Υλικό επιμόρφωσης

ΘΕΩΡΙΕΣ ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Μήπως η εκπαίδευση μοιάζει έτσι και οι μαθητές μας βιώνουν αυτή την κατάσταση;

Με αφορμή τη μελέτη του φυλλαδίου της Στέλλας Βοσνιάδου με τίτλο «Πώς μαθαίνουν οι μαθητές» προσπάθησα να συγκρίνω τα πορίσματά του με τη σύγχρονη σχολική πραγματικότητα , βήμα βήμα , να εντοπίσω αντιφάσεις και δυσκολίες εφαρμογής στη πράξη.

Στη εισαγωγή της εργασίας αυτής αναφέρονται τα πορίσματα των επιστημονικών ερευνών και οι αλλαγές που είναι απαραίτητες να γίνουν στη στάση και τις απόψεις των εκπαιδευτικών καθώς και των συστημάτων εκπαίδευσης.

Τα πορίσματα της εκπαιδευτικής έρευνας μας ωθούν σε μια αναθεώρηση της υπόθεσης ότι ο μαθητής είναι ένας παθητικός δέκτης πληροφοριών που πλάθεται από εξωτερικές επιδράσεις, μέσω της χρήσης θετικών και αρνητικών ενισχύσεων. Αντίθετα υποστηρίζουν την άποψη ότι ο μαθητής παίζει ένα ενεργητικό ρόλο στη μάθηση, οικοδομώντας γνώσεις σταδιακά, βασιζόμενος πάνω σ” αυτά που ήδη γνωρίζει μέσα σε ένα κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο.

Επιπλέον, οι σημαντικές κοινωνικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα η μετάβαση από τη Βιομηχανική Κοινωνία στην Κοινωνία της Πληροφορίας, έχουν δημιουργήσει νέες δυνατότητες για επικοινωνία, πληροφορίες και προσωπική μάθηση και έχουν βάλει τις βάσεις για βαθύτερες αλλαγές στην εκπαίδευση.

Οι πολίτες της κοινωνίας της πληροφορίας δεν χρειάζονται πια να βασίζονται στην απομνημόνευση γεγονότων και κανόνων αλλά πρέπει να αναπτύσσουν δεξιότητες που τους κάνουν ικανούς να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες, να τις κατανοούν και να τις αξιολογούν. Πρέπει επίσης να είναι ικανοί να μαθαίνουν από μόνοι τους και να προσαρμόζονται στις συνεχείς τεχνολογικές αλλαγές.

Τι συμβαίνει όμως στην ελληνική σχολική πραγματικότητα;

Γιατί όλα αυτά φαντάζουν μακρινά και ξένα ;

Φταίνε άραγε οι εκπαιδευτικοί μας και η κατάρτισή τους ;

Γιατί τα πορίσματα των επιστημονικών θεωριών δεν ενσωματώνονται στη σχολική πρακτική ώστε να καρπωθούμε τα οφέλη τους;

Η μάθηση απαιτεί την ενεργό και εποικοδομητική συμμετοχή του μαθητή.

Η κατάκτηση της γνώσης επιτυγχάνεται μέσω της ενεργούς συμμετοχής του μαθητή και την άμεση εμπλοκή και αλληλεπίδραση του με το γνωστικό αντικείμενο.

Ο μαθητής έχει ενεργό ρόλο στην μάθηση η οποία είναι βασισμένη στη προηγούμενη εμπειρία του.

Προτείνονται μεταξύ άλλων και τα παρακάτω:

Οργανώστε εκπαιδευτικές επισκέψεις σε μουσεία και τεχνολογικά πάρκα. Αφήστε τους μαθητές να αναλάβουν κάποιον έλεγχο της δικής τους μάθησης.

Αυτό σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός σε ορισμένες στιγμές πρέπει να αφήσει τον μαθητή να κάνει επιλογές για το τι πρέπει να μάθει και πώς να το μάθει.

Καλό ακούγεται και κανείς επαγγελματίας της εκπαίδευσης δεν θα είχε αντίρρηση για αυτά αν δεν εύρισκε μπροστά του κάποια εμπόδια. Ο προγραμματισμός σχολικών επισκέψεων απαιτεί ειδική άδεια από την διοίκηση και η διαδικασία είναι χρονοβόρα και γραφειοκρατική .Επίσης κοστίζει χρήματα και δεν πάντα αυτονόητο ότι υπάρχουν. Απ? την άλλη το να αφήσει ο εκπαιδευτικός τους μαθητές του να επιλέξουν για το τι πρέπει να μάθουν και πώς να το μάθουν προϋποθέτει ευελιξία στο αναλυτικό και στο ωρολόγιο πρόγραμμα που επίσης δεν είναι αυτονόητη. Τέλος η αξιολόγήσή του γίνεται με βαθμό επιτυχίας σε ότι προβλέπει το αναλυτικό πρόγραμμα και όχι μόνο το μέρος που επιλέγουν οι μαθητές. Αβίαστα λοιπόν προκύπτει ότι για να εφαρμόσει την παραπάνω αρχή ο εκπαιδευτικός στο σχολείο πρέπει να έχει την συναίνεση της κοινωνίας και της διοίκησης .

Κοινωνική αλληλεπίδραση

Η μάθηση είναι πρωτίστως μία κοινωνική δραστηριότητα και η συμμετοχή στην κοινωνική ζωή του σχολείου είναι βασική για να υπάρξει μάθηση. Κάθε μαθητής θεωρείται ξεχωριστή μονάδα μάθησης με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και με το δικό του τρόπο μάθησης. Το άτομο μαθαίνει αποτελεσματικότερα μέσα σε συνεργατικά περιβάλλοντα όπως των συμμαθητών, των δασκάλων, των γονέων.

Σύμφωνα με τον ψυχολόγο Lev Vygotsky, ο τρόπος με τον οποίο μαθαίνουν τα παιδιά είναι η εσωτερίκευση δραστηριοτήτων, συνηθειών λεξιλογίου και ιδεών των μελών της κοινότητας στην οποία μεγαλώνουν.

Μία σημαντική πλευρά της κοινωνικής μάθησης είναι η σύνδεση του σχολείου με την ευρύτερη κοινότητα. Μ” αυτό τον τρόπο διευρύνονται οι ευκαιρίες των μαθητών για κοινωνική συμμετοχή.

Όλα αυτά προϋποθέτουν ένα σχολείο ανοιχτό στη κοινωνία που μέσα από την αλληλεπίδρασή του χτίζει την μάθηση και αλλάζει τις στάσεις και τις απόψεις των μαθητών του. Βέβαια για να έχει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα πρέπει η κοινωνία να είναι ενεργή και να έχει κυρίαρχες αξίες που επιβραβεύουν την προσπάθεια για βελτίωση .

Τι γίνεται όμως στη δική μας κλειστή ατομικιστή κοινωνία;

Και αν η κοινωνική αλληλεπίδραση είναι φτωχή; Υπάρχουν μηχανισμοί διόρθωσης και τόνωσης της κοινωνικότητας σ? αυτή την περίπτωση;

Οι εκπαιδευτικοί μέσα από το παράδειγμα και την καθοδήγηση διδάσκουν στους μαθητές τους πως να συνεργάζονται μεταξύ τους.

Έχουν μάθει όμως αυτοί πρώτα τι σημαίνει συνεργασία ώστε να μπορούν να καθοδηγούν τους μαθητές τους;

Το σχολικό περιβάλλον είναι τέτοιο που να διευκολύνει τις συνεργασίες και να τιθασεύει τους ανταγωνισμούς;

Δραστηριότητες που έχουν νόημα

Οι άνθρωποι μαθαίνουν καλύτερα όταν συμμετέχουν σε δραστηριότητες που θεωρούν χρήσιμες για την πραγματική ζωή και έχουν σχέση με την κουλτούρα τους.

Πολύ σωστά, αλλά πώς θα γίνει αυτό με ένα και μοναδικό βιβλίο για όλους τους μαθητές της ελληνικής επικράτειας, είτε βρίσκονται στον κάμπο, είτε στο νησί, είτε στα ορεινά; Είναι άραγε εύκολη η αποδοχή της διαφορετικότητας από τους μαθητές όταν αυτή δεν έχει εμπεδωθεί στη κοινωνία;

Σύνδεση των νέων πληροφοριών με τις προϋπάρχουσες γνώσεις

Οι νέες γνώσεις δομούνται πάνω στη βάση των όσων καταλαβαίνουμε και πιστεύουμε. Η ενεργοποίηση της προϋπάρχουσας γνώσης δεν γίνεται εύκολα ούτε αυτόματα.

Συνήθως οι προϋπάρχουσες γνώσεις των μαθητών είναι ελλιπείς ή υπάρχουν εσφαλμένες ιδέες και καίριες παρανοήσεις. Οι εκπαιδευτικοί δεν αρκεί να γνωρίζουν ότι οι μαθητές ξέρουν κάτι για το θέμα που θα αναπτυχθεί. Πρέπει να διερευνήσουν τις προϋπάρχουσες γνώσεις των μαθητών σε βάθος, έτσι ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τις εσφαλμένες ιδέες και παρανοήσεις.

Για να γίνει αυτό απαιτείται άνεση χρόνου και περιορισμός της ύλης που διδάσκεται. Άρα αναθεώρηση των αναλυτικών προγραμμάτων και προσαρμογή τους σε μοντέλα εμβάθυνσης των φαινομένων που εξετάζονται. Αναλυτικό πρόγραμμα που θα έχει ως βάση τη σχολική μονάδα και θα επιδέχεται λειτουργικές και οργανωτικές αλλαγές σε συνεργασία με γονείς και άλλους κοινωνικούς εταίρους. Η τελευταία αναθεώρηση είναι προς αυτή την κατεύθυνση άλλα είναι δειλή και προσπαθεί να βάλει δυο καρπούζια στην ίδια μασχάλη.

Στόχος η κατανόηση κι όχι η απομνημόνευση.

Η οικοδόμηση της γνώσης είναι ο σκοπός της μάθησης. Ειδικότερα, οι άνθρωποι κατασκευάζουν τις δικές τους κατανοήσεις για τον κόσμο γύρω τους, μέσα από την εμπειρία και τον αναστοχασμό τους πάνω στις εμπειρίες αυτές. Είναι επομένως, ενεργοί δημιουργοί της γνώσης τους. Η μάθηση δεν είναι μια απλή μεταφορά γνώσεων από τον δάσκαλο στο μαθητή, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας προσωπικής οικοδόμησης της γνώσης, μέσα από τον συνδυασμό της νέας πληροφορίας με την προϋπάρχουσα γνώση του κάθε μαθητή και την προσαρμογή των νέων ιδεών και γνώσεων στις υπάρχουσες. Καθίσταται λοιπόν αναγκαία η επανεξέταση της εκπαιδευτικής κατάστασης, αλλά και ο επαναπροσδιορισμός των εκπαιδευτικών στόχων με τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη διδασκαλία στη μάθηση και την ενίσχυση της αυτονομίας της μάθησης.

Χρήση στρατηγικών

Διάθεση χρόνου για εξάσκηση.

Οι στρατηγικές είναι σημαντικές επειδή βοηθούν τους μαθητές να καταλάβουν και να λύσουν προβλήματα με τρόπους που είναι κατάλληλοι για την κάθε περίπτωση. Οι στρατηγικές μπορούν να βελτιώσουν τη μάθηση και να την κάνουν ταχύτερη.

Ασφαλώς και ο επαγγελματίας εκπαιδευτικός μπορεί και πρέπει να διδάσκει στρατηγικές αρκεί να του δίνεται ο χρόνος και η άνεση που χρειάζεται.

Υπάρχει όμως αυτή η άνεση στο ελληνικό σχολείο;

Όχι, βέβαια. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα προσανατολισμένο στη βαθμοθηρία στην απομνημόνευση πολλών και άχρηστων ξερών γνώσεων δεν έχει αυτή την άνεση. Ούτε φυσικά διαθέτει την πολυτέλεια να αφήνει χρόνο για εξάσκηση και σύνδεση της γνώσης με πραγματικές αυθεντικές καταστάσεις που βοηθούν στην στέρεη οικοδόμησή της. Είναι τόσο βαθιά ριζωμένο το δασκαλοκεντρικό σύστημα που διαπερνά όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες και παρατηρείται το παράδοξο οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι που διδάσκουν εποικοδομητισμό να το διδάσκουν με δασκαλοκεντρικές αρχές .

Ανάπτυξη της αυτορρύθμισης και του αναστοχασμού

Οι μαθητές πρέπει να ξέρουν πώς να σxεδιάζουν και να παρακολουθούν τη μάθησή τους, πώς να θέτουν τους δικούς τους μαθησιακούς στόχους και πώς να διορθώνουν τα λάθη τους.

Η αυτορρύθμιση βασίζεται στον αναστοχασμό στο βαθμό που το άτομο πρέπει να έχει επίγνωση των ιδεών και των στρατηγικών που χρησιμοποιεί. Οι στοχαστικές διαδικασίες μπορούν να αναπτυχθούν μέσα από τη συζήτηση, την επιχειρηματολογία και τις εκθέσεις όπου οι μαθητές ενθαρρύνονται να εκφράσουν τις απόψεις τους και να τις υπερασπίσουν.

Αυτό βέβαια γίνεται εφικτό όταν έχει εμπεδωθεί πνεύμα συνεργασίας και σεβασμού και λειτουργεί η ομάδα μέσα στην οποία ο μαθητής ανακαλύπτει την εικόνα του τις μαθησιακές του ανάγκες και τις αναγκαίες διορθώσεις που χρειάζονται για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Είναι σημαντικό να μάθουν οι μαθητές πώς να χρησιμοποιούν αυτές τις στρατηγικές με σιγουριά και από μόνοι τους και να μη βασίζονται στους δασκάλους τους για να τους δώσουν πάντοτε την απαραίτητη υποστήριξη. Οι εκπαιδευτικοί χρειάζεται να περιορίζουν σταδιακά τη βοήθειά τους και να επιτρέπουν στους μαθητές να αναλαμβάνουν περισσότερες ευθύνες για τη μάθησή τους.

Ο ρόλος του δασκάλου μετατοπίζεται από τη μεταφορά της γνώσης στη διευκόλυνση της μάθησης (οδηγεί, προσανατολίζει, συμμετέχει, βοηθά στον αναστοχασμό κ.λπ).

Αναδόμηση της προϋπάρχουσας γνώσης

Ορισμένες φορές η προϋπάρχουσα γνώση μπορεί να εμποδίσει την κατανόηση των νέων πληροφοριών και αυτό ισχύει συχνότερα στην εκμάθηση της φυσικής και των μαθηματικών. Στο χώρο των μαθηματικών, πολλά παιδιά κάνουν λάθη όταν χρησιμοποιούν κλάσματα, επειδή χρησιμοποιούν κανόνες που ισχύουν μόνο για τους φυσικούς αριθμούς. Με παρόμοιο τρόπο, στις φυσικές επιστήμες οι μαθητές διαμορφώνουν διάφορες παρανοήσεις. Οι παρανοήσεις δεν εμφανίζονται μόνο στα μικρότερα παιδιά. Υπάρχουν και στους μαθητές του γυμνασίου, του λυκείου, ακόμη και του πανεπιστημίου.

Μέσα από την γνωστική σύγκρουση επέρχεται η αναδόμηση της προϋπάρχουσας γνώσης.

Η δομή των νέων βιβλίων προσπαθεί να καταγράψει τις λανθασμένες αντιλήψεις των μαθητών κυρίως στις φυσικές επιστήμες και να προτείνει τρόπους αναδόμησης της γνώσης οδηγώντας τους μαθητές σε γνωστικά αδιέξοδα. Προτείνεται το πείραμα, η προσεκτική παρατήρηση, τα μοντέλα οι προσομοιώσεις κ.τ.λ. Στη περίπτωση αυτή οι δυνατότητες των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών είναι μεγάλες. Προκειμένου να αξιοποιήσουμε τις (Τ.Π.Ε.), θα πρέπει:

Οι εκπαιδευτικοί να έχουν πρόσβαση στη ψηφιακή τεχνολογία και στο διαδίκτυο, στις τάξεις τους, στα σχολεία αλλά και κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους. Να υπάρχει υψηλής ποιότητας διαθέσιμο ψηφιακό υλικό για τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να διαθέτουν τη γνώση και τις δεξιότητες για να χρησιμοποιήσουν τα νέα ψηφιακά εργαλεία προκειμένου να επιτυγχάνουν υψηλά ακαδημαϊκά πρότυπα.

Συμπέρασμα

Τι γίνεται όμως στη χώρα μας προς την κατεύθυνση αυτή; Τα λίγα και αποσπασματικά μέτρα που παίρνονται είναι ανεπαρκή και δεν φτάνουν στους τελικούς αποδέκτες που δεν είναι άλλοι από τους μαθητές μας.

Η εκπαίδευση πρέπει να υποστηρίζεται από εθνικές και περιφερειακές πολιτικές, μέσω της εξασφάλισης των απαραίτητων πόρων. Αυτές οι πολιτικές πρέπει να αφορούν στην αρχική και στη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση και να εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της εκπαιδευτικής πολιτικής.

Η διδασκαλία είναι μια επαγγελματική ιδιότητα που βασίζεται σε ανώτατη εκπαίδευση και συνεπώς θα πρέπει να υπάρξει έρευνα για την αρχική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αξιολογηθεί το επίπεδο σπουδών και αν αυτό ανταποκρίνεται στις ανάγκες του σχολείου του μέλλοντος που θα θέλαμε να έχουμε ως κοινωνία. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να υπάρξει συνεργασία μεταξύ των ιδρυμάτων παροχής αρχικής εκπαίδευσης με τους κοινωνικούς εταίρους.

Τα μέτρα στήριξης των εκπαιδευτικών για την επαγγελματική τους ανέλιξη και η εξασφάλιση της ποιότητας της εκπαίδευσης θα πρέπει να συνοδεύονται από ανάπτυξη πολιτικών που θα στηρίξουν τους εκπαιδευτικούς στα πλαίσια της δια βίου μάθησης . Οι άξονες αυτοί θα πρέπει να ενσωματωθούν στα αναλυτικά προγράμματα σπουδών και να ενταχθούν στην καθημερινή διδακτική πρακτική.

Η δια βίου μάθηση αποτελεί μοχλό για την επίτευξη της επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών.

Οι πολιτικές αυτές αφορούν στα παρακάτω:

Η αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού.

Η διατήρηση του ενδιαφέροντός του για το επάγγελμά του και τη δια βίου μάθηση.

Η βελτίωση της θέσης του στο εκπαιδευτικό σύστημα, τόσο για προσωπική του ικανοποίηση, όσο και για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα του έργου του.

Η αλλαγή του ρόλου του στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Βιβλιογραφία

Βοσνιάδου, Σ. (2006). Σχεδιάζοντας Περιβάλλοντα Μάθησης Υποστηριζόμενα από τις Σύγχρονες Τεχνολογίες, Gutenberg.

Κολιάδης, Ε. (2002). Θεωρίες Μάθησης και Εκπαιδευτική Πράξη, κοινωνικογνωστικές προσεγγίσεις, Αθήνα.

Ματθαίου, Δ. (2000). Παγκοσμιοποίηση, κοινωνία της γνώσης και διά βίου εκπαίδευση. Οι νέες ορίζουσες του εκπαιδευτικού έργου. Νέα Παιδεία, τχ.93, σσ.13-26.

Μπουζάκης, Σ. (2000). Σύγχρονα παιδαγωγικά και εκπαιδευτικά προβλήματα. Εκδ. Gutenberg, Αθήνα.

Ράπτης Α. και Ράπτη Α. (1999α), Πληροφορική και Εκπαίδευση. Συνολική Προσέγγιση, Αθήνα.

Μακράκης B., & Κοντογιαννοπούλου – Πολυδωρίδη Γ. (1995). Υπολογιστές στην εκπαίδευση: μια κριτική επισκόπηση στο διεθνή χώρο και στην Ελλάδα. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Σχολιάστε