Άρθρα συγγραφέα

μικροαφήγημα με ήρωα κάποιον που μόλις απολύθηκε από τη δουλειά του-άσκηση δημιουργικής γραφής

Σάββατο, Αύγουστος 4th, 2018

Βγήκε στον μποτιλιαρισμένο δρόμο. Πίσω του η πύλη εταιρείας ηλεκτρονικού εμπορίου. Ένα λεωφορείο αναχωρούσε από την απέναντι στάση. Πήδηξε το προστατευτικό κιγκλίδωμα και γλίστρησε ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Στα μισά η ροή των αυτοκινήτων ξεκίνησε πάλι. Κόρνες και λάστιχα που στρίγκλιζαν. Ένας οδηγός του έκανε μια άσεμνη χειρονομία και πάτησε γκάζι σπινιάροντας. Πρόλαβε τη στιγμή που έκλειναν οι πόρτες. Χτύπησε με τις γροθιές του. Μάταια. Το λεωφορείο ρολάρισε λίγα μέτρα και ξανασταμάτησε στο κόκκινο φανάρι. Έμεινε μόνος στη στάση. Η φωτεινή πινακίδα με τα δρομολόγια ήταν εκτός λειτουργίας. Ένας άντρας τον πλησίασε τυλιγμένος μια βρώμικη κουβέρτα. Πισωπάτησε ν’ αποφύγει την απωθητική οσμή ούρων που ανάδιδε το σώμα του. “Για ΟΑΕΔ”; Επέμεινε ο τύπος. Το ξανασκέφτηκε. Του πρόσφερε τσιγάρο. Άναψε κι αυτός. “Πότε περνάει το επόμενο”; ρώτησε.
……………………………………………………………………………….
Με τη βεβαίωση “οικειοθελούς αποχώρησης” από το τμήμα online παραγγελιών, διαφορετικά θα αντιμετώπιζα μήνυση για έγκλημα κατά ιδιοκτησίας, για ένα τροφοδοτικό από υπαναχώρηση αγοράς με αιτιολόγηση “ο παραλήπτης απεβίωσε”, και το οποίο δε βρέθηκε κατά την απογραφή, άφησα μια θέση εργασίας, θέση κατώτερη των προσόντων μου, την οποία είχα αποδεχθεί λόγω μακρόχρονης ανεργίας ύστερα από πιέσεις της γυναίκας μου. Και τριγυρίζοντας, για ν’ αναβάλω την ώρα των εξηγήσεων στην τίμια, αυστηρής χριστιανικής ηθικής γυναίκα μου, που γι αυτό άλλωστε την επέλεξαν ως συνοδό ευκατάστατης ηλικιωμένης οι συγγενείς της, βέβαιος πως είναι επικίνδυνο να ζεις με ασφάλεια, μπροστά σε μια βιτρίνα, όπου δεν είχαν προλάβει να σβήσουν το σύνθημα “πάρε μια πέτρα είναι τζάμπα” κι ένα Α κλεισμένο σε κύκλο, είδα τον Προυντόν να μου κλείνει το μάτι και να με διαβεβαιώνει πως η ιδιοκτησία είναι κλοπή.
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι …

Κυριακή, Φεβρουάριος 4th, 2018

Σκηνικό σπιτιού μιας ανύπαντρης συνταξιούχου δικηγόρου

Μια στραβιά υγραμβάρη φυλλορροούσε έγερνε και ακουμπούσε στα κάγκελα του εξώστη πάνω από την κεντρικήείσοδο της οικοδομής. Ο υπαστυνόμος του τμήματος εγκληματολογικών ερευνών της Ασφάλειας ανέβηκε με τα πόδιατην ελικοειδή σκάλα. Οδός Σελεύκου, Γενί Χαμάμ, ελεύθερο πάρκινγκ δίπλα στην Αίγλη, ο ναός του Αγίου Δημητρίουκαι τέλος νοτιότερα η Ρωμαϊκή Αγορά. Πολύχρωμη πρόσοψη, ημικυκλικοί κλειστοι εξώστες, φουρούσια καισφυρήλατα κάγκελα. Το γνωστό εκλεκτικιστικό στυλ της πόλης. Το ίδιο και το διαμέρισμα, νεοκλασικήπολυτέλεια, ρομαντικό και μποέμ στυλ σε ένα. Στην ένοικο αυτού του σπιτιού σίγουρα δεν άρεσαν οι άδειοι χώροι. Ουπαστυνόμος δεν είχε ξαναδεί πιο γεμάτο, πιο πολύχρωμο σαλόνι. Ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο από μαόνι, βιβλιοθήκεςγεμάτες από τόμους νομικά βιβλία, τίτλοι σπουδών, πτυχία στριμωγμένα μαζί με φωτογραφίες και κορνιζαρισμένααποκόματα από εφημερίδες στους τοίχους. Και όλα αυτά μαζί με ένα πλήθος από υφάσματα, βελούδα, κορδέλες,μαξιλάρες, κουτιά, φωτιστικά, βάζα με φρέσκες μαργαρίτες, ένα πλήθος μπιχλιμπίδια. Λες και ένα ελαφρύ βαρδαράκιφύσηξε κι έφτιαξε έναν κόσμο από τα πορτοκαλί κόκκινα πορφυρά και πράσινα φύλλα της υγραμβάρης της ριζωμένηςστην είσοδο της οικοδομής. Ένας γάτος που καθόταν πάνω στο γύψινο περβάζι του παράθυρου, πήδηξε τρομαγμένοςστο μάρμαρινο δάπεδο και εξαφανίστηκε. Οι αντιφεγγιές από τις φυλλωσιές της υγραμβάρης που περνούσαν από τιςκλειστές γρύλιες του εξώστη έπεσαν σ’ ένα χρυσοποίκιλτο καθρέφτη κι από κει πάνω σε μια “ Αλίκη” του ΛιούιςΚάρολ θρονιασμένη σ’ ένα μαρμάρινο ροτοντάκι. Ο υπαστυνόμος άνοιξε το όγδοο κεφάλαιο και περιεργάστηκεέναν σελιδοδείκτη βαλέ κούπα. Από μέσα η τσιριχτή λαχανιασμένη φωνή της ντάμας επαναλάμβανε «το Σύμπαν δεν είναι παρά μια Μεγάλη Τράπουλα».

Απογοητευμένος έφηβος- εσωτερικός μονόλογος

Σίγουρα εκείνη τον έστειλε το σβώλο το τσαλακωμένο χαρτί που προσγειώθηκε κάτω από το θρανίο. Όχι δε θα τοσηκώσεις. Δε σε νοιάζει. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να ρθει η ώρα. Να ξεμπερδεύεις με τη συνεδρίαση συλλόγου.Γιατί να μην υποκριθείς τον αφοσιωμένο στο φυλλάδιο με τις ασκήσεις που μοίρασε η Explorer η αγγλίδα; Όλη παρέα είχε γελάσει όταν της έβγαλες το παρατσούκλι. Και πιο πολύ εκείνη. Το είχε βρει πολύ πετυχημένο. Και σε έκανε αμέσως φίλο στο fb. I WILL ALWAYS LOVE YOU. Άλλοτε θα σου άρεσε το θέμα της άσκησης. Μια επιστολή με οδηγό το τραγούδι του Τιτανικού. Όμως γιατί τα always και τα love θολώνουν; Και πάνω στη λευκή κόλα μένουνμόνο τα Bittersweet Memories… I’m not what you You need; Τελικά όχι. Δε μπορείς να αντισταθείς. Θα το ανοίξεις τοτσαλακωμένο χαρτί πριν το δει η Explorer. Μόνο μια καρδούλα ζωγραφισμένη με στιλό; Τι να καταλάβεις τώρα εσύ;Ένα μήνα περίμενες; Μάταιη η αναμονή! Σε βλέπω μόνο σαν φίλο. Tότε γιατί ανταλλάσσαμε κάθε βράδυ μηνύματαστο fb; Και μετά μια μέρα βλέπεις τη φωτό που ανάρτησε. Τάφτιαξε με τον Αϊνστάιν; Αυτόν αυτόν που τον έλεγε φυτό!Και καταρρέεις και κάνεις ό, τι έκανες και μένεις μόνος και κανείς δε σε καταλαβαίνει. Και να πάλι ένα μήνυμα σετσαλακωμένο χαρτί. Τι να καταλάβεις τώρα εσύ; Α το κουδούνι, τέλος αναμονής λοιπόν. Θα πρέπει τώρα να περιμένειςέξω από την κλειστή πόρτα να σε φωνάξουν. Θα είναι καθισμένοι όλοι ένα γύρο στα ωραία τους γραφεία. Κι εσύ θαστέκεσαι όρθιος και θα θέλεις να κλείσεις τ΄αυτιά να μην ακους τίποτα. Να ρωτάνε το ένα και το άλλο. Γιατί το έκανακαι δε θα λένε να καταλάβουν. Έτσι το έκανα. Έτσι, δίχως κίνητρο. Και η φιλόλογος θα ρωτάει και θα ξαναρωτάει πωςείναι δυνατόν… εγώ τόσο καλό παιδί και δε με αναγνωρίζει. Και αν ζητάω συγγνώμη. Ας αποφασίσουν ό, τι θέλουν. Τιδεν καταλαβαίνετε; Δεν έχω τίποτε με κανέναν απλώς αφήστε με ήσυχο. Έτσι μου αρέσει και στο εξής θα φορώκουκούλα. Και αυτό σας πειράζει τώρα; Και το 15μελές ας μη με υπερασπισθεί. Κι εκείνο το τσαλακωμένο χαρτί, ούτεκι αυτό με νοιάζει πια.

Ονειροπόλος και αισιόδοξος υπερήλικος τρόφιμος γηροκομείου- εσωτερικός μονόλογος

Αλλά όχι ο κανονισμός προβλέπει ώρες ανάπαυσης από τις 10 το βράδυ ως τις 7 το πρωί. Και ο κανονισμός είναικανονισμός. Στις 10 αποσυρόμαστε στο δωμάτιο και στις 11 πρέπει να σβήσουν τα φώτα των δωματίων. Βήματαακούγονται στο βάθος του διαδρόμου; Αλλαγή βάρδιας είναι μάλλον. Αλλά καλύτερα ας σβήσω το πορτατίφ. Φαίνεταιπως έφθασε η διανυκτερεύουσα αδελφή. Νάναι άραγε η στρουμπουλή η Μαριάννα; Αυτή η καινούργια με τις ξανθέςμπούκλες που μου κουνά της ουρά της και με λέει puroteenager; Είναι ο τύπος μου και μοιάζει με τη μακαρίτισσα τηγυναίκα μου. Αν είναι η Μαριάννα θα την καταλάβω από τα τακουνάκια και το δροσερό της άρωμα. Κι αν έχει βάρδιααυτή, θα βρώ μια δικαιολογία, θα βγω να κάνω λίγη παρέα μαζί της μέχρι να με πιάσει νύστα. Είναι καταδεκτική αυτήκαι θα με κεράσει και καφεδάκι. Αλλά όχι. Δεν είναι τα ανάλαφρα βήματα της Μαριάννας κι άρωμα κανένα. Καμιάελπίδα για απόδραση σήμερα το βράδυ. Ο κίνδυνος για νυχτερινό έλεγχο πέρασε, αλλά ας μην ξανανάψω το φως. Τοφως του διαδρόμου κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας φτάνει. Πόσο φως χρειάζεται για να κάνεις όνειρα. Όμωςχρειάζομαι να πάω και τουαλέτα. Ας το ανάψω τελικά το φως. Είναι αυτά τα διουρητικά. Πάει πέρασε ο καιρόςμας. Τώρα που η θάλασσα έγινε γιαούρτι χάσαμε το κουτάλι. Αλλά το αντιφέγγισμα του καθρέφτη μου είναι ακόμηενθαρρυντικό. Γιατί όχι; Και τα μαλλιά μου τα έχω και τα δόντια μου δικά μου. Κι από φυσική κατάσταση; Βάζω κάτωκαι 50χρονους. Αύριο θα προχωρήσω περισσότερο. Την ξέρω την τέχνη από παλιά.

Κορύφωση και περαίωση ιστορίας Μια γυναίκα ακούει διαρρήκτες μέσα στη νύχτα (Μη το λες απλώς δείξε το)

Ανακάθεται στο κρεββάτι. Αφουγκράζεται. Ησυχία. Όνειρο ήταν; Κοιμάται ανήσυχα από τότε που… Αλλά όχι.Πράγματι ένας μεταλλικός θόρυβος. Από το δρόμο. Βγαίνει στο παγωμένο μπαλκονάκι. Σκύβει να δει. Δυο λεπτέςφιγούρες γονατισμένες στο βρώμικο υποφωτισμένο πεζοδρόμιο. Μισοκαλυμμένες από τους κάδους σκουπιδιών.Μπροστά στο εργαστήρι αργυροχοϊας. Ζακέτες με κουκούλα κι ένα κλεφτοφάναρο στο χέρι. Γλιστράει αθόρυβαμέσα. Διστάζει μια στιγμή καθώς καλεί το 100; Νέα παιδιά είναι. Στο κάτω κάτω δεν κινδυνεύει η ζωή κανενός. Ταχέρια της τρέμουν. Ξαναβγαίνει και κοιτά ζαρωμένη από ψηλά. Έκανε άραγε το σωστό; Ακούγονται οι μηχανές τηςομάδας Δίας. Οι δυο διαρρήκτες πετάγονται να διαφύγουν. Η μια είναι κοπέλα; Θεέ μου! Το κοριτσάκι της. Μάρθα φύγε, κραυγάζει. Ξεκλειδώνει την εξώπορτα πανικόβλητη. Κατεβαίνει ασθμαίνοντας
τις σκάλες. Λίγα μέτρα από τηνείσοδο της πολυκατοικίας είναι η κοπέλα ακινητοποιημένη πάνω στο δρόμο. Το αποστεωμένο κορμάκι μπρούμητα. Μεχειροπέδες. Κινείται σπασμωδικά και ρουθουνίζει. “Μάρθααα”; Η καρδιά της χτυπά δυνατά. Θα σπάσει. Από τηδιασταύρωση εμφανίζεται και το περιπολικό. Το μπλε φως του αναμμένου φάρου περνάει πάνω από την κοπέλα. Τοπρόσωπο πρησμένο, χλωμό, πληγιασμένο. Τα μάτια κόκκινα και υγρά, σαν της Μάρθας. Αλλά όχι. Δεν είναι η Μάρθατης. Μια παγωμένη ανακούφιση απλώνεται στην ψυχή της. Τα γόνατά της λυγίζουν. Να ξημερώσει και θα βγει και πάλιστους δρόμους. Να ψάξει το κοριτσάκι της.

κουρασμένη υπάλληλος με κλειστοφοβία (Μη το λες απλώς δείξε το)

Κλείνει τα βλέφαρα να τα ανακουφίσει λίγο από τον τεχνητό φωτισμό και συγκρατεί με δυσκολία επαναλαμβανόμενα χασμουρητά. Σε μάτιαξαν της ψιθυρίζει στο αυτί ο συνάδελφος από το τμήμα εξυπηρέτησης πελατών. Δεν έχει καμιά διάθεση να ανταποκριθεί στο πείραγμα. «Γιατί δε σέβεται το ζωτικό της χώρο; Δεν της αρέσει καθόλου αυτή η εγγύτητα». Παρασκευή απόγευμα με τα τμήματα προωθητικών ενεργειών, εξυπηρέτησης και στρατηγικού σχεδιασμού σε έκτακτη σύσκεψη, οι χώροι στενεύουν απειλητικά. Νιώθει την καρδιά της να χτυπά ακανόνιστα. Πρέπει να βγει έξω. Τώρα. Αλλά η διαφυγή, έστω για δυο λεπτά, είναι αδύνατη. Η σύσκεψη αρχίζει σε λίγο. Πιέζει απαλά τα δάχτυλα στον καρπό του χεριού της, να νιώσει τους παλμούς. «Δεν είναι τίποτα, απλώς ανάπνεε» της λέει η φωνή του συναδέλφου που τώρα ακούγεται καθησυχαστική. Αρχίζει να μετρά αντίστροφα. Ανασαίνει. Όχι, αυτή τη φορά δε θα χάσει τον έλεγχο.

Οδομέτρης

Κυριακή, Φεβρουάριος 4th, 2018

Οδομέτρης

Τον ξύπνησε ο θόρυβος του κινητήρα του στρατιωτικού φορτηγού που όρμησε με την όπισθεν μέσα στην αποθήκη, ο φαντάρος που για άγνωστο λόγο ανέβασε τις στροφές μαρσάροντας πριν σβήσει τη μηχανή και το ξυπόλητο παιδομάνι που έτρεχε να βοηθησει στο ξεφόρτωμα. “Πρέπει να ’χει πάει μία η ώρα και ήρθε το μεσημεριανό συσίτιο”. Άπλωσε το χέρι και έβγαλε από την μπρίζα μια αναμμένη λάμπα κρεμασμένη πάνω από το πτυσσόμενο ράντσο όπου ξάπλωνει λιποθυμισμένος από τη ζέστη. Μετά έβαλε σε λειτουργία ένα βρώμικο ανεμιστήρα ακουμπισμένο πάνω σε ένα κασόνι και ξανάκλεισε τα μάτια.
Είχε φθάσει μια νύχτα πριν έξι μήνες μ’ έναν σάκο στην πλάτη σμπρώχνοντας έναν μηχανικό μετρητή αποστάσεων, μια κατασκευή που έμοιαζε με μονόκυκλο ποδήλατο, μια μεταλλική ράβδος με χειρολαβή συνδεδεμένη σ’ ένα τροχό κι ένας μηχανισμός πέντε οδοντοτών δίσκων. Όταν είδε την πινακίδα “ Βιομηχανική Ζώνη”, άφησε τον δημόσιο που κατευθυνόταν προς βορρά κι έστριψε σ’ ένα χαλικόστρωτό δρόμο. Επί αρκετή ώρα είχε οδηγό του ένα προβολέα με πορτοκαλί φως που διάλυε την ομίχλη και φώτιζε αμυδρά ένα ογκώδες ορθογώνιο κτήριο κι αργότερα έμαθε πως υπήρξε καπναποθήκη. Ο τροχός αναπηδούσε πάνω στα χαλίκια, οι οδοντωτοί δίσκοι έτριζαν περιστρεφόμενοι κι ο μετρητής εμφάνιζε τη μετατόπιση ένα μέτρο, δέκα, εκατό, χίλια. Στάθηκε. Ξεφορτώθηκε το σάκο του. Κοίταξε από απόσταση προς τη βαρειά μεταλλική πύλη. Άφησε κάτω την κατασκευή που έσμπρωχνε. Αποσυναρμολόγησε τη ράβδο από τη ρόδα, απέσπασε το μετρητή και τον κόιταξε. “Μηδένισα 10 φορές μέσα σε ένα χρόνο, μας κάνουν δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα”. Μηδένισε και τοποθέτησε προσεκτικά όλα τα κομμάτια στο σάκο.
Στη νοτιοανατολική είσοδο του αυλόγυρου ένα φυλάκιο φωτίζονταν με ψυχρό φως, αλλά από παράθυρα δε διακρινόταν ανθρώπινη παρουσία. Εδώ θα έκανε μια ανάπαυλα λίγων ημερών και θα συνέχιζε το ταξίδι του. Μπορούσε να πλησιάσει στην είσοδο και να ζητήσει φιλοξενία. Αντί γι’ αυτό φορτώθηκε το σάκο κι έκανε το γύρο του αυλόγυρου. Σ’ ένα σημείο ο συρμάτινος φράχτης ήταν ελαφρά ανασηκωμένος. Πάνω από το φράχτη έριξε το σάκο μέσα στην αυλή και σύρθηκε κάτω από το σκουριασμένο συρματόπλεγμα. Την ίδια στιγμή άκουσε ήχο βημάτων πάνω στα χαλίκια. Δε φοβήθηκε, απλώς έμεινε ακίνητος. Το φως ενός φακού ταλαντεύτηκε πάνω του. Μια φωνή που δεν άφηνε να γίνουν αντιληπτές οι διαθέσεις της τον ενημέρωσε στην αγγλική γλώσσα. “Βρίσκεσαι σε δομή φιλοξενίας που τελεί υπό την εποπτεία του κράτους”. Έμεινε μπρούμητα κρατώντας την ανάσα κι έστρεψε το κεφάλι προς το σημείο απ’ όπου ερχόταν η φωνή. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στα συρματοπλέγματα και μετά σε δυο ανδρικές μορφές με στολή. “Αστυνομία φύλλαξης, τα χέρια στο κεφάλι”. “ Έχεις έγγραφα ταυτοποίησης ”;
Με αργές κινήσεις απλώνει το χέρι στο σάκο. Ο ένας άνδρας τον σταματά με το πόδι, σηκώνει το σάκο και του γνέφει να προπορευθεί προς το φυλάκιο. Καθώς βαδίζει μια φευγαλέα αύρα οικειότητας τον κυριεύει ύστερα από πολύ καιρό. Δεξιά του απλωμένα πάνω στα σύρματα στεγνώνουν παιδικά πλυμμένα ρούχα. Αριστερά του βρύσες και υπαίθριες εγκαταστάσεις υγιεινής. Στην πόρτα μιας λυόμενης κατασκευής διαβάζει σε διαφορετικές γλώσσες: ΙΑΤΡΕΙΟ. Στο φυλάκιο τον αφήνουν να περιμένει απ’ έξω. Τους κοιτάζει που ερευνούν το σάκο του. Βγάζουν τα κομμάτια και τα κοιτούν με περιέργεια. “Τι είναι αυτό”; “Μετράει αποστάσεις, οδόμετρο”. Μετά μελετούν το δελτίο καταγραφής του, όλα φαίνονται εντάξει. Κάνουν ένα τηλεφώνημα, ξανακλείνουν τη γραμμή, του κάνουν νεύμα να πλησιάσει. “Δέν είναι ώρες υπηρεσίας, αύριο θα επιβεβαιώσουν τον αριθμό καταχώρισής του”. “Μπορεί να διανυκτερρεύσει στο προαύλιο”; Ικανοποιημένοι από την αβεβαιότητά του μιλούν με φιλικότερη διάθεση πλέον. “Για ποιο λόγο δεν απευθυνθήκε αμέσως στο φυλάκιο”; “Η ύπατη αρχή είναι φιλική σε πρόσωπα χρήζοντα διεθνούς προστασίας. Παραβιάσατε ανοιχτές θύρες”.
Την επόμενη μέρα του παραχωρήθηκε ένα δικό του κελί μέσα σ’ αυτή τη γιγάντια κυψέλη, ένα χώρισμα αυτοσχέδια στημένο με γκρι τραχιές στρατιωτικές κουβέρτες κρεμασμένες πάνω σε ξύλινους πασσάλους. Θα ξεκουραζόταν μια δυο μέρες και θα συνέχιζε το δρόμο του. Μετά τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Όλα έγιναν ανέλπιστα γρήγορα. Η διοίκηση του καταλύματος τον ενημέρωσε για τη διαδικασία ένταξης σε πρόγραμμα μετεγκατάστασης κι εκείνος το αποφάσισε. Μέσα σ’ ένα μήνα κλήθηκε σε ραντεβού για την πλήρη ταυτοποίησή του. Στο περιφερειακό γραφείο όπου παρουσιάστηκε καταχώρισαν τα στοιχεία του ηλεκτρονικά. Χώρα διαφυγής, σημείο εισόδου, κέντρο πρώτης καταγραφής, όλα ήταν καταχωρισμένα στο δελτίο πρώτης καταγραφής, αλλά τα μέλη της επιτροπής, τα ρώτησαν όλα από την αρχή. Για τη δική του ασφάλεια του πήραν δακτυλικά αποτυπώματα και τον ενημέρωσαν για τη μαγνητοσκόπηση της συνέντευξης. Ο υπεύθυνος της συνέντευξης, που με ουδέτερο ύφος άκουσε όλες τις λεπτομέρειες της προσωπικής του ιστορίας και συνέχισε με ερωτήσεις διαπίστωσης των στάσεων και των αξιών του, κατέληξε. “Σε ποιον τομέα θα θέλατε να απασχοληθείτε στον τόπο μετεγκατάστασής σας”; “Ως οδομέτρης; Μα οι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας, οι λεωφόροι, κάθε μονοπάτι της επικράτειας, όπου, σύμφωνα με δήλωσή σας, επιθυμείτε να μετεγκατασταθείτε είναι ήδη μετρημένα. Όλοι οι τόποι οριοθετημένοι. Τι ακριβώς θα μετρήσετε”; “Μπορούμε ακόμη να μετρήσουμε τις ουτοπίες” είχε απαντήσει. “Επομένως δεν παραδέχεσθε τα χαραγμένα όρια”; “Πιστεύω στην ειρήνη και στα φυσικά δίκαια των ανθρώπων”. Έτσι έγινε κάτοχος ενός ελπιδοφόρου δελτίου πλήρους καταγραφής και περίμενε την εξέταση της υπόθεσής του.
Ακολούθησε μια περίοδος απατηλά ευτυχισμένης διαβίωσης, ένιωθε μάλιστα πως βρήκε μια πατρίδα, σ’ αυτή την εφήμερη ουτοπική κοινότητα. Συμμετείχε στον καταμερισμό των εργασιών, καθαριότητα, διανομή συσιτίου και προσέφερε υπηρεσίες στο ιατρείο ως διερμηνέας. Έκανε φίλους και ήταν ελεύθερος να κινείται εντός των ορίων πάντα της κοινότητας. Όμως, ενώ κάθημερινά φιλοξενούμενοι, με άφιξη μεταγενέστερη της δικής του, αναχωρούν για προορισμούς μετεγκατάστασης, η εξέταση της δικής του υπόθεσης καθυστερεί. Στις επανειλημμένες κλήσεις του το περιφερειακό γραφείο προβάλλει, άλλοτε τυπικές περιπλοκές για τον προσδιορισμό του κεθεστώτος προστασίας του κι άλλοτε ζητήματα προτεραιότητας- δεν ανήκει σε ευάλωτη ομάδα κι ας έχει επηρεαστεί σημαντικά το καθεστώς ευαλωτότητάς του από καιρό. Τι ήταν εκείνο που έθετε εμπόδια στην εξέλιξη της μετεγκατάστασής του, μια λάθος απάντηση κατά τη συνέντευξη, μια παραβίαση των κανόνων; Που και που άνοιγε το σάκο του, έλεγχε ότι το οδόμετρο ήταν έντάξει.
Πριν ξεκινήσει το ταξίδι, ο προορισμός φάνταζε ως μια ασφαλής ενιαία επικράτεια, όπου έφθανες αρκεί να επιβίωνες από ένα σύντομο, αν και ριψοκίνδυνο πέρασμα, με οδηγούς πρόσωπα που ελέγχουν κρυφά μονοπάτια. Αλλά όσο περνά ο καιρός όλα φαίνονται δαιδαλωδώς ιεραρχημένα. Βρίσκεται σε μια μόνιμη κατάσταση δυσφορίας. Αρχίζει να αποζητά τη μοναξιά όχι μόνο όχι μόνο από ανάγκη, αλλά από μια ισχυρή επιθυμία μοναχικότητας. Τη μέρα η κρίση του εναρμονίζεται με τις εκτιμήσεις των άλλων. Η μορφή του πατέρα του που είχε απομακρυνθεί για λίγο επανέρχεται όλο και πιο συχνά, “έχεις χάσει το πιο σημαντικό εφόδιο επιβίωσης, την υπομονή, περίμενε και όλα μπορούν να συμβούν”. Τα απογεύματα μετά την υπηρεσία στο ιατρείο, παίρνει το σάκο του και περιπλανιέται άσκοπα. Τις νύχτες- πάντα ο σάκος δίπλα του- στη δροσιά του αυλόγυρου, η πλάτη του στον τοίχο της αποθήκης, τα μάτια στραμμένα προς τα βουνά που ο όγκος τους χάνεται στο σκοτάδι, η σκέψη του ξεστρατίζει. Τότε αρχίζει να μελετάει και πάλι δυναμικά περάσματα κάνει παράτολμες σκέψεις και οι φραγμοί καταρρέουν. Ξημερώματα προσπαθεί να κοιμηθεί. Το χαρούμενο βουητό των παιδιών λειτουργεί παρηγορητικά, αλλά ο ύπνος του είναι ταραγμένος, γκρεμμισμένες πολιτείες, λασπωμένοι δόμοι, ορμητικοί χείμαρροι, τηλεβόες που τον γεμίζουν ενοχές, “δεν μπορείτε να επιλέξετε επικράτεια μετεγκατάστασης … κυβέρνηση σας καλεί να την εμπιστευτείτε για τη μεταφορά σας σε διαμορφωμένους χώρους φιλοξενίας, μην πιστεύετε την παραπληροφόρηση από επιτήδειους”.
Ο ιδρώτας του κυλά, μουσκεύει τα ξεθωριασμένα σεντόνια. Από δίπλα έρχεται οσμή χλιαρού απόνερου με πράσινο σαπούνι, θρόισμα ρούχων, κι ένας επαναλαμβανόμενος ψίθυρος “Αλλάχου Άκμπαρ”. “Κάποιος δίπλα εναποθέτει τις ελπίδες του στο θεό”. Ο θόρυβος της μηχανής του στρατιωτικού οχήματος αντήχησε και πάλι κι οσμή του καυσαέριου αναδόθηκε τρομακτικά μέσα στην αποθήκη. Ανακάθεται με ανησυχία, κρατά την ανάσα του. «Δε μπορεί να διαρκέσει περισσότερο». “Αν μείνει λίγο ακόμη εδώ θα είναι πλέον ανίκανος για ο,τιδήποτε”. Καρφώνει τα μάτια του στο σάκο με το οδόμετρο. Η καρδιά του χτυπά ακανόνιστα. Ένα αίσθημα ασφυξίας και πνιγμού, τον κυριεύει. Αρπάζει το σάκο, απωθεί το μάλλινο χώρισμα, ορμά έξω. Κλαίει, γελά, ουρλιάζει. Ένα σμήνος οι αιτούντες μετεγκατάσταση μαζεύονται γύρω του. Τον συγχαίρουν ενθουσιασμένοι. “Ο θεός είναι μεγάλος, αδελφέ. Πήρες την άδεια;” Το σώμα του τινάζεται. Με τις γροθιές του χτυπά έναν αόρατο τοίχο. Ταλαντεύεται, γέρνει μπροστά, απλώνει τα χέρια σα να θέλει ανοίξει δρόμο μέσα στα νερά ενός ορμητικού χειμάρρου. “Το σκοινί, κρατάτε γερά το σκοινί”.
Τον μετέφεραν στο ιατρείο. “Μια μικρή νευρική κρίση”. “Είναι η αναβίωση της εμπειρίας μέσα στο ντεπόζιτο της νταλίκας”. Τον κοιτούν καθυσηχαστικά. “Τώρα όλα πέρασαν… εξετάσθηκε η υπόθεσή σου, ήρθε η απάντηση… θετική… Όλα είναι έτοιμα… αεροπορικό εισιτήριο…”. Δεν ακούει άλλο. Η σκέψη του ξεστρατίζει στην πατρίδα της παιδικής του ηλικίας, τότε που η υπέρβαση των ορίων ήταν ένα σάλτο πάνω από το φράχτη για να φθάσει ένα πράσινο στυφό κυδώνι, να το δώσει στο μικρό του αδελφό, σ’ όλες εκείνες τις προσπάθειες, ξανά και ξανά, που δεν επιδέχονταν ήττα. Από το ορθάνοιχτο παράθυρο το βλέμμα του ταξιδεύει πίσω από τα βουνά. “Εκεί κάπου, μόνο δυο χιλιάδες χιλιόμετρα ήταν ο προορισμός μου”; Με το χέρι του αναζητά το σάκο του. Τον ψηλαφεί. Η ρόδα, ο άξονας, η χειρολαβή, ο μετρητής είναι όλα εκεί. Όχι δε τη χρειάζεται την άδειά τους. Έχει αντοχή σε αντίξοεες συνθήκες, ικανότητα συγκέντρωσης, καλή όραση, ικανότητα αντίληψης του χώρου. Θα αναζητήσει τα δικά του περάσματα μέσα από λόφους, βουνά, πεδιάδες, ποτάμια. Θα πάρει το οδόμετρό του και θα μετρήσει τη γη από την αρχή, σε μέτρα, δεκατόμετρα, εκατοστόμετρα, ακόμη και χιλιοστόμετρα. Δε θα σταματήσει αν δε διανύσει, 10.000 χιλιόμετρα. Κι ύστερα θα μηδενίσει και θα ξεκινήσει και πάλι από την αρχή. Δε θα εγκαταλείψει το οδόμετρό του, ας πέθαινε εξαντλημένος από αυτό.


Top
...
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων