Αναγνώστες και Φίλοι

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Ε Σ   Κ Α Ι   Φ Ι Λ Ο Ι:

Καινοτόμο εκπαιδευτικό πρόγραμμα Φιλαναγνωσίας που πραγματοποιείται κατά το σχ. έτος 2012-13. Συμμετέχουν οι είκοσι πέντε  μαθητές  κλασικού τμήματος  Νηπιαγωγείου. Το πρόγραμμα υποβλήθηκε στο διαγωνισμό«Καινοτομία και Αριστεία» το 2013 και   βραβεύθηκε.

Περιλαμβάνεται στο Αποθετήριο Καλών Πρακτικών του θεσμού Καινοτομία και Αριστεία στην Εκπαίδευση, του 2013 και στο άρθρο «Καινοτόμα Εκπαιδευτικά Προγράμματα φιαναγνωσίας», που έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Διαδρομές, τχ. 110, Καλοκαίρι 2013, σελ. 19-38.

Υπεύθυνη εκπαιδευτικός του προγράμματος: Δρ. Ελένη  Ηλία

 

Για ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ βλέπε και στο iliaeleni’s blog

 

Μ έ ρ ο ς    Α΄

 

Εισαγωγή

Ο προβληματισμός σε σχέση  με τον οποίο σχεδιάστηκε και αναπτύχθηκε το πρώτο μέρος του προγράμματος αφορά στο είδος και την ποιότητα των βιβλίων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σ’ ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα με βασικό στόχο την ανάπτυξη θετικής στάσης για την ανάγνωση από το σύνολο των μαθητών που συμμετέχουν σε αυτό. Σε όλα τα σχετικά εκπαιδευτικά προγράμματα που έχουμε πραγματοποιήσει έως τώρα, χρησιμοποιήθηκαν βιβλία λογοτεχνικά, η αισθητική ποιότητα και η αφηγηματική αρτιότητα των οποίων είχε κριθεί αρχικά από ενηλίκους αναγνώστες, συνήθως τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Επιλέγονταν μάλιστα όχι μόνο έργα που απευθύνονται ειδικότερα στο παιδικό αναγνωστικό κοινό αλλά και άλλα που θεωρήθηκαν κατάλληλα για τα παιδιά-αναγνώστες, αν και δεν έχουν αξιοποιηθεί εκδοτικά προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση (βλ. τις δημοσιεύσεις της ιστοσελίδας με τους τίτλους «Τα Ελληνάκια ταξιδεύουν…», «Η Αιολική Γη πάει…Νηπιαγωγείο», «Ήταν η γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξαντρου»). Η τακτική αυτή βασιζόταν στο σκεπτικό ότι η ποιότητα των έργων εξασφαλίζει την αναγνωστική απόλαυση. Έτσι μεγιστοποιείται η πιθανότητα  τα παιδιά  που έρχονται σε επαφή με τα αξιόλογα λογοτεχνικά κείμενα  να αποκτήσουν τη συνήθεια της ανάγνωσης.

Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα που πραγματοποιούμε κατά το σχ. έτος 2012-2013 η πρωτοβουλία της επιλογής δίνεται αποκλειστικά στους μαθητές, οι οποίοι ενθαρρύνονται να φέρει ο καθένας στην τάξη το «αγαπημένο του βιβλίο», εκείνο που θεωρεί το πιο αγαπημένο μεταξύ όλων όσων έχει διαβάσει . Ταυτόχρονα έχει ζητηθεί από τους γονείς να μην παρέμβουν κατά κανένα τρόπο στην επιλογή των βιβλίων.

Στόχοι του προγράμματος

Α) Καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας

Β) Ουσιαστική επικοινωνία και δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των μελών της σχολικής τάξης

Γ) Καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης

Δ) Καλλιέργεια της λεκτικής έκφρασης των μαθητών

Ε) Καλλιέργεια της δημιουργικής εικαστικής έκφρασης των μαθητών

ΣΤ) Ανάπτυξη της ικανότητας της ακρόασης και της επικοινωνίας

Ζ) Κατανόηση της σύνδεσης ανάμεσα στον προφορικό και το γραπτό λόγο, της ιδιότητας του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό

Η) Άνοιγμα του σχολείου στην κοινωνία

Μεθόδευση

Η διαδικασία που ακολουθήσαμε κατά την υλοποίηση του προγράμματος περιλαμβάνει τρία στάδια: 1ο. Επιλογή του  βιβλίου που θα παρουσιαστεί, 2ο. Παρουσίαση του βιβλίου, 3ο. Έκφραση εντυπώσεων  για το βιβλίο.

1ο στάδιο: Στον πίνακα με τα ονόματα των μαθητών που βρίσκεται σταθερά αναρτημένος  στη σχολική αίθουσα, κάποιο από τα παιδιά (διαφορετικό κάθε φορά) εντοπίζει δίπλα στο όνομά του ένα μικρό αυτοκόλλητο. Αυτό συνιστά ένδειξη ότι το συγκεκριμένο παιδί θα επιλέξει μεταξύ των αγαπημένων βιβλίων των συμμαθητών του εκείνο που επιθυμεί να παρουσιαστεί. Στη συνέχεια όλα τα αγαπημένα βιβλία (εκτός βέβαια από όσα έχουν ήδη παρουσιαστεί) τοποθετούνται στα τραπεζάκια των εργασιών, συνοδευόμενα από  καρτέλες όπου αναγράφεται το όνομα του παιδιού που έχει φέρει στην τάξη το κάθε βιβλίο. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης ενός ρυθμικού μοτίβου, το οποίο εκτελείται από τη δασκάλα και τους μαθητές με κρουστά όργανα του Orff, το παιδί που έχει το ρόλο να επιλέξει το βιβλίο που θα παρουσιαστεί,  αποφασίζει ποιο θα προτιμήσει.

2ο στάδιο: Το παιδί του οποίου το αγαπημένο βιβλίο έχει επιλεγεί , παρουσιάζει στην ολομέλεια το περιεχόμενό του, ευρισκόμενο σε ένα ειδικά διαμορφωμένο χώρο που χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τον εκάστοτε αφηγητή. Η παρουσίαση έχει τη μορφή αφήγησης μιας ιστορίας ακόμη και όταν δεν πρόκειται για βιβλίο αφηγηματικό αλλά γνώσεων, χρηστικό ή οτιδήποτε άλλο. Ο δάσκαλος που είναι ήδη ενημερωμένος για το περιεχόμενο των βιβλίων, διακόπτει συχνά, θέτοντας συγκεκριμένες ερωτήσεις αναφορικά με την ιστορία, για τις οποίες δεν υπάρχει απάντηση στο βιβλίο. Επιδιώκει έτσι να δώσει στο μαθητή την ευκαιρία να προσθέσει δικά του στοιχεία και γενικότερα να διαφοροποιηθεί από το πρωτότυπο αφηγηματικό κείμενο. Ο δάσκαλος καταγράφει την αφήγηση καθισμένος σε σημείο όπου να μπορεί να τον παρακολουθεί και ο αφηγητής και οι ακροατές. Μετά την ολοκλήρωσή της αφήγησης από το μαθητή, ο δάσκαλος την διαβάζει και οι συμμαθητές έχουν την ευκαιρία να εκδηλώσουν τη θετική τους εντύπωση για την ιστορία που άκουσαν, χειροκροτώντας.

3ο στάδιο: Κάθε παιδί εικονογραφεί την ιστορία μέσα από την οποία ο συμμαθητής του παρουσίασε το αγαπημένο του βιβλίο. Στη συνέχεια οι ζωγραφιές παρουσιάζονται στην ολομέλεια από τους δημιουργούς τους και τοποθετούνται όλες σε έναν κοινό φάκελλο.

Στην καρτέλα με το όνομα του παιδιού που έχει ολοκληρώσει την παρουσίαση του αγαπημένου του βιβλίου, αναγράφονται  έπειτα η αρίθμηση με βάση τη σειρά που παρουσιάστηκε, ο τίτλος του βιβλίου και το όνομα του μαθητή που το επέλεξε να παρουσιαστεί. Οι καρτέλες αναρτώνται  γύρω από το χώρο όπου γίνεται η παρουσίαση.

Προκαταρκτική φάση

Πριν από την έναρξη του προγράμματος έχουν προηγηθεί εκπαιδευτικές δραστηριότητες ώστε όλοι οι μαθητές να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τα ονόματα του συνόλου των συμμαθητών τους, προκειμένου κατά την επιλογή του βιβλίου να γνωρίζουν σε ποιον ανήκει. Επίσης έχει προηγηθεί δραστηριότητα με τίτλο «η ώρα των βιβλίων», κατά την οποία οι μαθητές είχαν σε καθημερινή βάση την ευχέρεια να ξεφυλλίζουν τα αγαπημένα βιβλία που συγκεντρώνονταν, να εξοικειώνονται με το περιεχόμενό τους και να σχηματίζουν τις πρώτες εντυπώσεις τους για αυτά, ώστε να διευκολυνθούν στην επιλογή τους όταν ο καθένας τους θα έπρεπε να αποφασίσει ποιο βιβλίο θα επιθυμούσε να παρουσιαστεί.

Τελική φάση

Τα αφηγηματικά κείμενα και η εικονογράφησή τους αξιοποιούνται και αναδεικνύονται ποικιλότροπα. Συγκεκριμένα, το μέρος αυτό του προγράμματος ολοκληρώνεται με την παρουσίαση των παιδικών κειμένων με τη μορφή ανοιχτής θεατρικής παράστασης, όπου οι ίδιοι οι μαθητές υποδύονται τους ήρωες των ιστοριών τους. Στο τέλος της παράστασης κάθε μαθητής παραλαμβάνει ως «πρωτοχρονιάτικο» δώρο το φάκελλο με τις ζωγραφιές των συμμαθητών του, οι οποίες αναφέρονται στην ιστορία που έχει αφηγηθεί για το δικό του αγαπημένο βιβλίο. Ο μαθητής-αφηγητής προσφέρει με τη σειρά του στο συμμαθητή του που επέλεξε το βιβλίο του και του έδωσε την ευκαιρία να το παρουσιάσει, τη  ζωγραφιά που έφτιαξε ο ίδιος για την ιστορία του.

Οι εργασίες των νηπίων, κείμενα και ζωγραφιές, εκτός από την ιστοσελίδα δημοσιεύονται επίσης σε τοπικό πολιτιστικό περιοδικό, σε περιοδικό Παιδικής Λογοτεχνίας και παρουσιάζονται σε συνέδρια και ημερίδες με θέμα τη φιλαναγνωσία. Τέλος, φωτοτυπημένα αντίγραφα με το σύνολο των κειμένων των παιδιών προσφέρονται σε  φιλανθρωπικό παζάρι που διοργανώνεται από το Δήμο, προκειμένου τα έσοδα από την πώλησή τους να διατεθούν για κοινωνικούς σκοπούς.

Χρονοδιάγραμμα

Το πρώτο μέρος του προγράμματος, αυτό δηλαδή που παρουσιάζεται στη συγκεκριμένη δημοσίευση, ξεκινά με την προκαταρκτική φάση από την πρώτη διδακτική εβδομάδα του Σεπτεμβρίου. Συνεχίζεται με τις παρουσιάσεις των βιβλίων και την εικονογράφησή τους από το τέλος Σεπτεμβρίου έως το τέλος Νοεμβρίου. Ολοκληρώνεται με την προετοιμασία και την πραγματοποίηση της παράστασης μέσα στο Δεκέμβριο (για το λόγο αυτό χρησιμοποιείται στο θεατρικό κείμενο μια εισαγωγή, με στόχο να προσδώσει στην παράσταση χριστουγεννιάτικη διάσταση).

Σύνδεση προγράμματος με γνωστικά αντικείμενα

Μέσα από τις καρτέλες με την αρίθμηση που αντιστοιχούν στα διάφορα βιβλία και την επικόλληση επάνω στο βιβλίο του ίδιου αριθμού, πραγματοποιείται η εξοικείωση των μαθητών με τα αριθμητικά σύμβολα και η αντιστοίχηση των συμβόλων με τα σχετικά σύνολα (Μαθηματικά).

Επίσης μέσα από την επαφή με τα βιβλία, την αφήγηση ιστοριών σε σχέση με αυτά, την παρουσίαση των σχετικών με τις ιστορίες ζωγραφιών, την ανάρτηση των καρτελών στη σχολική αίθουσα με τα ονόματα και τους τίτλους των βιβλίων και τα ονοματεπώνυμα των μαθητών που τα παρουσίασαν και τέλος με την καταγραφή των αφηγουμένων κειμένων από το δάσκαλο και με τη δημοσίευσή τους, αναπτύσσεται η προφορική επικοινωνία, η ανάγνωση και η γραπτή εκφραση  (Γλώσσα).

Συσχέτιση στόχων με στοιχεία προγράμματος

Α) Ο στόχος της φιλαναγνωσίας επιδιώκεται με την επαφή με τα βιβλία μέσα από τη διαμεσολάβηση των συμμαθητών τόσο κατά την επιλογή όσο και κατά την παρουσίασή τους.

Β) Ο στόχος της επικοινωνίας και της δημιουργίας ισχυρών φιλικών δεσμών επιδιώκεται να επιτευχθεί καθώς οι συμμαθητές μοιράζονται τις αναγνωστικές εμπειρίες τους τόσο κατά την παρουσίαση της ιστορίας όσο και κατά την παρουσίαση της εικονογράφησής τους. Επίσης στην ανάπτυξη φιλικών σχέσεων συμβάλλει η διαδικασία της ανταλλαγής των εικόνων που έχουν ζωγραφίσει για τις ιστορίες που αναφέρονται στα αγαπημένα βιβλία των συμμαθητών τους.

Γ) Ο στόχος της καλλιέργειας της δημιουργικής σκέψης επιδιώκεται καθώς τα βιβλία παρουσιάζονται μέσα από την αναδιήγηση της πρωτότυπης ιστορίας από τα ίδια τα παιδιά στους άξονες της δημιουργικής μίμησης, της τροποποίησης ή ακόμη και της ανατροπής της.

Δ) Ο στόχος της καλλιέργειας της λεκτικής έκφρασης των μαθητών επιδιώκεται μέσα από την αφήγηση από τα παιδιά της πρωτότυπης ιστορίας και την παρουσίαση στην ολομέλεια των εικόνων που ζωγράφισαν για τις ιστορίες που άκουσαν από τους συμμαθητές τους.

Ε) Ο στόχος της καλλιέργειας της δημιουργικής εικαστικής έκφρασης επιδιώκεται με την εικονογράφηση από τους μαθητές των ιστοριών για τα αγαπημένα βιβλία των συμμαθητών τους.

ΣΤ) Ο στόχος της ανάπτυξης της ικανότητας της ακρόασης και της επικοινωνίας επιδιώκεται μέσα από την εικονογράφηση, εφόσον οι ζωγραφιές στηρίζονται στις ιστορίες για τα αγαπημένα βιβλία των συμμαθητών και ουσιαστικά αποτελούν αναγνωστικές προσεγγίσεις τους.

Ζ) Ο στόχος να κατανοήσουν οι μαθητές την ιδιότητα του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό επιδιώκεται με την καταγραφή των παιδικών αφηγήσεων και την ανάγνωσή τους από το δάσκαλο .

Η) Ο στόχος του ανοίγματος του σχολείου στην κοινωνία επιδιώκεται με την ανάδειξη και αξιοποίηση των εργασιών των παιδιών μέσα από την ανοιχτή θεατρική παράσταση και τις διάφορες δημοσιεύσεις τους, καθώς και με τη διάθεση αυτών των εργασιών τους για κοινωνικούς σκοπούς.

 

Συμπεράσματα και επισημάνσεις

Αρκετά από τα βιβλία που έφτασαν στην τάξη ως «αγαπημένα» είναι μεταφρασμένα. Έχουν πρωτοεκδοθεί από ξένους εκδοτικούς οίκους. Είτε πρόκειται για φτηνές εκδόσεις είτε για εκδόσεις που δίνουν μεγάλη έμφαση στην εμφάνιση, αντιμετωπίζουν εμφανώς το βιβλίο πρώτιστα ως καταναλωτικό προϊόν. Κάποτε μάλιστα το όνομα του συγγραφέα δεν αναγράφεται καν ή το βρίσκουμε μόνο στις εσωτερικές σελίδες. Στην πλειοψηφία τους τα «αγαπημένα» βιβλία συνιστούν εκδόσεις της τελευταίας δεκαετίας.

Αναφορικά με την επιλογή από τους συμμαθητές των προς παρουσίαση βιβλίων, διαπιστώνεται ότι για την πλειοψηφία των μαθητών το κριτήριο ήταν η σχέση τους με τον κάτοχό του. Επέλεγαν δηλαδή το αγαπημένο βιβλίο του φίλου τους, για να του προσφέρουν την ικανοποίηση να το παρουσιάσει. Δεύτερο μεταξύ των κριτηρίων επιλογής αναδείχτηκε η προϋπάρχουσα εξοικείωση των μαθητών με ένα συγκεκριμένο ήρωα. Βιβλία για δημοφιλείς ήρωες, όπως η Κοκκινοσκουφίτσα ή ο Ηρακλής επελέγησαν από τα πρώτα. Τα κορίτσια επέλεξαν για παρουσίαση συνήθως βιβλία με ηρωίδες, π.χ. Σταχτοπούτα,  Κοκκινοσκουφίτσα, ενώ τα αγόρια προτίμησαν αγόρια-λογοτεχνικούς ήρωες, π.χ. Ηρακλής, Ταρζάν.

Μέσα στην πρώτη εβδομάδα συγκεντρώθηκαν πάνω από τα μισά αγαπημένα βιβλία ενώ σε τρεις εβδομάδες είχαν φτάσει στην τάξη είκοσι τρία αγαπημένα βιβλία σε σύνολο είκοσι πέντε παιδιών.

Από το πρώτο βιβλίο που παρουσιάστηκε στο πρόγραμμα, άρχισαν τα παιδιά να εκδηλώνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο για τα «αγαπημένα» βιβλία τα δικά τους και των συμμαθητών τους αλλά και για τα βιβλία της σχολικής βιβλιοθήκης. Περνούσαν πλέον αρκετό χρόνο της «ελεύθερης απασχόλησης» στη γωνιά της βιβλιοθήκης ενώ και κατά τη διάρκεια άλλων δραστηριοτήτων, όσοι κάθονταν κοντά στη βιβλιοθήκη δεν έχαναν ευκαιρία να ξεφυλλίζουν βιβλία.

Ελένη Α. Ηλία

Ακολουθούν τα κείμενα των παιδιών, συνοδευόμενα από ζωγραφιές συμμαθητών τους, ενταγμένα στο χριστουγεννιάτικο θεατρικό έργο που τα ίδια παρουσίασαν. Σε παρένθεση μετά από κάθε κείμενο παρατίθενται τα στοιχεία του βιβλίου στο οποίο το κείμενο αυτό αναφέρεται.

 

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ!

(Θεατρικό Χριστουγέννων)

Ανδρέας: Έρχονται οι διακοπές των Χριστουγέννων. Θα σταματήσουμε για λίγο το σχολείο και θα χορτάσουμε παιχνίδι.

Μαρικλένα: Θα πάρουμε και δώρα από τον Άγιο Βασίλη. Δεν νομίζω να μας ξεχάσει και να μην έρθει στη χριστουγεννιάτικη γιορτή μας.

Ανδρέας: Όμως είναι παππούς και κουράζεται πολύ. Μήπως είναι καλύτερα να του ζητήσουμε να μην έρθει;

Μαρικλένα: Δίκιο έχεις. Αλλά θα μείνουμε χωρίς δώρο;

Ανδρέας: Όχι δα. Θα στείλει τα ξωτικά του σε όλες τις γειτονιές κι έτσι τα δώρα θα έρθουν στα σπίτια μας.

Μαρικλένα: Δεν θα φύγουμε όμως κι απ’ το σχολείο με άδεια χέρια. Θα ανταλλάξουμε τις ζωγραφιές που φτιάξαμε για τις ιστορίες των συμμαθητών μας.

Ανδρέας: O καθένας μας αφηγήθηκε μια ιστορία, για να παρουσιάσει το αγαπημένο του βιβλίο.

Μαρικλένα: Παντού οι φίλοι ανταλλάσσουν δώρα. Κι εμείς είμαστε…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ!

Δήμητρα Τσίγκου: Είμαι ένα παιδάκι, που δεν είχα αδερφάκια. Όμως θα ήθελα πολύ στο σπίτι μας ένα μωράκι, ένα μικρό αδερφάκι. Έκλαιγα, επειδή δεν το είχα και το ήθελα οπωσδήποτε. Έτσι σκέφτηκα να ζητήσω τη βοήθεια του Αϊ-Βασίλη. Ζωγράφισα σ’ ένα χαρτόνι ένα μωράκι και το άφησα κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σπίτι μας.

Ο Αϊ-Βασίλης ήρθε κρυφά την Πρωτοχρονιά κι άφησε στο δωμάτιό μου το δώρο του, το μωράκι που του είχα ζητήσει. Έτρεξα να το πω στους γονείς μου. Μου είπαν πως θα βρούμε χώρο στο σπίτι για να το βάλουμε. Πήραν ένα κρεβατάκι-κούνια στο δωμάτιό τους κι έβαλαν εκεί το μωρό. Το αγαπάμε και το φροντίζουμε πολύ όλοι μας. Εγώ το παίρνω αγκαλίτσα, του δίνω γάλα και το κοιμίζω. Οι γονείς μου εκτός από την κούνια του μωρού, πήραν και μια κούνια στην αυλή για μένα.   (Έλενας Χ. Στανιού, Το πρωτοχρονιάτικο δώρο του Άρη, εκδ. Ψυχογιός 2009)

 

Άγγελος Πέτσης: Ο Άγιος Βασίλης τη μέρα που γιόρταζε, μοίραζε σε εμάς τα παιδιά δώρα. Σε μένα έφερε ένα αρκουδάκι, που μου άρεσε. Αυτή τη νύχτα είχα ξυπνήσει νωρίς, γιατί ήθελα να πιω νερό. Όπως πήγαινα στην κουζίνα, συνάντησα τον Αϊ-Βασίλη μέσα στο σπίτι μου. Του είχε ανοίξει την πόρτα η μαμά. Είχε μαζί του μια μεγάλη κόκκινη τσάντα, γεμάτη δώρα για τα παιδιά.

Το άλλο πρωί πήγα δίπλα στο σπίτι του φίλου μου του Βασίλη, για να μιλήσουμε για τον Άγιο Βασίλη. Τον είχε δει κι εκείνος και του ευχήθηκε Καλή Χρονιά. Ο Άγιος Βασίλης ξέρει ποια παιδιά είναι καλά, γιατί τα βλέπει με τα μάτια του από πάνω. Όλα τα παιδιά τα αγαπάει αλλά σε κάποια δεν φέρνει δώρα, ώσπου να γίνουν καλά. Όλα τα παιδιά μας κάνει να είμαστε καλά το γάλα. Το ζεσταίνουν οι μαμάδες και μας το δίνουν. Όταν το πίνουμε χαμογελάμε κι έτσι γινόμαστε καλά παιδιά.   (Το αστέρι των Χριστουγέννων, εκδ. Παπαδόπουλος, 2010)

Θεοδώρα Πηλιχού: Είμαι το μικρό σκυλάκι του Αϊ-Βασίλη. Δίψασα και βγήκα έξω, για να βρω νερό, επειδή το νερό στο σπίτι μας είναι για να πίνουν μόνο ο Αϊ-Βασίλης και τα ξωτικά του. Εμένα μου έχουν πει, όποτε διψάω, να πηγαίνω στο ποτάμι. Επειδή όμως είμαι πολύ μικρό, έχασα το δρόμο μου μέσα στη νύχτα.

Στο πρώτο φωτισμένο παράθυρο που συνάντησα, είδα κάτι κουνελάκια που στόλιζαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο τους. Πήρα έναν άλλο δρόμο κι έφτασα έξω από ένα παράθυρο, που έβλεπα κάτι αρκούδες να τραγουδάνε Τα τρίγωνα κάλαντα. Άλλαξα δρόμο και βρέθηκα έξω από ένα σπίτι που έμεναν αλεπούδες, μικρές και μεγάλες. Έφυγα και από εκεί και πέρασα σ’ ένα σπίτι που έμενε ο τάρανδος του Αϊ-Βασίλη. Μου έδειξε το δρόμο για το σπίτι μας κι έτσι ξαναγύρισα. Ο Αϊ-Βασίλης μου έκανε δώρο ένα κόκκινο κουδουνάκι, για να το φοράω στο λαιμό μου. Μου είπε πως όταν χάνομαι, θα το ακούει και θα έρχεται εκείνος να με βρίσκει.  (Μια χιονισμένη νύχτα, απόδ. Φίλιππος Μανδηλαράς, εκδ. Πατάκη, 2005)

 

Άννα-Μαρία Μαυράκη: Το παιδάκι μου ο μικρός Χιονούλης είναι ένα παπάκι, που παλιά φοβόταν το κρύο νεράκι. Δεν μπορούσε να διώξει το φόβο του. Του άπλωνα τη φτερούγα μου για να την πιάσει και να μπει στο νερό, του έλεγα να παίξουμε με το βαρκάκι που του είχε φέρει δώρο ένας άνθρωπος που φύλαγε τα ζώα, όμως ο Χιονούλης δεν έμπαινε στο νερό. Τότε του έδειξα ένα βάτραχο που πηδούσε και του είπα να παίξουν μαζί.

Όταν πήδηξε ο Χιονούλης μου, σκόνταψε σε μια πέτρα κι έπεσε στο ποτάμι. Τότε κατάλαβε ότι το νερό δεν ήταν κρύο, όπως νόμιζε. Από τότε έπαιζε συνέχεια με το βατραχάκι κι έμπαινε μαζί μου στο νερό. Κολυμπούσε και χωρίς εμένα και μια μέρα το ποτάμι τον πήρε μακριά μας. Γνώρισε άλλες πάπιες και μεγάλωσε μαζί τους, μακριά από μένα. Για να με βρει ξανά, κολύμπησε σε όλα τα ποτάμια και τις θάλασσες της χώρας. Τελικά βρήκε το δρόμο και ξαναγύρισε κοντά μου. Του ζήτησα να μην ξαναφύγει ποτέ.  (Ιζαμπέλλα Καμίνο, Παραμύθια με ζωάκια, μτφρ. Στέλλα Βαρελλά, εκδ. Μίνωας, 2000)

 

Ελένη Οικονομίδου: Είμαι ένα μωρό, που δεν μπορώ ακόμη να διαβάζω. Κάθε μέρα που περνάω στο δρόμο με τη μαμά μου, βλέπω στο απέναντι πεζοδρόμιο ένα μεγάλο παιδί, που κρατάει μια ταμπέλα. Θα ήθελα πολύ να μάθω τι γράφει. Μια μέρα η μαμά με προσέχει από τα αυτοκίνητα την ώρα που περνάω απέναντι. Φτάνω στο παιδί με την ταμπέλα. Στέκεται δίπλα σε ένα σούπερ μάρκετ. Μιλάω μωρουδίστικα  και δείχνω την ταμπέλα στο μεγάλο παιδί. Εκείνο μου λέει: «Γράφει ότι πρέπει να τρώμε λαχανικά».

Κάθε μέρα θα πηγαίνουμε με τη μαμά μου στο σούπερ μάρκετ να ψωνίζει, για να μου μαγειρεύει φαγητό, να τρώω και να μεγαλώνω. Το μεγάλο παιδί κάθε μεσημέρι πηγαίνει στο σπίτι του να φάει, για να έχει δύναμη να κρατάει την ταμπέλα. Γιατί το φαγητό μας δίνει δύναμη!   (Ειρήνης Μαραζιώτη, Χτίζω σωστά εμένα, ΦΑΓΕ)

 

Τζωρτζίνα Βλαχαντώνη: Εσείς πιστεύετε ότι είμαι μια οδοντόβουρτσα. Για τον οδοντογιατρό το Λουκά όμως είμαι η τριχονεράιδα του. Από τότε που ο Λουκάς ήταν μικρό αγοράκι, τον βοηθούσα να μην χαλάσουν τα δόντια του. Ο οδοντογιατρός του τού χάρισε εμένα, που έχω μπλε ανοιχτό χρώμα, γιατί αυτό είναι το αγαπημένο χρώμα του Λουκά. Καθαρίζαμε τα δόντια του κάθε πρωί, κάθε βράδυ κι όποτε μέσα στη μέρα ο Λουκάς έτρωγε τούρτες, γλυκά και κέικ από το ζαχαροπλαστείο. Τα καθαρίζαμε κι όταν έτρωγε καραμέλες, που του έδινε η φίλη του στην παιδική χαρά.

Τώρα που ο Λουκάς έχει γίνει γιατρός, οι γονείς που τα παιδάκια τους δεν πλένουν τα δόντια τους ποτέ, τα πηγαίνουν στο Λουκά με το ζόρι. Εκείνος ρωτά τα παιδιά ποιο είναι το αγαπημένο τους χρώμα και τους μοιράζει οδοντόβουρτσες, δηλαδή τριχονεράιδες με το χρώμα που αγαπάνε. Οι τριχονεράιδες που διαλέγουν τα κορίτσια είναι ροζ, κόκκινες, κίτρινες και πορτοκαλί. Οι τριχονεράιδες των αγοριών είναι πράσινες, μαύρες, άσπρες και μπλε. Έτσι όλα τα παιδιά που πηγαίνουν στο Λουκά, μαθαίνουν να βουρτσίζουν συνέχεια  τα δόντια τους.  (Εμμανουέλα Νικολαϊδου, Η μαγική δύναμη της τριχονεράιδας του Λουκά,  Aim/kids)

Γεωργία Μαυράκη: Είμαι η Λουκία. Αγόρασα γλυκά από ένα ζαχαροπλαστείο και τα πήγα δώρο στη μαμά και στο μπαμπά μου που γιορτάζουν. Τα σερβίραμε στους καλεσμένους μας, αυτοί όμως δεν τα δοκίμασαν. Μας εξήγησαν ότι τα φτιάχνει μια κακιά μάγισσα που φοράει μαύρα ρούχα και έχουν πολύ άσχημη γεύση.

Έτσι εγώ τα πήγα δώρο στη θεία μου, για να της κάνω πλάκα. Εκείνη μου είπε ότι της άρεσαν και τα έτρωγε. Έτσι συνέχισα να της πηγαίνω. Η μάγισσα που έφτιαχνε τα γλυκά επίτηδες άσχημα, παραξενεύτηκε όταν της είπα ότι άρεσαν στη θεία μου. Νομίζω ότι η θεία μου κρύβει τα γλυκά στο ντουλάπι της και με κοροϊδεύει όταν μου λέει ότι τα τρώει. Εγώ πάντως θα συνεχίσω να της πηγαίνω τα γλυκά της μάγισσας όσο θα λέει ότι της αρέσουν.    (Ευγένιου Τριβιζά, Η Δόνα Τερηδόνα και το μυστικό της γαμήλιας τούρτας, εκδ. Καλέντης, 2001)

 

Κατερίνα Ζήκου: Είμαι η Ραπουνζέλ. Ένα βράδυ που έβλεπα τηλεόραση, η μαμά μου ήταν στην κουζίνα και ο μπαμπάς μου έλειπε ταξίδι με το φορτηγό του, με άρπαξε μια μάγισσα που έμενε δίπλα στο σπίτι μας και με έκλεισε σε έναν μακρινό πύργο. Ήταν κακιά και ήθελε να με κάνει δικό της κοριτσάκι. Μεγάλωνα μαζί της χωρίς να με αφήνει να βλέπω κανέναν άλλον άνθρωπο.

Όπως ήμουνα φυλακισμένη, είδα μια φορά έναν πρίγκιπα που έτρεχε στο δάσος, γιατί τον κυνηγούσαν οι φρουροί να τον φυλακίσουν. Με είδε και σκαρφάλωσε στον πύργο, για να κρυφτεί. Όταν όμως έφτασε στο δωμάτιό μου, τρόμαξα και τον χτύπησα με ένα μαύρο τηγάνι. Ύστερα φώναξα τη μάγισσα κι εκείνη τον πέταξε κάτω. Αυτός όμως δεν πέθανε. Επειδή ήταν όμορφος, τον αγάπησα. Έδενα τα μαλλιά μου και κατέβαινα από τον πύργο, για να βγαίνω βόλτα μαζί του ενώ η μάγισσα έλειπε ταξίδι. Όταν γύρισε, μας βρήκε και τους δύο μέσα στον πύργο. Όμως τα μαλλιά μου βοήθησαν να δραπετεύσουμε και οι δυο. Είχαμε ανάψει φωτιά για να ζεσταθούμε. Η μάγισσα με έσπρωξε στη φωτιά. Ο πρίγκιπας στενοχωρήθηκε πολύ που κάηκαν τα μαλλιά μου κι έριξε τη μάγισσα στη φωτιά.    (Ραπουνζέλ,  Brijbast Art Press, 2012)

 

Δήμητρα Λιάκου: Είμαι η Σταχτοπούτα. Μου έχουν δώσει αυτό το όνομα, επειδή άρεσε στη νουνά  μου. Όταν η μαμά μου αρρώστησε με την καρδιά της και πέθανε, ο μπαμπάς παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα, που ήταν κακιά και την έλεγαν Βίβιαν. Είχε από τον προηγούμενο γάμο της δίδυμες κόρες, που ήταν ίσα με μένα. Αυτές με έβαζαν να πουλάω τις κολοκύθες, να καθαρίζω το σπίτι ενώ οι ίδιες δοκίμαζαν στολές και νυφικά, επειδή ήθελαν να παντρευτούν τον πρίγκιπα. Κι εγώ όμως ήθελα να τον παντρευτώ, όπως κι όλες οι κοπέλες. Έτσι φόρεσα το ροζ φόρεμα που είχα αγοράσει και τα γυάλινα γοβάκια της μαμάς μου, για να πάω στο χορό του κάστρου. Η μητριά μου και οι δίδυμες μου έσκισαν το φόρεμα κι ο μπαμπάς μου δεν ήταν κοντά μου για να με βοηθήσει. Είχε πάει στην Αφρική, για να μοιράσει φαγητό στα φτωχά παιδάκια. Έτσι με βοήθησε η μαμά μου, που είχε γίνει άγγελος. Μου είπε όμως να προσέχω, γιατί τα μαγικά που έκανε με το μαγικό ραβδί που της είχε δώσει ο Θεός, θα άντεχαν μόνο μέχρι τα μεσάνυχτα. Πήγα λοιπόν στο χορό αλλά έφυγα τα μεσάνυχτα. Ο πρίγκιπας την άλλη μέρα έψαχνε σ’ όλα τα διαμερίσματα, για να με βρει. Είχε μαζί του το γοβάκι, που όταν το βρήκε στο τελευταίο σκαλοπάτι του κάστρου, είπε «μωρέ αυτό πρέπει να είναι της κοπέλας!» Με βρήκε στον τελευταίο όροφο.

Όμως τότε αρρώστησα με την καρδιά μου και πήγα στον ουρανό μαζί με τη μαμά μου. Ο πρίγκιπας φώναξε τότε στο Θεό: «Θεέ μου φέρε μου πίσω την κοπέλα μου!» Ο Θεός, για να μην λυπάται ο πρίγκιπας και φωνάζει όλη τη νύχτα, με έστειλε  κοντά του. Τότε παρακάλεσα το Θεό, να στείλει πίσω και τη μαμά μου, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ η φωνή της και ήθελα να την ακούω. Η μαμά μου όταν ξαναγύρισε στη ζωή, μου είπε: «Σταχτοπούτα μου είσαι ένας άγγελος!»  Μετά η μαμά ζήτησε απ’ το Θεό να ξαναφέρει στη ζωή και τον άντρα της, που είχε πνιγεί όταν γύριζε από την Αφρική. Όταν ξαναγύρισε κι εκείνος στη ζωή, γέννησαν άλλο ένα κοριτσάκι. Εγώ παντρεύτηκα τον πρίγκιπα και η αδερφή μου παντρεύτηκε τον αδερφό του. Η Βίβιαν έκανε τότε όλες τις δουλειές. Αποκτήσαμε ένα κατοικίδιο, ένα σκυλάκι που βρήκα στο δρόμο. Πήραμε και μια οικογένεια παπάκια, για τη λιμνούλα του κάστρου. Γέννησα ένα κοριτσάκι κι ένα αγοράκι, που το βάζουμε τιμωρία κι εγώ και η δασκάλα του, γιατί είναι τεμπέλης και δεν γράφει το όνομά του.   (Η Σταχτοπούτα, μτφρ.-επιμ. Στέλλα Ζούπα, εκδ. Σαββάλας, 2006)

 

Κατερίνα Σκουρτιά: Όλα τα κορίτσια περιμέναμε τη Σταχτοπούτα να έρθει με την άμαξα στο σχολείο μας, γιατί θέλαμε πολύ να μας καλέσει στο χορό. Ο χορός γινόταν το ίδιο βράδυ στο κάστρο της Σταχτοπούτας. Ευχαριστήσαμε όλες μας τη Σταχτοπούτα που μας κάλεσε και το βράδυ ανεβήκαμε στην άμαξα που είχε στείλει  και φτάσαμε στο κάστρο. Στο χορό χορέψαμε μία-μία με τη Σταχτοπούτα. Εκείνη μας κέρασε καραμέλες και σοκολατάκια και έπαιξε μαζί μας Μικρή Ελένη. Ύστερα παίξαμε την Κοκκινοσκουφίτσα και η Σταχτοπούτα έκανε το λύκο. Όταν η άμαξα μάς γύριζε στα σπίτια μας, συζητούσαμε πόσο άρεσαν σε όλες μας τα σοκολατάκια  και τι ωραία που ήταν τα παιχνίδια που παίξαμε.

Η Σταχτοπούτα έρχεται επίσκεψη στο σχολείο για να μας βλέπει. Εμείς δεν χρειάζεται να ξαναπάμε στο κάστρο, επειδή το έχουμε ήδη δει.  (Disney. Αληθινά Όνειρα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2008)

 

Σοφία Ηλία: Είμαι η Κοκκινοσκουφίτσα. Βοήθησα τη μαμά μου να φτιάξει κεϊκάκια, σουπίτσα και τα βάλαμε σ’ ένα καφέ καλαθάκι. Ύστερα φόρεσα την κάπα μου, έβαλα την κουκούλα γιατί έκανε κρύο, πήρα το καλαθάκι και ξεκίνησα για το σπίτι της γιαγιάς. Είναι λίγο μακριά αλλά εγώ πήγαινα μόνη μου, γιατί η μαμά είχε δουλειά και ο μπαμπάς ήταν στο περιβόλι και ράντιζε. Για να φτάσω εκεί έπρεπε να περάσω από ολόκληρο το δάσος, να βρω λουλούδια, μούρα και σταφύλια για τη γιαγιά.

Στη διαδρομή είδα το λύκο αλλά κάθε φορά τον συναντάω κι έτσι δεν φοβήθηκα. Ο λύκος πολλές φορές με ρωτάει πού πηγαίνω. Το ίδιο με ρώτησε κι αυτήν τη φορά. Μου έδωσε κι άλλα λουλούδια, μούρα και σταφύλια για τη γιαγιά. Ύστερα συνάντησα πουλάκια, ελαφάκια κι όλα με ρωτούσαν πού πηγαίνω και μου έδιναν νεκταρίνια, ροδάκινα και μήλα για τη γιαγιά μου.

Όταν έφτασα στο σπίτι της γιαγιάς, ο λύκος την είχε κλειδώσει στη ντουλάπα κι είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι της. Δεν κατάλαβα πως ήταν ο λύκος, γιατί είχε χρώμα γκρίζο, όπως τα μαλλιά της γιαγιάς. Άκουσα όμως τη φωνή της από τη ντουλάπα: «Βοήθεια Κοκκινοσκουφίτσα!» Εκεί που άνοιγα τη ντουλάπα, ο λύκος με άρπαξε. Περνούσε όμως ένας κυνηγός, πυροβόλησε το λύκο και τον σκότωσε. Κοιμήθηκα μαζί με τη γιαγιά και το βράδυ ήρθε ο μπαμπάς να με πάρει. Έμαθε την περιπέτειά μας από τον κυνηγό. Πήγαμε στο σπίτι μας κι η γιαγιά έμεινε μόνη της. Δεν φοβόταν αφού ο κυνηγός είχε σκοτώσει το λύκο. (Κοκκινοσκουφίτσα, εκδ. Παπαδόπουλος, 1998)

 

Μαρία-Πελαγία Τριβέλλα: Η μαμά μου με αγαπά πολύ και με φιλά μπροστά στους φίλους μου. Κι εγώ την αγαπάω, δεν μου αρέσει όμως να με φιλάει μπροστά τους, γιατί μου λένε «είσαι μωρό» και γελάνε μαζί μου. Έχω πει στη μαμά μου να μην με φιλάει μπροστά τους αλλά αυτή συνεχίζει. Έτσι κατέστρωσα ένα σχέδιο, για να φύγω από το σπίτι όταν θα πηγαίναμε βόλτα με το αμάξι. Δεν αποφάσισα όμως να φύγω, γιατί θα με ανακάλυπτε. Σκέφτηκα λοιπόν να το σκάσω με το ποδήλατο όταν αυτή κοιμόταν στον καναπέ. Τελικά πήρα στο καλαθάκι κάτι για να φάω, το κόλλησα στο ποδήλατό μου κι έφτασα όσο μακριά μπορούσα.

Όμως η μαμά μου με ακολουθούσε χωρίς να το έχω καταλάβει. Όταν το ποδήλατό μου κόλλησε σε μια λακκούβα, η μαμά κατέβηκε από το αμάξι της και τότε την είδα. Έτρεξα όσο μπορούσα μακριά της, για να μην μου καταστρέψει τη ζωή. Επειδή κόλλησε στη λακκούβα και το αυτοκίνητο της μαμάς, άρχισε να τρέχει κι αυτή με τα πόδια πίσω μου. Δεν μπόρεσε να με φτάσει κι έτσι γύρισε στο σπίτι μας και πήρε τηλέφωνο την αστυνομία. Οι αστυνομικοί δεν πίστεψαν όσα τους είπε και έβαλαν τη μαμά φυλακή. Ο μπαμπάς προσπάθησε να τους πείσει ότι είναι αθώα και τον έβαλαν κι αυτόν φυλακή.

Το βράδυ που γύρισα σπίτι, ένιωθα όμορφα. Όμως είχε τελειώσει το φαγητό, ήμουνα κουρασμένη κι όταν αποκοιμήθηκα είδα κακά όνειρα και ξύπνησα. Κανένας δεν ήταν κοντά μου για να μου δώσει φιλάκι και να μου πει να μην φοβάμαι. Φοβήθηκα ακόμη πιο πολύ όταν είδα τη σκιά του κρεβατιού μου και τη σκιά τη δικιά μου. Φώναξα «Μαμά! Μπαμπά!» αλλά κανείς τους δεν ήταν εκεί. Πήρα τηλέφωνο την αστυνομία και τους ζήτησα να μιλήσω μαζί τους. Τότε τους άφησαν ελεύθερους. Όταν γύρισαν στο σπίτι τους είπα: «Μαμά και μπαμπά σας αγαπώ!»  (Κέιτ Φάιφερ, Η μαμά μου προσπαθεί να μου καταστρέψει τη ζωή, μτφρ. Ρένα Ρώσση-Ζαϊρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2009)

 

Μελίτα Πηλιχού: Είμαι η Φραουλίτσα και με κάλεσε στο σπίτι της η καλύτερη φίλη μου, η Πορτοκαλίτσα, για να ετοιμάσουμε για το πιτζάμα πάρτι της. Βάλαμε μπαλόνια, γιρλάντες και χάρτες. Βοήθησα την Πορτοκαλίτσα, γιατί ζει μόνη της. Τους γονείς της τους σκέπασε το κύμα και βουλιάξανε. Από τότε η Πορτοκαλίτσα κοιμάται μόνη της. Διαβάζει ιστορίες μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Δεν την φοβίζει το σκοτάδι.

Σκέφτηκε να κάνει το πιτζάμα-πάρτι, επειδή είναι Άνοιξη και οι πορτοκαλιές στον κήπο της είναι ανθισμένες. Εκτός από μένα κάλεσε και την Τουρτίτσα και τη Μπισκοτίτσα. Θα αγοράσουμε τούρτα, θα φτιάξουμε φραντζολάκια, πίτσες, βραχιόλια και θα διαβάσουμε ιστορίες από τα βιβλία της Πορτοκαλίτσας. Ύστερα θα κάνουμε πιτζάμα-πάρτι και στα σπίτια των άλλων κοριτσιών.   (S. Ciminera, Πιτζάμα πάρτι, Modern Times)

Αναστάσης Μίχας: Είμαι από ένα βρωμοχώρι, που το λένε Βρωμοχώρι. Το χωριό μου παλιά μύριζε άσχημα, σκουπίδια και καπνό. Η βρώμα έφτανε στα γειτονικά χωριά και δεν άρεσε καθόλου στους κατοίκους τους. Έμεναν μέσα στα σπίτια τους και δεν μπορούσαν να βγουν καθόλου έξω.

Όμως εμείς οι Βρωμοχωρίτες είχαμε μάθει από τις γιαγιάδες μας να φτιάχνουμε κάτι γυαλιά, που παίρναμε από αυτά οξυγόνο κι έτσι όταν τα φορούσαμε, δεν μυρίζαμε τις άσχημες μυρωδιές. Επειδή όμως κι αυτά τα γυαλιά βρώμισαν, εμείς τα παιδιά στο Βρωμοχώρι είχαμε μια ιδέα, για να νιώσουμε καλύτερα. Βάζαμε μπαλόνια στις καμινάδες, για να μπαίνει εκεί ο μαύρος καπνός. ΄Ετσι οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών δεν μύριζαν πια άσχημες μυρωδιές. Οι πυροσβέστες που είχαν έρθει στο Βρωμοχώρι, για να δουν τι συμβαίνει, γύρισαν στα χωριά τους και είπαν τι είχαν δει. Έτσι έβαλαν και τ’ άλλα χωριά μπαλόνια στις καμινάδες τους και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς οι Βρωμοχωρίτες καλύτερα.     (Σοφίας Ζαραμπούκα, Το Βρωμοχώρι, εκδ. Κέδρος, 1977)

 

Μαριεύη Βρούβα: Σε αυτόν τον κήπο είμαστε πολλά δέντρα με ελιές. Η οικογένεια που μένει εδώ έχει τρία παιδιά. Εμάς και τα λουλούδια που υπάρχουν εδώ, μας φροντίζει ο παππούς. Κάποτε ο παππούς φύτεψε ένα κουκούτσι ελιάς που ήταν μαγικό, χωρίς όμως να το ξέρει. Έτσι γεννήθηκα εγώ, που δεν είμαι δέντρο συνηθισμένο. Έχω πρόσωπο κοριτσίστικο, τα κλαριά μου είναι σαν χέρια και τα φύλλα μου μοιάζουν με μαλλιά.

Τα παιδιά χαίρονται που μπορούν να παίζουν μαζί μου. Τους κάνω σκιά, για να παίζουν από κάτω τη μικρή Ελένη και κρέμονται  από τα κλαδιά μου. Ο παππούς με βάφτισε Μελίτσα, επειδή έχω τους πιο γλυκούς καρπούς.

Επειδή μπορώ να μιλάω με κοριτσίστικη φωνή, λέω στα παιδιά να προσέχουν το Καλοκαίρι τον ήλιο και να κάθονται στη δροσιά μου. Τους λέω και ιστορίες για τους παραολυμπιακούς αγώνες.   (Μαρίας Βιγγοπούλου-Χύτα, Μελίτσα. Μια μικρή ελίτσα, εκδ. Άθως 2010.)

 

Μαρίζα Βερμπάι: Είμαι η κόρη της Βροχής. Όταν η μαμά μου βρίσκεται έξω από το σπίτι μας, είναι που βρέχει. Εγώ μένω τότε μέσα με το μπαμπά μου, που με προσέχει. Ο μπαμπάς δεν με αφήνει να βγαίνω έξω, γιατί φοβάται  μην φύγω μακριά. Όποτε ο μπαμπάς φεύγει για τη δουλειά του, έρχεται πίσω η μαμά μου κι έτσι σταματάει να βρέχει. Επειδή εμένα μου αρέσει πολύ να βρέχει, δεν θέλω η μαμά μου να είναι στο σπίτι.

Η μαμά μου όταν μένει στο σπίτι, με αφήνει να βγαίνω έξω για να παίζω. Καμιά φορά όταν ο μπαμπάς κοιμάται, η μαμά με παίρνει μαζί της, για να περπατήσω στη βροχή. Κι αυτό είναι που μου αρέσει καλύτερα απ’ όλα.   (Φανταστικά παραμύθια, εκδ. Susaeta ΕΛΛΑΣ Α. Ε.)

 

Βασίλης Σακελλαρίου: Είμαι το Καλοκαίρι. Όταν έφτασα στην Ελλάδα, πρώτα με κατάλαβαν τα παιδιά. Ήξεραν ότι θα έρθω και με περίμεναν. Τους αρέσει να κολυμπάνε στη θάλασσα, να κάνουν ποδήλατο, να παίζουν με την άμμο.

Θα μείνω πολύ καιρό εδώ κι όταν φύγω, θα έρθει το Φθινόπωρο. Χαίρομαι όταν βλέπω το Φθινόπωρο. Μόλις έρχεται, εγώ φεύγω και πηγαίνω στην Αμερική, στην έρημο, σ’ όλο τον κόσμο. Δεν μου αρέσει να μένω στο ίδιο μέρος, προτιμώ να ταξιδεύω και να πηγαίνω παντού, γιατί όλα τα παιδιά με περιμένουν.   (Οι τέσσερις εποχές, εκδ. Πατάκη, 2004)

 

Χρήστος Φίλης: Το όνομά μου είναι Αλαντίν. Μια μέρα όταν ήρθε το βράδυ, το έσκασα από το σπίτι μου και έφυγα μακριά. Έφτασα στην Αμερική, γιατί είχα ακούσει ότι υπάρχουν σοκολατένιοι άνθρωποι και ήθελα να τους γνωρίσω. Εκεί είδα ένα μικρό παιδί σοκολατένιο και πήγα κοντά του. Τότε ένας σοκολατένιος άνθρωπος με σημάδεψε με το πιστόλι του και μου είπε: «Ακίνητος». Όμως εμφανίστηκε η αστυνομία και συνέλαβε αυτόν τον άνθρωπο.

Ζήτησα από τους αστυνομικούς να με γυρίσουν σπίτι μου. Η μαμά μου με πήρε αγκαλιά και μου είπε να μην το ξανασκάσω ποτέ.    (Το λυχνάρι του Αλαντίν, εκδ. ΚΑΛΟΚΑΘΗ, 2008)

Παναγιώτης Λιάκος: Είμαι ο Ηρακλής. Κάποτε, που ήμουν μωρό η μαμά μου μαγείρευε και ο μπαμπάς δούλευε στο περιβόλι μας. Μπήκαν από την εξώπορτα που είχε μείνει λίγο ανοιχτή, δύο φίδια και βρέθηκαν στο δωμάτιό μου. Εγώ τότε σκέφτηκα: «Ας τα πνίξω». Μπήκε τότε μέσα η μαμά μου, είδε τα πνιγμένα φίδια στην κούνια και ένιωσε πάρα πολλή χαρά, που ο γιος της ήταν τόσο δυνατός.

Όταν μεγάλωσα κι έγινα άντρας, φόρεσα μια στολή λιονταριού που είχα αγοράσει στα Jumbo, έβαλα φωτιά στο τόξο μου, μπήκα στο δάσος και σκότωσα όλα τα φίδια. Όποτε έβγανα, φορούσα τη στολή του λιονταριού, γιατί πάντα κάτι σκότωνα. Σκότωσα ένα αγριογούρουνο, σκότωσα ακόμα και το λιοντάρι της Νεμέας. Οι άνθρωποι με αγαπούν πολύ και με αγκαλιάζουν, αφού σκοτώνω τα κακά ζώα της ζούγκλας κι έτσι αυτά δεν τους κάνουν κακό. Μια φορά συνάντησα έναν άλλον γίγαντα, που ήταν πιο μεγάλος από εμένα. Είχε πάρει τα μήλα από κάποια κορίτσια που τα έλεγαν Εσπερίδες. Εγώ τα πήρα από τον γίγαντα και τα έδωσα σ’ ένα αγόρι που του άρεσαν. Δεν έφαγα κανένα, γιατί δεν μου αρέσουν τα φρούτα. Μου αρέσει να τρώω ρεβύθια, σπανακόρυζο, χυλοπίτες και πιο πολύ απ’ όλα μου αρέσει το γάλα, γιατί με δυναμώνει.    (Οι δώδεκα άθλοι του Ηρακλή, εκδ. Παπαδόπουλος, 2005)

 

Δημητριάννα Καλογεροπούλου: Πήγα στη Χώρα του Πουθενά, για να δω τον Πήτερ Παν. Έχω πάει κι άλλες φορές με όλη μου την οικογένεια. Ταξιδεύουμε έως εκεί με αεροπλάνο. Φεύγουν από παντού αεροπλάνα για τη χώρα του Πουθενά όμως πηγαινοέρχονται αδειανά. Μόνο εγώ και τ’ αδέρφια μου θέλουμε να ταξιδεύουμε εκεί. Οι άλλοι άνθρωποι φοβούνται τον κάπταιν Χουκ κι έτσι δεν πηγαίνουν ποτέ. Όμως εγώ δεν τον φοβάμαι, γιατί είμαι πολύ γενναία.

Ο Πήτερ Παν μας περιμένει πάντα στο αεροδρόμιο. Μας πηγαίνει στην παιδική χαρά της χώρας του. Αγαπάει πολύ να κάνει κούνια. Όταν διψάμε, μας πηγαίνει στο σπίτι του για νερό. Στο δωμάτιό του δεν έχει παράθυρα, γιατί δεν του αρέσει ο ήλιος, τον ζεσταίνει. Οι τοίχοι είναι γεμάτοι αυτοκόλλητα σε διάφορα σχήματα. Βγάζουμε τα παπούτσια μας κι ανεβαίνουμε στο κρεβάτι του και χοροπηδάμε. Το βράδυ φεύγουμε από τη Χώρα του Πουθενά.    (J. M. Barrie, Πίτερ Παν, μτφρ. Μάριος Βερέττας, εκδ. Άγκυρα, 1994)

Μιχάλης Πρέσσας: Είμαι ο Ταρζάν. Ταξιδεύαμε κάποτε με τη μαμά μου με αεροπλάνο. Πηγαίναμε να ζήσουμε με το μπαμπά. Η μαμά με είχε πάρει μακριά του, επειδή είχαν μαλώσει. Όμως της ζήτησα να γυρίσουμε κοντά του και να του πει συγγνώμη. Εκείνη συμφώνησε μαζί μου. Στη διαδρομή τελείωσαν τα καύσιμα και το αεροπλάνο μας έπεσε στη ζούγκλα. Ευτυχώς που είχε κάτι αλεξίπτωτα, για να μην σκοτώνονται οι άνθρωποι κι έτσι επιζήσαμε όλοι οι επιβάτες. Κάναμε κάμπινγκ στη ζούγκλα και τρώγαμε ξηρά τροφή.

Όμως εμένα με άρπαξε μια πιθηκίνα και με πήρε μακριά από τους άλλους, γιατί εγώ δεν έμοιαζα με τα πιθηκάκια της, ήμουν πιο όμορφος. Έτσι μεγάλωσα με τους πιθήκους. Σκαρφάλωνα στα δέντρα σαν κι εκείνους κι έτρωγα από το φαγητό τους. Δεν έκλαιγα ποτέ, όπως κλαίνε καμιά φορά τα παιδιά. Έβγαζα μόνο πολύ δυνατές κραυγές, κοφτές, όπως οι πίθηκοι. Θα ζήσω για πάντα εδώ. Καμιά φορά θυμάμαι τη μαμά μου. Όταν έρχονται στο μυαλό μου οι αναμνήσεις που ήμαστε μαζί, πιάνομαι απ’ τα ψηλά κλαριά και πηδάω πολύ-πολύ μακριά. (Ο άρχοντας της ζούγκλας, εκδ. Παπαδόπουλος, 1999)

Αλέξανδρος Χριστοδουλάκης: Είμαι ο ΤυΡεξ, δηλαδή ο τυραννόσαυρος με το όνομα Ρεξ, ο βασιλιάς των δεινοσαύρων, ακόμα κι εκείνων που έχουν τόσο μακριά ουρά όσο δέκα τρένα στη σειρά και είναι τόσο ψηλοί, που μπορούν να δουν τη στέγη τους. Ζούσα σε μια σπηλιά κάτω από ένα ηφαίστειο.

Τη μέρα που η γυναίκα μου γεννούσε, είδε τη λάβα να βγαίνει. Έτσι πήρε τα τρία νεογέννητα μωρά μας κι έτρεξε μακριά απ’ τη σπηλιά, για να σωθούν.

Εμένα με ξέχασαν στη σπηλιά. Κοιμόμουν και με ξύπνησε η έκρηξη. Έψαχνα να τους βρω μέχρι που βρήκα μια άλλη δεινοσασαυρίνα. Φτιάξαμε μια καινούρια οικογένεια. Έχουμε δύο δεινοσαυράκια που πηγαίνουν στην παιδική χαρά και βρίσκουν τα φιλαράκια τους.     (Τζούντυ Νάγιερ, Οι δεινόσαυροι στα χέρια σου, εκδ. McClanahan Book Company)

Χριστόφορος Κωτσαλάς: Είμαι στην έρημο και ψάχνω για αρχαία πράγματα, όπως κόκκαλα δεινοσαύρων. Αυτά τα στέλνουμε στα μουσεία, για να τα βλέπουν οι άνθρωποι. Κάποτε υπήρχε πολύς κόσμος εδώ. Όσο πιο βαθιά σκάβαμε στην έρημο με τα φτυάρια μας τόσο περισσότερα κόκκαλα βρίσκαμε. Κάποια στιγμή δεν βρίσκαμε πια άλλα κόκκαλα, γιατί είχαν βρεθεί ήδη.

Εγώ όμως δεν θέλω να σταματήσω ποτέ να ψάχνω, γιατί περιμένω ότι κάτι ακόμη θα βρω. Όταν μου τελείωσαν το νερό και το φαγητό, ήμουν ολομόναχος και αβοήθητος. Πήρα μια καμήλα και με πήγε σε μια όαση. Εκεί βρήκα δυο-τρεις ανθρώπους, που έγιναν υπηρέτες μου κι έκαναν ό,τι  τους έλεγα, επειδή με συμπάθησαν. Με βοηθούσαν σε όλα. Έσκαβαν για μένα κι εγώ πήγαινα με την καμήλα και τους έφερνα νερό. Όμως μετά από δύο μήνες έφυγαν, γιατί έπρεπε να φτιάξουν κάποια σπίτια. Έτσι έμεινα πάλι μόνος μου με την καμήλα. Η ζωή μου είναι λίγο βαρετή πια. Σκάβω όλο και πιο αραιά και μένω περισσότερο στην όαση. Όμως είμαι αποφασισμένος να μείνω για πάντα στην έρημο ακόμα κι αν δεν συναντήσω ποτέ πια κανέναν άνθρωπο. (Δεινόσαυροι και προϊστορική ζωή, εκδ. Susaeta ΕΛΛΑΣ Α. Ε.)

 

Σχετικά με ΗΛΙΑ ΕΛΕΝΗ A.

Δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ΕΚΠΑ, Συγγραφέας

Διδακτική της Λογοτεχνίας, Εφαρμοσμένα Εκπαιδευτικά Προγράμματα.

Διαχειρίστρια των ιστολογίων του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου:
α) iliaeleni’s blog. teacher and author sch. gr   (όπου βρίσκεται συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος της εργογραφίας μου) και
β) ekpaideutika programmata. literature and education sch. gr     (όπου παρουσιάζονται δεκάδες εμψυχωτικά, εκπαιδευτικά, λογοτεχνικά προγράμματα, που έχω σχεδιάσει και υλοποιήσει στη σχολική τάξη).
Διαχειρίστρια της ομάδας Δημιουργικοί Εκπαιδευτικοίη οποία συγκαταλέγεται στις δημοφιλέστερες του Πανελληνίου Σχολικού Δικτύου.  Στο Ιστολόγιο blogs.sch.gr/eisk και στα Αρχεία της  ομάδας  μπορείτε να αναζητήσετε το περιεχόμενο δημοσιευμένων άρθρων μου και εισηγήσεων σε συνέδρια.


Περισσότερες πληροφορίες
Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση