Άρθρα συγγραφέα

μικροαφήγημα με ήρωα κάποιον που μόλις απολύθηκε από τη δουλειά του-άσκηση δημιουργικής γραφής

Σάββατο, Αύγουστος 4th, 2018

Βγήκε στον μποτιλιαρισμένο δρόμο. Πίσω του η πύλη εταιρείας ηλεκτρονικού εμπορίου. Ένα λεωφορείο αναχωρούσε από την απέναντι στάση. Πήδηξε το προστατευτικό κιγκλίδωμα και γλίστρησε ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Στα μισά η ροή των αυτοκινήτων ξεκίνησε πάλι. Κόρνες και λάστιχα που στρίγκλιζαν. Ένας οδηγός του έκανε μια άσεμνη χειρονομία και πάτησε γκάζι σπινιάροντας. Πρόλαβε τη στιγμή που έκλειναν οι πόρτες. Χτύπησε με τις γροθιές του. Μάταια. Το λεωφορείο ρολάρισε λίγα μέτρα και ξανασταμάτησε στο κόκκινο φανάρι. Έμεινε μόνος στη στάση. Η φωτεινή πινακίδα με τα δρομολόγια ήταν εκτός λειτουργίας. Ένας άντρας τον πλησίασε τυλιγμένος μια βρώμικη κουβέρτα. Πισωπάτησε ν’ αποφύγει την απωθητική οσμή ούρων που ανάδιδε το σώμα του. “Για ΟΑΕΔ”; Επέμεινε ο τύπος. Το ξανασκέφτηκε. Του πρόσφερε τσιγάρο. Άναψε κι αυτός. “Πότε περνάει το επόμενο”; ρώτησε.
……………………………………………………………………………….
Με τη βεβαίωση “οικειοθελούς αποχώρησης” από το τμήμα online παραγγελιών, διαφορετικά θα αντιμετώπιζα μήνυση για έγκλημα κατά ιδιοκτησίας, για ένα τροφοδοτικό από υπαναχώρηση αγοράς με αιτιολόγηση “ο παραλήπτης απεβίωσε”, και το οποίο δε βρέθηκε κατά την απογραφή, άφησα μια θέση εργασίας, θέση κατώτερη των προσόντων μου, την οποία είχα αποδεχθεί λόγω μακρόχρονης ανεργίας ύστερα από πιέσεις της γυναίκας μου. Και τριγυρίζοντας, για ν’ αναβάλω την ώρα των εξηγήσεων στην τίμια, αυστηρής χριστιανικής ηθικής γυναίκα μου, που γι αυτό άλλωστε την επέλεξαν ως συνοδό ευκατάστατης ηλικιωμένης οι συγγενείς της, βέβαιος πως είναι επικίνδυνο να ζεις με ασφάλεια, μπροστά σε μια βιτρίνα, όπου δεν είχαν προλάβει να σβήσουν το σύνθημα “πάρε μια πέτρα είναι τζάμπα” κι ένα Α κλεισμένο σε κύκλο, είδα τον Προυντόν να μου κλείνει το μάτι και να με διαβεβαιώνει πως η ιδιοκτησία είναι κλοπή.
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι …

Κυριακή, Φεβρουάριος 4th, 2018

Σκηνικό σπιτιού μιας ανύπαντρης συνταξιούχου δικηγόρου

Μια στραβιά υγραμβάρη φυλλορροούσε έγερνε και ακουμπούσε στα κάγκελα του εξώστη πάνω από την κεντρικήείσοδο της οικοδομής. Ο υπαστυνόμος του τμήματος εγκληματολογικών ερευνών της Ασφάλειας ανέβηκε με τα πόδιατην ελικοειδή σκάλα. Οδός Σελεύκου, Γενί Χαμάμ, ελεύθερο πάρκινγκ δίπλα στην Αίγλη, ο ναός του Αγίου Δημητρίουκαι τέλος νοτιότερα η Ρωμαϊκή Αγορά. Πολύχρωμη πρόσοψη, ημικυκλικοί κλειστοι εξώστες, φουρούσια καισφυρήλατα κάγκελα. Το γνωστό εκλεκτικιστικό στυλ της πόλης. Το ίδιο και το διαμέρισμα, νεοκλασικήπολυτέλεια, ρομαντικό και μποέμ στυλ σε ένα. Στην ένοικο αυτού του σπιτιού σίγουρα δεν άρεσαν οι άδειοι χώροι. Ουπαστυνόμος δεν είχε ξαναδεί πιο γεμάτο, πιο πολύχρωμο σαλόνι. Ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο από μαόνι, βιβλιοθήκεςγεμάτες από τόμους νομικά βιβλία, τίτλοι σπουδών, πτυχία στριμωγμένα μαζί με φωτογραφίες και κορνιζαρισμένααποκόματα από εφημερίδες στους τοίχους. Και όλα αυτά μαζί με ένα πλήθος από υφάσματα, βελούδα, κορδέλες,μαξιλάρες, κουτιά, φωτιστικά, βάζα με φρέσκες μαργαρίτες, ένα πλήθος μπιχλιμπίδια. Λες και ένα ελαφρύ βαρδαράκιφύσηξε κι έφτιαξε έναν κόσμο από τα πορτοκαλί κόκκινα πορφυρά και πράσινα φύλλα της υγραμβάρης της ριζωμένηςστην είσοδο της οικοδομής. Ένας γάτος που καθόταν πάνω στο γύψινο περβάζι του παράθυρου, πήδηξε τρομαγμένοςστο μάρμαρινο δάπεδο και εξαφανίστηκε. Οι αντιφεγγιές από τις φυλλωσιές της υγραμβάρης που περνούσαν από τιςκλειστές γρύλιες του εξώστη έπεσαν σ’ ένα χρυσοποίκιλτο καθρέφτη κι από κει πάνω σε μια “ Αλίκη” του ΛιούιςΚάρολ θρονιασμένη σ’ ένα μαρμάρινο ροτοντάκι. Ο υπαστυνόμος άνοιξε το όγδοο κεφάλαιο και περιεργάστηκεέναν σελιδοδείκτη βαλέ κούπα. Από μέσα η τσιριχτή λαχανιασμένη φωνή της ντάμας επαναλάμβανε «το Σύμπαν δεν είναι παρά μια Μεγάλη Τράπουλα».

Απογοητευμένος έφηβος- εσωτερικός μονόλογος

Σίγουρα εκείνη τον έστειλε το σβώλο το τσαλακωμένο χαρτί που προσγειώθηκε κάτω από το θρανίο. Όχι δε θα τοσηκώσεις. Δε σε νοιάζει. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να ρθει η ώρα. Να ξεμπερδεύεις με τη συνεδρίαση συλλόγου.Γιατί να μην υποκριθείς τον αφοσιωμένο στο φυλλάδιο με τις ασκήσεις που μοίρασε η Explorer η αγγλίδα; Όλη παρέα είχε γελάσει όταν της έβγαλες το παρατσούκλι. Και πιο πολύ εκείνη. Το είχε βρει πολύ πετυχημένο. Και σε έκανε αμέσως φίλο στο fb. I WILL ALWAYS LOVE YOU. Άλλοτε θα σου άρεσε το θέμα της άσκησης. Μια επιστολή με οδηγό το τραγούδι του Τιτανικού. Όμως γιατί τα always και τα love θολώνουν; Και πάνω στη λευκή κόλα μένουνμόνο τα Bittersweet Memories… I’m not what you You need; Τελικά όχι. Δε μπορείς να αντισταθείς. Θα το ανοίξεις τοτσαλακωμένο χαρτί πριν το δει η Explorer. Μόνο μια καρδούλα ζωγραφισμένη με στιλό; Τι να καταλάβεις τώρα εσύ;Ένα μήνα περίμενες; Μάταιη η αναμονή! Σε βλέπω μόνο σαν φίλο. Tότε γιατί ανταλλάσσαμε κάθε βράδυ μηνύματαστο fb; Και μετά μια μέρα βλέπεις τη φωτό που ανάρτησε. Τάφτιαξε με τον Αϊνστάιν; Αυτόν αυτόν που τον έλεγε φυτό!Και καταρρέεις και κάνεις ό, τι έκανες και μένεις μόνος και κανείς δε σε καταλαβαίνει. Και να πάλι ένα μήνυμα σετσαλακωμένο χαρτί. Τι να καταλάβεις τώρα εσύ; Α το κουδούνι, τέλος αναμονής λοιπόν. Θα πρέπει τώρα να περιμένειςέξω από την κλειστή πόρτα να σε φωνάξουν. Θα είναι καθισμένοι όλοι ένα γύρο στα ωραία τους γραφεία. Κι εσύ θαστέκεσαι όρθιος και θα θέλεις να κλείσεις τ΄αυτιά να μην ακους τίποτα. Να ρωτάνε το ένα και το άλλο. Γιατί το έκανακαι δε θα λένε να καταλάβουν. Έτσι το έκανα. Έτσι, δίχως κίνητρο. Και η φιλόλογος θα ρωτάει και θα ξαναρωτάει πωςείναι δυνατόν… εγώ τόσο καλό παιδί και δε με αναγνωρίζει. Και αν ζητάω συγγνώμη. Ας αποφασίσουν ό, τι θέλουν. Τιδεν καταλαβαίνετε; Δεν έχω τίποτε με κανέναν απλώς αφήστε με ήσυχο. Έτσι μου αρέσει και στο εξής θα φορώκουκούλα. Και αυτό σας πειράζει τώρα; Και το 15μελές ας μη με υπερασπισθεί. Κι εκείνο το τσαλακωμένο χαρτί, ούτεκι αυτό με νοιάζει πια.

Ονειροπόλος και αισιόδοξος υπερήλικος τρόφιμος γηροκομείου- εσωτερικός μονόλογος

Αλλά όχι ο κανονισμός προβλέπει ώρες ανάπαυσης από τις 10 το βράδυ ως τις 7 το πρωί. Και ο κανονισμός είναικανονισμός. Στις 10 αποσυρόμαστε στο δωμάτιο και στις 11 πρέπει να σβήσουν τα φώτα των δωματίων. Βήματαακούγονται στο βάθος του διαδρόμου; Αλλαγή βάρδιας είναι μάλλον. Αλλά καλύτερα ας σβήσω το πορτατίφ. Φαίνεταιπως έφθασε η διανυκτερεύουσα αδελφή. Νάναι άραγε η στρουμπουλή η Μαριάννα; Αυτή η καινούργια με τις ξανθέςμπούκλες που μου κουνά της ουρά της και με λέει puroteenager; Είναι ο τύπος μου και μοιάζει με τη μακαρίτισσα τηγυναίκα μου. Αν είναι η Μαριάννα θα την καταλάβω από τα τακουνάκια και το δροσερό της άρωμα. Κι αν έχει βάρδιααυτή, θα βρώ μια δικαιολογία, θα βγω να κάνω λίγη παρέα μαζί της μέχρι να με πιάσει νύστα. Είναι καταδεκτική αυτήκαι θα με κεράσει και καφεδάκι. Αλλά όχι. Δεν είναι τα ανάλαφρα βήματα της Μαριάννας κι άρωμα κανένα. Καμιάελπίδα για απόδραση σήμερα το βράδυ. Ο κίνδυνος για νυχτερινό έλεγχο πέρασε, αλλά ας μην ξανανάψω το φως. Τοφως του διαδρόμου κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας φτάνει. Πόσο φως χρειάζεται για να κάνεις όνειρα. Όμωςχρειάζομαι να πάω και τουαλέτα. Ας το ανάψω τελικά το φως. Είναι αυτά τα διουρητικά. Πάει πέρασε ο καιρόςμας. Τώρα που η θάλασσα έγινε γιαούρτι χάσαμε το κουτάλι. Αλλά το αντιφέγγισμα του καθρέφτη μου είναι ακόμηενθαρρυντικό. Γιατί όχι; Και τα μαλλιά μου τα έχω και τα δόντια μου δικά μου. Κι από φυσική κατάσταση; Βάζω κάτωκαι 50χρονους. Αύριο θα προχωρήσω περισσότερο. Την ξέρω την τέχνη από παλιά.

Κορύφωση και περαίωση ιστορίας Μια γυναίκα ακούει διαρρήκτες μέσα στη νύχτα (Μη το λες απλώς δείξε το)

Ανακάθεται στο κρεββάτι. Αφουγκράζεται. Ησυχία. Όνειρο ήταν; Κοιμάται ανήσυχα από τότε που… Αλλά όχι.Πράγματι ένας μεταλλικός θόρυβος. Από το δρόμο. Βγαίνει στο παγωμένο μπαλκονάκι. Σκύβει να δει. Δυο λεπτέςφιγούρες γονατισμένες στο βρώμικο υποφωτισμένο πεζοδρόμιο. Μισοκαλυμμένες από τους κάδους σκουπιδιών.Μπροστά στο εργαστήρι αργυροχοϊας. Ζακέτες με κουκούλα κι ένα κλεφτοφάναρο στο χέρι. Γλιστράει αθόρυβαμέσα. Διστάζει μια στιγμή καθώς καλεί το 100; Νέα παιδιά είναι. Στο κάτω κάτω δεν κινδυνεύει η ζωή κανενός. Ταχέρια της τρέμουν. Ξαναβγαίνει και κοιτά ζαρωμένη από ψηλά. Έκανε άραγε το σωστό; Ακούγονται οι μηχανές τηςομάδας Δίας. Οι δυο διαρρήκτες πετάγονται να διαφύγουν. Η μια είναι κοπέλα; Θεέ μου! Το κοριτσάκι της. Μάρθα φύγε, κραυγάζει. Ξεκλειδώνει την εξώπορτα πανικόβλητη. Κατεβαίνει ασθμαίνοντας
τις σκάλες. Λίγα μέτρα από τηνείσοδο της πολυκατοικίας είναι η κοπέλα ακινητοποιημένη πάνω στο δρόμο. Το αποστεωμένο κορμάκι μπρούμητα. Μεχειροπέδες. Κινείται σπασμωδικά και ρουθουνίζει. “Μάρθααα”; Η καρδιά της χτυπά δυνατά. Θα σπάσει. Από τηδιασταύρωση εμφανίζεται και το περιπολικό. Το μπλε φως του αναμμένου φάρου περνάει πάνω από την κοπέλα. Τοπρόσωπο πρησμένο, χλωμό, πληγιασμένο. Τα μάτια κόκκινα και υγρά, σαν της Μάρθας. Αλλά όχι. Δεν είναι η Μάρθατης. Μια παγωμένη ανακούφιση απλώνεται στην ψυχή της. Τα γόνατά της λυγίζουν. Να ξημερώσει και θα βγει και πάλιστους δρόμους. Να ψάξει το κοριτσάκι της.

κουρασμένη υπάλληλος με κλειστοφοβία (Μη το λες απλώς δείξε το)

Κλείνει τα βλέφαρα να τα ανακουφίσει λίγο από τον τεχνητό φωτισμό και συγκρατεί με δυσκολία επαναλαμβανόμενα χασμουρητά. Σε μάτιαξαν της ψιθυρίζει στο αυτί ο συνάδελφος από το τμήμα εξυπηρέτησης πελατών. Δεν έχει καμιά διάθεση να ανταποκριθεί στο πείραγμα. «Γιατί δε σέβεται το ζωτικό της χώρο; Δεν της αρέσει καθόλου αυτή η εγγύτητα». Παρασκευή απόγευμα με τα τμήματα προωθητικών ενεργειών, εξυπηρέτησης και στρατηγικού σχεδιασμού σε έκτακτη σύσκεψη, οι χώροι στενεύουν απειλητικά. Νιώθει την καρδιά της να χτυπά ακανόνιστα. Πρέπει να βγει έξω. Τώρα. Αλλά η διαφυγή, έστω για δυο λεπτά, είναι αδύνατη. Η σύσκεψη αρχίζει σε λίγο. Πιέζει απαλά τα δάχτυλα στον καρπό του χεριού της, να νιώσει τους παλμούς. «Δεν είναι τίποτα, απλώς ανάπνεε» της λέει η φωνή του συναδέλφου που τώρα ακούγεται καθησυχαστική. Αρχίζει να μετρά αντίστροφα. Ανασαίνει. Όχι, αυτή τη φορά δε θα χάσει τον έλεγχο.

δημιουργική γραφή- μια τυχαία συνάντηση

Τρίτη, Αύγουστος 29th, 2017

Στα 45 μου χρόνια μετά από επίπονες προσπάθειες 20 χρόνων αποφάσισα επιτέλους να εκδώσω το βιβλίο με τίτλο «It ‘s time to go bye bye madam Bovary” που χρόνια κρατούσα στο συρτάρι. Οι πωλήσεις πάνε μη αναμενόμενα καλά, σε σύγκριση με προηγούμενα βιβλία μου. “Είναι και η συγκυρία της μεταφοράς στη μεγάλη οθόνη του μυθιστορήματος του Φλωμπέρ” λέει ο εκδότης μου. ‘Ετσι είπα να γιορτάσω με κάτι φίλους την επιτυχία του βιβλίου μου. Πρότεινα ένα wine Bar στο κέντρο, αλλά τελικά συμφωνήσαμε να βρεθούμε στου Bennigan ‘s. Kακό φαγητό τρισάθλιο σέρβις, ανεξήγητα τσιμπιμένες τιμές, ένα μαγαζί δίχως αύριο, σωστό φαλημέντο του κόσμου. Τους έπιασε μια ανεξήγητη νοσταλγία να δουν ματς και να πιουν μπύρες στου Bennigans. Υποχώρησα. Είπα να θυμηθώ κι εγώ τα παλιά…
Κι έτσι, απλά, από ένα παιχνίδι της τύχης, απλή σύμπτωση ή να τολμήσω να πω από διαίσθηση ή αναγκαιότητα, χωρίς προσμονή πια , ούτε ενοχή, ούτε ντροπή, ακριβώς τη στιγμή που είχα σταματήσει «να αναζητώ το χαμένο χρόνο», είχα την εξαιρετική συνάντηση που ονειρευόμουν χρόνια.

Όπως κάνω σε όλα τα ραντεβού μου πήγα πρώτος. Σαράντα λεπτά νωρίτερα. Οι άνθρωποι που πάνε αργά στα ραντεβού τους, διάβασα κάπου, είναι ατέρμονα αισιόδοξοι και απολαμβάνουν τη ζωή. Εγώ φθάνω πάντοτε πρώτος στα ραντεβού μου, αλλά ακόμη δεν έχει πέσει στα χέρια μου κάποια μελέτη ερμηνείας αυτής της συμπεριφοράς. Αν ρωτούσατε τον αγαπημένο μου Τσέχο συγγραφέα, τον Κ, ίσως με κατέτασσε σ΄εκείνους που έχουν χάσει την «ηδονή της βραδύτητας». Βιάζομαι. Και πάλι όμως η συμπεριφορά μου θα έκανε το διάσημο συγγραφέα να σκίσει τα βιβλία του. Είμαι μια κατηγορία από μόνος μου, πιο χαλαρός και αργόσχολος από μένα δεν υπάρχει, δεν υπάρχει σε όλη τη Θεσσαλονίκη, τη γνωστή για τη χαλαρουίτα της. Στην πραγματικότητα, έχω τη σοφία της βραδύτητας. Φθάνω πρώτος στα ραντεβού, κάθομαι μόνος και αναπολώ προηγούμενες συνατήσεις. Έτσι να μεγεθύνω με την αναμονή, τη διάρκεια της συνάντησης. Για να παραφράσω την εξίσωση των «υπαρξιακών μαθηματικών» του αγαπημένου μου διάσημου συγγραφέα, η απόλαυση του παρόντος είναι ευθέως ανάλογη με την ένταση της μνήμης. Δεν μπορώ να απολαύσω καμιά στιγμή, αν δεν συμπληρώνεται από τη μνήμη, αν δεν παρατείνεται με την προσμονή.
Και να που αυτή μου η ψυχολογική, πνευματική και επαγγελματική μου ανάγκη στάθηκε η αφορμή να ξαναδώ εκείνη με την οποία στα 25 μου χρόνια έζησα τον απόλυτο έρωτα. Αν δεν έβρεχε θα περίμενα στην παραλία ρεμβάζοντας. Αλλά βρέχει κι έτσι αποφασίζω να μπω μέσα. Διασχίζω τη μεγάλη αίθουσα τινάζοντας από πάνω μου τη βροχή και κατευθύνομαι αναποφάσιστος προς στο μπαρ, κοντοστέκομαι. Περιεργάζομαι τη σάλα, προσπαθώ να φρεσκάρω τη μνήμη μου. να δω τι άλλαξε από τότε. Τίποτα δε έχει αλλάξει, όλα έχουν μαρμαρώσει λες και βρίσκομαι σε παραμύθι των Γκριμ. Μόνο που δεν υπάρχει ψυχή εκεί μέσα. Μόνο εκείνη! Πιο όμορφη, πιο σαγηνευτική από τότε που ήταν 35 χρόνων. Όπως πάντα στο κέντρο της σάλας με το βλέμμα στραμμένο προς τη θάλασσα. Πάνω στο τραπεζάκι αναγνωρίζω το εξώφυλλο του «It ‘s time to go…” Ο μπάρμαν όπως και τότε άφαντος. Η κονσόλα ήχου να παίζει εκείνη την αγαπημένη μελωδία του 1996
I want to buy some illusions
Slightly used, just like new
There were lovely illusions
But they just wouldn’t come true
Όταν, εδώ στου Bennigan ‘s είκοσι χρόνια πριν, μετά από μήνες παθιασμένου έρωτα, η Ε., χωρίς υπεκφυγές και περιττές εξηγήσεις κοιτάζοντας τη θάλασσα μου είχε δηλώσει ότι δε θα ξανάρθει, δεν είχα τη δύναμη ν’ αντιδράσω. Ούτε κάποια πρακτική δυνατότητα να την αναζητήσω. Δεν είχαμε κανένα κοινό φίλο, δεν είχα το τηλέφωνό της, δεν ήξερα τη διεύθυνσή της. “Πάω σπίτι” μου είχε πει έτσι απλά. «Ίσως κάποια στιγμή ξαναβρεθούμε». Επί μήνες ταξίδευα με φουσκοθαλασσιά και δεν είχα καταλάβει τίποτα. Όταν το κύμα φούσκωνε έβλεπα στον έναστρο ουρανό, περίεργα φώτα και σημάδια που δεν μπορούσα να τα ερμηνεύσω. Κι όταν το κύμα χωρίς να συναντήσει κανένα εμπόδιο, έσβησε απρόσμενα απότομα κι έκανε συντρίμμια τις τζαμαρίες του Bennigan ‘s, κατάπια τεράστιες ποσότητες το πικρό νερό κι έμεινα ναυαγός στην ακτή του έρωτα. Δεν έφυγα, περίμενα εκεί, μη με λυπηθεί και επιστρέψει. Βρήκα κάτι κασόνια με μπύρες και σ΄αυτά επένδυα τις λιγοστές μου οικονομίες. Κατέβαζα τις μπύρες νοσταλγώντας κατά το ηλιοβασίλεμα. Άδειαζα τα κασόνια, τα έστηνα το ένα πάνω στο άλλο, καθόμουν πάνω τους κι έκανα γιόγκα περιμένοντας. Ήρθαν και διασώστες κάτι φιλαράκια. Προσπάθησαν να με απομακρύνουν με τη βία από την ακτή. Τίποτα εγώ.
Ήμουν ρομαντικός και ευαίσθητος, αλλά ακόνιζα και το μυαλό μου να βρω μια λύση.
Μια μέρα μου ήρθε επιτέλους η φαεινή ιδέα. Να κάνω ψυχοθεραπεία! Βέβαια στην ίδια ψυχολόγο που ήξερα ότι πήγαινε εκείνη. Μέσα στην πρώτη συνάντηση η ψυχολόγος κατάλαβε τις προθέσεις μου και με έδιωξε κακήν κακώς. Αλλά το νερό είχε μπει στ’ αυλάκι. Αποφάσισα πραγματικά να κάνω ψυχοθεραπεία. Διάλεξα μια ομάδα που εφάρμοζε τη μέθοδο συμπεριφορισμού και δημιουργικής έκφρασης. Ήταν η ομάδα που μου ταίριαζε. Η θεραπεία είχε μικρό κόστος, γιατί ο θεραπευτής ήταν νέος στο επάγγελμα και τότε η ψυχοθεραπεία δεν είχε γίνει ακόμη της μόδας. Έτσι, αφού δεν είχα μία στην τσέπη, έκρινα ότι πήρα την καλύτερη απόφαση.
Στην πρώτη συνάντηση ο θεραπευτής της ομάδας μας πρότεινε να κάνουμε καθημερινά τουλάχιστον τρία ευχάριστα πράγματα και να κρατάμε ημερολόγιο. Στη δεύτερη συνάντηση θα είχαμε χρόνο τρία λεπτά να παρουσιάσουμε τον εαυτό μας στην καθημερινότητά του. Το καλύτερο θα ήταν να προσχεδιάζαμε ένα κείμενο 300 λέξεων. Λοιπόν, εγώ δεν είχα τίποτε να γράψω. Από την ακτή μου δεν ξεκολλούσα. Έτσι, είπα να γράψω για την Ε. Οι λέξεις έρρεαν ποταμός. Αντί για 300 έγραψα τρεις χιλιάδες λέξεις. Όπως ήταν φυσικό ο συντονιστής δε με άφησε να το διαβάσω όλο. «Να διαλέξω ένα απόσπασμα και να το παρουσιάσω» είπα εγώ. «Έστω» υποχώρησαν όλοι. Έτσι, έπιασα να τους διαβάζω.
«Το στέκι μας, μια Irish παμπ, βρισκόταν στο εμπορικό κέντρο, περιοχή αεροδρομίου. Μια τεράστια ορθογώνια σάλα, ακριβώς στην παραλία, με θέα τη θάλασσα. Ήταν το είδος του μπαρ που προτιμούν τη μέρα οι πελάτες του εμπορικού κέντρου και το βράδυ φίλαθλοι, για να δουν πίνοντας μπίρες κανένα ματς στην τηλεόραση. Όπως καταλαβαίνετε, το μπαρ αυτό ήταν πολύ θορυβώδες. Τα απογεύματα από τους αναπαυτικούς καναπέδες περνούσε όλη η Θεσσαλονίκη. Είχε και τους πίσω καναπέδες όπου μπορούσες να κρυφτείς. Ήταν καλό μέρος για ραντεβού το ηλιοβασίλεμα κι όμως τα ζευγαράκια δεν το προτιμούσαν. Εκείνης της άρεσε. Έλεγε πως τη διασκέδαζε «η υβριδική του ταυτότητα». Σπορ καφέ και jazzBar. Διάλεγε πάντα μια κεντρική θέση με θέα στη θάλασσα. Δε φοβόταν μη μας δουν. Εκείνη δεν ήταν Θεσσαλονικιά κι εμένα δε μου καίγονταν καρφί. Δεν είχα να δώσω λόγο σε κανένα…».
Στα τρία λεπτά ο συντονιστής με διέκοψε. «Την επόμενη φορά να έχεις 300 λέξεις για το παρόν σου, μην αναμασάς το παρελθόν» μου είπε.
Μ΄αυτά και μ΄αυτά την Ε δεν την ξεπέρασα, αλλά έμαθα να παρατηρώ και να καταγράφω στο παρόν. Κι αφού εγώ παρόν δεν είχα, κατέγραφα τη ζωή των άλλων. Έτσι έγινα συγγραφέας και στου Bennigan ‘s δεν ξαναπάτησα. Και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, εκείνη χαμογελά με ένα χαμόγελο άγνοιας του τύπου «κάπου γνωριζόμαστε εμείς, θύμισέ μου» κι ας έχει το βιβλίο μου μπροστά της.
«Λεόν»;
«Ναι, είμαι εγώ» της λέω.
« Λεόν!» επαναλαμβάνει τώρα χωρίς μεγάλη κατάπληξη. «Είσαι εσύ!»
«Ναι, εγώ είμαι» επαναλαμβάνω και κατεβάζω το βλέμμα.
Μου απλώνει το χέρι της . «Περιμένω να ρθει να με πάρει η κόρη μου, σπουδάζει ιατρική στη Θεσσαλονίκη. Δεν κάθεσαι λίγο να τα πούμε μέχρι να έρθει», μου προτείνει. «Πώς περνάς;»
Θέλω να ξεσπάσω να γίνω μελοδραματικός.
«Ζω σ΄ένα κόσμο χωρίς ρολόγια, από τότε που έτσι άκαρδα με εγκατέλλειψες. Το μέλλον είναι πολύ αβέβαιο για να το σκεφθώ. Αλλά το παρελθόν είναι σχήμα που ζει μέσα στο παρόν μου. Έγινα συγγραφέας. Πριν αρχίσω το γράψιμο παίρνω μαζί μου Τσέχωφ, Τολστόι, Κούντερα, Προυστ, Φλωμπέρ, Τζόυς, Κάφκα, Χεμινγουέι, Μίλλερ, μια φωτογραφική μηχανή, ένα «φωτεινό θάλαμο» και ταξιδεύω στην πόλη που θέλω Moscow, Prague, Paris, Dublin, London, New York. Μπαίνω σ’ ένα μπαρ και τα πίνω. Φόντο των ιστοριών μου είναι πάντοτε ένα μπαρ, κάποιο κακόφημο μπαρ για one night stand, ένα ρομαντικό καφέ για τρυφερό ειδύλλιο… Πάντα μια αίσθηση déjà vu με κυριεύει και η ιστορία καταλήγει στο χαρτί. Τώρα τελευταία και στην οθόνη του υπολογιστή.
Είναι όμως και μια ματαιωμένη συνάντηση. Χρόνια την κρατούσα στο πιο κρυφό συρτάρι της μνήμης. Είναι μια ιστορία με φόντο το μπαρ Φλωμπέρ. Τον ήρωα της ιστορίας δεν τον γνωρίζω πολύ καλά, είναι ένας άφραγκος, ρομαντικός, νεαρός, φοράει το προσωπείο του Λεόν Ντυμπουά. Η ηρωίδα είναι μια κυρία ονόματι Ε. Μποβαρύ, μοιάζει λίγο και με μια Μπετίνα του Γκαίτε. Με κούρασαν κι οι δυο τους, δεν μπορούσα να βρω τη λύση. Έτσι για αυτήν την ιστορία ζήτησα τη βοήθεια του Ρολάν Μπαρτ, άφησα λευκές τις τελευταίες σελίδες να τις συμπληρώσει ο αναγνώστης».
Δεν λέω τίποτε απ’ όλα αυτά όμως.
«Περιμένω κάτι φίλους, αλλά θα κάτσω να τα πούμε για λίγο» ψελίζω.

Από την κονσόλα του ήχου ακούγεται η φωνή της Ute Lemper. «Oh tell me that there is a little love left in you…The case continues…».

Αγαπητοί αναγνώστες, είναι ιστορίες που το τέλος το δίνει οι ζωή, ιστορίες που το τέλος το δίνει ο συγγραφέας κι άλλες που το τέλος το δίνουν οι αναγνώστες. Έχετε στη διάθεσή σας ό, τι χρειάζεται για να ξαναγράψετε το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας του Λεόν και της Ε.. Αλλάξτε τους όρους ξαναγράψτε ακόμη και ολόκληρη την ιστορία. Είστε ελεύθεροι να επιλέξετε όποιο τέλος θέλετε, κατά προτίμηση unhappy. Απόλυτα ελεύθεροι.
Υ.Γ
Το bar Bennigan ‘s έκλεισε λίγους μήνες μετά για ανακαίνιση


Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων