Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Ακούστε το ποίημα πατώντας εδώ

Την Τετάρτη 15/6 ανακοινώθηκαν τα βραβεία της κριτικής επιτροπής για τον διαγωνισμό «100 χρόνια μετά…». ‘Οσον αφορά τα βραβεία της κατηγορίας βίντεο:

1ο ΒΡΑΒΕΙΟ: Απονέμεται στο βίντεο «Παπαδιαμάντης, Το μοιρολόγι της φώκιας» από το Γενικό Λύκειο Πεδινής Ιωαννίνων, για την τρυφερότητα με την οποία αντιμετωπίζεται το αρχικό κείμενο καθώς και για τις επιλογές και τον τρόπο ανάδειξης λογοτεχνικών θραυσμάτων ώστε ο θεατής να οδηγείται σε νέες ερμηνευτικές αναγνώσεις.

2ο ΒΡΑΒΕΙΟ: Απονέμεται στο βίντεο «Τα λόγια του τοίχου» από το 2ο Γενικό Λύκειο Ναυπάκτου, για την ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα σκηνοθετική αντίληψη η οποία τοποθετεί το ποίημα με τόλμη στο επίκεντρο ενός νεανικού δρώμενου αλλά και του κοινωνικού – αστικού περιβάλλοντος.

3ο ΒΡΑΒΕΙΟ: Απονέμεται στο βίντεο «Ο δικός μας Ελύτης: σε χιπ-χοπ, συρτό, χασάπικο, ρόκ!» από το Γυμνάσιο Κεφάλου, για τον διασκεδαστικό του αυθορμητισμό μέσα από τον οποίο αντιπαραθέτει την συμβατική απαγγελία σε μια χαριτωμένη, εναλλακτική και σωματοποιημένη παρουσίαση των στίχων.

για περισσότερα πατήστε εδώ

Το σχολείο μας ετοιμάζει μια μικρή γιορτή αφιερωμένη στον Μάνο Χατσιδάκι.

Ακούστε τώρα την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκηπα της Ανατολής,
απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,
που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων.

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και έναν καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό.
Στη Μοσούλη, τη Βασόρα , στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί.
Τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ” αλλάξουν οι καιροί.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά.
Απ” τον Τίγρη στον Ευφράτη κι απ” τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει τη θηλιά.
Μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δυο γέρικες καμήλες μ” ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.
Πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ΄ αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.

Σ” ένα μήνα σ” ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που απ΄ τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
«Νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ.
Καληνύχτα…

Third grade students” lovable song!!!

2-8 Μαΐου – Παγκόσμια Εβδομάδα Δράσης για την Εκπαίδευση 2011

«Ακούστε την ιστορία της»
«Δεν υπάρχει πιο αποτελεσματικό εργαλείο ανάπτυξης από την μόρφωση των κοριτσιών» (Κόφι Ανάν, πρώην Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε.)

Από τις 2 έως τις 8 Μαΐου 2011 η ActionAid θα συντονίσει για 8η φορά την Παγκόσμια Εβδομάδα Δράσης για την Εκπαίδευση. Χιλιάδες μαθητές και εκπαιδευτικοί σε ολόκληρη τη χώρα καλούνται να συμμετάσχουν και φέτος και να ενώσουν τη φωνή τους με εκατομμύρια άλλους από ολόκληρο τον κόσμο.

Η φετινή δράση εστιάζει στα κορίτσια και τις γυναίκες που αποτελούν την πλειονότητα των αναλφάβητων ανθρώπων στον κόσμο. Από τα 67 εκατομμύρια παιδιά στον κόσμο που δεν πηγαίνουν σχολείο το 54% είναι κορίτσια. Από τους 796 εκατομμύρια αναλφάβητους ενήλικες τα δύο τρίτα είναι γυναίκες.

Πόσο δίκαιο είναι αυτό; Ας το κάνουμε δικαίωμα!
Αναδημοσίευση από τη σελίδα της Actionaid).
Το σχολείο μας συμμετέχει και φέτος στη Δράση αυτή για την Εκπαίδευση των κοριτσιών και των γυναικών.
για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ!
Παρακολουθήστε και το σχετικό βίντεο

Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (Hans Christian Andersen) ήταν Δανός λογοτέχνης και συγγραφέας παραμυθιών.
Γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1805 στο Οντένσε, στο νησί Φιονία της Δανίας. Ο πατέρας του με τον καιρό ξέπεσε και δούλευε παπουτσής, για να ζήσει την οικογένειά του. Αλλά, μην μπορώντας ν” αντέξει στη φτώχεια, πέθανε πολύ νέος, αφήνοντας το γιο του το Χανς ορφανό, με τη μητέρα του για μόνο στήριγμα.
Ο Χανς ήταν ένα περίεργο παιδί με εξαιρετική φαντασία. Πολλές φορές τον έβλεπαν να περπατά στο δρόμο σαν ονειροπαρμένος και το μυαλό του δεν το είχε πουθενά αλλού, παρά μόνο στα ποιήματα και στο διάβασμα. Προσπάθησε άδικα να μάθει την τέχνη του πατέρα του. Όταν τέλειωσε το σχολείο των άπορων παιδιών, μπήκε σε ένα ραφτάδικο, για να μάθει την τέχνη, αλλά ούτε και εκεί τα κατάφερε. Το ενδιαφέρον του κέρδισε το θέατρο, όπου αποστήθιζε ολόκληρες σκηνές από τα έργα που έβλεπε. Όταν ήταν με τους φίλους του, του άρεσε να απαγγέλλει και να τραγουδά. Ήταν δεκατεσσάρων χρονών, όταν, κυνηγώντας μια καλύτερη τύχη, έφθασε στην Κοπεγχάγη, με μόνη του περιουσία 30 φράγκα με σκοπό να γίνει ηθοποιός. Έδωσε εξετάσεις στη Βασιλική Σχολή θεάτρου, αλλά ήταν τόσο άσχημος και αδύνατος, που δεν τον δέχτηκαν.
Ευτυχώς είχε ωραία φωνή κι άρχισε να σπουδάζει μουσική, αλλά αρρώστησε ξαφνικά και έχασε τη φωνή του. Έτσι, το μόνο ταλέντο που του έμεινε ήταν το ταλέντο της ποίησης. Οι στίχοι του άρεσαν και βρήκε έναν προστάτη, τον Κέλλαν, που τον έστειλε στο πανεπιστήμιο, όπου κέρδισε μια βασιλική επιχορήγηση. Το 1827 δημοσίευσε ποιήματά του και έπειτα εξέδωσε μια σειρά έργων που του εξασφάλισαν την παγκόσμια δόξα.
Έργο
Τα παραμύθια του εμφανίζουν καθαρά το δημοκρατικό στοιχείο. Οι κυριότεροι ήρωες των παραμυθιών του είναι φτωχοί και αδικημένοι άνθρωποι, που όμως έχουν ασυνήθιστα ψυχικά χαρίσματα, ευγένεια, ταλέντο, μεγαλοψυχία. Στα έργα του απεικονίζει τη ρεαλιστική και σύγχρονή του ζωή της μικροαστικής τάξης των πόλεων και χαρακτηρίζονται από δράση, χιούμορ και λεπτή σάτιρα. Η δημιουργία του Άντερσεν αποτελεί την κορυφή στις ρεαλιστικές τάσεις της δανικής φιλολογίας του 19ου αιώνα. Διηγήματα, δράματα, αλλά προπάντων παραμύθια, όλα του τα έργα διαπνέονται από γλυκιά μελαγχολία, συγκίνηση και ειλικρίνεια. «Οι δύο Βαρωνέσσες», «Παραμύθια για παιδιά», «Ιστορίες», «Καινούρια Παραμύθια» είναι μερικά από τα έργα του.
Μερικά από τα πολύ γνωστά παραμύθια του είναι:
Η Βασίλισσα του χιονιού, Η Βασιλοπούλα και το ρεβίθι, Η Τοσοδούλα, Το ασχημόπαπο (ή το άσχημο παπί), Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, Το μολυβένιο στρατιωτάκι

Αν πατήσουμε πάνω στην εικόνα θα μπορέσουμε να διαβάσουμε κάποια παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου εορτάζεται κάθε χρόνο στις 2 Απριλίου, την ημέρα που γεννήθηκε ο μεγάλος Δανός παραμυθάς Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.
Την εορτή καθιέρωσε η Διεθνής Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (Ιnternational Board on Books for Young People – ΙΒΒΥ) το 1966. Από τότε, ένα διαφορετικό εθνικό τμήμα της οργάνωσης αυτής ετοιμάζει ένα μήνυμα και μια αφίσα που διανέμονται σε όλο τον κόσμο, με στόχο να τονίσουν την αξία των βιβλίων και της ανάγνωσης, να ενθαρρύνουν τη διεθνή συνεργασία για την ανάπτυξη και τη διάδοση της παιδικής λογοτεχνίας.
Για τον εορτασμό στην Ελλάδα είναι υπεύθυνο το ελληνικό τμήμα της ΙΒΒΥ – ο Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, ο οποίος κάθε χρόνο αναλαμβάνει τη μετάφραση και την εκτύπωση του υλικού.
Η αφίσα περιέχει και το μήνυμα σε απόδοση από τα αγγλικά της Λότης Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου. Η αφίσα εκτυπώθηκε με την ευγενική χορηγία των Εκδόσεων Πατάκη.

Ο έρωτας /Το αρχιπέλαγος /Κι η πρώρα των αφρών του /Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει ενα τραγούδι
Ο έρωτας /Το τραγούδι του Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του /Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στο πιο βρεγμένο βράχο της η αρραβωνιάστικιά προσμένει /Ενα καράβι
Ο έρωτας /Το καράβι του Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του /Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει /Τον ερχομό.

Ι
Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν/ Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε/
Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε/ Το αμετανόητο χέρι/ Δέθηκα σ” έναν κόμπο λύπης.

II
Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας/ Δίχως θύμηση/ Με το δέντρο της αμίλητο/ Προς τη θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας/ Δίχως φτερούγισμα/ Με την όψη της ακίνητη/ Προς τη θάλασσα
Βραδιάζοντας/ Δίχως έρωτα/ Με το στόμα της ανένδοτο/ Προς τη θάλασσα
Κι εγώ – μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.

III
Απόγευμα/ Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση/ Κι η στοργή των ανέμων του/ Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε/ Να μη φεύγει/ Όλα τα μέτωπα γυμνά/ Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.

συνεχίστε την αναζήτηση »
  • Ο μικρός πρίγκιπας «εξημερώνεις δημιουργείς δεσμούς»

  • Το δέντρο των περιλήψεων της Γ τάξης

    Οι μαθητές της Γ τάξης διάβασαν βιβλία, έγραψαν περιλήψεις γι΄αυτά και στόλισαν με αυτές το δέντρο των περιλήψεων. Τις ανάρτησαν και στη σελίδα τους. Είθε το δέντρο σας παιδιά να δώσει καλούς καρπούς.
  • Ελεύθεροι Πολιορκημένοι – Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά

  • Διονύσιος Σολωμός – Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι Σχεδίασμα Γ΄ – Ὁ Πειρασμός.

    Ἔστησ᾿ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη, κι᾿ ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα, καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος. Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα, 5 Χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη, καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι᾿ ἀφήνουν τὴ δροσιά τους, κι᾿ οὗλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια της πηγῆς τους,τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια. Ἔξ᾿ ἀναβρύζει κι᾿ ἡ ζωή, σ᾿ γῆ, σ᾿ οὐρανό, σὲ κύμα. Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π᾿ ἀκίνητό ‘ναι κι ἄσπρο, ἀκίνητ᾿ ὅπου κι᾿ ἂν ἰδῆς, καὶ κάτασπρ᾿ ὣς τὸν πάτο, μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἔπαιξ᾿ ἡ πεταλούδα, ποὺ ῾χ᾿ εὐωδίσει τ’ς ὕπνους της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο. Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ‘δες; Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια! Χωρὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε, οὐδ᾿ ὅσο κάν᾿ ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι, γύρου σὲ κάτι ἀτάραχο π᾿ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη, μονάχο ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι, κι᾿ ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του.
  • Οδυσσέα Ελύτη: Λακωνικόν

    O καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη μου επέστρεψε στον ήλιο. Kείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και του αιθέρος, Λοιπόν, αυτός που γύρευα, ε ί μ α ι. Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο, Xειμώνα ελάχιστε, H ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς Kαι στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Aνέλπιστου.
  • N. Βρεττάκος, Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο (για την Ελένη)

    Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε; Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας. Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού: ένας κόσμος χαμένος. Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες. Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα, ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας. Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής. (Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο). Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης, δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ, γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος, αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του. Η νύχτα μας βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά. εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών, το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορα μας, τ ην Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι, που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ' το θάνατο. Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε. Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι, Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι. Το ότι πέθαναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί, με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους. Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος. Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε. (Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
  • Γυάλινα Γιάννενα

    Μιχάλης Γκανάς
    Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά κι ανάτελλε τα ζωντανά του, καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες, αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην οφθαλμού και κάστρα πατημένα. Θa'ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα, στο χιόνι και στον άγριο καιρό γυάλινα και μαλαματένια. Κι όσο πήγαινε η μέρα, σαν το βαπόρι σε καλά νερά, είδα και μιναρέδες κι άκουσα τα μπακίρια να βελάζουν....

  • Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Β” Τόμος] (1978) Γιάννη Ρίτσου

    Σχήμα τής απουσίας ΙΧ 1978 Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της, χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο-λίγο το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη, χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της - ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε. Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη γιατί, για ό,τι γίνεται κείνο που λείπει, φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.
  • Απόσπασμα από τη σονάτα του σεληνόφωτος του Γιάννη Ρίτσου 1956

    Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου. Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου. Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου. Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.