Τα παιχνίδια της αυλής που χάνονται σιγά-σιγά.

 Τα παιχνίδια της αυλής και της γειτονιάς

Ήταν μια εποχή όμορφη, που τα παιδιά έπαιζαν στις αλάνες, στις αυλές, στους δρόμους της γειτονιάς,  με παιχνίδια αυτοσχέδια, που έρχονταν στις παρέες μέσω της παράδοσης και από γενεά σε γενεά.

Σήμερα δυστυχώς, η τεχνολογία έχει πάρει την θέση της σ” αυτά τα παιχνίδια, και βλέπουμε παιδιά κάθε ηλικίας να κρατούν ένα τάμπλετ και να παίζουν παιχνίδια σ” αυτό. Στην χειρότερη των περιπτώσεων, δεν βλέπουμε καθόλου παιδιά γιατί είναι κλεισμένα στα σπίτια τους να παίζουν παιχνίδια στον ηλεκτρονικό υπολογιστή με όλες τις βλαβερές και επικίνδυνες για την υγεία τους συνέπειες, αλλά και τους κινδύνους για την ασφάλειά τους.

Καλό είναι οι γονείς να βάζουν ένα όριο, να ωθούν τα παιδιά στα ομαδικά παιχνίδια και σε εκείνα που ίδιοι έπαιξαν στην παιδική τους ηλικία και που είναι σίγουρα πιο αθώα και ασφαλέστερα.

Ας θυμηθούμε μερικά από αυτά που σίγουρα όλοι μας έχουμε παίξει στην παιδική μας ηλικία:

Τα μήλα

Τα παιδιά χαράζουν δυο γραμμές που να απέχουν μεταξύ τους 10-15 μέτρα (ανάλογα με τον αριθμό και την ηλικία των παιχτών).
Με κουρμπανιά ή με λάχνισμα ορίζονται τα δυο παιδιά που θα στέκουν απέξω, ένα σε κάθε γραμμή, τα υπόλοιπα, σε ομάδα, θα κινούνται μέσα στο χώρο που ορίζεται από τις δυο γραμμές.
Το ένα από τα δύο παιδιά που είναι έξω ρίχνει την μπάλα προσπαθώντας να χτυπήσει κάποιο από τα παιδιά που είναι μέσα. Αν δε χτυπήσει κανένα, το άλλο παιδί από απέναντι πιάνει την μπάλα και γοργά, πριν προλάβουν ν” απομακρυνθούν οι παίχτες, τη ρίχνει πάνω τους, είτε σημαδεύοντας κάποιο είτε αδιάκριτα στο πλήθος.
Καθώς οι παίχτες που είναι μέσα προσπαθούν να αποφύγουν την μπαλιά, απομακρύνονται από το παιδί που τη ρίχνει και μαζεύονται κοντά στο άλλο. Τότε, όμως, το παιδί με την μπάλα, αντί να τη ρίξει πάνω στα παιδιά, είναι πιθανό να τη στείλει κατευθείαν στο αντικρινό του. Αυτό, αν την πιάσει αμέσως, μπορεί πολύ εύκολα να βρει στόχο και μάλιστα να χτυπήσει όχι μόνο ένα παιδί, αλλά και δύο ή περισσότερα, καθώς αυτά έχουν μαζευτεί κοντά του μην προβλέποντας αυτόν το στρατηγικό ελιγμό.
Όποιο παιδί χτυπιέται καίγεται και βγαίνει από το παιχνίδι. Όποιο παιδί πιάνει την μπάλα κερδίζει ένα «μήλο», που ισοδυναμεί με μια «ζωή».
Αν ένα παιδί που χτυπιέται κατέχει ήδη ένα μήλο, μπορεί να εξαγοράσει με αυτό τη «ζωή» του, δηλαδή να παραμείνει, χάνοντας το μήλο. Γενικά, όσα μήλα έχει ο παίχτης τόσες φορές μπορεί να γλιτώσει. Έχει όμως το δικαίωμα να χαρίσει το μήλο του σε κάποιον συμπαίχτη του, πράγμα πολύ συχνό, αφού τα πιο ικανά παιδιά είναι δυνατόν να διαθέτουν δύο και τρία μήλα.
Συνήθως ένα παιδί απομένει μέσα τελευταίο. Αν τα δυο παιδιά που είναι απέξω ρίξουν συνολικά δέκα φορές την μπάλα χωρίς να το χτυπήσουν, ή αν το πετύχουν αλλά αυτό διαθέτει μήλο που εξουδετερώνει το κάψιμο, τότε το παιδί κι όλη η ομάδα που ήταν μέσα κερδίζουν – και τα δυο παιδιά είναι αναγκασμένα να ξαναμείνουν απ” έξω.

 

Το σκουριασμένο (σπασμένο) τηλέφωνο

Τα παιδιά κάθονται το ένα πλάι στο άλλο. Το πρώτο παιδί σκύβει και λέει στο αυτί του διπλανού του μια λέξη πολυσύλλαβη και δύσκολη ή ασυνήθιστη, π.χ. σκουληκομυρμηγκότρυπα, σαρανταποδαροχερούσα, τραπεζοκαρεκλομαζώχτρα, οπωρολαχανοπαντοπωλείο… Το παιδί που άκουσε τη λέξη, όπως την άκουσε και όσο την κατάλαβε, σκύβει και τη λέει μυστικά στο αυτί του διπλανού του, κι αυτό παραδίπλα, ως το τελευταίο.
Επειδή η λέξη είναι μεγάλη και δύσκολη και οι συνθήκες κάθε άλλο παρά αυστηρές, τα παιδιά δεν καταφέρνουν συνήθως να την πιάσουν ολόκληρη, γι” αυτό και τη μεταφέρουν στο διπλανό τους όπως την άρπαξε το αυτί τους. Έτσι η λέξη αλλοιώνεται τόσο πολύ, που, όταν το τελευταίο παιδί τη φωνάξει δυνατά, κανένα δεν την αναγνωρίζει, και πολύ λιγότερο το πρώτο που τη σκέφτηκε.
Τα παιδιά γελάνε και λένε πως το τηλέφωνο είναι «σκουριασμένο» (Θεσσαλία) ή «σπασμένο». (Αθήνα, Χαλκίδα).

 

Τα αγάλματα

Ένα παιδί – η μάνα – στέκεται μπροστά σ” έναν τοίχο, με την πλάτη γυρισμένη στ” άλλα παιδιά, που βρίσκονται απέναντί του, σε μια απόσταση 20 περίπου μέτρων, είτε σε μια γραμμή είτε ως σύνολο χωρίς καθορισμένες θέσεις.
Μόλις δοθεί το σύνθημα, η μάνα χτυπάει την παλάμη της στον τοίχο, μετράει: «Ένα-δύο-τρία!» και στρέφει αμέσως το κεφάλι για να κοιτάξει τα παιδιά. Αυτά, στο διάστημα που η μάνα μετρούσε, προχωρούν, σκορπίζονται και παίρνουν διάφορες πόζες, μόνα τους ή σε συμπλέγματα. Τη στιγμή όμως που η μάνα γυρίζει το κεφάλι, μένουν ακίνητα, στην πόζα τους, σαν αγάλματα. Η μάνα διαλέγει το άγαλμα που της έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, που είναι πιο όμορφο, πιο πετυχημένο ή πιο αστείο κ.λπ.
Το παιχνίδι αυτό θέλει γρηγοράδα, αυτοπειθαρχία (να μπορεί να μείνει εντελώς ακίνητος ο παίχτης όσο η μάνα εξετάζει το θέαμα), αλλά, προπαντός, καλαισθησία.

Το μαντίλι

Τα παιδιά χωρίζονται σε δυο ομάδες που παίρνουν θέση η μια απέναντι στην άλλη, σε απόσταση 8-10 μέτρων. Στη μέση της απόστασης χαράζουν έναν κύκλο διαμέτρου 50 εκατοστών περίπου και μέσα στον κύκλο βάζουν ένα μαντίλι.
Με το σύνθημα, βγαίνει ένας παίχτης από κάθε ομάδα και προσπαθεί να αρπάξει το μαντίλι και να γυρίσει στην ομάδα του χωρίς να τον πιάσει ο αντίπαλος παίχτης. Μπορούν συγχρόνως να βγουν κι άλλοι παίχτες από κάθε ομάδα για να βοηθήσουν, οπότε πάνω στη φασαρία κάποιος αρπάζει το μαντίλι και φεύγει χωρίς να τον ακουμπήσει κανένας από τους αντιπάλους. Όποιος πιαστεί θεωρείται αιχμάλωτος και μένει έξω από το παιχνίδι, μέχρι να τον ελευθερώσουν. Όποιος παίρνει το μαντίλι ελευθερώνει έναν αιχμάλωτο.
Κερδίζει η ομάδα που θα αιχμαλωτίσει όλους τους αντιπάλους.

Αλάτι ψιλό

Τα παιδάκια σχηματίζουν κύκλο και κάθονται στα γόνατα με το πρόσωπο γυρισμένο στο εσωτερικό του κύκλου. Ένα παιδί που βγαίνει με λαχάνισμα κρατάει ένα μαντηλάκι στο χέρι του και κάνει απέξω τον γύρο του κύκλου τραγουδώντας:

«Αλάτι χοντρό, αλάτι ψιλό
έχασα τη μάνα μου
και πάω να τη βρω!
Παπούτσια δε μου πήρε
να πάω στο χορό,
και αν δεν μου τα πάρει,
(ο Χάρος) ο κούκος να την πάρει!»

Καθώς κάνει το γύρο τραγουδώντας ρίχνει το μαντηλάκι πίσω από ένα παιδί. Μόλις πάψει το τραγούδι, τα παιδιά έχουν το δικαίωμα να γυρίσουν πίσω και να δουν σε ποιο έχει ρίξει το μαντήλι. Εκείνο που το βλέπει ριγμένο πίσω από την πλάτη του πρέπει αμέσως να σηκωθεί και να κυνηγήσει εκείνη που το έριξε, ενώ αυτή τρέχει να πιάσει τη θέση του. Αν το πετύχει, τότε τα φυλάει η δεύτερη.

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ

Παίζεται με 3-4 παιδιά. Ένας έχει στα χέρια του ένα δαχτυλίδι και το περνάει από τα χέρια των παιδιών. Κάποια στιγμή αφήνει το δαχτυλίδι σε κάποιον χωρίς να το καταλάβουν τα άλλα παιδιά. Τα υπόλοιπα παιδιά πρέπει να βρουν σε ποιον έχει αφήσει το δαχτυλίδι. Όποιος το βρει παίρνει το δαχτυλίδι και ξαναρχίζει το παιχνίδι. Όση ώρα περνάνε το δαχτυλίδι από χέρι σε χέρι λένε και ένα τραγούδι: Πούντο, πούντο το δαχτυλίδι, ψάξε ψάξε δε θα το βρεις. Το δαχτυλίδι που φορείς, δε θα το βρεις, δε θα το βρεις…

ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΚΙΑ ΑΚΙΝΗΤΑ

Η ομάδα των παιδιών τα βγάζει για να δούνε ποιος τα φυλάει. Το παιδί που τα φυλάει στέκεται με το πρόσωπο στον τοίχο λέγοντας: » Στρατιωτάκια ακίνητα, αμίλητα και αγέλαστα». Μόλις τελειώσει τη φράση αυτή, τα υπόλοιπα παιδιά που βρίσκονται σε απόσταση πίσω από την πλάτη του, κάνουν διάφορες κινήσεις, πρέπει να μείνουν ακίνητα. Εκείνος τότε θα πάει ανάμεσα τους με σκοπό να τα κάνει να κουνηθούν ή να γελάσουν, χωρίς όμως να τ” ακουμπήσει. Αν κάποιο παιδί κουνηθεί τότε βγαίνει από το παιχνίδι. Το ίδιο επαναλαμβάνεται μέχρι να μείνει ο τελευταίος, ο οποίος και καλείται να τα φυλάξει.

ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΟΙ

Παίζουν από δύο παιδιά και πάνω. Χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η μία είναι οι κλέφτες και η άλλη οι αστυνόμοι. Ο σκοπός του παιχνιδιού είναι να ακουμπήσουν οι αστυνόμοι στην πλάτη τους κλέφτες. Όποιον τον ακουμπήσουν στην πλάτη, βγαίνει από το παιχνίδι. Αυτοί για να προφυλαχτούν, ακουμπούν με την πλάτη κάτω ή στον τοίχο. Αλλά και οι κλέφτες προσπαθούν συγχρόνως να τους ακουμπήσουν στην πλάτη τους αστυνόμους. Νικητής είναι όποια ομάδα μείνει με τα περισσότερα παιδιά.

TA AΓΑΛΜΑΤΑΚΙΑ

Τα αγαλματάκια παίζονται από τρία παιδιά και πάνω. Ένα παιδί τα φυλάει και κλείνει τα μάτια. Λέει τη φράση: «Αγαλματάκια αγαλματάκια, μέρα ή νύχτα;» Τα υπόλοιπα παιδιά κινούνται μέχρι να ανοίξει τα μάτια του το παιδί που τα φυλάει. Τότε πρέπει να μείνουν ακίνητοι. Αν κάποιο παιδί εκείνη τη στιγμή που ανοίγει τα μάτια του κινηθεί τα φυλάει εκείνο.

Σχολιάστε