Ενότητα 1η

ΑΡΧΑΙΑ Γ΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΕΝΟΤΗΤΑ 1η     Α. ΚΕΙΜΕΝΟ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

1.Εἰ ἐν Ἰλίῳ Ἑλένη ἦν (Αν η Ελένη βρισκόταν στην Τροία,)

2.οἱ Τρῶες ἀπέδοντο ἄν αὐτὴν τοῖς Ἕλλησιν , ἑκόντος γε ἤ ἄκοντος  Ἀλεξάν-δρου

(οι Τρώες θα την έδιναν στους Έλληνες, με τη θέληση ή χωρίς τη θέληση του Αλέξανδρου.)

3.Οὐ γὰρ δὴ οὕτω γε φρενοβλαβὴς ἦν ὁ Πρίαμος (Γιατί βέβαια δεν ήταν τόσο παράφρονας ο Πρίαμος,)

4.οὐδὲ οἱ ἄλλοι Τρῶες (ἦσαν φρενοβλαβεῖς), (ούτε οι άλλοι Τρώες)

5.ὥστε  τοῖς σφετέροις σώμασι καὶ τοῖς τέκνοις καὶ τῇ πόλει  κινδυνεύειν  ἐβούλοντο,

(ώστε να βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή τη δική τους και των παιδιών τους  και της πόλης τους,)

6.ὅπως Ἀλέξανδρος Ἑλένῃ συνοικῇ. (για να ζει ο Αλέξανδρος μαζί με την Ελένη.)

7.Εἰ δέ τοι καὶ ἐν τοῖς πρώτοις χρόνοις ταῦτα ἐγίγνωσκον,

(Κι αν βέβαια και στα πρώτα χρόνια είχαν αυτή τη γνώμη,)

8.ἐπεὶ πολλοὶ μὲν τῶν ἄλλων Τρώων, μάλιστα δὲ οἱ αὑτοῦ υἱεῖς, ἀπώλλυντο,

(όταν πολλοί άλλοι Τρώες και μάλιστα και τα παιδιά του σκοτώνονταν,)

9.ὁπότε (οὗτοι) συμμίσγοιεν τοῖς Ἕλλησιν, (όσες φορές συγκρούονταν με τους Έλληνες,)

10.Πρίαμος ἀπέδωκεν ἄν αὐτὴν Μενελάῳ, (ο Πρίαμος, θα την επέστρεφε στο Μενέλαο,)

11.εἰ καὶ αὐτὸς Ἑλένῃ συνῲκει, (ακόμη κι αν συγκατοικούσε ο ίδιος με την Ελένη,)

12.ἵνα αὐτὸς καὶ οἱ ὑπήκοοι αὐτοῦ ἀπαλλαγεῖεν τῶν παρόντων κακῶν.

( για να απαλλαγούν ο ίδιος και οι υπήκοοί του από τις συμφορές της εποχής τους.)

13.Ἀλλ’ οὐ γὰρ εἶχον Ἑλένην ἀποδοῦναι   (Αλλά δεν είχαν την Ελένη, για να την επιστρέψουν)

14.οὐδὲ ἐπίστευον οἱ Ἕλληνες λέγουσιν αὐτοῖς τὴν ἀλήθειαν, τοῦ δαιμονίου  παρασκευάζοντος

(ούτε τους πίστευαν οι Έλληνες, παρόλο που αυτοί έλεγαν την αλήθεια, επειδή ο θεός μηχανευόταν)

15.ὡς μὲν ἐγὼ γνώμην ἀποφαίνομαι,( όπως εγώ πιστεύω,)

16.ὅπως πανωλεθρίᾳ ἀπολόμενοι καταφανὲς τοῦτο τοῖς ἀνθρώποις  ποιήσωσι,

 (με την ολοκληρωτική τους καταστροφή να κάνει ολοφάνερο στους ανθρώπους αυτό)

17.ὡς τῶν  μεγάλων ἀδικημάτων μεγάλαι εἰσὶ καὶ αἱ τιμωρίαι παρὰ τῶν θεῶν.

(ότι δηλαδή για  τις μεγάλες αδικίες μεγάλες είναι και οι τιμωρίες από τους θεούς.)

 

Δημοσιεύθηκε στη Αρχαία Ελληνική Γλώσσα Γ΄ Γυμνασίου | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ενότητα 1η

Ενότητα 1η

ΑΡΧΑΙΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ Β΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ – ΕΝΟΤΗΤΑ 1η

ΠΡΩΤΗ ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ

Γενικοί κανόνες:

  • Κανόνας 1ος: Το “-α-” στην κατάληξη “-ας” είναι μακρό π.χ. τάς γλώσσας.
  • Κανόνας 2ος: Η γενική πληθυντικού τονίζεται πάντοτε στη λήγουσα και παίρνει περισπωμένη π.χ. τῶν νεανιῶν.

αρσενικά που λήγουν σε “-ας” ή σε “-ης”

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

ονομ ὁ νεανίας ὁ εὐπατρίδης ὁ στρατιώτης ὁ ποιητής
γενική τοῦ νεανίου εὐπατρίδου τοῦ στρατιώτου ποιητοῦ
δοτική τῷ νεανίᾳ εὐπατρίδῃ τῷ στρατιώτῃ ποιητῇ
αιτιατική τόν νεανίαν εὐπατρίδην τόν στρατιώτην ποιητήν
κλητική ὦ νεανία εὐπατρίδη ὦ στρατιῶτα ποιητά
    ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ  
ονομαστική οἱ νεανίαι εὐπατρίδαι οἱ στρατιῶται ποιηταί
γενική τῶν νεανιῶν εὐπατριδῶν τῶν στρατιωτῶν ποιητῶν
δοτική τοῖς νεανίαις εὐπατρίδαις τοῖς  στρατιώταις ποιηταῖς
αιτιατική τούς νεανίας εὐπατρίδας τούς στρατιώτας ποιητάς
κλητική ὦ νεανίαι εὐπατρίδαι ὦ στρατιῶται ποιηταί

 

  • Τα ουσιαστικά αρσενικού γένους που λήγουν σε “-της”, “-άρχης”, “-μέτρης”, “πώλης”,“ώνης”, “-τρίβης” και τα εθνικά σχηματίζουν την κλητική ενικού με την βραχύχρονη κατάληξη “-α” π.χ. ὦ ποιητά, ὦ γυμνασιάρχα, ὦ  παιδοτρίβα, ὦ  Πέρσα.

θηλυκά που λήγουν σε “-α” ή σε “-η”

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

  θηλυκά που λήγουν

σε “-α” μακρό

θηλυκά που λήγουν

σε “-α” βραχύ

θηλυκά που λήγουν

σε “-η”

ονομαστική ἡ πολιτεί-α γλῶσσ- α κώμη-η
γενική τ ῆς πολιτεί-ας γλώσσ-ης κώμ-ης
δοτική τῇ πολιτεί-ᾳ γλώσσ-ῃ κώμ-ῃ
αιτιατική τήν πολιτεί-αν γλῶσσα- αν κώμ-ην
κλητική ὦ πολιτεί-α γλῶσσ- α κώμ-η
  ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ  
ονομαστική αἱ πολιτεῖ-αι γλῶσσα- αι κῶμ- αι
γενική τ ῶν πολιτει-ῶν γλωσσ-ῶν κωμ-ῶν
δοτική ταῖς πολιτεί-αις γλώσσ-αις κώμ-αις
αιτιατική τάς πολιτεί-ας γλώσσ-ας κώμ-ας
κλητική ὦ πολιτεῖ-αι γλῶσσ- αι κῶμ- αι

 

  • Τα ουσιαστικά θηλυκού γένους που λήγουν σε “-α” διατηρούν το φωνήεν αυτό στη γενική και δοτική ενικού, όταν πριν από το “-α” υπάρχει φωνήεν ή ρ. Στην περίπτωση αυτή το “-α” είναι μακρό π.χ. ἡ πολιτεία – τ ῆς πολιτείας.
  • Τα ουσιαστικά θηλυκού γένους που λήγουν σε “-α” τρέπουν το φωνήεν αυτό σε “-η” στη γενική και δοτική ενικού, όταν πριν από το αρχικό “-α” υπάρχει σύμφωνο εκτός του ρ. Στην περίπτωση αυτή το “-α” είναι βραχύ π.χ. γλῶσσα – τ ῆς γλώσσης

ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ

Γενικές παρατηρήσεις :

  • Τα αρσενικά και τα θηλυκά έχουν ακριβώς τις ίδιες καταλήξεις π.χ. τούς ανθρώπους – τάς οδούς.
  • Η κατάληξη “-α” που εμφανίζουν τα ουδέτερα στον πληθυντικό είναι βραχύχρονη π.χ. τά δῶρα.

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ὁ ἄνθρωπ-ος ἡ νῆσ- ος τό δῶρ-ον
γενική τοῦ ἄνθρώπ-ου τῆς  νήσ-ου τοῦ δώρ-ου
δοτική τῷ ἄνθρώπ-ῳ τῇ νήσ-ῳ τῷ δώρ-ῳ
αιτιατική τόν ἄνθρωπ-ον τήν νῆσ- ον τό δῶρ- ον
κλητική ὦ ἄνθρωπ-ε ὦ νῆσ- ε ὦ δῶρ- ον
  ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ  
ονομαστική οἱ ἄνθρωπ-οι αἱ νῆσ-οι τά δῶρ- α
γενική τῶν ἄνθρώπ-ων τῶν νήσ-ων τῶν  δώρ-ων
δοτική τοῖς ἄνθρώπ-οις ταῖς νήσ-οις τοῖς δώρ-οις
αιτιατική τούς ἄνθρώπ-ους τάς νήσ-ους τά δῶρ-α
κλητική ὦ ἄνθρωπ-οι ὦ νῆσ-οι ὦ δῶρ-α

ΤΡΙΤΗ ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

ονομ ἡ πόλις  ὁ βασιλεῦς ὁ γέρων ὁ ἱμάς
γενική τῆς πόλεως τοῦ βασιλέως τοῦ γέροντος τοῦ ἱμάντος
δοτική τῇ πόλει τῷ βασιλεῖ τῷ γέροντι τῷ ἱμάντι
αιτιατ. τῇν πόλιν  τόν βασιλέα  τόν γέροντα τόν ἱμάντα
κλητική ὦ  πόλι ὦ  βασιλεῦ ὦ  γέρον ὦ  ἱμάς

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

ονομ αἱ πόλεις οἱ βασιλεῖς οἱ γέροντες ο ἱ ἱμάντες
γενική τ ῶν πόλεων τῶν βασιλέων τῶν γερόντων τῶν ἱμάντων
δοτική ταῖς πόλεσι(ν) τοῖς βασιλεῦσι(ν) τοῖς γέρουσι τοῖς ἱμάσι(ν)
αιτιατ τάς πόλεις  τούς βασιλέας τούς γέροντας τούς ἱμάντας
κλητική ὦ  πόλεις ὦ  βασιλεῖς ὦ γέροντες ὦ ἱμάντες

 

ονομ ὁ γίγας οἱ γίγαντες τό σῶμα τά σώματα
γενική τοῦ γίγαντος τῶν γιγάντων τοῦ σώματος τῶν σωμάτων
δοτική τῷ γίγαντι τοῖς γίγασι(ν) τῷ σώματι τοῖς σώμασι(ν)
αιτιατ. τόν γίγαντα τούς  γίγαντας   τό σῶμα τά σώματα
κλητική ὦ  γίγαν ὦ  γίγαντες ὦ  σῶμα ὦ   σώματα

ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΒΑΡΥΤΟΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

           ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ                                 ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ                               ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

α’ ενικό λύ-ω                                                       ἔ-λυ-ον                                              λύ-σ-ω

β’ ενικό λύ-εις                                                     ἔ-λυ-ες                                              λύ-σ-εις

γ’ ενικό λύ-ει                                                       ἔ-λυ-ε                                                λύ-σ-ει

α’ πληθυντικό λύ-ομεν                                     ἐ-λύ-ομεν                                          λύ-σ-ομεν

β’ πληθυντικό λύ-ετε                                        ἐ-λύ-ετε                                             λύ-σ-ετε

γ’ πληθυντικό λύ-ουσι(ν)                                 ἔ-λυ-ον                                              λύ-σ-ουσι(ν)

              ΑΟΡΙΣΤΟΣ                               ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ                             ΥΠΕΡΣ/ΚΟΣ

α’ ενικό ἔ-λυ-σ-α                                            λέ-λυ-κα                                            ἐ-λε-λύ-κειν

β’ ενικό ἔ-λυ-σ-ας                                          λέ-λυ-κας                                          ἐ-λε-λύ-κεις

γ’ ενικό ἔ-λυ-σ-ε(ν)                                        λέ-λυ-κε                                             ἐ-λε-λύ-κει

α’ πληθυντικό ἐ-λύ-σ-αμεν                          λε-λύ-καμεν                                      ἐ-λε-λύ-κεμεν

β’ πληθυντικό ἐ-λύ-σ-ατε                            λε-λύ-κατε                                        ἐ-λε-λύ-κετε

γ’ πληθυντικό ἔ-λυ-σ-αν                               λε-λύ-κασι(ν)                                    ἐ-λε-λύ-κεσαν

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ

                          ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ                 ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ                ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

α’ ενικό                λύ-ομαι                              ἐ-λυ-όμην                                         λύ-σ-ομαι

β’ ενικό                λύ-ει / λύ-ῃ                       ἐ-λύ-ου                                              λύ-σ-ει / λύ-σ-ῃ

γ’ ενικό                λύ-εται                               ἐ-λύ-ετο                                            λύ-σ-εται

α’ πληθ/κό          λυ-όμεθα                           ἐ-λυ-όμεθα                                      λυ-σ-όμεθα

β’ πληθ/κό          λύ-εσθε                              ἐ-λύ-εσθε                                          λύ-σ-εσθε

γ’ πληθ/κό          λύ-ονται                             ἐ-λύ-οντο                                          λύ-σ-ονται

                   ΑΟΡΙΣΤΟΣ                    ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ                             ΥΠΕΡΣ/ΚΟΣ

α’ ενικό ἐ-λυ-σ-άμην                                     λέ-λυ-μαι                                         ἐ-λε-λύ-μην

β’ ενικό ἐ-λύ-σ-ω                                           λέ-λυ-σαι                                          ἐ-λέ-λυ-σο

γ’ ενικό ἐ-λύ-σ-ατο                                        λέ-λυ-ται                                          ἐ-λέ-λυ-το

α’ πληθυντικό ἐ-λυ-σ-άμεθα                       λε-λύ-μεθα                                       ἐ-λε-λύ-μεθα

β’ πληθυντικό ἐ-λύ-σ-ασθε                         λέ-λυ-σθε                                          ἐ-λέ-λυ-σθε

γ’ πληθυντικό ἐ-λύ-σ-αντο                          λέ-λυ-νται                                         ἐ-λέ-λυ-ντο

( Τα τελευταία στοιχεία πριν την κατάληξη -ω (ενεργητική φωνή) ή -ομαι (μέση φωνή) κάποιου ρήματος, λέγονται χαρακτήρας.)

  1. Όταν τα σύμφωνα αυτά συναντούν το -σ-, προκειμένου να σχηματιστεί ο μέλλοντας και ο αόριστος, συμβαίνουν οι παρακάτω αλλαγές:

π / β / φ / πτ + σ —> ψ π.χ. γράφω —> γράφσω —> γράψω

κ / γ / χ / ττ / σσ + σ —> ξ π.χ. πράττω —> πράττσω —> πράξω

τ / δ / θ / ζ + σ —> σ π.χ. πείθω —> πείθσω —> πείσω

  1. Όταν τα σύμφωνα αυτά συναντούν το κ-, προκειμένου να σχηματιστεί ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος, συμβαίνουν οι παρακάτω αλλαγές:

π / β / φ / πτ + κ —> φ π.χ. βλάπτω —>βέ-βλαπτ-κα —> βέ-βλαφ-α

κ / γ / χ / ττ / σσ + κ —> χ π.χ. πράττω —> πέ-πραττ-κα —> πέ-πραχ-α

τ / δ / θ / ζ + κ —> κ π.χ. πείθω —> πέ-πειθ-κα —> πέ-πει-κα

Αλλαγές με την αύξηση όταν το ρήμα αρχίζει από φωνήεν ή  δίφθογγο

Α. Αν αρχίζει από φωνήεν:

α , ε —> η π.χ. ἀκούω —> ἤκουν // ἐλπίζω —> ἤλπιζον

ο —> ω π.χ. ὁρίζω —> ὥριζον

ι (βραχύ) —> ι (μακρό) π.χ. ἱκετεύω —> ἱκέτευον

υ (βραχύ) —> υ (μακρό) π.χ. ὑβρίζω —> ὕβριζον

Β. Αν αρχίζει από δίφθογγο:

αι —> π.χ. αἰσθάνομαι —> ᾐσθανόμην ευ —> ηυ π.χ. εὔχομαι —> ηὐχόμην

ει —> π.χ. εἰκάζω —> ᾔκαζον

οι —> π.χ. οἰκτίρω —> ᾤκτιρον

αυ —> ηυ π.χ. αὐξάνω —> ηὔξανον

Δημοσιεύθηκε στη Αρχαία Ελληνική Γλώσσα Β΄ Γυμνασίου | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ενότητα 1η

Ενότητα 2η

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ –  Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

ΕΝΟΤΗΤΑ 2η – ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ – ΘΕΩΡΙΑ

                                            Τα φωνήεντα

Τα επτά φωνήεντα της αρχαίας ελληνικής ( α, ε, ο, ω, ι, η, υ )χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

1.Βραχέα ή βραχύχρονα.

Είναι τα: ε, ο.  Λέγονται έτσι γιατί είχαν βραχεία (σύντομη) προφορά, προφέρονταν σε βραχύ (σύντομο) χρόνο, δηλαδή: ε = ε   ο = ο

2.Μακρά ή μακρόχρονα.

Είναι τα: η, ω. Λέγονται έτσι γιατί είχαν μακριά προφορά,  προφέρονταν σε μακρύτερο, πιο μεγάλο χρόνο , δηλαδή: η = εε   ω = οο

Η λέξη τέλος προφερόταν τέλος. Η λέξη κήπων προφερόταν κεέποον
( Άλλωστε το ω το λέμε ωμέγα, είναι ένα ο μέγα,

ενώ το ο το λέμε όμικρον, γιατί είναι ένα ο μικρό)

3.Δίχρονα.

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, τα φωνήεντα: α, ι, υ προφέρονταν με δύο χρόνους, άλλοτε ως βραχύχρονα (α = α   ι = ι   υ = ου) κι άλλοτε ως μακρόχρονα, (α = αα   ι = ιι   υ = ουου) γι’  αυτό και ονομάζονται δίχρονα.

Καταλήγουμε έτσι στον εξής πίνακα:

Βραχέα

 

Μακρά

 

Δίχρονα

 

ε, ο

 

η, ω

 

α, ι, υ

 

Οι δίφθογγοι

Εκτός όμως από τα φωνήεντα υπάρχουν και οι δίφθογγοι που είναι συνολικά έντεκα: οκτώ κύριοι: αι, ει, οι, υι, αυ, ευ, ου, ηυ

               τρεις καταχρηστικοί: , ,

α. Γενικά οι δίφθογγοι είναι μακρόχρονοι.

β. Υπάρχει βέβαια και η εξαίρεση! Οι δίφθογγοι αι και οι όταν βρίσκονται στο τέλος της λέξης θεωρούνται ως βραχύχρονοι.

Έτσι διαμορφώνεται τελικά ο παρακάτω πίνακας

ΒΡΑΧΕΑ ΜΑΚΡΑ ΔΙΧΡΟΝΑ
ε, ο

αι, οι *

(*στο τέλος κλιτής λέξης, εκτός από τα επιρρήματα και τα επιφωνήματα.)

 

η, ω

αι, ει, οι, υι, αυ, ευ, ου, ηυ, , ,

 

α, ι, υ

 

Οι γνώσεις για τα μακρόχρονα και τα βραχύχρονα είναι απαραίτητες στον τονισμό.

ΤΟΝΙΣΜΟΣ

Η Λήγουσα θέλει περισπωμένη σε Γενική και Δοτική όταν έχουν μακρό φωνήεν. π.χ.

Ον : ὁ   ναός

Γεν : τοῦ ναοῦ

Δοτ : τῷ ναῷ

Αιτ : τόν ναόν

Κλητ : ὦ ναέ

Η Παραλήγουσα θέλει περισπωμένη όταν αυτή έχει μακρό φωνήεν και η Λήγουσα βραχύ. π.χ.ὁ κῆπος, τοῦ κήπου, τόν κῆπον, οἱ κῆποι

Η Προπαραλήγουσα δε θέλει ποτέ περισπωμένη αλλά κατεβάζει τον τόνο όταν η Λήγουσα έχει μακρό φωνήεν. Π.χ. Ον. : ὁ άνθρωπος

Γεν. : τοῦ άνθρώπου

Δοτ. : τῷ ανθρώπω

Αιτ. : τόν άνθρωπον

Κλητ. :  ὦ άνθρωπε

Δημοσιεύθηκε στη Αρχαία Ελληνική Γλώσσα Α΄ Γυμνασίου | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ενότητα 2η