Περί ύφους

24, Μάιος,2018

Απόσπασμα 1ο

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ : ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ κεφ στ16-28:

Περιγραφικό και αφηγηματικό  κείμενο παρατακτικής συνοχής, γοργής αλλά εύληπτης ροής,  χωρίς να σκουντουφλάς  στο κουβάρι της μακροπερίοδης διαδοχικής υπόταξης .Ο  ημιπλάγιος (έμμεσα ευθύς )λόγος – αν προτιμάτε διάλογος , ενσωματωμένος στην αφήγηση-δίνει το μικρόφωνο στον δρώντα να μιλήσει εντός εισαγωγικών. Η λόγια δημοτική της δεκαετίας του 1960-70 στην οποία έχει αποδοθεί το Ευαγγελικό απόσπασμα δεν πλατειάζει ,επειδή οι μετοχές το προστατεύουν από τα « που» ,και τις δευτερεύουσες  προτάσεις της ξεχειλωμένης  νεοελληνικής γλώσσας.  Λεξιλογικές  επιλογές  όπως έρριψεν δεμένον εις την φυλακή /εχόρευσε και ήρεσε στους άλλους συνδαιτυμόνας  /κι εκείνη εξελθούσα και εισώρμησε  μας φέρνουν στο νου καβαφικά  διακείμενα .Η γλώσσα οικεία λόγια πιο κατανοητή από εκείνη του Καβάφη ,του δύστροπου Βιζυηνού ή του εκνευριστικά πλατειάζοντα Παπαδιαμάντη. Τραγουδιστό το  δέσιμο των λέξεων. Ύφος απεικονιστικού ρεαλισμού με εμμονή στη φωτογράφιση κάθε στιγμιότυπου : επάνω εις το πιάτο έφερε την κεφαλήν /μέσα  εις το  πιάτο και την έδωκε εις την  κόρη και η κόρη την έδωκε εις την  μητέρα . Κινηματογραφική  πεζογραφία, ίσως απλοϊκή για τους φέροντας ολοστρόγγυλες διόπτρες.  Κάθε κίνηση συμβαίνει μπροστά μας σε απόσταση αναπνοής .    Ο   μάρτυρας αφηγητής ακούει τις εντολές  βλέπει , μυρίζει  τα αρώματα και  το αίμα. Σίγουρα θα εύχεται σύντομα να υπηρετήσει άλλους αφέντες. .

Ως προς το περιεχόμενο στο απόσπασμα ζεματάει η φρίκη  πάνω στο πιάτο, χωρίς όμως να σωριαστείς λιπόθυμος. Αίμα ,σπέρμα και εξουσία :τα αναγκαία και επαρκή υλικά κάθε ιστορίας  πραγματικής ή μυθοπλαστικής. Οι  αρχαιόμορφες  καταλήξεις χαρακτηρίζουν  μεν  ως  αριστοκρατικό τον υφολογικό μανδύα του αποσπάσματος, όμως, μέσα σε αυτόν νιώθει  άνετα και  ο πιο ταπεινός καθημερινός αναγνώστης   . Απόσπασμα  υψίστης συγκινησιακής φόρτισης με εμμονή στα δραστικά ρήματα . Πολλοί οι θεατές ,δύο οι δράστες , ένα  το βαποράκι, διάσημο το θύμα, διαχρονικό το μακελειό, λίγοι οι οπαδοί, που πολλαπλασιάστηκαν .

Παραθέτω το απόσπασμα σκαναρισμένο με κάποιες τυπογραφικές ανωμαλίες:

‘Ο ίδιος ο ‘Ηρώδης έστειλε και συνέλαβε τον Ίωάννην καί τόν έρριψε δεμένον είς την φυ­λακήν, έξ αίτιας τής συζύγου του αδελφού του, τής ‘Ηρωδιάδος, την οποίαν αυτός είχε πάρει παρανόμως ώς σύζυγόν του. 18 Διότι έλεγε ο Ιωάννης είς τόν Ηρώδην ότι «δεν σου επιτρέπεται νά έχης την γυναίκα του  αδελφού σου». 19 ‘Η δέ ‘Ηρωδιάς έτρεφε μέσα της μίσος καί αγανάκτησιν έναντίον του Ιωάννου καί ήθελε νά τόν φονεύση, άλλα δέν ήμπορούσε, 20 επειδή ο ‘Ηρώδης έφοβείτο τόν Ίωάννην, διότι τόν έγνώριζεν ώς άν­θρωπον δίκαιον καί άγιον καί τόν διετήρει είς την ζωήν καί όταν τόν ήκουσε, πολλά α­πό έκείνα πού είπε ό ‘Ιωάννης τά έκαμνε καί κάθε φορά, πού τόν συναντούσε, τόν ήκουε μέ ευχαρίστησιν. 21 Άλλα ήλθε ήμερα εύκαιρίας διά την Ήρωδιάδα, όταν ό ‘Ηρώδης, διά νά έορτάση τά γενέθλιά του, παρέθεσε δείπνον εις τούς μεγάλους άρχοντας αύτού, είς τούς χιλίαρχους καί εις τους προύχοντας τής Γαλιλαίος. 22 Είσήλθεν ή θυγάτηρ αυτής τής ‘Ηρωδιάδος καί έχόρευσε καί ήρεσεν είς τόν ‘Ηρώδην καί τούς άλους συνδαιτημόνας. Είπε δέ ό βασιλεύς είς τήν κόρην, «ζήτησε μου ό,τι θέλεις καί έγώ θά σου τό δώ­σω». 23 Καί της ώρκίσθη πώς, «θά σου δώ­σω ό,τι μου ζητήσεις, μέχρι άκόμη και τό μισό βασίλειόν μου». 24 Εκείνη δέ έξελθούσα έτρεξε πρός την μητέρα της καί την ήρώτησε’ «τί νά ζητήσω;» Εκείνη δέ είπε «την κεφαλήν του Ίωάννου του Βαπτιστού». 25 Καί έκεινη είσώρμησε αμέσως βιαστικά εις τον βα­σιλέα καί έζήτησε λέγουσα «θέλω νά μου δώσης αύτήν την στιγμήν τήν κεφαλήν του Ίωάννου του Βαπτιστού έπάνω είς ένα πιάτο». 26 Καί ό βασιλεύς έλυπήθη πάρα πολύ, άλλά διά τούς όρκους, πού είχε κάμει, καί διά νά μή έκτεθή είς τούς συνδαιτημόνας του ώς έ- πίορκος, δέν ήθέλησε νά άθετήση τήν ύπόσχεσιν του. 27 Καί άμέσως έστειλε ό βασιλεύς δήμιον καί διέταξε νά φέρη τήν κεφαλήν του Ίωάννου. 28 Εκείνος δέ έπήγε, άπεκεφάλισε τόν Ίωάννην είς τήν φυλακήν, έφερε τήν κεφαλήν του μέσα είς τό πιάτο καί τήν έδωκεν είς τήν κόρην καί ή κόρη τήν έδωκεν είς τήν μητέρα της. 29 Καί όταν ήκουσαν οί μαθηταί του Ίωάννου τό θλιβερόν γεγο­νός, ήλθαν καί επήραν τό νεκρό σώμα του καί τό έβαλαν είς μνημείον.

 

Απόσπασμα 2ο

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ ,ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΡΔΟΠΑΤΗ ,ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ, ΣΕΛ.48-52

Ύφος φαινομενικά απλό. Μικροπερίοδος λόγος 1-2 σειρών. Κάπου  λειψές οι  προτάσεις. Καθημερινός προφορικός λόγος για καθημερινούς ήρωες –αναγνώστες. Εξάλλου, η λογοτεχνία είναι η Ιστορία των άγνωστου ταλαιπωρημένου ανθρώπου που έγινε επώνυμος ,χάρη στην ανθρωπιά του Παπαδιαμάντη, του Βαλτινού , του Βενέζη κ.λπ. Κάθε λέξη απαραίτητη στα κείμενα του Θ Βαλτινού (απέριττος λόγος ). Το απόσπασμα επίκαιρο και διαχρονικό: Η Ιστορία γράφεται και από τις μετακινήσεις των περισσευούμενων, των φανατισμένων  και των κυνηγημένων  πληθυσμών  .

Παραθέτω το απόσπασμα σκαναρισμένο με κάποιες τυπογραφικές ανωμαλίες και παραλείψεις:

….Κάναμε άλλες δύο μέρες μέχρι τη Νέα Ορ­λεάνη…

Έτσι η αμερικάνικη κυβέρνηση έστειλε επι­τροπή να επιθεωρήσει πάλι τους ανθρώπους.

Ήρθε ο γιατρός κι άρχισε να εξετάζει έναν έναν.

Όποιος ήταν καλός του ’δίνε μια κάρτα με μπλε μολύβι κι έγραφε απάνω οράιτ, αμερι­κάνικα. Όποιος δεν ήταν χαλάς του ’δίνε σκαρτ με κόκκινο.

Καθένας που πέρναγε με μπλε πήγαινε στην επιτροπή, έδινε το χαρτί, το διάβαζαν καλά, τον έδιωχναν.

Τους άλλους τούς έβαζαν κάτω στο αμπά­ρι. ‘Έφτασε η σειρά της παρέας μου, άρχισαν από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο που ήμου­να εγώ. Μου ’δώσε κόκκινο ο γιατρός, των άλ­λων μπλε.

Πάει, γυρίζω πίσω, λέω.

Και οι σύντροφοί μου με κοίταζαν αμίλητοι. Γυρίζω, το σκαρτ είναι γύρισμα το οράιτ όχι.

Πέρασαν όλοι από την επιτροπή, τους έδιωξαν.

Φτάνω εγώ, με παίρνουν με κατεβάζουν κάτω. Πρόλαβα φώναξα του αδερφού μου, εί­χε είκοσι δολάρια απάνω του. Του είπα να μου αφήσει τα μισά, θα τα χρειαζόμουν.

Κόντευε βράδυ, ο ήλιος έπεφτε.

Του λέω, αν είσαι ακόμα το πρωί εδώ, έλα να ιδωθούμε και φέρε τίποτα καλά.

Δεν ήρθε. Κι έμεινα μαζί με τους άλλους….

…Την επαύριο ήρθε πάλι η επιτροπή, μας ξα­νακοίταξαν, μας έκριναν δεύτερη φορά σκάρ- τους. Σε τρεις μέρες καινούργια επιτροπή, ανώτερη. Έβαλαν μπροστά και μας εξέταζαν από την αρχή. Μας όρκισαν ότι ποτέ η κυβέρ­νηση δεν επιτρέπει σε αρρώστους, κλέφτες και εγκληματίες να πατήσουν αμερικάνικο έδαφος.

Τότε πήραμε απόφαση ότι μας γυρίζουν πίσω.

Κακό μού ήρθε να φτάσω στο χείλος της Αμερικής και μοναχά ως εκεί.

Μ’ έκλεισαν στο μπουντρούμι με τους εξή­ντα άλλους, διάφορες φυλές. Ή σαν και Εβραίοι ανάμεσά μας. Ένας απ’ αυτούς, κάθε που μας έφερναν νερό, βούταγε να παίρνει πρώτος. Μια δυο, την τρίτη κάποιος είχε ένα σουγιά της φυλακής, του κόβει μια στα λαγαρά, ήρθε τούμπα.

Ούτε να ξαναπλώσει πια. Κρέας, αν δεν σφάξει ο παπάς τους δεν τρώνε οι Εβραίοι.

Στις τριάντα Νοεμβρίου, ημέρα Κυριακή, έρχεται ο διερμηνέας του πλοίου, ένας Κώ­στας Πυλίας.

Τι κάνετε, παιδιά;

Του λέμε, πουντιάσαμε εδώ μέσα.

Θα πω να σας βγάλουν σήμερα.

Το μεσημέρι, είχαμε φάει καλά, μας άνοι­ξαν τις πόρτες να ανεβούμε.

Είχα γράψει στα αδέρφια μου, γυρίζω πάλι για Ελλάδα, αλλά γράφτε μου εις Κώσταν Πυλίαν, κι αν είμαι εδώ το παίρνω.

Μου έγραψαν αυτοί αλλά δεν με πρόλαβε το γράμμα.

Μόλις μας έβγαλαν απάνω, άρχισε ο νους μου να γυρίζει.

Σκεβόμουν να το σκάσω.

Είχα τριάντα δολάρια με αυτά που μου έδωσε ο Πάνος. Είχα χαλάσει πέντε, τα άλλα τα είχα στον κόρφο μου.

Με τη σκούφια, τα παπούτσια λυτά, το πα­νωφόρι στον ώμο, είπα να μπω σε μια βάρκα να κρυφτώ, τη νύχτα να σούρω στη σκιά του πλοίου να πέσω στο νερό.

Φοβήθηκα μην πνιγώ, δεν το ’βρισκα καλό. Αποφάσισα να κάνω τον κουτό να κατεβώ από τη σκάλα.

Βάνω τα χέρια πίσω, κατεβαίνω μπροστά στους κλητήρες. Μπαίνω τάχα για το νερό μου, βαρώ μια πόρτα, άλλοι κλητήρες μέσα δεν δώσαν σημασία. Στρίβω δεξιά, τραβάω κάτι δια­δρόμους, βλέπω γυαλί και απόξω κόσμο να περνάει.

Βγαίνω και δεν το πίστευα…..

κακουλάκης χάρης