Δώδεκα ποιήματα (Αναγνώσεις νηπίων)

Η Ξανθούλα, Δ. Σολωμού

Μερικοί μαθητές επικεντρώθηκαν στην απόλαυση που προσφέρει η επαφή με τη θάλασσα. Συγκεκριμένα ο Βαγγέλης παρουσιάζει την Ξανθούλα ως κοριτσάκι που συνηθίζει μετά την κυριακάτικη λειτουργία να πηγαίνει στην παραλία με το μπαμπά της, για να κο­λυμπήσει. Συχνά μάλιστα φτάνει ως την αντικρινή στεριά, με αποτέλεσμα ο πατέρας της ν’ ανησυχεί ώ­σπου να την διακρίνει να επιστρέφει. Ο δε Γιάννης φαντάζεται τον εαυτό του να οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα την κόκκινη βάρκα του. Φροντίζει να επιστρέψει πριν νυχτώσει και σχεδιάζει την επόμενη φορά θα προ­σκαλέσει την αγαπημένη του συμμαθήτρια να τον ακο­λουθήσει, ν’ απομακρυνθούν περισσότερο.

Ορισμένα νήπια προτίμησαν την περιπετειώδη εξέ­λιξη των αφηγήσεων τους, με αίσιο ωστόσο πάντα τέλος. Ως πεντάχρονο κοριτσάκι με ροζ φόρεμα που ταξιδεύει μόνο του με καραβάκι προς το σχολείο μας παρουσιάζει την Ξανθούλα η Μαρία Μυλ. Η μαθήτρια την παρα­κολουθεί από το παράθυρο κι όταν βλέπει ότι κινδυ­νεύει απ’ την ξαφνική θαλασσοταραχή, την προσεγγίζει με άλλη βάρκα και την σώζει. Η δε Αγάθη φαντάζεται την Ξανθούλα να διατρέχει άμεσο κίνδυνο ενώ κο­λυμπά μόνη της στα βαθιά. Τότε ξεκινούν όλες οι βάρ­κες από την παραλία, για να της προσφέρουν βοήθεια και το κατορθώνει ένας φίλος της που φτάνει πρώτος κοντά της με τη βάρκα του. Το ίδιο βράδυ η Ξανθούλα διοργανώνει ένα σπουδαίο πάρτι για να γιορτάσει τη διάσωσή της.

Η ποικιλία των εκδοχών που διατύπωσαν τα νήπια, συμπλη­ρώνεται με κάποια η οποία δίνει έμφαση στον προορισμό του ταξι­διού της Ξανθούλας. Η Μαρία Π. λοιπόν αφηγείται πως η κοπέλα φτάνει στο εξωτερικό, όπου προ­σπαθεί να συναντηθεί με τη φίλη της που κατοικεί εκεί. Όμως δεν το καταφέρνει, επειδή η τελευταία είναι άρρωστη και κοιμάται συνέ­χεια, οπότε δεν ακούει ούτε το τη­λέφωνο ούτε το κουδούνι. Έτσι η Ξανθούλα θα επιστρέψει στον τό­πο της κι όταν η φίλη της θεραπευ­τεί, θα την επισκεφτεί εκείνη.

Ο Γάτος, Ηλία Τανταλίδη

Τα περισσότερα παιδιά, αναφερόμενα στο Γάτο, διαβεβαίωσαν ότι οι σχέσεις του με τα ποντίκια είναι εντελώς φιλικές, αφού για τη διατροφή τους φροντίζουν οι άνθρωποι. Όσοι μαθητές, δε, ισχυρίστηκαν ότι ο Γάτος είναι επιθετικός, απέδωσαν αυτή του τη συμπεριφορά στη διάθεση του να βοηθήσει άλλους, που κινδυνεύουν ή ενοχλούνται από τη στάση που εμφανίζουν τα ποντίκια. Ο συμπαθής στην αντίληψη των παιδιών πρωταγωνιστής αυτού του ποιήματος χαρακτηρίζεται, επίσης, από εκείνα τρυφερός, παιχνιδιάρης, γενναίος, δεινός μονομάχος, αλλά και ζημιάρης, ακατάστατος, λαίμαργος.

Ο Δημήτρης Μ. μας αφηγείται πως βρίσκεται μαζί με το Γάτο σε μια σπηλιά, όπου το ζώο τον γυμνάζει, για να πολεμούν μαζί τα θηρία που τους επιτίθενται. Γνωρίζονται από τότε που το αγόρι ήταν μωρό και η μητέρα του το είχε εγκαταλείψει. Ο Γάτος το μεγαλώνει, το φροντίζει και κλωτσά τα ποντίκια για να μην το δαγκώνουν.

Ο Γιώργος Π. αναφέρει ότι ο Γάτος είναι κόκκινος και μένει στο σπίτι μαζί του. Τα ποντίκια τον φοβούνται, γιατί χώνει το πόδι του στη φωλιά τους και τα αρπάζει για να τα φάει. Όταν δεν τρώει ποντίκια, τρώει κόκκαλα που κλέβει από το σκύλο κι έτσι είναι πάρα πολύ χοντρός.

Όσο για το Γιάννη Τ., φαντάζεται το Γάτο να είναι μαύρος και να μπαίνει σ’ ένα ξένο σπίτι από το σπασμένο τζάμι του παραθύρου. Επειδή λερώνει τα χαλιά, οι άνθρωποι που ζουν εκεί τον πετούν έξω και τον παίρνει το φορτηγό που μαζεύει τα σκουπίδια.

Αρχιτέκτων, Γ. Βιζυηνού

Στο χώρο της σχολικής αίθουσας φαντάζονται τον εαυτό τους και τους συμμαθητές τους να καταπιάνονται με κατασκευές από μικρά ή μεγαλύτερα πολύχρωμα τουβλάκια ο Σταμάτης και ο Βαγγέλης. Ο πρώτος ανα­φέρει ότι αποφεύγει να συμμετέχει στην καταστροφή του έργου της συμμαθήτριας του από το φίλο του, επειδή φοβάται ότι εκείνη θα ενημερώσει τη δασκάλα για την αταξία τους. Ο δεύτερος αφηγείται ότι ο πύργος που έχει φτιάξει ένα κοριτσάκι από την τάξη είναι τόσο μεγάλος, ώστε χωρούν μέσα όλοι οι μαθητές. Έπειτα τον χαλάνε, επειδή το απολαμβάνουν πολύ. Ο Παντε­λής και ο Κυριάκος επιλέγουν να τοποθετήσουν τις αφηγήσεις τους στο σπιτικό περιβάλλον όπου ο ένας αναφέρει ότι φτιάχνει σπιτάκι στην αυλή για τα ζώα τους και ο άλλος κάστρο μέσα στο παιδικό δωμάτιο, που το χαλά κάποιος ο οποίος μπαίνει στο σπίτι, για να κλέψει. Η εκκλησία ως κατασκευή συγκεντρώνει τις προτιμήσεις των περισσότερων παιδιών. Η Μαρία Μ. και η Αγάθη αφηγούνται πως χτίζουν μαζί με τους συμμαθητές τους, φορώντας στολές μαστόρων, πραγματικές εκκλησίες με σίδερα, τσιμέντο και τούβλα, για να κατοικήσει ο Χριστούλης. Η Μαρία συμπλη­ρώνει ότι γύρω από την εκκλησία κατασκευάζουν ουρανοξύστες για να κατοικούν οι φτωχοί, καθώς και μια τράπεζα που θα τους παρέχει τα χρήματα που χρειάζονται. Η δε Αγάθη επισημαίνει ότι χτίζοντας την εκκλησία, εκτελούν παραγγελία του παπά, για να μπορεί πολύς κόσμος να πηγαίνει ν’ ακούει τη λειτουρ­γία. Επειδή μάλιστα δεν την είχαν χτίσει αρχικά όπως ακριβώς θα ήθελαν, δεν δίστασαν να τη γκρεμίσουν και να την ξαναφτιάξουν.   Παρεμφερής είναι και η αφήγηση του Γιάννη, κατά την οποία ο Θεούλης πηγαί­νει να εγκατασταθεί στον πύργο που έχουν φτιάξει τα παιδιά με πολύχρωμα τουβλάκια στο δάσος. Όταν ο Θεός αποκοιμιέται, τα παιδάκια που περίμεναν κρυμ­μένα στα χορτάρια, μπαίνουν στον πύργο, για να τον δουν από κοντά. Τέλος παραθέτουμε δύο διαφορετικές εκδοχές του Ενιάρντο που επίσης προέκυψαν από την ανάγνωση του ποιήματος του Βιζυηνού. Στη μια ο Άγιος Βασίλης κατεβαίνει από τον ουρανό της Καισαρείας και μοιράζει στα σχολεία τουβλάκια, με τα οποία τα παιδιά φτιάχνουν κατασκευές που ποτέ δεν καταστρέ­φουν, για να τις βλέπει εκείνος και να νιώθει χαρού­μενος. Στην άλλη εκδοχή το ασχημόπαπο του παρα­μυθιού του Άντερσεν μόλις βγαίνει από το αυγό του, προσπαθεί να παίξει μόνο του, επειδή δεν υπάρχει κα­νένας κοντά του να το βοηθήσει. Όμως δεν καταφέρνει να χτίσει τίποτα. Ο μικρός μαθητής ολοκληρώνει την αφήγηση του, εκφράζοντας την επιθυμία να κατα­σκεύαζε ο ίδιος κάτι περίτεχνο για να μπορούσε το παπάκι να παίζει.

Χριστούγεννα, Κωστή Παλαμά

Τα περισσότερα παιδιά τόνισαν την παρουσία του Αϊ-Βασίλη στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, όπου φαντάστηκαν και τον εαυτό τους ανάμεσα σε συμμαθητές τους. Συχνά ανέφεραν πως το τραπέζι ήταν στρωμένο δίπλα σ’ ένα στολισμένο έλατο στο εσωτερικό του δικού τους σπιτιού ή σε αυτό κάποιου στενού φίλου τους. Δεν έλειψαν, όμως, και οι περιπτώσεις που φαντάστηκαν ότι το χριστουγεννιάτικο γεύμα γινόταν σε υπαίθριο χώρο, ή πάνω στο χιόνι με χάρτινα πιάτα ή στη ζεστή Αφρική όπου ο μικρός Χριστούλης καθόταν μαζί με διάφορα άγρια ζώα. Αξιοσημείωτο είναι ότι στις αφηγήσεις τους δεν παρέλειψαν ν’ αναφερθούν σε ήχους, όπως αυτόν των αγαπημένων τους τραγουδιών που ακούγονταν από κασέτες, αυτόν της φωνής ενός παππού που διηγιόταν τρομακτικές ιστορίες με φαντάσματα και δράκους κ.λπ.  Ενδεικτικά στέκομαι στη Δήμητρα Ι. που μας είπε πως όταν ο Άγιος Βασίλης πηγαίνει στο σπίτι της για ν’ αφήσει δώρα, κάθεται ακίνητη πλάι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, ώστε εκείνος να νομίσει πως είναι κούκλα. Έτσι τον βλέπει να πλησιάζει το στρωμένο τραπέζι, να τρώει κουραμπιέδες και μελομακάρονα και να λερώνει τα ρούχα του, το τραπεζομάντιλο και το πάτωμα, να «τα κάνει όλα χάλια».

Γ. Αθάνα.  «Ο Μικρός Χριστός»

Οι αφηγήσεις του Γιάννη και της Μαρίας Μυλ. αναφέρονται στη βάφτιση του μικρού Χριστού που γίνεται σε κολυμπήθρα, με νονούς τα ίδια τα παιδιά και καλεσμένους τους συμμαθητές τους. Ο δε Παντελής φαντάζεται τη συνάντηση του με το συνομήλικο του Ιησού επίσης μέσα στην εκκλησία. Ο Ιησούς παίρνει χρήματα από τον παπά, για ν’ αγοράσει ψωμάκι. Τα δυο αγόρια θα επιθυμούσαν να παίξουν μαζί αλλά δεν το κανόνισαν, επειδή ντρέπονταν να μιλήσουν το ένα στο άλλο. Η Μαρία Μ., η Ξένια και η Ελισάβετ δίνουν έμφαση στα παιχνίδια που παίζουν οι ίδιες κι οι υπόλοιποι φίλοι τους μαζί με το μικρό Χριστό μετά τη θεία λειτουργία και μέχρι να νυχτώσει, οπότε ο τε­λευταίος πηγαίνει στο σπίτι του στον ουρανό, όπου έχει πολλή δροσιά. Για τη συμπεριφορά του Χριστού στο παιχνίδι αναφέρουν ότι συνήθως χάνει και σπανιότερα κερδίζει, πάντα ωστόσο παίζει δίκαια και αναγνωρίζει τη νίκη του αντιπάλου του. Ο Σταμάτης και η Μαρία Π. φαντάζονται ότι η Παναγία φεύγει από τη θέση της στην εικόνα, για να τους πλησιάσει και να φιλήσει τον προπό μετά τη θεία μετάληψη ή να κουβεντιάσει με τη δεύτερη για πρόσωπα των οικογενειών τους. Η δε Κωνσταντίνα αφηγείται ότι όπως έπαιζαν τα παιδιά στο περιβόλι, τα επισκέφτηκαν ο Χριστός με τη μητέρα του και τους χάρισαν ψεύτικα αγγελάκια για να προ­σεύχονται. Τα παιδιά με τη σειρά τους, τους κέρασαν σταφύλια που πήραν μαζί τους όταν επέστρεψαν στον ουρανό, όπου τους περίμενε ο Θεούλης. Τέλος, σε αντί­θεση με τις προηγούμενες αφηγήσεις, η Αγάθη φαντά­στηκε το Χριστό, μεγαλύτερης ηλικίας, καρφωμένο στο σταυρό, ώσπου η Παναγία με τον Ιωσήφ τον τοπο­θέτησαν στον επιτάφιο.

 «Το τσιριτρό», Ζαχαρία Παπαντωνίου

Για τη Μαρία Π. το «τσιριτρό» σημαίνει τη χαρά που νιλωθουν οι σπουργίτες, επειδή μπορούν να παίζουν έξω στο δάσος, ενώ και η Κατερίνα Μ. κάνει λόγο για τη χαρά φίλων που βρέθηκαν μαζί έπειτα από καιρό. Η Μαρία Μυλ. αναφέρει ότι τσιριτρό ονομά­ζεται ένας χορός που αγαπά να χορεύει ένα παιδάκι το οποίο ζει σε κάποιο σπίτι με αστεράκια στην πόρτα και τα κεραμίδια. Τ’ όνομα της μελωδίας που τρα­γουδούν μαζί δίπλα στην ανθισμένη γλάστρα η Ξένια και κάποιο σπουργιτάκι είναι το τσιριτρό κατά τη συγκεκριμένη μαθήτρια. Εκείνη έχει μάθει στο σχολείο να την τραγουδά ενώ το σπουργίτι την έχει μάθει απ’ το λαγό κι όταν τη θυμάται, τρώει σταφύλια και μεθά παρά τις προειδοποιήσεις του κοριτσιού να τα απο­φεύγει. Το αγαπημένο φαγητό του αλόγου και του πα­παγάλου είναι το τσιριτρό, όπως ανέφερε ο Αντρέας. Έτσι όταν ο λύκος ετοιμαζόταν να το μαγειρέψει, εκείνα πήγαν και του το έκλεψαν. Ο Γιώργος αφηγή­θηκε ότι Τσιριτρό είναι το όνομα μιας κουκουβάγιας που τη ζαλίζει το πέταγμα των άλλων πουλιών, που όποτε την βλέπουν, πετούν τριγύρω της με χαρά, επειδή την αγαπούν. Είναι η ίδια κουκουβάγια που κάποτε γιάτρεψε ένα σπουργιτάκι όταν είχε σπάσει το πόδι του, καθώς ήταν μεθυσμένο από το σταφύλι.

Για το Σταύρο αντίθετα το «τσιριτρό» σημαίνει τη θλίψη των μικρών πουλιών για το μεθύσι που τους προκαλεί το νόστιμο σταφύλι. Η δε Μαρία Λ. ονομάζει «τσιριτρό» ένα σπουργίτι το οποίο κάνει τραπέζι στους φίλους του με σπόρους, επειδή κάποτε που είχε φάει σταφύλι, μέθυσε. Τ’ αποτελέσματα του μεθυσιού στην αφήγηση της Κωνσταντίνας είναι τραγικά. Τα μικρά ζώα που αποκαλούνται, τσιριτρό κοιμήθηκαν κάποτε μεθυσμένα, επειδή έφαγαν πολλά σταφύλια. Μπήκαν τότε στις φωλιές τους πεινασμένα σκυλιά και τα κατασπάραξαν. Τέλος, για την Ελισάβετ, τσιριτρό λέ­γεται το αεροπλάνο με το οποίο ταξιδεύει ένας παππούς πολύ λυπημένος, ψάχνοντας το εγγονάκι του που το έχει πάρει ο αέρας.

Ν. Λαπαθιώτη «Τα καημένα τα πουλάκια»

Οι μικροί μαθητές στο σύνολο τους αρνήθηκαν να αποδεχτούν το ενδεχόμενο του θανάτου των πουλιών εξαιτίας του ψύχους και της πείνας, στο οποίο επικεντρώνεται ο ποιητής. Αρκετοί από αυτούς φαντάστηκαν τα πουλάκια σ’ έναν τόπο όπου δε χειμωνιάζει ποτέ ή όπου το χειμώνα έχει ήδη διαδεχτεί η Άνοιξη. Όσοι αντίθετα αφηγήθηκαν περιστατικά με αντίξοες για κείνα καιρικές συνθήκες- δυνατούς ανέμους που παρασύρουν μακριά τις φωλιές, χιόνι που τις καλύπτει εντελώς κ.λπ. – ανέφεραν ποικίλους τρόπους για τη σωτηρία των μικρών πουλιών. Συγκεκριμένα, φαντάστηκαν τα παιδιά να φιλοξενούν τα παγωμένα πουλάκια στα ζεστά τους υπνοδωμάτια, να τα κρατούν σφιχτά πάνω στα μάλλινα πουλόβερ τους, να τους πετούν ψίχουλα ή σπόρους. Ακόμη, πολλοί μαθητές επεσήμαναν την αλληλεγγύη ανάμεσα στα ίδια τα πουλιά που μοιράστηκαν τις λίγες φωλιές που είχαν απομείνει γερές ή την προστατευτική στάση των μεγαλύτερων ζώων απέναντι τους.

Ο Άγγελος Α. είδε να παίρνει ο βοριάς ολόκληρο το σπίτι που στη σκεπή του τα πουλάκια είχαν χτίσει τη φωλιά τους. Μόλις εκείνα επέστρεψαν, κούρνιασαν στις τρύπες που άφησε στο χώμα το ξεθεμελιωμένο σπίτι, όπου έβρισκαν μεγάλα μυρμήγκια για να τρώνε.

Επίσης, η Μαρία Μ. ανέφερε πως «μπαίνει πολύ κρύο» στη φωλιά των πουλιών κι έτσι αυτά αποφασίζουν να γυρίσουν στην παλιά τους φωλιά που είναι ζεστά. Για να ζήσουν μέχρι να περάσει ο Χειμώνας, περνούν από μια λαϊκή κι αρπάζουν λαχανικά.

Δύο από τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» του Γιάννη Ρίτσου ΚΟΥΒΕΝΤΑ Μ’ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ  και ΤΟ ΚΥΚΛΑΜΙΝΟ.

Σε βράχο δίπλα στη θάλασσα φαντάζονται τα κυκλάμινα των στίχων η Μαρία Λ. και η Ξένια. Η πρώτη κόβει μερικά, για να τα προσφέρει σε μια γυναίκα από το εξωτερικό, την οποία βλέπει συχνά να πηγαίνει κοντά τους με τη βάρκα της, τραγουδώντας. Η δεύτερη κόβει κυκλάμινα μαζί με το μπαμπά της, για να τα φυτέψουν σε γλάστρα στο σπίτι τους. Τα ίδια αυτά λουλούδια φαντάζεται η Κων­σταντίνο να χαμογελούν στη συμμαθήτρια της που τα κοιτάζει πίσω από το τζάμι, επειδή είναι χαρούμενα, γιατί πετούν γύρω τους πεταλούδες. Όταν όμως τα πλη­σιάζουν άλλα έντομα, τα κυκλάμινα περιμένουν από το κοριτσάκι που τα φροντίζει, να τα απομακρύνει. Στην αφήγηση της η Αγάθη, προστατεύει επίσης τα κυκλάμινα, από τη δυνατή βροχή αυτή τη φορά, κόβοντας τα από τη γλάστρα και παίρνοντας τα στο δωμάτιο της. Όταν η μπόρα περνά, βγαίνει περίπατο με τη φίλη της, φορώντας τα κυκλάμινα στ’ αυτιά τους, για να δείχνουν ομορφότερες. Για την Κατερίνα, το κυκλάμινο είναι ένα μικρό κοριτσάκι με φούξια φουστίτσα, που νιώθει πολύ λυπημένο επειδή οι γονείς του βρίσκονται μακριά του. Οι φίλοι του, για να το παρη­γορήσουν, του υπόσχονται πως οι δικοί του θα επιστρέ­ψουν σύντομα. Τέλος, ο Σταύρος με αφορμή τους στίχους του Ρίτσου αναφέρει τα ακόλουθα: «Κοιτά­ζουμε τον ήλιο μαζί με τη φίλη μου. Τότε βγαίνει και το φεγγάρι για να μας τρομάξει. Πηδάμε μέσα στη θάλασσα από το φόβο μας. Από εκεί βλέπουμε το κυκλάμινο να σκαρφαλώνει στη σκάλα του ήλιου, για να τον φτάσει. Ύστερα σκαρφαλώνουμε πίσω του κι εμείς, για να το κατεβάσουμε και να το δώσουμε στη μαμά μου».

«Ο Μάρτης και η μάνα του» της Ρίτας Μπούμη-Παπά

Ο Βασίλης Κ. είδε τη γυναίκα να πλένει τα ρούχα της και να τα κρεμά στο σκοινί με μανταλάκια. Ξαφνικά αρχίζει να βρέχει κι έτσι τα μαζεύει. Οταν βγαίνει ο ήλιος τα ξαναπλώνει. Έρχεται όμως ύστερα μια καταιγίδα κι εκείνη τρέχει μέσα στο σπίτι της, για να μην βραχεί. Τα ρούχα απομένουν απλωμένα και σχίζονται από το δυνατό αέρα. Η γυναίκα τα βλέπει απ’ το παράθυρο της και κλαίει. Ο Χρήστος Γ. μας είπε πως συνάντησε το μικρούλη Μάρτη στο βουνό, όπου είχε πάει με το ποδήλατο του. Ο Μάρτης ήταν χτυπημένος άσχημα και είχε μείνει μόνος του, αφού η μητέρα του είχε πεθάνει το προη­γούμενο βράδυ από τη λύπη της, γιατί ο γιος της δεν καθόταν φρόνιμα.

«Ο Νοέμβρης ζωγραφίζει»Ρένα Καρθαίου

Στην πλειοψηφία τους τα παιδιά προτίμησαν να «αντικρίσουν» τις βροχερές εικόνες από το παράθυρο τους, απολαμβάνοντας τη θαλπωρή και την ασφάλεια του σπιτικού περιβάλλοντος, καθώς και τη συντροφιά των φίλων τους. Μερικοί μαθητές αντίθετα επέλεξαν να φανταστούν τον εαυτό τους εκτεθειμένο στη βροχή, υποστηρίζοντας πως ήταν αναγκασμένοι να το κάνουν για διάφορους λόγους, π. χ. για να προστατέψουν κάποιο ζωάκι, για να επιστρέψουν στο σπίτι τους κ.λπ.

Ο Άγγελος Α. αφηγήθηκε ότι ενώ έβρεχε δυνατά, βγήκε στην αυλή, για να κρατήσει το σκύλο του, την Ίρμα, να μην επιτεθεί στους φίλους του που έρχονταν να τον επισκεφτούν. Έπειτα μπήκαν όλοι στο σπίτι και άλλαξαν ρούχα, γιατί ήταν μούσκεμα. Όταν άρχισαν να βλέπουν μια βιντεοκασέτα με τον Ηρακλή, κόπηκε το ρεύμα και χρειάστηκε να περιμένουν πολύ, για να ξανάρθει.

Ο Γιώργος Π. φαντάστηκε ότι βλέποντας τη βροχή, βγήκε έξω για να κάνει ποδήλατο. Όταν τον βρήκε η μαμά του, δεν τον πήρε μέσα, γιατί «δεν τον ήθελε βρεγμένο». Τότε εκείνος έσπασε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι με το ποδήλατο. Άλλαξε ρούχα και κοιμήθηκε.

«Σακαράκα»,  της Καρθαίου

Η Κατερίνα φαντάστηκε τη σακαράκα που έχει χρώμα κόκκινο, να περνά από μια ερημική τοποθεσία όπου χιονίζει. Εκεί σκάνε τα λάστιχα της, όμως ευτυχώς περνά δίπλα της ο ΄Αγιος Βασίλης που χαρίζει στον οδηγό της καινούρια λάστιχα, για να συνεχίσει το ταξίδι του. Ο Στέφανος αφηγήθηκε πως ο μπαμπάς του οδη­γεί τη σακαράκα κι εκείνος κάθεται δίπλα του. Σε λίγο το αυτοκίνητο σταματά να κινείται, γιατί τελείωσε η βενζίνη και οι δυο τους «τσουλάνε» μέχρι το κοντινό βενζινάδικο. Η Ευρυδίκη με τη σειρά της θεώρησε ότι η σακαράκα τράκαρε, επειδή ο γέρος οδηγός της δεν έβλεπε καλά. Μετά από το ατύχημα του αποκοιμήθηκε μέσα στο κατεστραμμένο αυτοκίνητο, περιμένοντας κάποιον να τον βοηθήσει.

Δρ. Ελένη Α. Ηλία

Σχετικά με ΗΛΙΑ ΕΛΕΝΗ A.

Δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ε.Κ.Π.Α., Συγγραφέας

Διδακτική της Λογοτεχνίας, Εφαρμοσμένα Εκπαιδευτικά Προγράμματα.

Διαχειρίστρια των ιστολογίων του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου:
α) iliaeleni’s blog. teacher and author sch. gr   (όπου βρίσκεται συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος της εργογραφίας μου) και
β) ekpaideutika programmata. literature and education sch. gr     (όπου παρουσιάζονται δεκάδες εμψυχωτικά, εκπαιδευτικά, λογοτεχνικά προγράμματα, που έχω σχεδιάσει και υλοποιήσει στη σχολική τάξη).
Διαχειρίστρια της ομάδας Δημιουργικοί Εκπαιδευτικοίη οποία συγκαταλέγεται στις δημοφιλέστερες του Πανελληνίου Σχολικού Δικτύου.  Στο Ιστολόγιο blogs.sch.gr/eisk και στα Αρχεία της  ομάδας  μπορείτε να αναζητήσετε το περιεχόμενο δημοσιευμένων άρθρων μου και εισηγήσεων σε συνέδρια.                                                                                                                                                                                                                                                                                      Διαχειρίστρια της ομάδας meta_ton_mikro_prigipa   στην οποία περιλαμβάνονται αναρτήσεις σχετικές με το βιβλίο Μετά τον Μικρό Πρίγκιπα (Συγγραφέας: Ελένη Ηλία, Εικονογράφος: Λήδα Βαρβαρούση, Εκδότης: Ηριδανός, 2012)

 


Περισσότερες πληροφορίες
Δημοσιεύθηκε στην Δημιουργική Γραφή, Εκπαιδευτικά Προγράμματα, Λογοτεχνία, Ποίηση. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση