Άρθρο του ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΧΑΤΖΗ
Στις 29 Μαρτίου 1823 ξεκίνησαν οι συνεδριάσεις της δεύτερης Εθνικής Συνέλευσης στο Αστρος της Κυνουρίας. Είχαν μαζευτεί εκεί 230 εκπρόσωποι από διάφορα μέρη της επαναστατημένης Ελλάδας για να αποφασίσουν για το μέλλον του έθνους και της επανάστασης, η οποία είχε εδραιωθεί. Η Συνέλευση αυτή είχε λιγότερο ενθουσιασμό από την πρώτη και πολύ περισσότερο σκεπτικισμό και καχυποψία. Οι στρατιωτικοί της Επανάστασης, οι πρώην κλεφταρματολοί, θεωρούσαν ότι ήταν ριγμένοι στο μοίρασμα της εξουσίας. Δεν συμμετείχαν στην πρώτη εθνοσυνέλευση, δεν έλαβαν σημαντικές θέσεις στο Εκτελεστικό και στο Βουλευτικό, αρνούνταν να αποδεχθούν την πρωτοκαθεδρία των προεστών και των νησιωτών. Με επικεφαλής τον δοξασμένο, μετά τα Δερβενάκια, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, διεκδικούσαν ένα μεγάλο μερίδιο εξουσίας. Αρκετοί ανάμεσά τους, κυρίως ο Κολοκοτρώνης, πίστευαν πως μια αυταρχική, ισχυρή, στρατιωτική κυβέρνηση, με τους ίδιους να τη στελεχώνουν, ήταν απολύτως απαραίτητη για τη συνέχιση του αγώνα. Εκαναν λάθος βέβαια, γιατί υπερτιμούσαν τις διοικητικές τους ικανότητες και υποβάθμιζαν τη διεθνή διάσταση. Η ουσία όμως ήταν αυτή: το πρωτόλειο νεωτερικό θεσμικό οικοδόμημα που κατασκεύασαν οι δυτικότροποι διανοούμενοι και αποτέλεσε το πρώτο ελληνικό κρατικό μόρφωμα, άρχισε να τους ενοχλεί.
Σπασμωδική αντίδραση
Το Σύνταγμα της Επιδαύρου ήταν προσωρινό και η κυβέρνηση Μαυροκορδάτου/Νέγρη, που διαχειρίστηκε αρχικώς την εξουσία, αδύναμη. Ηταν ευκαιρία να γίνει στο Αστρος η ανατροπή αλλά οι συσχετισμοί και πάλι δεν ευνοούσαν τους στρατιωτικούς καθώς έλεγχαν μόνο το 1/3 των εκπροσώπων. Αντέδρασαν σπασμωδικά. Από τη μία επιχείρησαν να απειλήσουν τα μέλη της Συνέλευσης συγκεντρώνοντας τα στρατεύματά τους στα γύρω χωριά και ενθαρρύνοντας έκτροπα και επεισόδια. Από την άλλη, όμως, δεν μπόρεσαν να κινηθούν με στοιχειώδη στρατηγική μέσα στη Συνέλευση ή να συμμαχήσουν, έστω βραχυπρόθεσμα, με παράγοντες με τους οποίους είχαν κοινά συμφέροντα ή οπτική.
Ηταν αναμενόμενο να τους δυσαρεστήσει το αποτέλεσμα της εθνοσυνέλευσης και να αισθανθούν και πάλι αποκλεισμένοι. Είχαν δίκιο; Αρκετό. Ας μην ξεχνάμε ότι σε αυτούς όφειλε το έθνος την απελευθέρωσή του. Αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι είχαν τις ικανότητες να το κυβερνήσουν. Ομως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως θα περίμενε κανείς ή όπως η λαϊκότροπη ιστοριογραφία τα παρουσιάζει. Ο εμφύλιος πόλεμος που θα ξεσπάσει δεν θα είναι μία σύγκρουση πολιτικών/στρατιωτικών, «πονηρών κοτζαμπάσηδων» και «αγνών αγωνιστών», «ολιγαρχικών» και «δημοκρατικών», όπως έχει, εντελώς λανθασμένα, χαρακτηριστεί. Δεν θα είναι ταξικός πόλεμος γιατί η κοινωνία είναι παραδοσιακή και οι σχέσεις προνεωτερικές.
Βέβαια, αρχικώς, οι στρατιωτικοί είχαν επαφές μεταξύ τους και ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά εάν δεν συνέβαιναν ταυτόχρονα δύο γεγονότα που δεν πρέπει καθόλου να μας εκπλήσσουν: α) Οι προεστοί της Πελοποννήσου διχάστηκαν. Η μία μερίδα συμμάχησε με τους νησιώτες και τους διανοούμενους, β) Ο Κολοκοτρώνης παράτησε τους στρατιωτικούς που τον ακολουθούσαν και συμμάχησε με την άλλη μερίδα των προεστών, ειδικότερα με την οικογένεια Δεληγιάννη.
Οι δύο αντιτιθέμενες ομάδες κατέληξαν σε έναν προσωρινό συμβιβασμό. Η μία ομάδα θα έλεγχε το εκτελεστικό (με αντιπρόεδρο τον Κολοκοτρώνη) και η άλλη το Βουλευτικό. Το Βουλευτικό όμως είχε ισχυροποιηθεί με το αναθεωρημένο Σύνταγμα (το οποίο έγινε ακόμα πιο δημοκρατικό και φιλελεύθερο) και ο Κολοκοτρώνης απέτυχε να το ελέγξει. Οταν το Βουλευτικό θα εκλέξει (παρά τους δισταγμούς του) τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ως πρόεδρο, ο Κολοκοτρώνης θα εκραγεί – γιατί προετοίμαζε για τη θέση τον, εξ αγχιστείας συγγενή του πλέον, Αναγνώστη Δεληγιάννη. Ο Κολοκοτρώνης απείλησε ανοιχτά τον Μαυροκορδάτο και οι άντρες του τα μέλη του Βουλευτικού με άσκηση βίας. Ουσιαστικά επιχείρησαν ένα πραξικόπημα. Αλλά τα μέλη του Βουλευτικού δεν θα υποχωρήσουν, θα επιμείνουν στην εκλογή Μαυροκορδάτου και τελικά θα συγκρουστούν με ολόκληρο το Εκτελεστικό, θα το καταργήσουν και θα το αντικαταστήσουν. Για ένα διάστημα η Επανάσταση έχει δύο αντιμαχόμενες κυβερνήσεις, στην πρώτη φάση του Εμφυλίου.
Το Βουλευτικό, οι Υδραίοι και οι προεστοί της Αχαΐας (Ζαΐμης, Λόντος) θα επικρατήσουν. Θα αντιμετωπίσουν με επιείκεια τους ηττημένους αλλά οι Υδραίοι (Κουντουριώτηδες) θα τους αποκλείσουν από τη νέα επαναστατική κυβέρνηση που θα σχηματιστεί το φθινόπωρο του 1824. Η δεύτερη φάση του Εμφυλίου είναι αγριότερη αλλά τα στρατόπεδα πιο διακριτά. Από τη μια όλοι, σχεδόν, οι σημαντικοί προεστοί και στρατιωτικοί της Πελοποννήσου (και οι Ζαΐμης/Λόντος) και από την άλλη οι Υδραίοι που χρησιμοποιούν τους εμπειροπόλεμους Ρουμελιώτες για να επικρατήσουν. Το έθνος έχει λάβει το πρώτο δάνειο και ένα μεγάλο μέρος του θα χρησιμοποιηθεί για να πληρωθούν ο Καραϊσκάκης, ο Γκούρας, ο Μακρυγιάννης και οι Σουλιώτες που θα συντρίψουν τους αδύναμους και αποθαρρημένους Πελοποννήσιους. Οι καταστροφές, οι λεηλασίες, οι εξευτελισμοί είναι πρωτοφανείς. Η δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη θα ρίξει τον πατέρα του σε κατάθλιψη. Οι νικητές και πάλι θα φερθούν με αρκετή επιείκεια. Θα τους υποχρεώσει σε αυτό και η απόβαση του Ιμπραήμ που θα οδηγήσει σε δεύτερη αμνηστία και ανάθεση της αρχιστρατηγίας και πάλι στον Κολοκοτρώνη. Αλλά δεν πρέπει να υποτιμούμε και να ξεχνάμε το εξής: Οι άνθρωποι αυτοί είχαν συμφέροντα, εγωισμούς, εμμονές αλλά στο τέλος της ημέρας ήταν έτοιμοι να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Γιατί είχαν συνείδηση της ιστορικής σημασίας των επιλογών τους. Ο σκοπός τους ήταν ιερός – και έτσι τον έβλεπαν.
Πολιτικός νικητής
Εάν υπάρχει ένας πολιτικός νικητής του Εμφυλίου δεν είναι οι Κουντουριώτηδες αλλά ο Ιωάννης Κωλέττης. Είναι αυτός που αποκτά, χειρίζεται αριστοτεχνικά και διατηρεί τον έλεγχο των Ρουμελιωτών. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος σε όλο αυτό το διάστημα απομονώθηκε στο Μεσολόγγι και δεν ανέλαβε ποτέ καθήκοντα προέδρου στο Βουλευτικό, παρά τις εκκλήσεις των βουλευτών. Ασχολήθηκε αποκλειστικά με την εξασφάλιση του δανείου, την υποδοχή του Μπάιρον, τη διεθνή αναγνώριση του Αγώνα αλλά κυρίως με την καλή οργάνωση της άμυνας στη Δυτική Στερεά. Θα προσπαθήσει, μάταια, να αποτρέψει τον δεύτερο γύρο και θα περιθάλψει τους ηττημένους, όταν αυτοί θα καταφύγουν σ’ αυτόν, γιατί τον εμπιστεύονται. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μαυροκορδάτος και η ομάδα του (Τρικούπης, Πολυζωίδης, Κλονάρης) θα σώσουν μία δεκαετία αργότερα τον Κολοκοτρώνη, όταν θα τον στοχοποιήσουν δύο μέλη της αντιβασιλείας.
Υπάρχει κι ένας τρίτος γύρος του Εμφυλίου. Θα ξεσπάσει αμέσως μετά τη δολοφονία Καποδίστρια και θα διαρκέσει μέχρι την άφιξη του Οθωνα. Είναι ο πλέον άγνωστος, ο μακρύτερος σε διάρκεια και ο πιο φοβερός. Φαίνεται να αποδεικνύει στην Ευρώπη ότι οι Ελληνες δεν μπορούν να αυτοκυβερνηθούν. Αυτό όμως που συμβαίνει στην Ελλάδα δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τον κανόνα. Οπως γράφει ο David Armitage, κάθε μεγάλη επανάσταση εμπεριέχει και έναν εμφύλιο πόλεμο. Ο δικός μας εμφύλιος, αν πρέπει οπωσδήποτε να χαρακτηριστεί, έστω σχηματικά, ήταν ένας εμφύλιος της παράδοσης με τη νεωτερικότητα. Ευτυχώς τον κέρδισε η δεύτερη.
Πηγή: Εφ. Καθημερινή
Απρ 24 2021
Ο Εμφύλιος της Επανάστασης
Απρ 24 2021
Η ναυμαχία του Ναυαρίνου – Σύνταξη κειμένου Εύα Μεντζελιώτη

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου, έγινε στις 20 Οκτωβρίου του 1827. Μια τεράστια δύναμη πυρός από πλοία του Βρετανικού, Γαλλικού και Ρωσικού στόλου βύθισαν τα πλοία Οθωμανικού και Αιγυπτιακού στόλου και έδωσαν έτσι μια ανάσα στην Ελληνική Επανάσταση που εκτός των εσωτερικών διενέξεων πνιγόταν στο αίμα από τους Οθωμανούς….
Οι επικεφαλής των συμμαχικών δυνάμεων, αντιναύαρχος Κόδρινγκτον, υποναύαρχος Δεριγνί και υποναύαρχος Χέιδεν στις 18 Οκτωβρίου πήραν την απόφαση ότι δεν μπορούσαν να παραμένουν θεατές των θηριωδιών που διέπρατταν σε βάρος των Ελλήνων τα στρατεύματα του Ιμπραήμ….
«Σκοτώστε τον Κόδρινγκτον και η μάχη θα τελειώσει»
Ο Κόδρινγκτον ήταν φανερό ότι ήταν η ψυχή και το στρατηγικό μυαλό αυτής της ναυμαχίας. Τα πλήγματα που κατάφερνε τα στα τουρκικά σκάφη ήταν μεθοδικά και αποτελεσματικά ώστε είτε να τα βυθίζει είτε να τα βγάζει εκτός μάχης.
Κυκλοφορούσε ακάλυπτος στο κατάστρωμα του «Ασία» και έδινε οδηγίες συνεχώς. Ο Τούρκος Ταχίρ Πασάς έδωσε εντολή να σχηματιστεί ένα ειδικό απόσπασμα με μοναδικό στόχο να σκοτωθεί ο Κόδρινγκτον.
«Να τον σκοπεύσετε καλά εις την κεφαλήν ή εις την καρδίαν. Μόλις πέσει αυτός η μάχη θα σταματήσει και τα πλοία του θα παραδοθούν» φώναξε στους άνδρες του.
Ο Κόδρινγκτον γλίτωσε με αμυχές από έναν πυροβολισμό στον καρπό που του κατέστρεψε το πανωφόρι και ο γιος του τραυματίστηκε. Ο νόμος της θάλασσας που θέλει τους ναυτικούς λαούς να νικάν στις ναυμαχίες επαληθεύτηκε….
Απρ 13 2021
Ο Λόρδος Βύρων
Βρισκόμαστε στα 1809… δεκατρία χρόνια πριν τον πίνακα αυτόν εδώ… Ο νεαρός Λόρδος Βύρωνας, καταξιωμένος ποιητής στο Λονδίνο, γνωστός γόης και σπάταλος νέος αριστοκράτης, έρχεται στην Ελλάδα… Πολλοί αναρωτιούνται τι τον ώθησε να ταξιδέψει σε μια χώρα τόσο μακρινή και αφιλόξενη… Χρέη και καταδιώξεις από πρώην ερωμένες, του δίνουν αφορμή να ξεκινήσει ένα ταξίδι στην Ευρώπη, όπως συνήθιζαν οι αριστοκράτες νέοι εκείνης της εποχής στην Αγγλία. Οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι τον οδηγούν αναγκαστικά στη Νότια Ευρώπη. Ωστόσο, το ενδιαφέρον του για την ανατολική Μεσόγειο πήγαζε και από τις ιστορίες που είχε διαβάσει ως παιδί για την μακρινή γη της Ανατολής.
Στο πρώτο του αυτό ταξίδι στην Ελλάδα, φτάνοντας στην Πρέβεζα, προχωρά προς τα Γιάννενα, για να συναντήσει τον Αλή πασά και φιλοξενείται από αυτόν. Εκεί γράφει κι ένα ποίημα για την εμπειρία της φιλοξενίας που γνώρισε:
Από το Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ
Ω Ζίτσα, από τον σύδεντρο το φουντωτό σου λόφο
χαριτωμένο και ιερό προβάλλει μοναστήρι.
Εκείθε οπού και αν ρίξουμε το βλέμμα, επάνω, κάτω,
τριγύρω μας, τι χρώματα κάθε λογής,
τι τόποι με θέλγητρα μαγευτικά ξανοίγονται μπροστά μας!
Βράχοι, ποτάμια και βουνά και δάση, απ’ όλα πλήθος,
και ένας γαλάζιος ουρανός τα δένει μ’ αρμονία όλα.
Στο ταξίδι αυτό αντικρίζει από μακριά την πόλη που έμελλε μετά από δεκατρία χρόνια να τον υποδεχτεί ως ευεργέτη, το Μεσολόγγι. Κατόπιν, πηγαίνει στην Αθήνα, όπου ερωτεύεται παράφορα την κόρη του Άγγλου προξένου στην Αθήνα. Ρομαντικός ποιητής, γράφει και γι’ αυτήν ένα ποίημα γεμάτο πάθος και αγνό έρωτα:
Η Κόρη των Αθηνών
Κόρη γλυκιά των Αθηνών, σε τούτη δω του αποχωρισμού την ώρα, δώσε, ώ!
δώσε πίσω την καρδιά μου,
π’ αποχωρίστηκε από το στήθος το δικό μου
ή πάρε ό,τι απόμεινε και κράτησέ το.
Πριχού να φύγω άκουσε τον όρκο τον δικό μου:
-Ζωή μου, σ’ αγαπώ!
Μα τα μαλλιά τ΄ατίθασα ,
τα γλυκανεμισμένα ‘πο τον αγέρα του Αιγαίου,
Μα τα βλέφαρά σου που με τα κατάμαυρα ματόκλαδα
αγγίζουν τα τρυφερά τα μάγουλα τα ροδοβαμμένα.
Μα τα ελαφίσια τ’ ‘αγριωπά τα μάτια σου,
-Ζωή μου, σ’ αγαπώ!
Μα τα χείλη σου, που λαχταρώ με πόθο,
Μα τη λιγνή τη μέση σου, που ‘ναι σα δαχτυλίδι.
Μα τα λουλούδια που μιλούν κάλλιο από κάθε λέξη.
Μα της αγάπης τη χαρά, που γίνεται μαζί και λύπη :
-Ζωή μου, σ’ αγαπώ!
Κόρη γλυκιά των Αθηνών,
Σ΄ αφήνω γεια και φεύγω, μα μη με ξεχνάς
Σαν είσαι μοναχή να με συλλογάσαι.
Τι κι αν πηγαίνω μακριά κι αν φεύγω για την Πόλη
μου ΄χει η Αθήνα την καρδιά και την ψυχή σκλαβώσει.
Αγάπη τέτοια σώνεται;
-Ζωή μου, σ’ αγαπώ!…
Κάτω από την αντίδραση των γονέων της έφηβης κοπέλας, ο Βύρων έφυγε για λίγο στη Σμύρνη, αλλά επέστρεψε στην Αθήνα και έκανε πολλές εξορμήσεις στην Αττική και την Πελοπόννησο. Προσβλήθηκε μάλιστα από ελονοσία, αλλά την ξεπέρασε. Μια δεύτερη προσβολή του, ωστόσο, στη Μάλτα αυτή τη φορά από την ίδια ασθένεια, τον οδήγησε και πάλι στην Αγγλία. Εκεί παντρεύτηκε κι απέκτησε μια κόρη, αλλά σύντομα χώρισε κάτω από το βάρος των χρεών του και της φήμης για άσεμνη συμπεριφορά. Ήταν εξάλλου αντίθετος προς τη βασιλεία και φύσει φιλελεύθερος• έτσι, αναγκάστηκε να φύγει και πάλι από την Αγγλία.
Το 1823 επιστρέφει στην Ελλάδα με παρότρυνση της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου. Στο Μεσολόγγι έρχεται σε επαφή με τον Μαυροκορδάτο και μένει στην πόλη με σκοπό να ενισχύσει τον Αγώνα. Η πολιτική κρίση που ξεσπά στην Ελλάδα τον απογοητεύει: «Ήμουν ανόητος που ήρθα εδώ, αλλά, μια και ήρθα, είμαι υποχρεωμένος να δω τι πρέπει να γίνει», έγραψε σε επιστολή του προς την Αγγλία.
Ο φιλέλληνας ταγματάρχης William Parry γράφει για την περίοδο εκείνη: «Δημιούργησε σιδηρουργεία στο Ναύσταθμο, όπου προσέλαβε εξειδικευμένους εργάτες, και το καθετί γινόταν με μεγάλη προσπάθεια και μεθοδικότητα. Ο αγγλικός λαός που διασκέδαζε παλαιότερα με τις αλλεπάλληλες ιδιορρυθμίες και εκκεντρικότητες του Λόρδου Βύρωνα, αγνοούσε σε ποιες θυσίες και στερήσεις υποβαλλόταν για να βοηθήσει την υπόθεση της Ελλάδας. Μας ενθάρρυνε σε όλες τις δραστηριότητές μας και, το πιο σημαντικό, ξόδευε προκαταβολικά όσα χρήματα χρειάζονταν για να προοδεύσει ο Αγώνας».
Η απόφαση του Βύρωνα να έρθει στο Μεσολόγγι, ωστόσο, τελικά αποδεικνύεται μοιραία. Η υγεία του στην πόλη επιδεινώθηκε σοβαρά και γιατροί του δεν μπόρεσαν να τον βοηθήσουν να αναρρώσει. Πέθανε την Δευτέρα του Πάσχα, 19 Απριλίου 1824.
Λίγους μήνες νωρίτερα έχει γράψει ένα ποίημα που θα μπορούσε να αποτελεί τον επίλογο της ζωής του:
ΣΗΜΕΡΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΩ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑ-ΕΞΗ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ… (Μεσολόγγι, 22 Ιανουαρίου 1824)
Αδιάφορη τούτη η καρδιά θα μένει
γιατί καρδιά καμμιά δεν συγκινεί:
κι όμως απαρνημένη και θλιμμένη
ματώνει στη στιγμή.
Οι μέρες μου χλωμά κίτρινα φύλλα
τ’ άνθη και της αγάπης οι καρποί
είναι σκουλήκια βούρκος και σαπίλα
και κούφιοι οι παλμοί.
Οι σπίθες που μου φεύγουν απ’ τα σπλάχνα
καθώς ηφαίστεια νησιού νεκρά
φλόγες δεν βγάνουνε παρά μιαν άχνα
σα νεκρικά πυρά.
Τον κλήρο του έρωτα που συνταράζει
ελπίδες και πόθους δεν έχω εγώ
μηδέ σκοπό πάρεξ ένα μαράζι
ένα βαρύ ζυγό.
Και να μην πω: «ούτε έτσι – μήτε τώρα…»
στα εξιλαστήρια πάθη της ζωής
ηρώων στεφάνια πλέκονται οληνώρα
θανάτου και τιμής.
Βόλια και λάβαρα! Αχός, Ελλάδα
φως μου, πώς με καλείς. Πολεμιστές
και πάλι στης ασπίδας την απλάδα
πεθαίνουν νικητές.
Ω ξύπνα! Ελλάδα μου όχι συ, ξύπνα
και βύζαξε τις ρίζες πνεύμα μου
δυνάμωσε μες των Γραικών τα δείπνα
με ένα νεύμα μου.
Πείνες της σάρκας, ηδονές και πάθος
τα βδελυρά και τερατόμορφα
Όχι! Κύττα την ομορφιά σαν λάθος
σε πρόσωπα όμορφα.
Αν κλαις τη νιότη σου, τότε μη ζήσεις!
Χρέος και θάνατος σωστός
εδώ με σφαίρες τη ζωή σου να σφαλίσεις
στο χώμα αυτό.
Γύρνα με περιέργεια το κεφάλι
μέτρα καλά, να ’ναι φαρδύς-πλατύς
ο τάφος σου, κι’ ύστερα από την ζάλη
πέσε ν’ αναπαυτείς.
Πηγή: Beaton, R. (2013). O πόλεμος του Μπάιρον (μετ. κ. Σχινά). Αθήνα: Πατάκης.
Η εικόνα: Θ. Βρυζάκης, “Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι”, Εθνική Πινακοθήκη.

Απρ 13 2021
Η άλωση της Τριπολιτσάς – Σύνταξη κειμένου Κατερίνα Κορδαλή
Η άλωση της Τρίπολης, έξι μήνες μετά το πρόσταγμα για γενικό ξεσηκωμό, ήταν το κομβικό γεγονός που εδραίωσε την επανάσταση και έθεσε ουσιαστικά υπό ελληνική κατοχή την Πελοπόννησο. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε αντιληφθεί πρώτος τη στρατηγική σημασία κατάληψης του σημαντικότερου διοικητικού, στρατιωτικού και οικονομικού κέντρου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Πελοπόννησο. Χάρη στην επιμονή του, οι Έλληνες απέφυγαν την πολυδιάσπαση που είχε προταθεί από άλλους οπλαρχηγούς που στόχευαν στα μικρά μεσσηνιακά κάστρα και επικεντρώθηκαν σε έναν μεγάλο και κεντρικό στόχο, που θα βοηθούσε στον ουσιαστικό έλεγχο του Μοριά.
Εντός των τειχών βρίσκονταν συγκεντρωμένοι περισσότεροι από 30.000 άμαχοι Τούρκοι, Εβραίοι καθώς και αρκετές χιλιάδες ενόπλων. Η Τριπολιτσά ήταν το σύμβολο της τουρκικής τυραννίας επί έναν αιώνα. Με αυτήν είχαν συνδεθεί οι χειρότερες αναμνήσεις της σκλαβιάς του πελοποννησιακού λαού. Από εκεί αναχωρούσαν οι εισπράκτορες των τουρκικών φόρων και εκεί υπήρχε ο πλάτανος του μαρτυρίου, στον οποίο είχαν απαγχονιστεί εκατοντάδες χριστιανοί ως θανατοποινίτες και για παραδειγματισμό.
Στις αρχές Μαΐου του ’21 η πόλη είχε αποκλειστεί από τις ελληνικές δυνάμεις, που λίγες ημέρες πριν από την εισβολή έφτασαν περίπου τους 10.000 πολεμιστές. Οποιαδήποτε προσπάθεια των πολιορκημένων για αντιπερισπασμό και μεταφορά προμηθειών στην πόλη απέτυχε. Ο κλοιός έσφιγγε μέρα με τη μέρα. Έως το Σεπτέμβρη η κατάσταση εντός της Τρίπολης είχε γίνει τραγική. Η ασιτεία και οι ασθένειες θέριζαν τον πληθυσμό και ήταν πια ξεκάθαρο ότι μοναδική σωτηρία θα ήταν η παράδοση και συνθηκολόγηση.
Όταν πια μπέηδες και αγάδες είχαν αρχίσει να συσκέπτονται για τους όρους της παράδοσης, μια μικρή δύναμη πολιορκητών, που έδρασε αυτοβούλως (????, απέτρεψε οποιοδήποτε σχέδιο για «διπλωματική λύση». Στις 22 Σεπτεμβρίου οι άνδρες αυτοί εντόπισαν ένα από τα αδύναμα σημεία της οχύρωσης και αναρριχήθηκαν στα τείχη ύψους 5,5 μέτρων, εισβάλλοντας στην πόλη. Αιφνιδιάζοντας τους Τούρκους, κατόρθωσαν να ανοίξουν μία από τις πύλες, καλώντας τους επαναστάτες να ξεχυθούν στην πόλη.
Η ένοπλη τουρκική αντίσταση κράτησε περίπου δύο ώρες. Αφού κάμφθηκε, ακολούθησε μια άνευ προηγουμένου σφαγή του τουρκικού πληθυσμού, σε όρους του γενοκτονικού συνθήματος «Τούρκος μη μείνει στο Μοριά, μηδέ στον κόσμον όλο». Η έκρηξη μίσους απέναντι στους προαιώνιους δυνάστες ήταν τέτοιας έντασης, που επί τρεις ημέρες οι Έλληνες επιδόθηκαν σε ένα όργιο φρίκης και βαρβαρότητας, παραδίδοντας στη φωτιά και το τσεκούρι οτιδήποτε τουρκικό, αλλά και εβραϊκό. Από την εκδικητική μανία δεν διέφυγαν ούτε εγκυμονούσες γυναίκες, ούτε καν μωρά παιδιά, με τις περιγραφές αυτοπτών μαρτύρων και ιστορικών να είναι ανατριχιαστικές. Ακόμα και γνωστοί σε διεθνές επίπεδο φιλέλληνες αναγκάστηκαν να εκφράσουν τον αποτροπιασμό τους.
Όπως ο εκ των θεμελιωτών του φιλελληνικού κλίματος στην Δυτική Ευρώπη, περιηγητής και ιστορικός Φρανσουά Πουκβίλ. «Μονάχα αν βάλει κανείς στο νου του τις χειρότερες βιβλικές καταστροφές όπου σφάζανε ακόμη και τα κατοικίδια ζώα, θα έχει μια πιο πιστή εικόνα της σφαγής της Τριπολιτσάς».
Ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έγραψε στα απομνημονεύματα του ότι «το ασκέρι έκοβε και σκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες. Ένας Υδραίος έσφαξε 90». Σύμφωνα με τον Γέρο, το άλογο του οποίου «από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη», οι Τούρκοι και Εβραίοι που σφαγιάστηκαν ήταν 32.000!
Εκείνος που προσπάθησε ανεπιτυχώς να σταματήσει τη θηριωδία στην Τρίπολη ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης, που επιθυμούσε υπογραφή συνθήκης και είσοδο των Ελλήνων πολεμιστών στην πόλη με πλήρη τάξη. Γι’ αυτό και απομακρύνθηκε από το στρατόπεδο, ενώ το γεγονός αποτέλεσε ένα ακόμα επεισόδιο στην αντιπαράθεση του με τους προκρίτους.
Η απελευθέρωση της Τριπολιτσάς είναι συνυφασμένη με μια σελίδα δόξας για την ελληνική Ιστορία και στην Τρίπολη γιορτάζεται με πάσα επισημότητα κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή μετά τις 23 Σεπτεμβρίου.
Η πραγματική διάσταση της ημέρας είναι διαφορετική. Και ανταποκρίνεται στο «αξίωμα» ότι δεν υπάρχει χώρα που να μην έχει διαπράξει εθνικιστικά εγκλήματα.
Απρ 04 2021
Τα συντάγματα του 19ου αιώνα

Τα τοπικά πολιτεύματα της επαναστατικής περιόδου
Με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 στην Ελλάδα, ιδρύθηκαν τα πρώτα τοπικά πολιτεύματα: η «Μεσσηνιακή Γερουσία», ο «Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας», «η Βουλή της Θετταλομαγνησίας», ο «Οργανισμός της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος» και η «Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος» ή «Οργανισμός του Αρείου Πάγου, Γερουσίας της Ανατολικής Ελλάδος». Τα πολιτεύματα αυτά, ψηφισμένα κατά το πρώτο έτος της επανάστασης, το 1821, από τοπικές Συνελεύσεις προκρίτων των επαρχιών, είχαν ως σκοπό την προσωρινή διοικητική και στρατιωτική οργάνωση, προέβλεπαν δε τη μελλοντική σύσταση «Βουλής του Έθνους», στην οποία θα ανήκε η νομοθετική εξουσία και από την οποία θα εξηρτώντο οι κατά τόπους ιδρυθείσες «Διοικήσεις», δηλαδή οι Γερουσίες της Πελοποννήσου και της Δυτικής Ελλάδας και ο Άρειος Πάγος της Ανατολικής Ελλάδας.
Κατά τη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου ψηφίσθηκαν από συνελεύσεις του επαναστατημένου λαού και τα συνταγματικά σχέδια της Σάμου και της Κρήτης. Συγκεκριμένως, το Μάιο του 1821, επικυρώθηκε η «Έκθεσις του Τοπικού Συστήματος της Σάμου» και το Μάιο του 1822 το «Προσωρινόν Πολίτευμα της νήσου Κρήτης».
Θα πρέπει να σημειωθεί, πως η ίδρυση των τοπικών αυτών πολιτευμάτων ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, αφενός μεν διότι περιείχαν, αν και ατελώς, αρχές πολιτικής αυτοδιάθεσης και ατομικής ελευθερίας, για τις οποίες αγωνιζόταν τότε ο λαός, αφετέρου δε διότι αποκάλυπταν την έφεση για διοίκηση και πολιτειακή ευνομία με αιρετούς άρχοντες, με ταυτόχρονη εισαγωγή κάποιων από τα συστατικά της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας.
Τα Συντάγματα εθνικής εμβέλειας
Η πρώτη, ωστόσο, κορυφαία στιγμή της πολιτικής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας σε επίπεδο εθνικής πολιτειακής ρύθμισης, που εδραίωσε στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας το συνταγματισμό ως το θεμελιώδες και αναγκαίο κριτήριο πολιτικής νομιμότητας, διαρκούντος μάλιστα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ήταν η ψήφιση του πρώτου ελληνικού συντάγματος από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, τον Ιανουάριο του 1822. Το Σύνταγμα, «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», περιλάμβανε 110 σύντομες παραγράφους χωρισμένες σε “τίτλους” και “τμήματα” και προέβλεπε την αντιπροσωπευτική αρχή και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η «Διοίκησις» αποτελείτο από το «Βουλευτικόν» και το «Εκτελεστικόν», δύο συλλογικά όργανα με ενιαύσια θητεία, τα οποία «ισοσταθμίζονταν» στη νομοπαραγωγική διαδικασία, ενώ το «Δικαστικόν» ήταν ενδεκαμελές και ανεξάρτητο από «τας άλλας δύο δυνάμεις».
Το Σύνταγμα της Επιδαύρου υποβλήθηκε, το Απρίλιο του 1823, σε αναθεώρηση από τη Β΄ Εθνοσυνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άστρος. Το νέο Σύνταγμα, που αποτελούσε απλή αναθεώρηση του προϊσχύσαντος, ονομάστηκε «Νόμος της Επιδαύρου», ήταν νομοτεχνικώς αρτιότερο και καθιέρωνε ελαφρά υπεροχή της νομοθετικής εξουσίας έναντι της εκτελεστικής. Ακόμη, μεταρρύθμιζε τα δικαιώματα της εκτελεστικής εξουσίας τα σχετικά με την κατάρτιση των νόμων, βελτίωνε τις διατάξεις περί ατομικών δικαιωμάτων και μετέβαλλε επί το δημοκρατικότερο τον εκλογικό νόμο.
Το σημαντικότερο των Συνταγμάτων της Επανάστασης ψηφίσθηκε στην Τροιζήνα το Μάιο του 1827 από τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση, η οποία είχε ήδη αποφασίσει πως πρέπει «η νομοτελεστική εξουσία παραδοθή εις ένα και μόνον». Κατόπιν, με ψήφισμά της εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια «Κυβερνήτη της Ελλάδος» για επτά χρόνια και ψήφισε το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» που έμεινε στην ιστορία ως το πιο φιλελεύθερο και δημοκρατικό σύνταγμα της εποχής του. Η Συνέλευση θέλοντας να δώσει στη χώρα ένα οριστικό πολίτευμα, εμπνευσμένο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες και βεβαίως από το Πολίτευμα της Ελληνικής Δημοκρατίας του Ρήγα, διακήρυττε στο νέο Σύνταγμα για πρώτη φορά την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας: «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Ακόμη, καθιέρωνε ρητά τη διάκριση των εξουσιών, ανέθετε στον Κυβερνήτη την εκτελεστική εξουσία και τη νομοθετική στο σώμα των αντιπροσώπων του λαού, τη Βουλή.
Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1832)
Ο Καποδίστριας, ωστόσο, επικαλούμενος την αταξία και τις δυσκολίες που καθιστούσαν τη διακυβέρνηση δυσχερή εισηγήθηκε στη Βουλή, και αυτή με ψήφισμά της, τον Ιανουάριο του 1828 αποδέχθηκε, την αναστολή της λειτουργίας της ιδίας και του Συντάγματος. Στη θέση της Βουλής ιδρύθηκε το «Πανελλήνιον» και αργότερα η Γερουσία, συμβουλευτικά όργανα, τα οποία μετείχαν «μετά του Κυβερνήτου της Ελλάδος των έργων της Κυβερνήσεως». Ουσιαστικώς, βεβαίως, την εξουσία ασκούσε ο ίδιος ο Καποδίστριας ο οποίος συγκέντρωνε στα χέρια του όλη την εξουσία με λαϊκό χρίσμα που εκείνος λάμβανε και ανανέωνε με το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραγνωρισθεί η προσπάθειά του για τη δημιουργία κρατικής υπόστασης από το μηδέν και η απελευθέρωση μεγάλου μέρους της χώρας.
Μετά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια και την ταραχώδη περίοδο που ακολούθησε, η αυτοαποκληθείσα «Πέμπτη Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις» ψήφισε τελικώς, το 1832, στο Ναύπλιο νέο «Σύνταγμα», διορίζοντας ταυτοχρόνως Κυβερνήτη τον αδελφό του δολοφονηθέντος Ιωάννη Καποδίστρια, Αυγουστίνο. Στη συνέχεια το «Σύνταγμα» αυτό, που θύμιζε έντονα το αμερικανικό και δεν ίσχυσε ποτέ, χαρακτηρίστηκε «Ηγεμονικό», διότι προέβλεπε κληρονομικό αρχηγό του κράτους, τον Ηγεμόνα.
Η απόλυτη μοναρχία (1832-1843)
Στην περίοδο της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα που ακολούθησε, η περιφρόνηση που επέδειξε ο μονάρχης σε βάρος της φιλελεύθερης ελληνικής ιδιοσυγκρασίας και ιδίως η άγνοιά του ότι η κοινωνική σύσταση της χώρας δεν παρείχε καν μόνιμα και σοβαρά ερείσματα απολυταρχικού πολιτεύματος, οδήγησαν, την 3η Σεπτεμβρίου 1843, σε λαϊκή εξέγερση και σε στάση της φρουράς των Αθηνών με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Δ. Καλλέργη. Μετά την επανάσταση συγκλήθηκε Εθνική Συνέλευση, η οποία ψήφισε, το επόμενο έτος, Σύνταγμα, που ήταν και το πρώτο του ανεξάρτητου, από το 1830, ελληνικού κράτους.
Η συνταγματική μοναρχία (1843-1862)
Το Σύνταγμα του 1844 δεν αποτέλεσε έργο μιας κυρίαρχης εθνικής συντακτικής συνέλευσης, αλλά η Συνέλευση απλώς συνέπραξε στην κατάρτισή του. Για τον λόγο αυτό χαρακτηρίσθηκε «Σύνταγμα-συμβόλαιο», «Σύνταγμα-συνθήκη» ή τέλος, «Σύνταγμα-συνάλλαγμα». Καθιέρωνε δε την κληρονομική συνταγματική μοναρχία, με κυρίαρχο όργανο του Κράτους τον μονάρχη, στον οποίο αναγνωρίζονταν εκτεταμένες και ουσιώδεις εξουσίες καθώς και το «τεκμήριο της αρμοδιότητας». Το πρόσωπό του ανώτατου άρχοντα χαρακτηριζόταν ιερό και απαραβίαστο. Ο ανώτατος άρχων ασκούσε την εκτελεστική εξουσία «δια των υπουργών του», τη νομοθετική από κοινού με την εκλεγμένη Βουλή και τη διορισμένη Γερουσία και, τέλος, τη δικαστική, η οποία πήγαζε από εκείνον, «δια των δικαστηρίων». Επίσης, το Σύνταγμα καθιέρωνε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, την ευθύνη των υπουργών για τις πράξεις του μονάρχη, ο οποίος τους διόριζε και τους έπαυε, αναγνώριζε θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων, για πρώτη φορά, το απόρρητο των επιστολών και το άσυλο της κατοικίας, και προέβλεπε στο ακροτελεύτιο άρθρο 107 ότι «η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων». Τέλος, ο εκλογικός νόμος, που ψηφίσθηκε το Μάρτιο του 1844, καθιέρωσε την εκλογή των βουλευτών με πλειοψηφικό σύστημα δύο γύρων, που θα διεξαγόταν με άμεση, σχεδόν καθολική και μυστική ψηφοφορία.
Η πρώτη περίοδος του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας (1864-1909)
Οι συνεχώς, όμως, μεταβαλλόμενες κοινωνικές εξελίξεις ενίσχυσαν το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πνεύμα, ούτως ώστε οι διαρκείς απολυταρχικές τάσεις του Όθωνα όχι μόνο να μην είναι πλέον ανεκτές, αλλά και να υπονομεύουν την ίδια του τη βασιλεία. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1862, πολίτες και στρατός της Αθήνας εξεγέρθηκαν και προκάλεσαν την έκπτωση του ιδίου και της δυναστείας των Wittelsbach. Η επανάσταση αυτή σηματοδότησε την κατάλυση της συνταγματικής μοναρχίας και τη μετάβαση στο πολίτευμα της βασιλευομένης δημοκρατίας με μονάρχη, πλέον, τον Δανό πρίγκιπα Γεώργιο – Χριστιανό – Γουλιέλμο της δυναστείας Schleswig – Holstein –Sønderburg – Glücksburg, ο οποίος ορκίσθηκε τον Οκτώβριο του 1863 ως Γεώργιος Α΄ «Βασιλεύς των Ελλήνων». Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου (Οκτώβριος 1862 – Οκτώβριος 1863), της μεσοβασιλείας όπως έγινε γνωστή, το σύστημα διακυβέρνησης που ίσχυσε ήταν το σύστημα της κυβερνώσας Βουλής, το οποίο λειτούργησε για πρώτη και τελευταία φορά στη συνταγματική μας ιστορία.
Το Σύνταγμα του 1864, προϊόν της «Β΄ εν Αθήναις Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως» που ακολούθησε τη λαϊκή εξέγερση, περιλάμβανε 110 άρθρα, ήταν επηρεασμένο από τα συντάγματα του Βελγίου (1831) και της Δανίας (1849) και έμελλε να ισχύσει (με τις αναθεωρήσεις του 1911 και του 1952) για περισσότερα από εκατό χρόνια. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του νέου καταστατικού χάρτη της χώρας ήταν ότι επανέφερε την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827 και διείπετο από τη δημοκρατική και όχι τη μοναρχική αρχή, δηλαδή αναγνωριζόταν πλέον το έθνος, ο ελληνικός λαός, και όχι ο μονάρχης, ως πηγή και φορέας της κρατικής εξουσίας. Ακόμη, καθιέρωσε, μεταξύ άλλων, την αρχή της άμεσης, καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας η οποία θα διεξήγετο και θα διενεργείτο ταυτοχρόνως σε όλη την επικράτεια, το σύστημα της μιας (μονήρους) Βουλής τετραετούς θητείας, τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, ενώ κατήργησε τη Γερουσία. Παραλλήλως, υιοθέτησε αρκετές από τις διατάξεις του Συντάγματος του 1844, προέβλεψε, όμως, επιπλέον, τη δυνατότητα σύστασης από τη Βουλή «εξεταστικών των πραγμάτων επιτροπών». Επίσης, ο βασιλιάς διατήρησε το δικαίωμα να συγκαλεί τακτικώς και εκτάκτως τη Βουλή όπως και να τη διαλύει κατά την κρίση του, αλλά το περί διαλύσεως Διάταγμα έπρεπε να είναι προσυπογεγραμμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο. Τέλος, παρά το γεγονός ότι η πρόταση για υποχρέωση του στέμματος «όπως λαμβάνη τους υπουργούς εκ των Βουλών» απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία, η κατοχύρωση του δημοκρατικού χαρακτήρα του νέου πολιτεύματος, πέραν της καθιέρωσης για πρώτη φορά των δικαιωμάτων που ήδη αναφέρθηκαν, δεν άργησε να εκδηλωθεί με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο.
Συγκεκριμένως, με τον λόγο του Θρόνου στις 11 Αυγούστου 1875, και χάρη στο πολιτικό κύρος του Χαρίλαου Τρικούπη, καθιερώθηκε ατύπως η Αρχή της Δεδηλωμένης, η οποία, μεταβάλλοντας τη σχέση στέμματος και λαϊκής αντιπροσωπείας και προσδίδοντας άλλη ουσία στο όλο σύστημα της οργάνωσης των εξουσιών, νομιμοποίησε ουσιαστικώς την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος στη χώρα. Βάσει της αρχής της «δεδηλωμένης» ο βασιλιάς είχε υποχρέωση να διορίζει την Κυβέρνηση λαμβάνοντας υπόψη του τη θέληση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, όπως όριζαν η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και το πνεύμα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Η διάταξη, επομένως, του Συντάγματος κατά την οποία «ο Βασιλεύς διορίζει και παύει τους Υπουργούς αυτού» τέθηκε σε περιορισμό, καθώς η κυβέρνηση όφειλε να λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.
Πηγή: https://www.hellenicparliament.gr/…/Syntagmatiki-Istoria/).
Η φωτογραφία από την Σταυρίνα Μπορμπόκη.
Απρ 03 2021
Δημήτριος Υψηλάντης – Σύνταξη κειμένου Εύα Μεντζελιώτη

Ο στρατιωτικός Δημήτριος Υψηλάντης υπήρξε σημαντική προσωπικότητα της Ελληνικής Επανάστασης, αν και για πολιτικούς λόγους δεν έπαιξε το ρόλο για τον οποίον προοριζόταν και για μεγάλη χρονικό διάστημα παρέμεινε ανενεργός.
Από την Ύδρα, ο Δημήτριος Υψηλάντης, άρχισε την οργανωτική του προσπάθεια με κύριο στόχο την δημιουργία τακτικού στρατού και στόλου και την διεξαγωγή του Αγώνα υπό ενιαία και ισχυρή πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Στις 12 Ιουνίου 1821, εξέδωσε την πρώτη προκήρυξη ως «πληρεξούσιος αρχιστράτηγος Πελοποννήσου και άλλων μερών», στην οποία ανέφερε:
Ομογενείς φιλελεύθεροι Έλληνες
Διωρισμένος από τον αρχιστράτηγον του Γένους ημών Αλέξανδρον Υψηλάντην, να έλθω εις την φιλτάτην Ελλάδα, πληρεξούσιος αρχιστράτηγος Πελοποννήσου και των άλλων μερών, έφθασα ήδη θεία δυνάμει εις την νήσον Ύδραν.
Όσοι μεν ελάβατε τα όπλα υπέρ της Ελευθερίας, του Ορθοδόξου ημών Γένους, φιλοτιμηθήτε να φανήτε άξιοι πολεμισταί, δεικνύοντες εις τον κατά του ασεβούς τυράννου πόλεμον, ανδρίαν ακαταμάχητον, ομόνοιαν αδιαίρετον, και εις τους στρατηγούς, ευπείθειαν απαράβατον.
Όσοι δε μέχρι τούδε εμείνατε ακίνητοι, εγέρθητε, αρπάσατε τα όπλα και πανταχόθεν τρέξατε να ελευθερώσητε την πατρίδα σας, και εντός ολίγου να ενωθώμεν όλοι δια να καθυποτάξωμεν εξ ολοκλήρου τον τύραννον του Γένους.
Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος χαρακτηρίζει τον Δημήτριο Υψηλάντη ως τον «αγνότερο ίσως και περισσότερο ανιδιοτελή από τους αρχηγούς της Ελληνικής Επανάστασης»
Απρ 03 2021
Το τέλος του Γέρου του Μοριά – Σύνταξη κειμένου Κατερίνα Κορδαλή
Ποιες ήταν οι τελευταίες στιγμές του Γέρου του Μοριά;
Λίγους μήνες πριν να κλείσει τα μάτια του, το ένστικτό του τον ειδοποίησε πως το τέλος βρισκόταν κοντά. Περιόδευσε σε όλον τον Μοριά. Παντού από όπου περνούσε, φώναζε φίλους και εχθρούς και τους αποχαιρετούσε δίνοντας και παίρνοντας συγχώρεση. Πέρασε ακόμα και από τις Σπέτσες και την Ύδρα και συμφιλιώθηκε με τον Κουντουριώτη.
Συγχώρεσε και αυτόν ακόμη τον Σχινά, τον υπουργό Δικαιοσύνης που πίεζε για την καταδίκη του, την περίοδο της δίκης του. Όλους τους αποχαιρετούσε σαν να επρόκειτο να πραγματοποιήσει ένα μακρινό ταξίδι.
Την 1η Φεβρουαρίου 1843 ο Κολοκοτρώνης πάντρεψε τον γιό του Κολίνο με την εγγονή τού άλλοτε ηγεμόνα της Βλαχίας, πρίγκιπα Ιωάννη Καρατζά. Ο γάμος αυτός ήταν από τα πιο σημαντικά κοσμικά γεγονότα της πρωτεύουσας. .Δύο ημέρες αργότερα παραβρέθηκε στον μεγάλο χορό του παλατιού, όπου παρουσιάσθηκε και πάλι πολύ ευδιάθετος.
Γύρω στα μεσάνυχτα, επέστρεψε στο σπίτι του. Με το που ξάπλωσε στο κρεβάτι του, υπέστη εγκεφαλική συμφόρηση. Στις τρεις το πρωί η σύντροφός του κατάλαβε ότι ο Γέρος δεν ήταν καλά.Όμως, η φήμη ότι ο Γέρος ήταν άρρωστος διαδόθηκε αστραπιαία σε όλη την πρωτεύουσα. Ανάστατοι οι πολίτες έκλειναν τα καταστήματά τους, άφηναν τις εργασίες τους και έτρεχαν στο σπίτι του. Δεν πίστευαν ότι ο ήρωας των ηρώων της Επανάστασης ήταν δυνατόν να «φύγει» από κοντά τους. Γύρω στις 11.00 το πρωί η καρδιά του Κολοκοτρώνη σταμάτησε να χτυπά. Τα τελευταία του λόγια ήταν προς τον γιο του τον Γενναίο. Μέσα σε έναν σπαρακτικό θρήνο, του φόρεσαν τη στολή του στρατηγού και τα τσαρούχια του, τον έζωσαν με το σπαθί με το οποίο ξεκίνησε τον Αγώνα, τοποθέτησαν μια τουρκική σημαία στα πόδια του να την πατάει συμβολικά και τον έβαλαν στο φέρετρο. Μέσα σε αυτό τοποθέτησαν επίσης την περικεφαλαία και τη στολή που φορούσε ο Γέρος στα Επτάνησα.
Το πλήθος που έσπευσε να αποχαιρετίσει τον Γέρο ήταν τεράστιο.Ο τόσο γνώριμος ήχος των κανονιοβολισμών ήταν το τελευταίο «αντίο» προς τον στρατηγό των Ελλήνων…

Μαρ 27 2021
Η κήρυξη της Επανάστασης – Σύνταξη κειμένου Ξένια Κομματά

Η πρώτη αναφορά στον χρόνο εκδήλωσης της επανάστασης συναντάται στην κρίσιμη Συνέλευση του Ισμαηλίου (1-8 Οκτωβρίου 1820), όπου οι αρχηγοί της Εταιρίας αποφάσισαν για το σχέδιο και τον τρόπο εκφοράς της επαναστατικής κινητοποίησης. Ο γενικός επίτροπος της Υπέρτατης Αρχής Αλέξανδρος Υψηλάντης ματαίωσε στις 24 Οκτωβρίου το σχέδιο του Ισμαηλίου και πήρε την απόφαση να ξεκινήσει την επανάσταση των Γραικών στις 15 Νοεμβρίου στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Αλλά αυτό το χρονικό οροθέσιο ακυρώθηκε και η εξέγερση μετατέθηκε για την άνοιξη του 1821. Καταλύτης όλων αυτών των εξελίξεων ήταν ο Γρηγόριος Δικαίος Παπαφλέσσας, ο οποίος ταξίδεψε σε πολλά μέρη προσπαθώντας να αφυπνίσει τον κόσμο. Παράλληλα, όλα τα μέλη της Φιλικής Εταιρίας σε πέντε συνεδριάσεις που έγιναν από τις 26 έως τις 29 Ιανουαρίου στην Βόνιτσα προετοίμαζαν τον τρόπο αφόρμησης της εξέγερσης. Εκεί έγινε για πρώτη φορά συζήτηση για τον χρονικό ορίζοντα της επανάστασης που ήθελαν να είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το θρησκευτικό βίωμα του γένους. Κατά τον Αμβρόσιο Φραντζή: “Η έναρξη του έργου θα πραγματοποιούνταν στις 25 Μαρτίου”.
Μετά την ύψωση του λαβάρου της ελευθερίας από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις 24 Φεβρουαρίου 1821 στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν. Στις 23 Μαρτίου ελευθερώθηκε η Καλαμάτα. Μετά από καιρό με βάση τα τρία Πρωτόκολλα της Ανεξαρτησίας που υπογράφηκαν στο Λονδίνο στις 22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830, η πολιτεία πήρε την πρωτοβουλία να θεσμοθετήσει στις 15/27 Μαρτίου 1838, την 25η Μαρτίου ως ημέρα εθνικής εορτής. Βέβαια, το συγκεκριμένο διάταγμα δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. Ο πρώτος που είχε σκεφτεί να θεσμοθετήσει την συγκεκριμένη ημέρα ως εθνική εορτή ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης με την ιδιότητα του γραμματέα υπουργού Εσωτερικών το 1835. Ωστόσο, αυτή του η πρωτοβουλία δεν έγινε πράξη. Δύο χρόνια αργότερα ο πρωθυπουργός Ίγκνατς φον Ρούντχαρτ αποπειράθηκε να ενεργοποιήσει το διάταγμα του Κωλέττη με αποτέλεσμα να εορταστεί η επέτειος με κάθε επισημότητα χωρίς όμως να θεσμοθετηθεί. Στις 15/27 Μαρτίου 1838 καθιερώθηκε η τρίτη εθνική εορτή της πρώτης οθωνικής περιόδου. Ανάμεσα στα “αποβατήρια” που τιμούνταν στις 25 Ιανουαρίου για την έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα, εισχώρησε και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, με την 25η Μαρτίου να γίνεται η ημέρα της εθνικής επετείου. Η τρίτη και τελευταία εθνική εορτή δεν είχε επίκεντρο τον Όθωνα αλλά ήταν η μόνη που συγκινούσε κάθε Έλληνα και του θύμιζε τον αγώνα για την ελευθερία.
Αυτές οι διαπιστώσεις για την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου κινητοποίησαν ευρύ φάσμα κοινωνικής αποδοχής ενώ οι ένθερμοι οπαδοί του εορτασμού αυτής της ημέρας μεθόδευαν κάθε χρόνο κάτι λαμπρότερο, ενώ οι μηχανισμοί της συγκεντρωτικής εξουσίας αποδoμούσαν τον εορτασμό της.
Πηγή: Χρήστου, Θ. (2021). Ποια είναι η ημερομηνία κήρυξης της Επανάστασης; Στο Ι. Μιχαηλίδης (Επιμ.), 21 Απαντήσεις για το 1821, 56-61. Αθήνα: Καθημερινή.
Μαρ 26 2021
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα – Σύνταξη κειμένου Μαριάννα Κωτσοπούλου
Η Λασκαρίνα γεννήθηκε στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης κατά την επίσκεψη της μητέρας της στον φυλακισμένο πατέρα της, στις 11 Μαΐου το 1771. Είχε καταγωγή από την Ύδρα και το πραγματικό της επίθετο ήταν Πινότση. Μετά το γάμο της μητέρας της με τον Δημήτρη Λαζάρου-Ορλώφ, η Λασκαρίνα απέκτησε 8 ετεροθαλή αδέλφια.
Η προσφορά της στην Επανάσταση ήταν μεγάλη. Έδωσε όλη της την περιουσία, συντήρησε και εξόπλισε τον ελληνικό στόλο, καθώς ήταν και πλοίαρχος σε ένα από τα καράβια της, τον Αγαμέμνων.
Η Μπουμπουλίνα, έχοντας γίνει ήδη μέλος της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, που προετοίμαζε την ελληνική επανάσταση, και όντας η μόνη γυναίκα που μυήθηκε σε αυτή, στον κατώτερο βαθμό μύησης αφού οι γυναίκες δεν γίνονταν δεκτές.
Καθώς γυρνούσε στις Σπέτσες, αγόραζε μυστικά όπλα και πολεμοφόδια από τα ξένα λιμάνια, τα οποία μετά έκρυψε στο σπίτι της, ενώ ξεκίνησε την κατασκευή του πλοίου Αγαμέμνων, της ναυαρχίδας της, η οποία ολοκληρώθηκε το 1820. Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Έλληνες στις 30 Νοεμβρίου 1822, το νεοσύστατο κράτος της έδωσε κλήρο στην πόλη ως ανταμοιβή για την προσφορά της στο έθνος και η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε εκεί. Στα τέλη του 1824, η Ελλάδα υποφέρει από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, όπου η Κυβέρνηση Κουντουριώτη (η κυβέρνηση των Πλοιάρχων των νησιών) υπερισχύει του συνασπισμού των Προεστών και των Στρατιωτικών της Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα ο Πάνος Κολοκοτρώνης, που διατελούσε φρούραρχος Ναυπλίου, να δολοφονηθεί και ο Κολοκοτρώνης να συλληφθεί και να φυλακιστεί μαζί με άλλους οπλαρχηγούς σε ένα μοναστήρι της Ύδρας, τον Προφήτη Ηλία. Η Μπουμπουλίνα αντέδρασε και ζήτησε την αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη, λόγω του σεβασμού που έτρεφε προς αυτόν. Τότε η ίδια κρίνεται επικίνδυνη από την Κυβέρνηση και συλλαμβάνεται δύο φορές από το Υπουργείο Αστυνομίας με εντολή να φυλακιστεί. Τελικά η Μπουμπουλίνα εξορίστηκε στις Σπέτσες χάνοντας τον κλήρο γης που το Κράτος της είχε παραχωρήσει στο Ναύπλιο.Το 1825 και ενώ η Μπουμπουλίνα ζούσε στις Σπέτσες, πικραμένη από τους πολιτικούς και την εξέλιξη του Αγώνα και έχοντας ξοδέψει όλη την περιουσία της στον πόλεμο, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά σε μεγάλο κίνδυνο. Στις 12 Φεβρουαρίου ο Αιγύπτιος ναύαρχος Ιμπραήμ Πασάς με έναν τουρκοαιγυπτιακό στόλο, αποβιβάζεται στο λιμάνι της Πύλου στην Πελοπόννησο με 4.400 άντρες, σε μια τελευταία προσπάθεια να σταματήσει την επανάσταση. Η Μπουμπουλίνα, παραμερίζοντας την δυσαρέσκειά της για τους πολιτικούς και καθοδηγούμενη μόνο από την φιλοπατρία της, άρχισε να προετοιμάζεται για νέες μάχες όταν έρχεται όμως τότε το άδοξο τέλος της, στις 22 Μαΐου 1825.
Ο μικρότερος γιος της Μπουμπουλίνας, από τον πρώτο της γάμο, ερωτεύεται την κόρη των Κουτσαίων, μιας πολύ πλούσιας οικογένειας που δυστυχώς δεν εγκρίνει αυτό το γάμο επειδή η Μπουμπουλίνα είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία και είχε παραπέσει οικονομικά. Ο γιος της λοιπόν κλέβει την Ευγενία Κουτσή και πηγαίνουν μαζί στο σπίτι του πρώτου άντρα της Μπουμπουλίνας, του Δημήτριου Γιάννουζα. Το μαθαίνει αυτό η Μπουμπουλίνα και πάει να δει τι συμβαίνει. Μετά από λίγο καταφθάνουν και οι Κουτσαίοι. Αρχίζει μια οικογενειακή διαμάχη όπου ο Ιωάννης Κούτσης πυροβολεί την Μπουμπουλίνα. Η σφαίρα την πετυχαίνει στο μέτωπο και την αφήνει απευθείας νεκρή.
Έτσι η Μπουμπουλίνα, που αφιέρωσε όλη της τη ζωή για την απελευθέρωση του έθνους της, σκοτώθηκε άδοξα σε μια συμπλοκή. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή.
Μαρ 25 2021





