τὴν ἀσφυξία ποὺ προξενοῦσε τὸ σχῆμα τοῦ σώματος πάνω στὸ σταυρό, τὴν ἔλλειψη ὀξυγόνου στὸν ἐγκέφαλο καὶ τὴν διακοπὴ τῆς καρδιακῆς λειτουργίας.
  • Οἱ ἴδιοι οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν παραδεχτεῖ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἐγνωστοποίησαν στὸν Πιλᾶτο, ζητῶντας νὰ φυλάξουν στρατιῶτες τὸ μνῆμα, μήπως κλέψουν οἱ μαθητές του τὸ σῶμα του καὶ διαδώσουν ὅτι ἀναστήθηκε, ὅπως τὸ εἶχε ἀναγγείλει ὁ ἴδιος, ἐνῶ ἀκόμη ζοῦσε.
  • Καὶ ἂν ἀκόμη, ὑποθετικὰ μιλῶντας, εἶχε λιποθυμήσει ὁ Ἰησοῦς πάνω στὸν Σταυρό, θὰ πέθαινε σίγουρα ἀπὸ ἀσφυξία μέσα στὸν τάφο, φασκιωμένος καὶ περιτυλιγμένος μὲ σάβανα καὶ στὸ στόμα καὶ στὴ μύτη, χωρίς νὰ μπορεῖ νὰ άναπνεύσει ἀπὸ τὰ πολλὰ ἀρώματα, τὴν ἔλλειψη ὀξυγόνου καὶ ἀπὸ τὴν μεγάλη ταλαιπωρία, τὶς λιποθυμικὲς τάσεις καὶ τὶς πληγές ποὺ ὑπέστη. Ἀκόμη ἡ δροσερότητα τοῦ βράχου τοῦ τάφου, ποὺ θὰ ἔριχνε πολὺ περισσότερο τὴν έλάχιστη θερμοκρασία τοῦ σώματος, θὰ ἐπέφερε ἀσφαλῶς τὸν θάνατο. Ὅλα αὐτὰ ἀπομακρύνουν κάθε ὑποψία περὶ σοβαρότητας τοῦ ἐπιχειρήματος.
  • Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ξετυλιχθεῖ ἄλλωστε μόνος, ἐνῶ βρισκόταν σὲ ἡμιθανῆ κατάσταση και δεμένος χειροπόδαρα, νὰ μετακινήσει ἀκόμα τὸν τεράστιο ὀγκόλιθο ποὺ ἔκλεινε τὴν ὀπὴ τοῦ μνήματος γιὰ νὰ βγεῖ ἔξω;

2. Η ΔΗΘΕΝ ΚΛΟΠΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ Ή ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ

Ὅσον ἀφορᾶ τὴν δεύτερη κατηγορία τῆς κλοπῆς τοῦ σώματος, ἀπαντοῦμε:

  • Τὸν τάφο φύλαγαν δεκαέξη ἔνοπλοι Ρωμαῖοι στρατιῶτες, γνωστοὶ γιὰ τὴν αὐστηρὴ πρὸς τὸ καθῆκον ὑπηρεσία τους. Γνώριζαν πόσο σκληρὰ θὰ τιμωροῦνταν σὲ περίπτωση ποὺ δὲν θὰ ἔκαναν καλὰ τὸ καθῆκον τους.
  • Δὲν συνέφερε τοὺς Ἰουδαίους νὰ κλαπῇ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, γιατὶ ἤθελαν νὰ σβηστῇ ἡ μνήμη του ἀπὸ προσώπου γῆς καὶ ὄχι νὰ φανερωθῇ στὴ συνέχεια ἄλλη φήμη, αὐτὴ τῆς ἀναστάσεώς του. Ἐξάλλου οἱ ἴδιοι παρεκάλεσαν γιὰ τὴν φύλαξη τοῦ τάφου. Ἄν εἶχαν ἀκόμη τὸ σῶμα ἐκεῖνοι, θὰ τὸ παρουσίαζαν στὸν κόσμο γιὰ νὰ καταρρίψουν τὴν ὑπόθεση περὶ ἀναστάσεως, ποὺ κήρυτταν οἱ μαθητές του. Πάντως, οἱ Ἰουδαῖοι πίστεψαν ἔμμεσα καὶ ἐκεῖνοι στὴν Ἀνάσταση, ἐφόσον δωροδόκησαν τοὺς φρουροὺς γιὰ νὰ διαδώσουν πὼς τὸν ἔκλεψαν οἱ μαθητές. Στὴν πράξη, δηλαδή, ὁμολόγησαν ὅτι τὸ σῶμα δὲν βρέθηκε ἐκεῖ.
  • Οἱ μαθητὲς δὲν θὰ διακινδύνευαν οὔτε κατὰ διάνοιαν μία κλοπὴ τοῦ σώματος τοῦ διδασκάλου τους, διότι πρῶτα–πρῶτα φοβόντουσαν πάρα πολὺ γιὰ τὴ ζωή τους, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ὅλοι τους ἀρνήθηκαν τὸν Χριστὸ τὴν ὥρα τῆς ἀνάγκης του καὶ κλείστηκαν σὲ συγγενικὰ σπίτια. Ἔπειτα ἂν θὰ ἀνασταινόταν ὁ Ἰησοῦς, δὲν θἀ ὑπῆρχε λόγος κλοπῆς, ἐνῷ ἂν δὲν θὰ ἀνασταινόταν, ποιὸς ὁ λόγος νὰ ἐπιχειρήσουν νὰ πάρουν τὸ σῶμα του, μιᾶς καὶ διαψεύστηκαν οἱ ἐλπίδες τους καὶ βγήκε ἀναληθὴς ἐκεῖνος στὸν ὁποῖον πίστεψαν; Ἂν πράγματι φάνηκαν τόσο δειλοὶ οἱ μαθητές ὅσο ἀκόμα ζοῦσε ὁ Χριστός, μετὰ τὸ θάνατό του δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν χαθεῖ ἀπὸ προσώπου γῆς γιὰ νὰ μὴν συλληφθοῦν καὶ νὰ μὴν μποῦν σὲ θανατηφόρους μπελάδες ἀπὸ τὴν πανίσχυρη ρωμαϊκὴ ἐξουσία καὶ τὸ ἰουδαϊκὸ ἱερατεῖο;
  • Τὰ «ἐντάφια σπάργανα» μὲ τὰ ὁποῖα τυλίχτηκε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ βρέθηκαν κανονικὰ τακτοποιημένα καὶ διπλωμένα στὸν ἄδειο τάφο. Ἕνας ἢ περισσότεροι κλέφτες δὲν θἄκαναν κάτι τέτοιο, ἀλλὰ θἄφευγαν τὸ γρηγορότερο. Ἀκόμη, ἂν ἤθελαν κάποιοι νὰ τὸν κλέψουν, δὲν θὰ τὸν ἔκλεβαν γυμνό, γιατὶ θὰ ἔκαναν πράξη τὸσο ἀτιμωτική, ὅσο καὶ ἀνόητη. Ἀνόητη, γιατὶ θὰ δαπανοῦσαν πολὺ χρόνο νὰ ξεκολλήσουν ἀπὸ τὸ σῶμα τὰ ὀθόνια, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν πολλὴ σμύρνα, ποὺ εἶχαν περιχυθεῖ, δὲν θὰ ἦταν καθόλου εὔκολο νὰ ξεκολλήσουν καὶ θὰ κινδύνευαν νὰ συλληφθοῦν ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ.
  • Στὴν περίπτωση τῆς κλοπῆς, ἐρωτοῦμε: Δὲν θὰ βρισκόταν ἔστω καὶ ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ συνήργησαν, ὁ ὁποῖος θὰ πρόδιδε τὴν πράξη, εἴτε ἀπὸ ἔλεγχο τῆς συνείδησης, εἴτε ἀπὸ ἐλπίδα ἀμοιβῆς, ἥ πάνω σὲ μιὰ συζήτηση ὑποσυνείδητα ἀκόμη; Καὶ γιατί δὲν κατηγορήθηκαν καὶ δὲν φυλακίσθηκαν οἱ «κλέφτες μαθητές»; Γιατὶ δὲν τιμωρήθηκαν οἱ στρατιῶτες ποὺ δῆθεν δὲν φύλαξαν καλὰ τὸν τάφο καὶ «αὐτῶν κοιμωμένων», ἔκλεψαν τὸ θεῖο σῶμα; Ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦν γιὰ τὸ ἀσύστατο τῆς κατηγορίας.

3. Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΘΕΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

ΠΕΡΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Στὴν κατηγορία τῆς ὑποτιθέμενης φαντασιοπληξίας τῶν ἀκολούθων τοῦ Ναζωραίου ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἀνάστασή του, ἔχουμε νὰ ἀντιτείνουμε ὅτι:

  • Oἱ πρῶτοι μάρτυρες τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὑπῆρξαν οἱ μυροφόρες γυναῖκες, Μαρία ἡ Μαγδαληνή, Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη, ὁταν χαράματα τῆς Κυριακῆς πήγαιναν στὸν τάφο τοῦ Ἰησοῦ γιὰ νὰ ἀλείψουν μὲ πολύτιμα ἀρώματα τὸ ζωοποιό Του σῶμα. Τὰ εὐαγγέλια ἀναφέρονται σ᾿ αὐτές, ποὺ πρῶτες εἶδαν τὸν κενὸ τάφο καὶ ἄκουσαν τὰ λόγια τοῦ ἀγέλου περὶ τοῦ Ἰησοῦ: «Ἀναστήθηκε, δὲν εἶναι ἐδῶ» (Ματθ. κζ´ 6). Ἄν δὲν ἦταν ἀληθινὸ τὸ γεγονός δὲν θὰ τὸ ἀνέφεραν κἄν. Ἀπλούστατα γιατὶ ὁ λόγος τῶν γυναικῶν δὲν ἐθεωρεῖτο τὸ ἴδιο ἔγκυρος μὲ ἐκεῖνον τῶν ἀνδρῶν. Θὰ ἦταν δηλαδὴ ντροπὴ νὰ πιστοποιήσουν πρῶτες αὐτὲς τὸ μέγιστο γεγονός τῆς ἀναστάσεως.
  • Ὁ ἀναστημένος θεάνθρωπος φανερωνόταν ἐπὶ 40 ἡμέρες, σὲ διαφορετικούς κάθε φορὰ χώρους καὶ ὅλες τὶς ὧρες τῆς ἡμέρας στοὺς μαθητές του, ποὺ ἂς σημειωθεῖ δὲν περίμεναν νὰ ἀναστηθῇ ὁ Χριστός καὶ ἦσαν πολὺ διστακτικοὶ στὸ νὰ παραδεχτοῦν μία τέτοια ἰδέα. Ἔτσι πῆραν γιὰ τρελλὲς τὶς μυροφόρες, ὁ Θωμᾶς δὲν πίστεψε στὰ λόγια τῶν ἄλλων καὶ στὸ δρόμο πρὸς Ἐμμαούς, ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας ἦσαν ἀπελπισμένοι γιὰ τὴν προδοσία τῶν ἰδεῶν τους. Ἡ ψυχολογία διδάσκει ὅτι παραισθήσεις ἢ ψευδαισθήσεις συμβαίνουν σὲ ὅσους ποθοῦν καὶ ἐλπίζουν διαρκῶς νὰ συμβῇ ἕνα ἀναμενόμενο γεγονός καὶ ὄχι σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν πιστεύουν σ᾿ αὐτό. Οἱ μαθητές ὅμως τοῦ Θεανθρώπου δὲν περίμεναν συνειδητὰ τὴν ἀνάστασή Του. Οἱ εὐαγγελικἐς διηγήσεις παρουσιάζουν ἕνδεκα συνολικῶς «Χριστοφάνειες» μετὰ τὴν Ἀνάσταση: Στὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνή, στὶς Μυροφόρες γυναῖκες, στοὺς δύο μαθητὲς πρὸς Ἐμμαούς, στὸν Σίμωνα Πέτρο, στοὺς συγκεντρωμένους στὸ ὑπερῷον δέκα Μαθητὲς χωρίς τὸν Θωμᾶ, στοὺς ἕνδεκα παρόντος καὶ τοῦ Θωμᾶ, στοὺς ἑπτὰ Μαθητὲς στὴν θάλασσα τῆς Τιβεριάδος, σὲ πάνω ἀπὸ πεντακόσιους ἀδελφοὺς στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καὶ τέλος στὸν Ἀπ. Παῦλο. Τόσες «ψευδαισθήσεις-παραισθήσεις» καὶ γιὰ τόσο μεγάλο διάστημα, δὲν μποροῦν νὰ συμβοῦν. Ἄλλωστε, γιατὶ οἱ παραισθήσεις σταμάτησαν μετὰ τὶς 40 ἡμέρες ἀπότομα (δηλαδὴ μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του); Θἄπρεπε μὲ αὐτὴ τὴν λογικὴ νὰ συνεχιστοῦν καὶ μετά.
  • Ὁ Παῦλος ἀναφέρει στὶς ἐπιστολές του πολλές ἀπὸ τὶς προηγούμενες περιπτώσεις ἐμφανίσεων. Συγκεκριμένα ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν γράφει γιὰ ἐμφανίσεις τοῦ Ἀναστάντος στὸν Πέτρο, στοὺς 12, στὸν Ἰάκωβο, σὲ ὅλους τοὺς ἀποστόλους μαζὶ «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» καὶ τελευταῖα σὲ ἐκεῖνον. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἰδιαίτερα ἡ γνώμη καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Παῦλου, γιατὶ κάποτε ὑπῆρξε ἀπηνὴς διώκτης τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὡς Σαῦλος, καὶ ἔσερνε τοὺς χριστιανούς στὶς φυλακὲς καὶ τὰ βασανιστήρια. Ὁ ἴδιος, σὲ μιὰ τέτοια ἐξόρμησή του πρὸς τὴ Δαμασκό, πίστεψε, ἀφοῦ τυφλώθηκε μέρα μεσημέρι ἀπὸ τὸ ἐκτυφλωτικὸ καὶ ἄκτιστο φῶς τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τρεῖς ὁλόκληρες ἡμέρες.
  • Ἀκόμη, ὁ Παῦλος γράφει τὸ 55 μ.Χ. Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε τὸ 33 μ.Χ. Ἀποκλείεται, λοιπόν, νὰ ψεύδεται ὁ Παύλος γιὰ τὶς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστημένου, γιατὶ θὰ ἔβρισκε τὴν ὁμόφωνη ἀντίδραση ὁλων τῶν ἄλλων ἀποστόλων καὶ χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς γνήσιοι αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες τῶν γεγονότων τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Δασκάλου τους, θὰ ὁμολογοῦσαν τὴν ἀλήθεια.
  • Οἱ εὐαγγελιστὲς δὲν μιλᾶνε γιὰ συγκεκριμένη ὥρα ἀνάστασης, ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουν, γι᾿ αὐτὸ καὶ λένε τὴν ἀλήθεια.
  • Ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη πάντως ὑπὲρ τῆς ἀναστάσεως εἶναι ὁ μαρτυρικός θάνατος τῶν ἁγίων ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι δὲν θἄφηναν οἰκογένειες, περιουσίες, δὲν θὰ διακινδύνευαν τόσες ταλαιπωρίες καὶ μαστιγώσεις καὶ δὲν θὰ ἔβρισκαν τὴν ὑπεράνθρωπη δύναμη – αὐτοὶ οἱ ἁπλοὶ καὶ ἀδύναμοι ψαράδες – νὰ διαδώσουν, αντιμέτωποι μὲ τὶς ἀντίθεες ἐξουσίες τοῦ κόσμου τούτου, τὸ Εὐαγγέλιο σὲ ὅλα τὰ Ἔθνη, σφραγίζοντας τὴν δράση τους μὲ τὸ ἴδιο τους τὸ αἷμα, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μαρτυρίου τους, ἂν δὲν ἦσαν ἀπόλυτα πεπεισμένοι γιὰ τὴν ἔγερση ἐκ νεκρῶν τοῦ Κυρίου τους. Πέρα ἀπ᾿ αὐτὰ θὰ ἐπέφεραν καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ σὰν ψευδομάρτυρες μιᾶς ὑποτιθέμενης ἀνάστασης.
  • Ἄν δὲν εἶχαν δεῖ, συνομιλήσει, ψηλαφήσει καὶ διδαχθεῖ ἀπὸ τὸν ἀναστημένο Χριστὸ θὰ ἦσαν τρελλοὶ νὰ ξεχυθοῦν στοὺς δρόμους – 11 ἄνθρωποι δίχως φιλολογικὲς ἰκανότητες καὶ χωρίς ἰδιαίτερη σοφία – ἀρχίζοντας τὸ ἀναστάσιμο κήρυγμα ἀπὸ τὴν πόλη ποὺ τὸν σταύρωσε, περιμένοντας χίλιες δυὸ τιμωρίες, ἢ καὶ θάνατο, ἀφοῦ εἶχαν ἐξάλλου καὶ προηγούμενα παραδείγματα δραματικῆς ἀποτυχίας ἀνάλογων κινημάτων μὲ μεγαλύτερο πλῆθος ἀνθρώπων, ὅπως τοῦ Θευδᾶ καὶ τοῦ Ἰούδα. Τρελλοὶ ὅμως δὲν ἦσαν, ὅπως ἀπέδειξαν μὲ τὴν μοναδικὴ διδασκαλία τους, τὴν ἠθική τους ποιότητα καὶ τὰ ἀπαράμιλλα θαύματα, ποὺ μὲ τὴν δύναμη τοῦ ἀναστάντος ἔκαναν. Μετατράπηκαν ἔτσι σὲ διαπρύσιους κήρυκες τῆς λυτρωτικῆς διδασκαλίας Του, αὐτοί, ποὺ πρὶν τὴν ἔλευση τοῦ Παρακλήτου ἦσαν ἀνίσχυροι, δειλοί, ἀμόρφωτοι, ἄσημοι, πτωχοί, καὶ δὲν τολμοῦσαν οὔτε νὰ μιλήσουν σὲ γνωστούς τους ἀπὸ τὸ φόβο τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν Ῥωμαίων.
  • Ἄν δὲν τὸν ἔβλεπαν Ἀναστάντα καὶ δὲν τοὺς εἶχε στείλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως τοὺς ὑποσχέθηκε, ἀκόμη καὶ ἂν πίστευαν σὲ αὐτὸν ὅσο ἦταν ζωντανός, μετὰ τὸν θάνατό Του θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν θεωρήσουν ἀπατεώνα ἐπειδὴ τοὺς ἐξαπάτησε καὶ τοὺς πρόδωσε, λέγοντάς τους πὼς θὰ κυριαρχήσουν στὴν οἰκουμένη. Φυσικό, λοιπόν, θἄταν νὰ τὸν ὀνομάζουν μάγο καὶ κακοῦργο καὶ ὄχι μὲ τὴν χάρη Του καὶ τὴν δύναμή Του νὰ τὰ βάλουν μὲ θηρία, νὰ περιγελάσουν τὴν φωτιά, νὰ καταφρονήσουν τὴν ἐπίγεια καὶ νὰ ἀνάζητήσουν τὴν μέλλουσα ζωή, οἱ Ἀπόστολοι καὶ τὸ νέφος τῶν ἁγίων, ὁμολογητῶν, μαρτύρων καὶ ἡρώων τῆς πίστεως.

Ο «ΠΑΣΧΩΝ ΔΟΥΛΟΣ» ΤΟΥ ΗΣΑΪΑ

ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ἄν ἀνατρέξουμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, θὰ δοῦμε ὅτι πλῆθος προφητειῶν γιὰ τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία συγκλίνουν καὶ πραγματοποιοῦνται μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ πιὸ ἐντυπωσιακὴ προφητεία ὅμως γιὰ τὸ Μεσσία βρίσκεται στὸ βιβλίο τοῦ Ἡσαΐα (κεφ. νβ´ καὶ νγ´).

Πρόκειται γιὰ τὸν «πάσχοντα δοῦλο τοῦ Κυρίου», κείμενο τὸ ὁποῖο εὐλαβικὰ καὶ μὲ ὀδύνη οἱ χριστιανοὶ ἀναγνωρίζουν πὼς ἀναφέρεται στὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ: «Αὐτὸς εἶναι ὁ δοῦλος μου, λέγει ὁ Θεός… Ὁ Κύριος ἄφησε νὰ πέσουν πάνω του τὰ σφάλματά μας. Κακοποιημένος καὶ ταπεινωμένος, δὲν ἄνοιξε τὸ στόμα του. Σὰν ἀρνὶ ποὺ ὁδηγεῖται στὴ σφαγή, σὰν πρόβατο μπροστὰ σ᾿ αὐτὸν ποὺ τὸ κουρεύει… Καταδικάστηκε καὶ ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὴν παρουσία τῶν ἀνθρώπων… Μετὰ ἀπὸ μεγάλα βασανιστήρια θὰ δεῖ τὸ φῶς καὶ θὰ πληρωθεῖ ἀπὸ γνώση. Ὁ δίκαιος δοῦλός μου θὰ δικαιώσει πολλοὺς καὶ θὰ φορτωθεῖ τὰ σφάλματά τους. Θὰ τοῦ δώσω γιὰ ἀμοιβὴ τὰ πλήθη καὶ θὰ κατακτήσει τοὺς ἰσχυρούς …Θὰ γονατίσουν μπροστά του ὅλες οἱ φυλὲς τοῦ κόσμου… ὅλοι οἱ μεγάλοι τῆς γῆς…».

* * *

Ἐφόσον, λοιπόν, ὅλες αὐτὲς οἱ προφητεῖες ἔγιναν πράξη στὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Θεανθρώπου, ἄρα πράγματι ἦταν ὁ ἐπηγγελμένος Μεσσίας καὶ ἐπομένως ἔμελλε μόνο νὰ ἐκπληρωθεῖ καὶ ἡ τελευταία προφητεία γιὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο, ὥστε νὰ καταλάβουν ὅλοι ὅτι εἶναι ὁ Ὑιὸς τοῦ Θεοῦ: «Γι᾿ αὐτὸ ὁ Πατέρας μὲ ἀγαπᾶ, γιατὶ θυσιάζω τὴν ζωή μου, γιὰ νὰ τὴν πάρω πάλι πίσω. Κανεὶς δὲν μοῦ τὴν ἀφαιρεῖ, ἀλλ᾿ ἐγὼ οἰκειοθελῶς τὴν θυσιάζω· ἔχω ἐξουσία νὰ τὴν θυσιάσω καὶ ἔχω ἐξουσία πάλι νὰ τὴν πάρω» (Ἰω. ι´ 17-18). Καὶ κυρίως: «Γκρεμίστε τὸν Ναὸ αὐτὸν καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ τὸν ἀνυψώσω καὶ πάλι» (Ἰω. β´ 19) τοὺς εἶπε κάποτε. Νόμιζαν τότε ὅτι ἀναφερόταν στὸ Ναὸ τῶν Ἰεροσολύμων καὶ τὸν πέρασαν γιὰ παράλογο. Ἐκεῖνος ὅμως ἀναφερόταν στὸ σῶμα του, ὅπως ἐξηγεῖ τὸ ἁγιογραφικὸ χωρίο. Μὲ τὴν ἐνσάρκωση, τὰ Ἅγια Πάθη καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡττήθηκαν πλέον οἱ φοβερότεροι ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τὰ πάθη, ὁ θάνατος καὶ ὁ σατανᾶς, μὲ νικητὴ στοὺς αἰῶνες καὶ γιὰ ὅσους θελήσουν, τὸν Σωτῆρα Κύριο. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς, πιστὰ παιδιὰ Ἐκείνου, ἄς φροντίζουμε νὰ συμβάλλουμε, σὰν ἐπίγεια ὄργανα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στὴν ἑδραίωση τῆς ὑπέρλαμπρης βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀρνούμενοι ἐν μετανοίᾳ τὰ ἔργα τοῦ «ἀντιδίκου ἡμῶν» διαβόλου, ἀντλοῦντες δύναμη καὶ Χάρη ἀπὸ τὸν ἀναστάντα, γιὰ νὰ μᾶς συμπεριλάβει καὶ ἐμᾶς ὁ Κύριος στὴν δόξα καὶ μακαριότητα τοῦ Παραδείσου του, σ᾿ αὐτὴν ποὺ ἑτοίμασε ἀπὸ καταβολῆς κόσμου γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ συγκληρονόμους Του.

Τέλος, ἂν ὁ Χριστός ἀναστήθηκε μία φορά, ἐμεῖς πρέπει νὰ ἀναστηθοῦμε δύο. Ἡ μία ἀνάσταση ἂς εἶναι ἡ ἀπαλλαγή μας ἀπὸ τὴν ἀμαρτία, ποὺ μᾶς καθηλώνει στὴν ὕλη. Προϋπόθεση, γιὰ νὰ τὸ πετύχουμε, εἶναι ἡ μετάνοιά μας. Ἄς θυμηθοῦμε τὸ ληστὴ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ. Μὲ τὸ «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. κγ´ 42) καὶ τὴν γνήσια μετάνοιά του, ὁ ληστὴς αὐτός μεταμορφώθηκε στὸν πρῶτο μεγάλο θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρῶτος ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους ἄνοιξε τὸν Παράδεισο καὶ μᾶς περιμένει, μέχρι νὰ ἐπακολουθήσει καὶ ἡ ἄλλη ἀνάσταση, τοῦ σώματός μας, ὅταν θὰ ἡχήσει ἡ σάλπιγγα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Εὐλογημένου κατὰ τὴν Δευτέρα Αὐτοῦ ἔλευση.

Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου Δήμου Αγίου Δημητρίου –  Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Βασίλειος Τ. Γιούλτσης, Δημιουργία και οικολογικό πρόβλημα στην Ορθόδοξη Θεολογία

Συγγραφέας: kantonopou στις 3rd Απριλίου 2012

Α΄. Εισαγωγικά

Στο δεύτερο ήμισυ του αιώνα μας εκδηλώθηκαν οι αρνητικές συνέπειες από μια επικίνδυνη λογικοποίηση του πολιτισμού, που είχε αρχίσει αθέατη νωρίτερα. Η λογικοποίηση αυτη κάτω από την πίεση ορισμένων ιδεολογιών, που από τους δύο προηγούμενους αιώνες προσπάθησαν να προσανατολίσουν τις κοινωνίες στο όραμα της χρησιμοθηρίας και του ευδαιμονισμού, υπερτόνισε τις τεχνολογικές κατακτήσεις του ανθρώπου και στάθηκε σχεδόν αδιάφορη μπροστά στις ανθρωπιστικές και μεταφυσικές του αναζητήσεις. Τις αιτίες αυτής της τάσεως απέδωσε η σύγχρονη διανόηση σε μια σειρά ανθρωποκεντρικών και κοινωνιοκεντρικών ιδεολογικών προσανατολισμών και φυσικά στις αρνητικές συνέπειες της Βιομηχανικής Επαναστάσεως.

Βέβαια δεν είναι δυνατό να αγνοήσουμε στη συνεχεία των προβληματισμών αυτών και όλες τις κοινωνιστικές προσπάθειες, που υπερτόνισαν την υλοκρατική πλευρά των διεκδικήσεων του ανθρώπου, κατακερμάτισαν τη συνθετική του ολότητα και τελικά του πρόσφεραν μόνον τις ουτοπικές υποσχέσεις μιας μονοδιάστατης κοινωνικής ευτυχίας, αδιαφορώντας για τη μεταφυσική και πνευματική της υπόσταση. Οι υλιστικές επαγγελίες για γήινους παραδείσους, που τοποθετήθηκαν σε διαρκώς μετακινούμενα χρονοδιαγράμματα, έμειναν δυστυχώς έξω από την ιστορική πραγματικότητα, γι’ αυτό κι ο άνθρωπος του αιώνα μας αισθάνεται περισσότερο προδομένος από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ιστορίας.
Δεν είναι τώρα κατάλληλη η στιγμή για να αναζητήσουμε τα αίτια και να αποδώσουμε τα ποσοστά της ευθύνης. Μια νέα απειλή εμφανίζεται σήμερα και είναι ανάγκη να σκεφτούμε τις συνέπειες της. Βρισκόμαστε ήδη στα όρια των τελικών μας επιλογών, που οριοθετούν όχι μόνο την παραπέρα πορεία του πολιτισμού, αλλά απαιτούν κυρίως απάντηση στο τραγικό δίλημμα: συνεχίζουμε την ιστορία της δημιουργίας ή την σταματούμε με την αλόγιστη καταστροφή της, που θα οδηγήσει αμετάκλητα στον ολοκληρωτικό αφανισμό του πλανήτη μας; Το δίλημμα δεν είναι μια βιαστική θεωρητική υπόθεση. Είναι η εμπειρική διαπίστωση μιας σειράς πραγματικών κινδύνων, όπως τα πυρηνικά όπλα και κατάλοιπα, η οικολογική αναστροφή, η μόλυνση του περιβάλλοντος, η επικυριαρχία της τεχνικής στη συγκινησιακή σφαίρα του ανθρώπου και φυσικά όλες οι μορφές απανθρωπισμού που προήλθαν από τη διάσπαση της ισορροπίας ανάμεσα στις υλικές και θεωρητικές αναζητήσεις του ανθρώπου.
Οι κίνδυνοι αυτοί στην εποχή μας συνδέονται άμεσα με τη λογικοποίηση του πολιτισμού, τη σχετικοποίηση της μεταφυσικής ανάγκης και την απολυτοποίηση του ανθρώπου ως πολιτιστικού μέτρου. Στο σύγχρονο πολιτισμό των μηχανών δεν προβλέπεται θέση για την ψυχή του ανθρώπου, γι’ αυτό και οι ιδεολογίες έχουν εκτιμήσει την αξία της ως μυθικό σύμβολο του παρελθόντος. Όλα αυτά συνδέονται άμεσα με τη μεταβολή της σχέσεως του ανθρώπου με τη δημιουργία.
Στη φάση αυτή, δηλαδή στην περίοδο που ζούμε, ένα νέο κοσμολογικό μέγεθος, η μηχανή, απέκτησε κοσμογονική σημασία. Η μηχανή, δημιούργημα του ανθρώπου, είναι αποτέλεσμα του νου και της μεταβλητής βουλήσεώς του, γι’ αυτό και εμπεριέχει τη μεταβλητότητα και τη φθορά. Προβάλλει την παντοδυναμία της ανθρώπινης σκέψεως, αλλά τελικά υποδουλώνει τα ανθρώπινα συναισθήματα, τις διαθέσεις και τους οραματισμούς και προοδευτικά μεταβάλλει τον άνθρωπο σε εξάρτημα και δούλο της. Τότε η κατακόρυφη σχέση του πλάσματος με τον Πλάστη του μεταβάλλεται σε διαλεκτική αντιπαράθεση, που τελικά εξελίσσεται σε αλαζονεία, παρακοή και επανάσταση. Στο πρόσωπο του ανθρώπου διαταράσσεται η ισορροπία της κτίσεως και αλλοιώνεται ο σκοπός της δημιουργίας.

Β΄. Η Θεολογία της Δημιουργίας.
Οι διαπιστώσεις αυτές προκάλεσαν στην ευρύτερη χριστιανική διανόηση μια εύλογη φοβία για το μέλλον της ανθρωπότητας. Σε πολλές περιπτώσεις η λαϊκή συνείδηση διχάστηκε. Το ένα μέρος της στάθηκε αδιάφορο μπροστά στο πρόβλημα, ενώ το άλλο είδε με επιφύλαξη το θρίαμβο της τεχνικής και τον αντιμετώπισε με δέος σαν αποκαλυπτικό κακό. Αυτή η αποκαλυπτική άποψη είναι πιο κοντά στην Ορθόδοξη Παράδοση. Σύμφωνα με τη θεολογία των μεγάλων Διδασκάλου και Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κάθε τι που φθείρει και καταστρέφει το σκοπό και την εικόνα της δημιουργίας ταυτίζεται με το θρίαμβο του Αντίχριστου και αποτελεί απαρχή του τέλους του κόσμου.
Ο κόσμος, με τη σημασία της ορατής δημιουργίας κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, είναι εκ του μη όντος δημιούργημα του Θεού. Αυτή η παραγωγή του κόσμου από το μηδέν δεν ερμηνεύεται ως το αποτέλεσμα που τελικά γίνεται ανεξάρτητο και αυτόνομο.
Αυτό σημαίνει ότι Θεός και κόσμος είναι δύο ετερότητες, που όμως συνδέονται με ακατάλυτους δεσμούς. Η αιτία της σχέσεως πρέπει να αναζητηθεί στον τρόπο της δημιουργίας του κόσμου. Επειδή ο κόσμος δημιουργείται από το μηδέν και αποκτά την ύπαρξή του μόνο με την παρέμβαση του Θεού, ακριβώς γι’ αυτό δεν είναι σε θέση να σταθεί χωρίς τη στήριξη του Δημιουργού.

Αντίθετα προς την αρχαία φιλοσοφία, η δημιουργία κατά τη θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας έχει τα χαρακτηριστικά της χρονικότητας, της κτιστότητας και της φθοράς. Είναι οι λεπτομέρειες της ετερότητάς της σε σχέση με τον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι η δημιουργία δεν προέρχεται από τη θεία ουσία, συνεπώς δεν είναι άκτιστη, αλλά από τη θεία βούληση που δημιουργεί, κατευθύνει και προφυλάσσει το σκοπό της δημιουργίας.
Η δημιουργία αυτή αποτελεί ένα μυστήριο για τον άνθρωπο. Μυστήριο, που κλείνει μέσα του τη δημιουργική παρουσία του Θεού στον κόσμο, ενώ ταυτόχρονα φανερώνει το θείο μεγαλείο Του. Στο ίδιο μυστήριο κλείνεται η σχέση της κτίσεως και των κτιστών· δημιουργήματος με τον δημιουργικό Θεό. Κατά τη σχέση αυτή η δημιουργία από το μηδέν δεν σημαίνει ανάδυση της κτιστής πραγματικότητας από το τίποτε, αλλά προέλευσή της από τη δημιουργική θεία ενέργεια. Έτσι τα φαινόμενα και κάθε μορφή ζωής δεν προϋπάρχουν,
για να επαναλαμβάνονται ως κυκλικές αναγκαιότητες. Αυτό θα συνέβαινε μόνον αν η δημιουργία ήταν απόρροια της θείας ουσίας. Αντίθετα η δημιουργία εξελίσσεται δυναμικά σε μια ολοκλήρωση, όταν λειτουργεί στις προοπτικές του σκοπού της, δηλαδή σύμφωνα με τους σκοπούς του Δημιουργού.
Βασική θέση της ορθόδοξης θεολογίας για τη δημιουργία είναι ότι όλα τα όντα έχουν κοινό χαρακτηριστικό την τρεπτότητα και τη μεταβολή. Ό,τι είναι κτιστό, δημιούργημα, είναι από τη φύση του μεταβλητό, δηλαδή βρίσκεται διαρκώς σε μια κατάσταση δυναμικής μεταβολής. Αυτή η δυναμική κατάσταση εκτείνεται από το ενδεχόμενο του εκμηδενισμού μέχρι τη δυνατότητα της τελείωσης.
Στη δημιουργία δεν υπάρχει τίποτε το στατικό. Τα πάντα, έμψυχα και άψυχα, βρίσκονται σε μια μεταμορφωτική πορεία. Η πορεία όμως αυτή αποτελεί συνάρτηση της σχέσεως τους με τον Θεό και είναι θετική, δηλαδή ανοικτή στην αιωνιότητα, όταν εντάσσεται στο σκοπό της δημιουργίας η αρνητική, δηλαδή ανοικτή στον οντολογικό αφανισμό, όταν αλλοτριώνεται και απομακρύνεται από τη βούληση και την αγάπη του Δημιουργού.
Μια επίσης βασική θέση της ορθόδοξης θεολογίας δέχεται ότι ο κόσμος δεν αποτελεί αυτοαξία και αυτοσκοπό. Αυτό σημαίνει πως το νόημα του δεν πρέπει να το αναζητήσουμε ούτε στον ίδιο, ούτε και σε κάποιο ιδεατό σχήμα έξω από αυτόν. Η δημιουργία αποκτά την άξια της ως έργο του Δημιουργού και αναφέρεται στον Θεό και τον άνθρωπο που είναι η εικόνα Του στον κόσμο. Για τον λόγο αυτόν το φυσικό περιβάλλον δεν μπορεί να μελετηθεί έξω από τη σχέση του με τον άνθρωπο και τον Θεό, ούτε βέβαια και ερήμην του ανθρώπινου προορισμού. Με την ερμηνεία αυτή αλληλοσυμπληρώνονται αμοιβαία και ερμηνεύονται αντίστοιχα η Κοσμολογία και η Ανθρωπολογία στην Ορθόδοξη Παράδοση.
Η θεολογία της δημιουργίας αποκαλύπτει ακόμη τήν τριαδικότητα του Θεού μέσα από τα κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ο Πατήρ είναι παραστατικά η πηγή και η αιτία των πάντων, ο Λόγος, η ένυπόστατη σοφία του Θεού, είναι η συνεκτική δύναμη των όντων και το Άγιο Πνεύμα, η ενυπόστατη Ζωή, είναι η ζωοποιητική πνοή της δημιουργίας. Ολόκληρη η Αγία Τριάδα αποτυπώνεται σε ολόκληρη την κτίση. Η αναλογική ύπαρξη των ποιοτήτων της δημιουργίας, όπως η ζωή, η σοφία και η συνεκτική δύναμη στον άνθρωπο και τον κόσμο, μαρτυρούν τη σχέση τους με τον Τριαδικό Θεό.

Γ ΄. Άνθρωπος και Δημιουργία μετά την πτώση.
Η πτώση του ανθρώπου είναι, κατά τη βιβλική ερμηνεία, πτώση και της κτίσεως, που συστεγάζει και συνωδίνει μαζί του. Η άποψη αυτή εξηγεί τη βασική διδασκαλία της Εκκλησίας για την ολότητα της δημιουργίας που κατευθύνεται συλλογικά στην προοπτική της τελειώσεως. Άνθρωπος και κόσμος, λοιπόν, δεν χωρίζονται στο σχέδιο της δημιουργίας, γι’ αυτό και κεντρική ευθύνη της ανθρωπότητας είναι η διατήρηση της αγαθής σχέσεως της με τον κόσμο.
Η παραμονή του ανθρώπου στην κατάσταση της πτώσεως παρατείνει επικίνδυνα τη χρονική διάρκεια της πτώσεως του κόσμου και συμβάλλει στη φθορά και την εξαχρείωσή του. Από την πλευρά του πάλι ο κόσμος ως περιβάλλον του ανθρώπου όχι μόνο συμμερίζεται και ακολουθεί την πορεία του, αλλά και εκφράζει τον άνθρωπο και τον επηρεάζει με τον τρόπο του. Η σχέση αυτή πέρα από την κοσμολογική της σημασία έχει και σημασία ηθική. Η πτώση, λοιπόν, δεν αλλοίωσε μόνο οντολογικά και ηθικά τον άνθρωπο, αλλά και αυτό το φυσικό περιβάλλον του. Το «καλόν λίαν» της δημιουργίας αλλοιώθηκε πρωτογενώς στον άνθρωπο και μέσω αυτού, ως φθορά, εξαχρείωση και θάνατος πέρασε και σε ολόκληρη την κτίση.
Η αδυναμία του ανθρώπου να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του δεν οφείλεται τόσο στην εχθρότητα του περιβάλλοντος όσο στους εσωτερικούς φόβους του ανθρώπου από την απειλή του θανάτου. Αυτοί οι φόβοι αποπροσανατολίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη από την πίστη στην πρόνοια του Θεού και δημιουργούν συναισθήματα ανασφάλειας και αβεβαιότητας. Χωρίς την πίστη, που τροφοδοτεί η βεβαιότητα της σχέσεως πλάσματος και Πλάστη, η δημιουργικότητα του ανθρώπου κυριαρχείται από την ιδιοτέλεια και το φόβο. Στα συναισθήματα αυτά πρέπει να αναζητηθεί όχι μόνο η κατάχρηση, η αλόγιστη σπατάλη των φυσικών αγαθών ή η προνομιακή τους χρήση από λίγους ανθρώπους, αλλά και η απίστευτη σκληρότητα στις περιοχές της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής εκμεταλλεύσεως.
Η επιστροφή του ανθρώπου στο κατ’ εικόνα είναι η μόνη διέξοδος από τον κύκλο του παραλόγου της πτώσεως, που δημιουργεί τις ψευδαισθήσεις της ανασφάλειας και παρωθεί τον άνθρωπο στη διεκδίκηση δυνάμεως και αγαθών. Τίποτε στη δημιουργία δεν είναι οριστικά τελικό και απόλυτο. Και η δύναμη, και ο πλούτος, και η φτώχεια, και τα προνόμια και η δόξα του κόσμου είναι σχετικά και μεταβαλλόμενα. Στην ίδια φθορά υπόκειται και ο χρόνος και ο χώρος. Γι’ αυτό μια ουσιαστική υπέρβαση της φθοράς πρέπει να είναι και υπέρβαση της σχετικότητας του κόσμου, για την ανασύνδεση της εικόνας με το πρωτότυπο.
Η υπέρβαση αυτή, κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας, θεωρήθηκε ως η κατ’ εξοχήν δυνατότητα του ανθρώπου να επιστρέψει στην κατάσταση του κατ’ εικόνα. Είναι μια ηρωική κίνηση που αποδέχεται ως μέτρο ζωής τη μεσότητα, την αποδέσμευση από τα περιττά και τον περιορισμό στα αναγκαία. Μια τέτοια υπέρβαση εκπροσωπεί στην παράδοση της Εκκλησίας μας η μοναστική ζωή, που μέσα από την άσκηση και τη νέκρωση του «εγώ» δίνει το πλαίσιο για την ανάδυση της αυθεντικής κοινωνικότητας στην επικοινωνία με τους «άλλους» και ολόκληρη την κτίση. Η κίνηση αυτή ξεκινά από την αυτογνωσία και είναι αρχικά συμφιλίωση του ανθρώπου με τον εαυτό του και στη συνέχεια συμφιλίωση με το συνάνθρωπο και το περιβάλλον. Στις βιογραφίες των ασκητών της έρημου του Σινά, του Αγίου Όρους και της παγωμένης στέππας πέρα από τον Βόλγα, πολύ συχνά άγρια θηρία υπηρετούν και διαλέγονται με τον τρόπο τους με τους μοναχούς.

Εδώ διαφαίνεται μία από τις πιο βασικές θέσεις της ορθόδοξης θεολογίας. Η συμφιλίωση του ανθρώπου με τη φύση αποκαθιστά τις ταραγμένες σχέσεις τους και δημιουργεί προϋποθέσεις κοινωνικότητας, εκεί που πριν κυριαρχούσε η εχθρότητα και η αγριότητα. Στην προοπτική αυτή λειτουργεί το μυστήριο της Εκκλησίας που αγκαλιάζει, ορατά και αόρατα, λογικά και άλογα σε μια υπερλογική ενότητα. Εδώ εξαγιάζεται άνθρωπος και κτίση σ’ έναν εκκλησιασμό του κόσμου, που δένει το πνεύμα με την ύλη, για να την πνευματοποιήσει κι αυτήν τελικά. Μοναδική, λοιπόν, δυνατότητα συμφιλιώσεως του ανθρώπου με τη δημιουργία προσφέρει το μυστήριο της Εκκλησίας, όπου ο Παράκλητος χαριτώνει με τις πνευματικές δωρεές την πτωχεύσασαν φύσιν. Στην Εκκλησία, αυτή τη Θεανθρώπινη και κοσμική συνάντηση, η ευχαριστιακή κοινωνία οικοδομεί αυθεντική κοινωνικό¬τητα κι αυτή με τη σειρά της απομακρύνει τα στοιχεία της πτώσεως και ενοποιεί τα διεστώτα. Κατά βάθος, λοιπόν, χρειάζεται εξανθρωπισμός του ανθρώπου, και αυτός είναι αδύνατος έξω από τη σχέση του με τον Θεό. Μια τέτοια σχέση θα απαλύνει και θα ημερώσει την αγριότητα της πεπτωκυίας φύσεως και θα μεταβάλει τον άνθρωπο από δυνάστη της δημιουργίας σε προνοητή της και συνδημιουργό του Δημιουργού.

Δ΄. Επιστήμη, θρησκεία και οικολογικό πρόβλημα.

Οι θεολογικές θέσεις που παρουσιάστηκαν πιο πάνω, με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία, επισημαίνουν το οικολογικό πρόβλημα και ταυτόχρονα εντοπίζουν την αιτία του. Στα ίδια τελικά συμπεράσματα φαίνεται να οδηγείται και η σύγχρονη επιστημονική γνώση, που εκτιμά με σοβαρότητα σε μακροκοινωνική διάσταση τις απειλές από τη ρύπανση του περιβάλλοντος. Η πρόσφατη διαπίστωση της γεωμετρικής προόδου της ρυπάνσεως, πολλαπλασιάζει τις συνέπειες της σε ελάχιστα χρόνια και αφήνει να φανεί μια πραγματική αγωνία των ειδικών για την τύχη της ανθρωπότητας λίγο μετά την ανατολή του 21ου  αιώνα.
Η φιλοσοφική θεώρηση των αρχών του ηλεκτρομαγνητισμού είναι σήμερα απόλυτα αποδεκτή από τις Φυσικές Επιστήμες και δίνει ανάλογο περιεχόμενο στην εναλλαγή των περιόδων της ανθρωπότητας. Η Παρατήρηση, το Πείραμα, το Αποτέλεσμα, τα Συμπέρασμα και ο Νόμος εκπροσωπούν για τους ειδικούς μια πορεία που καταλήγει στο οικολογικό αδιέξοδο. Έτσι η Παρατήρηση είναι η πρώτη ιστορική περίοδος της αναζητήσεως λύσεων στα ανθρώπινα προβλήματα. Το Πείραμα συνδέεται με την εποχή των προσπαθειών για λύσεις. Το Αποτέλεσμα αντιστοιχεί στις πρώτες εμπειρίες από τη διαπίστωση των κινδύνων. Το Συμπέρασμα αναφέρεται στην κρίση του πολιτισμού από την παράχρηση του περιβάλλοντος και τέλος ο Νόμος θέτει φραγμούς στην καταλυτική φθορά της κοσμικής τάξεως.
Ο Νόμος, λοιπόν, εκπροσωπεί στις μέρες μας μια σειρά προτάσεων που προέρχονται από τον τεχνολογικό χώρο και επιθυμούν την αναστολή της διευρύνσεως της τρύπας του όζοντος, τη μείωση της όξινης βροχής, τον περιορισμό του φαινομένου του θερμοκηπίου, τη μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα, το σοβαρό περιορισμό των πυρηνικών εργοστασίων. Όλα αυτά συνοδεύονται από προτάσεις για ανάπτυξη ήπιων μορφών ενέργειας, όπως ο άνεμος και ο ήλιος, για αναδασώσεις εκτεταμένων περιοχών, για μηχανισμούς διεθνούς ελέγχου του πλούτου που ρυπαίνει και της αυθαιρεσίας που υποκρύπτει μέσα του.
Η κίνηση αυτή επισημαίνει τα πραγματικά μεγέθη της βιομηχανικής αλλοτριώσεως και υποδεικνύει και πάλι αυτό που η θρησκευτική συνείδηση αποκάλυψε ως κεντρικό αίτιο· την ανθρώπινη αλλοτρίωση. Μια τέτοια σύγκλιση απόψεων φέρνει την επιστημονική έρευνα κοντά στη θρησκευτική αγωνία και αποκαλύπτει τη βαθιά σχέση Θρησκείας και Επιστήμης.

(«Άνθρωπος και περιβάλλον»-Δοκίμια για τη σχέση του ανθρώπου με τον περιβάλλοντα κόσμο. Ι. και Σταυροπηγιακή Μονή Αγίου Νεοφύτου –Πάφος 1994, σ. 11-23)

http://www.pemptousia.gr/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το μυστήριο της Εκκλησίας και το φαινόμενο των αιρέσεων

Συγγραφέας: kantonopou στις 11th Φεβρουαρίου 2012

Πρωτ. Βασίλειος Α. Γεωργόπουλος , Λέκτωρ Θεολογικς Σχολς Α.Π.Θ.

Ἡ παρουσία τῶν αἱρέσων ἀποτελεῖ ἕνα φαινόμενο τό ὁποῖο εἶναι παρόν ἀπό τόν πρῶτο ἱστορικό βηματισμό  τῆς Ἐκκλησίας στήν πορεία της γιά τόν Εὐαγγελισμό τοῦ κόσμου. Εἶναι ἕνα φαινόμενο πού ἤδη ἀπό τά ἀποστολικά χρόνια θεωρεῖται  ὡς μία ἔκφραση τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνομίας (Β΄ Θεσ. 2, 7).

Στήν Καινή Διαθήκη καί στά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας περιγράφονται βασικές παράμετροί του, ἀλλά καί οἱ σοβαρές  σωτηριολογικές συνέπειες αὐτοῦ τοῦ φαινομένου (Α΄ Τιμ.1, 19. Β΄ Πέτρ. 2, 1). Ὁρισμένα ἀπ’ αὐτά τά χαρακτηριστικά τοῦ φαινομένου, τά ὁποῖα διαχρονικά ἐμφανίζονται στίς ποικιλώνυμες αἱρέσεις, θά προσπαθήσουμε νά ἐπισημάνουμε στή συνέχεια.

α) Εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ ἀποτελεῖ μυστήριο  τό ὁποῖο ὑπέρκειται τοῦ χρόνου. Ἡ κάθε αἵρεση ἀντιθέτως ἀποτελεῖ χωροχρονικό μόρφωμα, ἐπιλογή καί δημιούργημα μέ μιά ἀμφίδρομη ἱστορική ἀσυνέχεια.

β) Γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας ἡ ἀλήθεια δέν εἶναι μιά ἀφηρημένη ἔννοια ἤ μιά διανοητική σύλληψη. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πρόσωπο. Εἶναι τό πάνσεπτο πρόσωπο  τοῦ Θεανθρώπου (Ἰωάν. 14, 6).  Ἡ Ἐκκλησία  ἀποτελεῖ τό σῶμα Του, εὐαγγελίζεται τό Χριστό, μεταδίδει τό Χριστό, ζεῖ τό Χριστό, παραδίδει τό Χριστό καί τό εὐαγγέλιό Του, ὄχι ὡς ἰδεολογία, ἀλλά ὡς ἐμπειρικό γεγονός ὅπως τό ἔζησαν (Α΄ Ἰωάν. 1, 1- 4) καί «καθώς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόπται καί ὑπηρέται  γενόμενοι τοῦ λόγου» (Λουκ. 1, 2).

Ἀντιθέτως ἡ αἵρεση ἐπιλέγοντας, ἀπορρίπτοντας, προσθέτοντας ἤ ἀφαιρώντας ἀπό τήν πληρότητα τῆς ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ θείας Ἀποκαλύψεως παραμορφώνει τήν ἀλήθεια, παραμορφώνει δηλαδή τό Χριστό. Πολύ χαρακτηριστικά ἐπισημαίνει σχετικά ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: « Καί γάρ οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί, καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας εἰσί » (Ἀναίρεσις γράμματος  Ἰγνατίου, 3).

γ) Περιγράφοντας ὁ ἅγ. Ἀμφιλόχιος Ἰκονίου τίς σωτηριολογικές συνέπειες τῆς εἰσόδου ἑνός χριστιανοῦ σέ μιά αἱρετική ὁμάδα,  μέσα ἀπό τή λατρευτική πράξη καί τή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἐπισημαίνει μεταξύ τῶν ἄλλων, κατά τρόπο ἐξόχως ρεαλιστικό τά ἑξῆς: « Ὡς γάρ  βαπτισθείς εἰς Χριστόν Χριστόν ἐνεδύσω, οὕτως ἀποδημήσας ἀπό τῆς Ἐκκλησίας  Χριστόν ἐξεδύσω » (Κατά Ἀποτακτικῶν ἤ Γεμελλιτῶν, 7). Ἡ ἔξοδος ἀπό τήν Ἐκκλησία ἀποτελεῖ οὐσιαστικά ἀπέκδυση τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει κάτι πιό ὀδυνηρό γιά κάποιον Χριστιανό; Νομίζουμε ὄχι.

δ) Πολλές φορές μέσα στήν ἱστορία διαπιστώνουμε διαιρέσεις ἐπί διαιρέσεων μεταξύ τῶν διαφόρων αἱρετικῶν κινήσεων. Τό γενονός αὐτό ἀποκαλύπτει μιά ἀκόμα πνευματική νοσογόνο ἑστία τοῦ χώρου. Αὐτήν τήν περιγράφει πολύ παραστατικά ὁ ἱερός Χρυσόστομος,  ὅταν ἐπισημαίνει  ὅτι τό δέντρο τῆς αἱρέσεως « τό ἐφύτευσεν μέν λογισμῶν ἄκαιρος περιέργεια, ἐπότισε δέ ἀπονοίας τῦφος, ηὔξησε δέ φιλοδοξίας ἔρως» (PG 48, 719).

ε) Δέν ὑπάρχουν μικρές ἤ μεγάλες αἱρέσεις, μικρή ἤ μεγάλη ἀπό -κλιση ἀπό τήν ἐκκλησιαστική διδασκαλία. Ἡ ἀλήθεια  δέν εἶναι ποτέ θέμα ποσότητας. Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας,  τό ἐκκλησιαστικό ἦθος καί ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἕνα καί μοναδικό μέγεθος πού δέν τεμαχίζεται. Ἐπι-σημαίνει χαρακτηριστικά ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Καθάπερ ἐν τοῖς βασι-λικοῖς νομίσμασιν ὁ μικρόν τόν χαρακτῆρα περικόψας, ὅλον τό νόμισμα κίβδηλον εἰργάσατο, οὕτω καί ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καί τό βραχύτατον ἀνατρέψας, τῷ παντί λυμαίνεται ἐπί τά χείρονα προϊών ἀπό τῆς ἀρχῆς» (PG 61, 622).

στ) Ἡ κάθε αἵρεση ἀποτελεῖ ὡς πρός τήν ἀφετηρία ἐκίνησής της ἐπανάληψη τῆς ἰδίας ἐκείνης ἀρχέγονης πειρασμικῆς προσβολῆς. Ἀποτελεῖ μία ἄλλη πίστη, μία ἄλλη στάση ζωῆς, τήν ὁποίαν ὅπως λέγει ὁ ἅγ. Εἰρηναῖος Λυῶνος «οὔτε προφῆται ἐκήρυξαν, οὔτε ὁ Κύριος ἐδίδαξεν, οὔτε ἀπόστολοι παρέδωσαν» ( Ἔλεγχος ψευδωνύμου γνώσεως 8, 1). Πρόκειται γιά τρόπο ζωῆς πού βρίσκεται ἐκτός τῶν ἐκκλησιαστικῶν συντεταγμένων. Εἶναι δρόμος πού ὁ κάθε αἱρετικός τόν διανύει κατά τρόπο ἀδιάκριτο καί ἀπληροφόρητο, γιατί πείστηκε μέ τήν ὑπόσχεση πάλι μιᾶς ἄπονης καί ψευδεπίγραφης σωτηρίας.

ζ) Τελειώνοντας τίς λίγες αὐτές ἐπισημάνσεις μας θά θέλαμε νά σταθοῦμε σέ μία ἀκόμα. Ἡ Ἐκκλησία παραμένει ὡς σῶμα Χριστοῦ  ὁ μοναδικός χῶρος θεραπείας τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καί ἐργαστήριο ἁγιότητας.  Στά πρόσωπα τῶν ἁγίων της ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πρόταση της γιά τήν πρόσληψη καί μεταμόρφωση τοῦ κόσμου, εἶναι ὄχι οὐτοπική,  ἀλλά ἐμπειρική πρόταση ζωῆς,  ὁ μόνος ἀσφαλής τρόπος γιά νά καταστεῖ κάθε ἄνθρωπος καινή ἐν Χριστῶ κτίση (Β΄ Κορ.5, 17).

Ἀντιθέτως, ἡ  κάθε αἵρεση, ὡς σύστημα πλάνης,   στερεῖται ἀκριβῶς τόν τρόπο θεραπείας τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης πού φανέρωσε ὁ Χριστός καί τόν βλέπουμε στήν ἁγιοπνευματική ἄθληση καί στό  χριστομίμητο ἦθος τῶν ἁγίων μας.  Ἡ κάθε αἵρεση, ἐπειδή ἀγνοεῖ αὐτή τήν μεταμορφωτική διαδικασία καί τίς θεμελιώδεις καί ἀπαράβατες προυποθέσεις της γιά τόν κατά Χριστόν δοξασμό τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἀνικαθιστᾶ μέ τά δικά της  ἰδεολογήματα, μέ  τήν  ψευδαίσθηση τῆς αὐτάρεσκης στιγμιαίας σωτηρίας  πού ἐκφράζεται  ὡς μιά ἀτομική εὐσεβιστική πρακτική .

http://www.pemptousia.gr/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η απάντηση θεολόγου στην ανακοίνωση των οικολόγων-πρασίνων

Συγγραφέας: kantonopou στις 14th Οκτωβρίου 2011

Θρησκευτική αγωγή – νόμος και ουσία.

(Με αφορμή άρθρο στην ιστοσελίδα των οικολόγων)

Καθόλου δεν ξαφνιάστηκα διαβάζοντας το άρθρο με τίτλο « Η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης μέσω της εκπαίδευσης στην Ελλάδα παραβιάζει την Ευρωπαϊκή σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου».

Περισσότερο από 30 χρόνια τώρα μαχόμενη εκπαιδευτικός θεολόγος έχω βιώσει, παρά τις αντίθετες απόψεις του αρθρογράφου, έναν ανελέητο πόλεμο κατά του μαθήματος και του περιεχομένου του από διάφορες κατευθύνσεις.

Το παράδοξο είναι ότι ο πόλεμος εκδηλώνεται συχνά από τα κέντρα εξουσίας τα οποία, ως εκ της θέσεώς τους οφείλουν, όπως υπαινίσσεται και το άρθρο, να μας προστατεύουν.

Και, όμως, άλλοτε, κάποιοι υψηλά ιστάμενοι καιροφυλακτούν μήπως με κάποιο νεύμα μας παραβιάσουμε τη «θρησκευτική ελευθερία των μαθητών».

Άλλοτε, κάποιοι συνηγορώντας υπέρ του πολίτη (ποιού πολίτη άραγε) πετούνε το μάθημα στον κάδο των προαιρετικών. Άλλοτε, κάποιοι σε δημοσιεύματα τους ονειρεύονται επιτέλους ένα μοντέρνο, καθώς πρέπει,λαϊκό-άθεο κράτος, που όχι μόνο το μάθημα θα εξοβελισθεί απ’ τα σχολεία αλλά μέχρι και ο σταυρός από το στήθος των μαθητών.

Αλλά, ας πάρουμε τις αιτιάσεις του άρθρου με τη σειρά.

Ως προς το θέμα της παραβίασης της Ευρωπαϊκής σύμβασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ανθρώπου που δημιουργεί η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών και κάνει τον συντάκτη του άρθρου να ανησυχεί, θεωρώ ότι έχει λυθεί από την ίδια την Ευρωπαϊκή ένωση.

Στις 15-06-2010 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων απεφάνθη, εξ αιτίας της προσφυγής δύο Πολωνών για τη μη διδασκαλία της ηθικής ως εναλλακτικού μαθήματος των θρησκευτικών ότι, το Ευρωπαϊκό δικαστήριο επιβάλλει την εισαγωγή του μαθήματος των θρησκευτικών αντίστοιχο με τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές απαιτήσεις των γονέων[1]. Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την απόφαση του «20-06-2007, υπόθεση Folgero κατά Νορβηγίας»δεν επιβάλλει την μετατροπή του μαθήματος των θρησκευτικών από υποχρεωτικό σε προαιρετικό.

Τέλος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο άρθρο 2 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της υπάρχει διάταξη που ορίζει ότι τα ευρωπαϊκά κράτη υποχρεούνται να εισαγάγουν στα δημόσια σχολεία μάθημα θρησκευτικών αντίστοιχο με τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις των πολιτών της[2].

Το μάθημα, τέλος, κατά τη Σύνταγμα της Ελληνικής Πολιτείας και τις αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων «είναι υποχρεωτικό δια την ανάπτυξιν εις επαρκή βαθμόν, της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελληνοπαίδων συμφώνως προς τας αρχάς του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος.»(ΣτΕ 3356/95)[3]

Και μετά το νομικό σκέλος ας έλθουμε στο θεολογικό.

Θα πρέπει να είναι κανείς το λιγότερο ανιστόρητος για να μην αποδέχεται ότι ο Ελληνοχριστιανισμός ή μάλλον η Ελληνορθοδοξία ( για να μην κάνουμε κακούς συνειρμούς με τον πρώτο όρο) αποτελεί την ταυτότητα αυτού του έθνους. Θέλουν δε θέλουν κάποιοι, δένει δε δένει με την ιδεολογία τους οι συνιστώσες αυτού του λαού είναι ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία.

Δυστυχώς γι΄ αυτούς η Ορθοδοξία δεν είναι μια θρησκεία του περιθωρίου ή μια ενοχλητική ηθική που την πετάς στην άκρη και την ξεφορτώνεσαι. Η Ορθοδοξία είναι ιστορία συνυφασμένη εν πολλοίς με τηνιστορία αυτού του τόπου και σφραγισμένη με αίμα και θυσίες. Είναι τέχνη, είναι γραμματεία, είναι ήθη και έθιμα, είναι πολιτισμός ζωντανός, ως τρόπος ζωής νοούμενος, είναι στάση ζωής, είναι λόγος λυτρωτικός για τη ζωή και το θάνατο.

Μέσα στην εκκλησία η αρχαιοελληνική πνευματικότητα και αναζήτηση μεταμορφώνεται, απαντάται και σφραγίζεται με την ζωντανή εμπειρία και τη θυσία αγίων και μαρτύρων.

Πώς να διδάξεις και να διδαχτείς Βυζαντινή Ιστορία χωρίς θεολογικές προϋποθέσεις; Πώς να μελετήσεις την επανάσταση του 1821 και την τουρκοκρατία δίχως την παρουσία της εκκλησίας; Πώς να εμβαθύνεις στην υπαρξιακή αγωνία της Ελληνικής φιλοσοφίας χωρίς την απάντηση της αυθυπέρβασης και της αυτοπροσφοράς που νικά το θάνατο, όπως φαίνεται στην εκκλησιαστική γραμματεία και εμπειρία;

Πώς να κατανοήσεις στη Νεοελληνική λογοτεχνία όχι μόνο το ατόφιο ορθόδοξο φρόνημα του Παπαδιαμάντη, του Κόντογλου, του Πεντζίκη, του Μακρυγιάννη αλλά και τη θρησκευτική αγωνία και προβληματική ακόμα και του Καζαντζάκη χωρίς τη στοιχειώδη θρησκευτική αγωγή; Γιατί ο χρόνος που διατίθεται σ΄ αυτήν είναι στοιχειώδης σε σχέση με τον πλούτο της.

Νομίζω ότι ο Ελύτης στο «Άξιον εστί», που κατά την ομολογία του είναι δομημένο στα μέτρα της ορθόδοξης θείας λειτουργίας, ο Ελύτης λοιπόν ωραία συγκεφαλαιώνει τη διπλή παράδοση του λαού μας όταν λέει: « Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω».

Τέλος, ας έλθουμε στο θέμα της πολιτισμικής σύνθεσης των τάξεων μας και της υποτιθέμενης περιθωριοποίησης των αλλόθρησκων. Στα σχολεία της «πολυπόθητης» και «κατευθυνόμενης» πολυπολιτισμικότητας οι αλλόθρησκοι είναι επί το πλείστον και αλλοεθνείς. Έχουν άλλη γλώσσα, άλλη ιστορία και άλλη Εθνική συνείδηση. Μήπως λοιπόν τους στερούμε την ελευθερία και επεμβαίνουμε στην εθνική τους συνείδηση υποχρεώνοντάς τους να μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα και γραμματεία και την ελληνική ιστορία; Δεν ακούω να συζητιέται κάτι τέτοιο και ορθώς.

Γιατί, άραγε, στοχοποιείται μόνο η ορθόδοξη αγωγή; Έχει γραφτεί και ξαναγραφτεί και πρέπει επιτέλους να γίνει κατανοητό ότι η ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία, μια απ’ όλες, όπως απλουστευτικά την παρουσιάζουν συχνά πολλοί άσχετοι με το θέμα.

Ο ορθόδοξος χριστιανισμός είναι εκκλησία δηλαδή κοινωνίααγαπητική σχέση που προϋποθέτει αυθυπέρβαση, άγνωστη και ανυποψίαστη για το φίλαυτο άνθρωπο της εποχής μας. Μέσα στην εκκλησία ο άνθρωπος λυτρώνεται από τη βιολογική αναγκαιότητα, ξεπερνά την ασφάλεια κάθε κοινωνικού και βιολογικού δεσμού, παραιτείται εκούσια από κάθε δικαίωμα και έτσι κινείται σε τέτοιο επίπεδο ελευθερίας και αγάπης που ξεπερνά και το θάνατο.

Το κατόρθωμα είναι θεϊκό δώρο και πιστοποιείται στο πρόσωπο του Χριστού και των αγίων.

Μόνο με αυτές τις προϋποθέσεις δικαιούται κάποιος να μιλά για κοινωνία, αγάπη και αληθινά ανθρώπινα δικαιώματα. Διαφορετικά, όλα τα παραπάνω είναι ανυπόστατα και οδηγούν σε κοινωνικά αδιέξοδα που ζούμε καθημερινά.

Η εκκλησία είναι η υπέρβαση των θρησκειών και των ιδεολογιών. Η τριαδική θεολογία είναι ενωτική και αγκαλιάζει όλους χωρίς διάκριση. Αυτό δείχνουν τα τεντωμένα στο σταυρό χέρια του Χριστού.

Ο άνθρωπος μόνο σε κοινωνία με το Άκτιστο κοινωνεί ουσιαστικά με τον συνάνθρωπο, βιώνει την απόλυτη αγάπη και ελευθερώνεται από τη φθαρτότητα, γίνεται παγκοσμιος άνθρωπος κατά την έκφραση σύγχρονου αγίου.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να καταθέσω τη προσωπική μου εμπειρία από τις πολυπολιτισμικές και πολυθρησκευτικές τάξεις, όπου εργάζομαι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Με συγκινεί ιδιαίτερα η ελεύθερη παρακολούθηση του μαθήματος από τους αλλόθρησκους μαθητές τους οποίους εγώ η ίδια ενημερώνω για το δικαίωμά τους να επιλέξουν σύμφωνα με το νόμο το «παιχνίδι» αντί του μαθήματος των θρησκευτικών και όμως εκείνα σε ποσοστό 97% επιλέγουν να μένουν και να παρακολουθούν κανονικά το μάθημα.

Η Ορθοδοξία είναι ένας θησαυρός ελληνικός και οικουμενικός. Έχει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει τον άνθρωπο, να αναμορφώσει την ιστορία, να απαντήσει στα αδιέξοδα κοινωνικά και υπαρξιακά του κόσμου. Ας το συνειδητοποιήσουμε επιτέλους και ας μην την αντιμετωπίζουμε με τόση προχειρότητα και προκατάληψη, γιατί αδικούμε τον εαυτό μας.

Χρόνια τώρα μέσα στο πνεύμα της “ελεύθερης διακίνησης των ιδεών” γαλουχήσαμε γενιές, εντός και εκτός σχολείου, με μια ασπόνδυλη παιδεία βασισμένη σε μεγάλες και βαρύγδουπες έννοιες. Τώραεισπράττουμε το αποτέλεσμα. Η δημοκρατία έγινε αυταρχισμός, η ελευθερία ασυδοσία, η αλήθεια ψέμα και τ’ ανθρώπινα δικαιώματα αποκαϊδια από στραπατσαρισμένες διαδηλώσεις.. Η καταστροφή φαίνεται να είναι χωρίς προηγούμενο.

Μήπως είναι ώρα, τώρα πάνω στην απελπισία μας να δούμε σοβαρά και απροκατάληπτα την πνευματική μας κληρονομιά και , ποιος ξέρει, ίσως μπορέσουμε να βρούμε ερείσματα που θα μας βοηθήσουν να επαναπροσδιορίσουμε τη ζωή μας.

Α.Α.

Θεολόγος-Φιλόλογος

Θεσσαλονίκη

(η επιστολή δημοσιεύεται μέσω του Ιστολογίου

της Ομάδας Εκπαιδευτικών «Ο Παιδαγωγός»)

Παραπομπές :


[1] Βλέπε, «Ευρωπαϊκού δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων», απόφαση της 15-06-2010 προσφυγή No 7710/02. Υπόθεση Grzelakκατά Πολωνίας.

Ειδικότερα στην παράγραφο 104 της απόφασης παρατίθεται:

« The Court notes that it remains, in principal with the national margin of appreciation left to the States under Article 2 of Protocol No 1to decide whether the to provide religious instruction in public schools and, if so, what particular system should be adopted » (Το Δικαστήριο επισημαίνει κατ’ αρχήν, ότι ανάγεται στο εθνικό περιθώριο εκτιμήσεως, που αναγνωρίζεται εις τα κράτη κατ’ άρθρον 2 του Πρωτοκόλλου Νο 1 να αποφασίσουν εάν θα εισαγάγουν το μάθημα των θρησκευτικών εις τα δημόσια σχολεία και, αν ναι, ποίο ειδικότερο σύστημα θα υιοθετήσουν)

Επίσης, βλέπε:

«Επιβάλλεται όπως η Πολιτεία διά της λήψεως των καταλλήλων κατά περίπτωσιν, νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων, εξασφαλίζει την διδασκαλίαν του κατά τα άνω μαθήματος των θρησκευτικών εις τους εν λόγω μαθητάς και δη να την εξασφαλίζει κατά τα ήδη κριθέντα (ΣτΕ 3356/95) επί ικανόν ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως» (ΣτΕ 2762/2004).

Εξ άλλου:

«Οι διεθνείς συμβάσεις, που έχουν επικυρωθεί με νόμο, Υπερισχύουν με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου, όχι όμως και των διατάξεων του Συντάγματος»(ΣτΕ 2281/2001)

[2] Περιοδικό « Επιθεώρηση Δημοτικού και Διοικητικού Δικαίου» τόμος έτους 2009

(3] Βλέπε και: «Σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να συμβάλλει στην ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε…. να γίνουν υπεύθυνοι και δημοκρατικοί πολίτες ,…..και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης…» (Ν1566/1985)

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα κρυμμένα αρχαιοελληνικά χειρόγραφα

Συγγραφέας: kantonopou στις 21st Σεπτεμβρίου 2011

Οριστική κατάρρευση των συκοφαντιών που εκπορεύονται από ξενοκίνητα κέντρα, με τον μανδύα της “αθείας” και του “δωδεκαθεισμού”

Αξίζει να διαβάσετε το παρακάτω απολύτως εμπεριστατωμένο άρθρο και να δείτε τα φωτογραφικά ντοκουμέντα. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός πως ακόμα και περιοδικά των “δωδεκαθειστών”, όπως το “Ιχώρ”, παραδέχονται την διάσωση των αρχαίων ελληνικών κειμένων από τους μοναχούς, δημοσιεύοντας μάλιστα τις ανάλογες φωτογραφίες από δικό τους ρεπορτάζ στα Αγιορείτικα Μοναστήρια!

Τα κρυμμένα αρχαία Ελληνικά χειρόγραφα του Αγίου Όρους. Ένας αρχαιοελληνικός θησαυρός κρυμμένος στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Άθω.

Ακόμη και στα σκοτεινά χρονιά του Μεσαίωνα, σε μία εποχή που κυριαρχούσε η αγραμματοσύνη, αγιορείτες μοναχοί έδιναν έμφαση στον γραπτό λόγο, θεωρώντας ότι συμβάλλει στην πνευματική αναβάθμιση των ανθρώπων. Γι’ αυτό και έγραφαν, αντέγραφαν και διαφύλατταν χιλιάδες χειρόγραφα, όχι μόνο θεολογικού ή λειτουργικού χαρακτήρα αλλά και «κοσμικών γνώσεων», οι όποιες κληροδοτήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς. Τα χειρόγραφα αυτά, πέρα από το περιεχόμενο τους, ήταν και διακοσμημένα με καλλιγραφίες, πράγμα που τα καθιστούσε αληθινά μνημεία τέχνης. Παρά τις καταστροφές και τις αφαιμάξεις που υπέστησαν, οι βιβλιοθήκες των μοναστηριών του Άθω κρύβουν έναν πραγματικό θησαυρό αρχαιοελληνικών γνώσεων. Σήμερα, στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους φυλάσσονται περίπου 20.000 πολύτιμα χειρόγραφα, που περιμένουν υπομονετικά τους ειδικούς για να τα μελετήσουν…

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΙ-ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΟΥ ΑΘΩ

Η χερσόνησος του Άθω, ιερό κέντρο από την αρχαιότητα, άρχισε να αναδύεται ως μοναστικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προς τα τέλη του 10ου μ.Χ. αιώνα, όταν κατέφθασε εκεί κρυφά ο μοναχός Αθανάσιος, ο όποιος ίδρυσε στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου τη μονή Μεγίστης Λαύρας (963 μ.Χ.). Ό Αθανάσιος, ο ιδρυτής του αγιορείτικου κοινοβιακού μοναχισμού, ήταν προσωπικός φίλος του Ιωάννη Τσιμισκή καθώς και διακεκριμένος καλλιγράφος και ταχυγράφος. Επέλεξε τη χερσόνησο του Άθω ως τόπο μοναστικής ζωής εξ αιτίας της απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς της, της φυσικήςπροστασίας της άπό τις εχθρικές επιδρομές, του γεγονότος ότι ήταν ουσιαστικά ακατοίκητη από ανθρώπους καθώς και εξ αιτίας της γεωγραφικής της εγγύτητας με τη συμβασιλεύουσα πόλη της αυτοκρατορίας, τη Θεσσαλονίκη.

Ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης ήταν ένας άνθρωπος ασκητικός, που όμως αγαπούσε υπερβολικά τα βιβλία. Όταν από την Κωνσταντινούπολη κατέφθασε στον Άθω, έφερε μαζί του και τα βιβλία του. Αυτή η αγάπη του για τα βιβλία τον οδήγησε να ιδρύσει στην νεοσύστατη ακόμη Μεγίστη Λαύρα ένα εργαστήριο αντιγραφής χειρογράφων (Scriptorium) και μια οργανωμένη βιβλιοθήκη. Όρισε μάλιστα υπεύθυνο για το εργαστήριο τον πρωτοκαλλιγράφο Ιωάννη και βιβλιοφύλακα τον μοναχό Μιχαήλ.

Το παράδειγμα του μιμήθηκαν και οι κτήτορες των άλλων μοναστηριών (Βατοπαιδίου, 985 και Ιβήρων, 980 μ.Χ.), που φρόντισαν προσωπικά για την παραγωγή, την αντιγραφή και τη διαφύλαξη βιβλίων με περιεχόμενο όχι μόνον θεολογικό και λειτουργικό αλλά και «κοσμικών γνώσεων», δηλαδή φιλοσοφικό, ιατρικό, νομικό, μουσικό κι εκπαιδευτικό.

Πολλοί μοναχοί έμειναν γνωστοί και ως γραφείς χειρογράφων κωδίκων με πλούσια δράση και παραγωγή (Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Ιωάννης Λαυριώτης, Ευθύμιος ο Ίβηρ, Διονύσιος Στουδίτης, Νείλος ο Μυροβλήτης, Ιωάννης ο Κουκουζέλης κ.ά.). Συνολικά μνημονεύονται πάνω από 40 επώνυμοι Βυζαντινοί καλλιγράφοι μοναχοί, που αντέγραψαν χειρόγραφα στις αγιορείτικες μονές.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΚΑΙ SCRIPTORIUM

Το σίγουρο είναι πως οι μοναχοί του Αγίου Όρους δεν περιφρονούσαν τα βιβλία. Μόλις ιδρυόταν ένα μοναστήρι, μία από τις πρώτες ενέργειες των κτητόρων του ήταν η δημιουργία μιας βιβλιοθήκης, που αποσκοπούσε στην κάλυψη των πνευματικών αναγκών των μοναχών και πρωτίστως στην κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της μοναστικής αδελφότητας. Ο ηγούμενος όριζε πάντα έναν βιβλιοθηκάριο, υπεύθυνο για τη διαφύλαξη και συντήρηση των χειρογράφων. μια βιβλιοθήκη άρχιζε πάντα την πορεία της μ’ έναν πυρήνα βιβλίων, που αφιέρωνε σε αυτήν ο ιδρυτής της. Ως χώρος για τη διαφύλαξη των πολύτιμων χειρογράφων επιλεγόταν κατά παράδοση το υπερώο, πάνω από τον εξωνάρθηκα του καθολικού (π.χ. στη Μονή Εσφιγμένου). Σε άλλες ωστόσο περιπτώσεις, όταν ο χώρος του υπερώου δεν επαρκούσε, χρησιμοποιούνταν και ορισμένα απομονωμένα και πυρασφαλή κτίσματα, όπως στην περίπτωση της Μεγίστης Λαύρας.

Προτού ωστόσο τα χειρόγραφα τοποθετηθούν στη βιβλιοθήκη, σημειώνονταν συνήθως πάνω τους η χαρακτηριστική κτητορική επιγραφή, που καταριόταν τον επίδοξο καταστροφέα τους: «Αὐτὴ ἡ βίβλος ὑπάρχει τῆς θείας καὶ ἱερᾶς μονῆς… καὶ ὅποιος τὴν ἀφαιρέσῃ νὰ ἔχει τὰς ἀρὰς τῶν τριακοσίων δέκα ὀκτώ…». Για προστατευτικούς πάλι λόγους γράφτηκαν ανά τους αιώνες πάνω στα ίδια βιβλία, απαγορευτικές φράσεις όπως: «Μηδεὶς τεμνέτω τὰ φύλλα..» ή «Μηδεὶς ἀποξενώσῃ τὴν Βίβλον ταύτην…».

Μια βιβλιοθήκη φιλοδοξούσε πάντα να περιλάβει όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις, όχι μόνον θεολογικού αλλά και κοσμικού περιεχομένου. Βασικές πηγές εμπλουτισμού μιας μοναστηριακής βιβλιοθήκης υπήρξαν η παραγωγή χειρογράφων στο ίδιο το μοναστήρι, ή αγορά και ή παραγγελία βιβλίων για την κάλυψη μιας συγκεκριμένης ανάγκης ή έλλειψης και βεβαίως οι μεγάλες και εντυπωσιακές δωρεές αυτοκρατόρων, ηγεμόνων, πατριαρχών, αρχιερέων, μοναχών αλλά και ιδιωτών, που χάριζαν τις προσωπικές τους συλλογές (τον 16ο αιώνα ο καθηγητής της πατριαρχικής σχολής Θεοφάνης Ε. Νοταράς χάρισε όλα του τα βιβλία στην Ι.Μ. Ιβήρων). Κατά κανόνα κάθε μοναστήρι κληρονομούσε και την προσωπική βιβλιοθήκη των μοναχών του. Ωστόσο αρκετά χειρόγραφα προέρχονταν από παραγγελίες. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο σημείωμα για ένα χειρόγραφο, που παραγγέλθηκε με έξοδα μιας μονής: «Τὸ παρὸν Ὡρολόγιον ἐγράφη παρὰ τοῦ οἰκτροῦ καὶ ἁμαρτωλοῦ Κυρίλλου τοῦ Ναυπακτίου διὰ συνδρομῆς καὶ ἐξόδου τῆς σεβασμίας μονῆς…».

Στις περισσότερες μονές του Αγίου Όρους υπήρχαν λοιπόν συγκροτημένες συλλογές χειρογράφων και λειτουργούσαν βιβλιογραφικά εργαστήρια, όπου οι μοναχοί-γραφείς αντέγραφαν τα πρωτότυπα όχι αυθαίρετα αλλά βάσει αυστηρών κανόνων, που τους ακολουθούσαν πιστά. Τα ελληνικά χειρόγραφα γράφονταν μέχρι τον 9ο αιώνα σε μεγαλογράμματη γραφή, δηλαδή με κεφαλαία. Από τον 9ο αιώνα όμως και μετά επικρατεί σταδιακά η μικρογράμματη γραφή και όλα τα χειρόγραφα των προηγουμένων εποχών «μεταχαρακτηρίζονται» κατά τη διάρκεια της αντιγραφής τους.

Από την ίδρυση των πρώτων Scriptorium στις μονές υπήρχε μία σχετικά αξιόλογη παραγωγή χειρογράφων, ενώ η ακμή της βιβλιογραφικής δραστηριότητας εντοπίζεται τον 14ο και τον 15ο αιώνα. Η παραγωγή χειρογράφων συνεχίστηκε και μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας (άλλωστε το πρώτο τυπογραφείο στον ελλαδικό χώρο λειτούργησε το 1759 στη Μεγίστη Λαύρα), φθάνοντας στο σημείο να μιλάμε τον 17ο αιώνα για πραγματική άνθηση, με την εμφάνιση μιας ιδιότυπης μορφής γραφής, της «Ξηροποταμίνης γραφής», που είναι γνωστή και ώς «αγιορείτικη».

Η ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

Τα χειρόγραφα που βρίσκονται σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους υπολογίζονται επίσημα στις 15.000 ή, σύμφωνα με άλλους υπολογισμούς, ξεπερνούν τις 20.000. Αυτά μπορούν να ταξινομηθούν με κριτήρια μορφολογικά, γλωσσολογικά άλλα κυρίως με βάση το περιεχόμενο τους. Με βάση τη μορφή τους τα χειρόγραφα διακρίνονται σε ειλητάρια ή κοντάκια (ονομάζονται έτσι επειδή τυλίγονται γύρω από κοντό ξύλο) και σε κώδικες (βιβλία) διαφόρων σχημάτων. Πρέπει να σημειωθεί πως από τον 2ο και 3ο μ.Χ. αιώνα τα βιβλία με δεμένες σελίδες (κώδιξ, λατινικά codex) άρχισαν να αντικαθιστούν τον παραδοσιακό κύλινδρο από πάπυρο. Ήταν μία ανθεκτική και εύκολη στη χρήση γραφική ύλη, τόσο για το κείμενο όσο και για την εικονογράφηση τους. Σύντομα οι κώδικες έγιναν η κυρίαρχη μορφή των χειρογράφων. Οι περισσότεροι κώδικες έχουν καλλιτεχνικές βιβλιοδεσίες και διακοσμημένα καλύμματα με βαρύτιμα επιθήματα, σκαλιστά μέταλλα και ημιπολύτιμους λίθους. Όσον άφορα στο βιβλιακό υλικό με το όποιο είναι κατασκευασμένα, διακρίνονται σε περγαμηνά (από δέρμα ζώου), χαρτώα και βομβύκινα (από βαμβάκι).

Από γλωσσική άποψη χωρίζονται σε ελληνικά (90% επί του συνόλου) και ξενόγλωσσα. Τα ξενόγλωσσα, που αποτελούν περίπου το ένα δέκατο, περιλαμβάνουν σλαβικά, λατινικά, ρουμάνικα και γεωργιανά χειρόγραφα και χρησιμοποιούνται από τους ξενόγλωσσους ορθόδοξους μοναχούς που παροικούν στο Άγιον Όρος κατά την τελευταία χιλιετία. Τα περισσότερα από αυτά δεν είναι παρά μεταφράσεις από τα ελληνικά θεολογικών και λειτουργικών κειμένων.

Τέλος, όσον αφορά στην αρχαιότητα τους, το αρχαιότερο χειρόγραφο του Αγίου Όρους είναι ένα περγαμηνό σπάραγμα λατινικής γραφής του 4ου μ.Χ. αιώνα και οκτώ φύλλα του Ευθαλιανού Κώδικα (6ος μ.Χ. αιώνας).

ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

Σχετικά με το περιεχόμενο τους τα αγιορείτικα χειρόγραφα διακρίνονται σε αυτά που διασώζουν κείμενα αρχαίων κλασσικών συγγραφέων ή γενικότερα κοσμικών γνώσεων, π.χ. αστρολογίας, βοτανικής, γεωγραφίας, ιατρικά, νομικά και σε εκείνα που διαλαμβάνουν κείμενα χριστιανικού και λειτουργικού περιεχομένου.

Το πολυτιμότερο απόκτημα της βιβλιοθήκης χειρογράφων της Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας είναι η περίφημη «Βοτανική» του Διοσκουρίδου Φωκά στη βιβλιοθήκη της Μονής, που μόλις είχε κτισθεί. Το βιβλίο αυτό αποτελεί όνειρο κάθε φαρμακοποιού, βοτανολόγου και δηλητηριογνώστη. Το χειρόγραφο είναι εικονογραφημένο με ανεξίτηλες μικρογραφίες, που μοιάζουν σαν να έγιναν πριν από μερικές εβδομάδες.

Δυστυχώς δεν διαθέτουμε έγκυρα στοιχεία για τον ακριβή αριθμό των αρχαιοελληνικών χειρογράφων που βρίσκονται σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Άθω. Υπολογίζεται ότι πρέπει να σώζωνται γύρω στα 600 έργα κλασικών συγγραφέων. Ο αριθμός αυτός δεν πρέπει να θεωρείται μικρός, καθώς σ΄ αυτά ακριβώς τα χειρόγραφα εστιάζονταν πάντα οι Ευρωπαίοι «προσκυνητές», που έκλεβαν ή αγόραζαν τους κώδικες για να εμπλουτίσουν τις Δυτικές βιβλιοθήκες. Ωστόσο παρά τις σημαντικές κλοπές και αφαιμάξεις, στις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους συνεχίζουν ως σήμερα να υπάρχουν πολλοί και αξιόλογοι αρχαιοελληνικοί κώδικες.

Πιο παλιός και πιο σημαντικός απ’ όλους είναι η περίφημη «Βοτανική» του Διοσκουρίδου (Ω75), ένας κώδικας ηλικίας 1.000 ετών, προσωπικό δώρο του Νικηφόρου Φωκά στον Αθανάσιο τον Αθωνίτη. Το βιβλίο, που φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας (ο υπογράφων είχε τη μοναδική και συγκινητική ευκαιρία να το ξεφυλλίσει προσωπικά…), θεωρείται ιδανικό για την παρασκευή φαρμάκων από βότανα. Η «Βοτανική» του Διοσκουρίδη περιέχει αρκετές πληροφορίες ιατρικής και φαρμακολογίας και πολυάριθμες μικρογραφίες, κυρίως ολοσέλιδες εικονογραφήσεις φυτών με αλφαβητική σειρά καθώς και εικόνες φιδιών, εντόμων, ζώων και πτηνών.

Άλλοι σημαντικοί αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς, χειρόγραφα των οποίων διασώζονται ακόμη στο Άγιο Όρος, είναι ο Επίκτητος, ο Ερμογένης και ο Ευκλείδης στη μονή Εσφιγμένου, ο Ευριπίδης, ο Αισχύλος, ο Θεόκριτος, ο Σοφοκλής και ο Πίνδαρος στην Ιβήρων. Από αυτά που ξεχωρίζουν είναι και το φημισμένο χειρόγραφο των γεωγράφων Πτολεμαίου και Στράβωνα (αριθμός 655, του 13ου αιώνα), που βρίσκεται στη Βατοπαιδίου.

Τα ράφια της βιβλιοθήκης χειρογράφων της Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας λυγίζουν κάτω από το βάρος της αρχαίας γνώσης. Μέσα σε ειδικές θήκες, στις ράχες των οποίων αναφέρεται ο αριθμός καταλογογράφησης, ο αιώνας και ο συγγραφέας, βρίσκονται και αρκετά αρχαιοελληνικά χειρόγραφα, που περιμένουν υπομονετικά τους ερευνητές για να τα μελετήσουν. Στο ράφι διακρίνουμε τέσσερα χειρόγραφα του Γαληνού (Ω 69, Ω 70, Ω 71, Ω 72), δύο Ιπποκράτους Αφορισμοί (Ω 68 και Ω 69) και τρία του Αέτιου Αμηδινού (Ω 63, Ω 64 και Ω 65

Εκτός από τη «Βοτανική» του Διοσκουρίδη στην Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας σώζονται δύο χειρόγραφα του Θουκυδίδη και οι «Βίοι Παράλληλοι» του Πλούταρχου. Επίσης στην τελευταία σώζονται το μοναδικό νομικό χειρόγραφο με τις Νεαρές των Κομνηνών (13ος αι. Θ65), ένα σπάνιο ιατρικό χειρόγραφο του Αέτιου Αμηδινού, προσωπικού ιατρού του Ιουστινιανού, καθώς και χειρόγραφα του Γαληνού. Όπως προαναφέραμε, ο αριθμός των χειρογράφων των κλασσικών συγγραφέων θα πρέπει να θεωρείται μεγάλος, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας πώς αυτά ακριβώς τα έργα ήταν ο κύριος στόχος των Ευρωπαίων «προσκυνητών» κατά τις αφαιμάξεις των μοναστηριακών βιβλιοθηκών.

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Σήμερα, όπως ήδη προαναφέραμε, στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Άγιου Όρους σώζονται 16.000-20.000 χειρόγραφα! Αυτή η ποσότητα θεωρείται ότι αποτελεί το 50% των ελληνόγλωσσων χειρογράφων που υπάρχουν σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο. Από αυτά πάνω από τα μισά βρίσκονται στις βιβλιοθήκες τριών μόνον μοναστηριών (Μεγίστη Λαύρα, Ιβήρων και Βατοπαιδίου). Ειδικότερα η βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας διαθέτει τη μεγαλύτερη συλλογή χειρογράφων (2.242) στο Άγιο Όρος και την 3η παγκοσμίως ύστερα από εκείνη της Αγίας Αικατερίνης του Σινά (4.500 χειρόγραφα, εκ των οποίων το 75% είναι ελληνόγλωσσα) και του Βατικανού (3.500).

Στις 20 μονές του Άθω σώζεται το μοναδικό διαχρονικό σύνολο ελληνικών χειρογράφων όχι μόνον στον χώρο της ελληνικής επικράτειας αλλά και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Τα ελληνικά χειρόγραφα του Αγίου Όρους συγκροτούν τη μεγαλύτερη συλλογή ελληνικών χειρογράφων στον κόσμο, αφού ο αριθμός τους ξεπερνά κατά πολύ το σύνολο των δύο μεγαλυτέρων συλλογών της Ευρώπης, του Βατικανού και της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού, που και οι δύο μαζί δεν υπερβαίνουν τις 10.000.

ΔΙΑΣΩΣΗ ΣΕ ΜΙΚΡΟΦΙΛΜ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

Η μελέτη της ιστορίας των αγιορείτικων χειρογράφων δεν είναι εύκολη υπόθεση, εφ’ όσον ποτέ δεν υπήρξαν μεσαιωνικοί κατάλογοι βιβλιοθηκών, όπως στις περιπτώσεις των μεσαιωνικών μοναστηριών της Δύσης. Οι προσπάθειες για την καταγραφή και συστηματική μελέτη των χειρογράφων του Άθω ξεκίνησαν μόλις στα τέλη του 19ου αϊ. και συνεχίζονται. Πρώτος ο Σπυρίδων Λάμπρου εξέδωσε έναν δίτομο κατάλογο κωδίκων των μονών του Όρους (πλην Βατοπαιδίου και Μεγίστης Λαύρας), που περιελάμβανε 6.619 χειρόγραφα. Στη συνέχεια, το 1925, ο καθηγητής Σωφρόνιος Ευστρατιάδης εξέδωσε στο Παρίσι έναν κατάλογο με τους κώδικες των μονών Βατοπαιδίου καϊ Μεγίστης Λαύρας. Πλήρης πάντως κατάλογος δεν υπάρχει ακόμη. Ωστόσο το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών (ΠΙΠΜ) της Ι.Μ. Βλατάδων (Θεσσαλονίκη) έχει αναλάβει τη κατάρτιση ενός λεπτομερούς καταλόγου, όπως επίσης και τη μικροφωτογράφιση όλων των χειρογράφων. Έτσι το περιεχόμενο των χειρογράφων όχι μόνον θα διασωθεί, αλλά θα είναι εύκολη και η μελέτη τους από τους ειδικούς, που δεν χρειάζονται πλέον να επισκεφθούν τις μοναστηριακές βιβλιοθήκες για να τα μελετήσουν. Το ΠΙΜΠ, που υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, είναι ένα Ιδιωτικό ίδρυμα, που συντηρείται με επιχορηγήσεις και δωρεές. Ανάμεσα στα άλλα διαθέτει ένα αρχείο μικροταινιών, ένα αρχείο διαφανειών (Slides) καθώς και ειδικές φωτοαναγνωριστικές συσκευές.

Η συντήρηση των αρχαίων χειρογράφων βασίζεται σ’ ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει την τοποθέτηση τους σε ειδικές θήκες για καλύτερη φύλαξη και μεταφορά, την αποκατάσταση των διαλυμένων εξώφυλλων και εσώφυλλων και την τοποθέτηση φαρμάκων ενάντια στα φθοροποιά μικρόβια. Τέλος, σε συνεργασία και με ξένα πανεπιστήμια, εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα συντήρησης και απολύμανσης των χειρογράφων από καταστροφικά μικρόβια.

Η προσφορά των χειρογράφων του Άγιου Όρους στην πολιτιστική εξέλιξη της Ευρώπης είναι ανεκτίμητη. Όπως άλλωστε λέει χαρακτηριστικά και ο βιβλιοθηκάριος της μονής Μεγίστης Λαύρας, Ιερομόναχος Νικόδημος: «Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, που ακριβώς θα βρισκόταν σήμερα ή ανθρωπότητα χωρίς τις αρχαίες γνώσεις, που διεσώθησαν με τα χειρόγραφα των Βυζαντινών μοναστηριών και Ιδιαίτερα του Άγιου Όρους. Κατά πάσα πιθανότητα η Αναγέννηση της Δύσης θ΄ αργούσε μερικούς αιώνες…».

Σημείωση: Όλες οι φωτογραφίες του άρθρου προέρχονται από το αρχείο του Γιώργου Στάμκου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΠΗΓΕΣ

1. Ομιλία του Ιερομόναχου Νικόδημου Λαυριώτη για τα χειρόγραφα του Αγίου Όρους (Αθήνα, Οκτώβριος 1994).

2. Ιερομόναχος Νικόδημος Λαυριώτης, «Τα Χειρόγραφα του Αγίου Όρους», περιοδικό ΑΝΤΙ, 1991.

3. Ευθύμιος Λίτσας, «Βιβλιοθήκες και Χειρόγραφα στο Άγιο Όρος», εφημ. Θεσσαλονίκη, 13.02.1993.

4. Κρίτων Χρυσοχοΐδης, «Άθως: Αρχεία και Βιβλιοθήκες», Καθημερινή, 05.07.1993.

5. Γιώργος Στάμκος, «Ανοίγοντας μία Κιβωτό Γνώσεων», Τρίτο Μάτι τευχ. 39, Σεπτέμβριος 1994.

6. Γιώργος Στάμκος, «Τα Χειρόγραφα του Αγίου Όρους: Μία Χιλιετής Κληρονομιά και ο Αγώνας για τη Διάσωση της», Επιστήμη & Τεχνολογία, τευχ. 16, Ιούλιος – Αύγουστος 1996.

7. Γιώργος Στάμκος, «Μυστική Ελλάδα», κεφ. Οι Βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους, Αρχέτυπο 1999.

8. Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 44, άρθρο «Τα κρυμμένα αρχαία Ελληνικά χειρόγραφα του Αγίου Όρους, ένας αρχαιοελληνικός θησαυρός κρυμμένος στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Άθω, Γιώργος Στάμκος», σσ. 50 – 64.

ΣΑΝΤΟΡΙΝΙΟΣ – http://oimos-athina.blogspot.com/2011/09/blog-post_8389.html#more

http://vatopaidi.wordpress.com/2011/09/21/%CF%84%CE%B1-/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Βρήκα το Θεό (Μιλάει ο Φ. Κόλλινς, ο άνθρωπος πού έσπασε το ανθρώπινο γονίδιο) .

Συγγραφέας: kantonopou στις 20th Σεπτεμβρίου 2011

Επιμέλεια:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (χημικού)

Α.Το βιβλίο-Η γλώσσα του Θεού

Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα στη διαχρονική πορεία των Ιατροβιολογικών Επιστημών θεωρείται η ολοκλήρωση της μελέτης του ανθρώπινου γονιδιώματος, γεγονός το οποίο, κατά γενική παραδοχή, θα επηρεάσει την πορεία του ανθρώπινου γένους σε όλες τις μελλοντικές γενιές. Ο Dr. Francis S. Collinsείναι ένας από τους εξέχοντες γενετιστές της Αμερικής, που για πολύ καιρό υπήρξε ο επικεφαλής του Σχεδίου Ανθρώπινου Γονιδιώματος.Στο βιβλίο του “The Language of God”, “Η γλώσσα του Θεού”, κατόρθωσε αφενός μεν να παρουσιάσει με εύληπτο τρόπο το δυσνόητο για τον μη διαθέτοντα ειδικές γνώσεις κεφάλαιο της γενετικής δομής του ανθρώπινου γονιδιώματος, αφετέρου δε να καταγράψει το γενικότερο μακροχρόνιο

επιστημονικό και φιλοσοφικό προβληματισμό του και να παρουσιάσει με απλότητα, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, με συγκλονιστική περιγραφή τις ψυχικές του μεταπτώσεις, πριν την αναγνώριση και την ομολογία της υπάρξεως του Θεού και της πίστης του σε Αυτόν.Εξετάζει και απορρίπτει διάφορες απόψεις, από την αθεΐα ως τον Δημιουργισμό της νεαρής Γης, μαζί με τον αγνωστικισμό και αυτό που επικράτησε να ονομάζεται “Ευφυές Σχέδιο”.Προτείνει πίστη στην Επιστήμη και πίστη σε έναν ενεργό και στοργικό Θεό, που δημιούργησε το ανθρώπινο γένος με εξελικτικές διαδικασίες.

Β.Η  πίστη στον ζωντανό Θεό της Αγίας Γραφής και η Επιστήμη μπορούν να συνυπάρξουν

Ιδιαίτερα τελευταία, παρατηρείται ένταση μεταξύ της πίστης στον Θεό και της Επιστήμης. Έχουμε από τη μία πλευρά επιστήμονες σαν τον Ρίτσαρντ Ντόκινς  και τον Στήβεν Πίνκερ που βλέπουν τη θρησκεία σαν ένα απομεινάρι του προεπιστημονικού δεισιδαιμονικού παρελθόντος, που η ανθρωπότητα πρέπει να εγκαταλείψει πια. Από την άλλη, οι Χριστιανοί διατείνονται ότι η επιστήμη τείνει στον ηθικό μηδενισμό και είναι ανίκανη να εξηγήσει τα θαύματα γύρω μας. Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει ο Φράνσις Κόλλινς. Ο ίδιος αποτελεί μία τρανταχτή  απόδειξη ότι η πίστη στον ζωντανό Θεό της Αγίας Γραφής και η Επιστήμη μπορούν να συνυπάρξουν. Ως διευθυντής του προγράμματος για το ανθρώπινο γονιδίωμα (Human Genome Project)  ο Κόλλινς είναι μεταξύ των κορυφαίων επιστημόνων του κόσμου, επικεφαλής ενός προγράμματος με κόστος δισεκατομμυρίων δολαρίων, που στοχεύει στην κατανόηση της φύσης του ανθρώπινου οργανισμού και τη θεραπεία παθήσεων. Κι όμως, στο βιβλίο του Η γλώσσα του Θεού περιγράφει πώς γνώρισε τον Χριστό ως Σωτήρα του το 1978 και από τότε είναι ένας πιστός Χριστιανός. «Ο Θεός της Αγίας Γραφής είναι και ο Θεός του γονιδιώματος», γράφει,  «μπορεί να Τον λατρέψει κάποιος στην εκκλησία αλλά και στο εργαστήριο».

————————————————————————————————

Το βιβλίο του Φράνσις Κόλλινς <<Η γλώσσα του Θεού» και ξανανοίγει τη μόνιμη αντιπαράθεση για τη σχέση επιστήμης και θρησκείας. “Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες των καιρών μας είναι η εντύπωση που έχει δημιουργηθεί ότι η επιστήμη και η θρησκεία βρίσκονται μόνιμα σε διαμάχη. Αυτό είναι τελείως περιττό και ανόητο και βαθειά δυσάρεστο και νομίζω πως αυτές οι διαπεραστικές φωνές που κυριαρχούσαν στη σκηνή τα περασμένα είκοσι χρόνια πρέπει κάποτε να σωπάσουν».

Για τον Κόλλινς, καθώς μελετούσε και ανέλυε το ανθρώπινο γονίδιο, δεν έγινε μέσα στο μυαλό του καμμία πάλη. Αντίθετα, αισθάνθηκε ότι ο Θεός του έδωσε την ευκαιρία να ρίξει μια ματιά στα έργα Του.

‘Όταν κάνεις μια επιστημονική ανακάλυψη, είναι στιγμή επιστημονικής ευθυμίας, γιατί έχεις ταυτιστεί πολύ χρόνο με αυτήν την έρευνα και ξαφνικά την ανακαλύπτεις. Είναι όμως και μια στιγμή, όπως αυτή η δική μου, που νοιώθεις πολύ κοντά στον Δημιουργό, με την έννοια ότι τώρα πια διακρίνεις ότι κανείς άνθρωπος δεν γνώριζε πριν, παρά μόνο ο Θεός γνώριζε τα  πάντα.»

‘Όταν έχεις μπροστά σου για πρώτη φορά αυτό το καθοδηγητικό βιβλίο με τα 3,1

δισεκατομμύρια γράμματα, που μεταβιβάζει όλα τα είδη πληροφορίας και όλα τα είδη μυστηρίου για το ανθρώπινο είδος, δεν μπορείς να εξετάζεις λεπτομερώς σελίδα τη σελίδα, χωρίς αίσθηση δέους. Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο, παρά μόνο να κοιτάζω εκείνες τις σελίδες και να έχω την αμυδρή αίσθηση ότι αυτό είναι κάτι που Εκείνος μου έδωσε, μου επέτρεψε να ρίξω μια ματιά στο “μυαλό το δικό Του”».

Ο Κόλλινς εντάχθηκε σε μια ομάδα επιστημόνων, των οποίων η έρευνα βάθυνε την πίστη τους στο Θεό. Ο Ισαάκ Νιούτον, του οποίου η ανακάλυψη των νόμων της βαρύτητας αναδόμησε τη γνώση μας για την κατανόηση του σύμπαντος, είπε:

“Αυτό το πιο όμορφο σύστημα μπόρεσε να προέλθει από την εξουσία μιας ευφυούς και ισχυρής ύπαρξης».

Αν και ο Αίνστάιν επαναστάτησε τη σκέψη μας για κάποιο καιρό, με τη βαρύτητα και τη μετατροπή της ύλης σε ενέργεια, αυτός ο ίδιος πίστευε ότι το σύμπαν έχει δημιουργό. “Θέλω να μάθω τις σκέψεις Του, τα υπόλοιπα είναι λεπτομέρειες», είπε. Ανάμεσα στις πιο αμφιλεγόμενες πεποιθήσεις του Κόλλινς είναι της «θεϊκής εξέλιξης», η οποία ισχυρίζεται ότι η φυσική επιλογή είναι το εργαλείο που ο Θεός διάλεξε, για να δημιουργήσει τον άνθρωπο. Σε αυτήν την ερμηνεία της θεωρίας, διαφωνεί ότι ο άνθρωπος δεν εξελίσσεται περισσότερο.

“Βλέπω το χέρι του Θεού στην πορεία του μηχανισμού της εξέλιξης. Αν ο Θεός διάλεξε να δημιουργήσει ανθρώπινες υπάρξεις κατ’ εικόνα Του και αποφάσισε πως ο μηχανισμός εξέλιξης ήταν ένας λεπτός τρόπος να πραγματοποιήσει αυτό το στόχο, ποιοί είμαστε εμείς να πούμε ότι δεν είναι αυτός ο τρόπος,» λέει ο επιστήμονας.

“Επιστημονικά, οι δυνάμεις της εξέλιξης από φυσική επιλογή έχουν βαθιά επηρεάσει το ανθρώπινο είδος, με τις αλλαγές στο πολιτισμό και το περιβάλλον και την επέκταση τωνανθρωπίνων ειδών σε έξι δισεκατομμύρια μέλη. Γι’ αυτό, ό,τι βλέπετε είναι πιο πολύ όμορφο απ’ ό,τι φαίνεται». Ο Κόλλινς υπήρξε άθεος μέχρι την ηλικία των 27 ετών, όταν ως νεαρός γιατρός  επηρεάστηκε από τη δύναμη, που η πίστη έδωσε σε κάποιους από τους πιο σοβαρά ασθενείς του.

“Υπέφεραν από τρομερές ασθένειες, από τις οποίες δεν μπορούσαν να ξεφύγουν με τίποτα, και αντί να τα βάλουν με το Θεό, έγειραν στη μεριά της πίστης ως πηγής μεγάλης άνεσης και καθησυχασμού Αυτό για μένα ήταν ενδιαφέρον μέχρι συγκλονισμού και αδυναμίας για περαιτέρω σκέψεις και ενέργειες.

Αποφάσισε να επισκεφθεί έναν Μεθοδιστή ιερέα και του έδωσε ένα βιβλίο του C. Lewis “Mere Christianity», όπου διαφωνεί ότι ο Θεός είναι μια λογική πιθανότητα. Το βιβλίο άλλαξε τη ζωή του. «Ήταν ένα επιχείρημα, που δεν ήμουν έτοιμος να ακούσω» είπε.

«’Ήμουν πολύ χαρούμενος με την ιδέα ότι ο Θεός δεν υπήρχε και δεν είχα κανένα

ενδιαφέρον μέσα μου. Την ίδια στιγμή όμως, δεν μπορούσα να γυρίσω το πρόσωπό μου από την άλλη πλευρά, να αδιαφορήσω».

Ο “φωτισμός του» ήρθε, όταν πήγε για ορειβασία στα Κασκέ’ίντ όρη στην Ουάσινγκτον. Λέει λοιπόν: ,,’Ηταν ένα όμορφο απόγευμα και ξαφνικά μια απαράμιλλη ομορφιά της δημιουργίας γύρω μου ήταν τόσο συγκλονιστική, έτσι ένοιωσα, δεν θα μπορούσα να αντέξω αν κρατούσε ακόμη μια στιγμή».

Ο Κόλλινς πιστεύει ότι η επιστήμη δεν μπορεί να χρησιμοποιείται, για να αντικρούει την ύπαρξη του Θεού, επειδή βασίζεται στον “φυσικό» κόσμο. Υπ’ αυτήν την έννοια, πιστεύει ότι τα θαύματα είναι πραγματικά.

“Αν κάποιος θέλει να δεχτεί την ύπαρξη του Θεού ή κάποιας υπερφυσικής δύναμης έξω από τη φύση, τότε δεν είναι λογικό θέμα να δεχτεί ότι ευκαιριακά μια υπερφυσική δύναμη μπορεί να εμφανίσει μια εισβολή,» λέει.

“Ο Θεός είναι δίπλα μας, μπροστά μας, αλλά το σπουδαιότερο μέσα στον γενετικό μας κώδικα …

Είμαι επιστήμονας και πιστός, και δεν βρίσκω καμία σύγκρουση μεταξύ αυτών των δύο.

Ως διευθυντής του Προγράμματος Ανθρώπινου Γονιδιώματος, έχω ηγηθεί συνεργασίας επιστημόνων για να διαβάσουμε τα 3,1 δισεκατομμύρια γράμματα του ανθρώπινου γονιδιώματος, του βιβλίου εντολών του DNA μας.

Ως χριστιανός βλέπω το DNA, κέντρο πληροφοριών όλων των ζώντων οργανισμών, σαν τη γλώσσα του Θεού, και την κομψότητα και την πολυπλοκότητα των ίδιων των σωμάτων μας και της υπόλοιπης φύσης, ως αντανάκλαση του σχεδίου του Θεού.

Ως μεταπτυχιακός φοιτητής στη φυσικοχημεία τη δεκαετία του 1970, ήμουν άθεος, μη βρίσκοντας λόγο να υποθέσω την ύπαρξη οποιασδήποτε αλήθειας έξω από τα Μαθηματικά, τη Φυσική και τη Χημεία. Στη συνέχεια, όμως, πήγα στην Ιατρική Σχολή και εκεί αντιμετώπισα θέματα ζωής και θανάτου στο προσκέφαλο των ασθενών μου. Κάποτε, μια ασθενής μου με ρώτησε «Εσείς σε τι πιστεύετε, γιατρέ;». Αυτό με προβλημάτισε και άρχισα να ψάχνω για απαντήσεις.

Αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι η επιστήμη, που αγαπούσα τόσο πολύ, ήταν ανίκανη να απαντήσει σε ερωτήματα όπως «Ποιο είναι το νόημα της ζωής;» «γιατί είμαι εδώ;» «γιατί τα μαθηματικά λειτουργούν, έτσι κι αλλιώς;» «Αν το Σύμπαν έχει αρχή, ποιος το δημιούργησε;» «Γιατί οι φυσικές σταθερές στο Σύμπαν είναι τόσο λεπτά ρυθμισμένες, ώστε να επιτρέπουν τη δυνατότητα των σύνθετων μορφών ζωής;» «Γιατί οι άνθρωποι έχουν την αίσθηση της ηθικής;» «Τι συμβαίνει όταν πεθαίνουμε;».

Είχα υποθέσει ότι η πίστη βασίζεται σε συναισθηματικά και παράλογα επιχειρήματα, και έμεινα έκπληκτος όταν ανακάλυψα, ότι μπορεί κάποιος να αναπτύξει πολύ ισχυρά επιχειρήματα για την πιθανότητα ύπαρξης του Θεού πάνω σε ένα αποκλειστικά λογικό υπόβαθρο. Η αρχική αθεϊστική μου βεβαιότητα, πως «ξέρω ότι δεν υπάρχει Θεός», αναδύθηκε τότε ως η πιο αβάσιμη εκδοχή. Καθώς εύστοχα έχει παρατηρήσει ο Άγγλος συγγραφέας G. K. Chesterton, «ο αθεϊσμός είναι το πιο τολμηρό δόγμα, γιατί είναι η υποστήριξη μιας καθολικής άρνησης».

Αλλά η λογική από μόνη της δεν μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού. Η Πίστη είναι λογική συν αποκάλυψη, και αυτή η αποκάλυψη απαιτεί σκέψη τόσο με το πνεύμα όσο και με το μυαλό. Πρέπει να ακούσει κανείς τη μουσική, δεν φτάνει να διαβάσει μόνο τις νότες στο πεντάγραμμο. Τελικά, ένα άλμα πίστης είναι απαραίτητο.

Για μένα, αυτό το άλμα ήρθε στο 27 έτος της ηλικίας μου, όταν η αναζήτηση για να μάθω περισσότερα για τον Θεό με οδήγησε στον Ιησού Χριστό. Εδώ παρουσιαζόταν ένα πρόσωπο με ισχυρότατες ιστορικές μαρτυρίες για τη ζωή του, το οποίο έκανε εκπληκτικές δηλώσεις σχετικά με την αγάπη προς τον πλησίον, οι δε ισχυρισμοί του, ότι ήταν γιος του Θεού, απαιτούσαν να πάρω μια απόφαση, για το αν ήταν πλανεμένος ή ήταν όντως ο γιος του Θεού. Μετά από αντίσταση σχεδόν δύο χρόνων, έγινα ακόλουθος του Ιησού.

Ορισμένοι με ρώτησαν. Δεν έχει εκραγεί το μυαλό σου; Μπορείς να αναζητείς το πώς λειτουργεί η ζωή, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της γενετικής και της μοριακής βιολογίας, και συγχρόνως να λατρεύεις ένα δημιουργό Θεό; Δεν είναι η εξέλιξη και η πίστη στο Θεό ασυμβίβαστες; Μπορεί ένας επιστήμονας να πιστεύει σε θαύματα όπως η ανάσταση;

Στην πραγματικότητα, δεν βρίσκω καμία σύγκρουση σ’ αυτά, και το ίδιο συμβαίνει με το 40% των ενεργών επιστημόνων που δηλώνουν ότι είναι πιστοί. … Αλλά γιατί δεν θα μπορούσε η εξέλιξη να είναι το σχέδιο του Θεού για τη δημιουργία; Είναι αλήθεια, ότι αυτό είναι ασυμβίβαστο με μία κατά γράμμα ερμηνεία της Γένεσης, αλλά ακόμη και ο Ιερός Αυγουστίνος, δεν ήταν σίγουρος για την ακριβή ερμηνεία της καταπληκτικής αυτής ιστορίας της δημιουργίας. Το να προσκολληθεί κανείς σε κατά γράμμα ερμηνείες … δεν είναι σοφό ούτε αναγκαίο…[1].

* * *

Εντυπωσιακή η ομολογία του Collins. Ακόμη και μέσα απ’ τα επιστημονικά οχυρά της αθεΐας, αναδεικνύει η Αγαθότητα του Θεού επιστήμονες, οι οποίοι διακηρύττουν περίτρανα την πίστη τους!

Θα ήταν ίσως χρήσιμο να γίνουν δύο σχόλια.

A. Ο Collins, όπως φαίνεται και στο βιβλίο του «Η γλώσσα του Θεού…»[2] αποδέχεται πλήρως τη θεωρία της εξελίξεως [3]. Ακριβώς λόγω της τοποθετήσεώς του αυτής, η ομολογία του κορυφαίου γενετιστού εκθέτει ανεπανόρθωτα όσους χρησιμοποιούν τη θεωρία της εξελίξεως σαν επιχείρημα εναντίων της πίστης.

B. Το βιβλίο της Γενέσεως περιγράφει γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις, συνέβησαν σε διάστημα 14 δισεκατομμυρίων ετών. Το ιερό κείμενο αφιερώνει λίγες μόνο σελίδες για τα γεγονότα αυτά και η αφήγηση απευθύνεται σε ανθρώπους κάθε εποχής, μορφώσεως και ηλικίας. Και ενώ το βιβλίο είναι Θεόπνευστο και η κάθε του λέξη έχει σημασία, δεν αποτελεί επιστημονικό εγχειρίδιο, παρ’ ότι περιέχει εντυπωσιακές επιστημονικές αλήθειες [4]. Η άπειρη Σοφία του Θεού δεν μας έδωσε έτοιμες επιστημονικές απαντήσεις, μας έδωσε όμως την ικανότητα και τις αφορμές για επιστημονική διερεύνηση: «…πολλά ἀπεσιώπησεν, τόν ἡμέτερον νοῦν γυμνάζουσα πρός ἐντρέχειαν (ευστροφία), ἐξ ὀλίγων ἀφορμήν παρεχομένη ἐπιλογίζεσθε (από λίγες αφορμές να συμπεράνουμε τα υπόλοιπα)…» γράφει ο Μ. Βασίλειος, (ΕΠΕ 4, 72/4). Το μέλλον, θα δείξει τι οδό ακολούθησε η Πανσοφία του Θεού για τη δημιουργία της ζωής και του ανθρώπου. Ένα είναι σίγουρο. Ο Θεός δεν απειλείται απ’ τις επιστημονικές ανακαλύψεις! «Οὐ γάρ ἐλαττοῦται ἡ ἐπί τοῖς μεγίστοις ἔκπληξις ἐπειδάν ὁ τρόπος καθ’ ὅν γίνεταί τι τῶν παραδόξων ἐξευρεθῇ» (δεν μειώνεται ο θαυμασμός μας για τα μεγαλεία της δημιουργίας όταν ανακαλυφθεί ο τρόπος με τον οποίο έγιναν) λέγει ο Μ. Βασίλειος, Εις την Εξαήμερον, Ομιλία Α’, 10.

Αυτό που δοκιμάζεται, είναι οι απλουστευμένες και ανθρωπομορφικές αντιλήψεις μας περί των ενεργειών του Θεού. Κάθε νέα ανακάλυψη αποτελεί και αποκάλυψη μιας νέας πτυχής της απρόσιτης Σοφίας του Δημιουργού και αυτό θα πρέπει να μας οδηγεί σε θαυμασμό και δοξολογία [5].

* * *

«… Έχω βρει ότι υπάρχει μία θαυμάσια αρμονία στις συμπληρωματικές αλήθειες της επιστήμης και της πίστης. Ο Θεός της Βίβλου είναι επίσης ο Θεός του γονιδιώματος. Ο Θεός μπορεί να βρεθεί στον καθεδρικό ναό ή στο εργαστήριο. Ερευνώντας τα μεγαλειώδη και θαυμάσια δημιουργήματα του Θεού, η επιστήμη μπορεί να γίνει ένα μέσο λατρείας», καταλήγει ο Collins.

[1] Η συνέντευξη δόθηκε τον Απρίλιο του 2007. Χάρη στον Collins τα αποτελέσματα της μνημειώδους έρευνας στο ανθρώπινο γονιδίωμα διατέθηκαν ελεύθερα στη διεθνή κοινότητα. Ο Collins (60 ετών σήμερα και πολυβραβευμένος) είναι διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας (NIH) των Η.Π.Α..

[2] Στο βιβλίο «Η γλώσσα του Θεού, ένας επιστήμονας δίνει μαρτυρία για την πίστη» (Ελληνική έκδοση Παπαζήση) ο Collins κάνει εκτενέστατη ομολογία πίστης.

[3] Οι τοποθετήσεις των πιστών επιστημόνων στο θέμα αυτό ποικίλλουν. Μερικοί υποστηρίζουν κατά γράμμα ερμηνεία της Γενέσεως (δημιουργιστές), άλλοι δέχονται περιορισμένη ισχύ της εξελίξεως και επέμβαση του Θεού σε διάφορα στάδια της ζωής (ευφυής σχεδιασμός) και άλλοι, όπως ο Collins, πιστεύουν, ότι ο Θεός προίκισε εξ αρχής τη Δημιουργία με όλες τις δυνάμεις για τη γένεση και εξέλιξη της ζωής. Υπάρχουν φυσικά και ενδιάμεσες απόψεις. Στο βαθμό που οι τοποθετήσεις αυτές είναι επιστημονικές υποθέσεις εργασίας, είναι θεμιτές και σεβαστές.

[4] Ο Arno A. Penzias (βραβείο Νόμπελ 1978) είχε δηλώσει στους New York Times: «Τα καλύτερα στοιχεία που έχουμε (για τη μεγάλη έκρηξη) είναι ακριβώς ίδια με αυτά, που θα είχα προβλέψει, εάν δεν είχα τίποτε άλλο στην διάθεσή μου παρά μόνο τα βιβλία του Μωυσή, τους Ψαλμούς, τη Βίβλο στο σύνολό της».

[5] «Όταν π.χ. … νόμιζα ότι ο ήλιος γυρίζει γύρω από τη γη, πίστευα ότι έτσι είχε τάξει ο Δημιουργός… Τώρα που έμαθα το σωστό, χάρηκα περισσότερο και Τον δοξάζω για την καινούργια και πιο σωστή γνώση μου. Το επιστημονικό λάθος μου… δεν με εμπόδιζε να πιστεύω στον Δημιουργό. Η διόρθωσή του… δεν με εξωθεί να Τον αρνηθώ. Αντίθετα, ψηλαφώ τώρα πιο πολύ και πιο καλά τα ίχνη Του πάνω στη Δημιουργία…», Ιερομονάχου Λουκά Γρηγοριάτου, «Πνευματικές προϋποθέσεις για την προσέγγιση της θεωρίας της εξελίξεως», 26 Ιουλίου 2009. Το κείμενο μπορεί να αναζητηθεί στο http://www.tideon.org.

————————————————————————–

Μετά τη μεταστροφή μου στην πίστη στο Θεό, διέθεσα σημαντικό χρόνο για να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του. Αισθάνθηκα μια αυξανόμενη λαχτάρα να τον πλησιάσω, και άρχισα να καταλαβαίνω ότι αυτό το πράγμα είναι η προσευχή.

Η προσευχή δεν είναι, όπως πολλοί νομίζουν, μια ευκαιρία για να καταφέρουμε το Θεό να κάνει αυτό που θέλουμε. Η προσευχή είναι ο τρόπος να αναζητήσουμε σχέση με το Θεό, να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε την άποψή Του, για τα ζητήματα που προβληματίζουν τη ζωή μας. Που μας προξενούν αμηχανία, απορία και στενοχώρια.

Ήταν δύσκολη αυτή η σχέση. Όσο περισσότερο καταλάβαινα την παρουσία Του, τόσο η καθαρότητα και η αγιότητά του φαίνονταν απλησίαστα, και τόσο σκοτεινότερες φαινόντουσαν οι δικές μου σκέψεις και πράξεις, μέσα σ’ αυτό το λαμπερό φως.

Άρχισα να συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο την αδυναμία μου να κάνω το σωστό, έστω και για μια ημέρα. Μπορούσα να βρω πολλές δικαιολογίες, αλλά όταν ήμουνα πραγματικά τίμιος με τον εαυτό μου, υπερηφάνεια, απάθεια και οργή νικούσαν τις εσωτερικές μου μάχες. Δεν είχα ποτέ πριν σκεφθεί να αποδώσω στον εαυτό μου το χαρακτηρισμό «αμαρτωλός», αλλά τώρα ήταν οδυνηρά φανερό ότι αυτή η «παλιομοδίτικη» λέξη, από την οποία πριν είχα αποστασιοποιηθεί, ταίριαζε με απόλυτη ακρίβεια.

Μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι που βάθαινε ήλθε το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αισθάνθηκα τη βαθιά σημασία του «Δεύτε πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11,28).

Κατάλαβα ότι η επιθυμία μου να πλησιάσω το Θεό εμποδιζόταν από την υπερηφάνεια και την αμαρτωλότητά μου, που με τη σειρά τους ήταν αναπόφευκτη συνέπεια της εγωιστικής μου επιθυμίας να είμαι αυτεξούσιος. Η πίστη στο Θεό απαιτούσε το θάνατο του εγωισμού για να ξαναγεννηθώ.

Προσπαθώ να μη συμπεριφέρομαι αλαζονικά, επικριτικά και αυτάρεσκα. Σκέπτομαι συχνά την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Οι Ιουδαίοι μισούσαν πολύ τους Σαμαρείτες. Το γεγονός ότι ο Ιησούς παρουσίασε τη συμπεριφορά του Σαμαρείτη ως πιο ενάρετη από αυτή ενός ιερέα και ενός πιστού Ιουδαίου πρέπει να σκανδάλιζε τους ακροατές του. Αλλά η υπέρτατη διδασκαλία του είναι: Αγάπα το Θεό με όλο σου το είναι και τον πλησίον σου, σαν τον εαυτό σου (Ματθ. 22,33). Ο άνθρωπος αναζητεί τη γνώση που θα τον κάνει να διαχειρίζεται τον κόσμο και τα προβλήματά του. Ας ακούσει τον αδελφόθεο Ιάκωβο που μας λέει: «Η άνωθεν σοφία είναι αγνή, ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, γεμάτη έλεος και αγαθούς καρπούς, αμερόληπτη και ανυπόκριτη» (Ιακώβου, 3,17).

Οι ελπίδες μας, οι χαρές μας και το μέλλον του κόσμου μας εξαρτώνται από αυτό.

(Ο Francis Collins, είναι από τους μεγαλύτερους επιστήμονες Γενετικής του κόσμου, διευθυντής του σχεδίου ανθρώπινου γονιδιώματος, των ΗΠΑ, που παρουσίασε από το Λευκό Οίκο την αποκρυπτογράφηση του DNA).

(Πηγή: Εφημ. Απογευματινή-ένθετο «Εκκλησία» τ. 3)

Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: Η Εκκλησία δέχθηκε πόλεμο κακοήθειας

Συγγραφέας: kantonopou στις 18th Σεπτεμβρίου 2011

Για αχαριστία, αγνωμοσύνη και κακοήθεια ορισμένων σε βάρος της μάνας Εκκλησίας έκανε λόγο ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος, απαντώντας εκ νέου σε όλους όσοι τις προηγούμενες ημέρες έσπευσαν να κατηγορήσουν, επί της ουσίας, την Εκκλησία ότι δεν καταβάλει φόρους με αφορμή την εξαίρεση των λατρευτικών χώρων από την έκτακτη εισφορά για τα ακίνητα.
Στο κήρυγμά του, στον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου όπου λειτούργησε, ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε στην δύσκολη περίοδο που αντιμετωπίζουν η χώρα και ο λαός, όπου κυριαρχούν «δυσκολίες, φτώχια, ανεργία, ανασφάλεια, άγχος, φόβος, τρόμος».
«Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, η οποία μας κουράζει όλους και μας δημιουργεί πνεύμα απαισιοδοξίας πολλές φορές για το αύριο, μας κάνει πολλές φορές να είμαστε και μεταξύ μας εριστικοί και δυστυχώς και η μάνα πολλές φορές στο σπίτι το πληρώνει και ο πατέρας με τον χειρότερο τρόπο. Γιατί υπάρχει αγνωμοσύνη» είπε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και πρόσθεσε: « Η μάνα μας η μεγάλη και η τροφός μας είναι η Εκκλησία και έκανε και κάνει και θα κάνει ό,τι μπορεί για τα παιδιά της. Τα παιδιά της πολλές φορές όμως της φέρθηκαν και της φέρονται με αχαριστία και αγνωμοσύνη. Για δείτε τις ημέρες αυτές τι πόλεμο ανοιχτό δέχθηκε η Εκκλησία μας. “Δεν θέλει η Εκκλησία να φορολογείται ενώ φορολογούνται οι άνεργοι”. Είναι κακοήθεια. Η Εκκλησία φορολογείται περισσότερο από τον κάθε πολίτη. Που; Στα αγαθά, στα ακίνητα, στα εισοδήματα που παίρνει από την εκμετάλλευση διαφόρων ακινήτων που έχει. Πληρώνει πολλά περισσότερα απ’ ό,τι οι λαϊκοί. Που την απαλλάσσει το Κράτος; Όχι μόνο την Ορθοδοξία αλλά και τ’ άλλα  θρησκεύματα. Στους λατρευτικούς χώρους. Σε αυτό τον Ναό τον όμορφο του Αγίου Διονυσίου που είμαστε τώρα και σε όλους τους λατρευτικούς χώρους και στα ιδρύματα. Για φανταστείτε να πάει κανείς σε μια στέγη κατακοίτων ή σε μια στέγη παιδιών που έχουν νοητική υστέρηση, και τη φροντίζουν τη στέγη αυτή οι άνθρωποι της Εκκλησίας, και χτίσουν το οικοδόμημα και η Πολιτεία δεν μπορεί να βοηθήσει. Για φανταστείτε λοιπόν να έρθει και να πει και σε αυτό το κτήριο θα σας βάλω τόση φορολογία. Αυτή είναι η διαφορά μας. Ό,τι δίνει στην Εκκλησία εισόδημα, πρέπει ιδίως αυτές τις ώρες να συμμετάσχομε. Ό,τι είναι όμως λατρευτικός χώρος όπως εδώ δεν μπορεί να πληρώνει διότι δεν μπορεί να τα συγκεντρώσει αυτά».
Ο Αρχιεπίσκοπος επικαλέστηκε δύο ιστορικά γεγονότα που μαρτυρούν τη διαχρονική συμβολή της Εκκλησίας στην στήριξη των αγώνων και των αγωνιών του λαού.
Συγκεκριμένα υπενθύμισε την πρωτοβουλία του Επισκόπου Ανδρούσης Ιωσήφ, υπουργού εκκλησιαστικών στα χρόνια του Αγώνα κατά του Οθωμανικού ζυγού, το 1822, ο οποίος βλέποντας να μην έρχεται η οικονομική βοήθεια για την στήριξη της Επαναστάσεως, τους ηγέτες της να παραπαίουν στο διχασμό και το λαό να υποφέρει πρότεινε όπως συγκεντρωθούν όλα τα ιερά σκεύη και τα τιμαλφή από τους Ιερούς Ναούς για να αξιοποιηθούν για την κάλυψη των αναγκών του επαναστατημένου Γένους μας. Και έτσι έγινε και η βοήθεια ήταν ιδιαίτερα σημαντική.
Υπενθύμισε και ένα νεότερο γεγονός που συνέβη το 1980 επί Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ όταν τον επισκέφθηκε αντιπροσωπεία της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών για να του ανακοινώσουν πως μαζί με το Κράτος ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν στην ανέγερση ενός μεγάλου νοσοκομείου της Ανατολικής Αθήνας. Και τότε ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ αποφάσισε μαζί με την Μονή Πετράκη να παραχωρήσουν για τον σκοπό αυτό το οικόπεδο που είχαν στην γωνία Κατεχάκη και Μεσογείων, 339 στρέμματα, για να ανεγερθεί το μεγάλο νοσοκομείο.
«1980-2011, πέρασαν τριάντα χρόνια και το νοσοκομείο δεν φάνηκε. Και το οικόπεδο που βρίσκεται; Δεν είχε υποχρέωση και καθήκον να το ξαναζητήσει πάλι να έρθει στη δική της κυριότητα; Γιατί το είπα αυτό; Το είπα γιατί η Εκκλησία πάντοτε προσέφερε και προσφέρει και αν χρειασθεί θα προσφέρει πάλι. Πιστεύω ότι εκφράζω την θέση των Αρχιερέων της Εκκλησίας και των ευσεβών κληρικών, ότι μια μάνα όταν τα παιδιά της βρίσκονται σε δύσκολη θέση δεν μπορεί να κλείνει τα αυτιά της όπως θέλουν να παρουσιάζουν μερικοί που έχουν τη δύναμη να το παρουσιάζουν. Αλλά αν χρειασθεί η Εκκλησία θα δώσει ό,τι μπορεί. Αλλά όχι όπως παλιά. Τα αμαρτήματα του παρελθόντος και τα παθήματα μας έγιναν μαθήματα. Και έτσι λοιπόν πάλι αν χρειασθεί η Εκκλησία έχει ανοιχτή την αγκαλιά της να δώσει ό,τι μπορεί αλλά με όρους. Με όρους που θα ξέρουμε πως θα ωφεληθεί περισσότερο ο λαός μας. Οι Γιατροί μας λένε και οι χειρουργοί ότι όταν έχουμε φλεγμονή δεν ενδείκνυται να κάνουμε εγχείριση. Πρέπει να ηρεμίσουμε πρώτα. Και στη συνέχεια να κάνουμε την εγχείριση. Ζούμε σε μια εποχή που η φλεγμονή έχει έξαρση. Και πρέπει να βοηθήσουμε όλοι, να βγούμε από τον πανικό και αυτή η φλεγμονή όσο είναι το δυνατόν να υποχωρήσει» τόνισε, μεταξύ άλλων, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.

http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=6901

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: «Όταν η Εκκλησία έδωσε περιουσία, έγινε ληστρική αρπαγή»

Συγγραφέας: kantonopou στις 17th Σεπτεμβρίου 2011

Ηχογραφημένη συζήτηση με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, είχε δημοσιογράφος του ραδιοφωνικού σταθμού του ΣΚΑΙ, σήμερα το πρωί.

Η δημοσιογράφος απευθυνόμενη προς τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, ανέφερε ότι ο κόσμος αγχώνεται για τα χρήματα και σήμερα λόγω των ημερών οι περισσότερες συζητήσεις στρέφονται γύρω από τα χρήματα.

Ο Αρχιεπίσκοπος απαντώντας τόνισε: «Το θέμα που θέσατε είναι φοβερά υπαρξιακό, όσο άνθρωπος ασχολείται με μικρά πράγματα τόσο χαμηλώνει και αυτός.»

«Δεν χορταίνει η ψυχή με χρήματα, όσα της δίνεις τόσα περισσότερα θέλει. Απόδειξη η μανία που έχει πιάσει τους νεοέλληνες, να κάνουμε ένα εξοχικό, να έχουμε ένα ωραίο αυτοκίνητο και μετά έρχεται η κοινωνία κατά τα πρότυπα άλλων κοινωνιών, δεν έχεις χρήματα πάρε μια κάρτα για το δάνειο, μια κάρτα για τις διακοπές, αυτά οδήγησαν σε όλα αυτά που είμαστε σήμερα», πρόσθεσε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.

Επίσης ο κ. Ιερώνυμος τόνισε: «Επομένως η απληστία είναι ένα μεγάλο κακό και η εγωπάθεια και από αυτά υποφέρουμε, αυτά συνδέονται άμεσα με το θέμα του χρήματος».

Ερωτηθείς αν αντιμετωπίζεται η απληστία ο Αρχιεπίσκοπος, μεταξύ άλλων υπογράμμισε ότι «και η απληστία και όλα τα πάθη πρέπει να μπούνε σε θεραπεία, εάν δεν μπούνε σε θεραπεία δεν αντιμετωπίζονται. Και εμείς λέμε η παίρνεις φάρμακο ουσιαστικό και το κόβεις, η βάζεις έμπλαστρο η παίρνεις ασπιρίνη.»

Σε άλλο σημείο ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, σημείωσε ότι «χρειαζόμαστε αλλαγή τρόπου ζωής, γιατί θα ζήσουμε ακόμη χειρότερα πράγματα. Εννοώ την μετάνοια, πρέπει να αλλάξουμε.»

«Οι φόροι είναι ένα αναγκαίο κακό»

Ο Αρχιεπίσκοπος ερωτηθείς για τους φόρους, που επιβάλλονται στο λαό σήμερα τόνισε: «Οι φόροι είναι ένα αναγκαίο κακό, πρέπει να πληρώσουμε τα δανεικά μας. Όλα αυτά που χαλάσαμε και τα παίρναμε από αλλού, τα χρωστάμε αυτά τα πράγματα και πρέπει τώρα να τα δώσουμε. Δεν μπορούμε να χαλάμε περισσότερα από αυτά που κερδίζουμε».

«Η Εκκλησία είναι ένα ωραίο άθλημα για τα ΜΜΕ»

Ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας, αναφερόμενος στη φορολόγηση της Εκκλησίας, γιατί όπως είπε εκεί είναι το θέμα τόνισε: «Η Εκκλησία είναι ένα ωραίο άθλημα για τα ΜΜΕ, και κυρίως δίνει πολύ ωραίο υλικό για διαστροφή».

«Αν διαβάσει κανείς ιστορία θα δει, πως όποτε υπάρχει κρίση, όποτε υπάρχει αδιέξοδο, πρέπει κάποιος να τα πληρώσει και να τα φορτωθεί. Συνήθως η Εκκλησία τα φορτώνεται αυτά…», πρόσθεσε χαρακτηριστικά ο κ. Ιερώνυμος.

Επίσης ο Αρχιεπίσκοπος σημείωσε ότι «λέμε και το ξαναλέμε ότι, η Εκκλησία από τα ακίνητα που έχει και τα οποία προσφέρουν πληρώνει φόρους και πρέπει να πληρώνει.»

«Η Εκκλησία δεν απηλλάγη η Εκκλησία πληρώνει και πρέπει να πληρώνει φόρους, αλλά αυτά που είναι για κοινή λατρεία αν τα φορολογήσουμε θα κλείσουνε»

«Πρέπει να ξεκαθαρίσει αυτό το παραμύθι»

Να σημειωθεί ότι ο Αρχιεπίσκοπος, πρότεινε ένα σχέδιο τονίζοντας: «Πρέπει να ξεκαθαρίσει ποια αυτό το παραμύθι, και έχει ευθύνη και η πολιτεία και η Εκκλησία. Υπάρχει η δεν υπάρχει περιουσία; Τόσο δύσκολο είναι να βρούμε εάν υπάρχει η δεν υπάρχει περιουσία…»

«Δεύτερον.. Ποιος είναι ο σκοπός της Εκκλησιαστικής περιουσίας; Είναι να καλύψει τις ανάγκες και αυτό το υπόλοιπο που μένει να πάει στο λαό. Αλλά πως πάει στο λαό; Εδώ είναι οι όροι που θέτουμε εμείς, η πείρα του παρελθόντος, μας έδειξε πως όποτε η Εκκλησία έδωσε περιουσία, έγινε ληστρική αρπαγή…», ανέφερε ο κ. Ιερώνυμος.

Κλείνοντας ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας, τόνισε: « Η Εκκλησία είναι η Μάνα μας, ότι και αν κάνει η μάνα δεν την πετάμε στο πεζοδρόμιο.»

http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=9232:-q——-q&catid=13

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποιούς πιάνει το «μάτι»;

Συγγραφέας: kantonopou στις 17th Σεπτεμβρίου 2011

Σατανική ενέργεια

Ο φθονερός, όταν βλέπει κάτι το καλό στον άλλο, υποφέρει. Το ίδιο παθαίνει και ο πανούργος διάβολος. Διάβολος και φθονερός φθονούν το καλό του άλλου. Έχουν μεταξύ τους το κοινό αυτό σημείο. Κι ο διάβολος το «εκμεταλλεύεται». Περνά μέσα απ’ αυτό, (=φθόνο) την κακία του σ’ ανθρώπους.

Ο φθόνος δηλ. του φθονερού ανθρώπου είναι αγωγός, απ’ όπου διοχετεύεται στις ανθρώπινες ψυχές το δηλητήριο (=βασκανία) του διαβόλου. «Η βασκανία είναι μία δαιμονική ενέργεια, που γίνεται μέσω των φθονερών ανθρώπων» (Μ. Βασίλειος περί φθόνου, 4), «…απέλασον πάσαν διαβολικήν ενέργειαν, πάσαν σατανικήν έφοδον» (Ευχή εις βασκανίαν).

Κι αυτό σημαίνει: Βασκανία ΔΕΝ είναι ένας λ.χ. συνηθισμένος πονοκέφαλος, ή μια συνηθισμένη ζάλη κλπ., αλλά είναι κάτι το ασυνήθιστο!! Κάτι το φοβερό, το ανυπόφορο, το …σατανικό!!

Είχε κάποιος, (διηγούνται αυτόπτες μάρτυρες) ένα ωραίο άλογο. Το είδε κάποιος (φθονερός) και είπε: «Τι ωραίο άλογο». Και το άλογο δεν άντεξε το «μάτι». Έσκασε, ψόφησε ακαριαία!

Ποιοί έχουν «μάτι»;

Κακό «μάτι» έχει εκείνος, που έχει μέσα του κακία! «απέλασον πάσαν φαρμακείαν των φθοροποιών και φθονερών ανθρώπων» (ευχή εις βασκανίαν).

Γι’ αυτό παλαιότερα, οι αγράμματες γριούλες, όταν έβλεπαν ένα όμορφο παιδάκι, ή άλλο τι ωραίο, το έφτυναν· και έλεγαν: «Να μην αβασκαθεί». Έβγαζαν από μέσα τους (έφτυναν) τον τυχόν κρυμμένο φθόνο.

Ποιούς πιάνει το «μάτι»;

Εφόσον η βασκανία είναι χτύπημα του σατανά στον άνθρωπο, είναι λογικό να «χτυπιόνται» από τη βασκανία, όσοι δεν είναι εφοδιασμένοι με όπλα, που πολεμούν και συντρίβουν το διάβολο («νηστεία» προσευχή εξομολόγηση, Θ. Κοινωνία, θα το δούμε).

Για αυτό:

Τους αγίους δεν τους πιάνει «μάτι».

Τους ιερείς (λόγω της ιερωσύνης τους).

Και τον κάθε χριστιανό, που ζει την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.

«Ξεμάτιασμα»

Και πάλι, εφόσον η βασκανία είναι χτύπημα του σατανά, απαιτείται ειδική προσευχή, που να χτυπά, εξορκίζει το διάβολο.

Η Εκκλησία μας για την περίπτωση αυτή έχει θεσπίσει την ευχή «εις βασκανίαν», που διαβάζεται από ιερέα. Που σημαίνει, πως όταν σε «πιάσει» το μάτι, θα πρέπει να πας στον ιερέα, και μόνο στον ιερέα.

Αμαρτωλό ξεμάτιασμα

Σε έπιασε το «μάτι». Αντί, λοιπόν, να πας στον ιερέα, πας στη γειτόνισσά σου, στη κουμπάρα σου, κ.λ.π., και σου κάνουν ξόρκια! Όμως έτσι αμαρτάνεις και συ, και αυτές που σε ξεματιάζουν. Εσύ, γιατί περιφρόνησες το λειτουργό του Χριστού (τον ιερέα), και κτύπησες ξένες πόρτες, αυτές γιατί πήραν τη θέση του ιερέα.

Μάθε, λοιπόν, πως ο λαϊκός, επειδή στερείται ιερωσύνης, δεν έχει δικαίωμα να σε «σταυρώνει».

Ο πατέρας ή η μητέρα, επειδή είναι πρόσωπα ιερά, και επειδή έχουν εξουσία στα παιδιά τους, μπορούν να «σταυρώνουν» τα παιδιά τους και μόνο τα παιδιά τους.( Το ίδιο ισχύει και για τον παππού ή τη γιαγιά σε σχέση με τα εγγονάκια τους). Όμως και πάλι προσοχή! Θα πρέπει να λένε προσευχές της Εκκλησίας μας και μόνο της Εκκλησίας μας, ( λ.χ. «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ή το «απολυτίκιο» ενός αγίου κ. ά).

Με ποιό, λοιπόν, δικαίωμα σε σταυρώνουν άνθρωποι χωρίς ιερωσύνη; (Και γιατί δεν σταυρώνεσαι από μόνος σου; Άγιο είναι το χεράκι τους;)

Το εξίσου σημαντικό: Ο λαϊκός επειδή δεν έχει ιερωσύνη, δεν μπορεί να κάνει ένα μυστήριο, λ.χ. «ευχέλαιο». Και όμως, η γειτόνισσά σου, η κουμπάρα σου τολμούν (!) και κάνουν «ευχέλαιο». «Αγιάζουν» από μόνες τους το λαδάκι (!), που θα σε …σταυρώσουν!! (Διερωτήθηκες ποτέ, γιατί δεν προτιμούν το λαδάκι του κανδηλιού;).

Και να ήταν μόνο αυτό; Στο «μυστήριό» τους ανακατεύουν λόγια της Εκκλησίας μας με ξένα λόγια (=του διαβόλου). Λες και οι ευχές της Εκκλησίας μας χρειάζονται την ενίσχυση των «ευχών» του διαβόλου!

Λοιπόν, ποιά λόγια θα πιάσουν; Της Εκκλησίας ή του διαβόλου; Είναι δυνατόν να ακούσει ο Κύριος «μαγαρισμένες» προσευχές;

Θα πεις:

-Μα είναι γυναίκες χριστιανές, κάνουν τον σταυρό τους, επικαλούνται το όνομα του Θεού!

-«Γι’ αυτό (απαντά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος) τις αποστρέφομαι! Γιατί χρησιμοποιούν το όνομα του Θεού για να Τον υβρίζουν! Γιατί, λέγοντας πως είναι χριστιανές, κάνουν εκείνα που κάνουν οι ειδωλολάτρες! Και οι δαίμονες ανέφεραν το όνομα του Θεού, αλλά ήταν δαίμονες! Ο Κύριος τους επέπληξε και τους έδιωξε!» (Κατήχησις I΄).

Και πάλι:

Μα μόλις με ξορκίζουν, είμαι μια χαρά!

Μπορεί να είναι ψυχολογικό.

Μπορεί και να σε έκανε ό διάβολος καλά, φυσικά για το κακό σου…

Διδακτικό περιστατικό

Στις 2.3.1998 ο πατρινός κ. Ε., μου ανέφερε, κάτι που συνέβη στον ίδιο, πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια.

Από 14 ετών οι δικοί του κάθε τόσο τον πήγαιναν σε μια κυρία για «ξεμάτιασμα».

Όμως το συνεχές «ξεμάτιασμα» έδωσε «λαβή» στο διάβολο. Άρχισε τώρα και ο ίδιος (κ. Ε.) να έχει «μάτι», να «αβασκαίνει». Όποιον θαύμαζε, του συνέβαινε κακό. Έβλεπε λ.χ γυναίκα να περπατά, αμέσως η γυναίκα σκόνταφτε και έπεφτε.

Το 1983, Μ. Πέμπτη βράδυ, παρακολουθούσε την ακολουθία των αγίων Παθών στον ι. ναό αγίου Σπυρίδωνος Αιγάλεω. Ξαφνικά ένοιωσε ζάλη. Θόλωσε το μυαλό του. Έβλεπε το εκκλησίασμα να χάνεται από μπροστά του. Ταυτόχρονα τον έπιασε κρύος ιδρώτας. Δεν άντεξε. Βγήκε έξω.

Τον ακολούθησε «κατά πόδας» (έξω, στην αυλή) μια γνωστή κυρία (που ξεμάτιαζε…). Τον πλησίασε και του είπε: «Τί έπαθες, Ε;». Και άρχισε να τον ξεματιάζει, διαβάζοντας κάτι παράξενες «ευχές»(επικλήσεις δαιμόνων).

Στην «ιερή» (=δαιμονική) αυτή στιγμή, ο κ. Ε. παρατήρησε κάτι, που τον συγκλόνισε!

Η όψη της κυρίας αλλοιώθηκε! Το βλέμμα της ήταν απαίσιο! Ταυτόχρονα την «έπιασε» ένα παράξενο χασμουρητό! Το στόμα της θύμιζε στόμα άγριου θηρίου! Στο τέλος έβγαλε από την κοιλιά της ένα φυλακτό». «Πάρτο (του είπε), φόρεσέ το και δεν θα σε ξαναπιάσει».

Και με τις σατανικές της επικλήσεις (=βοήθεια του διαβόλου) ο ασθενής έγινε καλά…

Ο κ. Ε., μετά απ’ αυτό, εξομολογήθηκε, και ησύχασε. Αλλά, και έπαψε να αβασκαίνει».

(Αρχ. Βασιλείου Μπακογιάννη, «Διάβολος, Μάγια, Μέντιουμ»)

Θησαυρός Πνεύματος και Ευσεβείας

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ιερά Σύνοδος για το έκτακτο τέλος

Συγγραφέας: kantonopou στις 17th Σεπτεμβρίου 2011

Η Εκκλησία της Ελλάδος, ελπίζουσα ότι ο δημοσιογραφικός θόρυβος, ο οποίος προκλήθηκε χθες σχετικώς προς την φορολόγηση της Εκκλησίας, οφείλεται σε έλλειψη λεπτομερούς ενημερώσεως όσων τον προκαλέσαν, επιθυμεί να ενημερώσει δημοσίως ότι η Εκκλησία της Ελλάδος, οι Ιερές Μητροπόλεις με τα εκκλησιαστικά τους ιδρύματα, οι Ιερές Μονές και οι Ενορίες, οι οποίες είναι ξεχωριστά μεταξύ τους νομικά πρόσωπα, καταβάλλουν κάθε χρόνο στις κατά τόπους Δ.Ο.Υ. τις παρακάτω νομοθετημένες φορολογικές υποχρεώσεις τους:

1. Φόρο επί των κατ’ έτος μισθωμάτων, που εισπράττουν από ακίνητα, με συντελεστή 20% επί της αξίας τους,

2. Συμπληρωματικό φόρο επί των εισοδημάτων τους από οικοδομές και εκμισθώσεις γαιών με συντελεστή 3%,

3. Προκαταβολή του φόρου (για το επόμενο έτος) με συντελεστή 55% επί της αξίας του παραπάνω συμπληρωματικού φόρου,

4. Φόρο επί της ακινήτης περιουσίας τους με συντελεστή 3‰ επί της αντικειμενικής αξίας τους (εκτός εάν πρόκειται για οικοδομήματα λατρευτικής, εκπαιδευτικής, θρησκευτικής η κοινωφελούς χρήσεως π.χ. Ι. Ναοί, γηροκομεία, χώροι συσσιτίων),

5. Φόρο επί των κληρονομιών και δωρεών με συντελεστή 0,5% επί της αξίας τους,

6.Τέλος χαρτοσήμου και δικαιώματα ΟΓΑ συνολικού ποσοστού 2,40% επί κάθε χρηματικής παροχής πιστών προς τους Ι. Ναούς λόγω ιεροπραξιών.

Επίσης τα παραπάνω νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας παρακρατούν και αποδίδουν στις Δ.Ο.Υ. τα παρακάτω φορολογικά έσοδα :

1. Φόρο μισθωτών υπηρεσιών για τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους και συνεργάτες τους, που αμείβονται από τον προϋπολογισμό τους,

2. Φ.Π.Α. με τους προβλεπομένους συντελεστές για υπηρεσίες και αγαθά,

3. Φόρο εισοδήματος με συντελεστή 8% σε όλα τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών,

4. Φόρο εισοδήματος με συντελεστή 4% σε όλα τα δελτία αποστολής αγαθών και με συντελεστή 1% για τα υγρά καύσιμα.

Τέλος, η Εκκλησία της Ελλάδος επιθυμεί να τονίσει αφ’  ενός ότι η απαλλαγή από τον φόρο ακινήτης περιουσίας για τα ακίνητα λατρευτικής, θρησκευτικής και κοινωφελούς χρήσεως ισχύει από το έτος 2008 για όλα τα θρησκεύματα και δόγματα, που έχουν ακίνητη περιουσία εντός Ελλάδος και αφ’ ετέρου ότι, παρότι τα έσοδά Της προέρχονται μέχρι σήμερα από το υστέρημα πιστών και χρησιμοποιούνται για την συντήρηση των θρησκευτικών και κοινωφελών Της ιδρυμάτων, ουδέποτε ζήτησε κάποια άνιση φορολογική μεταχείριση σε σχέση με τους υπολοίπους φορολογούμενους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς της Χώρας.

Εκ της Ιεράς Συνόδου

της Εκκλησίας της Ελλάδος

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Μάτιασμα». Πρόληψη και δεισιδαιμονία.

Συγγραφέας: kantonopou στις 16th Σεπτεμβρίου 2011

Παρερμηνείες της βασκανίας

Από τους χρόνους της αρχαιότητας η βασκανία συνδέθηκε και μ’ αυτό που σήμερα αποκαλούμε «μάτιασμα». Σήμερα μάλιστα όταν ακούμε τη λέξη βασκανία αμέσως εννοούμε μόνον το μάτιασμα και τίποτε άλλο. Πρόκειται για μια παλιά πρόληψη και δεισιδαιμονία ότι ο κακός με το βλέμμα του και μόνο μπορεί να βλάψει τον φθονούμενο. Αυτό φυσικά δεν είναι σωστό, και η Εκκλησία μας δεν το παραδέχεται. Βεβαίως η Εκκλησία έχει ευχές που κάνουν λόγο για «βάσκανον οφθαλμόν». Οι αναφορές αυτές εξηγούνται εύκολα, χρειάζεται όμως μια προσοχή, για να μην υπάρξουν παρανοήσεις. Η φράση «βάσκανος οφθαλμός» προέρχεται από την Αγία Γραφή και σημαίνει το φθονερό άνθρωπο, τον κακό, τον ανελεήμονα, τον άσπλαχνο, ενώ το αντίθετο, «καλό μάτι», σημαίνει τον καλόν άνθρωπο, τον εύσπλαχνο, τον ψυχόπονο. Ας μη ξεχνάμε ότι στα αρχαία ελληνικά το μάτι λέγεται και όψις, και ότι στην Αγία Γραφή «μάτι» και «όψις» και «οφθαλμός» και «είδος» λέγεται και η εμφάνιση του ανθρώπου, το παρουσιαστικό του, και ο όλος άνθρωπος. Κατ’ αρχάς εννοείται ότι, ο φθονερός άνθρωπος όταν δει το θύμα του και το φθονήσει, αυτό είναι η ρίζα του κακού που μπορεί να ακολουθήσει. Επομένως αυτή η φθονερή ματιά, είναι από όλους ανεπιθύμητη. Στην συνέχεια η φράση «βάσκανος οφθαλμός» επεκτάθηκε στους ανθρώπους που σαν υποχείρια του σατανά ασχολούνται με μαγείες, μαντείες, ξόρκια και όλα τα σχετικά. Έτσι λοιπόν ξεκαθαρίζονται τα πράγματα πως η Εκκλησία μας από τη μια δεν παραδέχεται το μάτιασμα και από την άλλη αναφέρεται στις ευχές της εναντίον της βασκανίας. Δεν πρόκειται για αντίφαση, αλλά για διαχωρισμό δυο διαφορετικών πραγμάτων. Σε αντίφαση και σύγχυση βρίσκονται όσοι λεγόμενοι Χριστιανοί από τη μια κάνουν το σταυρό τους και από την άλλη τρέχουν σε ξόρκια και μάγια. Βασκανία εννοεί η Εκκλησία τον φθόνο και το κακό που κάνουν κάποιοι κινούμενοι από φθόνο· το κακό αυτό μπορεί να είναι μία βλαπτική πράξη ή μία συκοφαντία ή μία κατάρα ή μία δαιμονική ενέργεια ή επίδραση. Η Εκκλησία δεν δέχεται ότι η απλή ματιά ενός ανθρώπου μπορεί από απόσταση να προκαλέσει με μαγικό τρόπο κακό σε κάποιον άλλο. Είναι απαράδεκτες για ανθρώπους της Εκκλησίας οι προλήψεις και δεισιδαιμονίες ότι κάποιος είναι βάσκανος, μόνο και μόνο επειδή γεννήθηκε την τάδε μέρα ή επειδή έχει στο πρόσωπο του κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ή ότι κάποιος είναι ιδιαίτερα επιρρεπής στη βασκανία (ότι δηλαδή «ματιάζεται» εύκολα), ή ότι μπορεί να αισθανθεί άσχημα και αδιάθετος, επειδή τάχα κάποιος τον «μάτιασε», και άλλες τέτοιες αηδίες

Δεν θα κάνουμε επομένως καμιά αναφορά στο λεγόμενο «ξεμάτιασμα», που γίνεται από λαϊκούς ανθρώπους (όπως επικλήσεις, χειρονομίες, χάνδρες κλπ.), οι οποίοι εμπειρικώς τα μαθαίνουν από άλλους και εμπειρικά τα εφαρμόζουν και κανείς δεν γνωρίζει το «πώς» και το «γιατί», αφού είναι σκοτεινή και άδηλη και ανεξερεύνητη η προέλευση αυτού του «ξεματιάσματος». Και δεν έχει σχέση με τη διδασκαλία της Εκκλησίας και προφανώς προέρχεται από λαϊκές και παλιές ειδωλολατρικές δοξασίες και πρακτικές ακαθόριστες, γι’ αυτό και είναι απαράδεκτες ανάμεσα στους πιστούς και δεν τιμούν τη σύγχρονη «προοδευτική» εποχή μας. Είναι εκδηλώσεις άγνοιας και απιστίας και παγανισμού.

Η Εκκλησία θέλοντας να βοηθήσει τα μέλη της συμπεριφέρεται με πολλή συγκατάβαση και περιέλαβε στις ευχές της τις σχετικές με τη βασκανία λέξεις, αλλά τους έδωσε το σωστό νόημα. Δυστυχώς πολλές φορές παρατηρείται η εσφαλμένη λαϊκή δοξασία να επικρατεί, να επιβάλλεται και σιγά-σιγά να αλλοιώνει τη γνήσια ορθόδοξη διδασκαλία, σε σημείο άλλα να λέμε και άλλα να καταλαβαίνουμε.

Η Εκκλησία τη βασκανία με την έννοια της εξ αποστάσεως φθοροποιού μαγικής επιδράσεως μόνο με το βλέμμα (που μπορεί καμιά φορά να συνοδεύεται και από κάποιο λόγον ή ενδόμυχη σκέψη θαυμασμού ή φθόνου) τη θεωρεί, δεισιδαιμονία. Οι εκκλησιαστικοί συγγράφεις και οι πατέρες της Εκκλησίας δεν αρνούνται την πραγματική βασκανία, δηλαδή τον φθόνο και τις βλαπτικές ενέργειες που εκπορεύονται από αυτόν. Ειδικά μάλιστα τις περιπτώσεις βασκανίας που δεν έχουν εμφανή τη προέλευσή τους τις αποδίδουν στην επήρεια του πονηρού. Γενικά θεωρούν τη βασκανία ως έργο του διαβόλου και πράξη φθόνου. Ο Μέγας Βασίλειος έγραψε και λόγο «περί φθόνου και βασκανίας». Η Εκκλησία συνέθεσε και ειδική ευχή κατά της βασκανίας, με την έννοια του φθόνου.

Με όσα αναφέραμε και εξηγήσαμε μέχρι εδώ ξεκαθαρίζεται το θέμα της βασκανίας από ορθόδοξη άποψη. Επίσης εξηγούνται και εκφράσεις όπως «η βασκανία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποβεί θανατηφόρος», δεν εννοείται ότι κάποιος μπορεί με το βλέμμα του να σκοτώσει έναν άλλο (αυτό είναι ανόητη, μαγική, ειδωλολατρική και αντιχριστιανική αντίληψη), διότι τότε θα είχαν φονευθεί οι μισοί άνθρωποι της γης χωρίς πολέμους και εγκλήματα και φονικά όπλα, αλλά εννοείται ότι αυτός που φθονεί και μισεί τον συνάνθρωπό του σε μερικές περιπτώσεις είναι δυνατόν να τον εξοντώσει και σωματικά. Σχεδόν πάντοτε ο φθονερός προσπαθεί να εξοντώσει το θύμα του ηθικά-ψυχικά, γι’ αυτό ο κατ’ εξοχήν βάσκανος και φθονερός διάβολος ονομάζεται και ανθρωποκτόνος και μισάνθρωπος.

Μέσα προστασίας

Όσοι άνθρωποι αισθανθούν οι ίδιοι ή κάποιος δικός τους την επήρεια της βασκανίας, πρέπει να τρέχουν στον πνευματικό ιερέα να τους σταυρώσει με το σταυρό, που έχει μεγάλη δύναμη κατά των πονηρών πνευμάτων, και να τους διαβάσει την ειδική ευχή κατά της βασκανίας.

Πολλοί άνθρωποι επινόησαν κατά της βασκανίας διάφορα μέσα, όπως τα φυλαχτά, για να τα φοράνε όσοι βασκαίνονται. Η Εκκλησία προσπαθώντας να προφυλάξει τα μέλη της από κάθε πλάνη δεν επιτρέπει στους Χριστιανούς να χρησιμοποιούν αυτά τα φυλαχτά (χάντρες, φύλλα, λουλούδια, εκκλησιαστικά αντικείμενα και λοιπά), γιατί όλα αυτά προϋποθέτουν μια μαγική αντίληψη λειτουργίας και προστασίας, τελείως αντιχριστιανική. Επίσης απαγορεύεται να χρησιμοποιούνται διάφορα «εξορκιστικά» λόγια κατά του «ματιάσματος» από άντρες ή γυναίκες, γιατί όλα αυτά τα «λαϊκά» μέσα και οι σχετικές αντιλήψεις και δεισιδαιμονίες είναι είδος μαγείας και παγανισμού, όπως αναφέρει και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο βιβλίο του «Χρηστοήθεια των Χριστιανών». Κάθε άλλο πέρα από τις ευχές της Εκκλησίας αποτελεί άρνηση της πίστεως· κάθε άλλο «ξόρκι» απομακρύνει από τον άνθρωπο τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τον αφήνει ανίσχυρο μπροστά στις «μεθοδείες του πονηρού». Όποιος χρησιμοποιεί «ξόρκια» και «φυλαχτά» και «χαϊμαλιά» είτε για τον εαυτό του είτε για δικούς του ανθρώπους, πρέπει να ξέρει ότι έτσι μολύνει το βάπτισμά του, δείχνει απιστία και ασέβεια προς το Θεό, και επομένως αντί να προστατεύεται από το κακό, παραδίδει τον εαυτό του σε μισάνθρωπες επιρροές.

Υπάρχουν βέβαια τα χριστιανικά φυλαχτά της Εκκλησίας, τα οποία μπορούν και πρέπει να μεταχειρίζονται οι πιστοί. Πολύ αποτελεσματικό φυλαχτό είναι ο σταυρός, που πρέπει να φοράνε όλοι οι Χριστιανοί, γιατί οι δαίμονες φοβούνται τη δύναμή του, γιατί είναι το φυλακτήριο όλου του κόσμου.

Υπάρχουν βέβαια και άλλα μέσα της πίστεως μας, με τα οποία επικαλούμαστε τη δύναμη του μεγάλου Θεού και μπορούμε να αποτρέψουμε κάθε κακό. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι κανένα αγιαστικό μέσο της Εκκλησίας δεν μας βοηθά χωρίς μία απαραίτητη προϋπόθεση, την πίστη. Πρέπει να έχουμε πίστη σταθερή και ακλόνητη και χωρίς αμφιβολίες στο Κύριο μας Ιησού Χριστό και στη διδασκαλία του. Και αυτή η πίστη μεταφράζεται σε έργα, τα οποία είναι η πίστη στα θεόπνευστα λόγια της Αγίας Γραφής· το να εφαρμόζουμε και να ακολουθούμε τις εντολές του Θεού στη ζωή μας, το να εκκλησιαζόμαστε τακτικά, η θερμή προσευχή, να εξομολογούμαστε συχνά, και να κοινωνούμε. Τότε βεβαίως κανένα κακό, καμία επιβουλή, καμία βασκανία δεν μπορεί να μας βλάψει, και κυρίως δεν μπορεί να μας απομακρύνει από την πίστη και από τη σωτηρία της ψυχής μας. Με την προσευχή επικοινωνούμε με το Θεό. Με την εξομολόγηση απαλλασσόμαστε από τις αμαρτίες μας, οι οποίες είναι βάρος στη ψυχή μας και τείχος που εμποδίζει τη χάρη του Θεού να μας αγιάσει και να μας προστατέψει. Με τη θεία κοινωνία ενωνόμαστε με τον ίδιο το Θεό και γινόμαστε και εμείς «θεοί κατά χάριν». Αυτά είναι τα κυριότερα αγιαστικά μέσα και φυλαχτά που με πολλή αγάπη προσφέρει η μητέρα Εκκλησία σε κάθε παιδί της, πιστό μέλος της. Από αυτά ξεκινώντας και με τις συμβουλές πάντοτε του πνευματικού μας πρέπει να χρησιμοποιούμε και τα υπόλοιπα, το σημείο του Σταυρού, τις ευχές από τον ιερέα, τον μικρό και τον μεγάλο αγιασμό και λοιπά. Προσοχή λοιπόν και μακριά από κάθε τι που δεν είναι εκκλησιαστικό μέσο αγιασμού· προσοχή και από κάποια φυλαχτά που ορισμένοι επιτήδειοι παρουσιάζουν ως «της εκκλησίας», με σακουλάκια, φυλλαράκια, ξόρκια, χαρτάκια, ψωμάκια, πανάκια και τα όμοια, διότι έτσι ξεγελούν τους απλούστερους και εκμεταλλεύονται το θρησκευτικό συναίσθημα και την ανασφάλεια πολλών, με σκοπό τη βεβήλωση της πίστης και τον προσπορισμό εύκολου πλουτισμού.

(Β.Σ.Βασιλοπούλου, «Η βασκανία στη ζωή μας», εκδ. «Αποκάλυψις» 2003- αποσπάσματα).

Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγία Γραφή και Ιερά Παράδοση

Συγγραφέας: kantonopou στις 5th Σεπτεμβρίου 2011

του π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου (†)

Όταν κάνουμε λόγο για την αγία Γραφή και την ιερή παράδοση δεν εννοούμε δύο ξεχωριστά ή αντίθετα πράγματα, αλλά ένα αρμονικό όλο· την όλη αποκάλυψη του Θεού για χάρη της σωτηρίας του ανθρώπου.

Ο Μ. Βασίλειος συνοψίζει αυτή τη διδαχή της Ορθοδοξίας με τα ακόλουθα λόγια:

«Από τα δόγματα και τας αληθείας που διαφυλάσσει η Εκκλησία, άλλα μεν τα έχομε πάρει από τη γραπτή διδασκαλία, άλλα δε, που μυστικά έφθασαν μέχρις εμάς, τα εκάναμε δεκτά από την παράδοση των αποστόλων. Και τα δύο έχουν την ίδια σημασία για την πίστη. Και κανείς από όσους έχουν ακόμη και μικρή γνώση των Εκκλησιαστικών θεσμών δεν θα προβάλει αντίρρηση σ’ αυτά… Γιατί αν επιχειρήσουμε να εγκαταλείψουμε όσα από τα ”έθη” είναι άγραφα, γιατί δήθεν δεν έχουν μεγάλη σημασία, χωρίς να το καταλάβουμε, θα ζημιώναμε το ευαγγέλιο στην ουσία του ή μάλλον θα μετατρέπαμε το ευαγγέλιο σε “κενόν νοήματος όνομα”».

Ο Μ. Βασίλειος δεν παραλείπει να αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα από τα «έθη» της Εκκλησίας στην εποχή του, τα οποία κανείς δεν αμφισβητούσε και όμως δεν βρίσκονταν σε καμμία γραπτή παράδοση:

«Λόγου χάρη (για να θυμηθώ το πρώτο και πιο συνηθισμένο από όλα), ποιος εδίδαξε γραπτώς ότι όσοι ελπίζουν στο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτή την πίστη με το να κάνουν το σημείο του σταυρού; Το να στρεφόμαστε προς ανατολάς κατά την προσευχή, ποιο γραπτό κείμενο μας το δίδαξε; Τους λόγους της Εκκλησίας κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας ευχαριστίας και του ποτηρίου, ποιος από τους αγίους μας τους άφησε γραπτώς; Δεν αρκούμεθα ασφαλώς σ’ αυτά που οι απόστολοι ή το ευαγγέλιο μνημονεύουν, αλλά προ της ευχαριστίας και μετά από αυτήν λέγομεν και άλλα, γιατί διδαχθήκαμε από την άγραφη διδασκαλία πως έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του μυστηρίου».

Αλλά ο ίδιος πατέρας της Εκκλησίας αναφέρεται και στην τέλεση άλλων ιερών μυστηρίων. «Ευλογούμε», λέγει, «επίσης και το νερό του βαπτίσματος και το έλαιο του χρίσματος και ακόμη και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποία γραπτά κείμενα τα πήραμε αυτά; Δεν τα γνωρίζουμε από την σιωπηρή και μυστική παράδοση;… Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτή τη διδασκαλία που κρατήθηκε μυστική και δεν δημοσιεύθηκε, την οποία οι πατέρες μας διατήρησαν με σιγή, χωρίς να την πολυερευνήσουν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθά είχαν μάθει ότι πρέπει με σιωπή να προστατεύουμε τη σεμνότητα των μυστηρίων;».

Αυτή η διατήρηση «εν σιωπή» ήταν στο φρόνημα των αποστόλων και αναφερόταν στη σωστή στάση των πιστών απέναντι στο μυστήριο του Θεού.

«Οι απόστολοι και οι πατέρες που έθεσαν από την αρχή στην Εκκλησία θεσμούς, επιδίωκαν να διαφυλάξουν τη μυστικότητα. Άλλωστε αυτό που εύκολα πληροφορείται ο οποιοσδήποτε παύει να είναι μυστήριο· αυτό είναι το νόημα της άγραφης παράδοσης», καταλήγει ο Μ. Βασίλειος. Όμως στη συνέχεια επανέρχεται, φέρει σαν παράδειγμα την ομολογία κατά το ιερό βάπτισμα και γράφει:

«Την ομολογία της πίστης στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα από ποία γραπτή παράδοση την έχουμε; Γιατί, αν με βάση την παράδοση του βαπτίσματος θέτουμε σαν ουσιαστικό στοιχείο του βαπτίσματος την ομολογία, από συνέπεια στην ευσέβεια, αφού όπως βαπτιζόμαστε έτσι οφείλουμε να πιστεύουμε, ας μας επιτρέψουν από συνέπεια πάλι στην ευσέβεια, να προσφέρουμε τη δοξολογία με τρόπο όμοιο προς την πίστη. Αν όμως απορρίπτουν αυτό τον τρόπο της δοξολογίας σαν άγραφο, τότε ας μας παρουσιάσουν γραπτές αποδείξεις και για την ομολογία της πίστης και για τα άλλα που αναφέραμε».

Δεν υπάρχει λοιπόν αξιολογική διαφορά ανάμεσα στη γραπτή και άγραφη αποκάλυψη του Θεού, ανάμεσα στη γραπτή και άγραφη παράδοση της Εκκλησίας, που ανάγεται στους πρώτους εκκλησιαστικούς αιώνες και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής της Εκκλησίας διά μέσου των αιώνων.

Υπογραμμίζουμε πως το ευαγγελικό μήνυμα φυλάσσεται και μεταδίδεται από την Εκκλησία. Οι Απόστολοι εμπιστεύθηκαν τη διδαχή του Χριστού στους ποιμένες της Εκκλησίας, που βρίσκονται σε αδιάσπαστη αποστολική διαδοχή και εγγυώνται για την καθαρότητα και την ασφαλή μετάδοση αυτής της διδαχής στις επερχόμενες γενεές. Αυτή η «παράδοση» ή «παρακαταθήκη» που παρελήφθη «άπαξ» από τους αγίους και μεταδίδεται χωρίς «χάσματα» και «διακοπές» από γενεά σε γενεά δεν αποτελεί «εντάλματα ανθρώπων», αλλά είναι το αποτέλεσμα της συνεχούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία που έχει κεφαλή τον Χριστό.

Ο Χριστός δεν ήλθε να γράψει βιβλία, αλλά να οδηγήσει τα διασκορπισμένα τέκνα του Θεού σε ενότητα υπό τον ίδιο σαν Κεφαλή. Αυτό ήταν και το βασικό μήνυμα της Παλαιάς Διαθήκης, που κατανοείται ορθά με κέντρο το πρόσωπο του ερχόμενου μεσσία. Για τους χριστιανούς το νέο, το κεντρικό γεγονός δεν είναι η σύνταξη κάποιων βιβλίων, που ονομάσθηκαν Καινή Διαθήκη, αλλά το ίδιο το γεγονός της εν Χριστώ σωτηρίας. Οι απόστολοι έλαβαν την εντολή να «αυξήσουν» το σώμα του Χριστού κτίζοντας πάνω στο ένα θεμέλιο, τον Χριστό· δεν ήταν έργο τους να γράψουν βιβλία. Αλλά και τα κείμενα που έγραψαν συγκεντρώθηκαν μετά το θάνατό τους από την ίδια την Εκκλησία και συγκρότησαν τον κανόνα της Καινής Διαθήκης. Ήταν κείμενα περιπτωσιακά, προϋπέθεταν το προφορικό κήρυγμα και δεν το καθιστούσαν περιττό, ούτε το αντικαθιστούσαν.

Ο «Κανόνας» της Καινής Διαθήκης (ο κατάλογος των βιβλίων που ανήκουν στην Καινή Διαθήκη) δεν γίνεται κατανοητός χωρίς την ιστορική πορεία της Εκκλησίας. Χωρίς την Εκκλησία δεν μπορούμε με πειστικότητα να απαντήσουμε στο ερώτημα ποια βιβλία ανήκουν στην Αγία Γραφή και για ποιο λόγο, ούτε μπορούμε να προχωρήσουμε στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής χωρίς κίνδυνο να δημιουργούνται ατέλειωτες ξεχωριστές ομάδες, σχίσματα και αιρέσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη σωτηρία του ανθρώπου.

Όλες οι αιρετικές ομάδες, που προβάλλουν διαφορετικό «Κανόνα» της Γραφής ή που αποκλίνουν από την αλήθεια της αγίας Γραφής οφείλουν τις κακοδοξίες τους σ’ αυτό τον ένα λόγο: Απέρριψαν την Εκκλησία και αποκόπηκαν από την κοινωνία με αυτήν. Έτσι έχασαν το σταθερό μέτρο κρίσεως και το σημείο αναφοράς που θα τους εξασφάλιζε την κοινωνία «μετά πάντων των αγίων» και την μετοχή στην σωτήρια πίστη που παραδόθηκε «άπαξ» στους αγίους (Ιούδα 3). Όταν κανείς απορρίψει την Εκκλησία, γίνεται ο ίδιος σημείο αναφοράς και μέτρο κρίσεως· αυτόματα πέφτει θύμα της υποκειμενικής πλάνης· μετατίθεται σε «άλλο ευαγγέλιο» (Γαλ. α’ 6-8).

Αν ο άνθρωπος διατηρούσε την καθαρότητα της καρδιάς του ο Θεός θα συνέχιζε να επικοινωνεί με περισσότερο άμεσο τρόπο με τον άνθρωπο, δεν θα χρειαζόταν ο γραπτός λόγος. Αυτό σημαίνει πως τα βιβλία της αγίας Γραφής δόθηκαν σαν είδος φαρμάκου, που πρέπει να χρησιμοποιεί ο ασθενής άνθρωπος. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως ο γραπτός λόγος απομονώνεται και απολυτοποιείται, γιατί είναι μέρος της «παρακαταθήκης», όχι το όλον. Η ιερή παράδοση της Εκκλησίας είναι το όλον και αυτή δεν νοείται έξω από την Εκκλησία.

Πρόκειται για την ιερή μνήμη της Εκκλησίας, για την κοινή εμπειρία «πάντων των αγίων» όχι για εντάλματα ανθρώπων. Είναι η αποστολική διαδοχή, που συνδέεται άμεσα με την αποστολική διδαχή και εκφράζεται σαν κοινή συνείδηση της Εκκλησίας, με «στόμα» τις οικουμενικές συνόδους.

Απόσπασμα από το βιβλίο του «Ή Ορθοδοξία μας».

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟΣ   ΤΕΥΧΟΣ 31

http://www.impantokratoros.gr/agia-grafh-iera-paradosh.el.aspx

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ξέρω τι είναι η Εκκλησία;

Συγγραφέας: kantonopou στις 4th Σεπτεμβρίου 2011

άρθρο του Ιερομ. Ευσέβιου Βίττη

Λέω πως ξέρω τι είναι η Εκκλησία. Όσο φυσικά δεν συνειδητοποιώ το ζήτημα αυτό. Μόλις όμως καθίσω να το σκεφτώ στα σοβαρά, βλέπω πως δυσκολεύομαι να πω τι είναι η Εκκλησία. Μα πριν από λίγο ακριβώς έλεγα πως ήξερα! Τι να συμβαίνει άραγε;Γιατί τώρα δεν μπορώ να προβώ σε κάποια διατύπωση; Γιατί απλούστατα υπάρχουν κάποια αίτια που δεν με αφήνουν να έχω καθαρή εικόνα μέσα μου του τι είναι η Εκκλησία. Και ό,τι δεν είναι αποσαφηνισμένο μέσα μου, δε βρίσκω λέξεις να το διατυπώσω και να το εκφράσω με τρόπο σαφή και πειστικό. Είναι επόμενο αυτό.

Και ποια μπορεί να είναι τα αίτια αυτά, που αν τα προσέξω, ασφαλώς μπορώ να τα εξουδετερώσω, να τα βγάλω από τη μέση, γιατί από μένα εξαρτάται αυτό; Ας επιχειρήσω να κάνω μια πρόχειρη έρευνα. Τι βρίσκω; Πολλά πράγματα. Να, κάτι που καταρχήν ανακαλύπτω,

Την άγνοια μου. Λέω πως ξέρω τι είναι η Εκκλησία. Ας φανώ όμως ειλικρινής τουλάχιστον έναντι του ίδιου του εαυτού μου. Πότε, αλήθεια, ασχολήθηκα στα σοβαρά για να μάθω τι είναι η Εκκλησία; Δεν εννοώ φυσικά, αν ξέρω ποιος είναι ο Μητροπολίτης της Μητροπόλεώς μας ή ο ιερέας της ενορίας μας ούτε φυσικά οι επίτροποί της και οι όποιοι άλλοι, που έχουν κάποιες ευθύνες, μικρές ή μεγάλες, μέσα στην ενορία. Πώς να ξέρω λοιπόν κάτι που μ’ αυτό δεν ασχολήθηκα ποτέ; Το περίεργο δε μ’ εμένα είναι ετούτο αν με ρωτήσουν π.χ. για ηλεκτρονικά ζητήματα, που έχουν τόση πέραση σήμερα, για θέματα σχετικά με δορυφόρους που στέλνονται στο διάστημα, για τα σχετικά με τους μικροϋπολογιστές κλπ κλπ, δεν θα δίσταζα να πω πως δεν έχω να πω τίποτα το σοβαρό ή το σημαντικό, αν δεν ασχολήθηκα ποτέ με τα θέματα αυτά. Ομολογώ την άγνοιά μου χωρίς περιστροφές. Προκειμένου όμως για την Εκκλησία δυσκολεύομαι να πω πως δεν ξέρω. Προτιμώ να φαίνομαι πως ξέρω, πως έχω γνώμη κι ας μην ξέρω, κι ας είναι η γνώμη μου γελοία, παρά να πω πως δεν ξέρω, πως έχω κυριολεκτικώς μεσάνυχτα για το ζήτημα αυτό. Δεν είμαι περίεργος; Και πολύ μάλιστα!

Βέβαια ως κοινωνικός άνθρωπος που είμαι κάτι έχω ακούσει, κάτι πήρε το μάτι μου σε κάποιο κείμενο για το θέμα αυτό. Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει και με την τέχνη, με τις διάφορες επιστήμες, με τεχνικά ζητήματα, με οικονομικά θέματα, με διεθνή προβλήματα κλπ κλπ; μήπως και για ‘κείνες τις περιοχές δεν συνέβη κάτι να άκουσα, κάτι να έχω αντιληφθεί; Όμως για τις περιοχές εκείνες δεν φοβούμαι να ομολογήσω την άγνοιά μου ή, αν πω κάτι, να το πω με κάθε επιφύλαξη. Στο ζήτημα όμως που γι’ αυτό μιλάμε, για την Εκκλησία, δεν δυσκολεύομαι να έχω γνώμη για ό,τι σχετικό μ’ αυτό, να κόβω και να ράβω, να λέω ανεξέλεγκτα ό,τι μου καπνίσει, έστω κι αν αυτά που λέω είναι καθαρές αρλούμπες και ανοησίες, για να μην τα χαρακτηρίσω βαρύτερα. Πώς το κάνω αυτό; Ίσως για να μη φανώ ακατατόπιστος ή ίσως γιατί περί Εκκλησίας τα θεωρώ αμπέλι ξέφραγο, όπου μπορώ να μπαίνω και να βγαίνω ανεμπόδιστα και να λέω ό,τι μου καπνίσει και ό,τι μου έρθει στο κεφάλι; Δεν αποκλείω τίποτα.

Και σε ρωτώ εαυτέ μου, πότε κάθισες να ασχοληθείς στα σοβαρά με το θέμα αυτό; Πόσες φορές καταπιάστηκες με σοβαρές και υπεύθυνες μελέτες γύρω από το θέμα αυτό για απλό, έστω, κατατοπισμό, γιατί, όπως θα σου δείξει η σχετική ενασχόληση με το θέμα αυτό, άλλες είναι οι προϋποθέσεις για την προσέγγισή του; Πότε ζήτησες ταπεινά να σε κατατοπίσει κάποιος που γνωρίζει καλά το θέμα αυτό έχοντας ζήσει και βιώσει αυτό που λέγεται Εκκλησία; Ενώ για άλλα πράγματα χαλάς κυριολεκτικά τον κόσμο για να πληροφορηθείς γι’ αυτά με κάθε λεπτομέρεια και δεν ησυχάζεις προτού ενημερωθείς καλά, εδώ μου τα κάνεις κυριολεκτικά θάλασσα. Γιατί λοιπόν δεν το ομολογείς πώς δεν ξέρεις; Γιατί δε θέλεις να παραδεχτείς την άγνοιά σου;Βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή μπροστά στο τραπέζι του αυτοελέγχου και βλέπεις την εικόνα σου τέτοια που είναι. Μη ζητάς να κρυφτείς. Μην προσπαθείς να γελάσεις τον εαυτό σου, εμένα, γιατί δεν μπορείς να μου κρυφτείς. Και πες και ομολόγησε πως για το ζήτημα της Εκκλησίας δεν ξέρεις απολύτως τίποτα. Ομολογώντας το αυτό ίσως παρακινηθείς κάποτε να το ερευνήσεις όπως του αξίζει.

Προχωρώντας παραπέρα στην έρευνά μου ανακαλύπτω και άλλον παράγοντα της άγνοιάς μου για το θέμα Εκκλησία. Και αυτός είναι η προκατάληψή μου. Πώς μπορώ να έχω σωστή αντίληψη για ένα ζήτημα, καλή και σωστή, αν γι’ αυτό έχω σχηματίσει εκ των προτέρων κάποιες αρνητικές αντιλήψεις χωρίς να έχω κάνει μια αντικειμενική έρευνα γι’ αυτό; Λέγονται σήμερα (αλλά και πότε, αλήθεια, δεν λέγονταν;) πολλά και διάφορα για την Εκκλησία. Και λέγονται με τέτοιο τρόπο, που προκαλούν την όχι αγνή και καθαρή περιέργειά μου και το καθόλου γνήσιο ενδιαφέρον μου γι’ αυτήν, αλλά αντίθετα άγρια κριτική διάθεση, για να μην πω και εχθρότητα ακόμη, για την Εκκλησία. Και δεν βλέπω την Εκκλησία ως κάτι δικό μου, αλλά ως κάτι ξένο. Δεν την βλέπω ως ευρισκόμενος μέσα από αυτήν, ως ανήκοντας σ’ αυτήν, αλλά ως ξένος γι’ αυτήν και ως κάτι άσχετο με μένα. Δεν τη βλέπω ως υπόθεση που αφορά κι εμένα το ίδιο, αλλά μόνο κάποιους άλλους. Και επομένως δεν με πονάει ό,τι αρνητικό λέγεται γι’ αυτήν, ενώ συνήθως δεν λέγεται ούτε το ελάχιστο θετικό, γι’ αυτήν. Έτσι σχηματίζω μια αρνητική εικόνα για την Εκκλησία και την έχω μέσα χαμηλότερα από κάθε τι άλλο. Και έπειτα τολμώ να λέω πως ξέρω τι είναι Εκκλησία και εκφράζομαι περίπου σαν κάποιος μικρός, αλλά πολύ πιο αλάθητος από εκείνον, πάπας!…

Και όμως θίγομαι πολύ, αν κάποιος για κάποιο άλλο ζήτημα μού αποδώσει την κατηγορία, ότι είμαι προκατειλημμένος και καθόλου δίκαιος στην κρίση μου γι’ αυτό. Τώρα μου δίνεται η ευκαιρία να αναλογισθώ πόσο λανθασμένα και προκατειλημμένα σκεφτόμουν για την Εκκλησία και πόσο λίγο ενδιαφέρθηκα να αποκτήσω αντικειμενική γνώμη γι’ αυτήν. Βρισκόμουν σε αυταπάτη και δεν το είχα καθόλου αντιληφθεί!

Να είναι όμως μόνο η άγνοια και η προκατάληψή μου για τη μη σωστή αντίληψη που πρέπει να έχω για την Εκκλησία; Τι λέει κάποιος άλλος παράγοντας, αρνητικός κι αυτός; Ποιος;

Η ημιμάθειά μου. Μπορεί να διάβασα σε κάποια εφημερίδα ή περιοδικό ή και βιβλίο κάτι για την Εκκλησία. Ίσως έτυχε να πάω και σε καμιά ομιλία ή διάλεξη σχετική με το θέμα. Μπορώ όμως να πω πως όλα όσα άκουσα ή διάβασα τα συγκράτησα ασφαλώς μέσα μου; Τα θυμάμαι όλα; Ας παραδεχθώ όμως, ότι όλα τα διατηρώ σαν μαγνητόφωνο μέσα μου. Ήταν τόσο βαθιές και εμβριθείς οι μελέτες μου αυτές και τα ακούσματά μου εκείνα τόσο κατατοπιστικά, ώστε να μπορώ να διαβεβαιώσω πως είμαι τέλειος γνώστης και κάτοχος του θέματος αυτού; Αν βέβαια η γνώση του θέματος Εκκλησία είναι καρπός μόνο μελέτης και διαβάσματος κάποιων βιβλίων, έστω και αν αυτό έγινε με κάθε δυνατή εμβρίθεια και διείσδυση στο θέμα. Δύσκολο να με πείσεις, εαυτέ μου. Και θα σου πω γιατί, κάνοντας κάποιες ευκολονόητες συγκρίσεις.

Στο σχολείο που πήγες έκανες αριθμητική. Πηγαίνοντας στο Γυμνάσιο και ύστερα στο Λύκειο έμαθες πιο πολλά μαθηματικά από όσα είχες μάθει στο δημοτικό. Μπορείς να πεις πως γι’ αυτό έγινες και μαθηματικός; Θα ήταν υπερφίαλο αυτό. Στο σχολείο έκανες γεωγραφία και επειδή, όπως λες, σου άρεσε πολύ το μάθημα, έπαιρνες πάντοτε άριστα, όπως και σε κάποια άλλα, μπορείς να ισχυρισθείς πως είσαι γεωγράφος; Θα ήταν ανόητο αυτό. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για άλλα μαθήματα, ιστορία, ελληνικά, φυσική, κλπ. Τολμάς να πεις πως έγινες γι’ αυτό ιστορικός, φιλόλογος, λογοτέχνης, φυσικός κλπ; Ακόμα και «φωστήρας» να υπήρξες, θα ήταν καθαρή αλαζονεία και κούφιος ο ισχυρισμός σου αυτός. Και επειδή καταλαβαίνεις αρκετά καλά πόσο ηλίθιο θα ήταν κάτι τέτοιο εκ μέρους σου, το αποφεύγεις με κάθε τρόπο. Και καλά κάνεις. Να, όμως πως προκειμένου για την Εκκλησία δεν διστάζεις να κάνεις και να ενεργείς αντίθετα από ό,τι λέγεται πιο πάνω. Πιστεύεις, εαυτέ μου, πως δεν υπάρχει τίποτα που να μην το ξέρεις σχετικά με την Εκκλησία, μάλιστα αν τροφοδοτείσαι από τον κίτρινο τύπο και όλα τα κακόβουλα κουτσομπολιά που τόση προχειρότητα, επιπολαιότητα και προ πάντων κακότητα και κακεντρέχεια γίνονται. Και τα ρουφάς με τόσο παθολογικό ενδιαφέρον αυτά!

Τι να πω τώρα για την αδιαφορία μου; Δεν γνωρίζω την Εκκλησία και ό,τι την αφορά, γιατί ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα γι’ αυτήν. Δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ τουλάχιστον όσο ενδιαφέρθηκα για τον τάδε ποδοσφαιρικό ή καλαθοσφαιρικό σύλλογο ή ομάδα, για τον δείνα καλλιτεχνικό όμιλο, για την τάδε συμφωνική ορχήστρα, για τον δείνα πολιτιστικό σύλλογο κλπ κλπ. Και ξέρω πως για τις περιπτώσεις αυτές διατίθενται και χρόνος και χρήμα και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως πχ για την παράσταση σε αθλητικές εκδηλώσεις, μπορεί να διακινδυνεύεις και τη σωματική σου ακεραιότητα ή και την ίδια τη ζωή σου. Και σε ρωτώ έκανες το ίδιο για την Εκκλησία; Ας πω τη μαύρη αλήθεια δεν νοιάστηκες ποτέ, και ελάχιστα ακόμη, για την Εκκλησία. Και είναι μαθηματικώς βέβαιο πως κάτι που δεν με ενδιαφέρει δεν θα το μάθω ποτέ. Αλλά και να εξαναγκασθώ να το μάθω, γρήγορα θα το ξεχάσω. Δεν πιάνει μέσα μου ρίζες. Και χιλιάδες χρόνια να ζήσω, πάντα στην ίδια άγνοια θα βρίσκομαι εφόσον αδιαφορώ. Έτσι εξηγείται πως, ενώ ξέρω χίλια δυο πράγματα για ένα σωρό ζητήματα, αγνοώ και τα στοιχειώδη ακόμα για την Εκκλησία. Και δεν είναι απίθανο να φωραθώ να μην ξέρω πράγματα που ίσως και ένα παιδάκι του δημοτικού να ξέρει μια χαρά. Και ενώ δεν είναι απίθανο να ξέρω πλήθος πραγμάτων για μια χώρα μακρινή και τα ζητήματά της, εσωτερικά και εξωτερικά, που και οι ίδιοι οι πολίτες της χώρας μπορεί να αγνοούν, για την Εκκλησία, που υποτίθεται, ότι μεγάλωσα στο χώρο της και βρέθηκα έτσι ή αλλιώς στην πνευματική της επικράτεια, δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ να πληροφορηθώ και το ελάχιστο γι’ αυτήν, λες και ήμουν ο πιο φανατικός άπιστος ή σύγχρονος ειδωλολάτρης ή αλλόθρησκος…

Το πιο μεγάλο και το πιο αρνητικό στοιχείο που διακρίνω μέσα μου ως εμπόδιο για να γνωρίσω σωστά την Εκκλησία είναι η αμαρτωλή ζωή μου. Κι αν υποθέσω πως ασχολούμαι από το πρωί ως το βράδυ πρακτικά η θεωρητικά και κάνω συστηματικές θεολογικές σπουδές και διαβάζω αναρίθμητα βιβλία ή και πιθανόν γράφω τέτοια επάνω στο θέμα Εκκλησία, πάλι δεν ξέρω τι είναι Εκκλησία, αν η ζωή μου είναι εντελώς ξένη προς το θέμα αυτό και δεν έχει καμιά σχέση με ό,τι η Εκκλησία διδάσκει και απαιτεί ως τρόπο ζωής από εκείνους που λένε πως ανήκουν σ’ αυτήν ή θέλουν να ασχοληθούν με αυτήν. Γιατί άραγε; Γιατί η αμαρτία σκοτίζει το νου μου, μολύνει την καρδιά μου και δηλητηριάζει ολόκληρο το εσωτερικό μου. Και πως είναι δυνατόν να πλησιάσεις, εαυτέ μου, να γνωρίσεις και να κατανοήσεις κάτι που ίσα ίσα η καθαρότητα της καρδιάς και ο εξαγιασμός της βοηθούν στο να νιώσει κανένας ένα τέτοιο θέμα; Η προσέγγιση και η κατανόηση του τι είναι Εκκλησία δεν είναι ζήτημα εξυπνάδας, σοφίας κοσμικής ή της λεγόμενης «επιστημονικής θεολογίας», ευστροφίας του πνεύματος και διπλωματικότητος ή ό,τι αντίστοιχο και ομόλογό τους για να αντιληφθώ και να κατανοήσω τι εστί Εκκλησία.

- Μα τι λες, εαυτέ μου; Φοβούμαι πως παραλογίζεσαι.
– Δεν παραλογίζομαι καθόλου. Το ζήτημα αυτό, το ξαναλέω, δεν είναι ζήτημα εξυπνάδας, πληθωρικής σοφίας και πολυγνωσίας κοσμικής, ώστε με εφόδια αυτά να εισδύσω στο μυστικό βάθος της. Και αυτό πρέπει να το χωνέψεις καλά μια για πάντα. Το καταλαβαίνεις;
– Και με ποιον τρόπο μπορεί κανένας να προσεγγίσει το θέμα αυτό κατά τα λεγόμενά σου;
– Αυτό ακριβώς πρέπει να με απασχολήσει σοβαρά και αυτό έχω πρόθεση να επιχειρήσω με τις μικρές δυνάμεις που διαθέτω. Θέλεις να με ακολουθήσεις;
– Ευχαρίστως στο βαθμό που θα μπορώ κι εγώ, εαυτέ μου.

Απόσπασμα από το βιβλίο  «Η Εκκλησία μου κι εγώ»  Ιερομ. Ευσέβιου Βίττη,  Εκδ Ορθόδοξος Κυψέλη

http://www.enoriaka.gr/index.php?option=content&task=view&id=15&Itemid=2

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μητροπολίτης Σουρόζ Anthony Bloom: Πώς έγινα Χριστιανός

Συγγραφέας: kantonopou στις 4th Σεπτεμβρίου 2011

Ο Τιμόθεος Ουίλσον είχε την παρακάτω συνέντευξη με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη του Σουρόζ κ. Αντώνιο Μπλουμ.

Τ.Ο.:Πότε γίνατε Χριστιανός; Υπήρξε στη ζωή σας καμιά συγκεκριμένη στιγμή μεταστροφής;

Α.Μπλούμ: Αυτό έγινε σε διάφορα στάδια. Μέχρι τα μέσα της εφηβικής μου ηλικίας ήμουνα ένας άπιστος και επιθετικά αντιεκκλησιαστικός. Δεν γνώριζα το Θεό, δεν νοιαζόμουνα γι’ Αυτόν και μισούσα καθετί σχετικό με την ιδέα του Θεού.

Τ.Ο.: Και όλα αυτά, παρά τα «πιστεύω» του πατέρα σας;

Α.Μπλούμ: Ναι, γιατί μέχρι τα δεκαπέντε μου χρόνια η ζωή μας ήταν πολύ δύσκολη. Δεν ζούσαμε όλοι κάτω από την ίδια στέγη. Εγώ ήμουνα εσωτερικός σε ένα σχολείο που ήταν πολύ αυστηρό, βίαιο θα έλεγα. Όλα τα μέλη της οικογένειας μου ζούσαν σε διαφορετικά σημεία του Παρισιού. Μόνο όταν έγινα περίπου δεκατεσσάρων χρόνων συγκεντρωθήκαμε όλοι κάτω από την ίδια στέγη και αυτό ήταν μια πραγματική ευτυχία, μια ευλογία. Ήταν κάπως ασυνήθιστο να σκεφτεί κανείς ότι, σε κάποιο σπίτι μιας συνοικίας του Παρισιού, μπορούσε να βρει μια τέλεια ευτυχία, και όμως αυτό συνέβαινε. Τότε για πρώτη φορά, μετά την επανάσταση, αποκτούσαμε σπίτι.

Πρέπει όμως να πω πως, πριν από όλα αυτά, συνέβηκε κάτι που με είχε προβληματίσει πάρα πολύ. Ήμουνα περίπου έντεκα χρόνων, όταν με έστειλαν σε μια κατασκήνωση αγοριών. Εκεί συνάντησα έναν ιερέα που θα ήταν περίπου τριάντα χρόνων. Κάτι απ’ αυτόν τον άνθρωπο μου τράβηξε την προσοχή.Είχε αγάπη που την σκορπούσε στον καθένα από μας. Αυτή δε η αγάπη του δεν είχε σχέση με το αν είμαστε καλοί, και δεν άλλαζε όταν είμαστε κακοί. Μπορούσε να μάς αγαπάει χωρίς προϋποθέσεις. Ποτέ πριν στη ζωή μου δεν είχα συναντήσει κάτι τέτοιο. Είχα φίλους που μ’ αγαπούσαν στο σπίτι, αλλά αυτό το έβρισκα φυσικό. Τέτοιο είδος αγάπης δεν είχα συναντήσει ποτέ. Την εποχή εκείνη δεν προσπάθησα να δώσω καμιά εξήγηση σ’ αυτό. Απλά βρήκα σ’ αυτόν τον άνθρωπο κάτι που με προβλημάτιζε και ταυτόχρονα μου άρεσε πολύ. Μόνο μετά από χρόνια, όταν πια ήρθα σε επαφή με το Ευαγγέλιο, σκέφτηκα πως αυτός ο άνθρωπος, αγαπούσε με μια αγάπη που ήταν πέρα από τον ίδιο. Δηλαδή μοιραζόταν μαζί μας τη θεία αγάπη. Ή, αν προτιμάτε, η αγάπη ήταν τόσο βαθιά και πλατιά, με τέτοια ανοίγματα ώστε, μπορούσε να αγκαλιάσει όλους μας, είτε μέσα από τον πόνο είτε μέσα από τη χαρά, αλλά πάντα μέσα στην ίδια και μοναδική αγάπη. Αυτή η εμπειρία, νομίζω, ήταν η πρώτη βαθιά πνευματική εμπειρία που είχα.

Τ.Ο.: Τι έγινε μετά από αυτό;

Α.Μπλουμ: Τίποτε. Γύρισα στο σχολείο όπου ήμουνα εσωτερικός και όλα συνεχίστηκαν όπως πριν, μέχρι την στιγμή που βρεθήκαμε όλοι κάτω από την ίδια στέγη. Ζώντας με την οικογένειά μου, όπως είπα, γεύτηκα την πλήρη ευτυχία, αλλά τότε συνέβηκε κάτι το τελείως απροσδόκητο. Ξαφνικά ανακάλυψα ότι η ευτυχία, αν δεν έχει κάποιο σκοπό, γίνεται ανυπόφορη. Δεν μπορούσα, λοιπόν, να δεχτώ μια άσκοπη ευτυχία. Για να ξεπεράσεις τις δυσκολίες και να υποφέρεις τα βάσανα αποβλέπεις σε κάτι που είναι πέρα από αυτά. Εγώ όμως δεν έβρισκα κάποιο νόημα, ούτε πίστευα σε κάτι, γι’ αυτό η ευτυχία μου φαινόταν ανούσια. Έτσι αποφάσισα πως έπρεπε να δώσω στον εαυτό μου μια προθεσμία- ένα χρόνο τουλάχιστο – να ανακαλύψει αν η ζωή είχε ή όχι κάποιο νόημα. Αν στο διάστημα αυτού του χρόνου δεν θα έβρισκα κανένα νόημα ζωής, είχα αποφασίσει να μη συνεχίσω να ζω, να αυτοκτονήσω.

Τ.Ο.: Και πώς βγήκατε από αυτήν την κατάσταση της άσκοπης ευτυχίας;

Α.Μπλουμ: Άρχισα να ψάχνω για κάποιο άλλο νόημα ζωής πέρα από κείνο που μπορούσα να βρω μέσα στις σκοπιμότητες. Το να σπουδάζει κανείς να γίνει χρήσιμος στη ζωή ήταν κάτι που δεν με συγκινούσε καθόλου. Όλη η ζωή μου μέχρι τώρα είχε συγκεντρωθεί σε άμεσους σκοπούς και ξαφνικά όλα αυτά βρέθηκαν άδεια, χωρίς κανένα νόημα. Ένιωσα μέσα μου κάτι το δραματικό και καθετί γύρω μου μού φαινόταν μικρό και ανόητο.

Πέρασαν μήνες και τίποτε στον ορίζοντα, νόημα δεν φάνηκε πουθενά! Μια μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής- ήμουνα τότε μέλος της Ρωσικής οργάνωσης νέων στο Παρίσι- ένας από τους υπεύθυνους οργάνωσης με πλησίασε και μου είπε: «Καλέσαμε κάποιον ιερέα να σάς μιλήσει. Έλα και συ στη συγκέντρωση». Εγώ απάντησα με έντονη αποδοκιμασία ότι δεν θα πήγαινα να τον ακούσω. Δεν είχα ανάγκη την Εκκλησία. Δεν πίστευα στο Θεό. Δεν ήθελα να χάσω τον καιρό μου με κάτι τέτοια. Ο υπεύθυνος χειρίστηκε αρκετά έξυπνα το θέμα. Μου εξήγησε ότι όλα τα μέλη της ομάδας μας είχαν αντιδράσει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και θα ήταν πολύ άσχημο αν, ούτε ένας, δεν παρακολουθούσε την όμιλία του.

«Μην προσέχεις», είπε ο υπεύθυνος, «δεν με ενδιαφέρει αυτό, μόνο έλα, κάθισε εκεί, για μια τυπική παρουσία». Ε! μέχρι σ’ αυτό το σημείο, ήμουνα πρόθυμος να φανώ νομοταγής στη νεανική μας οργάνωση. Έτσι πήγα στην ομιλία και έμεινα μέχρι το τέλος. Δεν είχα σκοπό να προσέξω. Τα αυτιά μου όμως έπιαναν μερικές φράσεις που με αγανακτούσαν περισσότερο. Ο Χριστός και ο Χριστιανισμός παρουσιάστηκαν μπροστά μου τόσο διαφορετικά απ’ ότι εγώ πίστευα, που ήθελα βαθύτατα να τα αποκρούσω. Όταν τελείωσε η ομιλία έτρεξα στο σπίτι με έντονη την επιθυμία να ελέγξω αν ήταν αλήθεια όλα αυτά που είπε ο ομιλητής. Ρώτησα τη μητέρα μου αν είχε ένα Ευαγγέλιο να μου δώσει.Ήθελα πολύ να διαπιστώσω αν το Ευαγγέλιο θα συμφωνούσε με την τερατώδη εντύπωση που μου δημιούργησε η ομιλία. Δεν περίμενα τίποτα καλό από την ανάγνωση αυτή και έτσι μέτρησα τα κεφάλαια των τεσσάρων Ευαγγελίων, ώστε να είμαι σίγουρος ότι διαβάζω το συντομότερο. Δεν ήθελα να χάσω άδικα το χρόνο μου. Άρχισα, λοιπόν, να διαβάζω το Ευαγγέλιο του Μάρκου.

Ενώ διάβαζα τα πρώτα κεφάλαια του κατά Μάρκον Ευαγγελίου και πριν φτάσω στο τρίτο κεφάλαιο, ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι, στην άλλη άκρη του γραφείου μου, υπήρχε κάποιος. Η βεβαιότητα ότι αυτός ο «Κάποιος» ήταν ο Χριστός που στεκόταν εκεί παράμερα, ήταν τόσο έντονη ώστε ποτέ έως τώρα δεν με έχει εγκαταλείψει.

Το γεγονός αυτό υπήρξε πραγματικά η αποφασιστική μου καμπή. Αφού ο Χριστός ήταν ζωντανός και εγώ είχα ζήσει την Παρουσία του, μπορούσα να πω με βεβαιότητα ότι αυτό που το Ευαγγέλιο έλεγε για τη Σταύρωση του Προφήτη της Γαλιλαίας, ήταν αλήθεια και ότι ο εκατόνταρχος είχε δίκαιο όταν είπε: «Αληθώς Υιός Θεού εστί». Μέσα, λοιπόν, στο φως της Ανάστασης μπορούσα να διαβάσω με βεβαιότητα την ιστορία του Ευαγγελίου, ξέροντας πολύ καλά ότι καθετί έκρυβε μέσα του αλήθεια. Και αυτό, γιατί το απίστευτο γεγονός της Ανάστασης ήταν για μένα πιο βέβαιο από κάθε άλλο γεγονός της ιστορίας. Την ιστορία πρέπει να την πιστέψω, την Ανάσταση την έμαθα από προσωπικό γεγονός.

Καθώς βλέπετε, δεν ανακάλυψα το Ευαγγέλιο αρχίζοντας από την αρχή με το αρχικό μήνυμα του Ευαγγελισμού και δεν ξετυλίχθηκε μπροστά μου σαν μια ιστορία την οποία κανείς μπορεί να πιστέψει ή όχι. Η αλήθεια του Ευαγγελίου, για μένα, άρχισε με ένα γεγονός που παραμέρισε όλα τα προβλήματα απιστίας, ακριβώς γιατί ήταν μια άμεση και προσωπική εμπειρία.

Τ.Ο.: Αυτή η τόσο έντονη εμπειρία που είχατε, παρέμεινε σε όλη σας τη ζωή; Δεν υπήρξε κάποια εποχή που να αμφιβάλλετε για την πίστη σας;

Α.Μπλουμ: Βεβαιώθηκα απόλυτα ότι ο Χριστός είναι ζωντανός και ότι μερικά πράγματα υπάρχουν αναμφίβολα. Φυσικά δεν πήρα σε όλα απαντήσεις, αλλά έχοντας ζήσει αυτή τη μεγάλη εμπειρία, ήμουν πια βέβαιος ότι μπροστά μου υπήρχαν απαντήσεις, οραματισμοί, δυνατότητες. Αυτό ακριβώς σημαίνει για μένα πίστη. Από τη μια, δηλαδή, να μην αμφιβάλλει κανείς έτσι που να έχει μέσα του σύγχυση και περιπλοκές, από την άλλη όμως να διερωτάται με σκοπό να ανακαλύψει το πραγματικό νόημα της ζωής. Να έχεις, δηλαδή, αυτό το είδος της αμφιβολίας που σε κάνει να θέλεις να ρωτάς, να ανακαλύπτεις όλο και περισσότερο, να θέλεις διαρκώς να ερευνάς.

Μητροπολίτης Αντώνιος Μπλούμ

Ο Μητροπολίτης του Σουρόζ, Αντώνιος Μπλούμ, γεννήθηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας στις 19 Ιουνίου 1914. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Ρωσία και στην Περσία. Ο πατέρας του ήταν μέλος του Αυτοκρατορικού Διπλωματικού Σώματος της Ρωσίας. Η μητέρα του ήταν αδελφή του σκηνοθέτη Αλεξάνδρου Σκριάμπιν.

Η οικογένεια του υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Περσία στη διάρκεια της επανάστασης και ήρθε στο Παρίσι όπου ο Μητροπολίτης Αντώνιος σπούδασε. Πήρε το πτυχίο της Φυσικής, της Χημείας και της Βιολογίας. Κατόπιν έγινε διδάκτωρ της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού.

Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου υπηρέτησε σαν αξιωματικός στο Γαλλικό στρατό μέχρι την πτώση της Γαλλίας. Στη συνέχεια εργάστηκε σαν χειρουργός σε ένα Νοσοκομείο του Παρισιού και πήρε μέρος στην Αντίσταση.

Το 1943 εκάρει μοναχός, ενώ ταυτόχρονα εξασκούσε και το έργο του γιατρού στο Παρίσι. Το 1948 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και το 1949 πήγε στην Αγγλία σαν Ορθόδοξος Εφημέριος του Συνδέσμου: «Άγιος Αλβανός και Άγιος Σέργιος». Το 1950 διορίστηκε εφημέριος στην Ορθόδοξη ενορία του Ρωσικού Πατριαρχείου στο Λονδίνο. Το 1958 χειροτονήθηκε Επίσκοπος και το 1962 Αρχιεπίσκοπος αναλαμβάνοντας την ποιμαντική ευθύνη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Μεγάλη Βρετανία και στην Ιρλανδία. Το 1963 ορίσθηκε Έξαρχος του Πατριαρχείου Μόσχας στη Δυτική Ευρώπη, και το 1966 πήρε το βαθμό του Μητροπολίτου.

Ο Μητροπολίτης Αντώνιος πήρε ενεργό μέρος τόσο στις διεκκλησιαστικές όσο και στις Οικουμενικές δραστηριότητες. Ήταν μέλος της αντιπροσωπείας της Ρωσικής Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών στο Νέο Δελχί το 1961 και στη Γενεύη το 1966.

Από το βιβλίο: «Μάθε να προσεύχεσαι»
Αρχιεπισκόπου Anthony Bloom  Εκδ. Η Έλαφος

http://www.enoriaka.gr/index.php?option=content&task=view&id=251&Itemid=2

Δημοσιευμένο στο ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τί λέει στην Αγία Γραφή ο Θεός για τον καλλωπισμό και την περιουσία των οίκων Του

Συγγραφέας: kantonopou στις 3rd Σεπτεμβρίου 2011

Ο προφήτης Αγγαίος. «Αγγαίος, άγγος (δηλαδή αγγείο) πλήρες ώφθη χαρίτων» (στίχος από την ακολουθία της 16ης Δεκεμβρίου).

Στο βιβλίο του προφήτη Αγγαίου, που γιορτάζει σήμερα, ένα από τα βιβλία της Αγίας Γραφής, ο Θεός παραπονιέται που οι Εβραίοι επιστρέφοντας από την εξορία της Βαβυλώνας ενδιαφέρονταν περισσότερο να χτίσουν τα σπίτια τους και δεν αναστήλωναν τον πολυτελέστατο Ναό του Σολομώντα, που τότε ήταν ερειπωμένος. Ας δούμε κάτι που γράφει η Αγία Γραφή (που είναι πάντα επίκαιρη) σχετικά με το θέμα αυτό, μαζί με μερικά συμπεράσματα.

Κεφ. α΄

1 Κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του Δαρείου, την πρώτην του έκτου μηνός, ωμίλησεν ο Κύριος δια μέσου του προφήτου Αγγαίου και είπε τα εξής· “Ειπέ προς τον Ζοροβάβελ, τον υιόν του Σαλαθιήλ, που κατάγεται από την φυλήν Ιούδα και προς τον Ιησούν, τον υιόν του Ιωσεδέκ, τον αρχιερέα τα εξής·

2 Αυτά λέγει προς σάς και γνωστοποιεί ο Κύριος, ο παντοκράτωρ. Ο ισραηλιτικός αυτός λαός, που επέστρεψεν από τον τόπον της εξορίας του, λέγει· Δεν έχει έλθει ακόμη ο κατάλληλος χρόνος δια την ανοικοδόμησιν του ναού του Κυρίου.

3 Δια μέσου πάλιν του προφήτου Αγγαίου ωμίλησεν ο Θεός εναντίον των ραθυμούντων προς ανοικοδόμησιν του ναού και λέγει·

4 μήπως είναι μεν καιρός να μένετε εις τα καλοφτιασμένα σπίτια σας, δεν ήλθε δε καιρός να εργασθήτε δια τον ναόν και έτσι ο ναός αυτός μένει εις ερείπια; Όχι βέβαια.

5 Και τώρα αυτά λέγει Κύριος ο παντοκράτωρ· εξετάσατε μέσα εις τας καρδίας σας τους δρόμους, τους οποίους ακολουθείτε.

6 Εσπείρατε πολύν σπόρον και εμαζεψατε ολίγον καρπόν. Εφάγατε και δεν εχορτάσατε, επίετε οίνον και δεν ευρήκατε ανάπαυσιν. Εφορέσατε ενδύματα και δεν εζεσταθήκατε από αυτά και εκείνος, που εισέπραξε χρήματα, τα εμάζευσεν εις τρυπημένο σακκούλι και τα έχασε.

7 Αυτά λέγει ο Κύριος ο παντοκράτωρ· Προσέξατε καλά το εσωτερικόν σας και τον τρόπον της ζωής σας·

8 αναβήτε εις τα όρη, κόψετε ξύλα, ανοικοδομήσατε τον ναόν. Εγώ δε θα τον περιβάλω με ευμένειαν και αγάπην και θα δοξασθώ εις αυτόν, είπεν ο Κυριος.

9 Απεβλέψατε και υπελογίσατε ότι θα αποκτήσετε πολλά εισοδήματα· και όμως ήσαν ολίγα. Τα μετεφέρατε όλα στον οίκον σας, και εγώ με ένα φύσημα το διεσκόρπισα.

Δια τούτο αυτά λέγει ο Κύριος ο παντοκράτωρ· Επειδή ο ναός μου μένει ακόμη έρημος εις ερείπια, και καθένας από σας φροντίζει, πως να οικοδομήση το ιδικόν του σπίτι,

10 δια τούτο ο ουρανός θα αναστείλη την δροσιά του από την γην, τα δε χωράφια σας θα αναστείλουν την παραγωγήν των.

11 Θα επιφέρω έτσι την θλίψιν της ανομβρίας εις την γην σας, εις τας πεδιάδας και τα όρη, εις τα χωράφια του σίτου και στους αμπελώνας, εις τα ελαιόδενδρα και εις όλα τα αλλά προϊόντα, που αποφέρει η χώρα δια σάς και δια τα ζώα σας και εις όλα τα γεωργικά έργα των χειρών σας.

Κεφ. β΄

7 Θα συγκλονίσω όλα τα έθνη· ό,τι δε ωραίον και εκλεκτόν έχουν όλα τα έθνη θα προσκομισθή εδώ και θα γεμίσω αυτόν τον ναόν από δόξαν, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

8 Iδικόν μου είναι το αργύριον, ιδικόν μου το χρυσίον, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Δεν είναι σαν να τα λέει ο προφήτης σε όλους εμάς και σαν να περιγράφει την κοινωνία μας; Όχι μόνο στο θέμα του ναού, αλλά σε όλα. (Εντωμεταξύ θα ήταν καλό να διαβάσει κανείς και το υπόλοιπο βιβλίο, το οποίο άλλωστε είναι πολύ μικρό, καθώς αποτελείται από δύο μόνο μικρά κεφάλαια.)

Ας σημειώσουμε, επίσης, και την ταραχή του Ιούδα του Ισκαριώτη όταν “πήγε χαμένο” δήθεν το πανάκριβο μύρο με το οποίο τιμήθηκε με τόσο ωραίο τρόπο ο Ιησούς και χαρίστηκε ένα υπέροχο φωτεινό δίδαγμα σε μάς, και το πώς Εκείνος τού απάντησε δεόντως (Κατά Ιωάννην ιβ΄ 3-8· Κατά Ματθαίον κς΄ 6-13).

Το κτίσιμο, η ανακαίνιση και ο καλλωπισμός των οίκων του Θεού είναι μεγάλη χαρά για όλους τους ανθρώπους που παιδεύονται και αγωνίζονται στην καθημερινή ζωή. Αν ενδιαφερόμασταν περισσότερο γι’ αυτά τα πράγματα, αυτό θα επέσυρε και επιπλέον βοήθεια και χάρη από τον Θεό για όλο τον κόσμο. Δεν είναι κάτι που στερεί από τους φτωχούς, αλλά κάτι που προσφέρει πολλά σε όλους με πολλούς και διάφορους τρόπους, και που μπορεί να ευεργετήσει όλη την κοινωνία. Είναι και αυτό κοινωνικό έργο, και πρέπει οπωσδήποτε να γίνεται μαζί με τις ποικίλες άλλες μορφές ελεημοσύνης.

Τονίζουμε, όμως, ότι δεν ισχύουν τα ίδια για τις ατομικές πολυτέλειες διαφόρων δήθεν εκπροσώπων της Εκκλησίας, οι οποίες είναι απαράδεκτες! Και όσον αφορά μοναχούς (εντός ή εκτός εισαγωγικών) και, κατά κύριο λόγο, άγαμους κληρικούς, εννοούμε τυχόν ατομικές περιουσίες, διακοπές, κρουαζιέρες, πισίνες, τζακούζι, λιμουζίνες, πασαρέλες, συλλογές από μανικετόκουμπα, ακριβά εστιατόρια και αστακομακαρονάδες, διάφορες μαλθακότητες κλπ.

VatopaidiFriend

http://vatopaidi.wordpress.com/2010/12/16/%CF%84%CE%AF-/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς,Τί συμβαίνει στους διώκτες της Εκκλησίας του Χριστού;

Συγγραφέας: kantonopou στις 3rd Σεπτεμβρίου 2011


Ρωτήστε τον διώκτη της Εκκλησίας Σαύλο (Σαούλ), τί του συνέβη. «Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίξειν» (Πράξεις 26, 14), του είπε ο Κύριος και ο Σαύλος βαπτίστηκε και έγινε ο Παύλος, ο Απόστολος.

Τί συνέβη στον Ηρώδη, τον πρώτο διώκτη των χριστιανών; Τί συνέβη στον Ιουλιανό τον Παραβάτη.; Πέθαναν και οι δύο με φρικτό θάνατο, ενώ οι θεοστυγείς δολοπλοκίες τους εναντίον του Χριστού διαλύθηκαν σαν καπνός.

Αλλά έτσι συνέβαινε πάντα στην ιστορία: κάποιοι διώκτες μεταστρέφονταν στον χριστιανισμό, ενώ άλλοι πέθαιναν με φρικτούς θανάτους. Πάντοτε οι προσπάθειες του ενός ή του άλλου χριστιανομάχου εκμηδενίζονται, διαλύονται σαν καπνός.

Όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός επιτέθηκε στην Ιερουσαλήμ, ήθελε να εκδικηθεί τους Ιουδαίους και τους χριστιανούς, διότι δεν ξεχώριζε τους χριστιανούς από τους Ιουδαίους. Διασκόρπισε τους Ιουδαίους σε όλο τον κόσμο κι έκτισε έναν ειδωλολατρικό ναό στο σημείο όπου βρισκόταν ο Ναός του Σολομώντος. Επίσης μετονόμασε την Ιερουσαλήμ «Αϊλία», με βάση το όνομα του «Αΐλιος» και απαγόρευσε σε οποιονδήποτε να ονομάζει την πόλη αυτή Ιερουσαλήμ. Έκτισε ναό προς τιμήν του φαύλου Ερμή στον Γολγοθά, άλλον ναό για τον Δία πάνω από τον τάφο του Κυρίου κι έναν ναό προς τιμήν του Άδωνη, στη Βηθλεέμ.

Πράγματι πόσο τραγικό θα ήταν, για τους χριστιανούς εκείνης της εποχής, να βλέπουν τα ιερά τους προσκυνήματα να χλευάζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο! Αλλά όμως στο τέλος τί συνέβη; Ο αυτοκράτορας Αδριανός βρήκε φρικτό θάνατο και όσο για τους ειδωλικούς ναούς του, αυτοί κατακρημνίστηκαν την εποχή των θεοστέπτων αγίων βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης, της αυτοκράτειρας μητέρας του. Στη θέση τους ανεγέρθηκαν περικαλλείς χριστιανικοί ναοί, που μέχρι σήμερα στέκουν ακλόνητοι!

«Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν». Ω, πόσο μάταιη και χαμένη είναι κάθε μάχη εναντίον του Χριστού!

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος», εκδ. Άθως – Σεπτέμβριος)

fdathanasiou.wordpress.com/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Αγιότητα στη ζωγραφική τέχνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 1st Σεπτεμβρίου 2011

Το θέμα, που θα επιχειρήσω ν’ αναπτύξω, είναι το εξής: «ο ρυθμός ως εικαστικός τρόπος εξεικονίσεως του Αγίου σε συνάρτηση με τη σημαντική του ορθόδοξου ναού». Κατ’ αρχάς, θα κινηθούμε θεολογικά, αλλά στη συνέχεια θα χωρήσουμε σε μια εικαστική ανάλυση. Το θέμα μας λοιπόν άφορα την εξεικόνιση του Αγίου, την εξεικόνιση των Αγίων γενικότερα, διότι ο Άγιος για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά πάντοτε είναι πρόσωπο συγκεκριμένο.

Πώς λοιπόν και για ποιό λόγο εξεικονίζουμε τους Αγίους; Αυτό είναι ένα θεμελιώδες ερώτημα που στα στενά όρια του παρόντος θα θίξουμε με μεγάλη συντομία. Στη συνέχεια θα μας απασχολήσει το θέμα του τί είναι ακριβώς αυτό που εξεικονίζουμε, τί εννοούμε δηλαδή όταν λέμε ότι εξεικονίζουμε τους Αγίους, και τέλος θα περάσουμε στην καρδιά της εισηγήσεώς μας, που έχει να κάνει με το πώς εικονίζεται ο Άγιος, με ποιούς τρόπους δηλαδή η Ορθόδοξη Εκκλησία πραγματώνει τον εξεικονισμό αυτών των προσώπων, τους οποίους ονομάζουμε Αγίους.

Είναι συχνά και μάλιστα θα έλεγα αρκετά διαδεδομένη η εντύπωση ότι ο εξεικονισμός του Αγίου έχει να κάνει με την καταγραφή κάποιας υπεραισθητής πραγματικότητας ή εν πάση περιπτώσει με την καταγραφή κάποιας ιδιαίτερης οντολογικής κατάστασης, πού χαρακτηρίζει κάποια πρόσωπα, την οποία ονομάζουμε συλλήβδην Αγιότητα και η Αγιότητα αυτή, η ιδιαίτερη υπαρξιακή κατάσταση, επιτυγχάνεται με κάποια εικαστική γλώσσα, μ’ ένα ζωγραφικό τρόπο -που κατά κύριο λόγο συνιστά και το ύφος των εικόνων -ή και με κάποιες γενικότερες άλλες εικονογραφικές λεπτομέρειες. Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, ότι δηλαδή καταγράφουμε μ’ έναν ιδιαίτερο ζωγραφικό τρόπο (ύφος) την Αγιότητα, δεν έχει κανένα έρεισμα στις πηγές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Όσο δηλαδή κι αν ψάξουμε στα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, που είναι οι πλέον αρμόδιοι να μιλήσουν για θέματα εκκλησιαστικής τέχνης, αλλά και γενικότερα εκκλησιαστικών συγγραφέων, δεν θα δούμε πουθενά αποτυπωμένη την άποψη αυτή, -ότι δηλαδή ο εξεικονισμός των Αγίων είναι η καταγραφή της Αγιότητας με κάποιο ζωγραφικό τρόπο. Ανεξάρτητα πάντως από την απουσία ερεισμάτων στις πηγές, η άποψη αυτή έχει και άλλα προβλήματα.

Πρώτ’ απ’ όλα δεν μπορεί να ερμηνεύσει την ιστορική διάσταση της εικόνας, κι αυτό διότι εάν η καταγραφή της αγιότητας γινόταν μ’ ένα συγκεκριμένο και μοναδικό κατά συνέπεια τρόπο, αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος αυτός δεν θα μπορούσε ν’ αλλάζει. Κάτι ανάλογο έχουμε στο δόγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπου μία αλήθεια σημαίνεται με μια ιδιαίτερη γλώσσα, η οποία γλώσσα δεν αλλάζει, δεν είναι τρεπτή δηλαδή. Αν λοιπόν η Αγιότητα εκφραζόταν μ’ ένα μοναδικό ζωγραφικό τρόπο, παρουσιάζονται προβλήματα στην ερμηνεία της εικονογραφικής τέχνης όπου παρατηρείται ιδιαίτερη τροπή του ζωγραφικού τρόπου που αντιστοιχεί στην ιστορία της Βυζαντινής ζωγραφικής. Ένα άλλο πρόβλημα που δημιουργεί αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση είναι ότι δεν μπορεί να ερμηνεύσει το γιατί οι Βυζαντινοί αποδίδουν με τον ίδιο ζωγραφικό τρόπο, ο οποίος υποτίθεται ότι σημαίνει την Αγιότητα , πρόσωπα άγια και μη. Πράγματι στις εικόνες ο ζωγραφικός τρόπος, με τον οποίο αποδίδεται ο Χριστός, είναι ο ίδιος ακριβώς με τον ζωγραφικό τρόπο με τον οποίο αποδίδεται και ο Ιούδας ή ο διάβολος. Δεν υπάρχει ξεχωριστός ζωγραφικός τρόπος. Αυτό όμως δεν ερμηνεύεται με τη συγκεκριμένη ερμηνευτική προσέγγιση. Δεν θα επιμείνω όμως πολύ στο σημείο αυτό, για να περάσω σ’ ένα τελευταίο επιχείρημα, που θα έλεγα είναι λίγο εσωτερικής χρήσης, αφορά την Εκκλησία και μόνο και όχι τους εκτός Εκκλησίας, ή εν πάση περιπτώσει ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν Ορθόδοξη πίστη.

Μία τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση της καταγραφής της Αγιότητας σε σχέση με τον ζωγραφικό τρόπο, δεν μπορεί να ερμηνεύσει το φαινόμενο των θαυματουργών εικόνων, πολλές από τις οποίες στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχουν τον καθορισμένο ζωγραφικό τρόπο, αυτό που συνηθίσαμε να χαρακτηρίζουμε βυζαντινό τρόπο. Εάν λοιπόν κατανοήσουμε τον εξεικονισμό των Αγίων ως καταγραφή της Αγιότητάς τους μ’ ένα ζωγραφικό τρόπο, έχουμε αυτά τα ερμηνευτικά αδιέξοδα. Τί λοιπόν είναι ο εξεικονισμός των Αγίων; Σε τί συνίσταται;

Για να γίνει κατανοητό, το πώς οι Βυζαντινοί εννοούν τον εξεικονισμό, θα πρέπει να δούμε τη σχέση των προσώπων αυτών με τον Χριστό, ανεξάρτητα από τους τρόπους με τους οποίους ασκείται ένας Άγιος ή φτάνει στην κατάσταση αυτή, την οποία εμείς ονομάζουμε Αγιότητα.

Στην πραγματικότητα η Αγιότητα δεν είναι άλλο από την κοινωνία ενός προσώπου με τον Χριστό, η ένωσή του με Αυτόν και η, συνεπεία αυτής της ενώσεως, κάθαρση της φύσεώς του και η αποκατάστασή της στην αρχική της μορφή. Ένας Άγιος επομένως είναι ένα πρόσωπο κεκαθαρμένο από τα πάθη του, ένα πρόσωπο το οποίο αποτελεί αυθεντική έκφραση της ανθρώπινης φύσεως και που υπάρχει σ’ αυτή την κατάσταση, απλά και μόνο διότι είναι ενωμένο με τον Χριστό. Η ένωσή του με Αυτόν συνιστά την αγιότητα. Ο εξεικονισμός επομένως του αγίου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά ως καταγραφή της σχέσεως του προσώπου αυτού με το πρόσωπο του Χρίστου. Η καταγραφή αυτής της σχέσεως πραγματώνεται από τους Βυζαντινούς κατ’ αρχάς, με το εικονογραφικό πρόγραμμα του Ορθόδοξου ναού, όπως αυτό διαμορφώθηκε και οριστικοποιήθηκε μετά την Εικονομαχία, οπότε και πλέον ορίστηκε τι είναι η εικόνα, τι παρουσιάζεται σε αυτήν και τι σημαίνεται με αυτήν και ακόμα ποιός είναι ο ρόλος του ζωγραφικού στοιχείου και της τέχνης γενικότερα. Το εικονογραφικό αυτό πρόγραμμα είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη θεολογική σημαντική που έχει ο ορθόδοξος ναός. Ο ναός είναι Εκκλησία για τους Ορθοδόξους, πράγμα που σημαίνει ότι είναι μία εικόνα της κοινωνίας Θεού και ανθρώπου, είναι μία εικόνα του Θεανθρώπινου σώματος, που έχει κεφαλή τον Χριστό και μέλη Του τους ανά τούς αιώνες πιστούς, είτε αυτοί ανήκουν στη θριαμβεύουσα Εκκλησία είτε στη στρατευόμενη Εκκλησία. Η Εκκλησία δηλαδή είναι ένα σύνολο προσώπων που υπάρχουν στην ένωσή τους με τον Χριστό και είναι είτε θριαμβεύοντες -αυτό πού ονομάζουμε Άγιοι- είτε κλητοί Άγιοι, οι ζώντες δηλαδή, που εισέρχονται μέσα στον χώρο αυτό.

Ο ναός λοιπόν είναι εικόνα της Εκκλησίας, κι ως τέτοια αισθητοποιεί, πρώτ’ απ’ όλα, την ενανθρώπιση του Λόγου, το γεγονός δηλαδή ότι ο Θεός, επειδή δεν μπορεί ο άνθρωπος με τις περιορισμένες του δυνάμεις ως κτιστός ν’ αναχθεί στον Θεό, ο Θεός γίνεται άνθρωπος και φανερώνεται για χάρη του. Με τα δεδομένα αυτά η Εκκλησία όταν επιχειρεί να εξεικονίσει, παρουσιάζει πλέον το ορατό του αοράτου, δηλαδή παρουσιάζει τη μορφή με την οποία το αόρατο έγινε ορατό. Η Εκκλησία δεν καταγράφει το αόρατο καθεαυτό, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Το αόρατο δεν μπορεί να καταγραφεί από τη μεριά του ανθρώπου, διότι αυτό θα σήμαινε ότι υπάρχει αναλογία ανάμεσα στον κτιστό και άκτιστο κόσμο.

Έχουμε λοιπόν στην εικονογράφηση πριν απ’ όλα τη βασική εικόνα, που είναι η εικόνα του Χριστού και η οποία καταλαμβάνει τον χώρο του τρούλου -που για τον Βυζαντινό είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, αλλά είναι ταυτόχρονα κι ο ουρανός-, οι δε Άγιοι έρχονται στη συνέχεια να συμφανερωθούν θα λέγαμε μαζί με τη βασική, πρωταρχική αυτή εικόνα, κι όπως ο Θεός φανερώνεται αλλά δεν περιγράφεται στο δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας με τη μορφή του ενανθρωπίσαντος Λόγου, έτσι και οι Άγιοι εικονογραφούνται και στην πραγματικότητα συμφανερώνονται και αυτοί ως ζώντες καθώς ο Ίδιος ο Χριστός.

Αυτό είναι το εικονογραφικό πρόγραμμα ενός ορθόδοξου ναού. Είναι δηλαδή, αν μπορούσαμε να το πούμε σε μία πρόταση, η ορατή αναπαράσταση της Εκκλησίας ως Θεανθρώπινου σώματος. Η ορθόδοξη όμως Εκκλησία είναι σώμα που συμπεριλαμβάνει και τους ζώντες, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και η εικονογράφηση δεν τελειώνει στους τοίχους, αλλά τελειώνει στους πιστούς, όχι απλά σαν θεατές, διότι αν ήταν θεατές θα λέγαμε πως είναι ένα στοιχείο εξωτερικό, τρίτο, ενώ ο πιστός δεν είναι τρίτο στοιχείο, είναι μέλος του όλου, είναι μέλος της Εκκλησίας, γι’ αυτό και η εικονογράφηση τον συμπεριλαμβάνει. Πρώτ’ απ’ όλα τον συμπεριλαμβάνει καθόσον η εικονογράφηση απευθύνεται σ’ αυτόν, κι αυτό συμβαίνει διότι η εικονογράφηση δεν έχει σημείο αναφοράς και κέντρο της ένα αντικειμενικό στοιχείο πίσω από τη ζωγραφική επιφάνεια ή έξω από τον ναό. Η εικονογράφηση αναφέρεται στον πιστό, στον πιστό θεατή των εικόνων. Απλό χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι ο Χριστός στο τέμπλο καταλαμβάνει το δεξιό μέρος ως προς την αίσθηση του θεατή που τοποθετείται απέναντι. Αυτό σημαίνει ότι σημείο αναφοράς της εικονογραφήσεως είναι ο πιστός. Θα επανέλθουμε στο σημείο αυτό και αργότερα. Αφού λοιπόν αυτή είναι η σημαντική του ορθόδοξου ναού και αυτό το νόημα της εικονογραφήσεως, ο εξεικονισμός των Αγίων δεν είναι η καταγραφή μιας θεολογικής έννοιας, ή μιας αφηρημένης καταστάσεως, αλλά είναι η καταγραφή της σχέσεως των προσώπων αυτών με τον Χριστό. Και τούτο επιτυγχάνεται πρώτ’ απ’ όλα με την ένταξή τους στο πρόγραμμα. Εντασσόμενο ένα πρόσωπο στο πρόγραμμα το εικονογραφικό του ναού, αυτομάτως καταδεικνύεται ότι ζει εν Χριστώ και μετέχει της αγιότητάς Του.

Ο εξεικονισμός του Αγίου πραγματώνεται όμως και με άλλα εικονογραφικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα με τον σταυρό τον οποίο τα πρόσωπα αυτά κρατούν. Το σημείο του σταυρού που υπάρχει σχεδόν σ’ όλους τους Αγίους, είτε στους μάρτυρες που τον κρατούν είτε στους μοναχούς, στο μοναχικό σχήμα ή στο κουκούλι τους επάνω, αποτελεί ένδειξη ότι τα πρόσωπα αυτά έζησαν εν Χριστώ, και ακολούθησαν τον τρόπο ζωής που Εκείνος χάραξε. Ο σταυρός, επομένως, ως εικονογραφικό στοιχείο συμβάλλει στον εξεικονισμό της αγιότητας.

Ο εξεικονισμός όμως τού Αγίου πραγματώνεται και ολοκληρώνεται με την εικαστική πραγματικότητα του ρυθμού. Τί είναι ο ρυθμός; Ο ρυθμός, από το ρήμα ρέω. είναι μια κίνηση, η οποία όμως διαφέρει από μια οποιαδήποτε άλλη κίνηση στο μέτρο που ο ρυθμός είναι μια κίνηση σχέσεως. Είναι μια κίνηση, η οποία σχετικοποιεί δύο μεγέθη. Δύο πράγματα , τα οποία εκ πρώτης όψεως είναι άσχετα μεταξύ τους, ο ρυθμός τα συνδέει, τα ενώνει σε βαθμό, που το ένα να προϋποθέτει το άλλο και σε βαθμό που χωρίς το ένα, το άλλο να είναι, θα λέγαμε, ακατανόητο και να μην έχει λόγο υπάρξεως. Η κίνηση, που χαρακτηρίζει την εικονογραφία μέσα στον ορθόδοξο ναό, είναι κίνηση από τον τοίχο προς τον πιστό θεατή. Αυτό διαδηλώνεται πρώτ’ απ’ όλα με την απουσία του ζωγραφικού βάθους. Οι εικόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν έχουν ζωγραφικό βάθος. Σταματάνε ή αρχίζουν, εξαρτάται πως θα δει κανείς το θέμα, από την επιφάνεια του τοίχου και κινούνται προς τον θεατή. Η ζήτηση της κινήσεως είναι συνειδητή κι αυτό προκύπτει από το ότι αυτή δεν είναι άτακτη. Υπακούει σε μια συγκεκριμένη λογική, η οποία δεν ανατρέπεται και δεν αλλάζει σε καμία φάση της Ορθόδοξης εικονογραφίας. Ακόμα δηλαδή κι όταν έχουμε αλλαγές σε στυλιστικό επίπεδο, δεν αλλάζει σε καμιά περίπτωση αυτή η κίνηση, η οποία ανήκει στις βασικές αρχές που χαρακτηρίζουν το Βυζαντινό ζωγραφικό σύστημα. Αυτό ακριβώς αποδεικνύει ότι η κίνηση αυτή από το ζωγραφικό έργο προς τον θεατή είναι συνειδητή και επιδιωκόμενη.

Η κίνηση αυτή επιτυγχάνεται με τους εξής τρόπους: πρώτ’ απ’ όλα με την εγκάρσια τοποθέτηση των μορφών πάνω στην επιφάνεια. Ειδικά μετά την περίοδο της Εικονομαχίας αυτό είναι σχεδόν κανόνας, με πολύ λίγες εξαιρέσεις που δεν μπορούν ν’ ανατρέψουν τον κανόνα. Καταργείται αυτό το οποίο ονομάζουμε πλήρης και απόλυτη μετωπικότητα, η οποία είναι ουσιαστικά ακινησία, κι αυτό διότι όταν μια μορφή είναι μετωπική, είναι επίπεδα τοποθετημένη πάνω στην επιφάνεια και άρα αδρανής. Επίσης απουσιάζει και το προφίλ, το οποίο επίσης είναι ακίνητο ως προς τον θεατή. Διότι μια μορφή σε προφίλ, κινείται κατά μήκος του τοίχου αλλ’ όχι ως προς τον θεατή. Η συνήθης στάση των Αγίων είναι ή η στάση των τριών τετάρτων ή η στάση της δυναμικής μετωπικότητας. Αυτό σημαίνει ότι η μορφή μοιάζει να «ξεκολλάει» από τον τοίχο, επειδή τοποθετείται εγκάρσια πάνω στην επιφάνεια του τοίχου. Αυτομάτως, επειδή απουσιάζει μάλιστα το ζωγραφικό βάθος, η μορφή έχει την ανάγκη πλαστικότητας, έχει την ανάγκη δηλαδή ν’ αποκτήσει κάποιο όγκο, και συνεπώς αυτή κινείται προς τον θεατή. Τέλος έρχεται ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται οι Βυζαντινοί το φως, για να ολοκληρώσει την κίνηση αυτή από την επιφάνεια προς τον χώρο των θεατών, προς τον χώρο των πιστών θεατών.

Το χρώμα στους Βυζαντινούς πλάθεται πάντοτε σχεδόν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, από σκούρα και θερμά χρώματα προς φωτεινότερα και ψυχρά. Αυτομάτως, με τον τρόπο αυτό πλάθοντας ο Βυζαντινός, είναι σαν να έρχεται να ολοκληρώσει τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζει πάνω στην επιφάνεια. Το σχέδιό του είναι εγκάρσια τοποθέτηση πάνω στην επιφάνεια κι άρα κίνηση από την επιφάνεια. Αυτό μπορεί να το δει κανείς πάρα πολύ καλά στον τρόπο προοπτικού σχεδιασμού των Βυζαντινών. Ο λεγόμενος ανάστροφος τρόπος σχεδιασμού -όρος κατά την προσωπική μου γνώμη όχι ιδιαίτερα επιτυχημένος- δείχνει ακριβώς την επιθυμία τους να κινήσουν τα πράγματα προς τον χώρο των θεατών. Έτσι με τους τρόπους αυτούς, δηλαδή με την εγκάρσια τοποθέτηση των μορφών, τον προοπτικό σχεδιασμό και τον τρόπο που πλάθουν, οι Βυζαντινοί κινούν προς τους θεατές τα εικονιζόμενα. Βάζουν δηλαδή τους εικονιζόμενους και τους πιστούς στις ίδιες διαστάσεις .

Ο χώρος στον οποίο κινούνται οι Άγιοι δεν είναι διαφορετικός απ’ αυτόν των ζώντων πιστών. Αυτή δε η επιλογή των Βυζαντινών εικονογράφων, όπως ήδη ανέφερα, έχει σαφώς εκκλησιολογική σημασία. Δεν γίνεται τυχαία και χωρίς λόγο. Γίνεται διότι στο μυαλό τους, στην αντίληψή τους, οι ζώντες πιστοί και οι Άγιοι, που υπάρχουν εικονογραφημένοι στους τοίχους, είναι μέλη της ίδιας πραγματικότητας. Κι αυτή η ενότητα σώματος δεν μπορεί ν’ αποδοθεί παρά με την ενότητα των διαστάσεων των ζώντων και των εικονιζόμενων. Θα πρέπει δηλαδή και οι Άγιοι στους τοίχους και οι ζώντες πιστοί, οι κλητοί Άγιοι, να κινούνται στις ίδιες διαστάσεις χώρου και χρόνου. Γι’ αυτό ακριβώς έρχονται προς τις διαστάσεις των ζώντων οι εικονιζόμενοι Άγιοι, κάτι που δεν μπορούν βέβαια να το κάνουν οι ζώντες, να φύγουν δηλαδή προς τις διαστάσεις των Αγίων που βρίσκονται στους τοίχους. Τέλος, και για να ολοκληρωθεί η έννοια αυτή του ρυθμού, οφείλω μια μικρή αναφορά στο πως των κινήσεων. Διότι ναι μεν κινούνται από τον τοίχο προς τον χώρο των πιστών θεατών οι Άγιοι, αλλ’ η κίνηση αυτή δεν είναι άτακτη. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται συνήθως, ή καλύτερα σχεδόν πάντοτε, υπηρετεί την έξης λογική. Εάν ένα σώμα κινείται προς τα δεξιά, το φως, η χρωματική ανέλιξη δηλαδή, γίνεται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κι έτσι υπάρχει μια εξισορρόπηση δυνάμεων στην εικόνα. Δεδομένου δε, ότι δεν υπάρχει ζωγραφικό βάθος, οι δυνάμεις που αναπτύσσονται (οπτικές δυνάμεις) σχηματίζουν μπροστά από την εικόνα έναν οπτικό κώνο μέσα στον οποίο υπάρχει και συμπεριλαμβάνεται ο πιστός θεατής. Με τον τρόπο αυτό το εικονιζόμενο πρόσωπο, ο Άγιος, ενώ έχει μία τάση να φύγει προς τα δεξιά, δεν φεύγει ποτέ, διότι εξισορροπείται από την αντίρροπη δύναμη που είναι το φως. Κι ενώ είναι πάντοτε εν στάσει, ακριβώς λόγω ισορροπίας των δυνάμεων, πάντοτε έχει τη δυναμική της κινήσεως, που είναι δηλωτική της ζωής. Με τον τρόπο αυτό ζωντανεύουν θα λέγαμε οι Άγιοι μέσα στον χώρο του ναού.

Όταν διαβάζουμε εκφράσεις Βυζαντινών συγγραφέων, ξέρετε ποιά είναι η πιό συχνή αρετή την οποία βρίσκουν οι Βυζαντινοί στις εικόνες τους; Η ζωντάνια. Πολλοί ερευνητές σήμερα δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πως οι Βυζαντινοί αποδίδουν φυσιοκρατικές αρετές στις εικόνες τους, πως λένε δηλαδή ότι οι εικόνες τους είναι σαν ζωντανές, σαν να είναι έτοιμες να σου μιλήσουν. Κατά τη γνώμη μας αυτό δεν οφείλεται σε νατουραλιστικά χαρακτηριστικά, δεν έχει να κάνει δηλαδή με τον τρόπο στυλιστικής αποδόσεως των μορφών. Έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίον οι ζώντες και οι πιστοί ενώνονται στον ίδιο χωρόχρονο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι μορφές των εικόνων είν’ ολοζώντανες. όχι γιατί είναι νατουραλιστικές αλλ’ απλούστατα διότι υπάρχουν σε κοινωνία με τους πιστούς, αφού ζουν στις ίδιες διαστάσεις μ’ αυτούς.

Ο εξεικονισμός λοιπόν των Αγίων κατά κύριο λόγο γίνεται στα πλαίσια του ορθόδοξου ναού και επιτυγχάνεται με τους τρόπους που περιγράψαμε. Κατ’ αρχάς δηλαδή με την ένταξή τους στο εικονογραφικό πρόγραμμα, κατά δεύτερο λόγο με ορισμένα εικονογραφικά στοιχεία, και τέλος με την εικαστική πράξη του ρυθμού, η οποία καταφέρνει να ενώσει πιστούς και εικονιζόμενους στον ίδιο χωρόχρονο.

πηγή: Γιώργου Κόρδη, «Αγιότητα, ένα λησμονημένο όραμα» -Αφιέρωμα, εκδ. Ακρίτας, σ.153-161

http://www.pemptousia.com/2011/08/%CE%B7-/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »