Διήγημα -Παρωδία

20, Μάιος,2018

«Του καλοκαιριού» της Ευγενίας Ρέγκου-Σγουρού
Διήγημα
Από το βιβλίο «Άλλοι Τόποι Άλλες Εποχές»

https://www.mikrosapoplous.gr/extracts/mathisis/63a.html

 

[Τέλειωσε το κολύμπι. Βγαίνω στην ακρογιαλιά και ξαπλώνομαι στην άμμο.
Νιώθω σ’ όλο μου το κορμί την ευεργετική ζεστασιά της. Στα πόδια μου
φλοισβίζει παιχνιδιάρικο το κύμα. Πάνωθέ μου ο ζωοδότης ήλιος και κάτι
λευκορόδινα ταξιδιάρικα συννεφάκια. Ανασαίνω ηδονικά και κλείνω τα μάτια
μου.
Ευδαιμονία. Έκσταση. Νιρβάνα. Όλα στήνουν, όλα αλαργεύουν. Ο ήχος των
αυτοκινήτων από πάνω, από την εθνική οδό, φτάνει σα βουητό απόμακρο. Οι
φωνές των λουσμένων τριγύρω γίνονται κι αυτές ένας ακαθόριστος βόμβος.
Χάνω την αίσθηση του παρόντος. Η σκέψη αλαργεύει κι αυτή, βυθίζεται κι
απομυζά από το παρελθόν, ένα γοητευτικό μακρινό παρελθόν. Πόσα χρόνια
πριν; Δεν έχει σημασία.

Βρισκόμαστε στον «Μπάτη». Μ’ εκείνο τ’ ωραίο παλικάρι. Δανεικός έρωτας.
Δε μου ανήκει. Όμως από καιρό είμαι ερωτευμένη μαζί του. Οι εφηβικοί
έρωτες δεν έχουν λογική, δεν έχουν υστεροβουλία κι απώτερους σκοπούς. Ο
έρωτας για τον έρωτα. Το μεθύσι της νιότης. Η έλξη της γοητείας του. Μα
κι εκείνου του αρέσω. Συχνά μου κάνει κομπλιμέντα. Είμαστε κι ένα τέλειο
ζευγάρι στο βαλς. Το κορμί του αψεγάδιαστο, αθλητικό, αγαλμάτινο. (Ο
έφηβος των Αντικυθήρων; Ο Ερμής του Πραξιτέλη;) Τώρα ηλιοκαμένο και υγρό
φαντάζει ακόμα ωραιότερο, αναδεικνύεται σε όλο του το μεγαλείο.

Ξαφνικά κάτω από το ντους τα χείλη του ενώνονται με τα δικά μου. Το
πρώτο μου φιλί• το πιο αγνό, το πιο παθητικό φιλί μου. Ένα υγρό, αρμυρό,
πολύτιμο φιλί. Απ’ αυτή τη μηδαμινή απόσταση τον κοιτάζω μέσα στα μάτια,
μισόκλειστα, γαλανοπράσινα, υπέροχα, θα μείνει ανάμεσα μας το μυστικό
αυτού του μεθυστικού φιλιού, κι εξαιτίας αυτού θα τον ονομάσω «ο κύριος
καθηγητής».]

Το επόμενο καλοκαίρι, στα πάτρια εδάφη πια, Αύγουστο μήνα κατεβαίνουμε
από τ’ ορεινό χωριό στην Αγία Τριάδα για ένα διαφορετικό πρωινό, για ένα
θαλάσσιο μπάνιο. Μεγάλη, χαρούμενη παρέα, κορίτσια κι αγόρια. Φοιτητές
και μαθητές – μαθήτριες στην καλοκαιρινή ανάπαυλα. Τι φως! Τι θάλασσα!
Τι χαρμονή! Και νιάτα. Πόση νιότη! Πόση ξεγνοιασιά! Πόση ανέφελη
ευτυχία! (μέσα στην αφέλεια της).

Ξεπλένομαι κάτω από το ντους (και πάλι). Κοντά ο Βάσιας, ο Μίμης, ο
Χρήστος. Ο Χρήστος λέει• «θα ‘θελα να ήμουν το ντους». Ο Βάσιας πιο
έξυπνος, πιο αισθησιακός, με κοιτάζει με σημασία και λέει• «εγώ θα ήθελα
να ήμουν το νερό». Είμαστε ήδη ερωτευμένοι, έχουμε ένα δεσμό εδώ κι ένα
μήνα. Χτες στο πάρτυ του στο μισόφωτο ανταλλάξαμε τόσα φιλιά και βωβούς
όρκους πίστης κι αγάπης ατέλειωτης!

Το μοναδικό μας κοινό μπάνιο. Το ερχόμενο καλοκαίρι η ερωτική μας
ιστορία ήταν κιόλας παρελθόν. Τέλειωσε άδοξα, όπως οι πιο πολλοί πρώτοι
έρωτες. Του άρεσε και σιγομουρμούριζε το τραγούδι «Όταν μι’ αγάπη που
νόμιζαν αιωνία / φτάσει μοιραία στην παρακμή». Όχι, η αγάπη τους δεν
είχε φτάσει στην παρακμή. Το μυαλουδάκι τους ήταν ακόμα άπηχτο κι η
καρδούλα τους επιπόλαιη, κι έριξαν την πέτρα πίσω τους.

κείμενο -παρωδία

Τέλειωσε το κολύμπι. βγαίνω στην ακρογιαλιά και μοστράρω την κορμάρα μου. Αραλίκι. Δεκάδες ζευγάρια οφθαλμών φαντασιώνονται πάνω μου . Από το θαλσσόλουτρο στο οφθαλμόλουτρο.
Νιώθω σ’ όλο μου το κορμί την νωχελική ζεστασιά της άμμου. Με ερεθίζει το παιχνιδιάρικο το κύμα. Θέλω ο καυτός ήλιος να μού σοκολατώσει το αφροδίσιο κορμί μου. Ανασαίνω ηδονικά και κλείνω τα μάτια, καθώς τα δάκτυλα πασαλείφουν το κρεμώδες αντηλιακό στη καλλίγραμμη σάρκα μου.
Έκσταση. Η λίμπιντο στο κόκκινο. Ο ήχος των αυτοκινήτων από πάνω, από την εθνική οδό, δεν με ενοχλεί. Αντιθέτως ,την βρίσκω όταν έρχονται και άλλοι κάγκουρες να με λιγουρευτούν .Οι φωνές των λουσμένων αρσενικών τριγύρω, μού ανοίγουν τον ορίζοντα των προσδοκιών μου .Θέλω να νιώθω σεξουαλικά πολιορκούμενη. Με αρέσει το πατιρντί.
Χάνω την αίσθηση του παρόντος. Βυθίζομαι σε παρελθούσες ερωτικές περιπέτειες .
Βρισκόμαστε στον «Μπάτη» μ’ εκείνον τον μουράτο ,τον παντρεμένο. Πολύ γκόμενος και χλιδάτος. Το φυσάει το χρήμα .Δανεικός έρωτας. Δε μου ανήκει. Τον πάω όμως. Από καιρό έχω φάει κόλλημα . Δεν θα το τραβήξω ,όμως, για πολύ μαζί του .Δεν έχω υστερόβουλες προθέσεις .Να τον κουκουλώσω εννοώ. Μόνο έρωτας, αν οι φερομόνες μας δέσουν το μιλκ σέικ. Και σεξ ,πολύ σεξ να χυθούν πάνω του οι εφηβικές ορμόνες που με πνίγουν . Οι εφηβικοί έρωτες δεν έχουν λογική, δεν έχουν υστεροβουλία κι απώτερους σκοπούς. Ούτε με νοιάζει η Κατίνα του. Ποιος ξέρει τι μπουρούχα είναι. Είμαι έφηβη. Ο έρωτας για τον έρωτα. Το μεθύσι της νιότης.
Κι εκείνου του αρέσω. Είναι ένας πωρωμένος καψούρης .Συχνά με καμακώνει με κομπλιμέντα. Το κορμί του φουσκωτό, με σκληρούς μύες , αγαλμάτινο .Κατασκευασμένο στο μπολτιμπιλτάδικο της γειτονιάς. Ηλιοκαμένο και γυαλισμένο. Γλιστερό.
Ξαφνικά κάτω από το ντους, μού την έπεσε κανονικά .Τα χείλη του ενώνονται με τα δικά μου. Τα χέρια μας ψηλαφίζουν τα κορμιά μας….

Διευκρινιστικό

Παρωδία, διακωμώδηση ή σκωπτικός λίβελος; Πώς θα χαρακτηρίζαμε το βαπτισμένο από εμένα ως κείμενο –παρωδία; Η ερώτηση είναι ειλικρινής διότι θολοθαμπώθηκα αναζητώντας στην βιβλιογραφία την ουσία της παρωδίας ως είδους. Σίγουρα το κείμενο μου ανήκει στις ασκήσεις ύφους στα πλαίσια της δημιουργικής γραφής .Διατηρώντας τις δράσεις ,το χώρο και τα πρόσωπα του διηγήματος «Του καλοκαιριού» αλλά ενδεδυμένο με λέξεις μιας άλλης οπτικής και με απειροελάχιστες προσθήκες ή παραλείψεις επί του περιεχομένου, συμπεραίνουμε άφοβα ότι το δικό μου κείμενο –παρωδία πραγματεύεται άλλες ιδέες και τρέχει άλλες προθέσεις. Πειραματιζόμενος δηλ. με το διήγημα «Του καλοκαιριού» ,επικαιρικού και διαχρονικού χαρακτήρα, και παρωδώντας το (δηλ. βεβηλώνοντας το) το μετέπλασα σε ένα ,επίσης, «διήγημα» επικαιρικού και διαχρονικού χαρακτήρα γυμνό ,όμως, από την υφολογική ευπρέπεια και καλαισθησία του πρωτοτύπου.
Με παιγνιώδη και αποδομητική διάθεση, πρόθεση μου ήταν να στηλιτεύσω ,κυρίως, τη γυναικεία φιλαρέσκεια (που στριμώχνεται στις παραλιακές πασαρέλες) και τις εφήμερες αλληλοκτόνες σεξουαλικές συνευρέσεις. Αποφλοιώνοντας τον αγνό ερωτικό εφηβικό ύφος ,του διηγήματος «Του καλοκαιριού», το περιεχόμενο του ευτελίζεται σε ελαφροπορνογράφημα –όπως είπε και ο γιος μου. Και οι δύο εκδοχές ,πάντως, στρατολογούν φανατισμένους αναγνώστες. Το κείμενο μου – παρωδεί περίπου το πρώτο μισό ( το παράθεμα μέσα στις αγκύλες) από το διήγημα «Του καλοκαιριού» αλλά η παρωδία στηρίζεται στο νόημα ολόκληρου του διηγήματος. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να μεταπλάσω και το δεύτερο μισό του διηγήματος. Λάθος, ευτυχώς θέλω να πω.
ΚΑΚΟΥΛΑΚΗΣ ΧΑΡΗΣ