kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Αρχεία για 'ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ' Κατηγορία

Ποιούς πιάνει το «μάτι»;

Συγγραφέας: kantonopou στις 17th Σεπτεμβρίου 2011

Σατανική ενέργεια

Ο φθονερός, όταν βλέπει κάτι το καλό στον άλλο, υποφέρει. Το ίδιο παθαίνει και ο πανούργος διάβολος. Διάβολος και φθονερός φθονούν το καλό του άλλου. Έχουν μεταξύ τους το κοινό αυτό σημείο. Κι ο διάβολος το «εκμεταλλεύεται». Περνά μέσα απ’ αυτό, (=φθόνο) την κακία του σ’ ανθρώπους.

Ο φθόνος δηλ. του φθονερού ανθρώπου είναι αγωγός, απ’ όπου διοχετεύεται στις ανθρώπινες ψυχές το δηλητήριο (=βασκανία) του διαβόλου. «Η βασκανία είναι μία δαιμονική ενέργεια, που γίνεται μέσω των φθονερών ανθρώπων» (Μ. Βασίλειος περί φθόνου, 4), «…απέλασον πάσαν διαβολικήν ενέργειαν, πάσαν σατανικήν έφοδον» (Ευχή εις βασκανίαν).

Κι αυτό σημαίνει: Βασκανία ΔΕΝ είναι ένας λ.χ. συνηθισμένος πονοκέφαλος, ή μια συνηθισμένη ζάλη κλπ., αλλά είναι κάτι το ασυνήθιστο!! Κάτι το φοβερό, το ανυπόφορο, το …σατανικό!!

Είχε κάποιος, (διηγούνται αυτόπτες μάρτυρες) ένα ωραίο άλογο. Το είδε κάποιος (φθονερός) και είπε: «Τι ωραίο άλογο». Και το άλογο δεν άντεξε το «μάτι». Έσκασε, ψόφησε ακαριαία!

Ποιοί έχουν «μάτι»;

Κακό «μάτι» έχει εκείνος, που έχει μέσα του κακία! «απέλασον πάσαν φαρμακείαν των φθοροποιών και φθονερών ανθρώπων» (ευχή εις βασκανίαν).

Γι’ αυτό παλαιότερα, οι αγράμματες γριούλες, όταν έβλεπαν ένα όμορφο παιδάκι, ή άλλο τι ωραίο, το έφτυναν· και έλεγαν: «Να μην αβασκαθεί». Έβγαζαν από μέσα τους (έφτυναν) τον τυχόν κρυμμένο φθόνο.

Ποιούς πιάνει το «μάτι»;

Εφόσον η βασκανία είναι χτύπημα του σατανά στον άνθρωπο, είναι λογικό να «χτυπιόνται» από τη βασκανία, όσοι δεν είναι εφοδιασμένοι με όπλα, που πολεμούν και συντρίβουν το διάβολο («νηστεία» προσευχή εξομολόγηση, Θ. Κοινωνία, θα το δούμε).

Για αυτό:

Τους αγίους δεν τους πιάνει «μάτι».

Τους ιερείς (λόγω της ιερωσύνης τους).

Και τον κάθε χριστιανό, που ζει την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.

«Ξεμάτιασμα»

Και πάλι, εφόσον η βασκανία είναι χτύπημα του σατανά, απαιτείται ειδική προσευχή, που να χτυπά, εξορκίζει το διάβολο.

Η Εκκλησία μας για την περίπτωση αυτή έχει θεσπίσει την ευχή «εις βασκανίαν», που διαβάζεται από ιερέα. Που σημαίνει, πως όταν σε «πιάσει» το μάτι, θα πρέπει να πας στον ιερέα, και μόνο στον ιερέα.

Αμαρτωλό ξεμάτιασμα

Σε έπιασε το «μάτι». Αντί, λοιπόν, να πας στον ιερέα, πας στη γειτόνισσά σου, στη κουμπάρα σου, κ.λ.π., και σου κάνουν ξόρκια! Όμως έτσι αμαρτάνεις και συ, και αυτές που σε ξεματιάζουν. Εσύ, γιατί περιφρόνησες το λειτουργό του Χριστού (τον ιερέα), και κτύπησες ξένες πόρτες, αυτές γιατί πήραν τη θέση του ιερέα.

Μάθε, λοιπόν, πως ο λαϊκός, επειδή στερείται ιερωσύνης, δεν έχει δικαίωμα να σε «σταυρώνει».

Ο πατέρας ή η μητέρα, επειδή είναι πρόσωπα ιερά, και επειδή έχουν εξουσία στα παιδιά τους, μπορούν να «σταυρώνουν» τα παιδιά τους και μόνο τα παιδιά τους.( Το ίδιο ισχύει και για τον παππού ή τη γιαγιά σε σχέση με τα εγγονάκια τους). Όμως και πάλι προσοχή! Θα πρέπει να λένε προσευχές της Εκκλησίας μας και μόνο της Εκκλησίας μας, ( λ.χ. «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ή το «απολυτίκιο» ενός αγίου κ. ά).

Με ποιό, λοιπόν, δικαίωμα σε σταυρώνουν άνθρωποι χωρίς ιερωσύνη; (Και γιατί δεν σταυρώνεσαι από μόνος σου; Άγιο είναι το χεράκι τους;)

Το εξίσου σημαντικό: Ο λαϊκός επειδή δεν έχει ιερωσύνη, δεν μπορεί να κάνει ένα μυστήριο, λ.χ. «ευχέλαιο». Και όμως, η γειτόνισσά σου, η κουμπάρα σου τολμούν (!) και κάνουν «ευχέλαιο». «Αγιάζουν» από μόνες τους το λαδάκι (!), που θα σε …σταυρώσουν!! (Διερωτήθηκες ποτέ, γιατί δεν προτιμούν το λαδάκι του κανδηλιού;).

Και να ήταν μόνο αυτό; Στο «μυστήριό» τους ανακατεύουν λόγια της Εκκλησίας μας με ξένα λόγια (=του διαβόλου). Λες και οι ευχές της Εκκλησίας μας χρειάζονται την ενίσχυση των «ευχών» του διαβόλου!

Λοιπόν, ποιά λόγια θα πιάσουν; Της Εκκλησίας ή του διαβόλου; Είναι δυνατόν να ακούσει ο Κύριος «μαγαρισμένες» προσευχές;

Θα πεις:

-Μα είναι γυναίκες χριστιανές, κάνουν τον σταυρό τους, επικαλούνται το όνομα του Θεού!

-«Γι’ αυτό (απαντά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος) τις αποστρέφομαι! Γιατί χρησιμοποιούν το όνομα του Θεού για να Τον υβρίζουν! Γιατί, λέγοντας πως είναι χριστιανές, κάνουν εκείνα που κάνουν οι ειδωλολάτρες! Και οι δαίμονες ανέφεραν το όνομα του Θεού, αλλά ήταν δαίμονες! Ο Κύριος τους επέπληξε και τους έδιωξε!» (Κατήχησις I΄).

Και πάλι:

Μα μόλις με ξορκίζουν, είμαι μια χαρά!

Μπορεί να είναι ψυχολογικό.

Μπορεί και να σε έκανε ό διάβολος καλά, φυσικά για το κακό σου…

Διδακτικό περιστατικό

Στις 2.3.1998 ο πατρινός κ. Ε., μου ανέφερε, κάτι που συνέβη στον ίδιο, πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια.

Από 14 ετών οι δικοί του κάθε τόσο τον πήγαιναν σε μια κυρία για «ξεμάτιασμα».

Όμως το συνεχές «ξεμάτιασμα» έδωσε «λαβή» στο διάβολο. Άρχισε τώρα και ο ίδιος (κ. Ε.) να έχει «μάτι», να «αβασκαίνει». Όποιον θαύμαζε, του συνέβαινε κακό. Έβλεπε λ.χ γυναίκα να περπατά, αμέσως η γυναίκα σκόνταφτε και έπεφτε.

Το 1983, Μ. Πέμπτη βράδυ, παρακολουθούσε την ακολουθία των αγίων Παθών στον ι. ναό αγίου Σπυρίδωνος Αιγάλεω. Ξαφνικά ένοιωσε ζάλη. Θόλωσε το μυαλό του. Έβλεπε το εκκλησίασμα να χάνεται από μπροστά του. Ταυτόχρονα τον έπιασε κρύος ιδρώτας. Δεν άντεξε. Βγήκε έξω.

Τον ακολούθησε «κατά πόδας» (έξω, στην αυλή) μια γνωστή κυρία (που ξεμάτιαζε…). Τον πλησίασε και του είπε: «Τί έπαθες, Ε;». Και άρχισε να τον ξεματιάζει, διαβάζοντας κάτι παράξενες «ευχές»(επικλήσεις δαιμόνων).

Στην «ιερή» (=δαιμονική) αυτή στιγμή, ο κ. Ε. παρατήρησε κάτι, που τον συγκλόνισε!

Η όψη της κυρίας αλλοιώθηκε! Το βλέμμα της ήταν απαίσιο! Ταυτόχρονα την «έπιασε» ένα παράξενο χασμουρητό! Το στόμα της θύμιζε στόμα άγριου θηρίου! Στο τέλος έβγαλε από την κοιλιά της ένα φυλακτό». «Πάρτο (του είπε), φόρεσέ το και δεν θα σε ξαναπιάσει».

Και με τις σατανικές της επικλήσεις (=βοήθεια του διαβόλου) ο ασθενής έγινε καλά…

Ο κ. Ε., μετά απ’ αυτό, εξομολογήθηκε, και ησύχασε. Αλλά, και έπαψε να αβασκαίνει».

(Αρχ. Βασιλείου Μπακογιάννη, «Διάβολος, Μάγια, Μέντιουμ»)

Θησαυρός Πνεύματος και Ευσεβείας

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ιερά Σύνοδος για το έκτακτο τέλος

Συγγραφέας: kantonopou στις 17th Σεπτεμβρίου 2011

Η Εκκλησία της Ελλάδος, ελπίζουσα ότι ο δημοσιογραφικός θόρυβος, ο οποίος προκλήθηκε χθες σχετικώς προς την φορολόγηση της Εκκλησίας, οφείλεται σε έλλειψη λεπτομερούς ενημερώσεως όσων τον προκαλέσαν, επιθυμεί να ενημερώσει δημοσίως ότι η Εκκλησία της Ελλάδος, οι Ιερές Μητροπόλεις με τα εκκλησιαστικά τους ιδρύματα, οι Ιερές Μονές και οι Ενορίες, οι οποίες είναι ξεχωριστά μεταξύ τους νομικά πρόσωπα, καταβάλλουν κάθε χρόνο στις κατά τόπους Δ.Ο.Υ. τις παρακάτω νομοθετημένες φορολογικές υποχρεώσεις τους:

1. Φόρο επί των κατ’ έτος μισθωμάτων, που εισπράττουν από ακίνητα, με συντελεστή 20% επί της αξίας τους,

2. Συμπληρωματικό φόρο επί των εισοδημάτων τους από οικοδομές και εκμισθώσεις γαιών με συντελεστή 3%,

3. Προκαταβολή του φόρου (για το επόμενο έτος) με συντελεστή 55% επί της αξίας του παραπάνω συμπληρωματικού φόρου,

4. Φόρο επί της ακινήτης περιουσίας τους με συντελεστή 3‰ επί της αντικειμενικής αξίας τους (εκτός εάν πρόκειται για οικοδομήματα λατρευτικής, εκπαιδευτικής, θρησκευτικής η κοινωφελούς χρήσεως π.χ. Ι. Ναοί, γηροκομεία, χώροι συσσιτίων),

5. Φόρο επί των κληρονομιών και δωρεών με συντελεστή 0,5% επί της αξίας τους,

6.Τέλος χαρτοσήμου και δικαιώματα ΟΓΑ συνολικού ποσοστού 2,40% επί κάθε χρηματικής παροχής πιστών προς τους Ι. Ναούς λόγω ιεροπραξιών.

Επίσης τα παραπάνω νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας παρακρατούν και αποδίδουν στις Δ.Ο.Υ. τα παρακάτω φορολογικά έσοδα :

1. Φόρο μισθωτών υπηρεσιών για τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους και συνεργάτες τους, που αμείβονται από τον προϋπολογισμό τους,

2. Φ.Π.Α. με τους προβλεπομένους συντελεστές για υπηρεσίες και αγαθά,

3. Φόρο εισοδήματος με συντελεστή 8% σε όλα τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών,

4. Φόρο εισοδήματος με συντελεστή 4% σε όλα τα δελτία αποστολής αγαθών και με συντελεστή 1% για τα υγρά καύσιμα.

Τέλος, η Εκκλησία της Ελλάδος επιθυμεί να τονίσει αφ’  ενός ότι η απαλλαγή από τον φόρο ακινήτης περιουσίας για τα ακίνητα λατρευτικής, θρησκευτικής και κοινωφελούς χρήσεως ισχύει από το έτος 2008 για όλα τα θρησκεύματα και δόγματα, που έχουν ακίνητη περιουσία εντός Ελλάδος και αφ’ ετέρου ότι, παρότι τα έσοδά Της προέρχονται μέχρι σήμερα από το υστέρημα πιστών και χρησιμοποιούνται για την συντήρηση των θρησκευτικών και κοινωφελών Της ιδρυμάτων, ουδέποτε ζήτησε κάποια άνιση φορολογική μεταχείριση σε σχέση με τους υπολοίπους φορολογούμενους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς της Χώρας.

Εκ της Ιεράς Συνόδου

της Εκκλησίας της Ελλάδος

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Μάτιασμα». Πρόληψη και δεισιδαιμονία.

Συγγραφέας: kantonopou στις 16th Σεπτεμβρίου 2011

Παρερμηνείες της βασκανίας

Από τους χρόνους της αρχαιότητας η βασκανία συνδέθηκε και μ’ αυτό που σήμερα αποκαλούμε «μάτιασμα». Σήμερα μάλιστα όταν ακούμε τη λέξη βασκανία αμέσως εννοούμε μόνον το μάτιασμα και τίποτε άλλο. Πρόκειται για μια παλιά πρόληψη και δεισιδαιμονία ότι ο κακός με το βλέμμα του και μόνο μπορεί να βλάψει τον φθονούμενο. Αυτό φυσικά δεν είναι σωστό, και η Εκκλησία μας δεν το παραδέχεται. Βεβαίως η Εκκλησία έχει ευχές που κάνουν λόγο για «βάσκανον οφθαλμόν». Οι αναφορές αυτές εξηγούνται εύκολα, χρειάζεται όμως μια προσοχή, για να μην υπάρξουν παρανοήσεις. Η φράση «βάσκανος οφθαλμός» προέρχεται από την Αγία Γραφή και σημαίνει το φθονερό άνθρωπο, τον κακό, τον ανελεήμονα, τον άσπλαχνο, ενώ το αντίθετο, «καλό μάτι», σημαίνει τον καλόν άνθρωπο, τον εύσπλαχνο, τον ψυχόπονο. Ας μη ξεχνάμε ότι στα αρχαία ελληνικά το μάτι λέγεται και όψις, και ότι στην Αγία Γραφή «μάτι» και «όψις» και «οφθαλμός» και «είδος» λέγεται και η εμφάνιση του ανθρώπου, το παρουσιαστικό του, και ο όλος άνθρωπος. Κατ’ αρχάς εννοείται ότι, ο φθονερός άνθρωπος όταν δει το θύμα του και το φθονήσει, αυτό είναι η ρίζα του κακού που μπορεί να ακολουθήσει. Επομένως αυτή η φθονερή ματιά, είναι από όλους ανεπιθύμητη. Στην συνέχεια η φράση «βάσκανος οφθαλμός» επεκτάθηκε στους ανθρώπους που σαν υποχείρια του σατανά ασχολούνται με μαγείες, μαντείες, ξόρκια και όλα τα σχετικά. Έτσι λοιπόν ξεκαθαρίζονται τα πράγματα πως η Εκκλησία μας από τη μια δεν παραδέχεται το μάτιασμα και από την άλλη αναφέρεται στις ευχές της εναντίον της βασκανίας. Δεν πρόκειται για αντίφαση, αλλά για διαχωρισμό δυο διαφορετικών πραγμάτων. Σε αντίφαση και σύγχυση βρίσκονται όσοι λεγόμενοι Χριστιανοί από τη μια κάνουν το σταυρό τους και από την άλλη τρέχουν σε ξόρκια και μάγια. Βασκανία εννοεί η Εκκλησία τον φθόνο και το κακό που κάνουν κάποιοι κινούμενοι από φθόνο· το κακό αυτό μπορεί να είναι μία βλαπτική πράξη ή μία συκοφαντία ή μία κατάρα ή μία δαιμονική ενέργεια ή επίδραση. Η Εκκλησία δεν δέχεται ότι η απλή ματιά ενός ανθρώπου μπορεί από απόσταση να προκαλέσει με μαγικό τρόπο κακό σε κάποιον άλλο. Είναι απαράδεκτες για ανθρώπους της Εκκλησίας οι προλήψεις και δεισιδαιμονίες ότι κάποιος είναι βάσκανος, μόνο και μόνο επειδή γεννήθηκε την τάδε μέρα ή επειδή έχει στο πρόσωπο του κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ή ότι κάποιος είναι ιδιαίτερα επιρρεπής στη βασκανία (ότι δηλαδή «ματιάζεται» εύκολα), ή ότι μπορεί να αισθανθεί άσχημα και αδιάθετος, επειδή τάχα κάποιος τον «μάτιασε», και άλλες τέτοιες αηδίες

Δεν θα κάνουμε επομένως καμιά αναφορά στο λεγόμενο «ξεμάτιασμα», που γίνεται από λαϊκούς ανθρώπους (όπως επικλήσεις, χειρονομίες, χάνδρες κλπ.), οι οποίοι εμπειρικώς τα μαθαίνουν από άλλους και εμπειρικά τα εφαρμόζουν και κανείς δεν γνωρίζει το «πώς» και το «γιατί», αφού είναι σκοτεινή και άδηλη και ανεξερεύνητη η προέλευση αυτού του «ξεματιάσματος». Και δεν έχει σχέση με τη διδασκαλία της Εκκλησίας και προφανώς προέρχεται από λαϊκές και παλιές ειδωλολατρικές δοξασίες και πρακτικές ακαθόριστες, γι’ αυτό και είναι απαράδεκτες ανάμεσα στους πιστούς και δεν τιμούν τη σύγχρονη «προοδευτική» εποχή μας. Είναι εκδηλώσεις άγνοιας και απιστίας και παγανισμού.

Η Εκκλησία θέλοντας να βοηθήσει τα μέλη της συμπεριφέρεται με πολλή συγκατάβαση και περιέλαβε στις ευχές της τις σχετικές με τη βασκανία λέξεις, αλλά τους έδωσε το σωστό νόημα. Δυστυχώς πολλές φορές παρατηρείται η εσφαλμένη λαϊκή δοξασία να επικρατεί, να επιβάλλεται και σιγά-σιγά να αλλοιώνει τη γνήσια ορθόδοξη διδασκαλία, σε σημείο άλλα να λέμε και άλλα να καταλαβαίνουμε.

Η Εκκλησία τη βασκανία με την έννοια της εξ αποστάσεως φθοροποιού μαγικής επιδράσεως μόνο με το βλέμμα (που μπορεί καμιά φορά να συνοδεύεται και από κάποιο λόγον ή ενδόμυχη σκέψη θαυμασμού ή φθόνου) τη θεωρεί, δεισιδαιμονία. Οι εκκλησιαστικοί συγγράφεις και οι πατέρες της Εκκλησίας δεν αρνούνται την πραγματική βασκανία, δηλαδή τον φθόνο και τις βλαπτικές ενέργειες που εκπορεύονται από αυτόν. Ειδικά μάλιστα τις περιπτώσεις βασκανίας που δεν έχουν εμφανή τη προέλευσή τους τις αποδίδουν στην επήρεια του πονηρού. Γενικά θεωρούν τη βασκανία ως έργο του διαβόλου και πράξη φθόνου. Ο Μέγας Βασίλειος έγραψε και λόγο «περί φθόνου και βασκανίας». Η Εκκλησία συνέθεσε και ειδική ευχή κατά της βασκανίας, με την έννοια του φθόνου.

Με όσα αναφέραμε και εξηγήσαμε μέχρι εδώ ξεκαθαρίζεται το θέμα της βασκανίας από ορθόδοξη άποψη. Επίσης εξηγούνται και εκφράσεις όπως «η βασκανία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποβεί θανατηφόρος», δεν εννοείται ότι κάποιος μπορεί με το βλέμμα του να σκοτώσει έναν άλλο (αυτό είναι ανόητη, μαγική, ειδωλολατρική και αντιχριστιανική αντίληψη), διότι τότε θα είχαν φονευθεί οι μισοί άνθρωποι της γης χωρίς πολέμους και εγκλήματα και φονικά όπλα, αλλά εννοείται ότι αυτός που φθονεί και μισεί τον συνάνθρωπό του σε μερικές περιπτώσεις είναι δυνατόν να τον εξοντώσει και σωματικά. Σχεδόν πάντοτε ο φθονερός προσπαθεί να εξοντώσει το θύμα του ηθικά-ψυχικά, γι’ αυτό ο κατ’ εξοχήν βάσκανος και φθονερός διάβολος ονομάζεται και ανθρωποκτόνος και μισάνθρωπος.

Μέσα προστασίας

Όσοι άνθρωποι αισθανθούν οι ίδιοι ή κάποιος δικός τους την επήρεια της βασκανίας, πρέπει να τρέχουν στον πνευματικό ιερέα να τους σταυρώσει με το σταυρό, που έχει μεγάλη δύναμη κατά των πονηρών πνευμάτων, και να τους διαβάσει την ειδική ευχή κατά της βασκανίας.

Πολλοί άνθρωποι επινόησαν κατά της βασκανίας διάφορα μέσα, όπως τα φυλαχτά, για να τα φοράνε όσοι βασκαίνονται. Η Εκκλησία προσπαθώντας να προφυλάξει τα μέλη της από κάθε πλάνη δεν επιτρέπει στους Χριστιανούς να χρησιμοποιούν αυτά τα φυλαχτά (χάντρες, φύλλα, λουλούδια, εκκλησιαστικά αντικείμενα και λοιπά), γιατί όλα αυτά προϋποθέτουν μια μαγική αντίληψη λειτουργίας και προστασίας, τελείως αντιχριστιανική. Επίσης απαγορεύεται να χρησιμοποιούνται διάφορα «εξορκιστικά» λόγια κατά του «ματιάσματος» από άντρες ή γυναίκες, γιατί όλα αυτά τα «λαϊκά» μέσα και οι σχετικές αντιλήψεις και δεισιδαιμονίες είναι είδος μαγείας και παγανισμού, όπως αναφέρει και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο βιβλίο του «Χρηστοήθεια των Χριστιανών». Κάθε άλλο πέρα από τις ευχές της Εκκλησίας αποτελεί άρνηση της πίστεως· κάθε άλλο «ξόρκι» απομακρύνει από τον άνθρωπο τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τον αφήνει ανίσχυρο μπροστά στις «μεθοδείες του πονηρού». Όποιος χρησιμοποιεί «ξόρκια» και «φυλαχτά» και «χαϊμαλιά» είτε για τον εαυτό του είτε για δικούς του ανθρώπους, πρέπει να ξέρει ότι έτσι μολύνει το βάπτισμά του, δείχνει απιστία και ασέβεια προς το Θεό, και επομένως αντί να προστατεύεται από το κακό, παραδίδει τον εαυτό του σε μισάνθρωπες επιρροές.

Υπάρχουν βέβαια τα χριστιανικά φυλαχτά της Εκκλησίας, τα οποία μπορούν και πρέπει να μεταχειρίζονται οι πιστοί. Πολύ αποτελεσματικό φυλαχτό είναι ο σταυρός, που πρέπει να φοράνε όλοι οι Χριστιανοί, γιατί οι δαίμονες φοβούνται τη δύναμή του, γιατί είναι το φυλακτήριο όλου του κόσμου.

Υπάρχουν βέβαια και άλλα μέσα της πίστεως μας, με τα οποία επικαλούμαστε τη δύναμη του μεγάλου Θεού και μπορούμε να αποτρέψουμε κάθε κακό. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι κανένα αγιαστικό μέσο της Εκκλησίας δεν μας βοηθά χωρίς μία απαραίτητη προϋπόθεση, την πίστη. Πρέπει να έχουμε πίστη σταθερή και ακλόνητη και χωρίς αμφιβολίες στο Κύριο μας Ιησού Χριστό και στη διδασκαλία του. Και αυτή η πίστη μεταφράζεται σε έργα, τα οποία είναι η πίστη στα θεόπνευστα λόγια της Αγίας Γραφής· το να εφαρμόζουμε και να ακολουθούμε τις εντολές του Θεού στη ζωή μας, το να εκκλησιαζόμαστε τακτικά, η θερμή προσευχή, να εξομολογούμαστε συχνά, και να κοινωνούμε. Τότε βεβαίως κανένα κακό, καμία επιβουλή, καμία βασκανία δεν μπορεί να μας βλάψει, και κυρίως δεν μπορεί να μας απομακρύνει από την πίστη και από τη σωτηρία της ψυχής μας. Με την προσευχή επικοινωνούμε με το Θεό. Με την εξομολόγηση απαλλασσόμαστε από τις αμαρτίες μας, οι οποίες είναι βάρος στη ψυχή μας και τείχος που εμποδίζει τη χάρη του Θεού να μας αγιάσει και να μας προστατέψει. Με τη θεία κοινωνία ενωνόμαστε με τον ίδιο το Θεό και γινόμαστε και εμείς «θεοί κατά χάριν». Αυτά είναι τα κυριότερα αγιαστικά μέσα και φυλαχτά που με πολλή αγάπη προσφέρει η μητέρα Εκκλησία σε κάθε παιδί της, πιστό μέλος της. Από αυτά ξεκινώντας και με τις συμβουλές πάντοτε του πνευματικού μας πρέπει να χρησιμοποιούμε και τα υπόλοιπα, το σημείο του Σταυρού, τις ευχές από τον ιερέα, τον μικρό και τον μεγάλο αγιασμό και λοιπά. Προσοχή λοιπόν και μακριά από κάθε τι που δεν είναι εκκλησιαστικό μέσο αγιασμού· προσοχή και από κάποια φυλαχτά που ορισμένοι επιτήδειοι παρουσιάζουν ως «της εκκλησίας», με σακουλάκια, φυλλαράκια, ξόρκια, χαρτάκια, ψωμάκια, πανάκια και τα όμοια, διότι έτσι ξεγελούν τους απλούστερους και εκμεταλλεύονται το θρησκευτικό συναίσθημα και την ανασφάλεια πολλών, με σκοπό τη βεβήλωση της πίστης και τον προσπορισμό εύκολου πλουτισμού.

(Β.Σ.Βασιλοπούλου, «Η βασκανία στη ζωή μας», εκδ. «Αποκάλυψις» 2003- αποσπάσματα).

Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγία Γραφή και Ιερά Παράδοση

Συγγραφέας: kantonopou στις 5th Σεπτεμβρίου 2011

του π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου (†)

Όταν κάνουμε λόγο για την αγία Γραφή και την ιερή παράδοση δεν εννοούμε δύο ξεχωριστά ή αντίθετα πράγματα, αλλά ένα αρμονικό όλο· την όλη αποκάλυψη του Θεού για χάρη της σωτηρίας του ανθρώπου.

Ο Μ. Βασίλειος συνοψίζει αυτή τη διδαχή της Ορθοδοξίας με τα ακόλουθα λόγια:

«Από τα δόγματα και τας αληθείας που διαφυλάσσει η Εκκλησία, άλλα μεν τα έχομε πάρει από τη γραπτή διδασκαλία, άλλα δε, που μυστικά έφθασαν μέχρις εμάς, τα εκάναμε δεκτά από την παράδοση των αποστόλων. Και τα δύο έχουν την ίδια σημασία για την πίστη. Και κανείς από όσους έχουν ακόμη και μικρή γνώση των Εκκλησιαστικών θεσμών δεν θα προβάλει αντίρρηση σ’ αυτά… Γιατί αν επιχειρήσουμε να εγκαταλείψουμε όσα από τα ”έθη” είναι άγραφα, γιατί δήθεν δεν έχουν μεγάλη σημασία, χωρίς να το καταλάβουμε, θα ζημιώναμε το ευαγγέλιο στην ουσία του ή μάλλον θα μετατρέπαμε το ευαγγέλιο σε “κενόν νοήματος όνομα”».

Ο Μ. Βασίλειος δεν παραλείπει να αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα από τα «έθη» της Εκκλησίας στην εποχή του, τα οποία κανείς δεν αμφισβητούσε και όμως δεν βρίσκονταν σε καμμία γραπτή παράδοση:

«Λόγου χάρη (για να θυμηθώ το πρώτο και πιο συνηθισμένο από όλα), ποιος εδίδαξε γραπτώς ότι όσοι ελπίζουν στο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτή την πίστη με το να κάνουν το σημείο του σταυρού; Το να στρεφόμαστε προς ανατολάς κατά την προσευχή, ποιο γραπτό κείμενο μας το δίδαξε; Τους λόγους της Εκκλησίας κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας ευχαριστίας και του ποτηρίου, ποιος από τους αγίους μας τους άφησε γραπτώς; Δεν αρκούμεθα ασφαλώς σ’ αυτά που οι απόστολοι ή το ευαγγέλιο μνημονεύουν, αλλά προ της ευχαριστίας και μετά από αυτήν λέγομεν και άλλα, γιατί διδαχθήκαμε από την άγραφη διδασκαλία πως έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του μυστηρίου».

Αλλά ο ίδιος πατέρας της Εκκλησίας αναφέρεται και στην τέλεση άλλων ιερών μυστηρίων. «Ευλογούμε», λέγει, «επίσης και το νερό του βαπτίσματος και το έλαιο του χρίσματος και ακόμη και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποία γραπτά κείμενα τα πήραμε αυτά; Δεν τα γνωρίζουμε από την σιωπηρή και μυστική παράδοση;… Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτή τη διδασκαλία που κρατήθηκε μυστική και δεν δημοσιεύθηκε, την οποία οι πατέρες μας διατήρησαν με σιγή, χωρίς να την πολυερευνήσουν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθά είχαν μάθει ότι πρέπει με σιωπή να προστατεύουμε τη σεμνότητα των μυστηρίων;».

Αυτή η διατήρηση «εν σιωπή» ήταν στο φρόνημα των αποστόλων και αναφερόταν στη σωστή στάση των πιστών απέναντι στο μυστήριο του Θεού.

«Οι απόστολοι και οι πατέρες που έθεσαν από την αρχή στην Εκκλησία θεσμούς, επιδίωκαν να διαφυλάξουν τη μυστικότητα. Άλλωστε αυτό που εύκολα πληροφορείται ο οποιοσδήποτε παύει να είναι μυστήριο· αυτό είναι το νόημα της άγραφης παράδοσης», καταλήγει ο Μ. Βασίλειος. Όμως στη συνέχεια επανέρχεται, φέρει σαν παράδειγμα την ομολογία κατά το ιερό βάπτισμα και γράφει:

«Την ομολογία της πίστης στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα από ποία γραπτή παράδοση την έχουμε; Γιατί, αν με βάση την παράδοση του βαπτίσματος θέτουμε σαν ουσιαστικό στοιχείο του βαπτίσματος την ομολογία, από συνέπεια στην ευσέβεια, αφού όπως βαπτιζόμαστε έτσι οφείλουμε να πιστεύουμε, ας μας επιτρέψουν από συνέπεια πάλι στην ευσέβεια, να προσφέρουμε τη δοξολογία με τρόπο όμοιο προς την πίστη. Αν όμως απορρίπτουν αυτό τον τρόπο της δοξολογίας σαν άγραφο, τότε ας μας παρουσιάσουν γραπτές αποδείξεις και για την ομολογία της πίστης και για τα άλλα που αναφέραμε».

Δεν υπάρχει λοιπόν αξιολογική διαφορά ανάμεσα στη γραπτή και άγραφη αποκάλυψη του Θεού, ανάμεσα στη γραπτή και άγραφη παράδοση της Εκκλησίας, που ανάγεται στους πρώτους εκκλησιαστικούς αιώνες και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής της Εκκλησίας διά μέσου των αιώνων.

Υπογραμμίζουμε πως το ευαγγελικό μήνυμα φυλάσσεται και μεταδίδεται από την Εκκλησία. Οι Απόστολοι εμπιστεύθηκαν τη διδαχή του Χριστού στους ποιμένες της Εκκλησίας, που βρίσκονται σε αδιάσπαστη αποστολική διαδοχή και εγγυώνται για την καθαρότητα και την ασφαλή μετάδοση αυτής της διδαχής στις επερχόμενες γενεές. Αυτή η «παράδοση» ή «παρακαταθήκη» που παρελήφθη «άπαξ» από τους αγίους και μεταδίδεται χωρίς «χάσματα» και «διακοπές» από γενεά σε γενεά δεν αποτελεί «εντάλματα ανθρώπων», αλλά είναι το αποτέλεσμα της συνεχούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία που έχει κεφαλή τον Χριστό.

Ο Χριστός δεν ήλθε να γράψει βιβλία, αλλά να οδηγήσει τα διασκορπισμένα τέκνα του Θεού σε ενότητα υπό τον ίδιο σαν Κεφαλή. Αυτό ήταν και το βασικό μήνυμα της Παλαιάς Διαθήκης, που κατανοείται ορθά με κέντρο το πρόσωπο του ερχόμενου μεσσία. Για τους χριστιανούς το νέο, το κεντρικό γεγονός δεν είναι η σύνταξη κάποιων βιβλίων, που ονομάσθηκαν Καινή Διαθήκη, αλλά το ίδιο το γεγονός της εν Χριστώ σωτηρίας. Οι απόστολοι έλαβαν την εντολή να «αυξήσουν» το σώμα του Χριστού κτίζοντας πάνω στο ένα θεμέλιο, τον Χριστό· δεν ήταν έργο τους να γράψουν βιβλία. Αλλά και τα κείμενα που έγραψαν συγκεντρώθηκαν μετά το θάνατό τους από την ίδια την Εκκλησία και συγκρότησαν τον κανόνα της Καινής Διαθήκης. Ήταν κείμενα περιπτωσιακά, προϋπέθεταν το προφορικό κήρυγμα και δεν το καθιστούσαν περιττό, ούτε το αντικαθιστούσαν.

Ο «Κανόνας» της Καινής Διαθήκης (ο κατάλογος των βιβλίων που ανήκουν στην Καινή Διαθήκη) δεν γίνεται κατανοητός χωρίς την ιστορική πορεία της Εκκλησίας. Χωρίς την Εκκλησία δεν μπορούμε με πειστικότητα να απαντήσουμε στο ερώτημα ποια βιβλία ανήκουν στην Αγία Γραφή και για ποιο λόγο, ούτε μπορούμε να προχωρήσουμε στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής χωρίς κίνδυνο να δημιουργούνται ατέλειωτες ξεχωριστές ομάδες, σχίσματα και αιρέσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη σωτηρία του ανθρώπου.

Όλες οι αιρετικές ομάδες, που προβάλλουν διαφορετικό «Κανόνα» της Γραφής ή που αποκλίνουν από την αλήθεια της αγίας Γραφής οφείλουν τις κακοδοξίες τους σ’ αυτό τον ένα λόγο: Απέρριψαν την Εκκλησία και αποκόπηκαν από την κοινωνία με αυτήν. Έτσι έχασαν το σταθερό μέτρο κρίσεως και το σημείο αναφοράς που θα τους εξασφάλιζε την κοινωνία «μετά πάντων των αγίων» και την μετοχή στην σωτήρια πίστη που παραδόθηκε «άπαξ» στους αγίους (Ιούδα 3). Όταν κανείς απορρίψει την Εκκλησία, γίνεται ο ίδιος σημείο αναφοράς και μέτρο κρίσεως· αυτόματα πέφτει θύμα της υποκειμενικής πλάνης· μετατίθεται σε «άλλο ευαγγέλιο» (Γαλ. α’ 6-8).

Αν ο άνθρωπος διατηρούσε την καθαρότητα της καρδιάς του ο Θεός θα συνέχιζε να επικοινωνεί με περισσότερο άμεσο τρόπο με τον άνθρωπο, δεν θα χρειαζόταν ο γραπτός λόγος. Αυτό σημαίνει πως τα βιβλία της αγίας Γραφής δόθηκαν σαν είδος φαρμάκου, που πρέπει να χρησιμοποιεί ο ασθενής άνθρωπος. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως ο γραπτός λόγος απομονώνεται και απολυτοποιείται, γιατί είναι μέρος της «παρακαταθήκης», όχι το όλον. Η ιερή παράδοση της Εκκλησίας είναι το όλον και αυτή δεν νοείται έξω από την Εκκλησία.

Πρόκειται για την ιερή μνήμη της Εκκλησίας, για την κοινή εμπειρία «πάντων των αγίων» όχι για εντάλματα ανθρώπων. Είναι η αποστολική διαδοχή, που συνδέεται άμεσα με την αποστολική διδαχή και εκφράζεται σαν κοινή συνείδηση της Εκκλησίας, με «στόμα» τις οικουμενικές συνόδους.

Απόσπασμα από το βιβλίο του «Ή Ορθοδοξία μας».

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟΣ   ΤΕΥΧΟΣ 31

http://www.impantokratoros.gr/agia-grafh-iera-paradosh.el.aspx

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ξέρω τι είναι η Εκκλησία;

Συγγραφέας: kantonopou στις 4th Σεπτεμβρίου 2011

άρθρο του Ιερομ. Ευσέβιου Βίττη

Λέω πως ξέρω τι είναι η Εκκλησία. Όσο φυσικά δεν συνειδητοποιώ το ζήτημα αυτό. Μόλις όμως καθίσω να το σκεφτώ στα σοβαρά, βλέπω πως δυσκολεύομαι να πω τι είναι η Εκκλησία. Μα πριν από λίγο ακριβώς έλεγα πως ήξερα! Τι να συμβαίνει άραγε;Γιατί τώρα δεν μπορώ να προβώ σε κάποια διατύπωση; Γιατί απλούστατα υπάρχουν κάποια αίτια που δεν με αφήνουν να έχω καθαρή εικόνα μέσα μου του τι είναι η Εκκλησία. Και ό,τι δεν είναι αποσαφηνισμένο μέσα μου, δε βρίσκω λέξεις να το διατυπώσω και να το εκφράσω με τρόπο σαφή και πειστικό. Είναι επόμενο αυτό.

Και ποια μπορεί να είναι τα αίτια αυτά, που αν τα προσέξω, ασφαλώς μπορώ να τα εξουδετερώσω, να τα βγάλω από τη μέση, γιατί από μένα εξαρτάται αυτό; Ας επιχειρήσω να κάνω μια πρόχειρη έρευνα. Τι βρίσκω; Πολλά πράγματα. Να, κάτι που καταρχήν ανακαλύπτω,

Την άγνοια μου. Λέω πως ξέρω τι είναι η Εκκλησία. Ας φανώ όμως ειλικρινής τουλάχιστον έναντι του ίδιου του εαυτού μου. Πότε, αλήθεια, ασχολήθηκα στα σοβαρά για να μάθω τι είναι η Εκκλησία; Δεν εννοώ φυσικά, αν ξέρω ποιος είναι ο Μητροπολίτης της Μητροπόλεώς μας ή ο ιερέας της ενορίας μας ούτε φυσικά οι επίτροποί της και οι όποιοι άλλοι, που έχουν κάποιες ευθύνες, μικρές ή μεγάλες, μέσα στην ενορία. Πώς να ξέρω λοιπόν κάτι που μ’ αυτό δεν ασχολήθηκα ποτέ; Το περίεργο δε μ’ εμένα είναι ετούτο αν με ρωτήσουν π.χ. για ηλεκτρονικά ζητήματα, που έχουν τόση πέραση σήμερα, για θέματα σχετικά με δορυφόρους που στέλνονται στο διάστημα, για τα σχετικά με τους μικροϋπολογιστές κλπ κλπ, δεν θα δίσταζα να πω πως δεν έχω να πω τίποτα το σοβαρό ή το σημαντικό, αν δεν ασχολήθηκα ποτέ με τα θέματα αυτά. Ομολογώ την άγνοιά μου χωρίς περιστροφές. Προκειμένου όμως για την Εκκλησία δυσκολεύομαι να πω πως δεν ξέρω. Προτιμώ να φαίνομαι πως ξέρω, πως έχω γνώμη κι ας μην ξέρω, κι ας είναι η γνώμη μου γελοία, παρά να πω πως δεν ξέρω, πως έχω κυριολεκτικώς μεσάνυχτα για το ζήτημα αυτό. Δεν είμαι περίεργος; Και πολύ μάλιστα!

Βέβαια ως κοινωνικός άνθρωπος που είμαι κάτι έχω ακούσει, κάτι πήρε το μάτι μου σε κάποιο κείμενο για το θέμα αυτό. Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει και με την τέχνη, με τις διάφορες επιστήμες, με τεχνικά ζητήματα, με οικονομικά θέματα, με διεθνή προβλήματα κλπ κλπ; μήπως και για ‘κείνες τις περιοχές δεν συνέβη κάτι να άκουσα, κάτι να έχω αντιληφθεί; Όμως για τις περιοχές εκείνες δεν φοβούμαι να ομολογήσω την άγνοιά μου ή, αν πω κάτι, να το πω με κάθε επιφύλαξη. Στο ζήτημα όμως που γι’ αυτό μιλάμε, για την Εκκλησία, δεν δυσκολεύομαι να έχω γνώμη για ό,τι σχετικό μ’ αυτό, να κόβω και να ράβω, να λέω ανεξέλεγκτα ό,τι μου καπνίσει, έστω κι αν αυτά που λέω είναι καθαρές αρλούμπες και ανοησίες, για να μην τα χαρακτηρίσω βαρύτερα. Πώς το κάνω αυτό; Ίσως για να μη φανώ ακατατόπιστος ή ίσως γιατί περί Εκκλησίας τα θεωρώ αμπέλι ξέφραγο, όπου μπορώ να μπαίνω και να βγαίνω ανεμπόδιστα και να λέω ό,τι μου καπνίσει και ό,τι μου έρθει στο κεφάλι; Δεν αποκλείω τίποτα.

Και σε ρωτώ εαυτέ μου, πότε κάθισες να ασχοληθείς στα σοβαρά με το θέμα αυτό; Πόσες φορές καταπιάστηκες με σοβαρές και υπεύθυνες μελέτες γύρω από το θέμα αυτό για απλό, έστω, κατατοπισμό, γιατί, όπως θα σου δείξει η σχετική ενασχόληση με το θέμα αυτό, άλλες είναι οι προϋποθέσεις για την προσέγγισή του; Πότε ζήτησες ταπεινά να σε κατατοπίσει κάποιος που γνωρίζει καλά το θέμα αυτό έχοντας ζήσει και βιώσει αυτό που λέγεται Εκκλησία; Ενώ για άλλα πράγματα χαλάς κυριολεκτικά τον κόσμο για να πληροφορηθείς γι’ αυτά με κάθε λεπτομέρεια και δεν ησυχάζεις προτού ενημερωθείς καλά, εδώ μου τα κάνεις κυριολεκτικά θάλασσα. Γιατί λοιπόν δεν το ομολογείς πώς δεν ξέρεις; Γιατί δε θέλεις να παραδεχτείς την άγνοιά σου;Βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή μπροστά στο τραπέζι του αυτοελέγχου και βλέπεις την εικόνα σου τέτοια που είναι. Μη ζητάς να κρυφτείς. Μην προσπαθείς να γελάσεις τον εαυτό σου, εμένα, γιατί δεν μπορείς να μου κρυφτείς. Και πες και ομολόγησε πως για το ζήτημα της Εκκλησίας δεν ξέρεις απολύτως τίποτα. Ομολογώντας το αυτό ίσως παρακινηθείς κάποτε να το ερευνήσεις όπως του αξίζει.

Προχωρώντας παραπέρα στην έρευνά μου ανακαλύπτω και άλλον παράγοντα της άγνοιάς μου για το θέμα Εκκλησία. Και αυτός είναι η προκατάληψή μου. Πώς μπορώ να έχω σωστή αντίληψη για ένα ζήτημα, καλή και σωστή, αν γι’ αυτό έχω σχηματίσει εκ των προτέρων κάποιες αρνητικές αντιλήψεις χωρίς να έχω κάνει μια αντικειμενική έρευνα γι’ αυτό; Λέγονται σήμερα (αλλά και πότε, αλήθεια, δεν λέγονταν;) πολλά και διάφορα για την Εκκλησία. Και λέγονται με τέτοιο τρόπο, που προκαλούν την όχι αγνή και καθαρή περιέργειά μου και το καθόλου γνήσιο ενδιαφέρον μου γι’ αυτήν, αλλά αντίθετα άγρια κριτική διάθεση, για να μην πω και εχθρότητα ακόμη, για την Εκκλησία. Και δεν βλέπω την Εκκλησία ως κάτι δικό μου, αλλά ως κάτι ξένο. Δεν την βλέπω ως ευρισκόμενος μέσα από αυτήν, ως ανήκοντας σ’ αυτήν, αλλά ως ξένος γι’ αυτήν και ως κάτι άσχετο με μένα. Δεν τη βλέπω ως υπόθεση που αφορά κι εμένα το ίδιο, αλλά μόνο κάποιους άλλους. Και επομένως δεν με πονάει ό,τι αρνητικό λέγεται γι’ αυτήν, ενώ συνήθως δεν λέγεται ούτε το ελάχιστο θετικό, γι’ αυτήν. Έτσι σχηματίζω μια αρνητική εικόνα για την Εκκλησία και την έχω μέσα χαμηλότερα από κάθε τι άλλο. Και έπειτα τολμώ να λέω πως ξέρω τι είναι Εκκλησία και εκφράζομαι περίπου σαν κάποιος μικρός, αλλά πολύ πιο αλάθητος από εκείνον, πάπας!…

Και όμως θίγομαι πολύ, αν κάποιος για κάποιο άλλο ζήτημα μού αποδώσει την κατηγορία, ότι είμαι προκατειλημμένος και καθόλου δίκαιος στην κρίση μου γι’ αυτό. Τώρα μου δίνεται η ευκαιρία να αναλογισθώ πόσο λανθασμένα και προκατειλημμένα σκεφτόμουν για την Εκκλησία και πόσο λίγο ενδιαφέρθηκα να αποκτήσω αντικειμενική γνώμη γι’ αυτήν. Βρισκόμουν σε αυταπάτη και δεν το είχα καθόλου αντιληφθεί!

Να είναι όμως μόνο η άγνοια και η προκατάληψή μου για τη μη σωστή αντίληψη που πρέπει να έχω για την Εκκλησία; Τι λέει κάποιος άλλος παράγοντας, αρνητικός κι αυτός; Ποιος;

Η ημιμάθειά μου. Μπορεί να διάβασα σε κάποια εφημερίδα ή περιοδικό ή και βιβλίο κάτι για την Εκκλησία. Ίσως έτυχε να πάω και σε καμιά ομιλία ή διάλεξη σχετική με το θέμα. Μπορώ όμως να πω πως όλα όσα άκουσα ή διάβασα τα συγκράτησα ασφαλώς μέσα μου; Τα θυμάμαι όλα; Ας παραδεχθώ όμως, ότι όλα τα διατηρώ σαν μαγνητόφωνο μέσα μου. Ήταν τόσο βαθιές και εμβριθείς οι μελέτες μου αυτές και τα ακούσματά μου εκείνα τόσο κατατοπιστικά, ώστε να μπορώ να διαβεβαιώσω πως είμαι τέλειος γνώστης και κάτοχος του θέματος αυτού; Αν βέβαια η γνώση του θέματος Εκκλησία είναι καρπός μόνο μελέτης και διαβάσματος κάποιων βιβλίων, έστω και αν αυτό έγινε με κάθε δυνατή εμβρίθεια και διείσδυση στο θέμα. Δύσκολο να με πείσεις, εαυτέ μου. Και θα σου πω γιατί, κάνοντας κάποιες ευκολονόητες συγκρίσεις.

Στο σχολείο που πήγες έκανες αριθμητική. Πηγαίνοντας στο Γυμνάσιο και ύστερα στο Λύκειο έμαθες πιο πολλά μαθηματικά από όσα είχες μάθει στο δημοτικό. Μπορείς να πεις πως γι’ αυτό έγινες και μαθηματικός; Θα ήταν υπερφίαλο αυτό. Στο σχολείο έκανες γεωγραφία και επειδή, όπως λες, σου άρεσε πολύ το μάθημα, έπαιρνες πάντοτε άριστα, όπως και σε κάποια άλλα, μπορείς να ισχυρισθείς πως είσαι γεωγράφος; Θα ήταν ανόητο αυτό. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για άλλα μαθήματα, ιστορία, ελληνικά, φυσική, κλπ. Τολμάς να πεις πως έγινες γι’ αυτό ιστορικός, φιλόλογος, λογοτέχνης, φυσικός κλπ; Ακόμα και «φωστήρας» να υπήρξες, θα ήταν καθαρή αλαζονεία και κούφιος ο ισχυρισμός σου αυτός. Και επειδή καταλαβαίνεις αρκετά καλά πόσο ηλίθιο θα ήταν κάτι τέτοιο εκ μέρους σου, το αποφεύγεις με κάθε τρόπο. Και καλά κάνεις. Να, όμως πως προκειμένου για την Εκκλησία δεν διστάζεις να κάνεις και να ενεργείς αντίθετα από ό,τι λέγεται πιο πάνω. Πιστεύεις, εαυτέ μου, πως δεν υπάρχει τίποτα που να μην το ξέρεις σχετικά με την Εκκλησία, μάλιστα αν τροφοδοτείσαι από τον κίτρινο τύπο και όλα τα κακόβουλα κουτσομπολιά που τόση προχειρότητα, επιπολαιότητα και προ πάντων κακότητα και κακεντρέχεια γίνονται. Και τα ρουφάς με τόσο παθολογικό ενδιαφέρον αυτά!

Τι να πω τώρα για την αδιαφορία μου; Δεν γνωρίζω την Εκκλησία και ό,τι την αφορά, γιατί ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα γι’ αυτήν. Δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ τουλάχιστον όσο ενδιαφέρθηκα για τον τάδε ποδοσφαιρικό ή καλαθοσφαιρικό σύλλογο ή ομάδα, για τον δείνα καλλιτεχνικό όμιλο, για την τάδε συμφωνική ορχήστρα, για τον δείνα πολιτιστικό σύλλογο κλπ κλπ. Και ξέρω πως για τις περιπτώσεις αυτές διατίθενται και χρόνος και χρήμα και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως πχ για την παράσταση σε αθλητικές εκδηλώσεις, μπορεί να διακινδυνεύεις και τη σωματική σου ακεραιότητα ή και την ίδια τη ζωή σου. Και σε ρωτώ έκανες το ίδιο για την Εκκλησία; Ας πω τη μαύρη αλήθεια δεν νοιάστηκες ποτέ, και ελάχιστα ακόμη, για την Εκκλησία. Και είναι μαθηματικώς βέβαιο πως κάτι που δεν με ενδιαφέρει δεν θα το μάθω ποτέ. Αλλά και να εξαναγκασθώ να το μάθω, γρήγορα θα το ξεχάσω. Δεν πιάνει μέσα μου ρίζες. Και χιλιάδες χρόνια να ζήσω, πάντα στην ίδια άγνοια θα βρίσκομαι εφόσον αδιαφορώ. Έτσι εξηγείται πως, ενώ ξέρω χίλια δυο πράγματα για ένα σωρό ζητήματα, αγνοώ και τα στοιχειώδη ακόμα για την Εκκλησία. Και δεν είναι απίθανο να φωραθώ να μην ξέρω πράγματα που ίσως και ένα παιδάκι του δημοτικού να ξέρει μια χαρά. Και ενώ δεν είναι απίθανο να ξέρω πλήθος πραγμάτων για μια χώρα μακρινή και τα ζητήματά της, εσωτερικά και εξωτερικά, που και οι ίδιοι οι πολίτες της χώρας μπορεί να αγνοούν, για την Εκκλησία, που υποτίθεται, ότι μεγάλωσα στο χώρο της και βρέθηκα έτσι ή αλλιώς στην πνευματική της επικράτεια, δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ να πληροφορηθώ και το ελάχιστο γι’ αυτήν, λες και ήμουν ο πιο φανατικός άπιστος ή σύγχρονος ειδωλολάτρης ή αλλόθρησκος…

Το πιο μεγάλο και το πιο αρνητικό στοιχείο που διακρίνω μέσα μου ως εμπόδιο για να γνωρίσω σωστά την Εκκλησία είναι η αμαρτωλή ζωή μου. Κι αν υποθέσω πως ασχολούμαι από το πρωί ως το βράδυ πρακτικά η θεωρητικά και κάνω συστηματικές θεολογικές σπουδές και διαβάζω αναρίθμητα βιβλία ή και πιθανόν γράφω τέτοια επάνω στο θέμα Εκκλησία, πάλι δεν ξέρω τι είναι Εκκλησία, αν η ζωή μου είναι εντελώς ξένη προς το θέμα αυτό και δεν έχει καμιά σχέση με ό,τι η Εκκλησία διδάσκει και απαιτεί ως τρόπο ζωής από εκείνους που λένε πως ανήκουν σ’ αυτήν ή θέλουν να ασχοληθούν με αυτήν. Γιατί άραγε; Γιατί η αμαρτία σκοτίζει το νου μου, μολύνει την καρδιά μου και δηλητηριάζει ολόκληρο το εσωτερικό μου. Και πως είναι δυνατόν να πλησιάσεις, εαυτέ μου, να γνωρίσεις και να κατανοήσεις κάτι που ίσα ίσα η καθαρότητα της καρδιάς και ο εξαγιασμός της βοηθούν στο να νιώσει κανένας ένα τέτοιο θέμα; Η προσέγγιση και η κατανόηση του τι είναι Εκκλησία δεν είναι ζήτημα εξυπνάδας, σοφίας κοσμικής ή της λεγόμενης «επιστημονικής θεολογίας», ευστροφίας του πνεύματος και διπλωματικότητος ή ό,τι αντίστοιχο και ομόλογό τους για να αντιληφθώ και να κατανοήσω τι εστί Εκκλησία.

- Μα τι λες, εαυτέ μου; Φοβούμαι πως παραλογίζεσαι.
- Δεν παραλογίζομαι καθόλου. Το ζήτημα αυτό, το ξαναλέω, δεν είναι ζήτημα εξυπνάδας, πληθωρικής σοφίας και πολυγνωσίας κοσμικής, ώστε με εφόδια αυτά να εισδύσω στο μυστικό βάθος της. Και αυτό πρέπει να το χωνέψεις καλά μια για πάντα. Το καταλαβαίνεις;
- Και με ποιον τρόπο μπορεί κανένας να προσεγγίσει το θέμα αυτό κατά τα λεγόμενά σου;
- Αυτό ακριβώς πρέπει να με απασχολήσει σοβαρά και αυτό έχω πρόθεση να επιχειρήσω με τις μικρές δυνάμεις που διαθέτω. Θέλεις να με ακολουθήσεις;
- Ευχαρίστως στο βαθμό που θα μπορώ κι εγώ, εαυτέ μου.

Απόσπασμα από το βιβλίο  «Η Εκκλησία μου κι εγώ»  Ιερομ. Ευσέβιου Βίττη,  Εκδ Ορθόδοξος Κυψέλη

http://www.enoriaka.gr/index.php?option=content&task=view&id=15&Itemid=2

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μητροπολίτης Σουρόζ Anthony Bloom: Πώς έγινα Χριστιανός

Συγγραφέας: kantonopou στις 4th Σεπτεμβρίου 2011

Ο Τιμόθεος Ουίλσον είχε την παρακάτω συνέντευξη με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη του Σουρόζ κ. Αντώνιο Μπλουμ.

Τ.Ο.:Πότε γίνατε Χριστιανός; Υπήρξε στη ζωή σας καμιά συγκεκριμένη στιγμή μεταστροφής;

Α.Μπλούμ: Αυτό έγινε σε διάφορα στάδια. Μέχρι τα μέσα της εφηβικής μου ηλικίας ήμουνα ένας άπιστος και επιθετικά αντιεκκλησιαστικός. Δεν γνώριζα το Θεό, δεν νοιαζόμουνα γι’ Αυτόν και μισούσα καθετί σχετικό με την ιδέα του Θεού.

Τ.Ο.: Και όλα αυτά, παρά τα «πιστεύω» του πατέρα σας;

Α.Μπλούμ: Ναι, γιατί μέχρι τα δεκαπέντε μου χρόνια η ζωή μας ήταν πολύ δύσκολη. Δεν ζούσαμε όλοι κάτω από την ίδια στέγη. Εγώ ήμουνα εσωτερικός σε ένα σχολείο που ήταν πολύ αυστηρό, βίαιο θα έλεγα. Όλα τα μέλη της οικογένειας μου ζούσαν σε διαφορετικά σημεία του Παρισιού. Μόνο όταν έγινα περίπου δεκατεσσάρων χρόνων συγκεντρωθήκαμε όλοι κάτω από την ίδια στέγη και αυτό ήταν μια πραγματική ευτυχία, μια ευλογία. Ήταν κάπως ασυνήθιστο να σκεφτεί κανείς ότι, σε κάποιο σπίτι μιας συνοικίας του Παρισιού, μπορούσε να βρει μια τέλεια ευτυχία, και όμως αυτό συνέβαινε. Τότε για πρώτη φορά, μετά την επανάσταση, αποκτούσαμε σπίτι.

Πρέπει όμως να πω πως, πριν από όλα αυτά, συνέβηκε κάτι που με είχε προβληματίσει πάρα πολύ. Ήμουνα περίπου έντεκα χρόνων, όταν με έστειλαν σε μια κατασκήνωση αγοριών. Εκεί συνάντησα έναν ιερέα που θα ήταν περίπου τριάντα χρόνων. Κάτι απ’ αυτόν τον άνθρωπο μου τράβηξε την προσοχή.Είχε αγάπη που την σκορπούσε στον καθένα από μας. Αυτή δε η αγάπη του δεν είχε σχέση με το αν είμαστε καλοί, και δεν άλλαζε όταν είμαστε κακοί. Μπορούσε να μάς αγαπάει χωρίς προϋποθέσεις. Ποτέ πριν στη ζωή μου δεν είχα συναντήσει κάτι τέτοιο. Είχα φίλους που μ’ αγαπούσαν στο σπίτι, αλλά αυτό το έβρισκα φυσικό. Τέτοιο είδος αγάπης δεν είχα συναντήσει ποτέ. Την εποχή εκείνη δεν προσπάθησα να δώσω καμιά εξήγηση σ’ αυτό. Απλά βρήκα σ’ αυτόν τον άνθρωπο κάτι που με προβλημάτιζε και ταυτόχρονα μου άρεσε πολύ. Μόνο μετά από χρόνια, όταν πια ήρθα σε επαφή με το Ευαγγέλιο, σκέφτηκα πως αυτός ο άνθρωπος, αγαπούσε με μια αγάπη που ήταν πέρα από τον ίδιο. Δηλαδή μοιραζόταν μαζί μας τη θεία αγάπη. Ή, αν προτιμάτε, η αγάπη ήταν τόσο βαθιά και πλατιά, με τέτοια ανοίγματα ώστε, μπορούσε να αγκαλιάσει όλους μας, είτε μέσα από τον πόνο είτε μέσα από τη χαρά, αλλά πάντα μέσα στην ίδια και μοναδική αγάπη. Αυτή η εμπειρία, νομίζω, ήταν η πρώτη βαθιά πνευματική εμπειρία που είχα.

Τ.Ο.: Τι έγινε μετά από αυτό;

Α.Μπλουμ: Τίποτε. Γύρισα στο σχολείο όπου ήμουνα εσωτερικός και όλα συνεχίστηκαν όπως πριν, μέχρι την στιγμή που βρεθήκαμε όλοι κάτω από την ίδια στέγη. Ζώντας με την οικογένειά μου, όπως είπα, γεύτηκα την πλήρη ευτυχία, αλλά τότε συνέβηκε κάτι το τελείως απροσδόκητο. Ξαφνικά ανακάλυψα ότι η ευτυχία, αν δεν έχει κάποιο σκοπό, γίνεται ανυπόφορη. Δεν μπορούσα, λοιπόν, να δεχτώ μια άσκοπη ευτυχία. Για να ξεπεράσεις τις δυσκολίες και να υποφέρεις τα βάσανα αποβλέπεις σε κάτι που είναι πέρα από αυτά. Εγώ όμως δεν έβρισκα κάποιο νόημα, ούτε πίστευα σε κάτι, γι’ αυτό η ευτυχία μου φαινόταν ανούσια. Έτσι αποφάσισα πως έπρεπε να δώσω στον εαυτό μου μια προθεσμία- ένα χρόνο τουλάχιστο – να ανακαλύψει αν η ζωή είχε ή όχι κάποιο νόημα. Αν στο διάστημα αυτού του χρόνου δεν θα έβρισκα κανένα νόημα ζωής, είχα αποφασίσει να μη συνεχίσω να ζω, να αυτοκτονήσω.

Τ.Ο.: Και πώς βγήκατε από αυτήν την κατάσταση της άσκοπης ευτυχίας;

Α.Μπλουμ: Άρχισα να ψάχνω για κάποιο άλλο νόημα ζωής πέρα από κείνο που μπορούσα να βρω μέσα στις σκοπιμότητες. Το να σπουδάζει κανείς να γίνει χρήσιμος στη ζωή ήταν κάτι που δεν με συγκινούσε καθόλου. Όλη η ζωή μου μέχρι τώρα είχε συγκεντρωθεί σε άμεσους σκοπούς και ξαφνικά όλα αυτά βρέθηκαν άδεια, χωρίς κανένα νόημα. Ένιωσα μέσα μου κάτι το δραματικό και καθετί γύρω μου μού φαινόταν μικρό και ανόητο.

Πέρασαν μήνες και τίποτε στον ορίζοντα, νόημα δεν φάνηκε πουθενά! Μια μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής- ήμουνα τότε μέλος της Ρωσικής οργάνωσης νέων στο Παρίσι- ένας από τους υπεύθυνους οργάνωσης με πλησίασε και μου είπε: «Καλέσαμε κάποιον ιερέα να σάς μιλήσει. Έλα και συ στη συγκέντρωση». Εγώ απάντησα με έντονη αποδοκιμασία ότι δεν θα πήγαινα να τον ακούσω. Δεν είχα ανάγκη την Εκκλησία. Δεν πίστευα στο Θεό. Δεν ήθελα να χάσω τον καιρό μου με κάτι τέτοια. Ο υπεύθυνος χειρίστηκε αρκετά έξυπνα το θέμα. Μου εξήγησε ότι όλα τα μέλη της ομάδας μας είχαν αντιδράσει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και θα ήταν πολύ άσχημο αν, ούτε ένας, δεν παρακολουθούσε την όμιλία του.

«Μην προσέχεις», είπε ο υπεύθυνος, «δεν με ενδιαφέρει αυτό, μόνο έλα, κάθισε εκεί, για μια τυπική παρουσία». Ε! μέχρι σ’ αυτό το σημείο, ήμουνα πρόθυμος να φανώ νομοταγής στη νεανική μας οργάνωση. Έτσι πήγα στην ομιλία και έμεινα μέχρι το τέλος. Δεν είχα σκοπό να προσέξω. Τα αυτιά μου όμως έπιαναν μερικές φράσεις που με αγανακτούσαν περισσότερο. Ο Χριστός και ο Χριστιανισμός παρουσιάστηκαν μπροστά μου τόσο διαφορετικά απ’ ότι εγώ πίστευα, που ήθελα βαθύτατα να τα αποκρούσω. Όταν τελείωσε η ομιλία έτρεξα στο σπίτι με έντονη την επιθυμία να ελέγξω αν ήταν αλήθεια όλα αυτά που είπε ο ομιλητής. Ρώτησα τη μητέρα μου αν είχε ένα Ευαγγέλιο να μου δώσει.Ήθελα πολύ να διαπιστώσω αν το Ευαγγέλιο θα συμφωνούσε με την τερατώδη εντύπωση που μου δημιούργησε η ομιλία. Δεν περίμενα τίποτα καλό από την ανάγνωση αυτή και έτσι μέτρησα τα κεφάλαια των τεσσάρων Ευαγγελίων, ώστε να είμαι σίγουρος ότι διαβάζω το συντομότερο. Δεν ήθελα να χάσω άδικα το χρόνο μου. Άρχισα, λοιπόν, να διαβάζω το Ευαγγέλιο του Μάρκου.

Ενώ διάβαζα τα πρώτα κεφάλαια του κατά Μάρκον Ευαγγελίου και πριν φτάσω στο τρίτο κεφάλαιο, ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι, στην άλλη άκρη του γραφείου μου, υπήρχε κάποιος. Η βεβαιότητα ότι αυτός ο «Κάποιος» ήταν ο Χριστός που στεκόταν εκεί παράμερα, ήταν τόσο έντονη ώστε ποτέ έως τώρα δεν με έχει εγκαταλείψει.

Το γεγονός αυτό υπήρξε πραγματικά η αποφασιστική μου καμπή. Αφού ο Χριστός ήταν ζωντανός και εγώ είχα ζήσει την Παρουσία του, μπορούσα να πω με βεβαιότητα ότι αυτό που το Ευαγγέλιο έλεγε για τη Σταύρωση του Προφήτη της Γαλιλαίας, ήταν αλήθεια και ότι ο εκατόνταρχος είχε δίκαιο όταν είπε: «Αληθώς Υιός Θεού εστί». Μέσα, λοιπόν, στο φως της Ανάστασης μπορούσα να διαβάσω με βεβαιότητα την ιστορία του Ευαγγελίου, ξέροντας πολύ καλά ότι καθετί έκρυβε μέσα του αλήθεια. Και αυτό, γιατί το απίστευτο γεγονός της Ανάστασης ήταν για μένα πιο βέβαιο από κάθε άλλο γεγονός της ιστορίας. Την ιστορία πρέπει να την πιστέψω, την Ανάσταση την έμαθα από προσωπικό γεγονός.

Καθώς βλέπετε, δεν ανακάλυψα το Ευαγγέλιο αρχίζοντας από την αρχή με το αρχικό μήνυμα του Ευαγγελισμού και δεν ξετυλίχθηκε μπροστά μου σαν μια ιστορία την οποία κανείς μπορεί να πιστέψει ή όχι. Η αλήθεια του Ευαγγελίου, για μένα, άρχισε με ένα γεγονός που παραμέρισε όλα τα προβλήματα απιστίας, ακριβώς γιατί ήταν μια άμεση και προσωπική εμπειρία.

Τ.Ο.: Αυτή η τόσο έντονη εμπειρία που είχατε, παρέμεινε σε όλη σας τη ζωή; Δεν υπήρξε κάποια εποχή που να αμφιβάλλετε για την πίστη σας;

Α.Μπλουμ: Βεβαιώθηκα απόλυτα ότι ο Χριστός είναι ζωντανός και ότι μερικά πράγματα υπάρχουν αναμφίβολα. Φυσικά δεν πήρα σε όλα απαντήσεις, αλλά έχοντας ζήσει αυτή τη μεγάλη εμπειρία, ήμουν πια βέβαιος ότι μπροστά μου υπήρχαν απαντήσεις, οραματισμοί, δυνατότητες. Αυτό ακριβώς σημαίνει για μένα πίστη. Από τη μια, δηλαδή, να μην αμφιβάλλει κανείς έτσι που να έχει μέσα του σύγχυση και περιπλοκές, από την άλλη όμως να διερωτάται με σκοπό να ανακαλύψει το πραγματικό νόημα της ζωής. Να έχεις, δηλαδή, αυτό το είδος της αμφιβολίας που σε κάνει να θέλεις να ρωτάς, να ανακαλύπτεις όλο και περισσότερο, να θέλεις διαρκώς να ερευνάς.

Μητροπολίτης Αντώνιος Μπλούμ

Ο Μητροπολίτης του Σουρόζ, Αντώνιος Μπλούμ, γεννήθηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας στις 19 Ιουνίου 1914. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Ρωσία και στην Περσία. Ο πατέρας του ήταν μέλος του Αυτοκρατορικού Διπλωματικού Σώματος της Ρωσίας. Η μητέρα του ήταν αδελφή του σκηνοθέτη Αλεξάνδρου Σκριάμπιν.

Η οικογένεια του υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Περσία στη διάρκεια της επανάστασης και ήρθε στο Παρίσι όπου ο Μητροπολίτης Αντώνιος σπούδασε. Πήρε το πτυχίο της Φυσικής, της Χημείας και της Βιολογίας. Κατόπιν έγινε διδάκτωρ της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού.

Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου υπηρέτησε σαν αξιωματικός στο Γαλλικό στρατό μέχρι την πτώση της Γαλλίας. Στη συνέχεια εργάστηκε σαν χειρουργός σε ένα Νοσοκομείο του Παρισιού και πήρε μέρος στην Αντίσταση.

Το 1943 εκάρει μοναχός, ενώ ταυτόχρονα εξασκούσε και το έργο του γιατρού στο Παρίσι. Το 1948 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και το 1949 πήγε στην Αγγλία σαν Ορθόδοξος Εφημέριος του Συνδέσμου: «Άγιος Αλβανός και Άγιος Σέργιος». Το 1950 διορίστηκε εφημέριος στην Ορθόδοξη ενορία του Ρωσικού Πατριαρχείου στο Λονδίνο. Το 1958 χειροτονήθηκε Επίσκοπος και το 1962 Αρχιεπίσκοπος αναλαμβάνοντας την ποιμαντική ευθύνη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Μεγάλη Βρετανία και στην Ιρλανδία. Το 1963 ορίσθηκε Έξαρχος του Πατριαρχείου Μόσχας στη Δυτική Ευρώπη, και το 1966 πήρε το βαθμό του Μητροπολίτου.

Ο Μητροπολίτης Αντώνιος πήρε ενεργό μέρος τόσο στις διεκκλησιαστικές όσο και στις Οικουμενικές δραστηριότητες. Ήταν μέλος της αντιπροσωπείας της Ρωσικής Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών στο Νέο Δελχί το 1961 και στη Γενεύη το 1966.

Από το βιβλίο: «Μάθε να προσεύχεσαι»
Αρχιεπισκόπου Anthony Bloom  Εκδ. Η Έλαφος

http://www.enoriaka.gr/index.php?option=content&task=view&id=251&Itemid=2

Δημοσιευμένο στο ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τί λέει στην Αγία Γραφή ο Θεός για τον καλλωπισμό και την περιουσία των οίκων Του

Συγγραφέας: kantonopou στις 3rd Σεπτεμβρίου 2011

Ο προφήτης Αγγαίος. «Αγγαίος, άγγος (δηλαδή αγγείο) πλήρες ώφθη χαρίτων» (στίχος από την ακολουθία της 16ης Δεκεμβρίου).

Στο βιβλίο του προφήτη Αγγαίου, που γιορτάζει σήμερα, ένα από τα βιβλία της Αγίας Γραφής, ο Θεός παραπονιέται που οι Εβραίοι επιστρέφοντας από την εξορία της Βαβυλώνας ενδιαφέρονταν περισσότερο να χτίσουν τα σπίτια τους και δεν αναστήλωναν τον πολυτελέστατο Ναό του Σολομώντα, που τότε ήταν ερειπωμένος. Ας δούμε κάτι που γράφει η Αγία Γραφή (που είναι πάντα επίκαιρη) σχετικά με το θέμα αυτό, μαζί με μερικά συμπεράσματα.

Κεφ. α΄

1 Κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του Δαρείου, την πρώτην του έκτου μηνός, ωμίλησεν ο Κύριος δια μέσου του προφήτου Αγγαίου και είπε τα εξής· “Ειπέ προς τον Ζοροβάβελ, τον υιόν του Σαλαθιήλ, που κατάγεται από την φυλήν Ιούδα και προς τον Ιησούν, τον υιόν του Ιωσεδέκ, τον αρχιερέα τα εξής·

2 Αυτά λέγει προς σάς και γνωστοποιεί ο Κύριος, ο παντοκράτωρ. Ο ισραηλιτικός αυτός λαός, που επέστρεψεν από τον τόπον της εξορίας του, λέγει· Δεν έχει έλθει ακόμη ο κατάλληλος χρόνος δια την ανοικοδόμησιν του ναού του Κυρίου.

3 Δια μέσου πάλιν του προφήτου Αγγαίου ωμίλησεν ο Θεός εναντίον των ραθυμούντων προς ανοικοδόμησιν του ναού και λέγει·

4 μήπως είναι μεν καιρός να μένετε εις τα καλοφτιασμένα σπίτια σας, δεν ήλθε δε καιρός να εργασθήτε δια τον ναόν και έτσι ο ναός αυτός μένει εις ερείπια; Όχι βέβαια.

5 Και τώρα αυτά λέγει Κύριος ο παντοκράτωρ· εξετάσατε μέσα εις τας καρδίας σας τους δρόμους, τους οποίους ακολουθείτε.

6 Εσπείρατε πολύν σπόρον και εμαζεψατε ολίγον καρπόν. Εφάγατε και δεν εχορτάσατε, επίετε οίνον και δεν ευρήκατε ανάπαυσιν. Εφορέσατε ενδύματα και δεν εζεσταθήκατε από αυτά και εκείνος, που εισέπραξε χρήματα, τα εμάζευσεν εις τρυπημένο σακκούλι και τα έχασε.

7 Αυτά λέγει ο Κύριος ο παντοκράτωρ· Προσέξατε καλά το εσωτερικόν σας και τον τρόπον της ζωής σας·

8 αναβήτε εις τα όρη, κόψετε ξύλα, ανοικοδομήσατε τον ναόν. Εγώ δε θα τον περιβάλω με ευμένειαν και αγάπην και θα δοξασθώ εις αυτόν, είπεν ο Κυριος.

9 Απεβλέψατε και υπελογίσατε ότι θα αποκτήσετε πολλά εισοδήματα· και όμως ήσαν ολίγα. Τα μετεφέρατε όλα στον οίκον σας, και εγώ με ένα φύσημα το διεσκόρπισα.

Δια τούτο αυτά λέγει ο Κύριος ο παντοκράτωρ· Επειδή ο ναός μου μένει ακόμη έρημος εις ερείπια, και καθένας από σας φροντίζει, πως να οικοδομήση το ιδικόν του σπίτι,

10 δια τούτο ο ουρανός θα αναστείλη την δροσιά του από την γην, τα δε χωράφια σας θα αναστείλουν την παραγωγήν των.

11 Θα επιφέρω έτσι την θλίψιν της ανομβρίας εις την γην σας, εις τας πεδιάδας και τα όρη, εις τα χωράφια του σίτου και στους αμπελώνας, εις τα ελαιόδενδρα και εις όλα τα αλλά προϊόντα, που αποφέρει η χώρα δια σάς και δια τα ζώα σας και εις όλα τα γεωργικά έργα των χειρών σας.

Κεφ. β΄

7 Θα συγκλονίσω όλα τα έθνη· ό,τι δε ωραίον και εκλεκτόν έχουν όλα τα έθνη θα προσκομισθή εδώ και θα γεμίσω αυτόν τον ναόν από δόξαν, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

8 Iδικόν μου είναι το αργύριον, ιδικόν μου το χρυσίον, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Δεν είναι σαν να τα λέει ο προφήτης σε όλους εμάς και σαν να περιγράφει την κοινωνία μας; Όχι μόνο στο θέμα του ναού, αλλά σε όλα. (Εντωμεταξύ θα ήταν καλό να διαβάσει κανείς και το υπόλοιπο βιβλίο, το οποίο άλλωστε είναι πολύ μικρό, καθώς αποτελείται από δύο μόνο μικρά κεφάλαια.)

Ας σημειώσουμε, επίσης, και την ταραχή του Ιούδα του Ισκαριώτη όταν “πήγε χαμένο” δήθεν το πανάκριβο μύρο με το οποίο τιμήθηκε με τόσο ωραίο τρόπο ο Ιησούς και χαρίστηκε ένα υπέροχο φωτεινό δίδαγμα σε μάς, και το πώς Εκείνος τού απάντησε δεόντως (Κατά Ιωάννην ιβ΄ 3-8· Κατά Ματθαίον κς΄ 6-13).

Το κτίσιμο, η ανακαίνιση και ο καλλωπισμός των οίκων του Θεού είναι μεγάλη χαρά για όλους τους ανθρώπους που παιδεύονται και αγωνίζονται στην καθημερινή ζωή. Αν ενδιαφερόμασταν περισσότερο γι’ αυτά τα πράγματα, αυτό θα επέσυρε και επιπλέον βοήθεια και χάρη από τον Θεό για όλο τον κόσμο. Δεν είναι κάτι που στερεί από τους φτωχούς, αλλά κάτι που προσφέρει πολλά σε όλους με πολλούς και διάφορους τρόπους, και που μπορεί να ευεργετήσει όλη την κοινωνία. Είναι και αυτό κοινωνικό έργο, και πρέπει οπωσδήποτε να γίνεται μαζί με τις ποικίλες άλλες μορφές ελεημοσύνης.

Τονίζουμε, όμως, ότι δεν ισχύουν τα ίδια για τις ατομικές πολυτέλειες διαφόρων δήθεν εκπροσώπων της Εκκλησίας, οι οποίες είναι απαράδεκτες! Και όσον αφορά μοναχούς (εντός ή εκτός εισαγωγικών) και, κατά κύριο λόγο, άγαμους κληρικούς, εννοούμε τυχόν ατομικές περιουσίες, διακοπές, κρουαζιέρες, πισίνες, τζακούζι, λιμουζίνες, πασαρέλες, συλλογές από μανικετόκουμπα, ακριβά εστιατόρια και αστακομακαρονάδες, διάφορες μαλθακότητες κλπ.

VatopaidiFriend

http://vatopaidi.wordpress.com/2010/12/16/%CF%84%CE%AF-/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς,Τί συμβαίνει στους διώκτες της Εκκλησίας του Χριστού;

Συγγραφέας: kantonopou στις 3rd Σεπτεμβρίου 2011


Ρωτήστε τον διώκτη της Εκκλησίας Σαύλο (Σαούλ), τί του συνέβη. «Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίξειν» (Πράξεις 26, 14), του είπε ο Κύριος και ο Σαύλος βαπτίστηκε και έγινε ο Παύλος, ο Απόστολος.

Τί συνέβη στον Ηρώδη, τον πρώτο διώκτη των χριστιανών; Τί συνέβη στον Ιουλιανό τον Παραβάτη.; Πέθαναν και οι δύο με φρικτό θάνατο, ενώ οι θεοστυγείς δολοπλοκίες τους εναντίον του Χριστού διαλύθηκαν σαν καπνός.

Αλλά έτσι συνέβαινε πάντα στην ιστορία: κάποιοι διώκτες μεταστρέφονταν στον χριστιανισμό, ενώ άλλοι πέθαιναν με φρικτούς θανάτους. Πάντοτε οι προσπάθειες του ενός ή του άλλου χριστιανομάχου εκμηδενίζονται, διαλύονται σαν καπνός.

Όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός επιτέθηκε στην Ιερουσαλήμ, ήθελε να εκδικηθεί τους Ιουδαίους και τους χριστιανούς, διότι δεν ξεχώριζε τους χριστιανούς από τους Ιουδαίους. Διασκόρπισε τους Ιουδαίους σε όλο τον κόσμο κι έκτισε έναν ειδωλολατρικό ναό στο σημείο όπου βρισκόταν ο Ναός του Σολομώντος. Επίσης μετονόμασε την Ιερουσαλήμ «Αϊλία», με βάση το όνομα του «Αΐλιος» και απαγόρευσε σε οποιονδήποτε να ονομάζει την πόλη αυτή Ιερουσαλήμ. Έκτισε ναό προς τιμήν του φαύλου Ερμή στον Γολγοθά, άλλον ναό για τον Δία πάνω από τον τάφο του Κυρίου κι έναν ναό προς τιμήν του Άδωνη, στη Βηθλεέμ.

Πράγματι πόσο τραγικό θα ήταν, για τους χριστιανούς εκείνης της εποχής, να βλέπουν τα ιερά τους προσκυνήματα να χλευάζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο! Αλλά όμως στο τέλος τί συνέβη; Ο αυτοκράτορας Αδριανός βρήκε φρικτό θάνατο και όσο για τους ειδωλικούς ναούς του, αυτοί κατακρημνίστηκαν την εποχή των θεοστέπτων αγίων βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης, της αυτοκράτειρας μητέρας του. Στη θέση τους ανεγέρθηκαν περικαλλείς χριστιανικοί ναοί, που μέχρι σήμερα στέκουν ακλόνητοι!

«Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν». Ω, πόσο μάταιη και χαμένη είναι κάθε μάχη εναντίον του Χριστού!

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος», εκδ. Άθως – Σεπτέμβριος)

fdathanasiou.wordpress.com/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Αγιότητα στη ζωγραφική τέχνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 1st Σεπτεμβρίου 2011

Το θέμα, που θα επιχειρήσω ν’ αναπτύξω, είναι το εξής: «ο ρυθμός ως εικαστικός τρόπος εξεικονίσεως του Αγίου σε συνάρτηση με τη σημαντική του ορθόδοξου ναού». Κατ’ αρχάς, θα κινηθούμε θεολογικά, αλλά στη συνέχεια θα χωρήσουμε σε μια εικαστική ανάλυση. Το θέμα μας λοιπόν άφορα την εξεικόνιση του Αγίου, την εξεικόνιση των Αγίων γενικότερα, διότι ο Άγιος για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά πάντοτε είναι πρόσωπο συγκεκριμένο.

Πώς λοιπόν και για ποιό λόγο εξεικονίζουμε τους Αγίους; Αυτό είναι ένα θεμελιώδες ερώτημα που στα στενά όρια του παρόντος θα θίξουμε με μεγάλη συντομία. Στη συνέχεια θα μας απασχολήσει το θέμα του τί είναι ακριβώς αυτό που εξεικονίζουμε, τί εννοούμε δηλαδή όταν λέμε ότι εξεικονίζουμε τους Αγίους, και τέλος θα περάσουμε στην καρδιά της εισηγήσεώς μας, που έχει να κάνει με το πώς εικονίζεται ο Άγιος, με ποιούς τρόπους δηλαδή η Ορθόδοξη Εκκλησία πραγματώνει τον εξεικονισμό αυτών των προσώπων, τους οποίους ονομάζουμε Αγίους.

Είναι συχνά και μάλιστα θα έλεγα αρκετά διαδεδομένη η εντύπωση ότι ο εξεικονισμός του Αγίου έχει να κάνει με την καταγραφή κάποιας υπεραισθητής πραγματικότητας ή εν πάση περιπτώσει με την καταγραφή κάποιας ιδιαίτερης οντολογικής κατάστασης, πού χαρακτηρίζει κάποια πρόσωπα, την οποία ονομάζουμε συλλήβδην Αγιότητα και η Αγιότητα αυτή, η ιδιαίτερη υπαρξιακή κατάσταση, επιτυγχάνεται με κάποια εικαστική γλώσσα, μ’ ένα ζωγραφικό τρόπο -που κατά κύριο λόγο συνιστά και το ύφος των εικόνων -ή και με κάποιες γενικότερες άλλες εικονογραφικές λεπτομέρειες. Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, ότι δηλαδή καταγράφουμε μ’ έναν ιδιαίτερο ζωγραφικό τρόπο (ύφος) την Αγιότητα, δεν έχει κανένα έρεισμα στις πηγές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Όσο δηλαδή κι αν ψάξουμε στα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, που είναι οι πλέον αρμόδιοι να μιλήσουν για θέματα εκκλησιαστικής τέχνης, αλλά και γενικότερα εκκλησιαστικών συγγραφέων, δεν θα δούμε πουθενά αποτυπωμένη την άποψη αυτή, -ότι δηλαδή ο εξεικονισμός των Αγίων είναι η καταγραφή της Αγιότητας με κάποιο ζωγραφικό τρόπο. Ανεξάρτητα πάντως από την απουσία ερεισμάτων στις πηγές, η άποψη αυτή έχει και άλλα προβλήματα.

Πρώτ’ απ’ όλα δεν μπορεί να ερμηνεύσει την ιστορική διάσταση της εικόνας, κι αυτό διότι εάν η καταγραφή της αγιότητας γινόταν μ’ ένα συγκεκριμένο και μοναδικό κατά συνέπεια τρόπο, αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος αυτός δεν θα μπορούσε ν’ αλλάζει. Κάτι ανάλογο έχουμε στο δόγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπου μία αλήθεια σημαίνεται με μια ιδιαίτερη γλώσσα, η οποία γλώσσα δεν αλλάζει, δεν είναι τρεπτή δηλαδή. Αν λοιπόν η Αγιότητα εκφραζόταν μ’ ένα μοναδικό ζωγραφικό τρόπο, παρουσιάζονται προβλήματα στην ερμηνεία της εικονογραφικής τέχνης όπου παρατηρείται ιδιαίτερη τροπή του ζωγραφικού τρόπου που αντιστοιχεί στην ιστορία της Βυζαντινής ζωγραφικής. Ένα άλλο πρόβλημα που δημιουργεί αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση είναι ότι δεν μπορεί να ερμηνεύσει το γιατί οι Βυζαντινοί αποδίδουν με τον ίδιο ζωγραφικό τρόπο, ο οποίος υποτίθεται ότι σημαίνει την Αγιότητα , πρόσωπα άγια και μη. Πράγματι στις εικόνες ο ζωγραφικός τρόπος, με τον οποίο αποδίδεται ο Χριστός, είναι ο ίδιος ακριβώς με τον ζωγραφικό τρόπο με τον οποίο αποδίδεται και ο Ιούδας ή ο διάβολος. Δεν υπάρχει ξεχωριστός ζωγραφικός τρόπος. Αυτό όμως δεν ερμηνεύεται με τη συγκεκριμένη ερμηνευτική προσέγγιση. Δεν θα επιμείνω όμως πολύ στο σημείο αυτό, για να περάσω σ’ ένα τελευταίο επιχείρημα, που θα έλεγα είναι λίγο εσωτερικής χρήσης, αφορά την Εκκλησία και μόνο και όχι τους εκτός Εκκλησίας, ή εν πάση περιπτώσει ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν Ορθόδοξη πίστη.

Μία τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση της καταγραφής της Αγιότητας σε σχέση με τον ζωγραφικό τρόπο, δεν μπορεί να ερμηνεύσει το φαινόμενο των θαυματουργών εικόνων, πολλές από τις οποίες στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχουν τον καθορισμένο ζωγραφικό τρόπο, αυτό που συνηθίσαμε να χαρακτηρίζουμε βυζαντινό τρόπο. Εάν λοιπόν κατανοήσουμε τον εξεικονισμό των Αγίων ως καταγραφή της Αγιότητάς τους μ’ ένα ζωγραφικό τρόπο, έχουμε αυτά τα ερμηνευτικά αδιέξοδα. Τί λοιπόν είναι ο εξεικονισμός των Αγίων; Σε τί συνίσταται;

Για να γίνει κατανοητό, το πώς οι Βυζαντινοί εννοούν τον εξεικονισμό, θα πρέπει να δούμε τη σχέση των προσώπων αυτών με τον Χριστό, ανεξάρτητα από τους τρόπους με τους οποίους ασκείται ένας Άγιος ή φτάνει στην κατάσταση αυτή, την οποία εμείς ονομάζουμε Αγιότητα.

Στην πραγματικότητα η Αγιότητα δεν είναι άλλο από την κοινωνία ενός προσώπου με τον Χριστό, η ένωσή του με Αυτόν και η, συνεπεία αυτής της ενώσεως, κάθαρση της φύσεώς του και η αποκατάστασή της στην αρχική της μορφή. Ένας Άγιος επομένως είναι ένα πρόσωπο κεκαθαρμένο από τα πάθη του, ένα πρόσωπο το οποίο αποτελεί αυθεντική έκφραση της ανθρώπινης φύσεως και που υπάρχει σ’ αυτή την κατάσταση, απλά και μόνο διότι είναι ενωμένο με τον Χριστό. Η ένωσή του με Αυτόν συνιστά την αγιότητα. Ο εξεικονισμός επομένως του αγίου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά ως καταγραφή της σχέσεως του προσώπου αυτού με το πρόσωπο του Χρίστου. Η καταγραφή αυτής της σχέσεως πραγματώνεται από τους Βυζαντινούς κατ’ αρχάς, με το εικονογραφικό πρόγραμμα του Ορθόδοξου ναού, όπως αυτό διαμορφώθηκε και οριστικοποιήθηκε μετά την Εικονομαχία, οπότε και πλέον ορίστηκε τι είναι η εικόνα, τι παρουσιάζεται σε αυτήν και τι σημαίνεται με αυτήν και ακόμα ποιός είναι ο ρόλος του ζωγραφικού στοιχείου και της τέχνης γενικότερα. Το εικονογραφικό αυτό πρόγραμμα είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη θεολογική σημαντική που έχει ο ορθόδοξος ναός. Ο ναός είναι Εκκλησία για τους Ορθοδόξους, πράγμα που σημαίνει ότι είναι μία εικόνα της κοινωνίας Θεού και ανθρώπου, είναι μία εικόνα του Θεανθρώπινου σώματος, που έχει κεφαλή τον Χριστό και μέλη Του τους ανά τούς αιώνες πιστούς, είτε αυτοί ανήκουν στη θριαμβεύουσα Εκκλησία είτε στη στρατευόμενη Εκκλησία. Η Εκκλησία δηλαδή είναι ένα σύνολο προσώπων που υπάρχουν στην ένωσή τους με τον Χριστό και είναι είτε θριαμβεύοντες -αυτό πού ονομάζουμε Άγιοι- είτε κλητοί Άγιοι, οι ζώντες δηλαδή, που εισέρχονται μέσα στον χώρο αυτό.

Ο ναός λοιπόν είναι εικόνα της Εκκλησίας, κι ως τέτοια αισθητοποιεί, πρώτ’ απ’ όλα, την ενανθρώπιση του Λόγου, το γεγονός δηλαδή ότι ο Θεός, επειδή δεν μπορεί ο άνθρωπος με τις περιορισμένες του δυνάμεις ως κτιστός ν’ αναχθεί στον Θεό, ο Θεός γίνεται άνθρωπος και φανερώνεται για χάρη του. Με τα δεδομένα αυτά η Εκκλησία όταν επιχειρεί να εξεικονίσει, παρουσιάζει πλέον το ορατό του αοράτου, δηλαδή παρουσιάζει τη μορφή με την οποία το αόρατο έγινε ορατό. Η Εκκλησία δεν καταγράφει το αόρατο καθεαυτό, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Το αόρατο δεν μπορεί να καταγραφεί από τη μεριά του ανθρώπου, διότι αυτό θα σήμαινε ότι υπάρχει αναλογία ανάμεσα στον κτιστό και άκτιστο κόσμο.

Έχουμε λοιπόν στην εικονογράφηση πριν απ’ όλα τη βασική εικόνα, που είναι η εικόνα του Χριστού και η οποία καταλαμβάνει τον χώρο του τρούλου -που για τον Βυζαντινό είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, αλλά είναι ταυτόχρονα κι ο ουρανός-, οι δε Άγιοι έρχονται στη συνέχεια να συμφανερωθούν θα λέγαμε μαζί με τη βασική, πρωταρχική αυτή εικόνα, κι όπως ο Θεός φανερώνεται αλλά δεν περιγράφεται στο δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας με τη μορφή του ενανθρωπίσαντος Λόγου, έτσι και οι Άγιοι εικονογραφούνται και στην πραγματικότητα συμφανερώνονται και αυτοί ως ζώντες καθώς ο Ίδιος ο Χριστός.

Αυτό είναι το εικονογραφικό πρόγραμμα ενός ορθόδοξου ναού. Είναι δηλαδή, αν μπορούσαμε να το πούμε σε μία πρόταση, η ορατή αναπαράσταση της Εκκλησίας ως Θεανθρώπινου σώματος. Η ορθόδοξη όμως Εκκλησία είναι σώμα που συμπεριλαμβάνει και τους ζώντες, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και η εικονογράφηση δεν τελειώνει στους τοίχους, αλλά τελειώνει στους πιστούς, όχι απλά σαν θεατές, διότι αν ήταν θεατές θα λέγαμε πως είναι ένα στοιχείο εξωτερικό, τρίτο, ενώ ο πιστός δεν είναι τρίτο στοιχείο, είναι μέλος του όλου, είναι μέλος της Εκκλησίας, γι’ αυτό και η εικονογράφηση τον συμπεριλαμβάνει. Πρώτ’ απ’ όλα τον συμπεριλαμβάνει καθόσον η εικονογράφηση απευθύνεται σ’ αυτόν, κι αυτό συμβαίνει διότι η εικονογράφηση δεν έχει σημείο αναφοράς και κέντρο της ένα αντικειμενικό στοιχείο πίσω από τη ζωγραφική επιφάνεια ή έξω από τον ναό. Η εικονογράφηση αναφέρεται στον πιστό, στον πιστό θεατή των εικόνων. Απλό χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι ο Χριστός στο τέμπλο καταλαμβάνει το δεξιό μέρος ως προς την αίσθηση του θεατή που τοποθετείται απέναντι. Αυτό σημαίνει ότι σημείο αναφοράς της εικονογραφήσεως είναι ο πιστός. Θα επανέλθουμε στο σημείο αυτό και αργότερα. Αφού λοιπόν αυτή είναι η σημαντική του ορθόδοξου ναού και αυτό το νόημα της εικονογραφήσεως, ο εξεικονισμός των Αγίων δεν είναι η καταγραφή μιας θεολογικής έννοιας, ή μιας αφηρημένης καταστάσεως, αλλά είναι η καταγραφή της σχέσεως των προσώπων αυτών με τον Χριστό. Και τούτο επιτυγχάνεται πρώτ’ απ’ όλα με την ένταξή τους στο πρόγραμμα. Εντασσόμενο ένα πρόσωπο στο πρόγραμμα το εικονογραφικό του ναού, αυτομάτως καταδεικνύεται ότι ζει εν Χριστώ και μετέχει της αγιότητάς Του.

Ο εξεικονισμός του Αγίου πραγματώνεται όμως και με άλλα εικονογραφικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα με τον σταυρό τον οποίο τα πρόσωπα αυτά κρατούν. Το σημείο του σταυρού που υπάρχει σχεδόν σ’ όλους τους Αγίους, είτε στους μάρτυρες που τον κρατούν είτε στους μοναχούς, στο μοναχικό σχήμα ή στο κουκούλι τους επάνω, αποτελεί ένδειξη ότι τα πρόσωπα αυτά έζησαν εν Χριστώ, και ακολούθησαν τον τρόπο ζωής που Εκείνος χάραξε. Ο σταυρός, επομένως, ως εικονογραφικό στοιχείο συμβάλλει στον εξεικονισμό της αγιότητας.

Ο εξεικονισμός όμως τού Αγίου πραγματώνεται και ολοκληρώνεται με την εικαστική πραγματικότητα του ρυθμού. Τί είναι ο ρυθμός; Ο ρυθμός, από το ρήμα ρέω. είναι μια κίνηση, η οποία όμως διαφέρει από μια οποιαδήποτε άλλη κίνηση στο μέτρο που ο ρυθμός είναι μια κίνηση σχέσεως. Είναι μια κίνηση, η οποία σχετικοποιεί δύο μεγέθη. Δύο πράγματα , τα οποία εκ πρώτης όψεως είναι άσχετα μεταξύ τους, ο ρυθμός τα συνδέει, τα ενώνει σε βαθμό, που το ένα να προϋποθέτει το άλλο και σε βαθμό που χωρίς το ένα, το άλλο να είναι, θα λέγαμε, ακατανόητο και να μην έχει λόγο υπάρξεως. Η κίνηση, που χαρακτηρίζει την εικονογραφία μέσα στον ορθόδοξο ναό, είναι κίνηση από τον τοίχο προς τον πιστό θεατή. Αυτό διαδηλώνεται πρώτ’ απ’ όλα με την απουσία του ζωγραφικού βάθους. Οι εικόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν έχουν ζωγραφικό βάθος. Σταματάνε ή αρχίζουν, εξαρτάται πως θα δει κανείς το θέμα, από την επιφάνεια του τοίχου και κινούνται προς τον θεατή. Η ζήτηση της κινήσεως είναι συνειδητή κι αυτό προκύπτει από το ότι αυτή δεν είναι άτακτη. Υπακούει σε μια συγκεκριμένη λογική, η οποία δεν ανατρέπεται και δεν αλλάζει σε καμία φάση της Ορθόδοξης εικονογραφίας. Ακόμα δηλαδή κι όταν έχουμε αλλαγές σε στυλιστικό επίπεδο, δεν αλλάζει σε καμιά περίπτωση αυτή η κίνηση, η οποία ανήκει στις βασικές αρχές που χαρακτηρίζουν το Βυζαντινό ζωγραφικό σύστημα. Αυτό ακριβώς αποδεικνύει ότι η κίνηση αυτή από το ζωγραφικό έργο προς τον θεατή είναι συνειδητή και επιδιωκόμενη.

Η κίνηση αυτή επιτυγχάνεται με τους εξής τρόπους: πρώτ’ απ’ όλα με την εγκάρσια τοποθέτηση των μορφών πάνω στην επιφάνεια. Ειδικά μετά την περίοδο της Εικονομαχίας αυτό είναι σχεδόν κανόνας, με πολύ λίγες εξαιρέσεις που δεν μπορούν ν’ ανατρέψουν τον κανόνα. Καταργείται αυτό το οποίο ονομάζουμε πλήρης και απόλυτη μετωπικότητα, η οποία είναι ουσιαστικά ακινησία, κι αυτό διότι όταν μια μορφή είναι μετωπική, είναι επίπεδα τοποθετημένη πάνω στην επιφάνεια και άρα αδρανής. Επίσης απουσιάζει και το προφίλ, το οποίο επίσης είναι ακίνητο ως προς τον θεατή. Διότι μια μορφή σε προφίλ, κινείται κατά μήκος του τοίχου αλλ’ όχι ως προς τον θεατή. Η συνήθης στάση των Αγίων είναι ή η στάση των τριών τετάρτων ή η στάση της δυναμικής μετωπικότητας. Αυτό σημαίνει ότι η μορφή μοιάζει να «ξεκολλάει» από τον τοίχο, επειδή τοποθετείται εγκάρσια πάνω στην επιφάνεια του τοίχου. Αυτομάτως, επειδή απουσιάζει μάλιστα το ζωγραφικό βάθος, η μορφή έχει την ανάγκη πλαστικότητας, έχει την ανάγκη δηλαδή ν’ αποκτήσει κάποιο όγκο, και συνεπώς αυτή κινείται προς τον θεατή. Τέλος έρχεται ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται οι Βυζαντινοί το φως, για να ολοκληρώσει την κίνηση αυτή από την επιφάνεια προς τον χώρο των θεατών, προς τον χώρο των πιστών θεατών.

Το χρώμα στους Βυζαντινούς πλάθεται πάντοτε σχεδόν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, από σκούρα και θερμά χρώματα προς φωτεινότερα και ψυχρά. Αυτομάτως, με τον τρόπο αυτό πλάθοντας ο Βυζαντινός, είναι σαν να έρχεται να ολοκληρώσει τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζει πάνω στην επιφάνεια. Το σχέδιό του είναι εγκάρσια τοποθέτηση πάνω στην επιφάνεια κι άρα κίνηση από την επιφάνεια. Αυτό μπορεί να το δει κανείς πάρα πολύ καλά στον τρόπο προοπτικού σχεδιασμού των Βυζαντινών. Ο λεγόμενος ανάστροφος τρόπος σχεδιασμού -όρος κατά την προσωπική μου γνώμη όχι ιδιαίτερα επιτυχημένος- δείχνει ακριβώς την επιθυμία τους να κινήσουν τα πράγματα προς τον χώρο των θεατών. Έτσι με τους τρόπους αυτούς, δηλαδή με την εγκάρσια τοποθέτηση των μορφών, τον προοπτικό σχεδιασμό και τον τρόπο που πλάθουν, οι Βυζαντινοί κινούν προς τους θεατές τα εικονιζόμενα. Βάζουν δηλαδή τους εικονιζόμενους και τους πιστούς στις ίδιες διαστάσεις .

Ο χώρος στον οποίο κινούνται οι Άγιοι δεν είναι διαφορετικός απ’ αυτόν των ζώντων πιστών. Αυτή δε η επιλογή των Βυζαντινών εικονογράφων, όπως ήδη ανέφερα, έχει σαφώς εκκλησιολογική σημασία. Δεν γίνεται τυχαία και χωρίς λόγο. Γίνεται διότι στο μυαλό τους, στην αντίληψή τους, οι ζώντες πιστοί και οι Άγιοι, που υπάρχουν εικονογραφημένοι στους τοίχους, είναι μέλη της ίδιας πραγματικότητας. Κι αυτή η ενότητα σώματος δεν μπορεί ν’ αποδοθεί παρά με την ενότητα των διαστάσεων των ζώντων και των εικονιζόμενων. Θα πρέπει δηλαδή και οι Άγιοι στους τοίχους και οι ζώντες πιστοί, οι κλητοί Άγιοι, να κινούνται στις ίδιες διαστάσεις χώρου και χρόνου. Γι’ αυτό ακριβώς έρχονται προς τις διαστάσεις των ζώντων οι εικονιζόμενοι Άγιοι, κάτι που δεν μπορούν βέβαια να το κάνουν οι ζώντες, να φύγουν δηλαδή προς τις διαστάσεις των Αγίων που βρίσκονται στους τοίχους. Τέλος, και για να ολοκληρωθεί η έννοια αυτή του ρυθμού, οφείλω μια μικρή αναφορά στο πως των κινήσεων. Διότι ναι μεν κινούνται από τον τοίχο προς τον χώρο των πιστών θεατών οι Άγιοι, αλλ’ η κίνηση αυτή δεν είναι άτακτη. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται συνήθως, ή καλύτερα σχεδόν πάντοτε, υπηρετεί την έξης λογική. Εάν ένα σώμα κινείται προς τα δεξιά, το φως, η χρωματική ανέλιξη δηλαδή, γίνεται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κι έτσι υπάρχει μια εξισορρόπηση δυνάμεων στην εικόνα. Δεδομένου δε, ότι δεν υπάρχει ζωγραφικό βάθος, οι δυνάμεις που αναπτύσσονται (οπτικές δυνάμεις) σχηματίζουν μπροστά από την εικόνα έναν οπτικό κώνο μέσα στον οποίο υπάρχει και συμπεριλαμβάνεται ο πιστός θεατής. Με τον τρόπο αυτό το εικονιζόμενο πρόσωπο, ο Άγιος, ενώ έχει μία τάση να φύγει προς τα δεξιά, δεν φεύγει ποτέ, διότι εξισορροπείται από την αντίρροπη δύναμη που είναι το φως. Κι ενώ είναι πάντοτε εν στάσει, ακριβώς λόγω ισορροπίας των δυνάμεων, πάντοτε έχει τη δυναμική της κινήσεως, που είναι δηλωτική της ζωής. Με τον τρόπο αυτό ζωντανεύουν θα λέγαμε οι Άγιοι μέσα στον χώρο του ναού.

Όταν διαβάζουμε εκφράσεις Βυζαντινών συγγραφέων, ξέρετε ποιά είναι η πιό συχνή αρετή την οποία βρίσκουν οι Βυζαντινοί στις εικόνες τους; Η ζωντάνια. Πολλοί ερευνητές σήμερα δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πως οι Βυζαντινοί αποδίδουν φυσιοκρατικές αρετές στις εικόνες τους, πως λένε δηλαδή ότι οι εικόνες τους είναι σαν ζωντανές, σαν να είναι έτοιμες να σου μιλήσουν. Κατά τη γνώμη μας αυτό δεν οφείλεται σε νατουραλιστικά χαρακτηριστικά, δεν έχει να κάνει δηλαδή με τον τρόπο στυλιστικής αποδόσεως των μορφών. Έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίον οι ζώντες και οι πιστοί ενώνονται στον ίδιο χωρόχρονο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι μορφές των εικόνων είν’ ολοζώντανες. όχι γιατί είναι νατουραλιστικές αλλ’ απλούστατα διότι υπάρχουν σε κοινωνία με τους πιστούς, αφού ζουν στις ίδιες διαστάσεις μ’ αυτούς.

Ο εξεικονισμός λοιπόν των Αγίων κατά κύριο λόγο γίνεται στα πλαίσια του ορθόδοξου ναού και επιτυγχάνεται με τους τρόπους που περιγράψαμε. Κατ’ αρχάς δηλαδή με την ένταξή τους στο εικονογραφικό πρόγραμμα, κατά δεύτερο λόγο με ορισμένα εικονογραφικά στοιχεία, και τέλος με την εικαστική πράξη του ρυθμού, η οποία καταφέρνει να ενώσει πιστούς και εικονιζόμενους στον ίδιο χωρόχρονο.

πηγή: Γιώργου Κόρδη, «Αγιότητα, ένα λησμονημένο όραμα» -Αφιέρωμα, εκδ. Ακρίτας, σ.153-161

http://www.pemptousia.com/2011/08/%CE%B7-/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γονείς και παιδιά στο περιβάλλον της «Νέας Εποχής»

Συγγραφέας: kantonopou στις 28th Αυγούστου 2011

του κ. Κωνσταντίνου Παπαχριστοδούλου, Προέδρου του Δ.Σ. της Π.Ε.Γ

Η «Νέα Εποχή». Το Οικοδόμημα, οι Βασικές αρχές, Προβληματική

«Νέα Εποχή», «New Age», «Εποχή του Υδροχόου». Πρόκειται για ορολογίες που χαρακτηρίζουν την εποχή μας. Πολλές φορές όταν μιλάμε για τη «Νέα Εποχή» υπάρχει η εντύπωση ότι αποτελεί μια συγκεκριμένη οργάνωση, με αρχηγό, μέλη και καθορισμένη διδασκαλία. Αυτό δεν είναι αληθές. Πρόκειται για ένα κίνημα, μια τάση, ένα ρεύμα. Ακόμα και «μόδα» θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε αυτό το φαινόμενο, που σαν «τσουνάμι» έχει κατακλύσει τις δυτικές κοινωνίες και απειλεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αξιών. Ένα οικοδόμημα που στηρίζεται στο αρχαίο Ελληνικό ιδεώδες και στις αξίες και τα διδάγματα του Χριστιανισμού.

Οι βασικές αρχές της «Νέας Εποχής» είναι απολύτως ξένες προς το Χριστιανισμό και την Ορθόδοξη πίστη ειδικότερα. Έχουμε να κάνουμε με νέα κοσμολογία, νέα ανθρωπολογία, νέα θεολογία και νέα αντίληψη περί ηθικής.

Ως κοσμοθεωρία απαντάται σε εξωχριστιανικές θρησκείες. Σύμφωνα μ” αυτήν, η ανθρωπότητα περνάει από συνεχή εναλλαγή ορισμένων εποχών και δεν ακολουθεί οριζόντια τροχιά.

Ο μοντέρνος όρος «New Age» είναι παρμένος από την αστρολογία. Οι αστρολόγοι ισχυρίζονται ότι ο ήλιος μας και η οικογένεια των πλανητών του, «περιστρέφονται γύρω από ένα κεντρικό ήλιο, ο οποίος βρίσκεται εκατομμύρια μίλια μακριά και ότι απαιτείται περίπου μια περίοδος γύρω στα 26.000 χρόνια για να κάνει μία περιστροφή. Αυτή η τροχιά καλείται Ζωδιακός κύκλος και διαιρείται σε 12 ζώδια» .

Για να περάσει το ηλιακό σύστημα ένα από τα ζώδια αυτά χρειάζεται κάτι παραπάνω από 2.100 χρόνια. Αυτός ο χρόνος λογίζεται ως μία «Κοσμική Εποχή» ή «Διανομή».

Οι πιστοί της «Νέας Εποχής» ισχυρίζονται ότι κατά την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ο ήλιος μπήκε στο ζώδιο των ιχθύων και άρχισε η «Εποχή των Ιχθύων». Ήταν η εποχή που έζησε ο Χριστός, η εποχή του Χριστιανισμού. Γι” αυτό και το σύμβολο του Χριστού ήταν ο ιχθύς.

Η «Εποχή των Ιχθύων» λογίζεται από τους οπαδούς της New Age σαν εποχή περιορισμού και στενότητας. Σ” αυτήν δήθεν, κυριαρχούσαν οι εντολές, ο έλεγχος των ιερέων, η δίωξη των ελεύθερα σκεπτομένων ανθρώπων, η εποχή των πολέμων, της αποικιοκρατίας, της καταστροφής της φύσης. Αυτή λοιπόν η εποχή, κατ” αυτούς, τελειώνει και αρχίζει η «Νέα Εποχή», η «Εποχή του Υδροχόου»!

Βασική αρχή στη διδασκαλία της «Νέας Εποχής» είναι η «ολιστική» θεώρηση του κόσμου. Δηλαδή, ότι τα πάντα αποτελούν «εκροές» και εκφάνσεις μιας απρόσωπης θείας ουσίας, μιας «υπερσυμπαντικής συνειδητότητας». Οι άνθρωποι αποτελούμε πεσμένα κομμάτια αυτής της θείας ουσίας, ενώ η βασική προσπάθεια των όντων πρέπει να κατατείνει στην επιστροφή στον ωκεανό της «θείας» αυτής ουσίας. Αποτέλεσμα αυτής της διδασκαλίας η θεωρία του «Κάρμα» και της μετενσάρκωσης, της ανακύκλησης των εποχών και της έλευσης διαφόρων «φωτισμένων όντων» που θα μας οδηγήσουν στην εξέλιξη.

Στο κέντρο αυτής της θεωρίας βρίσκεται η διδασκαλία για την έλευση του νέου Μεσσία. Κάθε εποχή έχει το Μεσσία της. Η Εποχή των ιχθύων είχε Μεσσία τον Ιησού Χριστό. Η εποχή του Υδροχόου…; Εδώ περιπλέκονται τα πράγματα αφού η «Νέα Εποχή» έχει μία εντελώς διαφορετική αντίληψη περί του τι είναι Μεσσίας απ” αυτή που έχει ο χριστιανισμός.

Για τη «Νέα Εποχή», ο Ιησούς Χριστός δεν αποτελεί το μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο, τον Υιό του Θεού, ο οποίος σαρκώθηκε και έδρασε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο με σκοπό τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και τη δυνατότητα της θέωσης του ανθρώπου. Αυτή είναι η περί Χριστού διδασκαλία της Εκκλησίας.

Ο Μεσσίας της «Νέας Εποχής» η «Αβατάρ» όπως συνηθίζεται να λέγεται, είναι ένα πρόσωπο το οποίο «ενσαρκώνει» μία «κατάσταση χριστού», την λεγόμενη «χριστική κατάσταση». Η κίνηση της «θεοσοφίας» υπογραμμίζει ότι κάθε φορά που οι καιροί ωριμάζουν και η επίκληση των μαζών γίνεται διαπεραστική, έρχεται ένας Αβατάρ-Χριστός. Η έλευση του Χριστού του Υδροχόου αποτελεί κατά την κίνηση «ένα πνευματικό γεγονός», που θα φέρει «μεγάλες αλλαγές ή αποκαταστάσεις» και θα εγκαινιάσει ένα «καινούριο πολιτισμό»

Πολλές φορές ο Χριστός τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με τους: Σωκράτη, Βούδα, Κομφούκιο, Κρίσνα, αλλά και νεότερους όπως: Σάτυα Σάι Μπάμπα, Μουν, Σατυανάντα, αλλά και έλληνες όπως ο Διονύσης Δώριζας, που πίστευε ότι είναι ο Χριστός της «Νέας Εποχής». Όλοι αυτοί, μαζί και ο Χριστός, σύμφωνα με τη «Νέα Εποχή», αποτελούν τους «Μεγάλους Μύστες» της ανθρωπότητας. «Φωτισμένους» δηλαδή που «θυσίασαν» την απορρόφησή τους από τον «άπειρο θεϊκό ωκεανό», για να παραμείνουν στη γη και να καθοδηγήσουν τους ανθρώπους.

Στο σημείο αυτό χρειάζεται να γίνει αναφορά στη δεύτερη βασική διδασκαλία της «Νέας Εποχής» που αφορά στο «Κάρμα» και τη Μετενσάρκωση. Σύμφωνα μ” αυτήν, ένα όν, μετά τον βιολογικό του θάνατο επα¬νέρχεται και πάλι στη ζωή με ένα νέο σώμα. Έτσι η ψυχή υπόκειται σε ατελείωτο κύκλο γεννήσεων και θανάτων, που επαναλαμβάνονται σαν συνεχής βασανισμός (Samsara). Από αυτό το βασανισμό υπόσχεται να ελευθερώσει τον άνθρωπο ο Γκουρού-Μεσσίας και η οργάνωση με τις τεχνικές της.

Η δύναμη που κρατάει τον άνθρωπο αιχμάλωτο στη Samsara, είναι ο νόμος του «Κάρμα». Σύμφωνα με αυτή τη διδασκαλία, κάθε καλή ή κακή πράξη έχει επακόλουθα που ενεργούν και πέρα από αυτή τη ζωή. Όλες οι συσσωρεύσεις του «Κάρμα», από προηγούμενες ζωές, είναι εκείνες που προσδιορίζουν τη ζωή του ανθρώπου στη γη, την οποία πρέπει να ζήσει, προκειμένου να πληρώσει το «Κάρμα» του. Η λέξη προέρχεται από τη ρίζα «Κρι», που σημαίνει «ενεργώ», «πράττω». Σημαίνει κυρίως την ενέργεια. Τα ανθρώπινα προβλήματα και τα βάσανα οφείλονται ακριβώς στο νόμο του «Κάρμα», που αναγκάζει τον άνθρωπο να ξαναέρχεται στη ζωή προκειμένου να ξεπληρώσει τη συσσωρευμένη ενέργεια, από την προηγούμενη ζωή. Σύμφωνα με ένα περιοδικό αυτού του χώρου: «Υπάρχει ο πόνος, η δυαδικότητα, η επαναγέννηση, το κάρμα. Δηλαδή με λίγα λόγια υπάρχουν τα ανθρώπινα προβλήματα και τα βάσανα». Έτσι λοιπόν, ο κακός άνθρωπος δεν είναι στην ουσία κακός, αλλά πρέπει να εκπληρώσει το «Κάρμα» του. Ο άδικος το ίδιο, το ίδιο ο τύραννος και ο εγκληματίας· αλλά και ο φτωχός και ο καταπιεσμένος. Απλώς, σε προηγούμενη ζωή ήταν κακοί, προκαλούσαν αδικίες τις οποίες και πληρώνουν στην παρούσα ζωή.

Πάνω σ” αυτές τις βασικές αρχές στηρίχθηκε το οικοδόμημα της «Νέας Εποχής» όπως αυτό αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του ’90. Ένα Βουδιστικό, ανατολικής και «Θεοσοφικής» προέλευσης θεωρητικό κατασκεύασμα, προσαρμοσμένο κατάλληλα στη νοοτροπία του δυτικού ανθρώπου. Έτσι αναπτύχθηκε ένα κύμα Γκουρουϊστικών, αποκρυφιστικών και νεογνωστικών ομάδων, που κατέκλυσαν το δυτικό κόσμο προσπαθώντας να υποτάξουν τον κενό από πνευματική εμπειρία, σύγχρονο άνθρωπο. Η εισβολή ήταν εντυπωσιακή και τα θύματα τόσα πολλά, ώστε κάποιες κυβερνήσεις, αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ανησύχησαν μελέτησαν το φαινόμενο και έλαβαν μέτρα. Έτσι, έχουμε σήμερα εκθέσεις που ονομάζουν επίσημα τις ομάδες αυτές «καταστροφικές λατρείες», «destructive cults» ή «θρησκείες της νεότητας», διότι τα περισσότερα θύματα είναι νεαρά στην ηλικία.

Η κατάσταση είναι σήμερα όμως αρκετά διαφορετική και ιδιαιτέρως ανησυχητική. Η «Νέα Εποχή» σαν γιγάντια ομπρέλα καλύπτει ένα τεράστιο πλήθος τάσεων, ομάδων, θεωριών, πρακτικών, θρησκευτικών και μη «σεκτών». Ένα τεράστιο δίκτυο που εκτείνεται από τις «εναλλακτικές θεραπείες» μέχρι το Σατανισμό. Η κατάσταση αποτελεί μια πραγματική σύγχρονη Βαβέλ. Η σύγχυση είναι πολλές φορές τόσο μεγάλη και οι τεχνικές αλλοίωσης του χριστιανικού φρονήματος τόσο λεπτά καλυμμένες ώστε δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να παρασύρονται σε επικίνδυνες ατραπούς ακόμα και άνθρωποι της Εκκλησίας.

Θα προσπαθήσουμε να παραθέσουμε επιγραμματικά τις περισσότερες σύγχρονες εκφάνσεις της «Νέας Εποχής» προκειμένου να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος και οι απειλές που δέχονται τα παιδιά μας αλλά και οι γονείς από αυτό που πολύ εύστοχα ονόμαζε ο π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος «πλάνη του όφεως»

Γκουρουϊσμός.

Ένας μεγάλος αριθμός οργανώσεων «σεκτών» έχει να κάνει με βουδιστικές-ινδουιστικές διδασκαλίες. Πρόκειται για τις ομάδες που είναι γνωστές ως Γκουρουϊστικές από τον αρχηγό τους, που προσφωνείται Γκουρού. Πρόκειται για το δάσκαλο της οργάνωσης αυτόν που «σημαίνει φως, φώτιση, ακτινοβολία, αυτόν που διαλύει το σκοτά¬δι».   Συνήθως πρόκειται για ένα πρόσωπο που απαιτεί απόλυτη και τυφλή υπακοή από τα μέλη της οργάνωσης. Ουσιαστικά ο ίδιος αποτελεί το κέντρο αναφοράς κάθε οπαδού-θύματος. Εδώ, αυτός που σώζει τον άνθρωπο δεν είναι ο Θεός αλλά ο Γκουρού. Σύμφωνα με την Γκουρού-Γκίτα ο Γκουρού «είναι η ανώτατη θεότης. Τίποτα δεν υπάρχει ανώτερο από αυτόν… Αν ο Σίβα οργιστεί, θα σε σώσει ο Γκουρού, αλλά αν οργιστεί ο Γκουρού κανένας δε θα σε σώσει… ο γκουρού είναι στην πράξη ολόκληρο το σύμπαν».   Αποτέλεσμα αυτής της πίστης είναι η λατρεία του Γκουρού. Υπάρχουν ομάδες που τα μέλη τους πίνουν ακόμα και το νερό με το οποίο ο Γκουρού έπλυνε τα πόδια του θεωρώντας το αγιασμένο. Οι ομάδες αυτές συνήθως λειτουργούν σε κοινόβια όπου τα μέλη υποβάλλονται σε εξαντλητικές τεχνικές και σε εξοντωτική εργασία ώστε να νεκρώσουν τη σκέψη και να μην συσσωρεύουν «Κάρμα», που θα χρειαστεί να ξεπληρώσουν σε επόμενη ζωή. Πρόκειται για την απόλυτη εξαφάνιση της προσωπικότητας του ανθρώπου.

Αποκρυφισμός.

Κάτω από την ομπρέλα του Αποκρυφισμού βρίσκεται ένα πλήθος ομάδων, κινήσεων και τάσεων. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ίσως απειλή σε σχέση με άλλες, κυρίως όσον αφορά τα παιδιά. Οι διδασκαλίες του Αποκρυφισμού είναι διάχυτες σήμερα σε κάθε είδους έντυπο, στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο και το χειρότερο στα παιδικά βιβλία και παιχνίδια. Αποκρυφισμός σημαίνει τη μυστική, την απόκρυφη γνώση. Αυτή που μπορεί να αποκτήσει κανείς μετά από ειδική μύηση. Ο όρος δικαιολογείται από διπλή άποψη. Τόσο σχετικά με το αντικείμενο της διδασκαλίας (απόκρυφες δυνάμεις) όσο και με το γεγονός ότι η διδασκαλία τηρείται μυστική. Οι κυριότερες εκφράσεις του Αποκρυφισμού είναι η «Θεοσοφία»ο Πνευματισμός, η Παραψυχολογία, η Μαγεία, η Αστρολογία, ο Σαμανισμός, η Καββάλα (Καμπαλά), ο Σατανισμός και γενικά κάθε παραφυσική ενασχόληση. Θα ήταν ατελέσφορο να αναφερθούμε αναλυτικά σε κάθε έναν από αυτούς τους κλάδους του Αποκρυφισμού. Μπορούμε όμως να σταχυολογήσουμε μερικά παραδείγματα παρμένα από το περιεχόμενο παιδικών ταινιών και παιχνιδιών.

Τα παιδιά και η «Νέα Εποχή».

Η «Νέα Εποχή» πολιορκεί άμεσα και με πολλούς τρόπους το παιδί. Από τη βρεφική κιόλας ηλικία η εύπλαστη παιδική ψυχή δέχεται πλήθος εικόνων και μηνυμάτων με τη θεματολογία και τις διδασκαλίες της «Νέας Εποχής».

Θα σταχυολογήσουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα ώστε να παρουσιάσουμε, κατά το δυνατόν στους γονείς, το μέγεθος του προβλήματος.

Χάρι Πότερ ή η πλέον αριστοτεχνική αλλά και βίαιη εισβολή του αποκρυφισμού και της μαγείας στον κόσμο του παιδιού.

Το πρόβλημα δεν χρειάζεται συστάσεις. Αποτελεί από μόνο του ένα φαινόμενο παγκόσμιας εκδοτικής και κινηματογραφικής «επιτυχίας». Πρόκειται για ένα ελκυστικό μυθιστόρημα με πρωταγωνιστές-ήρωες παιδιά, με ενδιαφέρουσα πλοκή και αρκετή δράση και χιούμορ. Το θέμα δεν θα μας απασχολούσε αν οι πρωτοφανείς για τα χρονικά της διαφήμισης και του marketing χειρισμοί δεν είχαν εξαντλήσει κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον προκειμένου να το προβάλουν και να το καταστήσουν «Νο1» στις επιλογές των μικρών καταναλωτών, με αποτέλεσμα οι προεκτάσεις του και τα παρελκόμενά του να αποτελέσουν πραγματικό κίνδυνο για τα παιδιά. Κι αν η «Ποτερομανία» δεν είχε χτυπήσει ακόμα και επίσημους φορείς.

Το Νοέμβριο του 2001 προβλήθηκε στη χώρα μας η πρώτη ταινία της σειράς. Ενόψει των Χριστουγέννων ολόκληρες τάξεις Δημοτικών, Γυμνασίων και Λυκείων, ακόμα και ολόκληρα σχολεία στην Αθήνα, συνοδευόμενα από δασκάλους και καθηγητές επισκέφθηκαν τους κινηματογράφους και μάλιστα μετά από σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας. Αργότερα ακολούθησαν και τα επόμενα βιβλία και οι επόμενες ταινίες. Η χρήση «κυνικού marketing» (όπως το απεκάλεσαν ειδήμονες του χώρου) είχε σαν αποτέλεσμα την τεράστια «επιτυχία», διανθισμένη συχνά από υστερικές εκδηλώσεις των οπαδών. Στο σημείο αυτό παραθέτουμε τα συμπεράσματα διεξοδικής έρευνας που διεξήχθη στα πλαίσια της Π. Ε. Γ. σχετικά με το φαινόμενο «Χάρι Πότερ»:

«Πόσο κατάλληλα μπορεί να είναι βιβλία που έχουν τα εξής προβλήματα;
1.    Εξοικειώνουν με το κακό, τη μαγεία, τον αποκρυφισμό, τη δαιμονολογία.
2.    Καλλιεργούν το φόβο.
3.    Καλλιεργούν αρνητικά συναισθήματα.
4.    Περιέχουν αντιπαιδαγωγικά μηνύματα.
5.    Διαμορφώνουν ρατσιστική συνείδηση.

Να θυμίσουμε ότι σε πολλά σημεία των βιβλίων, οι ήρωες μαθαίνουν και εκτελούν ξόρκια, φτιάχνουν φίλτρα, κάνουν επικλήσεις, μαθαίνουν να χρησιμοποιούν φράσεις για «καλό» ή «κακό» σκοπό, ανυψώνουν αντικείμενα, επικοινωνούν με νεκρούς, διδάσκονται αστρολογία, μαντεία, κατάρες με τις οποίες μπορούν να εξουσιάσουν, να βασανίσουν ή και να φονεύσουν. Τα αποκρυφιστικά και σατανιστικά σύμβολα και στοιχεία είναι πολυάριθμα, το ίδιο και οι σκηνές που προκαλούν τρόμο φρίκη και αηδία. Με ύπουλο τρόπο τα μικρά παιδιά διδάσκονται ότι υπάρχει «καλή» και «κακή» μαγεία και ο καθένας είναι ελεύθερος να διαλέξει.

Αντί άλλης κριτικής θα παραθέσουμε μερικά σχόλια αναγνωστών των βιβλίων, μικρής ηλικίας, όπως είναι φυσικό, που κυκλοφορούσαν στο διαδίκτυο την περίοδο εκείνη:

Βασίλης Χ., 14 ετών: «…έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του Χάρι Πότερ σε λιγότερο από 3 μήνες. Θέλω να σας ομολογήσω ότι θα έκανα τα πάντα για να ζήσω έστω και μία μέρα στον κόσμο των μάγων. Δεν με επηρεάζει μόνο το γεγονός ότι θα χρησιμοποιήσω μαγεία αλλά και το ότι ο τρόπος των μάγων είναι πιο απλός, ωραίος και καλός».

Ευτυχία Μ., 11 ετών: «Αγαπητέ Χάρι Πότερ, Ζω τόσο πολύ στον κόσμο της μαγείας, στον κόσμο σας δηλαδή που η μαμά μου τα βράδια μου κρύβει το βιβλίο για να πέσω για ύπνο. Μόνο που λυπάμαι τόσο πολύ που δεν μπορώ κι εγώ να κάνω μαγικά σαν και σένα».

Κωνσταντίνα Θ., 12 ετών: «Είσαι ένα φαινόμενο! όχι καιρικό αλλά μαγικό! Θα ήθελα πολύ να μού μάθεις το ξόρκι της κλήτευσης, που τόσο καλά ξέρεις, Ίσως μου φανεί χρήσιμο. Θέλω ακόμα μερικά ιδιαίτερα μαθήματα για την «Κατάρα Αβάντα Καντάβρα» Εύχομαι να είναι αποτελεσματική για να εξοντώσω τον κ. Γεωγραφίας και την κ. Γυμναστικής. Τους μισώ, όπως εσύ τον κ. Σνέιπ».

Νομίζουμε ότι οι αθώες, κατά τα άλλα επιστολές των μικρών παιδιών είναι αποκαλυπτικές. Οι εκδόσεις «Ψυχογιός» μας αναφέρουν ότι τα γράμματα των παιδιών μόνο κατά το έτος 2000 ξεπέρασαν τα 7.500.

Ειδικοί ερευνητές, σε διεθνές επίπεδο, υπογραμμίζουν ότι το περιεχόμενο των βιβλίων της Ρόουλινκ δεν αποτελεί ένα παραδοσιακό παιδικό ανάγνωσμα, αλλά περιέχουν ακριβή αναφορά σε αποκρυφιστικές διαδικασίες και πρακτικές με βάση ένα «σύγχρονο» τρόπο αναφοράς που προβάλλει τη μαγεία σαν μία αποδεκτή και επιβραβευμένη στάση ζωής. Η εντυπωσιακή δε αποδοχή των βιβλίων αυτών από τα παιδιά, οφείλεται προφανώς στο ισχυρότατο δίκτυο προώθησης της αποκρυφιστικής θεματολογίας, που είναι έργο της «Νέας Εποχής» του Υδροχόου. Αρκεί να πούμε ότι στο μηχανισμό προώθησης συμμετέχουν επιχειρηματικοί κολοσσοί όπως: η Coca Cola, η Lego, η Marks & Spenser και η Hewlett Packard.

Παιδικά παιχνίδια.

Η «Νέα Εποχή» δε θα μπορούσε να αφήσει ανέγγιχτο και το πιο αθώο μέσο επικοινωνίας με το παιδί, το παιχνίδι. Εδώ μπορούμε να πούμε χωρίς ενδοιασμούς ότι η εποχή της αθωότητας έχει παρέλθει οριστικά. Οι κούκλες έχουν δώσει τη θέση τους σε ομοιώματα ηρώων από τις ταινίες Χάρι Πότερ. Τα αρκουδάκια αντικαθίστανται από τα αμφιλεγόμενα «Πόκεμον». Τα ηλεκτρονικά παιχνίδια βρίθουν δαιμονικών οντοτήτων, ωμής βίας, αποκρυφιστικών συμβόλων, και μαγικών πρακτικών. Και τα πλέον αθώα περιοδικά όπως το γνωστό «Μίκυ Μάους», διαθέτουν πλέον στήλη Αστρολογίας.

Οι παιδικές εκπομπές κυρίως αυτές, που απευθύνονται σε μεγάλα παιδιά και εφήβους προσπαθούν συστηματικά να προβάλουν τις αρχές της «Νέας Εποχής», και να δημιουργήσουν κυρίως εξοικείωση με το δαιμονικό, την ασχήμια και τη βία. Με όλα αυτά, δεν ηχεί πλέον παράξενα στ” αυτιά μας η «δήλωση» ενός 10χρονου παιδιού το οποίο, στις πατρικές συμβουλές ενός ειδικού συνεργάτη απάντησε: «Δεν ξέρω τι μου λέτε, αλλά εμένα μου αρέσουν οι σατανιστες» . Αυτό μετά την τραγική έκκληση της μητέρας του για βοήθεια: «Σας παρακαλώ, είπε η μητέρα, πέστε κάτι στο γιο μου. Του αρέσει να διαβάζει βιβλία με μάγους, παραμελεί τα μαθήματά του και ζητάει επίμονα να του αγοράσουμε τα βιβλία του Χάρι Πότερ». Το γεγονός είναι πραγματικό. Η κατάσταση είναι πλέον ανεξέλεγκτη. Θα προσπαθήσουμε να επικεντρωθούμε σε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις ώστε να καταδείξουμε το μέγεθος του προβλήματος.

Επιτραπέζιο παιδικό παιχνίδι, που προσφέρεται σε κουτί με σχήμα φέρετρου, καλεί τα παιδιά να παίξουν πάνω σε χαρτόνι που απεικονίζει ένα νεκροταφείο με σπασμένα μνήματα. Οι μικροί παίκτες υποδύονται ρόλους όπως… το φάντασμα Χελίν, το βαμπίρ Μπάροθι… τη μάγισσα Σαντρέν, τον λυκάνθρωπο Τζιβαουντίν, τη μούμια Κονρού κ.λπ. Νικητής είναι όποιος φτάσει πρώτος στο κέντρο του νεκροταφείου όπου είναι γραμμένη η λέξη «Εφιάλτης». Στο παιχνίδι οι παίκτες κερδίζουν κάρτες με συνθήματα όπως: «Γίνε ανελέητος», «Κάνε ό,τι θες για να τρομάξεις κάποιον», «όταν δεις πανσέληνο ούρλιαξε», «Τους ηλίθιους τους κάνω ότι θέλω». Τώρα ρίξε το ζάρι γρήγορα, γιατί θα σου σπάσω τα μούτρα, παλιοσκουλίκι». Το μόνο σχόλιο που μπορούμε να κάνουμε είναι ότι το συγκεκριμένο παιχνίδι αποτελεί εισαγωγή στο σατανισμό. Τα συνθήματα δε που ακούγονται αποτελούν βασικές αρχές του σατανισμού!

Ο κόσμος του ηλεκτρονικού παιχνιδιού, ιδιαίτερα ελκυστικός και ευρύτατα διαδεδομένος μεταξύ των παιδιών, αποτελεί σίγουρα μία πύλη για την εισαγωγή στον αποκρυφισμό, τη μαγεία και το σατανισμό. Η ολοένα αυξανόμενη και απόλυτα ρεαλιστική εικονοπλασία, τα εξαιρετικής πλοκής σενάρια φαντασίας και κυρίως η ελεύθερη πρόσβαση όλων των παιδιών στο χώρο αυτό δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα. Θα αναφερθούμε σε πολύ χαρακτηριστικά παιχνίδια και στο περιεχόμενο τους.

α) «Ο Μύθος της Ζέλντα». Ξεκίνησε το 1986 και αριθμεί 10 τίτλους παιχνιδιών εκ των οποίων οι 5 πρώτοι, που δεν βρίσκονται στην κυκλοφορία, πούλησαν περισσότερα από 26.500.000 αντίτυπα. Από τα πρώτα παιχνίδια που περιλαμβάνουν αποκρυφιστικά σύμβολα.

β) «Primal» (Πρωτόγονος). Για το παιχνίδι αυτό θα αφήσουμε να μιλήσει η διαφήμισή του: «Η Τζεν και ο Σκρι πρέπει να σώσουν τον κόσμο Ομπλίβιον. Πορευθείτε μαζί τους στα τέσσερα δαιμονικά βασίλεια για να επαναφέρετε την τάξη στο Σύμπαν. Έχοντας τη δυνατότητα να βιώσετε τέσσερις δαιμονικές μορφές και να εξερευνήσετε τέσσερα δαιμονικά βασίλεια, το Primal είναι ο ιδανικός τρόπος να ανακαλύψετε τη σκοτεινή πλευρά σας». Εδώ πλέον μιλάμε για ταύτιση με τους δαίμονες και για πλήρη εξοικείωση με παραστάσεις και φρασεολογία δαιμονική.

γ) «Παιχνίδια Ρόλων. R.P.G. (Role Playing Games). Πρόκειται για παιχνίδια όπου τα παιδιά ταυτίζονται με φανταστικούς ρόλους και παίζουν ομαδικά πάνω σε ένα σενάριο. Το περιεχόμενο βέβαια δεν είναι καθόλου αθώο. Αυτό που πρέπει να ανησυχήσει τους γονείς είναι η εξάρτηση από το παιχνίδι και τους ρόλους που το παιδί υποδύεται. Παιδιά που έχουν απορροφηθεί σε ένα τέτοιο παιχνίδι παρουσιάζουν αντιδράσεις και συμπεριφορά όμοια με άτομα εγκλωβισμένα στις «σέκτες» και τις «καταστροφικές λατρείες». Οι χριστιανοί γονείς οφείλουν να ξέρουν ότι αυτό το φαινομενικά αθώο παιχνίδι περιέχει σε μεγάλο βαθμό θέματα όπως: 1. Μαγεία, δαιμονολογία, θεούς ημίθεους, 2. Οι παίκτες αναλαμβάνουν ρόλους κλεφτών, δολοφόνων, μάγων, πολεμιστών, κληρικών και θαυματοποιών, 3. Στα πλαίσια του παιχνιδιού οι παίκτες ακρωτηριάζονται, απαγάγονται, δολοφονούνται και προσφέρονται ως ανθρωποθυσίες για να κατευνάσουν τον ανάλογο θεό στον οποίο ο παίκτης δολοφόνος έχει ορκιστεί υποταγή. 4. Οι παίκτες εθίζονται στον αποκρυφισμό. Ας δούμε τη μαρτυρία ενός πρώην πρωταθλητή των R.P.G.: «…το βιβλίο οδηγιών τον παιχνιδιού ενθαρρύνει τους καλούς παίκτες να ψάξουν σε αποκρυφιστικές πηγές για πληροφορίες, με στόχο τη βελτίωση της απόδοσής τους στο παιχνίδι».

Παιδικά περιοδικά και αναγνώσματα.

Στις 23 Οκτωβρίου 2002, ένα νέο «παιδικό» περιοδικό είδε το φως της κυκλοφορίας. Το W.I.T.C.H. Περιοδικό που απευθύνεται κυρίως σε κορίτσια από 7 χρονών και άνω. Πρόκειται για ένα Comic με χαριτωμένες κατά τα άλλα ιστορίες. Ο τίτλος σημαίνει βέβαια «Μάγισσα» και αποτελεί τη μεταγλωττισμένη έκδοση ξενόγλωσσου πρωτοτύπου. Οι πρωταγωνίστριες είναι 5 των οποίων τα αρχικά των ονομάτων σχηματίζουν το W.I.T.C.H. και έχουν μαγικές δυνάμεις. Εκτός από το εικονογραφημένο ανάγνωσμα, τα παιδιά μας διδάσκονται στο ίδιο περιοδικό: Αριθμολογία (ή Αριθμοσοφία. Την απόκρυφη επιστήμη που προσδίδει μυστικιστικό συμβολισμό στους αριθμούς), Τεϊομαντεία (την «Καφεμαντεία» των Κινέζων), Αστρολογία, Αλχημεία (πυρ, αήρ, γη, ύδωρ), αποκρυφιστική χαρακτηρολογία και πολλά άλλα. Σας παρουσιάζουμε ενδεικτικά το περιεχόμενο μιας σελίδας.

«Τα κορίτσια ενώ διασκεδάζουν σ’ ένα σχολικό πάρτι το οποίο σημειωτέον, γίνεται με την ευκαιρία της παγανιστικής εορτής Halloween (Χαλοουγουΐν), η Συμπαντική/πλανητική ιεραρχία, των Ανειλημμένων Διδασκάλων (παραπέμπει στην Λεύκη αδελφότητα της Θεοσοφίας), προγραμματίζει το μέλλον τους. Σε άλλες σελίδες προβάλλονται δαίμονες και άρχοντες δαιμονίων».

Πρόσφατα, πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων, κυκλοφόρησε από πολύ γνωστό εκδοτικό οίκο που ασχολείται με το εκπαιδευτικό βιβλίο, ένα φρικτό ανάγνωσμα. Η «Μαγολογία»! Πρόκειται για μία πολυτελέστατη έκδοση, ιδιαίτερα ελκυστική στο μάτι, με χρώματα, σχέδια και γραφικά τρικ που απευθύνεται σε παιδιά. Ουσιαστικά αποτελεί ένα εγχειρίδιο εισαγωγής στη μαγεία και το σατανισμό. Εκπαιδεύει τον αναγνώστη σε κάθε είδους «μαγικά» τεχνάσματα (αστρολογία, μαγικά σύμβολα, φίλτρα, επικλήσεις, ξόρκια, φυλαχτά, μαντεία κ.ά.). Τα παρουσιάζει δε με τέτοιο τρόπο ώστε να μοιάζουν με παιδικό παιχνίδι. Εξάπτει στο έπακρο τη φαντασία του παιδιού και το εθίζει σε ένα κόσμο ονειρικό και αρκούντως επικίνδυνο. Στο βιβλίο γίνονται αναφορές σε γραπτά κείμενα του Anton Szandor LaVey, του «πάπα» του Νεοσατανισμού και της «Σατανιστικής Βίβλου» με πολύ έντεχνο και καλυμμένο τρόπο. Από ένα και μόνο μικρό, χαρακτηριστικό κείμενο μπορεί να καταλάβει κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος τι κινδύνους κρύβει για τα παιδιά αυτό το βιβλίο: «Για να κάνεις τα μαγικά σου, πρέπει πρώτα να καλέσεις για βοήθεια το κατάλληλο ξωτικό, πνεύμα ή τζίνι. Τα μαγικά λόγια, όπως και η χρήση μανδύα με συγκεκριμένο χρώμα, θυμιάματος με συγκεκριμένο άρωμα ή ραβδιού με συγκεκριμένο ξύλο, είναι στην ουσία το μέσο για να έρθεις σε επικοινωνία με το ξωτικό και να του ζητήσεις να εκτελέσει την εντολή σου» . Αλλού διαβάζουμε: «Ο επιμελής μαθητής μπορεί να βρει διάφορους τρόπους να χρησιμοποιήσει τις μαγικές του δυνάμεις για να εκδικηθεί ανθρώπους που νιώθει ότι τον έχουν βλάψει ή παρεξηγήσει». Αφού αναφέρει αυτό, παρακάτω αποκαλύπτει ότι αυτά τα μάγια είναι απαγορευμένα γιατί ανήκουν στη μαύρη μαγεία. Ο «νοών νοείτω». Κατά την άποψή μας η έκδοση και κυκλοφορία τέτοιων βιβλίων αποτελεί εγκληματική ενέργεια εις βάρος των παιδιών και αποτελεί απότοκο της «Ποτερομανίας», που έχει καταλάβει όλο τον πλανήτη. Βλέπουμε ότι σιγά-σιγά το παιχνίδι γίνεται πιο σκληρό και τα μηνύματα, που εκπέμπονται δεν είναι πια καλυμμένα αλλά ωμά και χτυπούν ακριβώς το στόχο τους. Την παιδική ψυχή.

Τηλεόραση και τηλεοπτικές εκπομπές.

Η Ελλάδα θεωρείται η χώρα που οι κάτοικοί της δαπανούν τον περισσότερο χρόνο σε παρακολούθηση τηλεοπτικών εκπομπών, από κάθε άλλη χώρα της Ευρώπης. Σαν όργανο επικοινωνίας και πληροφόρησης θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Επομένως οτιδήποτε προβάλλεται μπορεί να επηρεάσει άμεσα μεγάλες μάζες πληθυσμού. Ο χώρος της «Νέας Εποχής» δεν θα μπορούσε να μη χρησιμοποιήσει αυτό το δημοφιλές μέσον. Θα επικεντρωθούμε κυρίως στις παιδικές εκπομπές. Όπως προείπαμε, η εποχή της αθωότητας έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Αρκεί να κάνουμε μία σύγκριση των παιδικών εκπομπών της 10ετίας του ’80 με την σημερινή πραγματικότητα: ’80 (1. «Μάγια η Μέλισσα», 2. «Ο Παραμυθάς» με τον Νίκο Πιλάβιο, 3. «Φρουτοπία», 4. «Στρουμφάκια», 5. «Νιλς Χόλγκερσον», 6. «Χάιντι», 7. «Κάντυ Κάντυ», 8. «Ρόζ Πάνθηρας», 9. Sport Billy, 10. «Μπόλεκ και Λόλεκ», 11. «Τομ και Τζέρυ», 12. Looney Tunes κ.λπ.). Σήμερα τα παιδιά μας παρακολουθούν: 1. τα Pokemon και τα Digimon (τα μικρά ζωάκια Πόκεμον στην αρχή φαίνονται αθώα και μετά εξελίσσονται σε τέρατα. Είναι προικισμένα με υπερφυσικές και παραφυσικές δυνάμεις με αποτέλεσμα ο «κόσμος των Πόκεμον» να είναι σε μεγάλο βαθμό, όχι απλώς φανταστικός, αλλά αποκρυφιστικός), 2. το «Γιου-Γκι-Ο» (παιχνίδι με κάρτες και τηλεοπτικές σειρές στις οποίες εικονίζονται τέρατα, δαίμονες και αποκρυφιστικά σύμβολα. Πρόσφατα, μητέρα κατήγγειλε ότι στο Νηπιαγωγείο θεώρησαν καλό να προβάλουν σε βίντεο τις πιο πάνω σειρές με αποτέλεσμα το παιδί της να σταματήσει να ζωγραφίζει αθώα σχέδια και να ζωγραφίζει πλέον τέρατα). 3. Τις «Μάγισσες» (εκπομπή για μεγάλους τηλεθεατές με απροκάλυπτη παρουσίαση μαγικών τεχνικών, επικλήσεων, φίλτρων, παρουσία δαιμονικών μορφών και κάθε είδους αποκρυφιστικής και σατανιστικής πρακτικής). Και όλα αυτά σε ώρες υψηλότατης τηλεθέασης. Δεν θα αναφερθούμε σε πλήθος άλλων παιδικών εκπομπών που προβάλλουν διάφορους τερατόμορφους και σατανικούς ήρωες δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε εξοικείωση με τον τρόμο και την ασχήμια. Ούτε και το γεγονός ότι τέτοιοι «ήρωες» φιγουράρουν ως «στόλισμα» και αξεσουάρ πάνω σε πασχαλινές λαμπάδες.

Internet -Διαδύκτιο.
Το σπουδαίο αυτό εργαλείο πληροφόρησης μπορεί, όπως είναι φυσικό, να οδηγήσει τα παιδιά σε πολύ επικίνδυνες ατραπούς. Το Διαδύκτιο είναι γεμάτο με ιστοσελίδες που παραπέμπουν σε χιλιάδες «Νέοεποχήτικες» ομάδες, κινήσεις και σέκτες. Οι πλέον επικίνδυνες είναι αυτές που προπαγανδίζουν το σατανισμό και τη μαγεία. Έτσι, μπορεί κανείς να βρει σε ιστοσελίδα σατανιστικής ομάδας, υπό τον τίτλο «Νέα της Κόλασης», ποιοι είναι οι «Δέκα λόγοι για τους οποίους είναι πολύ θαυμάσιο να είσαι σατανιστής». Και βέβαια υπάρχει εκτενής ανάλυση για το πώς θα το πετύχεις. Σε άλλη σελίδα διαβάζουμε: «Συμμετέχετε για να προάγουμε τις μεθόδους και να γεννήσουμε ένα σατανικό έθνος με το να προχωρήσετε στις επίλεκτες δυνάμεις των πιστών οπαδών του σατανά… Έχει φτάσει η ώρα να συντρίψουμε τη Χριστιανική υποκρισία και να φέρουμε στο προσκήνιο την κυριαρχία του σατανά στη γη, να φέρουμε τους χριστιανούς γονατιστούς μπροστά μας, δηλαδή να τους υποτάξουμε και να τους κυριεύσουμε…» Η προσφορά μέσω του Internet εμπλουτίζεται ακόμη με πολλές «αγγελίες» για αναζητήσεις φίλων σατανιστών ή με την προβολή των προτιμήσεών τους σε θυσίες, ακρωτηριασμούς, κανιβαλισμό… μπάνιο σε αίμα κατσίκας και πώς να το πίνει κανείς σε ανθρώπινο κρανίο» . Εδώ έχουμε μία από τις πιο σκληρές πλευρές του Διαδυκτίου με απρόβλεπτες συνέπειες στον ευαίσθητο ψυχισμό του παιδιού και των εφήβων.

Μουσική
(Heavy metal, Black metal, Death metal).

Και μόνο οι λέξεις χαρακτηρίζουν το περιεχόμενο αυτής της κατ” ευφημισμόν αποκαλούμενης μουσικής. Δυστυχώς, αρκετοί νέοι μέσα στην εφηβική τους αναζήτηση και αμφισβήτηση θεωρούν ότι η ενασχόληση με αυτό το είδος «μουσικής» αποτελεί ένα είδος επανάστασης και απελευθέρωσης από το κατεστημένο. Η ιδιαίτερη εμφάνιση που προκαλεί το ντύσιμο, τα μαλλιά, και οι ψυχεδελικές απόκοσμες φιγούρες που εικονίζονται πάνω στα μαύρα ρούχα δίνουν την εντύπωση ότι ο νεαρός οπαδός αυτής της νοοτροπίας βρίσκεται σε άλλο κόσμο ενίοτε όχι φυσιολογικό. Δεν είναι λίγες οι φορές που αυτού του είδους η ενασχόληση μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο σατανισμό, αφού η όλη ατμόσφαιρα, η εμφάνιση των συγκροτημάτων, το περιεχόμενο των τραγουδιών αλλά και η ομολογία των «μουσικών», παραπέμπουν σε αυτόν.

Διάσπαρτα παντού είναι και τα σατανιστικά σύμβολα: 1. Evil-sing (ο γνωστός χαιρετισμός διπλώνοντας τα μεσαία δάχτυλα με τον αντίχειρα και εκτείνοντας τα δυο ακριανά. Ο χαιρετισμός αυτός συναντάται σε όλα τα είδη της metal μουσικής και βέβαια ως σήμα κατατεθέν στο χώρο της thrash, death, black, gothic σκηνής. Προέρχεται από το χώρο του παγανισμού των Κελτών και αποτελεί ένα είδος ομολογίας προς το σατανά. 2. Ανεστραμμένη πεντάλφα, 3. ανάποδος Σταυρός, 4. Corpse-paint (Ειδικό μακιγιάζ για τις συναυλίες με άσπρο χρώμα που δίνει στα μέλη του συγκροτήματος την εμφάνιση πτώματος!). Απ” όλα αυτά προκύπτει αβίαστα ένα ερώτημα: Ποια παιδαγωγική, ψυχική, και πολιτιστική ωφέλεια, μπορεί να έχει ένας νέος που ασχολείται, ενίοτε με πάθος με αυτού του είδους τη «μουσική». Αν η πραγματική μουσική, σε όλα τα είδη και τις εκφάνσεις της, κατατείνει στην ψυχική ανάταση και την πρόκληση ευφορίας και πλούσιων συναισθημάτων, η κατ” ευφημισμόν metal μουσική οδηγεί τον άνθρωπο στην αποκτήνωση και στην απόλυτη διαστροφή.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΕΥΧΟΣ 47 ΑΠΡΙΛΙΟΣ ΙΟΥΝΙΟΣ 2007

http://www.impantokratoros.gr/goneis-paidia-nea-epoxh.el.aspx

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ, ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το κακό ως απαίτηση του ανθρώπου για αυτονομημένη ελευθερία και δικαιοσύνη

Συγγραφέας: kantonopou στις 26th Αυγούστου 2011

Στην Παραβολή του Ασώτου Υιού φαίνεται ξεκάθαρα η διατάραξη των σχέσεων του Ασώτου με τον πλήρη αγαθότητας και αγάπης Πατέρα.

Το κακό εδώ παίρνει μορφή εσωτερικής σύγκρουσης του Ασώτου με τον ίδιο τον εαυτό του, την οποία όμως αντιμετωπίζει με λανθασμένο και τελείως ανεπιτυχή τρόπο. Η αδυναμία του να ζήσει τη ζωηφόρο σχέση του με τον Πατέρα και η επιλογή του τρόπου της απαλλαγής από τον νομιζόμενο εγκλωβισμό του στην «αναγκαστική» αποδοχή της αγάπης, προδίδει την έκταση του κακού και την καταδυνάστευση όλων των δυνάμεων της ψυχής του από «το όραμα της ελευθερίας». Η ελευθερία όμως βρισκόταν στον «οίκο του Πατρός» και όχι στην ξένη και αφιλόξενη χώρα, στην οποία εκείνος πορεύθηκε. «Όλοι μας ταλαιπωρούμαστε στη γη», γράφει ο όσιος Σιλουανός. ο Αθωνίτης, «και ζητούμε ελευθερία, αλλά λίγοι γνωρίζουν σε τι έγκειται η ελευθερία και που βρίσκεται. Κι εγώ, επίσης, θέλω ελευθερία και την αναζητώ ημέρα και νύκτα. Έμαθα ότι βρίσκεται κοντά στον Θεό και δίνεται από τον Θεό σε όσους έχουν ταπεινή καρδιά, σε όσους μετανόησαν και έκοψαν το θέλημά τους ενώπιον του Θεού. Σε όποιον μετανοεί, ο Κύριος δίνει την ειρήνη Του και την ελευθερία να Τον αγαπά. Και δεν υπάρχει τίποτα πολυτιμότερο στον κόσμο από την αγάπη του Θεού και του πλησίον. Σε αυτό βρίσκει η ψυχή ανάπαυση και χαρά».

Και αλλού πάλι γράφει: «Κύριε, οι άνθρωποι έχουν λησμονήσει Εσένα, τον Δημιουργό τους, και ζητούν την ελευθερία τους, χωρίς να εννοούν ότι Εσύ είσαι ελεήμων, αγαπάς όσους μετανοούν, και τους δίνεις τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος».

Ο πατήρ Σωφρόνιος, σχολιάζοντας τα σχετικά κείμενα του αγίου Σιλουανού, γράφει:«Η ουσία της απόλυτης ελευθερίας έγκειται στο εξής: Να ορίζει η ιδία σε όλα τον τρόπο της υπάρξεώς της, έξω από κάθε εξάρτηση ή αναγκαιότητα, έξω από κάθε περιορισμό. Αυτή είναι η ελευθερία του Θεού· ο άνθρωπος δεν έχει τέτοια ελευθερία, γιατί δεν έχει την εξουσία της δημιουργίας «εκ του μηδενός». Ο έσχατος πειρασμός για την κτιστή ελευθερία του ανθρώπου… έγκειται στο να δημιουργήσει η ίδια τη μορφή της υπάρξεως της, να την καθορίσει η ίδια σε όλες της τις λεπτομέρειες. η ίδια να γίνει «θεός» και να μη δεχθεί μόνο ό,τι της δίνεται, γιατί έτσι της δημιουργεί το αίσθημα της εξαρτήσεως».

Ο Άσωτος υιός της Παραβολής, επέλεξε απερίσκεπτα την «κατ’ επίφασιν» ελευθερία του, άφησε ουσιαστικά την καρδιά του έρμαιο της ψυχρότητας και της μοναξιάς που την κατέκλυσε, ως φυσική συνέπεια της στέρησης της αγαπητικής σχέσης του με τον Πατέρα.

Είχε απαιτήσει πριν «δικαιοσύνη» εκ μέρους του Θεού, αλλά με τελείως απαράδεκτο τρόπο. «Δος μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας», είπε με θρασύτητα προς τον Πατέρα. Της περιουσίας, στην απόκτηση της οποίας –απ’ όσα μας αφήνει να εννοήσουμε η διήγηση- δεν είχε ποτέ προσφέρει τίποτα. Ούτε τον ελάχιστο κόπο είχε ποτέ ο ίδιος καταβάλει, για να συμβάλει προσωπικά στη συντήρηση αυτού του μεριδίου της περιουσίας που τώρα απαιτούσε. Η υιική συμμετοχή και η συνεισφορά του περιοριζόταν ίσως μόνο στην «αφαίμαξη» των καρπών της αγάπης του Πατέρα. Δεχόταν την αγάπη του Πατέρα, αλλά αυτή την τροφή δεν την αφομοίωνε, ώστε να αναπτυχθεί ο ίδιος ως πρόσωπο. Του αρκούσε μόνο να συντηρείται. Και αυτό το θεωρούσε «δικαιοσύνη».

Παρόλα αυτά, ο Πατέρας δεν ένιωσε προσβεβλημένος από τη συμπεριφορά του παιδιού Του, αλλά «απέδωσε δικαιοσύνην». Έδωσε στον γιό του αυτό που εκείνος θεωρούσε ότι του άνηκε ως μερίδιο από την πατρική περιουσία.

Και εδώ, όπως και στην περίπτωση του Πρεσβύτερου υιού, υπήρχε ασφαλώς κάποια σχέση μεταξύ Πατέρα και υιού· αλλά αυτή, καθώς φαίνεται, ήταν ωφελιμιστικού χαρακτήρα και περιεχομένου. Ο Νεότερος υιός γνώριζε τον Πατέρα μόνο ως πηγή πορισμού και ως ευκαιρία, για να καταπαύσει τις κραυγές της ένδοθεν πενίας του· για να γεμίζει, δηλαδή το κενό της ψυχής του, η οποία υπέφερε από την έλλειψη αγάπης και από την απουσία ζωής.

Αλλά «ο φυγάς της αγάπης» δεν άντεξε για πολύ τη σκοτεινή απομόνωση της μακρινής ξενιτιάς και γύρισε μετανοιωμένος στην αληθινά ελεύθερη γη, στην αγκαλιά του Πατέρα. Γιατί το κενό της ψυχής του ανθρώπου δεν γεμίζει με «τα ξυλοκέρατα» της ύλης· αλλά μονάχα με τον Άρτο από την «Ψυχοτρόφο Τράπεζα» του Σταυρωμένου και Αναστημένου Κυριακού Σώματος, της Πηγής της αναλλοίωτης και Ζωηφόρου Θείας Αγάπης.

Στην ίδια κατηγορία ανθρώπων, οι οποίοι βιώνουν το κακό με τη μορφή «της υιικής ασωτείας» βρίσκεται και ο Πρεσβύτερος υιός της Παραβολής, ο αδελφός του Ασώτου. Αυτός, ενώ ζούσε κοντά στον Πατέρα, «στον οίκο του Πατρός», είχε αποκοπεί, ουσιαστικά, από τη σχέση της εμπιστοσύνης σ’ Εκείνον και στην αγάπη Του. Έχοντας λοιπόν τη σκληρότητα τη νομική, δεν χάρηκε την επιστροφή του αδελφού του, δεν μοιράσθηκε τη χαρά του Πατέρα. Έτσι δεν έλαβε μέρος στο τραπέζι της χαράς, δεν είχε μερίδα από τον «μόσχον τον σιτευτόν».

«Είσαι άδικος», λέει στον Πατέρα. «Ουδέποτε έλαβα έριφον. ». Θα ήταν όμως πιο ακριβές να πει: «Ποτέ δεν κατάλαβα τι θα πει αγάπη. Τίποτε δεν έχω λάβει. Δεν έχω χαρά».

Ο Πρεσβύτερος υιός απαιτεί και περιμένει «ερίφιο», τη στιγμή που ζει μέσα στον ωκεανό της αφειδώλευτης αγάπης του Πατέρα. Ο Πατέρας τα δίνει όλα, ως δίκαιη κληρονομιά στον Πρεσβύτερο υιό του, και εκείνος δεν ικανοποιείται από την πληρότητα της προσφοράς· απαιτεί «άλλη δικαιοσύνη». Ζητά το μερικό, εκείνο που του αντιστοιχεί, με βάση όχι πλέον την υιότητα, αλλά την ιδιότητα του καλού εργάτη. Απαιτεί «το ερίφιο» των κόπων του, το μεροκάματο, το ψωμί της ημέρας.

Έτσι, ζώντας στον «οίκο του Πατρός», παραμένει εγκλωβισμένος σε αφόρητη πενία και μοναξιά. Το κέλυφος του «εγώ του» είναι υπέρμετρα σκληρό, ώστε δεν αφήνει κανένα περιθώριο για να τον διαπεράσει η θαλπωρή της πατρικής αγάπης και της στοργής.

Πολλές φορές συμβαίνει, λέει κάποιος σύγχρονος Πατέρας, ώστε οι «εκτός Εκκλησίας» άνθρωποι, όταν ακούσουν για την αγάπη του Θεού, καταλαβαίνουν ενώ συχνά, άνθρωποι «πιστοί» δεν καταλαβαίνουν. Κι αυτό, γιατί «το εγώ» δεν έχει συντριβεί, δεν έχει βρει τη διέξοδό του προς την αγάπη. Μπορεί να είναι γεμάτοι από αρετές, αλλά και τις αρετές αυτές τις χρησιμοποιούν για να θωρακίσουν «το εγώ» τους. Δεν τις χρησιμοποιούν ως εξόδους από τη φυλακή τους και δεν τις χειρίζονται ως διόδους προς το μυστήριο της αγάπης του Θεού. Ο Θεός όμως διά του ενανθρωπήσαντος Θεού-Λόγου, του Ιησού Χριστού, έδωσε τα πάντα στο πλάσμα Του. Κάλεσε τον άνθρωπο από τη φθορά και την αφάνεια σε κοινωνία προσώπων, σε μετοχή ζωής και αθανασίας.

Ο άνθρωπος ζήτησε το μερικό, «το ερίφιο», και ο Θεός του έδωσε το παν, τη Ζωή Του, το Σώμα και το Αίμα Του. Ο άνθρωπος επέλεξε την απομόνωση, την απόσταση από τον Θεό και τον αδελφό του, και ο Θεός τον κάλεσε να λάβει μέρος «στο Μεγάλο Τραπέζι Του». Του χάρισε την αιώνια ευλογία της Εκκλησίας Του. Του έδωσε πίσω, αγιασμένους και θεωμένους, τους πριν «ασώτους», τους απόμακρους και πλανεμένους αδελφούς του. Συχνά όμως ο άνθρωπος θεωρεί άδικο τον Θεό. Κι αυτό. γιατί του λείπει ο πλατυσμός της αγάπης· του φαίνεται καλύτερος ο μερισμός και ο κατακερματισμός της ύπαρξής του.

Ζητά επίμονα το περιορισμένο, το μερικό, τους λίγους φίλους του και το δικό του «ερίφιο».

Έχοντας ασφαλώς υπόψη του, αυτή την αδυναμία του μεταπτωτικού ανθρώπου, ο Απόστολος, απευθύνεται προς τα πνευματικά του παιδιά, τους Κορινθίους, λέγοντας:«Η καρδιά μου έγινε πλατειά για να σας χωρέσει όλους, με την αγάπη της. Δεν στενοχωρείσθε μέσα στην ευρυχωρία της αγάπης που έχει για σας όλους η καρδιά μου. Στενοχωρείσθε όμως στα σπλάγχνα σας που είναι στενά, γιατί σας λείπει η αγάπη. Σας παρακαλώ λοιπόν, δείξτε και σεις την ίδια αγαθή διάθεση, για να ανταμείψετε την αγάπη μου. Σας μιλάω σαν πατέρας προς τα παιδιά του. Πλατύνατε και σεις την καρδιά σας με την αγάπη ».

πηγή: «Η πτώχευση της ενδοχώρας», εκδ, Ετοιμασία, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου -Καρέα, σ. 155-161

http://www.pemptousia.com/2011/07/%CF%84%CE%BF-/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι εκδηλώσεις του κακού ἤ Σκέψεις με αφορμή την διήγηση του δαιμονισμένου των Γεργεσηνών

Συγγραφέας: kantonopou στις 26th Αυγούστου 2011

[Γεργεσηνων.jpg]

πατρός Ἀγαθαγγέλου Κ. Χαραμαντίδη

Στά ἑλληνικά οἱ λέξεις «σύμβολον» καί «διάβολος» προέρχονται ἀπό τήν ἴδια ρίζα, καί γι” αὐτό ἐκφράζουν πολύ ἐντονότερα πραγματικότητες ἀντίθετες. Ὁ διάβολος (δια-βάλλω) εἶναι ἐκεῖνος πού διαιρεῖ, πού χωρίζει, κόβει κάθε ἐπικοινωνία καί κατεβάζει τό ὄν στή ἐσχάτη μοναξιά. Ἀντίθετα, τό σύμβολον (συν-βάλλω) συνδέει, κατασκευάζει μιά γέφυρα, ἀποκαθιστᾶ τήν ἐπικοινωνία.

Ἡ διήγησις τοῦ δαιμονισμένου τῶν Γεργεσηνῶν φανερώνει μέ ἀνάγλυφο τρόπο τήν φύση τοῦ Κακοῦ. Ὁ Χριστός κάνει στό δαιμόνιο μιά τρομερή ἐρώτηση: «Τί ὄνομά σοι;» Γιά τήν ἰουδαϊκή νοοτροπία, τό ὄνομα ἑνός πράγματος ἤ ἑνός ὄντος ἐκφράζει τήν οὐσία του, καί τό ἀρχαῖο ἀπόφθεγμα «nomen est omen» βλέπει μέσα στό ὄνομα τήν ἔκφρασι τοῦ προσώπου καί τῆς τύχης του. Ἡ ἐρώτηση τοῦ Ἰησοῦ ἐσήμαινε λοιπόν: «Ποιός εἶσαι, ποιά εἶναι ἡ φύσις σου, τό κρυμμένο εἶναι σου;» Καί τό διαμόνιο ἀπαντᾶ «Λεγεών ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμέν».

Αὐτό τό ἀπότομο πέρασμα ἀπό τόν ἑνικό στόν πληθυντικό, ἀπό τό «μοί» στό «ἐσμέν» ἀποκαλύπτει τήν δράση τοῦ Κακοῦ μέσα στήν εὔθραυστη καί μή συνειδητή ἀκόμη ἑνότητά του, θραύεται, σπάζει σέ κομμάτια μεμονωμένα, καί αὐτό εἶναι ἡ κόλαση. Ὁ ἑλληνικός Ἅδης, ὅπως καί ὁ ἑβραϊκός Σεόλ σημαίνουν καί οἱ δύο αὐτόν τό σκοτεινό τόπο, ὅπου, ἡ μοναξιά καταντᾶ τόν ἄνθρωπο στήν ἀκραία πτωχεία τοῦ δαιμονικοῦ ἀπομονωτισμοῦ . Θά μπορούσαμε νά παραστήσωμε τόν Ἅδη σάν ἕνα κλουβί κατασκευασμένο ἀπό καθρέπτες· μέσα ἐκεῖ δέν μπορεῖ κανείς νά ἰδεῖ παρά τό δικό του πρόσωπο, πού πολλαπλασιάζεται ἐπ” ἄπειρον καί κανένα ἄλλο βλέμμα δέν ἔρχεται νά τό κοιτάξει.

Τά “Αποφθέγματα τοῦ ἁγίου Μακαρίου δίδουν μιά συναρπαστική περιγραφή αὐτῆς τῆς μοναξιᾶς. Οἱ δέσμιοι εἶναι δεμένοι πλάτη μέ πλάτη καί μόνο μιά μεγάλη προσευχή τῶν ζωντανῶν τούς χαρίζει μιά στιγμή ἀναπαύσεως: «Ὅσο χρόνο διαρκεῖ ἕνα ἀνοιγόκλειμα τῶν ματιῶν βλέπομε τίς μορφές μας ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου…….».

Ἀντιθέτως, ἀπέναντι σ” αὐτή τή δράση τοῦ Κακοῦ, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παρουσιάζει τή δράση τοῦ Χριστοῦ: «ὅτι εἷς ἄρτος (ὁ Χριστός), ἕν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμέν» καί μέσα στήν εὐχαριστιακή κοινωνία γίνεται τό ἕν ἀπό ὅλους πού ἀνεκεφαλαιώθηκαν ἐν Χριστῷ κατά τήν εἰκόνα τῆς τριαδικῆς κοινωνίας· ὁ Θεός, ἕνας καί ταυτόχρονα τριάς, ἡ ἑνότης μέσα στό πολλαπλοῦν.

Ἐντελῶς φυσικά, λοιπόν, ἡ Εὐχαριστία τοποθετεῖται στήν καρδία ἀκριβῶς τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποκαλύπτεται γεννήτρια τῆς ἑνότητος πού διεκηρύχθη προσεφέρθη καί ἐβιώθη. Εἶναι ἕνα χρυσοφόρος ὄγκος χωρίς τήν παραμικρή ρωγμή, πού ἀποτελεῖ τό εἶναι (esse) τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀρχαιότερη ἐπίκληση «Μαράνα-θά» (Ἔρχου Κύριε) ἔκλεινε μιά λειτουργική προσευχή καί ἀναφερόταν στή Παρουσία,τήν εὐχαριστιακή ἔλευση τοῦ ἀναστάντος Κυρίου. Ὁ Θεός ἔρχεται νά προσφερθεῖ ὡς τροφή καί καταναλίσκομε τήν οὐσία του, τήν ἀγάπη, τήν «ἄφθαρτον ἀγάπην». Ἡ εὐχαριστιακή κοινωνία ἐνεργεῖ μιάν οὐσιαστική μετοχή στόν ὅλο Χριστό·

Ἡ ἕνωση, αὐτό τό «ἕν μετά Χριστοῦ», πού ζοῦμε μέσα στήν Εὐχαριστία, καθορίζει τόν εὐχαριστιακό χαρακτήρα τῆς πνευμα-τικῆς ζωῆς. Ἡ ἀδιάκοπη κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τό σῶμα του- τούς ἀνθρωπους -γίνεται μιά αὔξησις ἐν ὁλοκλήρου θετική: «οὐδενί γάρ μέσῳ διεγείρεται ἡ κεφαλή καί τό σῶμα». Κάθε τί πού μετέχει τοῦ Θεοῦ, εἰς τόν ὁποῖον ὑπάρχει τό ναί, ὁμολογεῖ ἕνα ναί ὁλόκληρο στή ζωή, στό εἶναι· ὁμολογεῖ ἕνα ναί ὁλόκληρο στή ζωή, στό εἶναι· ἀντιθέτως δέν ὑπάρχει παρά τό ὄχι στόν Σατανᾶ, καί αὐτή ἡ ἀπόρριψη, καθορίζει τόν τόπο ἀπ” ὅπου ὁ Θεός εἶναι ἀποκλεισμένος· ἄρνηση, μηδέν, κόλαση.

Ἀπό τίς πολλές ἐκδηλώσεις τοῦ Κακοῦ, μποροῦμε νά ξεχωρίσωμε τρεῖς ὄψεις χαρακτηριστικές: τόν παρασιτισμό, τήν ἀπάτη καί τήν παρῳδία. Ὁ Πονηρός ζεῖ ὡς παράσιτο πάνω στό ὄν πού δημιούργησε ὁ Θεός σχηματίζοντας ἕνα τερατῶδες σάρκωμα, ἕνα δαιμονικό οἴδημα. Ἀπατεώνας καθώς εἶναι, ἐποφθαλμιᾶ τίς θεῖες ἰδιότητες, ὑποκαθιστᾶ στήν ὁμοιότητα τήν ἰσότητα: » καί ἔσεσθε ὡς Θεοί», ἴσοι μέ τόν Θεό. Τέλος, φθονερός παραχαράκτης , παρωδεῖ τόν Δημιουργό καί οἰκοδομεῖ τό δικό του Βασίλειο χωρίς Θεό, πού εἶναι μιά ἀντίστροφη μίμηση.

Οἱ φιλόσοφοι δέν πέτυχαν ποτέ νά διαλευκάνουν τό πρόβλημα τοῦ Κακοῦ, μᾶλλον τό ἔκαναν πιό περίπλοκο. Ἀντιστρόφως τό κακό δέν εἶναι ποτέ πρόβλημα γιά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τό ζήτημα δέν εἶνα νά κάνῃ κανείς θεωρίες περί Κακοῦ, ἀλλά νά πολεμᾷ τόν Διάβολο. Ἡ προσευχή ἑνός ἁγίου θά ἦταν: Προφύλαξέ μας ἀπό κάθε μάταιη θεωρία περί τοῦ Κακοῦ καί γλύτωσέ μας ἀπό τόν Διάβολο. Παρόμοια ἡ Βίβλος δέν ὁμιλεῖ γιά ἠθικές ἀρχές, πού ἀφοροῦν στό καλό καί τό κακό, ἀλλ” ἀποκαλύπτει τόν Θεό καί ἀναφέρει τόν ἀντίπαλο· καταγγέλλει ἐπίσης τόν «ἄνθρωπο τῆς ἀνομίας» τῶν ἐσχάτων χρόνων, τόν υἱόν τῆς ἀπωλείας……τόν ἀποδεικνύντα ἑαυτόν ὅτι ἔστι Θεός».

Ὁ διάβολος, λέγει ὁ Χριστός, «ἀπ” ἀρχῆς» εἶναι φονεύς μέσα στήν ἴδια τήν καρδιά τοῦ ὄντος. Πνεῦμα ἀρνήσεως, εἶναι προπαντός φονεύς τῆς δικης του ἀληθείας, τοῦ νά εἶναι δηλ. Ἑωσφόρος, δοχεῖον τοῦ θείου φωτός. Ἔτσι ὁλοκληρώνει τήν μεταφυσική του αὐτοκτονία καί γίνεται καθολική ἄρνηση τοῦ ὁμοιώματος τοῦ Θεοῦ· ἔτσι φθάνει ταυτοχρόνως στήν ἀνθρωποκτονία καί στή θεοκτονία.

«Ψεύστης καί πατήρ τοῦ ψεύδους», στήν οὐσία, ὁ Πονηρός ἀποδίδει στόν ἑαυτό του μιά φοβερή ἀποστολή, τήν ἀποστολή νά ἀλλοιώνει ἐκ προθέσεως τήν ἀλήθεια. Ἡ ἀρχική διαστροφή τῆς θελήσεώς του κατέστησε δυνατό τόν σφετερισμό τῶν ἐλευθέρων χώρων γιά νά κατασκευάσει μιά ὕπαρξη μέ ψεύτικα ὑλικά. Ὁ Ἡσαΐας δείχνει καθαρά αὐτή τή ἐπιχείρηση: «Ἐθήκαμεν ψεῦδος τήν ἐλπίδα ἡμῶν καί τῷ ψεύδει σκεπασθησόμεθα».

Τό νά ψευσθεῖ κανείς ἔναντι τοῦ οὐρανοῦ, σημαίνει νά ἀντιταχθεῖ στήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, νά ἐπιβάλει στόν κόσμο τήν δική του ἐκδοχή. Ὁ Διάβολος γίνεται Ἀντίγραφον τοῦ Θεοῦ γιά νά τόν ἐξώσει ἀπό τήν δημιουργία του, γιά νά κάνει τήν δημιουργία νά μήν αἰσθάνεται τήν θεία παρουσία, καί νά πραγματοποιήσει ἔτσι μιά γιγαντιαία ὑποκατάσταση μέ ὑπερηφάνεια λέγει:» ἐγώ εἰμι καί οὐκ ἔστιν ἕτερος»- «θεός εἰμι ἐγώ».

Ὁ Θεός μέ τό δικό του ναί, τό «γεννηθήτω, δημιουργεῖ τίς ὁμοιότητες καί γεμίζει» τά πάντα ἐν πᾶσι». Ὁ Πονηρός μέ τό ὄχι του, τό «ἀντιγεννηθήτω», ἀδειάζει, κενώνει τά πάντα καί ἀποτελεῖ τόν «τόπον τῆς ἀνομοιότητος».

Ἡ Ἁγία Γραφή δέν κάνει φιλοσοφία. Ἡ Βίβλος δέν βλέπει στό Κακό μιάν ἁπλῆ ἔλλειψη Καλοῦ καί τελειότητος, μιά μή πληρότητα, ἀλλά μιά ἐλευθερία πού ἀπέτυχε καί ἔγινε κακή θέληση. Προσθέτοντας τό μή ὑπάρχον στό ὑπάρχον τό διαστρέφει σέ ὄν κακοποιό. Ἐν τούτοις, αὐτή ἡ διαστροφή τό Κακό, δέν ὑλοποιεῖται καί δέν προσωποποιεῖται σέ Πονηρό, παρά μόνο μέ τήν ὕπαρξη ὁρισμένων προϋποθέσεων, παρά μόνον ἄν τοῦ προμηθεύσει κανείς «κλίνη καί φαγητό» ὀντολογικά, δηλαδή τήν δυνατότητα νά ἐπικαλεσθεῖ -χάρις στήν ἐλευθερία τους- τούς συνενόχους συνειδητούς ἤ μή, οἱ ὁποῖοι προσφέρονται νά ὑπηρετοῦν τό ψέμα. Μέσα σ’αὐτό τό πραγματικό λειτούργημα τῶν «κατεχομένων» ἀπό τό Κακό, τά ὄντα μικραίνουν γιά να διογκώνεται καί νά μεγαλώνει ὁ Ψεύστης. Ἡ τραγικότητά του ἔγκειται στό ὅτι ἡ τροφή τῶν θεῶν -»ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος»- λείπει ἀπό τόν Διάβολο, γιατί αὐτή ἡ οὐράνια ζύμη εἶναι ἡ πλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ Πατρός. Αὐτό τό θέλημα εἶναι ἡ ὑπόστασις ὅλων τῶν πραγμάτων, διδάσκει ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος. Ἔτσι, μέσα στόν κόσμο τοῦ Θεοῦ ὁ Πονηρός -φάντασμα, πειναλέος γιά τό πραγματικό, εἶναι προωρισμένος νά μήν εἶναι παρά ἕνα «ὀντολογικό παράσιτο»… Τά τρομερά του φαγοπότια καμωμένα ἀπ” αὐτήν τήν ἐπιβολή πάνω στόν ἄνθρωπο, ἀρχίζουν νά ἑτοιμάζουν ἀπό ἐδῶ κάτω τήν κόλαση τῶν ἀνθρώπων, διευρύνουν τό κενό ἀπ” ὅπου ὁ Θεός εἶναι ἀπών.

http://www.apostoliki-diakonia.gr

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Παιδιατρική στο Βυζάντιο

Συγγραφέας: kantonopou στις 17th Αυγούστου 2011

Ε. Πουλάκου-Ρεμπελάκου

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Από όλες τις ειδικότητες, η Παιδιατρική είναι εκείνη που συμβαδίζει απόλυτα με το πολιτιστικό επίπεδο μιας χώρας και αποτελεί δείκτη πολλών κοινωνικών παραμέτρων, όπως του τρόπου ανατροφής των παιδιών, της μέριμνας για τη βιολογική τους ανάπτυξη, της προστασίας της σωματικής τους ακεραιότητας και της ψυχικής τους ισορροπίας. Η διερεύνηση της φροντίδας της υγείας του ανήλικου πληθυσμού στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας περιλαμβάνει την ανασκόπηση της Ιατρικής Γραμματείας, τη μελέτη των αγιολογικών και άλλων λογοτεχνικών κειμένων και την εξέταση της σχετικής Νομοθεσίας και του έργου των ιστορικών και των χρονογράφων.

Η Παιδιατρική δεν υφίστατο ως αυτοτελής κλάδος πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα και επομένως, σε μια μεσαιωνική κοινωνία, η περίθαλψη των παιδιών δεν διέφερε από εκείνη των ενηλίκων. Η έλλειψή της καθίσταται εμφανέστερη από την ύπαρξη άλλων ειδικοτήτων και των αντίστοιχων τμημάτων στα γνωστά νοσηλευτικά ιδρύματα, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, ενώ δεν εντοπίζεται μαρτυρία για τη λειτουργία παιδιατρικών τμημάτων. Στα συγγράμματα των Βυζαντινών ιατρών που διασώζουν την ιατρική γνώση της αρχαιότητας λίγα κεφάλαια είναι αφιερωμένα σε παιδιατρικά θέματα, εκτός από όσα αναφέρονται στην περιγεννητική φροντίδα του νεογνού, το μητρικό θηλασμό, την υγιεινοδιαιτητική αγωγή βρεφών-νηπίων και την ψυχοδιανοητική εξέλιξη μέχρι την εφηβεία. Το τμήμα που αναφέρεται σε νοσήματα με ιδιαίτερη επίπτωση σε παιδιά δεν αποτελεί αυτόνομη ενότητα, αλλά ανιχνεύεται διασκορπισμένο στο σύνολο κάθε έργου.

2. Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΟΣΜΟ

Οι συνθήκες της εποχής είχαν διαμορφώσει αντιλήψεις για το ρόλο του παιδιού στην οικογένεια, που οπωσδήποτε δεν ήταν πρωταγωνιστικός. Η υψηλή περιγεννητική και βρεφική θνησιμότητα και τα απειλητικά για την επιβίωση λοιμώδη νοσήματα ερμηνεύουν την επισφαλή του θέση στον οικογενειακό περίγυρο. Η εμπειρία του θανάτου ενός ή περισσοτέρων παιδιών ήταν κοινή σε όλους σχεδόν τους γονείς, ακόμη και στους πλέον επιφανείς, όπως μαρτυρεί πλήθος επιτύμβιων επιγραμμάτων, επιτάφιων λόγων και παραμυθητικών επιστολών.1

Οι πολιτικές και πολεμικές περιπέτειες της Αυτοκρατορίας επιδαψιλευουν δεινά, όπως λιμούς, πολιορκίες και αιχμαλωσίες, σε όλους τους υπηκόους, ενώ, ομοίως, οι μάστιγες των επιδημιών δεν κάνουν διάκριση ηλικιών.

Οι πολυάριθμοι κίνδυνοι καθιστούν αμφίβολη την πιθανότητα ενηλικίωσης2 και συμμαχούν με τις δεισιδαιμονίες και την αγυρτεία, στερώντας από την παιδική ηλικία την κατάλληλη ιατρική φροντίδα.

3. ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

Τα αμιγώς ιατρικά κείμενα της Βυζαντινής εποχής διακρίνονται σε 3 κατηγορίες: α. Εγχειρίδια για πρακτική χρήση β. Μονογραφίες

γ. Ιατρικές εγκυκλοπαίδειες, όπου εντοπίζονται τα περισσότερα παιδιατρικά θέματα.

Κάθε Βυζαντινός αιώνας έχει να επιδείξει τους κορυφαίους ιατρούς του, αλλά και ευρυμαθείς λογους με ιατρικές σπουδές και συγγραφικό έργο ποικίλο. Στην Πρωτοβυζαντινή εποχή (4ος-7ος αιώνας) διέπρεψαν οι Ορειβάσιος, Νεμέσιος, Αέτιος Αμιδηνός, Αλέξανδρος Τραλλιανός, Θεόφιλος Πρωτοσπαθάριος, Παύλος Αιγινήτης. Στη Μεσοβυζαντινή εποχή (8ος-12ος αιώνας), οι Μελέτιος Ιατροσοφιστής, Πατριάρχης Φώτιος, Θεοφάνης Νόννος, Μιχαήλ Ψελλός, Συμεών Σηθ. Στην Υστεροβυζαντινή εποχή (13ος-15ος αιώνας), οι Νικόλαος Μυρεψός, Νικηφόρος Βλεμμίδης, Ιωάννης Ακτουάριος. Τα περισσότερα από τα διάσημα αυτά ονόματα έχουν ασχοληθεί με την υγεία των παιδιών.

4. ΠΕΡΙΓΕΝΝΗΤΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΟΥ ΝΕΟΓΝΟΥ

Ξεκινάει με την αποκοπή του ομφάλιου λώρου, τη διαπίστωση της αρτιμέλειας και του «σωστού» κλάματος («κλαυθμηρίσαι μετά τόνου του προσήκοντος»). Συνεχίζεται με τον έλεγχο πιθανής ατρησίας ωτικών και ρινικών πόρων, φάρυγγα, ουρήθρας και δακτυλίου και την εξέταση των αρθρώσεων. Ακολουθεί λουτρό με χλιαρό νερό και αρωματικά βότανα και το νεογνό τυλίγεται στα σπάργανα, όπου παραμένει μέχρι την 7η ημέρα με τις ευλογίες επιστήμης και Εκκλησίας. Σήμερα, η σπαργάνωση θεωρείται ανθυγιεινή και εντυπωσιάζει μια παρατήρηση -10 αιώνες πριν- του Μιχαήλ Ψελλού,3 που αναφέρεται σε μωρό φιλικής του οικογένειας «Όταν επρόκειτο να το σπαργανώσουν και ακινητοποιούνταν τα χέρια και αναπαυόταν το κεφάλι, εγώ ο ίδιος ταραζόμουν σαν να έδεναν εμένα και σχεδόν συνέπασχα μαζί με το βρέφος». Μια άλλη παρατήρηση του Αλεξάνδρου Αφροδισιέως4 αποκαλύπτει ότι ήταν γνωστές οι τραυμα¬τικές εμπειρίες του τοκετού για το νεογέννητο «Γιατί τα βρέφη κλαίνε αμέσως μόλις γεννηθούν; Διότι ξαφνιάζονται οι αισθήσεις και ο οργανισμός τους από τη ζέστη και την απαλότητα της μήτρας να βγαίνουν στο ψυχρό περιβάλλον, ίσως δε να τα ενοχλεί το ξαφνικό φως».

Οι δίδυμες και οι τρίδυμες κυήσεις είναι ασυνήθιστες, αλλά πραγματικά σπάνιες είναι οι τετράδυμες και οι πεντάδυμες, τόσο ώστε να αναφέρονται ως αξιομνημόνευτα γεγονότα από τους χρονογράφους. Η γέννηση σιαμαίων αποτελεί μοναδικό γεγονός στο Βυζάντιο, πολύ δε περισσότερο για την απόπειρα χειρουργικού αποχωρισμού τους. Το πλήθος των αναφορών σε ιστορικά κείμενα είναι ενδεικτικό της σημασίας τους και του ενδιαφέροντος που προκάλεσε.5,6 Συνέβη γύρω στα 944-948, στη διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ’ του Πορφυρογέννητου. Ήταν αγόρια ενωμένα κατά τα κοιλιακά τοιχώματα και προέρχονταν από την Αρμενία. Την πρώτη φορά που επισκέφθηκαν την Κωνσταντινούπολη αποτέλεσαν θέαμα προς επίδειξη και αναγκάστηκαν να φύγουν, διότι θεωρήθηκαν «πονηρός οιωνός» για την πόλη. Επανήλθαν όταν πέθανε ο ένας αδελφός και επιχειρήθηκε από τους διασημότερους επιστήμονες να αφαιρεθεί το νεκρό τμήμα. Η πρωτοφανής στα ιατρικά χρονικά επέμβαση φαίνεται ότι είχε σχετική επιτυχία, εφόσον ο δεύτερος σιαμαίος επέζησε για διάστημα τριών ημερών. Η εγχείρηση διαχωρισμού σιαμαίων αντικατοπτρίζει ένα υψηλό επίπεδο χειρουργικής, αφού ακόμα και σήμερα παραμένει επέμβαση υψηλού κινδύνου.

Αναφέρονται περιπτώσεις γέννησης τεράτων τύπου mostrum, που έχει μορφή ανθρώπου αναμεμιγμένη με χαρακτηριστικά ζώου -ουρά, κέρατα, λέπια- ή prodi-gium, χωρίς ανθρώπινα στοιχεία. Παιδί με ουρά ψαριού, έλλειψη οφθαλμών και άνω άκρων περιγράφεται από χρονογράφο και ένα άλλο περιστατικό συγγενούς ανοφθαλμίας αναφέρεται σε αγιολογικό κείμενο. Οι περιπτώσεις αυτές έχουν πρόβλημα κοινωνικής και νομικής αποδοχής και η αδυναμία επιβίωσης αποδίδεται στην πρόνοια της φύσης.

5. ΔΙΑΤΡΟΦΗ – ΜΗΤΡΙΚΟΣ ΘΗΛΑΣΜΟΣ

Αρκετές σελίδες του Αέτιου7 και του Ορειβάσιου8 αφιερώνονται στην πρώτη τροφή του νεογνού, που συμφωνούν να είναι το μέλι. Το πρώτο γάλα, το πύαρ, θεωρείται ακατάλληλο και ο ιδανικός χρόνος έναρξης θηλασμού τοποθετείται μεταξύ 3ης και 5ης ημέρας.

Στον κόσμο του Βυζαντίου, ο μητρικός θηλασμός συνδέεται με το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο της οικογένειας και δεν υπαγορεύεται απαραιτήτως από αμιγώς ιατρικούς λόγους. Άγραφος νόμος επέβαλε στις γυναίκες της αριστοκρατίας την πρόσληψη τροφού («τίτθης»), μίας ή περισσοτέρων. Η τακτική αυτή βρίσκει αντίθετη την Εκκλησία, εκτός αν υπαγορεύεται από λόγους υγείας. Οι γιατροί δεν απορρίπτουν το θεσμό της τίτθης, αλλά καθορίζουν σχολαστικά τους κανόνες θηλασμού και αυστηρά τα κριτήρια επιλογής τροφού, σε έκταση αρκετών σελίδων, ανάλογη της σοβαρότητας με την οποία αντιμετωπίζεται.

Απαιτείται άμεμπτη υγεία, διότι οποιοδήποτε νόσημα θα μεταδοθεί αμέσως στο βρέφος, είτε μέσω του γάλακτος, είτε λόγω του συγχρωτισμού. Η ηλικία της τίτθης θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 20 και 40 ετών ή, ακόμη καλύτερα, μεταξύ 25-35. Θεωρείται ότι το γάλα των μεγαλυτέρων γυναικών υστερεί και σε ποιότητα και σε ποσότητα, των νεοτέρων δεν είναι αρκετά εύπεπτο, ενώ ιδανική ηλικία κρίνεται εκείνη που πλησιάζει την αντίστοιχη της μητέρας. Όσο για την καταγωγή, μεταφέρεται μια παραδοσιακή προτίμηση για τις τροφούς που προέρχονταν από τη Θράκη ή την Αίγυπτο. Καθορίζονται επιπλέον και άλλα προσόντα που σχετίζονται με το χαρακτήρα και τη διαγωγή της τίτθης: καθαριότητα στην ενδυμασία, ηρεμία, χαρούμενη διάθεση, σύνεση, αυστηρότητα σε θέματα συναναστροφής ανδρών. Κρίνεται απαραίτητη η προϋπηρεσία και η προηγούμενη εμπειρία στην ανατροφή παιδιών. Μεγάλη σημασία αποδίδεται επίσης στη διατροφή της τίτθης και διακρίνονται οι τροφές σε συνιστώμενες, απαγορευμένες και προς αποφυγή.

Δεν παραλείπουν οι γιατροί να περιγράψουν την τεχνική του θηλασμού και να τονίσουν ότι ευνοεί τα νεογνά μικρού σωματικού βάρους κατά τη γέννηση («ισχνά τικτόμενα»). Ωστόσο, δεν ενθαρρύνουν την πρόωρη εισαγωγή άλλων τροφών στο βρεφικό διαιτολόγιο. Η διάρκεια του θηλασμού πρέπει να κυμαίνεται από 20-24 μήνες και ο απογαλακτισμός να είναι βαθμιαίος. Εάν όμως το βρέφος αρρωστήσει σύντομα μετά τον απογαλακτισμό, επιδιώκεται η επάνοδος στο θηλασμό μέχρι την πλήρη ανάρρωση, επειδή φαίνεται ότι ήταν γνωστή η συμβολή του στην ενίσχυση της βρεφικής ανοσίας κατά των λοιμώξεων.

Στο αγιολογικό κείμενο «Βίος και ανατροφή του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος» περιγράφεται η επιτυχημένη προσπάθεια τεχνητής σίτισης. Χάνοντας ο πατέρας του παιδιού τη σύζυγό του στη διάρκεια της λοχείας και μη βρίσκοντας τροφό, επινόησε ένα «αγγείον υελούν έχον εκτύπωμα τιτθίου» και κατασκεύασε ένα μίγμα υδρόμελου και αλεσμένων δημητριακών, με το οποίο εξέθρεψε το γιο του μέχρι την ηλικία που του επέτρεψε να ακολουθήσει το διαιτολόγιο των ενηλίκων.9

6. ΥΓΙΕΙΝΟΔΙΑΙΤΗΤΙΚΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΜΑΤΑ-

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΨΥΧΟΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ

Η καθαριότητα στα ρούχα και τα κλινοσκεπάσματα εξασφαλίζει ηρεμία και αδιατάρακτο ύπνο στα βρέφη. Αντίθετα, η έλλειψή της τους δημιουργεί κλάμα και ανησυχία. Ο ύπνος δεν πρέπει να επιδιώκεται με τη βοήθεια βοτάνων τη χρήση τους καταδικάζουν και η επιστήμη και η Εκκλησία. Ο Ορειβάσιος τονίζει επίσης τα πλεονεκτήματα της διαβίωσης στην εξοχή «πάντα κάνει τα παιδία ευθαλέστερα και εύσαρκα και το χρώμα ευανθέστερα».

Αρκετά θέματα παιδικής ψυχολογίας απασχολούν τους ιατρούς. Συνιστούν το νανούρισμα, αλλά περιορίζουν τις συνεχείς αγκαλιές. Επισημαίνεται το φαινόμενο να τρομάζουν οι τροφοί τα παιδιά με ομοιώματα μυθικών τεράτων (γοργόνια) και με θορύβους («πάσι γαρ κίνδυνος, το παιδίον καλούμενον ήκειν νόσημα»). Στα ιατρικά συγγράμματα εκφράζονται επίσης και παιδα¬γωγικές απόψεις, όπως η κατάλληλη ηλικία έναρξης του σχολείου, η εκλογή του δασκάλου. Έτσι, οι δάσκαλοι θα πρέπει να είναι πράοι και φιλάνθρωποι και να διδάσκουν χρησιμοποιώντας τον έπαινο σε άνετη και χαρούμενη ατμόσφαιρα «η δε άνεσις και χαρά της ψυχής εις ευτροφίαν σώματος μεyάλa συμβάλλεται». Επιπλέον, καταδικάζονται οι δάσκαλοι που επιπλήττουν τους μαθητές ή χρησιμοποιούν βία, γιατί δημιουργούν χαρακτήρες που απεχθάνονται τη μάθηση. Προτείνεται να έχουν οι μαθητές περισσότερο ελεύθερο χρόνο «ουκ αναγκαίον δε ουδέ διά όλης της ημέρας θλίβειν τους αρτιμαθείς». Οι έφηβοι, από τα 14 μέχρι τα 21 χρόνια τους, να παρακολουθούν φιλοσοφικά μαθήματα και μαθήματα Ιατρικής, ανάλογα των συγχρόνων σεμιναρίων πρώτων βοηθειών.

7. ΛΟΙΜΩΔΗ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

Από τα εκκλησιαστικά κείμενα διαφαίνεται η τάση των μητέρων να καταφεύγουν σε μάγους και αγύρτες σε κάθε αρρώστια των παιδιών τους. Ενδεικτικά αναφέρει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος10 «Εάν ο γιατρός μάς επισκεφθεί και αφήσει τα επιστημονικά φάρμακα και αρχίσει τις επωδές, θα τον θεωρήσουμε γιατρό;» και ο Μέγας Βασίλειος «Νοσεί το παιδίον; Και συ τον επαοιδόν περισκοπείς;» ψέγοντας με τον τρόπο τους μια ευρύτατα διαδεδομένη συνήθεια.11

Τα λοιμώδη νοσήματα δεν είναι όλα γνωστά και πολλά έχουν δυσδιάκριτα όρια μεταξύ τους. Αναφέρονται η μηνιγγίτιδα, η παρωτίτιδα, ο τέτανος, η λύσσα, η χολέρα, η πολιομυελίτιδα. Περιγράφεται από το Μιχαήλ Ψελλό12 η θανατηφόρος ευλογιά που έπληξε το μοναδικό του παιδί, την 8χρονη Στυλιανή. Παρουσίασε υψηλό πυρετό και πυκνό φλυκταινώδες εξάνθημα, που κάλυψε όλο το σώμα και ιδιαιτέρως το πρόσωπο. Οι φλύκταινες ήταν πλήρεις «ιχώρων», που αποξηράνθηκαν και απολεπίστηκαν 20 ημέρες αργότερα αφήνοντας βαθιές ουλές («καθ’όλης της σώματος επιφανείας βοτρηδόν διαχυθείσα και εις πομφόλυyaς εξογκωθείσa και τας αρμονίας του παντός διαλύσασα σώματος άμορφον μεν και ειδεχθές το πριν αποδείκνυσι κάλλος της σαρκός»). Το παιδί βρισκόταν στο στάδιο της ανάρρωσης, όταν επανεμφανίστηκε πυρετός, οφειλόμενος πιθανότατα σε επιλοίμωξη («πυρετός γαρ λάβρος τα των σαρκών υπολειπόμενα κατεβόσκετο»), με μειωμένες τις αμυντικές δυνάμεις του οργανισμού («ουδέ αντέχειν ηδύνατο προς την εκ του πυρετού φλόγα μάλιστα προδαπανηθείσα και προαναλωθείσα τοις τραύμασιν»). Κατέληξε μετά από λγα 24ωρα, ενώ η περιγραφή της πορείας της νόσου από τον ίδιο τον πατέρα της στον επικήδειο λόγο του συνδυάζει την επιστημονική ακρίβεια και το λυρισμό της συναισθηματικής του εμπλοκής.13

8. ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Περιγράφονται λαρυγγίτιδα και φαρυγγίτιδα, αμυγδαλίτιδα και ωτίτιδα και το παιδικό βρογχικό άσθμα, που χαρακτηρίζεται από «ορθόπνοια».

9. ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Περιγράφονται η ατρησία του ορθού, η ομφαλοκήλη, οι κωλικοί πρώτου τριμήνου και δίνονται διαιτητικές οδηγίες για διάρροιες και δυσκοιλιότητες. Διαδεδομένες είναι και οι παρασιτώσεις, διακρίνονται δε και 3 είδη ελμίνθων. Ένα διάσημο κείμενο της Βυζαντινής Ιατρικής Γραμματείας με παιδιατρικό θέμα αποτελεί η «Επιστολή περί ελμίνθων» του Αλεξάνδρου Τραλλιανού, αφιερωμένη στο μικρό γιο του φίλου του Θεόδωρου, στον οποίο απευθύνεται η επιστολή. Επειδή ο συγγραφέας αγνοούσε τα ακριβή συμπτώματα του παιδιού, παρέθεσε τα πάντα όσα εγνώριζε σχετικά με το θέμα των εντερικών παρασίτων, δημιουργώντας μια επιστημονική πραγματεία για τη μορφολογία και τα είδη, τη συμπτωματολογία και τα θεραπευτικά μέσα.14

10. ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΟΥΡΟΠΟΙΟΓΕΝΝΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Αναφέρεται η λιθίαση, που στα παιδιά εντοπίζεται στην ουροδόχο κύστη, καθώς και ορχίτιδα, κήλες, ερμαφροδιτισμός, φίμωση, υποσπαδίας. Ο Παύλος Αιγινήτης15 περιγράφει τις χειρουργικές τεχνικές και τη συντηρητική αντιμετώπιση όλων αυτών των νοσημάτων. Ο ευνουχισμός δεν είναι ασυνήθιστος, είτε για θεραπευτικούς είτε για λόγους σταδιοδρομίας. Στα καθήκοντα των μαιών περιλαμβάνεται και η διαπίστωση της ακεραιότητας του παρθενικού υμένα των κοριτσιών («εκμάρτυρον υπεδείχθη γυναικών το άθικτον της κόρης τη ψηλαφήσει βεβαιουσών»).

11. ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Η υδροκεφαλία αντιμετωπίζεται χειρουργικώς, ενώ ως «σπασμοί» χαρακτηρίζεται πλήθος νοσημάτων, όπως επιληψία, χορεία, εκφυλιστικά νοσήματα. Στην επιληψία διακρίνεται η γενικευμένη και η εστιακή μορφή.

12. Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Η πνευματική διάσταση της Βυζαντινής Ιατρικής συνδέεται με τη Χριστιανική θρησκεία. Αφομοιώνεται η Ιπποκρατική διδασκαλία και διαμορφώνεται η θεωρία της νόσου ως διαταραχής της ψυχοσωματικής ενότητας. Οι ιατροί-κληρικοί συνέχιζαν το έργο των αναργύρων μαρτύρων Κοσμά και Δαμιανού και δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας σπούδασαν Ιατρική.

Η ανάλυση των αγιολογικών κειμένων, όπως οι Βίοι των Αγίων,16 αποκαλύπτει θαυματουργική δράση σε δύσκολα ή σπάνια παιδιατρικά προβλήματα: υψηλή περιγεννητική και βρεφική θνησιμότητα (ο Όσιος Στυλιανός ο Παφλα-γών, που χαρίζει βρέφη σε όσες μητέρες χάσουν τα δικά τους), συγγενείς διαμαρτίες κατά τη γέννηση (ο Όσιος Παυσίκακος, που θεραπεύει όσα παιδιά γεννιούνται «κολοβά και παράσημα»), έλλειψη μητρικού γάλακτος (η Αγία Ωραιοζήλη και η Αγα Τρύφαινα χορηγούν γάλα στις λεχωίδες).17

Από την καταγραφή των θαυμάτων, ένας μεγάλος αριθμός αναφέρεται στην οντότητα «δαιμονισμένο» και «πεθαμένο» παιδί. Το πρώτο περιλαμβάνει όλες τις μορφές ψυχικών νοσημάτων και την επιληψία και το δεύτερο επιδέχεται διαφορετικές επιστημονικές ερμηνείες, όπως το κώμα ποικίλης αιτιολογίας και οι εγκεφαλίτιδες.

Ενδεικτικά αναφέρεται μια θαυματουργική ίαση λαρυγγίτιδας ή διφθερίτιδας, όπου ο ιαματικός Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος18 ακολουθεί επιστημονική μεθοδολογία. «Το παιδίον Ανδρόνικος ησθένησε βαρέως από πάθος του λαιμού, επρήσθη ο λάρυγγας και εμπόδιζε την αναπνοή». Η μητέρα τοποθετεί την εικόνα του Αγίου στο προσκέφαλο του μικρού ασθενούς και λίγο αργότερα εκείνο τη φωνάζει και διηγείται ότι ένας καλόγερος, που το επισκέφθηκε, χτύπησε με το ραβδί του και έσχισε το πάθος στο λαιμό και το γέμισε έμπυα. Διαπιστώνουν ότι το πάθος ήταν σχισμένο σαν από ξυράφι, τα ενδύματα γεμάτα έμπυα και αίμα και το προηγουμένως άφωνο παιδί «ελάλει ανεμποδίστως και υγιώς».

Πολλά από τα ευαγή ιδρύματα προορίζονται για παιδιά και συχνά η Πολιτεία μιμείται το έργο της Εκκλησίας, εφόσον ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας πρέπει οπωσδήποτε να κοσμείται από τις αρετές της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης και να τις εκδηλώνει εμπράκτως.19

13. Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η διάκριση των ηλικιών, σύμφωνα με τη Βυζαντινή Νομοθεσία, είναι η εξής: Ίμφαντες ή νήπιοι, 0-7 ετών, άνηβοι, 7-12 ετών για τα κορίτσια, 7-14 ετών για τα αγόρια, και αφήλικες, μέχρι 25 ετών. Η νομική προστασία έχει αφετηρία την εμβρυϊκή ηλικία (απαγόρευση των αμβλώσεων από Πολιτεία και Εκ-κλησία), επεκτείνεται στον τοκετό (ευθύνες στη μητέρα αν το νεογνό χάσει τη ζωή του από αμέλεια) και επιχειρεί να περιορίσει το φαινόμενο της έκθεσης βρεφών. Ο Ιουστινιανός κατάργησε το δικαίωμα του pater familias να απορρίπτει τα παιδιά του στους δημόσιους κοπρώνες ή να τα εκθέτει.20

Πολιτεία και Εκκλησία από κοινού προσπαθούν να αναχαιτίσουν τη συνήθεια των Βυζαντινών να παντρεύουν τα παιδιά τους σε πολύ μικρή ηλικία, την οποία ακολουθούν όλες οι κοινωνικές τάξεις, ακόμη και η αυτοκρατορική οικογένεια, παραβιάζοντας τα νόμιμα όρια.21,22 Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Σιμωνίδας, μοναχοκόρης του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου, που δόθηκε σε ηλικία 5 ετών ως σύζυγος στον Κράλη της Σερβίας, μεγαλύτερο σε ηλικία από τον πατέρα της και αρκετά άνω των 40 ετών. Το αποτέλεσμα της κακοποίησης που υπέστη ήταν «βλαβήναι την ταύτης μήτραν, ως μηδέ γονής εξ εκείνης έτι δύνασθαι γίγνεσθαι».23

Στα έγγραφα του Πατριαρχείου ανιχνεύονται ακυρώσεις τέτοιων γάμων,24 όπου οι γονείς είτε δήλωσαν ψεύτικη ηλικία των κοριτσιών ή εξαγόρασαν τον ιερέα. Αυστηροί νόμοι θεσπίστηκαν και για τους παιδεραστές αγοριών, τιμωρώντας με θανατική ποινή τους δράστες. Οι ιστορικοί αναφέρουν κατά τον 6ο αιώνα περίπτωση κοπής των γεννητικών οργάνων και διαπόμπευσης δύο επισκόπων-αρσενοκοιτών.25 Σχετικά με τη σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων πορνών, η παιδική ζωή της αυτοκράτειρας Θεοδώρας είναι ενδεικτική των περιπετειών της. Δεν λείπουν και οι κακοποιήσεις στις αιχμαλωσίες αμάχων, όπως παραστατικά περιγράφουν οι ιστορικοί κατά την άλωση της Θεσσαλονίκης («και ην ιδείν ξένον τέρας…συν νέοις και παρθένοις αφήλιξι και βρεφυλλίοις, ορμαθούς ο καθείς των ιππέων έχων εν χερσί έλκοντας») ή της Κωνσταντινούπολης («παρθένους ας ουχ εώρα ήλιος, παρθένους ας ο yεννήσaς μόλις έβλεπεν, ελκόμεναι, ει δε και βία αντωθούντο και ραβδιζόμεναι»). Όμως, έστω και αν είναι μοναδικό, δύο ιστορικοί26,27 αναφέρουν ένα επεισόδιο που συνέβη το 717 στην πολιορκία της Περγάμου από τους Άραβες. Οι κάτοικοι, κατευθυνόμενοι από «δαιμονική αντίληψη», έβρασαν ένα νεογνό, για να παρασκευάσουν το μαγικό ποτό που θα τους επέτρεπε να αποκρούσουν την επίθεση.

14. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

- Ύπαρξη Παιδιατρικής ειδικότητας δεν διαπιστώνεται από καμία ιατρική, νομική, εκκλησιαστική ή φιλολογική πηγή, ενώ, αντίθετα, τεκμηριώνεται η άσκηση άλλων ειδικοτήτων. Στα επιστημονικά συγγράμματα, η προέλευση των παιδιατρικών κεφαλαίων είναι διττή, από τη Μαιευτική και τη Γενική Παθολογία, και η κατανομή αυτή επιβεβαιώνεται κατά τη δημιουργία της επίσημης Παιδιατρικής.

- Εμφανής είναι η διάσταση της Κοινωνικής Παιδιατρικής στο μεσαιωνικό, αλλά οπωσδήποτε προηγμένο βυζαντινό κόσμο. Η Εκκλησία αγωνίζεται να καθορίσει νέα ήθη, ενώ οι αντικειμενικές συνθήκες παραμένουν αμετάβλητες (βρεφική θνησιμότητα, αυξημένη νοσηρότητα, ανεπιθύμητες γεννήσεις) και να υλοποιήσει το ενδιαφέρον της με ευαγή ιδρύματα. Παράλληλα, δραστηριοποιεί ιαματικούς αγίους για την προστασία της υγείας και τη θεραπεία των ανηλίκων.

- Η πλημμελής ενασχόληση της ιατρικής επιστήμης με το παιδί είναι ενδεικτική των αντιλήψεων της εποχής, αλλά και των συνθηκών που τις διαμόρφωσαν. Η Νομοθεσία της Πολιτείας και το Εκκλησιαστικό Δίκαιο αγωνίζονται για την παιδική ηλικία, με κυρίαρχο σκοπό την επιβίωση.

Βιβλιογραφία

1. ΦΩΤΙΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ. «Ταρασίω πατρικίω αδελφώ επί θυγατρί τεθνηκυία». Στο: Τωμαδάκη ΝΒ (Συντ.) Βυζαντινή Επιστολογραφία. Γ’ έκδοση, Αθήναι, 1969-70, Γ:225-231

2. ΜΑΤΣΑΝΙΩΤΗΣ Ν. Η Παιδιατρική στα χρόνια του Βυζαντίου (Ομιλία της 6.11.1986 στα πλαίσια του 4ου Συνεδρίου Ιστορίας της Ιατρικής). Δελτ Κ Παιδιατρ Κλιν Πανεπιστ Αθ

1987, 34:7-16

3. ΨΕΛΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ. Επιστολή 157 «Τω επί των κρίσεων». Στο: Σάθα ΚΝ (Συντ.) Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη. Παρίσι 1876 (φωτοανατ. Γρηγοριάδης ΒΝ), Αθήνα, 1972, Ε’:409-412

4. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΦΡΟΔΙΣΙΕΥΣ. Ιατρικών απορημάτων και φυσικών προβλημάτων. Στο: Ideler JL (ed) Physici et Medici Graeci Minores. Berolini, 1841, 1, κεφ. 63

5. PENTOGALOS GE, LASCARATOS JG. A surgical operation on Siamese twins during the tenth century in Byzantium. Bull History Med

1984, 58:99-102

6. ΜΑΤΣΑΓΓΑΣ ΑΚ, ΜΑΡΚΕΤΟΣ ΣΓ. Χειρουργική επέμβαση επί συμφυών παίδων στο Βυζάντιο κατά το 10ο αιώνα. Mat Med Gr 1985, 13:415-422

7. OLIVIERI A. Aetii Amideni Libri Medicinales I-IV Lipsiae et Beroli¬ni, Teubner 1935, 1 Λόγος Δ’ κεφ. γ’, δ’, ε’, στ, κη’

8. BUSSEMAKER-DAREMBERG. Oeuvres d’ Oribase Paris 1851-1862. Εκ βιβλίων αδήλων Ανέκδοτον κεφ. ιγ’, ιδ’, ιε’, ιστ’, κ’

9. ΣΙΓΑΛΑΣ Α. Βίος και ανατροφή του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 1925,

2:220- 226

10. MIGNE JP. Patrologia Graeca cursus completes. Parisiis 1857¬1906, Ιωάννης Χρυσόστομος 62, 358

11. MIGNE JP. οπ σημ 10, Μέγας Βασίλειος 29, 417

12. ΨΕΛΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ. Εις θυγατέρα Στυλιανήν προ ώρας γάμου τελευτήσασαν. οπ σημ. 3 Ε’:62-87

13. LEROY-MOLINGEN. Α Styliane Byzantion, 1969, 39:155-163

14. ΜΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΡΑΛΛΙΑΝΟΣ. «Επιστολή περί ελμίνθων». Στο: Idel-er JL οπ σημ 4 Ι, κεφ. 24

15. ΒRIAU R. Chirurgie de Paul d’Egine. Librairie Victor Masson, Paris, 1855, ΝΔ’, ΝΕ’, ΞΘ’

16. MAGOULIAS HJ. The Lives of Saints as Sources for the History of Byzantine Medicine in the Sixth and Seventh Centuries, BZ 1964, 57:127-150

17. Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτου υπό Νικοδήμου Αγιορείτου τρίτον επεξεργασθείς εκδίδοται υπό Θ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, Αθήνησι, 1868

18. Νέον Εκλόγιον περιέχον βίους αξιολόγους διαφόρων αγίων και άλλα τινά ψυχωφελή διηγήματα εκλεχθέν υπό του εν αγίοις πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου. Εκδόσεις Αστήρ, Αθήναι, 1974:171-172

19. CONSTANTELOS DJ. Byzantine Philanthropy and Social Welfare, New Brunnswick, New Jersey 1968 ελληνική μετάφραση Βυζαντινή Φιλανθρωπία και Κοινωνική Πρόνοια). Εκδόσεις

Φως, Αθήνα, 1983:81-99

20. CONGOURDEAU M-H. Regards sur l’ enfant nouveau-ne a Byzance REB 1993, 51:161-176

21. LAIOU A. The role of women in Byzantine Society. JOB 1981, 31:233-250

22. PATLAGEAN E. L’ enfant et son avenir dans la famille byzantine Annales de demographie historique 1973:85-93 (Structure sociale, famille, cretiente a Byzance IVe-XIe siecle, Variorum Reprints, London, 1985, αρ. Χ)

23. SCHOPEN L. Nicephori Gregorae Historiae Byzantinae. vol 2, Bonn, Weber 1830, I:203-204

24. Les Regestes des Actes du Patriarcat de Constantinople (Con-stantinopoli) Socii Assumptionistae Chalcedonenses 1932-1977) vol I-II Grummel V, vol III-IV Laurent V, vol V-VI Darrouzes J)

25. DINDORF L. 1831 Ioannes Malalas chronographia Bonn I Weber

p. 436

26. BOOR DE C. Theophanis chronographia Leipzig 1883 (ανατ. Hilde-scheim), New York, 1980:390-391

27. BEKKER I. 1837 Sancti Nicephori Patriarchae Constantinopolitani breviarium rerum post Mauricium gestarum Bonn I Weber p.

Corresponding author:

E. Poulakou-Rebelakou, 51 Themidos street, GR-151 24 Athens, Greece, E-mail: arempel@hol.gr

http://www.pemptousia.com/2011/08/%CE%B7-/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η προσφορά συνοπτικά του Μεγάλου Κωνσταντίνου στο Χριστιανισμό

Συγγραφέας: kantonopou στις 11th Αυγούστου 2011



με στοιχεία από το βιβλίο του Σωκράτη Μιλτ. Νίκα «Εκκλησία – Ο λαός του Θεού σε πορεία», Αθήνα 1993

Βιογραφικά

• Γιος του Κωνσταντίνου του Χλωρού και της Αγ. Ελένης.

• Νικάει τον Μαξέντιο στον Τίβερη· κυριαρχεί στη Δύση — Το όραμα.

• Εκδίδει με τον Λικίνιο το Διάταγμα των Μεδιολάνων (τέλος διωγμών ανεξιθρησκεία).

• Υποστηρίζει την Εκκλησία.

• Συγκαλεί την Α” Οικ. Σύνοδο (325 μ.Χ.).

• Χτίζει την Κωνσταντινούπολη

• Βαφτίζεται (337 μ.Χ.)

Η προσφορά του Μ. Κωνσταντίνου

v Έδωσε τέλος στους διωγμούς – Εξέδωσε το Διάταγμα των Μεδιολάνων, της ανεξιθρησκείας

v Προστάτεψε τη Χριστ. πίστη από την αίρεση του Αρείου – Συγκάλεσε την Α΄Οικουμενική Σύνοδο

v Έκτισε την Κωνσταντινούπολη

v Έκτισε ναούς(της αγ. Σοφίας, των Αγίων Αποστόλων, της Αγίας Ειρήνης, του Αγίου Μωκίου, του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, της Αναστάσεως του Χριστού στα Ιεροσόλυμα κλπ)

v Έκλεισε ειδωλολατρικούς ναούς(Αστάρτης Φοινίκης)

v Θέσπισε νόμους εναντίον των θυσιών και των ειδωλικών τελετών

v Απέστειλε τη μητέρα του, την Αγία Ελένη, στα Ιεροσόλυμα για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού

v Ρύθμισε το πότε πρέπει να γιορτάζεται το άγιο Πάσχα σ” όλο τον κόσμο

v Θεσμοθέτησε πρώτος αυτός την Κυριακή, ως την κατεξοχήν ήμερα προσευχής και την καθιέρωσε με νόμο ως ημέρα αργίας

v Με εντολή του ακόμη τιμώνταν χαρμόσυνα οι ήμερες του μαρτυρίου των Αγίων Μαρτύρων, καθώς και οι λοιπές εορτές της Εκκλησίας μας

v Περαιτέρω πρόσταξε και χαράχτηκε ο Σταυρός στα όπλα των στρατιωτών του

v Έγραψε για όλους τους στρατιωτικούς(στα λατινικά) προσευχή για να προσεύχονται

v Προνόησε για τους Χριστιανούς στην Περσία, έγραψε επιστολή προς τον βασιλέα των Περσών Σαβώρ Β” (310-381), οπού με λόγους κατάλληλους τον παρακινεί να φροντίζει, ώστε οι εκεί πιστοί να διάγουν ειρηνικά, και όπου ομολογεί ξεκάθαρα την πίστη του στον Χριστό

v Επανέφερε σε υψηλά αξιώματα χριστιανούς που είχαν εκδιωχθεί από το ειδωλολατρικό καθεστώς

v Έδωσε πίσω τις περιουσίες των χριστιανών που είχαν αρπαχθεί από τους ειδωλολάτρες

v Απάλλαξε την Εκκλησία από τη φορολογία και της έδωσε το δικαίωμα να δέχεται δωρεές

v Έκοψε νομίσματα με χριστιανικά σύμβολα

v Σταμάτησε τους αγώνες των μονομάχων

v Κατάργησε τον δια σταυρού θάνατον

v Τέλος, βαπτίζεται ο ίδιος χριστιανός

Γιατί υποστήριξε την Εκκλησία

• Ήταν ο ίδιος μονοθεϊστής

• Επηρεάστηκε από τη μητέρα του, την αγία Ελένη

• Θαύμαζε τους μάρτυρες και τη ζωή των πραγματικών χριστιανών

• Πίστευε πως οι Χριστιανοί αποτελούσαν τη μόνη αναγεννητική δύναμη μέσα στην Αυτοκρατορία

• Η οικουμενικότητα της Εκκλησίας εξασφάλιζε την ενότητα στο κράτος του

• Κλήθηκε από το Θεό.

Κείμενα

I

«Ο Κωνσταντίνος ίσταται εις τα μεθόρια δύο κόσμων, του αρχαίου και του νέου, του εθνικού και του χριστιανικού· εγεννήθη και ανετράφη εντός του πρώτου, έπραξε και απέθανεν εντός του δευτέρου. Δεν είναι άρα πρέπον να κριθή υπό την μονομερή και απόλυτον του ενός ή του άλλου έποψιν αλλά κατά τας εκάστοτε αυτών περιστάσεις δέον να κριθώσι, δέον να εκτιμηθώσιν αι ποικίλοι του βίου αυτού περιπέτειαι. Ο Κωνσταντίνος ομοιάζει τα καρποφόρα εκείνα φυτά εις τα οποία ενεκεντρίσθη ο χυμός φυτών ετέρων και των οποίων ο καρπός μετέχει αμφοτέρων των ουσιών και αμφοτέρων των φύσεων…»

(Κων. Παπαρηγόπουλος: «Ιστορία του Ελλ. Έθνους» Τόμος 2, σελ. 151 Εκδ. «Ελευθερουδάκη» 1925).

II

«Ήτο αριστοτέχνης στρατηγός, αξιόλογος διοικητής, υπέροχος κυβερνήτης. Βεβαρημένος με τα προβλήματα της κυβερνήσεως είναι δυνατόν να επέτρεψεν εις τον φόβον και την ζηλοτυπίαν να εκθρονίσουν την λογικήν του δι” εν διάστημα και υπάρχουν ενδείξεις ότι αϊ τύψεις εβάρυνον πολύ τα τελευταία έτη της ζωής του. Ο Χριστιανισμός του αρχίσας ως πολιτική, φαίνεται ότι εξειλίχθη εις ειλικρινή πεποίθησιν. Κατέστη ο πλέον επίμονος ιεροκήρυξ του βασιλείου του, κατεδίωξε πιστώς τους αιρετικούς και επεκαλείτο τον Θεόν ως συνεργόν εις πάσαν ενέργειάν του. Συνετώτερος από τον Διοκλητιανόν, έδωσε νέαν ζωήν εις μίαν γηρασμένην, αυτοκρατορίαν με μία νέαν θρησκείαν μίαν ισχυράν οργάνωσιν και μίαν νέαν ηθικήν. Δια της ενισχύσεως του ο Χριστιανισμός κατέστη Κράτος και Εκκλησία και επί 14 αιώνας το εκμαγείον της ευρωπαϊκής ζωής και σκέψεως. Εάν ίσως εξαιρέσωμεν τον Αύγουστον, είχε δίκαιον η ευγνώμων Εκκλησία να τον ονόμασε τον μέγιστον των αυτοκρατόρων».

(W. Durant: «Καίσαρ και Χριστός» Εκδ. Βίβλου σελ. 776

III

«Επειδή κατάλαβε ότι πλησιάζει το τέλος της ζωής του και θεώ ρούσε κατάλληλο πια τον καιρό να καθαριστεί από τα σφάλματα που κάποτε είχε κάμει, αποφάσισε να απαλλάξει την ψυχή του με τη δύναμη των λόγων των μυστηρίων, και μάλιστα με τα σωτήρια λόγια του βαπτίσματος, από όλα τα αμαρτήματα που είχε κάμει ως άνθρωπος. Αφού λοιπόν πήρε αυτή την απόφαση, γονάτισε στο έδαφος και παρακαλούσε το Θεό… Έφυγε δε από εδώ και φτάνει σε ένα προάστειο της Νικομήδειας· και εδώ αφού συγκέντρωσε τους επισκόπους, τους μίλησε περίπου ως εξής:

«… Καιρός είναι να απολαύσουμε και εμείς τη σφραγίδα του Πνεύματος που χαρίζει την αθανασία, καιρός είναι να λάβουμε μέρος στο σωτήριο σφράγισμα… Ας μην υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία. Γιατί, και αν πάλι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου θέλει να συνεχίσουμε να ζούμε στην παρούσα ζωή, και αν έτσι έχει ορίσει ο Θεός, δηλαδή να συνεχίσω να ζω μαζί με το λαό μου, παίρνοντας μέρος στις εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις και συμμετέχοντας μαζί με όλους στις κοινές προσευχές, τότε θα επιβάλω πια στον εαυτό μου κανόνες συμπεριφοράς που θα συμφωνούν με το θέλημα του Θεού».

Εκείνος λοιπόν αυτά έλεγε, ενώ οι επίσκοποι, κάνοντας όσα ήταν σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη, εφάρμοζαν τους θείους κανόνες και, αφού συμφώνησαν από πριν μεταξύ τους, μετάδιδαν από τα μυστήρια όσα είναι αναγκαία. Τώρα λοιπόν μόνος ο Κωνσταντίνος, από όλους εκείνους που εξαρχής είχαν γίνει αυτοκράτορες, αφού αναγεννιόταν με τη μαρτυρία του βαπτίσματος του Χριστού, γινόταν τέλειος Χριστιανός· και αφού αξιώθηκε τις θείες δωρεές του αγίου Πνεύματος, ένιωθε πνευματική αγαλλίαση, γινόταν καινούργιος άνθρωπος και πλημμύριζε από θείο φως· ακόμη είχε χαρά στην ψυχή για την τόσο μεγάλη πίστη, και δοκίμαζε έκπληξη για την ολοφάνερη απόδειξη της θείας δυνάμεως. Όταν τελείωσαν όσα έπρεπε να γίνουν, φόρεσε λαμπρά και βασιλικά ενδύματα που ακτινοβολούσαν σαν το φως, και ξεκουραζόταν πάνω σε ολόλευκο στρωμένο κρεβάτι, γιατί δε θέλησε να πλησιάσει πια τη βασιλική πορφυρή φορεσιά».

(«Ανθολόγιο Πατερικών κειμένων» Ευαγ. Θεοδώρου εκδ. ΟΕΔΒ Αθήνα 1975, σελ. 46-48)

http://lihnia.blogspot.com/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τ.Σ Έλλιοτ, Αν ο Χριστιανισμός εξαφανιστεί μια μέρα, τότε ολόκληρος ο πολιτισμός μας θα εξαφανιστεί.

Συγγραφέας: kantonopou στις 2nd Αυγούστου 2011

25693_1140226204663_1797672678_288788_120167_n.jpg

Δεν πιστεύω  ότι ο πολιτισμός της Ευρώπης θα μπορούσε να επιβιώσει ύστερα  απο μια ολοκληρωτική εξαφάνιση της χριστιανικής πίστης. και την πεποίθησή μου αυτή την διαμόρφωσα οχι μόνο επειδή εγω είμαι Χριστιανός, αλλά και ως μελετητής της Κοινωνικής Βιολογίας.

Αν ο Χριστιανισμός εξαφανιστεί μια μέρα, τότε ολόκληρος ο πολιτισμός μας θα εξαφανιστεί.

Θα πρέπει τότε να ξαναρχίσετε  με  μύριους κόπους απ’ την αρχή, έχοντας υπ’ όψη οτι δεν μπορεις να βρεις ενα καινούριο πολιτισμό, όπως αγοράζεις ένα έτοιμο κοστούμι…θα  πρέπει τότε  να  περάσουμε  πολλούς αιώνες  βαρβαρότητας.

Τ.Σ Ελλιοτ

Αγγλος ποιητής

http://psigmataorthodoxias1.wordpress.com/

Δημοσιευμένο στο ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

H δημιουργία του Σύμπαντος.

Συγγραφέας: kantonopou στις 30th Ιουλίου 2011

Μάνος Δανέζης

Η κλασική Θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης, που προσπάθησε να ερμηνεύσει τη δημιουργία του σύμπαντος, περιγράφει μόνο τα γεγονότα που ακολούθησαν την έκρηξη αυτή. Όμως δεν κάνει καμιά νύξη για το τι ήταν αυτό το «κάτι» που εξερράγη και τι προκάλεσε την έκρηξη.

Το μόνο για το οποίο είναι σίγουρη η σημερινή επιστήμη είναι πως ό,τι γνωρίζει σήμερα είναι δεδομένο ότι θ’ αλλάξει ή θα ανατραπεί τα επόμενα χρόνια. Όπως γινόταν πάντοτε. Αυτός ο οποίος τοποθετεί τη σημερινή γνώση δογματικά αυτομάτως αναιρεί την ιδιότητα του ως επιστήμονας. Βεβαίως είναι γνωστό ότι ο επιστημονικός δογματισμός, πολλές φορές, όταν εκφράζεται σε συνάρτηση με κάποια συγκεκριμένα φλέγοντα θέματα μπορεί να αποφέρει δόξα, φήμη, πλούτο. Δε σε καταξιώνει όμως σαν επιστήμονα. Ο επιστήμονας αμφιβάλλει για το οτιδήποτε. Και συνεχώς προσπαθεί να αναιρέσει και να διερευνήσει αν αυτό που σήμερα πιστεύουμε ως ορθό είναι τελικά λάθος. Η ιστορία της επιστήμης αποδεικνύει ότι πάντοτε οι επιστημονικές ιδέες του σήμερα ανατρέπονται από τη γνώση του αύριο.

Πάντα πλανιόταν στον αέρα και καταδυνάστευε την επιστημονική σκέψη το φιλοσοφικοθεολογικό δόγμα ότι τα πάντα γεννήθηκαν από το τίποτα και πέρα από την Μεγάλη Έκρηξη υπήρχε μόνο ο Θεός. Με βάση αυτή την ιδεοληψία για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο θεωρείτο παράλογη επιστημονικά και αιρετική θεολογικά κάθε προσπάθεια ερμηνείας της προέλευσης της ορατής ύλης του Σύμπαντος. Η ύλη εμφανιζόταν στο αισθητό προσκήνιο σαν ένα επιστημονικό και θεολογικό θαύμα, η διερεύνηση της προέλευσης του οποίου δεν ήταν έργο της επιστήμης αλλά των φιλοσοφικών και θεολογικών στοχασμών.

Βέβαια στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί η θεολογική και επιστημονική αντίθεση της ορθόδοξης θεολογίας με όλα τα προηγούμενα, τα οποία αποτελούν πρωτόγονες ιουδαϊκοχριστιανικές απόψεις των Δυτικών εκκλησιών που επιβλήθηκαν στην δυτική επιστημονική σκέψη από τον παπικό μεσαιωνικό δογματισμό.

Η Ορθόδοξη Πατερική Γραμματεία μέσω των κειμένων του Μεγάλου Βασιλείου (πρώτη ομιλία του εις την εξαήμερο) διδάσκει ότι το Σύμπαν γεννήθηκε από ένα υλικό που προϋπήρχε, αλλά λόγω της πολυπλοκότητας του και των ελάχιστων γνώσεων της εποχής που γράφτηκε η Γέννεση, δεν καταγράφηκε. Με την άποψη αυτή βέβαια συμφωνούσε και η προσωκρατική Ελληνική σκέψη.

Το μεγάλο αυτό επιστημονικό κενό, που αφορά το πριν της Μεγάλης Έκρηξης, επιχειρεί να καλύψει η πληθωριστική κοσμολογία, εισάγοντας μια σειρά νέων ιδεών και φυσικών καταστάσεων.

Η απειρία των Συμπαντων

Όπως πιστεύουν πολλοί επιστήμονες σήμερα το Σύμπαν μας δημιουργήθηκε από ένα υλικό με πολύ παράδοξες και εκτός «κοινής ανθρώπινης λογικής» ιδιότητες που το ονομάζουμε «ψευδοκενό».

Το ψευδοκενό μπορούμε να το φανταστούμε σαν ένα πεδίο δυνάμεων που το ονομάζουμε πεδίο πληθωρισμού. Πληθωρισμός μην ξεχνάμε στην καθομιλουμένη σημαίνει φούσκωμα η διόγκωση. Αυτή η κατάσταση της ύλης παρουσιάζει την ιδιότητα να είναι αφενός μεν σταθερή, για μικρά χρονικά διαστήματα, αφετέρου δε ασταθής, αν την παρατηρήσουμε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Έτσι κάποιες στιγμές δημιουργούνται διαταραχές οι οποίες, με έναν βίαιο τρόπο, δημιουργούν μέσα του φυσαλίδες πραγματικού κενού. Κάθε τέτοια φυσαλίδα στη συνέχεια δημιουργεί και ένα καινούργιο Σύμπαν όπως το δικό μας με διαφορετικές όμως –κατά πάσαν πιθανότητα- ιδιότητες. Το βίαιο αυτό γεγονός που δημιουργεί μια συμπαντική φυσαλίδα είναι αυτό το οποίο κατά κάποιο τρόπο ονομάζουμε «Μεγάλη Έκρηξη».

Με τον τρόπο αυτό μέσα στο ψευδοκενό δημιουργούνται άπειρα σύμπαντα φυσαλίδες. Σιγά σιγά οι διαστελλόμενες φυσαλίδες του πραγματικού κενού γεμίζουν τον χώρο του συμπαντικού ψευδοκενού, δημιουργώντας ένα φαινόμενο που μοιάζει σαν το βράσιμο του νερού. Οι φυσαλίδες, κατά κύματα, εμφανίζονται σε νέες τυχαίες θέσεις στον χώρο. Αρχικά, οι δημιουργούμενες φυσαλίδες ήταν μικρές, ενώ στη συνέχεια, μεγάλωσαν με ταχύτητα που πλησίαζε την ταχύτητα του φωτός. Η διαστολή αυτή συνεχίστηκε μέχρι ότου οι φυσαλίδες γέμισαν όλο τον χώρο. Όπως λοιπόν είναι κατανοητό σύμφωνα με αυτές τις απόψεις το Σύμπαν μας δεν είναι παρά μόνο μια από μια απειρία συμπαντικών συμπάντων φυσαλίδων.

Πεδίο και σωματίδια Higgs

Μέσα σε κάθε συμπαντική φυσαλίδα, όπως πιστεύουμε, αναπτύσσεται ένα πεδίο που το ονομάζουμε πεδίο Higgs, από το όνομα αυτού που το επινόησε. Το πεδίο αυτό είναι το αίτιο της δημιουργίας όλων των φυσικών ιδιοτήτων μέσα σε κάθε σύμπαν φυσαλίδα. Στο δικό μας Σύμπαν το πεδίο Higgs, εκτός των άλλων είναι αυτό που δημιουργεί την ιδιότητα της μάζας.

Όπως είναι λοιπόν κατανοητό τα πεδία Higgs μετατρέπουν την συμπαντική φυσαλίδα σε μια φυσαλίδα πραγματικής, για τις αισθήσεις μας, ύλης. Κάθε πεδίο κουβαλάει μέσα του μια ποσότητα ενέργειας της οποίας φορείς είναι κάποια στοιχειώδη σωμάτια. Όπως θυμόσαστε, για παραδείγμα, οι φορείς της ενέργειας του βαρυτικού πεδίου είναι τα βαρυτόνια και του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου τα φωτόνια. Με την ίδια λογική τα σωμάτια που κουβαλάνε την ενέργεια του πεδίου Higgs ονομάζονται σωμάτια Higgs.

Όπως βέβαια γίνεται κατανοητό τα σωμάτια Higgs ήταν ελεύθερα κατά τις πρώτες στιγμές του σύμπαντος πριν ακόμα από αυτό το οποίο σήμερα ονομάζουμε Μεγάλη Έκρηξη και πολύ πριν δημιουργηθεί ή έννοια της ύλης στο σύμπαν.

Για το λόγο αυτό, επειδή δηλαδή τα σωμάτια αυτά δημιουργήθηκαν πριν την Μεγάλη Έκρηξη, μια περίοδο που για κάποιους βρίσκεται στην δικαιοδοσία του Θεού, ονομάστηκαν «σωμάτια του Θεού».

http://www.pemptousia.com/2011/07/h-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1-/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η εδραίωση της ηλιοκεντρικής θεωρίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 28th Ιουλίου 2011

Στράτος Θεοδοσίου

Αληθινά, ποια είναι η σχέση μεταξύ θρησκείας και επιστήμης; ή μάλλον θρησκευτικού δόγματος και επιστήμης; Σύγκλιση ή αντιπαλότητα; Σχέση παράλληλη ή ασύμβατη; Είναι πραγματικά άβολη η σχέση θρησκείας και επιστήμης; Πάνω σ’ αυτό το ερώτημα, προκειμένου να δώσουμε μια εμπεριστατωμένη απάντηση θα πρέπει αρχικά να αντιδιαστείλουμε τις δύο αυτές πρωτογενείς έννοιες.

Σε ένα θρησκευτικό δόγμα η πίστη πρέπει να είναι απόλυτη. Το δόγμα είναι μια αυτοαποδεικνυόμενη θεωρία και δύναμή του είναι η μη ύπαρξη της αμφιβολίας.

Αντιθέτως, στην επιστήμη, σύμφωνα με τη φιλοσοφική θεώρηση του Καρτέσιου, σε κάθε πρόβλημα που ανακύπτει, πρέπει να υπάρχει η αμφιβολία, προς αποφυγή τυχόν σφαλμάτων και προκαταλήψεων. Και έτσι μέσω της αμφιβολίας να οδηγούμαστε στην εύρεση μιας αδιαφιλονίκητης-αδιαμφισβήτητης αλήθειας. Επομένως, η καρτεσιανή αμφιβολία στην επιστήμη αποτελεί την κύρια μεθοδολογική αφετηρία, η οποία και μας οδηγεί στην απόδειξη.

Σ’ αυτήν την έννοια έγκειται η διαφορά του δόγματος με την επιστήμη, ή μάλλον η διαφορά των θρησκευτικών θεωριών ή δοξασιών με τις αντίστοιχες επιστημονικές θεωρίες.

Η θρησκεία είναι πίστη και απόλυτη αλήθεια. Αντιθέτως, η επιστήμη είναι αμφιβολία και διαψευσιμότητα. O Karl Raimund Popper, για παράδειγμα, στάθηκε κριτικός με τις επαγωγικές μεθόδους που χρησιμοποιούνται στην επιστήμη. Όλες οι επαγωγικές αποδείξεις είναι περιορισμένες, έλεγε, ενώ δίδασκε ότι η διαψευσιμότητα πρέπει να αντικαταστήσει την επαληθευσιμότητα ως κριτήριο της διάκρισης ανάμεσα σ’ αυτό που είναι επιστημονικό και σ’ αυτό που δεν είναι. Η επιστήμη νοείται περισσότερο στο σχήμα μιας ατέλειωτης αναζήτησης προς την αντικειμενική γνώση, παρά σε ένα σύστημα γνώσης. Η αρχή της διαψευσιμότητας αποτελεί –για τον Πόππερ– κριτήριο για τον επιστημονικό ή τον μη επιστημονικό χαρακτήρα μιας θεωρίας. Έτσι, η Αστρολογία, η Μεταφυσική και η μαρξιστική θεωρία χαρακτηρίζονται ως ψευδοεπιστήμες, εξαιτίας της αδυναμίας τους να δεχτούν την εφαρμογή της αρχής της διαψευσιμότητας. Στο πλαίσιο του θρησκευτικού οικοδομήματος δεν υφίσταται κανένα φαινόμενο που να διαψεύδει τον πυρήνα της θεωρίας και δεν υπάρχει τίποτα που να κλονίζει τα θεμέλια αυτού του οικοδομήματος.

Στην επιστήμη εάν ανακαλυφθεί κάτι καινούργιο, το οτιδήποτε, το οποίο όμως να αμφισβητεί την κρατούσα επιστημονική θεωρία, τότε αργά ή γρήγορα η θεωρία καταρρίπτεται. Εξάλλου, σύμφωνα πάλι με τον Πόππερ, οι επιστήμονες θα έπρεπε μάλλον να προσπαθούν να αναιρέσουν τις θεωρίες τους παρά να τις επιβεβαιώνουν συνεχώς (Θεοδοσίου Ε., 2009, Η φιλοσοφία της Φυσικής, σελ. 232).

Ας αναφερθούμε όμως στο κυρίως θέμα μας, που είναι η επικράτηση του ηλιοκεντρικού συστήματος και η διαπάλη που δημιουργήθηκε μεταξύ επιστήμης και εκκλησίας. Τη χρονική περίοδο, λοιπόν, που ο Γαλιλαίος παρατήρησε, με το τηλεσκόπιό του, τους τέσσερις δορυφόρους του Δία, στις αρχές του 17ου αιώνα, η θεωρία του γεωκεντρισμού είχε αμετάκλητα καταρριφθεί – παρά τις σπασμωδικές κινήσεις που ακολούθησαν από διαφόρους λογίους και την Εκκλησία, η οποία είχε αποδεχτεί τον γεωκεντρισμό ως δόγμα της. Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, που αναφέραμε παραπάνω, έκανε πάντα –ιδιαίτερα στη Δύση– άβολη τη σχέση μεταξύ τους. Ένα διάστημα μάλιστα η σχέση αυτή ήταν και αιματηρή. Όχι απλώς η σχέση μεταξύ θρησκείας και επιστήμης, αλλά ουσιαστικά η σχέση μεταξύ του κρατούντος δόγματος και της μεταρρύθμισης ή της επερχόμενης αλλαγής.

Η 24η Αυγούστου του 1572, έμεινε στην ιστορία ως η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, αφού ξημερώματα της γιορτής του Αγίου, στη Γαλλία, φανατικοί καθολικοί κατέσφαξαν χιλιάδες διαμαρτυρόμενους ουγενότους. Οι Γάλλοι βασιλείς πολεμούσαν λυσσαλέα τη μεταρρύθμιση, που εκφραζόταν από τους ουγενότους, επειδή ο δογματικός Καθολικισμός τους, τούς επέτρεπε να κρατούν γερά στα χέρια τους την εξουσία.

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η στρατιωτική και πολιτική ισχύς της Αγίας Έδρας, εμπόδισε για μεγάλο χρονικό διάστημα την ανάπτυξη της γνώσης και κατά συνέπεια της επιστήμης. Ο Τζορντάνο Μπρούνο κάηκε ζωντανός γιατί δίδασκε τους άπειρους κόσμους του Μητρόδωρου του Χίου και του Επίκουρου, και αμφισβητούσε το ισχύον γεωκεντρικό σύστημα. Ομοίως, ο Γαλιλαίος ανακρίθηκε από την Ιερή Εξέταση και καταδικάστηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό γιατί το ηλιοκεντρικό σύστημα που υποστήριζε ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την Παλαιά Διαθήκη, σύμφωνα με την οποία ο Ιησούς του Ναυή διέταζε τον Ήλιο να σταματήσει… και όχι τη Γη. Όταν ο Iησούς του Nαυή προστάζει τον Ήλιο να σταθεί, στη μάχη που έδωσαν οι Iσραηλίτες στην πόλη Γαβαών, εναντίον των Xαναναίων, αυτό ως γεγονός σημαίνει ότι οι σύγχρονοι προς αυτόν σοφοί πίστευαν στην ακινησία της Γης και στην περί αυτήν κίνηση του Ήλιου. Δηλαδή σε ένα γνήσιο γεωκεντρικό σύστημα.

H πόλις Γαβαών και άλλες αναφορές των Γραφών

Bορειοδυτικά της Bηθλεέμ υπήρχε η αρχαία πόλις Γαβαών, εκεί όπου κατά τη μάχη που έκανε ο Iησούς του Nαυή για τη σωτηρία της από τους Xαναναίους πολιορκητές της «σταμάτησε» τον Ήλιο, έως ότου οι Iσραηλίτες συνέτριψαν τους εχθρούς τους: Στήτω ο Ήλιος κατά Γαβαών και η σελήνη κατά φάραγγα Aιλών. και έστη ο ήλιος και η σελήνη εν στάσει, έως ημύνατο ο Θεός τούς εχθρούς αυτών. και έστη ο ήλιος κατά μέσον του ουρανού, ου προεπορεύετο εις δυσμάς εις τέλος ημέρας μιάς (Iησούς του Nαυή I΄, 12-13). Που μεταγράφεται ως εξής: O Ήλιος βρισκόταν πάνω από την πόλη Γαβαών και η Σελήνη πάνω από το φαράγγι Aιλών. Kαι σταμάτησαν την κίνησή τους ο Ήλιος και η Σελήνη, μέχρις ότου ο Θεός να συντρίψει τους εχθρούς τους. Kαι σταμάτησε ο Ήλιος καταμεσής του ουρανού και δεν προχώρησε προς τη δύση του.

Η ακινησία της Γης και η αντίστοιχη κίνηση του Ήλιου γίνεται φανερή και από ορισμένα άλλα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, όπως στους Ψαλμούς και στον Εκκλησιαστή: Kαι γαρ εστερέωσεν την οικουμένην, ήτις ου σαλευθήσεται (Ψαλμός 92:1). Που σημαίνει: Kαθώς αποδεικνύεται από το ότι εστερέωσε την οικουμένην, η οποία θα παραμείνη ασάλευτος (Tρεμπέλα, Π. N., 1976).

Eποίησε σελήνη εις καιρούς, ο ήλιος έγνω την δύσιν αυτού (Ψαλμός 103:19). Που αποδίδεται ως εξής: Eποίησεν ο Kύριος την σελήνην προς προσδιορισμόν των εποχών και των καιρών του έτους και των εορτών, ο ήλιος δε, ως να ήτο δια νου προικισμένος, γνωρίζει και την ώραν και το σημείον της δύσεώς του (Tρεμπέλα, Π. N., 1976).

Kαι ανατέλλει ο ήλιος και δύει ο ήλιος και εις τον τόπον αυτού έλκει (Eκκλησιαστής, κεφ. A΄, στίχ. 5). Που μεταγράφεται ως εξής: Kαι ο ήλιος ανατέλλει και βασιλεύει ο ήλιος και κατευθύνεται εις τον τόπον από τον οποίον ανέτειλε (Tρεμπέλα, Π. N., 1976).

Γιατί δεν ήταν αρεστή στην Εκκλησία η ηλιοκεντρική θεωρία

Ο Κοπέρνικος (1473-1543), έκρυψε ή μάλλον δεν ήθελε να δημοσιευτεί για χρόνια το θεμελιώδες σύγγραμμά του Περί της Περιφοράς των Ουρανίων σφαιρών, ακριβώς επειδή δεν τολμούσε και ταυτόχρονα δεν ήθελε, ως ιερωμένος, να έρθει σε σύγκρουση με την Καθολική Εκκλησία στην οποία ανέκαθεν ανήκε. Η έρευνά του υποστήριζε τον ηλιοκεντρισμό σε αντίθεση με την Καθολική Εκκλησία που είχε αναγορεύσει τον γεωκεντρισμό σε κυρίαρχο δόγμα της.

Το ίδιο, αιώνες αργότερα, ο Κάρολος Δαρβίνος, ο οποίος για αρκετά χρόνια δεν κυκλοφορούσε το πρωτοποριακό σύγγραμμά του Περί της καταγωγής των ειδών, είτε επειδή φοβόταν την ισχύ της Εκκλησίας είτε επειδή δεν ήθελε να έρθει σε σύγκρουση μαζί της. Αυτό ακόμα και στην προτεσταντική Αγγλία!

Σε πιο κοντινές εποχές, είναι γνωστό ότι ορισμένοι θρησκευόμενοι λόγιοι και εκκλησιαστικοί παράγοντες επιχείρησαν ακόμα και να σταματήσουν την αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών της Μεσοποταμίας και των χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας, επειδή υπήρχε η πιθανότητα, να αποκαλυφθεί από αυτά ότι ο κόσμος μας είναι παλαιότερος από τα 6000 περίπου χρόνια, γεγονός –που κατά τη γνώμη τους– προκύπτει από την Παλαιά Διαθήκη, ασχέτως αν αυτός ο εσφαλμένος υπολογισμός του αρχιεπισκόπου του Άρμαγκ Τζέημς Άσερ (James Ussher, 1581-1656), που υπολόγισε ότι η Γη δημιουργήθηκε την 23η Οκτωβρίου του 4004 π.Χ., και πολλών άλλων μετά από αυτόν, έχει προ πολλού καταρριφθεί από τη σύγχρονη επιστήμη (Ε. Θεοδοσίου & Ε. Δανέζη, Η Οδύσσεια των ημερολογίων, Α΄ τόμος, 1996, σελ. 126).

Η επανάσταση στην παρατήρηση των ουρανών ήρθε από τον Γαλιλαίο το 1609, όταν για πρώτη φορά στην Ιστορία της Αστρονομίας, χρησιμοποίησε ένα δυναμικό και πρωτοποριακό όργανο για εκείνη την εποχή, το τηλεσκόπιο, που του έδωσε τη δυνατότητα να ανακαλύψει θαυμάσια πράγματα στο στερέωμα: από τις φάσεις της Αφροδίτης έως τους τέσσερις δορυφόρους του Δία, ένα πλανητικό σύστημα σε μικρογραφία.

Αναφέροντας το έτος 1609, ουσιαστικά μιλάμε για την πρώτη δεκαετία του 17ου αιώνα. Ενός αιώνα που αποτέλεσε μια χρονική περίοδο πολλαπλής κρίσεως. Η φιλοσοφία, η θρησκεία και η ίδια η επιστήμη βρέθηκαν σε μία δίνη που συντάραξε τα θεμέλια των κοινωνιών εκείνης της εποχής. Η δίνη αυτή παρέσυρε στην περιδίνησή της και τα θεμέλια της Αστρονομίας, της επιστήμης των ουρανών. Το γαλήνιο γεωκεντρικό και συνάμα εγωκεντρικό σύστημα που ίσχυε για αιώνες έδωσε τη θέση του στο σωστό ηλιοκεντρικό.

Στη Δύση, κατά τον 17ο αιώνα, με τη φιλοσοφική κάλυψη του Καρτέσιου, το πνεύμα του οποίου διαπότισε όλους τους σύγχρονούς του διανοητές, η νέα Φυσική –έτσι όπως ορίστηκε από τον Γαλιλαίο και τον Κέπλερ– αδιαφορούσε για την αναζήτηση των σκοπών, ενώ αντίθετα ως στόχο της έβαζε την αναζήτηση των αιτίων. Συνεπώς, το τελολογικό πρότυπο της αντίληψης του κόσμου ξέφυγε τελείως από τα δεσμά της αριστοτελικής φιλοσοφίας και εκτόπισε οριστικά το μηχανιστικό πρότυπο.

Εμείς οι μελετητές της Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Φυσικών Επιστημών θεωρούμε ότι εκείνη ακριβώς τη χρονική περίοδο το υποκείμενο τοποθετείται πλέον ως κεντρικό πρόσωπο στη φιλοσοφική σκηνή, αλλά η θέση του αυτή δεν είναι πλήρως εξασφαλισμένη, παρά τα πλήγματα που δέχτηκε η παραδοσιακή αντίληψη –για τη φύση και τον άνθρωπο– από τη νέα επιστήμη. Έτσι είναι…

Μπορεί σ’ αυτή τη ρήξη με τον Αριστοτελισμό ή αν θέλετε σ’ αυτήν την επανάσταση των Φυσικών Επιστημών να έπαιξε πρωταρχικό ρόλο η δυναμική εμφάνιση της Νέας Αστρονομίας, που τοποθέτησε στη θέση της Γης τον Ήλιο, ωστόσο συν τω χρόνω προτάθηκαν πολλές ερμηνείες που εδράζονταν σε μια πολύ γενικότερη εξήγηση της μεγάλης αλλαγής που σημειώθηκε στη δυτική ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η Δύση, τουλάχιστον δύο με τρεις αιώνες πριν το 1609, ήταν ένα καζάνι που έβραζε. Μεγάλοι διανοητές, όπως ο Ζαν Μπουριντάν (14ος αιώνας), ο Νικόλ Ντ’ Ορέμ (1323-1382), ο Νικόλαος Κουζάνος (1401-1464), ο Νικόλαος Κοπέρνικος (1473-1543) και πολλοί άλλοι, για να αναφέρουμε κυρίως εκείνους των θετικών επιστημών, πολύ πριν από τον Γαλιλαίο και τον Κέπλερ, με αφετηρία τους Πυθαγόρειους και τους Προσωκρατικούς Έλληνες φυσιολόγους φιλοσόφους, είχαν βάλει το δικό τους πετραδάκι στην οικοδόμηση της νέας Φυσικής, ενώ παράλληλα είχαν δώσει το έναυσμα της αλλαγής στη Φυσική και στο τρόπο αντιμετώπισης των φυσικών φαινομένων. Μιας αλλαγής, η οποία με εφαλτήριο την αλλαγή νοοτροπίας στην Αστρονομία, επικεντρωνόταν πλέον στη μεταστροφή της ευρωπαϊκής επιστημονικής νοοτροπίας από τη θεωρητική στην πρακτική μορφή της, μέσω του πειράματος και της μαθηματικής μεθοδολογίας (Ε. Θεοδοσίου, H εκθρόνιση της Γης, 2008, σελ. 202-204). Έτσι και έγινε…

Ο Γαλιλαίος (1564-1642), ο πρώτος φυσικός με τη σύγχρονη έννοια του όρου, απέρριψε –μέσω των πειραμάτων του– την κοινή αντίληψη για την κίνηση, θεμελιώνοντας τη σύγχρονη Μηχανική, ενώ παράλληλα ο Καρτέσιος (1596-1650) γενίκευσε την επανερμηνεία των καθημερινών εμπειριών και πρότεινε μια νέα εικόνα της πραγματικότητας πέρα από την εμπειρία. Ο Καρτέσιος προσπάθησε να δείξει, μέσω της φιλοσοφίας του, ότι η πραγματικότητα της φύσης δεν είναι κατ’ ουδένα τρόπο όμοια με όσα μας παρουσιάζουν οι αισθήσεις μας. Ο κόσμος μας δεν είναι ένα πεπερασμένο όλον με άρτια εσωτερική διάταξη, όπως παρουσιαζόταν στο κοσμοείδωλο του Αριστοτέλη και αργότερα στην ελαφρά μεταλλαγή του από τον Δάντη.

Τα πράγματα άλλαξαν και στη νέα Αστρονομία, όπως θεμελιώθηκαν από τον Γαλιλαίο και τον Κέπλερ, οι λόγιοι μίλαγαν, απελευθερωμένοι από τις ασφυχτικά ισχυρές και κλειστές κρυστάλλινες σφαίρες, για ένα άπειρο Σύμπαν που δεν είχε ή δεν ελεγχόταν από καμιά φυσική ιεραρχία, ενώ και η ενότητά του ήταν αποτέλεσμα κάποιων νόμων που το διέπουν και οι οποίοι ισχύουν για όλα τα επιμέρους τμήματα που το αποτελούν.

Γιατί καταδιώχτηκαν οι ηλιοκεντριστές;

Το ερώτημα βέβαια που ανακύπτει είναι, το γιατί καταδιώχτηκαν οι ηλιοκεντριστές;

  • Ο αναβιωτής του ηλιοκεντρισμού, ο Κοπέρνικος ήταν σύμφωνα με τον Λούθηρο: Ο ηλίθιος που ήθελε να ανατρέψει την επιστήμη της αστρονομίας.
  • Στη συνέχεια ο Τζορντάνο Μπρούνο κάηκε ζωντανός για τις ιδέες του και ο Γαλιλαίος περιορίστηκε κατ’ οίκον.
  • Γιατί;

Η απάντηση βρίσκεται στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι όλοι αυτοί οι επιστήμονες, αποδεικνύοντας το αβάσιμο του γεωκεντρισμού, ταυτόχρονα υπονόμευαν κατά ουσιαστικό τρόπο τον εγωκεντρισμό ή ανθρωποκεντρισμό. Δηλαδή τη βασική παραδοχή της χριστιανικής κοσμοαντίληψης, κατά την οποία ο άνθρωπος είναι το κέντρο και ο σκοπός της δημιουργίας. Πράγματι, ο Γερμανός νεοκαντιανός φιλόσοφος και ιστορικός της Φιλοσοφίας Βίλχελμ Βίντελμπαντ (Wilhelm Windelband, 1848-1915) απέδωσε στη χριστιανική κοσμοθεωρία έναν «ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα», γιατί σ’ αυτήν – διαφορετικά από ό,τι στην αρχαία ελληνική σκέψη– ο άνθρωπος και η ιστορία γίνονται επίκεντρο του Σύμπαντος. Ο ανθρωποκεντρισμός ξεκίνησε μέσα από την πτολεμαϊκή αντίληψη του Σύμπαντος –με τη Γη στο κέντρο του– και τη θρησκευτική άποψη πως ο άνθρωπος είναι το κεντρικό πλάσμα του Δημιουργού και όλα τα άλλα στρέφονται γύρω από αυτόν.

Η σπάνια ανεξαρτησία σκέψης σε συνδυασμό βέβαια με μια ολοκληρωμένη γνώση της Αστρονομίας και της Κοσμολογίας, γνώση που δεν ήταν εύκολα προσιτή την εποχή εκείνη, αποτέλεσαν τα αναγκαία εφόδια ώστε ο Κοπέρνικος, ο Τζορντάνο Μπρούνο, ο Γαλιλαίος και ο Κέπλερ να εκθέσουν με πειθώ την ανωτερότητα της ηλιοκεντρικής εκδοχής τους. Αυτή η μεγαλειώδης πρόταση του Κοπέρνικου, που αναβίωσε την ηλιοκεντρική θεωρία του Αρίσταρχου του Σάμιου, δεν προετοίμασε μόνο τον δρόμο για τη σύγχρονη Αστρονομία, αλλά παράλληλα βοήθησε στο να επιτευχθεί μια αποφασιστική αλλαγή στον τρόπο που ο άνθρωπος αντιμετώπιζε το Σύμπαν. Όταν έγινε κατανοητό ότι η Γη δεν ήταν το κέντρο του Σύμπαντος, αλλά ένας από τους πλανήτες του Ήλιου στο ηλιακό πλέον σύστημα, η ψευδαίσθηση για την κεντρική σπουδαιότητα του ίδιου του ανθρώπου, έχασε το στήριγμά της. Επομένως, η ηλιοκεντρική θεωρία δεν ήταν αρεστή στη Δυτική Εκκλησία γιατί δεν συμβάδιζε με τις «θέσεις» της Βίβλου, αντίθετα με τις αρχαία ελληνική γεωκεντρική θεωρία. Όταν λοιπόν η επιστήμη κατέρριψε τον ανθρωποκεντρικό μύθο, πρώτα δείχνοντας πως η Γη, το ενδιαίτημα του ανθρώπου, δεν κατέχει το κέντρο του Σύμπαντος και στη συνέχεια αποδεικνύοντας πως ακόμα και ο άνθρωπος είναι προϊόν εξέλιξης, τότε η ρήξη της με την Καθολική Δυτική Εκκλησία ήταν οριστική.

Κηρύχτηκε λοιπόν ένας άγριος πόλεμος εναντίον των ηλιοκεντριστών, όχι μόνο επειδή το σύστημα το οποίο υποστήριζαν ερχόταν σε ουσιαστική σύγκρουση με τις Γραφές, αλλά και γιατί η γεωκεντρική θεωρία, που υποστήριζε την απόλυτη ακινησία της Γης, βρισκόταν σε συμφωνία και με την ουράνια μηχανική του πανεπιστήμονα Αριστοτέλη. Επειδή λοιπόν ο Αριστοτέλης είχε επηρεάσει βαθιά τη θεολογία του Καθολικισμού του Μεσαίωνα, η απόρριψη της γεωκεντρικής θεωρίας θα ελάττωνε τόσο κύρος του μεγάλου φιλόσοφου, όσο και τη θεολογική θέση της Εκκλησίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο έγινε φανερό ότι η υποστήριξη της γεωκεντρικής θεωρίας ήταν ουσιαστικά θέμα εκκλησιαστικής εξουσίας. Αυτός λοιπόν ήταν και ο κύριος λόγος που παρακίνησε τον Πάπα Ουρβανό Η΄ (1623-1644) να κινήσει τη διαδικασία εναντίον του Γαλιλαίου και να περάσει τη θεωρία και το βιβλίο του Κοπέρνικου στο Index Librorum Prohibitorum.

Ο χώρος του Σύμπαντος, με τη Νέα Αστρονομία και Φυσική, αρχικά ξεφεύγει από το σύνολο των αριστοτελικών διαφοροποιημένων χώρων, ταυτίζεται στη συνέχεια με τον χώρο όπως αυτός ορίζεται από την Ευκλείδεια γεωμετρία, δηλαδή χώρος ομογενής και ισότροπος, για να καταλήξει τελικά, κατά τον 19ο και 20ό αιώνα, στον αδιευκρίνιστο, για τον κοινό ανθρώπινο νου, χώρο των μη Ευκλείδειων γεωμετριών.

Ο Κέπλερ, μυστικιστής και θρησκόληπτος, πίστευε ότι το Σύμπαν έβριθε από άρρητες και μυστικές δυνάμεις. Είχε την πεποίθηση ότι από τη στιγμή που μετέφερε τις μαθηματικές αρμονίες στη μελέτη της ουράνιας σφαίρας, ταυτόχρονα συνέδεε τις πλανητικές τροχιές με τέλεια γεωμετρικά σχήματα. Σύμφωνα με αυτόν τον χαρισματικό Γερμανό αστρονόμο, μόνον οι κινήσεις των ουρανίων σωμάτων, αέναες και τέλειες, προσφέρονταν για μαθηματική και γεωμετρική ανάλυση, εφόσον υποστήριζε ότι η Αστρονομία έπρεπε να βασίζεται στις αρχές της γεωμετρικής απλότητας. Ωστόσο, ο Κέπλερ ήταν προτεστάντης και ως τέτοιος δεν αισθάνθηκε ποτέ την πίεση του Καθολικισμού και της Ιεράς Εξέτασης.

Ύστερα από τις παρατηρήσεις και τις θεωρητικές μελέτες των δύο αυτών σπουδαίων αστρονόμων, του Γαλιλαίου και του Κέπλερ, η εκθρόνιση της Γης από την πλανητική πρωτοκαθεδρία της ήταν γεγονός. Μετά από χιλιάδες χρόνια ηγεμονίας του μικρού πλανήτη μας, το ηλιοκεντρικό σύστημα εδραιώθηκε και ο Ήλιος κατέλαβε δικαιωματικά τη θέση που κατείχε η Γη στο αντίστοιχο γεωκεντρικό σύστημα. Οι άφθαρτες κρυστάλλινες σφαίρες στο κλειστό αριστοτελικό γεωκεντρικό σύστημα με την άρτια εσωτερική διάταξη και την αδιατάραχτη ιεραρχία αντικαταστάθηκαν από τη νέα Κοσμολογία, που υιοθετούσε ένα άπειρο, άνευ ουδεμιάς φυσικής ιεραρχίας Σύμπαν.

Ο Κέπλερ, με τη Νέα Αστρονομία, που συνέγραψε το 1609, ήρθε σε αντίθεση με τις καθεστηκυίες ιδέες. Η υιοθέτηση της υλικής κινητήριας δύναμης –που εισηγήθηκε– αποτέλεσε το κύριο πλήγμα στη θεϊκά δημιουργημένη κοσμική τάξη, την οποία είχε επιβάλει στη δυτική διανόηση η αριστοτέλεια Φυσική.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι ο χαρισματικός Γαλιλαίος με τις ανεπανάληπτες παρατηρήσεις του και ο ιδιοφυής Κέπλερ, με τις θεωρητικές μελέτες του, ήταν οι πραγματικοί θεμελιωτές του νεότερου ηλιοκεντρικού συστήματος και οι νομοθέτες του πλανητικού μας συστήματος. Ο μεν πρώτος, με τις παρατηρήσεις του το 1609 με το πρωτοεμφανιζόμενο τότε τηλεσκόπιο, ο δε δεύτερος πάλι το 1609 έγραψε τη Νέα Αστρονομία, που πραγματικά τοποθετούσε σε νέες βάσεις την επιστήμη των ουρανών, αφού σ’ αυτό το έργο του παρουσίαζε τους δύο από τους τρεις βασικούς νόμους του που διέπουν τις κινήσεις των πλανητών. Οι τροχιές των πλανητών είναι ελλείψεις τη μία εστία της οποίας κατέχει ο Ήλιος και η επιβατική ακτίνα, που συνδέει τον Ήλιο με τον πλανήτη, διαγράφει σε ίσους χρόνους ίσα εμβαδά. Επομένως, η παρατηρησιακή θεμελίωση της ηλιοκεντρικής θεωρίας οφείλεται αποκλειστικά στον Γαλιλαίο, όπως η αντίστοιχη μαθηματική και αστρονομική θεμελίωσή της αποκλειστικά και μόνον στον Γιοχάνες Κέπλερ.

Μετά από όλα όσα αναφέραμε, η ηλιοκεντρική θεωρία, του Αρίσταρχου του Σάμιου και του αναβιωτή της, Νικόλαου Κοπέρνικου, ήταν –σύμφωνα με την Εκκλησία– βλασφημία γιατί έσπερνε νέες ιδέες για μια επιστήμη απαλλαγμένη από τον χαλινό του Καθολικισμού και της Ιερής Εξέτασης. Γι’ αυτόν τον λόγο το 1616, για να επανέλθουμε στο χρονικό μας πλαίσιο, η ηλιοκεντρική θεωρία του Αρίσταρχου και του Κοπέρνικου καταδικάστηκε από την Καθολική Εκκλησία ως παράλογη, ασεβής και «ψευδό-επιστημονική». Και αυτό έως το 1820, οπότε η ηλιοκεντρική θεωρία θεωρήθηκε από την Εκκλησία ως μάλλον «αποδεδειγμένη» και «επιστημονική», και σταμάτησαν τόσο η δίωξη όσο και οι διωγμοί εναντίον των υποστηρικτών της, που, όπως έχουμε αναφέρει, είχαν αρχίσει το 1616.

Υπάρχει λύση; Και βέβαια! Η λύση βρισκόταν και βρίσκεται στον διαχωρισμό των ρόλων. Έτσι κι αλλιώς ο Θεός είναι εκτός των ορίων της επιστήμης, ο Θεός φανερώνεται, δεν υπολογίζεται ούτε με εξισώσεις ούτε με θεωρίες. Οπότε η ενασχόληση των επιστημόνων με το θεϊκό, πιθανότατα εκτός από επικίνδυνη, είναι ταυτόχρονα και άγονη.

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι τα ερωτήματα που εγείρονται δεν είναι σημαντικά μόνο λόγω του ότι οι όροι «επιστήμη» και «επιστημονικό» μας κατακλύζουν. Το πρόβλημα της οριοθέτησης της επιστήμης έχει επίσης μεγάλη κοινωνική και πολιτική σημασία. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στην πάλαι ποτέ κραταιά Σοβιετική Ένωση, το κομμουνιστικό κόμμα διατηρούσε το δικαίωμα στο να αποφασίζει, ανά πάσα στιγμή, το τι είναι επιστήμη και τι όχι. Πέρα από αυτά, η αντίληψη περί του τι είναι ή δεν είναι επιστήμη, επηρεάζει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, την εκάστοτε κρατική επιστημονική πολιτική, με συνέπειες στην προώθηση ή τη στασιμότητα της επιστημονικής ή της αντίστοιχης τεχνολογικής έρευνας.

Έτσι, για παράδειγμα, μια εμπειριστική αντίληψη για το τι είναι επιστήμη ευνοεί την τυφλή εμπειρική έρευνα, χωρίς το αντίστοιχο ενδιαφέρον για τη θεωρητική της θεμελίωση και εμπέδωση. Για παράδειγμα, όλοι οι αστρονόμοι γνωρίζουμε ότι η Αεροπορία των Ηνωμένων Πολιτειών διατηρεί γραφείο υπεύθυνο για την συγκέντρωση και την ανάλυση πληροφοριών για τα Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα (Α.Τ.Ι.Α ή UFO), που αψηφούν τους γνωστούς νόμους της Φυσικής και μεταφέρουν εξωγήινους! Επίσης, είναι γνωστό, ότι πολλά πανεπιστήμια διατηρούν εργαστήρια για την «παραψυχολογική έρευνα», η οποία συγκρούεται με την «επίσημη φυσική επιστήμη» και δεν έχει δώσει έως τώρα ούτε ένα νόμο γι’ αυτά τα «παραψυχολογικά φαινόμενα».

Ασφαλώς, μια κάποια απάντηση στο ερώτημα για το τι είναι επιστήμη και τι είναι αυτό που την κάνει να έχει κύρος και να είναι τόσο αποτελεσματική, θα ήταν – όπως στον Μεσαίωνα– η προσφυγή σε κάποια αυθεντία, όπως στην αυθεντία του Αριστοτέλη και κάποιων άλλων αρχαίων φιλοσόφων. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται, η λύση αυτή μάλλον προκαλεί προβλήματα. Γνωστός είναι ο μύθος του πειράματος της Πίζας, που έκανε ο Γαλιλαίος. Όπως λοιπόν θρυλείται, προκειμένου να καταρρίψει την αριστοτελική δοξασία που δίδασκε ότι τα βαρύτερα σώματα πέφτουν γρηγορότερα στη γη από τα ελαφρότερα, ο Γαλιλαίος, ανέβηκε στον πύργο της Πίζας με δύο σώματα, ένα ελαφρύ και το άλλο βαρύτερο από το πρώτο τα οποία άφησε την ίδια στιγμή να πέσουν στο έδαφος από την κορυφή του πύργου. Τα δύο σώματα έφτασαν ταυτόχρονα στη γη, αδιαφορώντας για την παράδοση αιώνων.

Οι σοφοί καθηγητές στο Πανεπιστήμιο, αντί μέσω του πειράματος να διακρίνουν το λάθος του Αριστοτέλη, είπαν ότι τα σώματα δεν έπεσαν ταυτόχρονα στη γη, ενώ όσοι είδαν το αντίθετο, θεώρησαν ότι τους γέλασαν τα μάτια τους μια κι ο Αριστοτέλης δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Επομένως, η προσφυγή στην οποιαδήποτε αυθεντία δεν δίνει απαραίτητα ικανοποιητική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Επιπλέον μάλλον δημιουργούνται και άλλα προβλήματα.

Στον παραπάνω μύθο με το πείραμα του πύργου της Πίζας διαφαίνεται μία διαδεδομένη αντίληψη της εποχής μας για το τι είναι επιστήμη. Είναι η αντίληψη του Eμπειρισμού. Δηλαδή ότι όλες οι γνώσεις δημιουργούνται μέσω της εμπειρίας, η οποία αποτελεί την άμεση αντίληψη αντικειμένων και φαινομένων μέσω των αισθήσεων. Ο Γαλιλαίος και ο Κέπλερ ήταν οι πρώτοι αστρονόμοι και φυσικοί, που ξέφυγαν από την αντίληψη ότι η αληθινή γνώση βρίσκεται στη μελέτη των αρχαίων κειμένων των αυθεντιών, όπως ο πανεπιστήμονας Αριστοτέλης.

Τέλος, σύμφωνα με τον Αlexandre Koyré η επιστημονική επανάσταση του 17ου αιώνα συνέτριψε την αρχαιοελληνική έννοια του Κόσμου, του «πάνω-κάτω» της αριστοτελικής θεώρησης, έναν κόσμο στηριγμένο στις εντυπώσεις των αισθήσεων, τον οποίο και αντικατέστησε με το αρχιμήδειο Σύμπαν της ακρίβειας, τη γεωμετρικοποίηση του χώρου, του μέτρου και του μονοσήμαντου προσδιορισμού. Ο πραγματικός κόσμος δεν θεωρείται μια κλειστή, πεπερασμένη και ιεραρχικά διατεταγμένη ολότητα έτσι ακριβώς όπως την οριοθετούσε η μεσαιωνική προσέγγιση που ερμήνευε τον κόσμο με βάση την Βίβλο και συμφωνούσε με την αρχαιο-ελληνική γεωκεντρική θεώρηση, αλλά ένα ανοιχτό, άπειρο, ακαθόριστο Σύμπαν προσδιορισμένο από τους νόμους και τα θεμελιώδη συστατικά του. Η σύγκρουση στο κρίσιμο πεδίο της κοσμολογίας με την αντιπαράθεση για τον τρόπο προσέγγισης της φύσης είναι και το σημείο μετάβασης προς το άπειρο Σύμπαν. Παράγοντες αυτής της σύγκρουσης υπήρξαν οι πνευματικές εργασίες σπουδαίων επιστημόνων και φιλοσόφων του 16ου και 17ου αιώνα όπως ο Κοπέρνικος, ο Τύχο Μπράχε, ο Κέπλερ, ο Γαλιλαίος, ο Καρτέσιος και ο Νεύτωνας.

Εξάλλου, όπως γράφει ο Μπέρτραντ Ράσελ (Bertrand Russell): Ο Κέπλερ και ο Γαλιλαίος προχώρησαν από την παρατήρηση μεμονωμένων γεγονότων στη διατύπωση ακριβών ποσοτικών νόμων, που με τη βοήθειά τους μπορούσαν να προβλεφθούν μελλοντικά λεπτομερειακά γεγονότα. Αναστάτωσαν βαθιά τους σύγχρονούς τους, αφενός μεν επειδή τα συμπεράσματά τους έρχονταν σε τρομαχτική αντίθεση προς τις πεποιθήσεις της εποχής, αφετέρου δε γιατί η τυφλή πίστη σε μια αυθεντία επέτρεπε στους σοφούς να περιορίζουν τις έρευνές τους στις βιβλιοθήκες και οι καθηγητές πολύ ταράχτηκαν στην ιδέα ότι θα ήταν αναγκαίο να παρατηρούν τον κόσμο για να μάθουν πως ακριβώς είναι.

Με τις θέσεις του αυτές ο Μπέρτραντ Ράσελ μας δίνει αδρά τα χαρακτηριστικά που προσδίδουν στην επιστήμη οι λεγόμενοι θετικιστές φιλόσοφοι, όπως ο John Stuart Mill, ο Herbert Spencer, ή οι νεότεροι, όπως o Moritz Schlick, o Otto Neurath, o Kurt Gödel, o Rudolf Carnap κ.ά.

Σε πολύ γενικές γραμμές, για τον Θετικισμό, επιστήμη σημαίνει η βέβαιη και αποδεδειγμένη γνώση. Είναι η μόνη μέθοδος προκειμένου να φτάσουμε στην απόλυτη βεβαιότητα. Οι επιστημονικές θεωρίες κτίζονται με βάση τέτοιες ατομικές και καθολικές προτάσεις. Σύμφωνα με τον Θετικισμό ξεκινάμε από το μερικό, δηλαδή τις ατομικές προτάσεις που καταγράφουν παρατηρήσεις, και καταλήγουμε στο γενικό δηλαδή στις καθολικές προτάσεις, που αποτελούν και τους νόμους της επιστήμης.

Έτσι, οι βασικές γνώσεις του πρωτογενούς Θετικισμού είναι:

  1. Κάθε γνώση που αφορά γεγονότα βασίζεται στα «θετικά» στοιχεία της εμπειρίας (ο όρος θετικό ταυτίζεται με το καταφατικό), και
  2. Πέρα από τον κόσμο των γεγονότων υπάρχει ο κόσμος της καθαρής Λογικής και των καθαρών μαθηματικών.

Ο Θετικισμός, ως κύρια συνιστώσα της φυσικής σκέψης, είναι: λαϊκός, εγκόσμιος, αντιθεολογικός και αντιμεταφυσικός –απόρριψη της Μεταφυσικής–, με αυστηρή εμμονή στη μαρτυρία της παρατήρησης και της εμπειρίας – γνώση και πείραμα.

Τελικά, ο Θετικισμός, απορρίπτοντας τη Μεταφυσική, βοήθησε να ξεπεραστούν προκαταλήψεις του παρελθόντος και προώθησε την ανάπτυξη της λογικής φυσικής σκέψης. Σε μια θετικιστική θέα του κόσμου, η επιστήμη θεωρείται ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια και να κατανοήσουμε τον κόσμο όσο το δυνατόν καλύτερα ούτως ώστε να καταφέρουμε είτε να τον προβλέψουμε είτε να τον αλλάξουμε (Ε. Θεοδοσίου, Η Φιλοσοφία της Φυσικής, 2009, σελ. 94).

Από ότι φαίνεται όλη η ανάλυσή μας αναφέρεται στη Δυτική Εκκλησία, τον Καθολικισμό και τον Προτεσταντισμό. Η Ορθοδοξία, όπως άλλωστε αναφέρει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών στη Θεολογική Σχολή Γ.Ν. Φίλιας, δεν έχει εμπλακεί σ’ αυτή την αντιπαλότητα: Στην ορθόδοξη παράδοση της Ανατολικής Εκκλησίας δεν μπορούν να αναπτυχθούν οι δύο «ακρότητες» που χαρακτηρίζουν τη θεώρηση των λειτουργημάτων στη δυτική χριστιανική παράδοση: τον κληρικαλισμλό του Ρωμαιοκαθολικισμού και τη «λαοκρατία» των προτεσταντικών ομολογιών…. Η Ορθοδοξία δεν γνώρισε ποτέ καταστάσεις όπως εκείνη του μεσαιωνικού Χριστιανισμού, όταν η είσοδος στις τάξεις του κλήρου εθεωρείτο αντίστοιχης σημασίας με την είσοδο στο μηχανισμό της κρατικής εξουσίας (Εφημέριος, τεύχος 7, 2009, σελ. 7-8).

Βιβλιογραφία
Holy Bible: The Gideons International. Ed. 1979.
Θεοδοσίου Στράτος, Η Φιλοσοφία της Φυσικής – Από τον Καρτέσιο στη θεωρία των Πάντων. Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 2008.
Θεοδοσίου Στράτος και Δανέζης Μάνος, Η Οδύσσεια των ημερολογίων – Αναζητώντας τις ρίζες της γνώσης, Α΄ τόμος, Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 1996, σελ. 126.
Koyré Alexandre, From the Closed World to the Infinite Universe, Johns Hopkins University Press, Baltimore 1957, Reprint Harper Torch books, New York 1958.
Koyré Alexandre, The Astronomical Revolution: Copernicus-Kepler-Borelli. First ed. (in French), 1961.
Koyré Alexandre, Ο δυτικός πολιτισμός – Η άνθιση της επιστήμης και της τεχνικής (μετ. Βασίλης Κάλφας – Ζήσης Σαρίκας). Εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1991.
Kuhn Thomas S., The Structure of the Scientific Revolutions, 2nd ed. University of Chicago Press, Chicago 1983.
Kuhn Thomas S., H δομή των επιστημονικών επαναστάσεων. Μετ. Γ. Γεωργακόπουλος – Β. Κάλφας. ΄Εκδ. Σύγχρονα Θέματα, Θεσσαλονίκη 1981.
Popper Karl Raimund, Logik der Forschung, Spinger, Vienna 1934.
Παλαιά Διαθήκη. Έκδοση Αδελφότητας Θεολόγων η «Ζωή». Υπό Ιωάννου Θ. Κολιτσάρα. Έκδοση δεύτερη. Αθήνα 1987.
Popper Karl Raimund, The Logic of Scientific Discovery, by Mohr Siebeck, Routledge Series, Taylor and Francis group Ltd, 1959.
Popper Karl Raimund, Gonjectures and Refutations, 1st ed. 1963, Reprinted Routledge Series, Taylor and Francis group Ltd, 2004.
Russell Bertrand, A History of Western Philosophy, George Allen and Unwin Ltd, London 1946.
Russell Bertrand, A History of Western Philosophy, Simon and Schuster, Inc., 1972
Tρεμπέλα, Π. N., Η Παλαιά Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας. Τόμος Α΄ (Ψαλμοί), Έκδοση Αδελφότητας Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήναι, Απρίλιος 1976.
Φίλιας, Γ.Ν., Εκκλησία και λειτουργήματα, Εφημέριος, τεύχος 58, έτος 7ο, Εκδόσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα Σεπτέμβριος 2009, σελ. 5-8.

http://www.pemptousia.com/2011/07/%CE%B7-%CE%B5%CE%B4%CF%81%CE%B1%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αθέατος κόσμος και Σύγχρονη Φυσική (Β’ μέρος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 27th Ιουλίου 2011

Στράτος Θεοδοσίου

Ένα από τα πλέον ανεξήγητα θεολογικά θέματα, το οποίο αποτελεί και σημείο αντιρρήσεων, έως και απορριπτικών ενστάσεων εκ μέρους της κλασικής φυσικής θεωρίας, υπήρξε η πίστη στην ύπαρξη ενός άλλου μη αισθητού «πνευματικού» κόσμου, το ίδιο, αν όχι περισσότερο αληθινού από τον κόσμο των ανθρώπινων αισθήσεων. Ο αόρατος, ή ορθότερα μη αισθητός αυτός κόσμος, σύμφωνα με τις απόψεις πολλών θεολογικών ρευμάτων, έπρεπε να συνυπάρχει με τον αισθητό κόσμο μας, αποτελώντας με αυτόν μια αδιαίρετη και άτμητη ενότητα.

Πάνω σ’ αυτά ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής κ. Hλίας Oικονόμου, στο βιβλίο του «Θεολογική Oικολογία» (1994) αναφέρει τα παρακάτω:

«O άκτιστος Θεός βουλήθηκε και η βούλησή του υλοποιήθηκε σε αισθητή και μη αισθητή Kτίση. Έτσι υπάρχουν οι εξής πραγματικότητες:

1. H πραγματικότητα του Άκτιστου Tριαδικού Θεού.

2. H πραγματικότητα της Kτίσεως ως αποτέλεσμα της θείας βουλήσεως, δηλαδή ως η πραγμάτωση του βουλήματος του Θεού που υποδιαιρείται σε:

α. Mη αισθητή Kτίση αθέατου μεγαλείου.

β. Σε αισθητή Κτίση τεραστίας διαστάσεως, εκτάσεως, όγκου, ποικιλίας και δυνάμεως.

γ. Σε μεικτή από αισθητό και μη αισθητό στοιχείο Kτίση, τον μέγα και μικρόν άνθρωπο, κατά τον Γρηγόριο τον Nύσσης».

Βεβαίως την προηγούμενη θεολογική άποψη περί υπάρξεως μιας μη αισθητής δημιουργίας, είχαν εκφράσει, με καθαρά επιστημονική διάθεση, οι Έλληνες θετικοί επιστήμονες της αρχαιότητας, προχωρώντας ακόμα περισσότερο. Γι’ αυτούς ο κόσμος των αισθήσεων δεν αποτελούσε παρά μία ψευδαίσθηση, μια απατηλή δηλαδή εικόνα του πραγματικού μη αισθητού κόσμου.

Ο μη αισθητός κόσμος των προσωκρατικών φιλοσόφων

Η πρώτη νύξη περί της σχετικής μόνον αλήθειας των γεγονότων τα οποία γίνονται αντιληπτά μέσω των ανθρώπινων αισθήσεων, γίνεται από τον Ξενοφάνη ο οποίος αναφέρει: «Κανένας άνθρωπος δεν ξέρει, ούτε θα μάθει ποτέ την αλήθεια για τους θεούς και για τα όσα λέγω, γιατί ακόμα κι αν τύχει κάποιος να πει την πλήρη αλήθεια, δεν το ξέρει, για όλα τα πράγματα υπάρχουν μόνο γνώμες» [Αποσπ. 34, Σέξτος, Προς Φυσικούς VII, 49 και 110 πρβ Πλούταρχος]. Και ακόμα: «Ας θεωρηθεί ότι τα πράγματα μοιάζουν με την αλήθεια» [Απόσμ. 35, Πλούταρχος, Συμποσιακά ζητήματα ΙΧ, 7, 746b].

Μια δεύτερη νύξη καταγράφεται στα λόγια του Ηράκλειτου ο οποίος φέρεται να λέγει: «Η αληθινή δομή των πραγμάτων συνήθως κρύβεται» [Απόσπ. 123, Θεμίστιος, Λόγοι 5, σελ. 69D], και ακόμα: «Ο αφανής δεσμός είναι ισχυρότερος από τον φανερό» [Απόσπ. 54, Ιππόλυτος, Ελ. ΙΧ, 9,5].

Εκτός όμως της προηγούμενης περικοπής ο Σέξτος αναφερόμενος στις απόψεις του Ηρακλείτου μας πείθει τελικά ότι ο μεγάλος θετικός φιλόσοφος είχε αντιληφθεί πλήρως την ψευδαίσθηση του κόσμου των ανθρώπινων αισθήσεών μας. Αναφέρει λοιπόν: Ο Ηράκλειτος επίσης πίστευε ότι ο άνθρωπος διαθέτει δύο όργανα για τη γνώση της αλήθειας, την αίσθηση και τον «λόγο». Από αυτά τη μεν αίσθηση θεωρούσαν απατηλή, παραπλήσια με τους προηγούμενους φυσικούς, δέχεται δε σαν κριτήριο τον «λόγο» [Σέξτος VII 126 (Ηράκλειτος Α16)]. Η λέξη «λόγος» στο σημείο αυτό έχει το προσωκρατικό της νόημα. Δηλαδή με τη λέξη «λόγος» περιγράφεται το αντίθετο του προϊόντος της αίσθησης, το «μη αισθητό». Ο όρος «λόγος» με την προηγούμενη έννοια χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα από τη χριστιανική θεολογία προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια του Θεού, θεωρώντας τον μέσω αυτής της έκφρασης «μη αισθητόν».

Όμως και ο Παρμενίδης, όπως αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος και ο Σιμπλίκιος, είχαν μια ορθή άποψη για την ψευδαίσθηση του φυσικού κόσμου όπως αυτός συλλαμβάνεται μέσω των ανθρωπίνων αισθήσεων. Αναφέρουν ειδικότερα για τις απόψεις του Παρμενίδη: «Ο Παρμενίδης έλεγε ότι η φιλοσοφία είναι διττή: Η μία μορφή της είναι σύμφωνη με την αλήθεια, ενώ η άλλη κατά εικασία. Καθόρισε δε τον «λόγο» σαν κριτήριο, διότι οι αισθήσεις δεν είναι ακριβείς» [Διογένης ΙΧ 22 (Παρμενίδης Α1, 22]

«Οι άνδρες εκείνοι υπέθεταν δύο υποστάσεις: Τη μία του νοητού πραγματικού όντος, και την άλλη του γενομένου και αισθητού, το οποίο δεν καταδέχονταν να αποκαλούν απλά «oν» αλλά «νομιζόμενο ον». Δια τούτο λέγουν ότι η αλήθεια σχετίζεται με το πραγματικό oν, ενώ για το μεταβαλλόμενο oν (τα φυσικά πράγματα) υπάρχει μόνο εικασία». Ως «ον» στο σημείο αυτό νοούνται τα άτομα τα οποία κατά τον Δημόκριτο και Λεύκιππο ήταν οντότητες μη αισθητές (γυμνές από κάθε αισθητή ποιότητα), άρα αληθινές. Με τον όρο «νομιζόμενο ον» αναφέρονται τα «νομιζόμενα άτομα». Με λίγα λόγια δεν αντιλαμβανόμαστε τα άτομα (ον), αλλά κάτι που νομίζουμε ότι είναι άτομα (νομιζόμενο ον).

Οι απόψεις αυτές του Παρμενίδη περιγράφονται ολοκληρωμένα στο εξάμετρο ποίημά του, μεγάλα αποσπάσματα του οποίου διασώθηκαν από τον Σέξτο Εμπειρικό (προοίμιο) και τον Σιμπλίκιο.

Την ιδέα όμως της ψευδούς πραγματικότητας που δημιουργούν οι αισθήσεις μας, είχε σχηματίσει, σύμφωνα με τον Σέξτο Εμπειρικό, και ο Εμπεδοκλής: «Άλλοι ήσαν οι λέγοντες ότι κατά τον Εμπεδοκλή κριτήριο της αλήθειας δεν είναι οι αισθήσεις αλλά ο «ορθός λόγος». Του ορθού «λόγου» υπάρχουν δύο είδη, ο θείος και ο ανθρώπινος. Από αυτούς ο μεν θείος «λόγος» είναι ανέκφραστος (άρρητος), ο δε ανθρώπινος μπορεί να εκφραστεί» [Σέξτος VII 122 (Εμπεδοκλής Β1)].

Οι διατυπωμένες αυτές απόψεις, προγενέστερες του Δημοκρίτου, πιθανότατα αποτέλεσαν το αναγκαίο πρωτογενές υλικό πάνω στο οποίο στηρίχθηκε ο Δημόκριτος, αλλά και ο Λεύκιππος, προκειμένου να διατυπώσουν κάποιες πιο ολοκληρωμένες θέσεις πάνω στο εν λόγω θέμα, και αυτό προκειμένου να τεκμηριώσουν τη διατυπωθείσα ατομική θεωρία τους.

Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τις απόψεις του Δημόκριτου περί της «αλήθειας» της αισθητής Δημιουργίας, όπως αυτές μεταφέρονται από τους Σιμπλίκιο, Σέξτο, Γαληνό, Αέτιο και Αριστοτέλη.

1. Αλλά στους Κανόνες λέγει ότι υπάρχουν δύο είδη γνώσης, η μία μέσω των αισθήσεων και η άλλη μέσω της διάνοιας. Από αυτές, εκείνη που αποκτάται μέσω της διάνοιας την αποκαλεί γνήσια, αποδίδοντάς της αξιοπιστία για την εκφορά σωστής κρίσης, ενώ εκείνη που αποκτάται μέσω των αισθήσεων την ονομάζει νόθα, μη αναγνωρίζοντάς της το αλάθητο για τη διάγνωση του αληθινού. Λέγει κατά λέξη, «υπάρχουν δύο μορφές γνώσεις, μία γνήσια και μία νόθα. Στη νόθα ανήκουν όλα τα παρακάτω, η όραση, η ακοή, η οσμή, η γεύση, η αφή. Η άλλη μορφή γνώσης είναι γνήσια, που είναι ξέχωρη από αυτή (Δημόκριτος, απόσπ. 11, Σέξτος, Προς Φυσικούς VII, 138).

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι ως νόθα ο Δημόκριτος αναγνωρίζει τη γνώση η οποία προκύπτει μέσω των αισθήσεων, τις οποίες αναφέρει με το όνομά τους.

Ένα δεύτερο ενδιαφέρον σημείο που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι οι περισσότεροι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, μεταξύ των οποίων και ο Δημόκριτος, αναφέρονται στη νόηση, αναγορεύοντάς την σε μια έκτη αίσθηση, μέσω της οποίας μπορούμε να αντιληφθούμε τη μη αισθητή, αλλά υπαρκτή και αντικειμενική πραγματικότητα του φυσικού κόσμου. Ως εκ τούτου δεν θα φανεί πλέον παράδοξο αν επαναδιατυπώσουμε την άποψη ότι αν θέλουμε τους επόμενους αιώνες να αντιληφθούμε, ως αντικειμενική πραγματικότητα, τη φυσική και συμπαντική συγκρότηση, όπως αυτή εκφράζεται από τη σύγχρονη φυσική και αστροφυσική, θα πρέπει να εκπαιδεύσουμε τη νόησή μας αναγορεύοντάς την σε μια έκτη υπεραίσθηση.

2. Στα Κρατυντήρια (Αποδεικτικά στοιχεία), αν και είχε υποσχεθεί (ο Δημόκριτος) να αποδώσει στις αισθήσεις το κύρος της βεβαιότητας, ίσα ίσα βρίσκεται να τις καταδικάζει, γιατί λέγει: «Αλλά εμείς στην πραγματικότητα δεν συλλαμβάνουμε τίποτα το βέβαιο, παρά μόνο κάτι που αλλάζει ανάλογα με την κατάσταση του σώματος και των πραγμάτων που μπαίνουν μέσα του και ασκούν πίεση πάνω του» [(Δημόκριτος, απόσπ. 9, Σέξτος, Προς Φυσικούς VII, 136)].

3. Και πάλι λέγει (απόσπ. 10) «Έγινε λοιπόν φανερό με πολλούς τρόπους ότι στην πραγματικότητα δεν συλλαμβάνουμε την πραγματικότητα δεν συλλαμβάνουμε πως είναι ή πως δεν είναι το κάθε πράγμα». Και στο Περί Ιδεών (απόσπ. 6): «Ο άνθρωπος πρέπει να μάθει από αυτόν τον κανόνα ότι είναι χωρισμένος από την πραγματικότητα». Και πάλι (απόσπ. 7) «Και αυτό επίσης το επιχείρημα δείχνει ότι στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε τίποτα για κανένα πράγμα, αλλά για τον καθένα μας υπάρχει μια αναπλασμένη μορφή του, η πίστη». Και ακόμα (αποσπ.  «Ωστόσο, θα πρέπει να είναι φανερό ότι είναι πολύ δύσκολο να μάθουμε πως είναι στην πραγματικότητα το κάθε πράγμα» [(Δημόκριτος, απόσπ. 10 και 6-8, Σέξτος, Προς Φυσικούς VII, 136)].

4. «Ο Δημόκριτος αναιρεί μερικές φορές αυτά που φαίνονται στις αισθήσεις και λέγει ότι κανένα από αυτά δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παρά μόνο στη φαντασία των ανθρώπων» [(Δημόκριτος, απόσπ. 9, Σέξτος, Προς Φυσικούς VII, 135)].

5. «Επιπλέον, σε πολλά υγιή ζώα τα ίδια πράγματα φαίνονται αντίθετα από ότι σ’ εμάς, αλλά και ένας άνθρωπος δεν αισθάνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο τα πράγματα. Είναι λοιπόν άγνωστο πια από αυτά είναι αληθινά και πια ψεύτικα, γιατί τα μεν δεν είναι περισσότερο αληθινά από τα δε, παρά εξίσου. Γι’ αυτό ο Δημόκριτος λέγει ότι ή τίποτα δεν είναι αληθινό, ή (αν είναι αληθινό) είναι αφανές σ’ εμάς» [(Αριστοτέλης, Μετ. Γ5, 1009b7)].

6. «Άθλιε νου, αφού πήρες τις βεβαιότητές σου από εμάς (δηλαδή τις αισθήσεις) μας απορρίπτεις; Η απόρριψή μας είναι η κατάρρευσή σου» [(Δημόκριτος, απόσπ. 125, Γαληνός, Περί της ιατρικής εμπειρίας σ. 113, Walzer)].

Γιατί, όμως, αναφέραμε όλα τα προηγούμενα; Απλώς, για να δείξουμε ότι οι πολυσυζητημένες απόψεις περί της αντικειμενικής ύπαρξης ενός μη αισθητού κόσμου, δεν αποτελούν κάποιο καινοφανές εφεύρημα της χριστιανικής θεολογικής σκέψης. Μάλιστα, αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε, η ύπαρξη του μη αισθητού κόσμου, τεκμηριώνεται τόσο άρτια από τους Έλληνες προσωκρατικούς φιλόσοφους, ώστε πολλά θα είχε κερδίσει η Χριστιανοσύνη από τη σύζευξή της με την αρχαιοελληνική αποδεικτική λογικής.

Ας δούμε όμως τι πιστεύει η σύγχρονη επιστημονική λογική για το θέμα αυτού του περίεργου μη αισθητού συμπαντικού χώρου.

Το περίεργο καινούργιο Σύμπαν

Ένα από τα πολυσυζητημένα προβλήματα της σύγχρονης κοσμολογίας είναι το αν το Σύμπαν μας είναι άπειρο, ή αν η άποψη αυτή αποτελεί απλώς μια ψευδαίσθηση. Η εικόνα του απείρου χώρου θα μπορούσε να διαμορφωθεί από το φαινόμενο της καμπύλωσης του φωτός, περισσότερες από μία φορές, έτσι ώστε σε κάθε περιέλιξη της ακτίνας του, να παρουσιάζεται και ένα νέο είδωλο κάθε γαλαξία. Με τον τρόπο αυτό θα δημιουργείτο η ψευδαίσθηση της απειρίας των συμπαντικών μορφών, όπως ακριβώς στην περίπτωση, της τοποθέτησης ενός αντικειμένου μέσα σε μια αίθουσα με πολλαπλούς καθρέφτες.

Ιδέες, όπως οι προηγούμενες οδήγησαν τη σύγχρονη αστροφυσική στο να διαμορφώσει την άποψη ότι ο συμπαντικός χώρος είναι ένα «δυναμικό» μέσον, το οποίο, αναλόγως της κατανομής μάζας μέσα σ’ αυτό, μπορεί να καμπυλωθεί με τρεις δυνατούς τρόπους, οι οποίοι περιγράφονται από τρεις διαφορετικές γεωμετρίες, αυτές του Ευκλείδη, του Lobatschewski και του Riemann. Στις περιπτώσεις αυτές το Σύμπαν αναφέρεται αντίστοιχα σαν επίπεδο, υπερβολικό ή σφαιρικό.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι επειδή βρισκόμαστε μέσα στον χώρο του Σύμπαντος, η έννοια της καμπυλότητάς του δεν είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτή άμεσα μέσω των αισθήσεών μας. Το φαινόμενο αυτό ανιχνεύεται από παράγωγες ιδιότητες, όπως είναι η βαρυτική έλξη και οι γεωμετρικές παραμορφώσεις των ειδώλων.

Το παράδοξο όμως είναι ότι η γεωμετρία του Eυκλείδη, μπορεί να εφαρμοστεί με πολύ καλή προσέγγιση, σε πολύ μικρά κομμάτια ενός χώρου Lobatschewski ή Riemann. Eντούτοις η απόκλισή της από την αλήθεια γίνεται φανερή σε αστρονομική κλίμακα. Aυτό σημαίνει ότι η γεωμετρία του Eυκλείδη είναι μια οριακή περίπτωση της γεωμετρίας του Lobatschewski, η οποία με τη σειρά της αποδεικνύεται ότι είναι μια οριακή περίπτωση της γεωμετρίας του Riemann.

Εδώ όμως αρχίζουν τα παράδοξα για την κοινή ανθρώπινη λογική εφ’ όσον, όπως γνωρίζουμε σήμερα,οι αισθήσεις μας μπορούν να καταγράψουν και να συγκεκριμενοποιήσουν σχήματα που μορφοποιούνται μόνο μέσα σε χώρους μέχρι τριών διαστάσεων που περιγράφονται από την Eυκλείδεια γεωμετρία. Tα σχήματα τα οποία μορφοποιούνται μέσα σε χώρους, οι οποίοι περιγράφονται από μη Eυκλείδειες γεωμετρίες, όπως αυτές του Lobatschewski και του Riemann, ή σε Ευκλείδειους χώρους περισσότερων των τριών διαστάσεων δεν είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτά από τις ανθρώπινες αισθήσεις».

Επειδή λοιπόν η γεωμετρία του τετραδιάστατου χώρου της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας του Aϊνστάιν είναι μη Ευκλείδεια, μέσα στο Σύμπαν μας δεν θα έπρεπε να γίνονται αντιληπτές μέσω των αισθήσεών μας οι μορφές του συμπαντικού μας χώρου. Το ότι συνειδητοποιούμε τα σχήματα που μας περιβάλλουν, είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι αισθήσεις μας έχουν την ιδιότητα, δημιουργώντας ιδεατές τομές στο συνεχές χωροχρονικό γίγνεσθαι του συμπαντικού χώρου, να καταγράφουν μόνο μικρά κομμάτια του μη Ευκλείδειου χώρου που μας περιβάλλει, τα οποία όπως αναφέραμε προηγουμένως, με μεγάλη ακρίβεια, συμπεριφέρονται σαν τρισδιάστατοι Ευκλείδειοι χώροι, αντιληπτοί από τις αισθήσεις μας.

Έτσι στην ουσία αυτό που αντιλαμβανόμαστε δεν είναι παρά η προβολική σκιά μη Ευκλείδειων μορφών και σχημάτων μέσα στον τρισδιάστατο Ευκλείδειο χώρο, ο οποίος δημιουργείται μέσω αυθαιρέτων τομών του συνεχούς και αδιαίρετου συμπαντικού χωροχρόνου, τον οποίον αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας.

Όπως αναφέρει και ο διάσημος φυσικός και αστρονόμος Τζων Άρτσιμπαλντ Γουίλερ: «Οι έννοιες του χρόνου και του χώρου, δεν αντιπροσωπεύουν τη φύση της πραγματικότητας, αλλά τις παραστάσεις της ανθρώπινης συνείδησης» (1967). Για το ίδιο θέμα ο γνωστός αστροφυσικός Sir Φρεντ Χόυλ διατυπώνει την άποψη ότι: «Τα πάντα υπάρχουν. Ό,τι υπήρξε κάποτε και ό,τι θα υπάρξει στο μέλλον, ενυπάρχει ήδη στο παρόν. Μόνο η συνείδησή μας κάνει τον διαχωρισμό και δημιουργεί το αίσθημα της ιστορικής ανακολουθίας και αυτό του περάσματος του χρόνου. Τα αισθήματα όμως είναι ψευδαισθήσεις δημιουργήματα της συνείδησής μας, του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο».

Τα προηγούμενα γεγονότα τονίζονται με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο και από τον Michael Talbot στο βιβλίο του «Μυστικισμός και Σύγχρονη Επιστήμη» (1993). Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Σύμφωνα με τη νέα φυσική μόνο να ονειρευτούμε μπορούμε τον πραγματικό κόσμο. Τον ονειρευόμαστε να υπάρχει μυστηριωδώς ορατός πανταχού παρών στον χώρο και σταθερός στον χρόνο. Παρ’ όλα αυτά συγκατατεθήκαμε ενσυνείδητα στην πλαστή δημιουργία μη λογικών, αραιών και αιώνιων διαλειμμάτων (τομών) της αρχιτεκτονικής του, έτσι ώστε να μπορέσουμε ίσως να δούμε κάποτε πόσο ψεύτικο είναι το αρχικό μας πλαίσιο».

Όπως αντιλαμβανόμαστε από τα προηγούμενα, η σύγχρονη φυσική αποδέχεται θεωρητικά την ύπαρξη ενός υπεραισθητού συμπαντικού, πραγματικού χώρου, όπως και η θεολογική σκέψη. Το γεγονός αυτό δεν είναι δυνατόν να το αντιληφθούν όσοι αγνοούν τη σύγχρονη φυσική και αστροφυσική και βρίσκονται προσκολλημένοι σε επιστημονικές απόψεις του περασμένου αιώνα.

Βιβλιογραφία
Στράτος Θεοδοσίου και Μάνος Δανέζης: «Στα Ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ». Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 2000.
Μάνος Δανέζης και Στράτος Θεοδοσίου: «Το Σύμπαν που αγάπησα», Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 1999.

Corpus Hypercubus (Salvador Dali, 1954)

Ο πίνακας του Salvador Dali εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης και παρουσιάζει τον Εσταυρωμένο πάνω στο ανάπτυγμα ενός υπερκύβου που ομοιάζει με έναν κυβιστικό σταυρό. Στο έργο αυτό είναι φανερός ο υπαινιγμός για την πραγματική φύση του Θεανθρώπου. Το μυστήριο της θείας φύσης Του κρύβεται στο γεωμετρικό και φυσικό νόημα αυτού του σχήματος. Η φυσική υπόσταση του εσταυρωμένου Θεανθρώπου, ταυτιζόμενη με το ανάπτυγμα της προβολής ενός μη αισθητού τετραδιάστατου υπερκύβου, του κυβιστικού δηλαδή σταυρού, περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο την υπεραισθητή φύση Του.

Η ανθρώπινη φιγούρα του Ιησού δεν αποτελεί, όπως και ο κυβιστικός σταυρός πάνω στον οποίο είναι εσταυρωμένος, παρά μια σκιά, μια ψευδαίσθηση της πραγματικής Του φύσης, η οποία εξελίσσεται στα πλαίσια ενός τετραδιάστατου μη Ευκλείδειου συμπαντικού χώρου, ενός χώρου του οποίου οι μορφές και τα σχήματα δεν γίνονται αντιληπτά από τις ανθρώπινες αισθήσεις. Ο μεγάλος ζωγράφος γνώστης των μαθηματικών, είχε αντιληφθεί πριν από όλους την πραγματική θέση του Ιησού μέσα στο συμπαντικό γίγνεσθαι.

http://www.pemptousia.com/2011/07/%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αθέατος κόσμος και Σύγχρονη Φυσική (Α’ μέρος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 27th Ιουλίου 2011

Στράτος Θεοδοσίου

Ένα ευδιάκριτο χαρακτηριστικό της σύγχρονης θεολογικής πραγματικότητας, η οποία αναπτύσσεται στις Δυτικές κοινωνίες είναι και η προσπάθεια αντίκρουσης των υπερβατικών θέσεων της χριστιανικής Θεολογίας, μέσω της διατύπωσης απόψεων οι οποίες στηρίζονταν στα πορίσματα των θετικών επιστημών (αντιρρητική Θεολογία).

Μολονότι πιστεύουμε ότι η καλόπιστη ανάπτυξη αντιθέτων υποθέσεων και απόψεων, πάνω σε κάθε θέμα, αποτελεί τον ασφαλέστερο δρόμο διερεύνησης της αλήθειας, δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε μια σειρά επιστημονικών ανακολουθιών.

  1. Η σημερινή θετική επιστημονική σκέψη θεωρεί δεδομένο ότι το σύνολο της σημερινής επιστημονικής γνώσης, αναπόφευκτα στο μέλλον, θα επεκταθεί, θα διορθωθεί, θα συμπληρωθεί, ή ακόμα και θα καταργηθεί, υπό το βάρος νέων δραματικών επιστημονικών ανακαλύψεων. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες άλλων – εκτός των θετικών επιστημών – κατευθύνσεων, οι οποίοι αγνοούν την προηγούμενη αλήθεια, δεν θα πρέπει να στηρίζουν δογματικές θεολογικές θέσεις τους σε φθαρτές και πρόσκαιρες επιστημονικές απόψεις. Οι απόψεις τους αυτές είναι βέβαιο ότι θα ανατραπούν, μόλις ανατραπούν οι επιστημονικές απόψεις πάνω στις οποίες στηρίζονται.
  2. Η αντιρρητική Θεολογία, σε πολλές περιπτώσεις, στηρίζεται σε επιστημονικές απόψεις του 17-18ου αιώνα οι οποίες έχουν πάψει πλέον να ισχύουν. Λόγω αυτού του γεγονότος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αν οι διάφορες Θεολογικές Σχολές θέλουν να συνεχίσουν με σοβαρότητα και υπευθυνότητα το απαντητικό-αντιρρητικό τους έργο, θα πρέπει να μελετήσουν σε βάθος τα νέα επιτεύγματα των θετικών επιστημών και να προσαρμόσουν – αν είναι δυνατόν – τις επιστημονικές απαντήσεις τους πάνω σ’ αυτά. Με λίγα λόγια συνιστούμε στους θεολόγους να ακολουθήσουν το παράδειγμα των Πατέρων της χριστιανικής Εκκλησίας και να γίνουν κι αυτοί άριστοι γνώστες των επιτευγμάτων των θετικών επιστημών.

Επειδή όμως, όλα τα προηγούμενα πρέπει να γίνουν όσο το δυνατόν περισσότερο κατανοητά, θεωρούμε υποχρέωσή μας να δώσουμε ένα απτό παράδειγμα διερευνώντας – σύμφωνα με τις απόψεις της σύγχρονης επιστήμης – ένα πρόβλημα το οποίο αποτέλεσε μέσα στους αιώνες, σημείο τριβών και συγκρούσεων μεταξύ φιλοσόφων, θεολόγων και θετικών επιστημόνων.

Το πρόβλημα αυτό αφορά την ύπαρξη μιας αόρατης από τις ανθρώπινες αισθήσεις, αλλά πραγματικής και αντικειμενικής πραγματικότητας, η οποία συνυπάρχει, το ίδιο πραγματική, με αυτό που αποκαλούμε αισθητό κόσμο.

Πριν από όλα όμως είναι επιβεβλημένο, προς χάριν των αμύητων στις θετικές επιστήμες, να αναφερθούμε σε κάποια νέα δεδομένα που αφορούν τη νέα επιστημονική θεώρηση.

Θεολογία και σύγχρονη Φυσική

Προκειμένου, όμως, να κατανοήσουμε τη σύγχρονη φυσική και αστροφυσική θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι τα παρακάτω τρία βασικά δεδομένα, τα οποία καθόριζαν την έννοια «επιστήμη» από το 1700 μ.Χ. μέχρι τις ημέρες μας έχουν αλλάξει δραματικά.

1 Μέχρι σήμερα η έννοια της ανθρώπινης κοινής λογικής, της λογικής που ανέπτυξε ο άνθρωπος μέσω των αισθήσεών του, ταυτιζόταν με την επιστημονική λογική. Τώρα πλέον, η σύγχρονη επιστημονική σκέψη διαφοροποιείται όλο και περισσότερο από την «κοινή ανθρώπινη λογική», έτσι ώστε, όποιος δεν έχει εκπαιδευτεί από μικρός σε αυτή, να μην μπορεί να κατανοήσει την αλήθεια των φυσικών γεγονότων που περιγράφονται από τη σύγχρονη φυσική θεωρία. Το κακό βέβαια είναι ότι το παγκόσμιο εκπαιδευτικό σύστημα, δεν βοηθάει προς την κατεύθυνση της αφομοίωσης των νέων αυτών νοητικών διαδικασιών.

2. Ένα δεύτερο δεδομένο – το οποίο ανατράπηκε από τη σύγχρονη φυσική – ήταν η έννοια της «ύλης», όπως αυτή γινόταν αντιληπτή από τις αισθήσεις μας και αποτελούσε το αντικείμενο επεξεργασίας της εφαρμοσμένης επιστήμης. Μαζί με τη έννοια της ύλης, ξεπεράστηκε και η Νευτώνεια κλασική φυσική, βάσει της οποίας μελετούσαμε το Σύμπαν, και η οποία αντικαταστάθηκε από τη σχετικιστική και κβαντική φυσική, καθώς και τη φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων.

Για το θέμα αυτό ο Τσαρλς Μιούζες στο βιβλίο του Συνείδηση και πραγματικότητα αναφέρει τα εξής: Ένα δέντρο, ένα τραπέζι, ένα σύννεφο, μια πέτρα, όλα αυτά διαλύονται από την επιστήμη του 20ού αιώνα σε κάτι που συνίσταται από το ίδιο υλικό. Αυτό το κάτι είναι ένα συνονθύλευμα στροβιλιζόμενων σωματιδίων που υπακούουν στους νόμους της κβαντικής φυσικής. Τούτο σημαίνει ότι όλα τα αντικείμενα που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι απλές τρισδιάστατες εικόνες, οι οποίες σχηματίζονται από κύματα, υπό την επίδραση ηλεκτρομαγνητικών και πυρηνικών διαδικασιών (1972).

Ομοίως η ύλη για τη Θεωρία της Σχετικότητας δεν είναι πλέον το αναλλοίωτο σύμπλεγμα μορίων του Νεύτωνα, αλλά ένα πύκνωμα ενός ενεργειακού ρεύματος. Στο πλαίσιο του χωροχρόνου του Αϊνστάιν, η ύλη δεν αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα, αλλά είναι μια ιδιομορφία του πεδίου. Ένα σωματίδιο δεν είναι τίποτα άλλο από ένας κινούμενος, μη αισθητός στρόβιλος μέσα στον χώρο.

Αυτό που μέχρι σήμερα αντιλαμβανόμαστε σαν απτή και εξατομικευμένη ύλη, για τη σύγχρονη φυσική δεν είναι παρά ένα ψευδές κατασκεύασμα των αισθήσεών μας.«Βλέπουμε» δηλαδή το περιβάλλον μας όχι όπως στην πραγματικότητα είναι, αλλά όπως οι αισθήσεις μας μάς επιτρέπουν να το αντιληφθούμε.

3. Ένα τρίτο δεδομένο, το οποίο άλλαξε δραματικά τις επιστημονικές περί Σύμπαντος απόψεις μας, είναι η φύση του χώρου μέσα στον οποίο δημιουργούνται τα φυσικά γεγονότα.

Η κλασική Νευτώνεια φυσική, θεωρούσε ως αυτονόητο το γεγονός ότι ο χώρος του Σύμπαντος περιγράφεται από τη γεωμετρία του Ευκλείδη. Αυτό αρκούσε εφ’ όσον γνωρίζαμε ότι οι ανθρώπινες αισθήσεις μπορούν να αντιληφθούν μόνο μορφές και σχήματα τα οποία υλοποιούνται μέσα σε Ευκλείδειους χώρους, μέχρι και τριών διαστάσεων. Όμως και αυτή μας η πίστη αποδείχθηκε λανθασμένη, όταν ο Αϊνστάιν μέσω της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, απέδειξε ότι ο χώρος του Σύμπαντος δεν είναι Ευκλείδειος, αλλά περιγράφεται από μία άλλη γεωμετρία, αυτή του Ρήμαν, η οποία διαφέρει ριζικά από την αντίστοιχη του Ευκλείδη.

Το γεγονός αυτό δεν θα είχε και μεγάλη σημασία αν δεν γνωρίζαμε κάτι συγκλονιστικό, ότι κάθε σχήμα και μορφή που υλοποιείται σε ένα τέτοιο χώρο (οσονδήποτε διαστάσεων), δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από τις ανθρώπινες αισθήσεις».

Αυτό που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας δεν είναι οι πραγματικές μορφές και τα σχήματα του Σύμπαντος που μας περιβάλει, αλλά οι προβολές τους, οι σκιές τους δηλαδή, μέσα και πάνω σε μικρά τμήματα του Σύμπαντος, που λόγω του μεγέθους τους, συμπεριφέρονται σαν Ευκλείδειοι χώροι, και ως εκ τούτου γίνονται αντιληπτοί από τις ανθρώπινες αισθήσεις.

Είναι βέβαια φανερό, ότι αυτές οι προβολές (σκιές) των πραγματικών μορφών που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας, δεν έχουν καμιά σχέση με τον πραγματικό κόσμο του Σύμπαντος, ο οποίος προσεγγίζεται μόνο μέσω μαθηματικών σχέσεων.

Τελικά αυτό που θα πρέπει να αντιληφθούμε είναι ότι ζούμε μέσα σε ένα Σύμπαν που δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε μέσω των αισθήσεών μας και ότι αυτό που μπορούμε να αντιληφθούμε δεν είναι παρά μια σκιά αυτού που πραγματικά υπάρχει.

Όλα τα προηγούμενα, όμως, δεν σημαίνουν ότι η κλασική φυσική θεωρία, όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, δεν συνεχίζει να λειτουργεί άψογα όταν μελετάμε φαινόμενα μέσα σε μικρά κομμάτια του Σύμπαντος όπως λ.χ. είναι το πλανητικό μας σύστημα. Πάνω στις κλασικές αυτές επιστημονικές γνώσεις στηρίζεται η σύγχρονη τεχνολογία που κάνει τη ζωή μας άνετη και ευχάριστη. Όταν όμως έχουμε να μελετήσουμε συνολικά μεγάλες περιοχές του Σύμπαντος, ή ακόμα ολόκληρο το Σύμπαν, όπου οι αισθήσεις μας στέκουν αδύναμες, η επιστήμη μπορεί να συνεχίσει την έρευνα, εφ’ όσον τα φαινόμενα, οι μορφές και τα σχήματα που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τις ανθρώπινες αισθήσεις, μπορούν να περιγραφούν από μαθηματικές σχέσεις τις οποίες η επιστήμη ονομάζει πρότυπα (μοντέλα).

Πρέπει λοιπόν να συνειδητοποιήσουμε ότι η μελέτη του μεγάκοσμου του Σύμπαντός μας δεν είναι πλέον έργο της εμπειρικής και αποδεικτικής μέσω των αισθήσεων επιστήμης, αλλά ένα έργο του νου μας, τον οποίο ίσως πολύ σύντομα θα πρέπει να τον χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος, σαν μια επιπλέον αίσθηση, πιο ευαίσθητη από την όραση και την ακοή.

Βεβαίως όλα τα προηγούμενα πιστοποιούν το γεγονός, ότι εκτός των άλλων, άλλαξε το φιλοσοφικό υπόβαθρο των θετικών επιστημών. Από το 1700 μ.Χ. και έπειτα, η επικράτηση μέρους των ιδεών του Αριστοτελισμού, σε βάρος του Πλατωνικού Ιδεαλισμού, στη Δυτική Ευρώπη, δημιούργησε το καθεστώς θεοποίησης της ύλης και των εφαρμογών της, δημιουργώντας αυτό που σήμερα λέμε σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό. Με βάση τον Αριστοτελισμό, κυριάρχησε ο πραγματισμός του κόσμου των αισθήσεων και μια λογική που στηριζόταν στην Εμπειριοκρατία.

Ο μη αντιληπτός, από τις αισθήσεις, αλλά υπαρκτός, κόσμος των ιδεών του Πλάτωνα, και η θεωρία απεικόνισης του στις υλικές αισθητές μορφές, μη έχοντας τότε καμιά επιστημονική στήριξη και τεκμηρίωση, έγινε εύκολη λεία της αριστοτελικής πρακτικής σκέψης.

Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει, και μάλλον ο Πλατωνισμός παίρνει μια πανηγυρική ρεβάνς.

Όπως ήδη συζητήσαμε, η επιστήμη γνωρίζει ότι το Σύμπαν μας, όπως ακριβώς πίστευε και ο Πλάτωνας, είναι μη αισθητό λόγω του γεγονότος ότι περιγράφεται από μία μη Ευκλείδεια γεωμετρία. Και ακόμη ότι οι μορφές και τα σχήματα που αντιλαμβανόμαστε δεν αποτελούν παρά ψευδείς απεικονίσεις, άλλων, πραγματικών μεν αλλά μη αισθητών γεγονότων, τα οποία αποτυπώνονται σαν σκιές πάνω σε μικρά τμήματα του χώρου που οι αισθήσεις μας έχουν τη δυνατότητα να τα αντιλαμβάνονται.

Όμως δεν είναι μόνο ο Πλάτωνας που είχε προβλέψει τη νέα φυσική πραγματικότητα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους Ηράκλειτο, Δημόκριτο και Παρμενίδη, οι οποίοι δίδασκαν ότι αυτά που φαίνονται αντιληπτά στις αισθήσεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά δημιουργούνται μόνο στη φαντασία των ανθρώπων, και ακόμα ότι η γνώση που προέρχεται από τις αισθήσεις είναι ψευδής, ενώ μόνο η διανοητική σύλληψη των πραγμάτων μας οδηγεί στη συμπαντική αλήθεια.

Με βάση τα προηγούμενα μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως οι προσωκρατικοί Έλληνες φιλόσοφοι είχαν φθάσει, πριν από μας, στη σύλληψη των βασικών αρχών που διέπουν τη λογική των σύγχρονων θετικών επιστημών.

http://www.pemptousia.com/2011/07/%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-/

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Δαλάι Λάμα και θιβετιανός Βουδισμός

Συγγραφέας: kantonopou στις 24th Ιουλίου 2011

[Dalai_Lama2.jpg]
Ο Θιβετιανός Βουδισμός, ή Λαμαϊσμός, ιδρύθηκε ως αίρεση τον 15ο αιώνα μ.Χ. από έναν διδάσκαλο του Βουδισμού τον Τσονν α – πα, καί από τον τρίτο διάδοχό του ηγεμονεύεται εσαεί το Θιβέτ, δίνοντας δύο αντίστοιχους τίτλους στους δύο ηγέτες του: Δαλάι Λάμα (ωκεανός σοφίας) ο ένας και Παντσέν Λάμα (πνευματική αυθεντία) ο άλλος! Οι Δαλάι – Λάμα θεωρούνται ενσαρκώσεις του Βούδα που υποτίθεται ότι ξαναγεννήθηκε, και είναι οι πολιτικοί αρχηγοί του Θιβέτ που από τον 17ο αιώνα ως το 1950 είχαν την πνευματική δικαιοδοσία μέχρι τη Μογγολία, σ’ ένα μέρος της Κίνας, το Μπουτάν, και το Σικκίμ. Από το 1959 οι Κινέζοι κατέλαβαν το Θιβέτ και ο 14ος στη σειρά Δαλάι Λάμα κατέφυγε με 100.000 Θιβετιανούς στην Ινδία σχηματίζοντας εξόριστη κυβέρνηση.
Σχετικά με την διαδοχή τους, ισχύει η «παράδοση» ότι άμα πεθάνει ο εκάστοτε Δαλάι Λάμα, εκλέγεται ως διάδοχός του όποιο παιδί γεννηθεί την ώρα του θανάτου του, που αναγνωρίζεται από διάφορα σημάδια τα οποία καθορίζουν ότι το παιδί είναι η ενσάρκωση του Βούδα, ασχέτως αν η ζωή του κάθε Δαλάι Λάμα μπορεί να συνοδεύεται από ευτράπελα και αμαρτωλή ζωή, όπως ο 6ος στη σειρά Δαλάι Λάμα (1683-1706), ο οποίος έζησε άσωτα με πόρνες, πίνοντας, μεθύοντας, συντάσσοντας ερωτικά τραγούδια κ.α. ώσπου δολοφονήθηκε σε ηλικία 23 ετών! Σε αντίθεση με τον 5ο Δαλάι Λάμα που διαπιστώθηκε από τους Θιβετιανούς ότι όχι μόνο ήταν η μετενσάρκωση των προηγούμενων Δαλάι Λάμα αλλά ήταν και η θεότητα Μποντισάτβα Αβαλοκιτεσβάρα, η οποία εμφανίζεται περιστασιακά στη Γη για να βοηθήσει τους θνητούς!!!
Οι Δαλάι Λάμα υπήρξαν οι κύριοι πνευματικοί οδηγοί της Κεντρικής Ασίας, καθώς καί διοικητές αλλά και πνευματικοί δάσκαλοι των Μογγόλων Χαν, διαφόρων Κινέζων αυτοκρατόρων και πολυπληθών λαών της Κεντρικής Ασίας.
Όλα αυτά έχουν να κάνουν με παραδόσεις που σέβονται εκατομμύρια άνθρωποι θεωρώντας κάποιους ανθρώπους ως θεούς, που στην περίπτωση του Βούδα, η θρησκεία του έχει να κάνει με έναν άνθρωπο που ενώ έσκασε από το πολύ φαΐ στα γηρατειά του και η ζωή του είχε πολλά τρωτά σημεία, παρόλα αυτά λατρεύεται μέχρι σήμερα ως θεός!

Στρατής Ανδριώτης

http://stratisandriotis.blogspot.com/2009/07/blog-post_09.html

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Διαλογισμός (ή αυθυποβολή και αυτοΰπνωση). Τελικά τι είναι ο διαλογισμός;

Συγγραφέας: kantonopou στις 23rd Ιουλίου 2011

Τελικά τι είναι ο διαλογισμός;

ΥΠΝΩΣΗ . Πως τον διδάσκουν; Ενώ υπάρχουν πολλές τεχνικές και μέθοδοι για τον διαλογισμό, τελικά όλες καταλήγουν σε ένα κοινό σημείο. Φέρνουν τον νου σε μία «κατάσταση» μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης. Σε αυτή την κατάσταση ο νους οδηγείται από την φωνή του εκπαιδευτή και δέχεται παθητικά τις εικόνες και τις ιδέες που του υποβάλει. Αντίθετα απουσιάζει η κριτική ικανότητα και η σκέψη που θα μπορούσαν να διαφωνήσουν και να προβάλουν αντίσταση στις ιδέες του «εκπαιδευτή». Αυτό είναι ύπνωση!

ΥΠΑΚΟΗ ΣΕ ΕΝΤΟΛΕΣ . Σε αυτή την κατάσταση της ύπνωσης που αφήσαμε να μας παρασύρουν, και παραδώσαμε το μυαλό μας παιχνίδι στα χέρια τους, μαθαίνουμε δύο πράγματα 1) την τεχνική του διαλογισμού και 2) να υπακούμε στις εντολές που μας δίνουν. Για το πρώτο γίνεται πολύς λόγος, για το δεύτερο κουβέντα.

ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ. Σιγά-σιγά, στην πράξη, καθώς εξασκούμε τον διαλογισμό, χωρίς συζήτηση, χωρίς σκέψη, δεχόμαστε την ύπαρξη μεταφυσικών ιδεών, όπως «ενεργειακά κέντρα» (τσάκρας), κουνταλίνη, πράνα, κ.λ.π., που μπορεί κάλλιστα να μην υπάρχουν καν, να είναι δημιουργήματα της φαντασίας, θρησκευτικά παραμύθια του Ινδουισμού. Αυτές οι «ιδέες» είναι αναπόσπαστα δεμένες με τις «τεχνικές». Δεν μπορεί να «δουλεύει» κανείς στα «ενεργειακά του κέντρα» χωρίς να πιστεύει στην ύπαρξη της Κουνταλίνη. Οι ασκήσεις αναπνοής γίνονται για να συγκεντρώσει κανείς την ενέργεια της Πράνα, για αυτό λέγονται και Πραναγιάμα. Τώρα αν υπάρχει ή όχι η «ενέργεια της Πράνα», αυτό δεν πολυσυζητιέται. Πρέπει κανείς να το …καταπιεί αμάσητο, να τους πιστέψεις… Έτσι χωρίς πολλά-πολλά χειραγωγείται η συνείδησή μας και παραβιάζεται με ύπουλο τρόπο η ελευθερία μας. Προφανώς θέλουν να μας κάνουν υπάκουους και όχι σκεπτόμενους.

ΦΑΝΤΑΣΙΑ. Έτσι σιγά-σιγά, όσο περισσότερο εξασκούμαστε στις τεχνικές, τόσο περισσότερο δημιουργείται μέσα μας ένας φανταστικός χώρος που αρχίζουμε να τον πιστεύουμε σαν πραγματικό. Έτσι μέσα στον νου μας δημιουργείται σύγχυση, καθώς η φαντασία μπερδεύεται με την πραγματικότητα. Μαθαίνουμε να αποδίδουμε την αιτία διαφόρων γεγονότων σε ανύπαρκτα πράγματα, όπως το «κάρμα», η ευλογία του γκούρου, στις γιογκικές δυνάμεις, στα άστρα. Έτσι μπερδευόμαστε και δεν μπορούμε να φτάσουμε στις αληθινές αιτίες, μια και δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το πραγματικό από το φανταστικό, το αληθινό από το ψεύτικο. Έτσι μειώνεται η ικανότητα μας να ζούμε και να αντιμετωπίζουμε τον πραγματικό κόσμο,

ΑΥΤΟΫΠΝΩΣΗ- ΑΥΘΥΠΟΒΟΛΗ . Με τα πρώτα σεμινάρια, με τις πρώτες τεχνικές που μας μαθαίνουν, μας «βάζουν σε ένα δρόμο». Αφού μας σπρώξουν προς αυτή την κατεύθυνση μας αφήνουν να «προχωρήσουμε» μόνοι μας. Μας δελεάζουν πρώτα με μεγάλες υποσχέσεις, για κρυμμένες δυνάμεις του νου, για πνευματική αφύπνιση, που θα μας κάνουν υπεράνθρωπους. Έτσι αρχίζουμε να εξασκούμε μόνοι μας τις τεχνικές… με ζήλο. Αυτοί μας περιμένουν στην παρακάτω γωνία για να λύσουν τις απορίες μας και να μας διδάξουν ανώτερες τεχνικές.

ΥΠΟΤΑΓΗ ΣΕ ΙΕΡΑΡΧΙΚΕΣ ΔOΜΕΣ . Έτσι αποκτούμε «δασκάλους» και άρα εμείς γινόμαστε μαθητές, κατώτεροι… έτσι αποκτούμε «θεϊκούς γκουρού» και άρα εμείς γινόμαστε οπαδοί-λάτρεις-πιστοί του «ανθρωποθεού» που βρίσκεται στην κορυφή της οργάνωσης και στον οποίο οφείλουμε απόλυτη υποταγή αφού αυτός είναι «θεός» και εμείς… σκέτοι άνθρωποι. Έτσι υποτασσόμαστε σε μια ιεραρχική δομή που αναπτύσσεται με το σύστημα της πυραμίδας.

ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ. Μετά θα ακολουθήσει η οικονομική μας εκμετάλλευση, μια και τα σεμινάρια δεν θα είναι για πάντα δωρεάν. Θα μας ζητηθεί να προσφέρουμε δωρεάν υπηρεσίες, δουλειά και χρόνο για «να υπηρετήσουμε την ανθρωπότητα ή τον γκούρου». Φυσικά οι άνθρωποι αυτοί δεν γνωρίζουν τα πέντε πράγματα που μας είπαν στο πρώτο σεμινάριο. Έχουν πολλές γνώσεις ψυχολογίας και ικανότητα για «ψυχολογικό χειρισμό» και όλοι γνωρίζουμε ότι η μονόπλευρη πληροφόρηση γίνεται πλύση εγκεφάλου. Πάντως δεν είναι λίγοι αυτοί που πείστηκαν να δωρίσουν περιουσιακά τους στοιχεία σε κάποιο «καταφερτζή» Ινδό που έστησε το «πνευματικό μαγαζάκι» του κάπου στην πλούσια Δύση.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ. Όταν με τον διαλογισμό (ύπνωση- αυτοΰπνωση-αυθυποβολή) κατορθώσουν να αποδομήσουν την προσωπικότητά μας και να δομήσουν μέσα στο νου μας ένα σύστημα πλάνης (κάρμα-μετενσάρκωση-κρυμμένες δυνάμεις-κ.λ.π.), το οποίο συντηρείται με την τακτική επανάληψη του διαλογισμού, τότε είναι πολύ δύσκολο για έναν συνηθισμένο άνθρωπο να ξεφύγει από αυτά τα αόρατα πνευματικά δίχτυα… Μόνο τα αποτελέσματά τους μπορεί να δει κανείς γύρω του… Είδα ανθρώπους να παρατάνε τις σπουδές τους για να γίνουν άμισθοι εργάτες σε κάποιο άσραμ ενός γκουρού, άλλους να τρελαίνονται -από την «λαθεμένη εφαρμογή των πνευματικών ασκήσεων» είπαν- και άλλους να πεθαίνουν πάμπτωχοι, γιατί «πείσθηκαν» να δωρίσουν την περιουσία τους στον γκούρου που θα την χρησιμοποιούσε καλύτερα από αυτούς για «το καλό της ανθρωπότητας» ή για να κάνει μια συλλογή από 100 Rolls Royce ! Εμείς πάθαμε και μάθαμε και για αυτό σας ενημερώνουμε… Ψάξτε, ρωτήστε και αλλού, τα θύματά τους δεν είναι λίγα, έχουν γραφτεί και βιβλία! Ρωτήστε και αυτούς που τους απορρίπτουν, ακούστε τα επιχειρήματα, μη δέχεστε μονόπλευρη πληροφόρηση, μην αφήνετε την ζωή σας να εγκλωβισθεί μέσα σε ένα ψέμα, ψάξτε για την αλήθεια και αυτή θα σας ελευθερώσει.

ΜΑΓΕΙΑ. Φυσικά και οι άνθρωποι αυτοί που βρίσκονται στην κορυφή τέτοιων οργανώσεων δεν είναι τυχαίοι… Πρώτα-πρώτα έχουν πολλές ικανότητες, ψυχολογικές, διοικητικές, διπλωματικές, κ.λ.π. Έχουν ένα «αγαθότατο» προσωπείο και πίσω του κρύβουν μια βαθιά πονηρία. Μιλούν όμορφα και γοητευτικά! με τέχνη! αλλά κάποια τους ξεφεύγουν κάποιες φορές… Όχι από τα λόγια αλλά κυρίως από τα έργα τους μπορεί κανείς να τους καταλάβει. Ήρθαν πάμφτωχοι από την Ινδία οι περισσότεροι και μέσα σε λίγα χρόνια έγιναν πάμπλουτοι (!) και απέκτησαν ένα πλήθος οπαδών… Αυτά δεν μπορεί να τα κάνει ο καθένας! Ακούγεται μεταξύ των παλιών οπαδών τους ότι αυτοί σι άνθρωποι είναι μάγοι!… Δηλαδή δουλεύουν με τον σατανά! Προσέξτε πού πάτε να μπλέξετε… Εμείς πάθαμε και μάθαμε…

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Για περισσότερη ενημέρωση συνιστούμε τα βιβλία α) «Διαλογισμός ή Προσευχή;» του π. Αλεβιζόπουλου – τηλ. 210-7219161 και β) «Οι γκουρού, ο νέος και ο γέροντας Παισιος» του Δ. Φαρασιώτη – τηλ 2310-272739 ή 210-3624349

Για την αντιγραφή, Χριστιανική Φοιτητική Δράση Θεσσαλονίκης

Χριστιανική Φοιτητική Δράση.

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Βουντού (Voodoo) – Πως πλανώνται οι άνθρωποι!

Συγγραφέας: kantonopou στις 22nd Ιουλίου 2011

Βουντού. Πρόκειται περί πρωτόγονων δεισιδαιμονικών συνηθειών, που επινοήθηκαν κατά την αρχαιότητα στην Αφρική (Tόγκo, Βένιν και Νιγηρία), παρουσιαζόμενες ως θρησκεία λατρείας «πνευματικών» όντων, με θυσίες ακόμα και ανθρώπων (μικρά παιδιά). Οι δαιμονικές αυτές πλάνες μεταδόθηκαν μέσω των σκλάβων στην Ταϊτή (άλλη είναι η Αϊτή), αποκτώντας μια πιο «εξελιγμένη» μορφή τελετών. Δημιουργήθηκαν ομάδες (Σενεγαλέζων, Λιβυανών, Κονγκολέζων, Φον κ.α.), που επεκτάθηκαν σε νησιά των Ινδιών καί στην Αμερική με κέντρο τη Νέα Ορλεάνη. Στην Ταϊτή, όπου σχεδόν όλοι οι κάτοικοί της είναι μυημένοι στο Voodoo, βρίσκεται σήμερα το «πατριαρχείο» τους, χωρίς καμία απολύτως κυριότητα, έχοντας όμως δεκάδες εκατομμύρια μέλη σ’ όλο τον κόσμο!

Πιστεύεται ότι υπάρχουν δύο ειδών βουντού, το «καλό» (Rada) και το «κακό» (Petro) που περιλαμβάνει σεξουαλικά όργια, ζόμπι, βλασφημίες κ.α. Αναγνωρίζεται ένας «θεός»(;) ο οποίος συγγενεύει με πολλά πνευματικά όντα που μέσω των «τελετών» επικοινωνούν και καταλαμβάνουν ανθρώπους οι οποίοι λαμβάνουν διάφορες «αποκαλύψεις» για την ζωή τους. Στις τελετές «τιμώνται» ως θεοί, τα πνεύματα των νεκρών και των Lwas (δαιμονικά πνεύματα) που καθορίζουν την τύχη των ζωντανών. Υπάρχουν ιερείς, ιέρειες, μάγοι, καθώς και βοηθοί που κανονίζουν τη μουσική και το χορό κατά τη διάρκεια των τελετών σε κυκλικές καλύβες, καθώς και αυτοί που παίζουν διαφόρων μεγεθών τύμπανα, οι λευκοφορεμένες υπηρέτριες, που όλοι τους δρουν ανεξάρτητα, χωρίς κάποιος να ηγείται. Οι τελετές αποβλέπουν στο να θεραπεύσουν με βότανα τους ανθρώπους, να γαληνεύουν τα πνεύματα, να προβλέπουν το μέλλον «διαβάζοντας» τις παλάμες, να κάνουν ξόρκια, να κάνουν κακό σε κάποιον (μαύρη μαγεία) ή για να μην τους κάνει κακό κάποιος άλλος (λευκή μαγεία), αναζητώντας έρωτα, χρήματα, επιτυχία, εκδίκηση κ.α. Κατά τη διάρκεια των τελετών προσφέρονται ζώα (κότες, κατσίκες, αγελάδες, γουρούνια), ή φρούτα για να παίρνουν δύναμη τα πνεύματα καθώς και οι νεκροί. Με τις θυσίες θεωρείται ότι αποκτάται εύνοια στη ζωή, και η τελετή περιλαμβάνει σχεδιασμό των veves με αλεύρι ή αίμα ζώου, στο πάτωμα του ναού ή και στο σώμα τους (υπάρχουν και πολλά είδη φυλαχτών), με τυμπανοκρουσίες, μαράγκες, ψαλμούς, χορούς (mambo κ.α.), ώσπου να καταληφθεί κάποιος από το «πνεύμα» (τι κάνει ο διάβολος!), να σωριαστεί στο έδαφος, και να του δώσουν να πιεί αίμα από το θυσιαζόμενο ζώο.

Πνεύματα (Lwas) δηλ. δαίμονες, που πλανούν τους «πιστούς» στο βουντού υπάρχουν πολλά και παίρνουν διάφορες μορφές όταν κατά την διάρκεια της τελετής καταλαμβάνουν «πιστούς». Άλλο πνεύμα συμβολίζει τον ήλιο και ελέγχει τους ανθρώπους που περνάνε στην μετά θάνατο ζωή και που εμφανίζεται και σ’ αυτή τη ζωή με την μορφή πληγωμένου γέρου καπνίζοντας πίπα! Αυτός έχει και έναν δίδυμο αδελφό-πνεύμα που επιτρέπει να συμβούν στον κόσμο οι δυστυχίες. Ένα άλλο πνεύμα, όταν μπει σε κάποιον, θεωρείται ο αδιάντροπος «θεός» του sex που ρίχνεται στις γυναίκες! Κάνει πλάκες πίνει και καπνίζει πολύ, έχοντας «σύμβολο» τον σταυρό των τάφων! Κατά την διάρκεια των τελετών, κάποιο άλλο πνεύμα-δαιμόνιο όταν μπει στο σώμα κάποιου «πιστού», γνωστοποιεί τα μυστικά των πεθαμένων (νεκρομαντεία), ελέγχοντας ακόμα καί τα ζόμπι! Άλλος «πιστός» μόλις καταληφθεί από ένα άλλο πνεύμα-δαιμόνιο αποκαλύπτει τις κρυφές σχέσεις και τα μυστικά των υπολοίπων ή γίνεται δυνατός μιλώντας με αινίγματα. Το πιο δημοφιλή πνεύμα-δαιμόνιο για τους λάτρες του Βουντού είναι η lwa, που η ομορφιά, η προκλητική της ένδυση, τα φιλιά της και τα φλερτ με τους άνδρες, την κάνουν θελκτική διαλέγοντας εραστές. Κατά την διάρκεια των τελετών συμβαίνουν διάφορα μυστήρια φαινόμενα, αφού οι δαίμονες έχουν την «δύναμη» να κάνουν ακόμα και «θαύματα» ώστε να πλανέψουν τους ανθρώπους!

Στις τελετές του Βουντού είναι αδιαμφισβήτητη η χρήση μεθόδων μαγείας (σε μερικές περιπτώσεις προτιμάται και η «μαύρη μαγεία» με την δημιουργία αιμοδιψών ζόμπι κ.α.), ώστε να κληθούν πνεύματα, αφού πρώτα με την μέθοδο του διαλογισμού αυτοσυγκεντρωθούν οι «πιστοί». Μάλιστα εν καιρώ, λόγω της αποικιοκρατίας των Δυτικών, χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και χριστιανικά στοιχεία (σταυροί, ονόματα αγίων κ.α.), αφού οι βουντού πιέστηκαν πολύ από τους παπικούς να αποδεχθούν με λάθος τρόπο τον Χριστιανισμό.

Οι υποστηρικτές των τελετών βουντού, δεν θεωρούν ότι έχουν σχέση με τον σατανισμό. Όμως, όταν στις τελετές τους γίνεται χρήση της μαγείας με σκοπό να επικληθούν πνεύματα που αποφέρουν στους ανθρώπους τα όσα αναφέρθηκαν πρωτίστως, τότε είναι πασιφανές ότι το βουντού είναι κατάσταση υπό την επήρεια του σατανισμού. Επίσης, ας κατανοήσουν κάποιοι που αμφισβητούν την ύπαρξη του Θεού και την Αλήθεια του Χριστιανισμού, ή κάποιοι άλλοι που «ντρέπονται» να εκφράσουν την πίστη τους στον Θεό, ότι υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι σ’ όλον τον κόσμο που εν γνώσει ή εν αγνοία τους λατρεύουν τον σατανά!!!

Στρατής Ανδριώτης

http://stratisandriotis.blogspot.com/2010/02/voodoo.html

Δημοσιευμένο στο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ, ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »