Ωσεί χόρτος εξηράνθης

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ· Νέο Πρόγραμμα Σπουδών. Θ.Ε. 3. ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ. 3.3. Ενότητα

Σχετική εικόνα

3.3. ΕΝΟΤΗΤΑ

Τα σκεπτόμενα καπέλα του EDWARD DE BONO. Ο αγώνας για ενότητα των ανθρώπων είναι εύκολη υπόθεση;

Διασχίζοντας το χρόνο… απέναντι στη διάρκεια…

Αλυτρωτική καλογερική

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε φύγει από την εξέδρα όταν το μικρόφωνο πέρασε στη δικαιοδοσία του Μεθόδιου, ηγούμενου της Μονής Εσφιγμένου. Αν ο συνθέτης άκουσε στην τηλεόραση όσα διαλυτικά της λογικής είπε ο μοναχός, δεν το ξέρω, δεν το θεωρώ πάντως πιθανό. Άκουσε μήπως τούτες τις μέρες όσους φίλους του τον παρακάλεσαν δημόσια να μην εκτεθεί και να μην εκθέσει τον τόπο και όσους αθώους ζουν πάνω του στον ιό του εθνικισμού, νομιμοποιώντας με την παρουσία του την κάθε λογής ακροδεξιά; Άκουσε όσους του θύμισαν όσα εντελώς διαφορετικά έλεγε και έπραττε σε σχέση με την ΠΓΔΜ λίγα χρόνια νωρίτερα;

Μάλλον δεν τον άκουσε τον ασυγκράτητο, παροξυσμικό καλογερικό αλυτρωτισμό ο κ. Θεοδωράκης. Τον άκουσαν όμως πάμπολλοι άνθρωποι, στο Σύνταγμα ή από τα κανάλια. Ο Μεθόδιος λοιπόν, που με το χριστουγεννιάτικο μήνυμά του μας πληροφόρησε ότι «Κάνανε την Ελλάδα πόρνη της Ευρώπης» και μας προειδοποίησε για «επερχόμενη δικτατορία των Εβραίων που παρόμοια δεν θα έχει ξαναϋπάρξει», είπε και ελάλησε: «Όχι μόνο δεν δίνουμε το όνομα της Μακεδονίας αλλά απαιτούμε και όλες τις χαμένες πατρίδες μας, τις αλύτρωτες πατρίδες μας. Απαιτούμε όλον τον Πόντο, τη Μικρασία, τη Σόφια, το Μοναστήριον, τη Γευγελή. Απαιτούμε όλα αυτά που μας πήρανε. Και τα απαιτούμε γιατί είναι ελληνικά και δεν έχει το δικαίωμα κανένας να τα αφαιρέσει από την Ελλάδα. Και το τελευταίο που απαιτούμε. Πρέπει όλοι μας να ορκιστούμε. Απαιτούμε την Αγία Σοφία μας».

Χαρακτήρισα λίγο πριν ασυγκράτητο τον αλυτρωτισμό του Μεθόδιου, που γινόταν δεκτός με χειροκροτήματα και μπράβο από όσους βρίσκονταν στην πλατεία. Λάθος. Συγκρατημένος ήταν. Ολιγαρκής. Ούτε τη Μεγάλη Ελλάδα απαίτησε ούτε τη Βόρεια Ήπειρο, τις δεκάδες Αλεξάνδρειες, τη γαλλική Νίκαια, τα μέρη των Καλάς. Ούτε βέβαια την Επαρχία Γιουνάν της Κίνας, τι επαρχία δηλαδή, διακόσια εκατομμύρια άνθρωποι, ελληνογενείς. Αλλά εφόσον «απαιτούμε τη Σόφια», γιατί όχι και τα Γαυγάμηλα; την Κυρηναϊκή; λίγη Ινδία;

Κάποιος θα τον ενημέρωσε τον κ. Θεοδωράκη, έστω εκ των υστέρων, για τον Μεθοδικό αλυτρωτισμό, που δεν διακηρύχθηκε από λαθρόβιο κανάλι αλλά στο Σύνταγμα, μπροστά σε χιλιάδες κόσμο, μια ανάσα από τη Βουλή των «προδοτών». Έστω και τώρα, ας βρει δυο λέξεις να διαχωρίσει τη θέση του. Κι ας συζητήσει συγγνώμη (από τον εαυτό του έστω) που, αγέρωχα εγωλάτρης, δεν μερίμνησε να εξακριβώσει ποιοι θα τον ακολουθούσαν στο βήμα «του πατριωτισμού που δεν είναι εθνικισμός».

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ Β΄ ΛΥΚΕΙΟΥ· Θ. Ε. 2. ΘΡΗΣΚΕΙΑ. 2.3. Παράδοση

Αποτέλεσμα εικόνας για Παράδοση

2. 3. Παράδοση

Μετάνοια: δώρημα Θεού

«Δίχα γαρ της κατά μετάνοιαν οδού άλλη τρίβος επαναγάγουσα εις σωτηρίaν ου πέφυκεν», Άγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας, πνευματικός διδάσκαλος του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά· PG 143, 384C.

Αποτέλεσμα εικόνας για παραβολή του ασώτου

Χείρ Φωτίου Κόντογλου

Θεολογικός λόγος, εθνική υπόσταση, κοινωνικός ιστός

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ / Θεολόγος Καθηγητής

Εθνικιστικές αντιλήψεις, φασιστικός κοινωνικός λόγος και φοβικές δοξασίες ήρθαν για να μείνουν αρκετά. Μεγάλη είναι η αδυναμία μέρους του εκκλησιαστικού σώματος να λειτουργήσει πέρα από τα συνήθη όρια του «πάω στην Εκκλησία και ανάβω το κερί μου». Να λειτουργήσει εκκλησιαστικά στα φλέγοντα θέματα της καθημερινότητάς του, ως μέλος κοινωνίας και έθνους.

Σε συζητήσεις, διαδικτυακές αψιμαχίες και καθημερινές γνωριμίες συναντάς και διθυράμβους, αλλά και λιβέλους από ανθρώπους που συνήθως συναντιούνται κάτω από τον ίδιο τρούλο με τον Παντοκράτορα να ευλογεί. Μπορεί να είναι ο παπάς και ο καντηλανάφτης της ίδιας ενορίας, ο κατηχητής και ο θεολόγος του σχολείου, η κυρία που σταυροκοπιέται συνεχώς και ο ψάλτης που επιδεικνύει τα τεριρέμ.

Προφανώς και θα έπρεπε η θεολογία να μάς έχει εμποτίσει πριν από τα γεγονότα. Προφανώς και κατόπιν εορτής θα έπρεπε να μάς είχε συνεφέρει. Προφανώς και η βία, το εθνικιστικό μίσος, οι κοινωνικοί αποκλεισμοί και τα πάσης φύσεως φοβικά σύνδρομα καταδικάζονται δημοκρατικά, λογικά και θεολογικά. Αυτό όμως που διαπιστώνω με έκπληξή μου είναι κάτι εξίσου επικίνδυνο. Και εξηγούμαι:

Στη ρηχή, επικίνδυνη και αθεολόγητη συνθηματολογία «να πετάξουμε όλους τους ξένους έξω από την Ελλάδα» και «να τσακίσουμε τους εχθρούς του έθνους», οι έχοντες αντίθετο σκεπτικό επικαλούνται χωρία που δείχνουν την ενότητα όλης της κτίσης στο Ευαγγέλιο του Χριστού, την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων της εποχής τους από Πατέρες της Εκκλησίας, τη νέα πραγματικότητα που ευαγγελίζεται ο ερχομός του Θεού της Αγάπης. Κι ως εδώ άριστα και εννοείται ότι όλοι μας, πιστοί και άπιστοι, υπερθεματίζουμε, συμφωνούμε και προβάλλουμε τα χρυσά κοσμήματα της Εκκλησίας έναντι του κατακλυσμού της λάσπης και του γκρίζου της εποχής μας.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν χρησιμοποιείται η θεολογία της Εκκλησίας για ανεφάρμοστες και λυρικές εκθεσούλες ιδεών. Μια σειρά από «ενοχλητικά» ερωτήματα μάλλον θα φωτίσει το εύρος του προβληματισμού.

Καταδικαστέος ο εθνικισμός και το μίσος για τους μη Έλληνες. Σίγουρα, ο διαχωρισμός της υφηλίου σε έθνη και κράτη, η δημιουργία στρατών, η ύπαρξη και τιμή της εθνικής σημαίας είναι σχήματα του αιώνος τούτου που θα παρέλθουν στη Βασιλεία των Ουρανών. Αυτό σημαίνει αυτομάτως ότι όποιος τιμά την ελληνική σημαία και συγκινείται στη θέα της και στο άκουσμα του εθνικού ύμνου παραβαίνει τα ευαγγελικά λόγια ότι ο Χριστός ήρθε στον κόσμο για να γίνουν όλοι ένα; Όποιος αγωνίζεται για την προάσπιση των εθνικών συνόρων είναι πιο μακριά από το πρότυπο του Χριστιανού σε σχέση με αυτόν που αγωνίζεται για τη συνεκμετάλλευση του Αιγαίου με τους Τούρκους; Η ορθότατη λογική ότι η ορθόδοξη πίστη είναι πάνω από σύνορα, έθνη και κράτη επιβάλλει την ταυτόχρονη διάλυση της εθνικής συνείδησης και ιστορικής μνήμης και της κρατικής υπόστασης των λαών, αρχής γενομένης από τον ελληνικό;

Γιατί άραγε τα παλιά μοναστήρια, παράλληλα με τη θεολογία της αποδοχής του άλλου, είχαν και πύργους και οχυρωματικά έργα εναντίον κουρσάρων και ληστών; Μήπως είναι τουλάχιστον υποκριτικό και ανήθικο να έχεις συναγερμό στο σπίτι και στο αυτοκίνητο και να επικαλείσαι τους αγίους που τα έδιναν όλα ακόμη και για τους ληστές, απλά και μόνο για να επιπλήξεις τον αγανακτισμένο που του άνοιξαν το μαγαζί και του κλέψανε το σπίτι; Εν κατακλείδι, μήπως είναι απαράδεκτο να χρησιμοποιούμε κατά το δοκούν τη θεολογία της Εκκλησίας για να καταδείξουμε όλους τους άλλους ως αμαρτωλούς και ως χαμηλού επιπέδου και για τη δημιουργία απλώς και μόνο ενός δικού μας «φιλανθρώπου» (πλην όμως κενού) image making;

Εάν τα γράφω αυτά είναι επειδή από μικρό παιδί έχω χορτάσει από θεολογικές ωραιολογίες. Εάν η ορθόδοξη θεολογία δεν έχει να πει στο σύγχρονο άνθρωπο και πέντε πρακτικές και εφαρμόσιμες κουβέντες, τότε είναι για τα αραχνιασμένα σεντούκια του ακαδημαϊσμού. Καλό κατευόδιο.

ΠΗΓΗ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΤΑΞΙΕΣ

Με αφορμή την συμμετοχή της Εκκλησίας στο αυριανό συλλαλητήριο για την ελληνικότητα της Μακεδονίας, επίκαιρος ο λόγος του αξέχαστου Μάνου Χατζηδάκη

Τόξου… τροχιά…

Και τώρα δάσκαλε τί κάνεις; Με αφορμή ένα κείμενο του Μίλτου Κουντουρά

Της ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΠΙΣΤΟΛΕΛΗ / Τεχνολόγου Γεωπόνων / Σπουδάστριας ΕΠΠΑΙΚ της ΑΣΠΑΙΤΕ Βορείου Αιγαίου

«Μίσησε τα βιβλία δεν έχουν κανένα σκοπό αφού είναι ακατανόητα, έγιναν για να ουριαίνουν το μυαλό μας.

Μίσησε το δάσκαλο το στεγνό πρόσωπο του δείχνει πως κι αυτός μας μισεί.

Μίσησε το Κράτος και τους νόμου του έγιναν πάντα για να μας βλάφτουν και ποτέ για να μας ωφελούν.

Μίσησε τα γράμματα και τη σοφία όσοι τα έμαθαν έγιναν δυστυχισμένοι παράδειγμα οι δάσκαλοί μας.

Λέγε ψέματα για να μην τρως ξύλο.

Κλέβε αν θέλεις να γίνεις πλούσιος.

Σβήσε την ψυχή σου και μην αφήσεις να γεννηθούν μέσα της ιδανικά αλλιώς θα γίνεις ο περίγελος του κόσμου».

ΜΙΛΤΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑΣ, Κλείστε τα Σχολειά. Άρθρα στην Καμπάνα, Εισαγωγή – Επιμέλεια Αριστείδης Καλάργαλης, (2001), Συμβολή στη Λεσβιακή Γραμματεία, τ. Β΄, Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη, σ. 36.

Αποτέλεσμα εικόνας για Μίλτος Κουντουράς

Και «μίσησα!»

«Μίσησα» τα βιβλία περιμένοντας να ‘ρθει εκείνη η ώρα, μιας χρονιάς ολόκληρης η ανυπομονησία, για εκείνο το ένα το πρωινό, εκείνο του τελευταίου μαθήματος της εξεταστικής, που σαν λυσσασμένοι λύκοι που προφυλάγουν τα μικρά τους από τα θεριά, με μανία ξεσκίζαμε τη σάρκα, που ζωή καθώς λέγανε πολλοί είχε μέσα του είτε Αρχαία είτε Νέα Ελληνικά.

«Μίσησα» το δάσκαλο εκείνον, που το πρωί θα φανέρωνε της ψυχής του τα κρυμμένα, με μνησικακία στο βλέμμα του, να περνά η ώρα, κι εμένα μόνο κρύος ιδρώτας να με λούζει και εκείνον να χαμογελά ειρωνικά.

«Μίσησα» το κράτος για όλα του τα καμώματα, όχι γιατί ήθελα να ‘χω άποψη, μα γιατί οι μεγάλοι και έμπειροι της ζωής μουρμούριζαν όλη μέρα, πως το φταίξιμο το ‘χει αυτός, αυτός που κυβερνά.

«Μίσησα» τη στιγμή που το μέλλον μου έβλεπα να ‘ρχεται με φόρα να με βρει, αντικρίζοντας το δάσκαλό μου να έχει πάντα το ίδιο ύφος για να με παραμορφώνει κι από χαρά που ένιωθα σαν παιδί να με στέλνει σε πρόωρο γήρας, με το μυαλό μου να γεμίζει με εκείνη τη γνώση, που σαν δηλητήριο να καίει το μέσα μου, τη σοφία που ‘χαν κι αυτοί… Και είπα ψέματα για να μην με μαυρίσουν, έκλεψα για να κερδίσω την πρωτιά… Μεγάλωσα λίγο πιο μετά, μεγάλωσα και είδα μόνο λίγα, και κατάλαβα λιγότερα, μα ήταν αρκετά για να κατανοήσω τους ανθρώπους που γεννήθηκαν με τούτο τον ένα τον σκοπό στη ζωή τους. Βρήκα το θάρρος να αναλογιστώ τι καμώματα έκανα όλο εκείνο τον καιρό και για ποιόν; Γιατί μια παιδική ψυχή λύνει και δένει, φτιάχνει και γκρεμίζει, ακούει και αρνείται. Κι εγώ, που λέτε, είχα τρόπο να απορροφήσω της μέρας τη γνώση και με έπαρση να βγαίνω μπροστά, γιατί δημιουργούσα δύναμη μαγική μέσα μου. Αυτό έβλεπαν κάποιοι και έβαζαν φιτιλιές. Μα εγώ είδα πως όλα τα όνειρα του κόσμου μπορώ να τα κάνω με εκείνα τα βιβλία για σπαθί μου.

Είδα κι άλλον δάσκαλό μου να αναζητά ελπίδα στα βλέμματά μας και μια ανάγκη για να βγω μπροστά για να με καμαρώσει. Είδα, όμως, και το κράτος που εγώ το ‘φτιαξα έτσι για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο, είδα πως σοφία υπάρχει μέσα σε ένα βλέμμα και σε μία κίνηση, ένα άγγιγμα στον ώμο και πως τώρα ήταν η ευκαιρία να κερδίσω λίγο ακόμη τη φορά δαύτη, είδα την αλήθεια αλλά και την αμαρτία που ξερίζωνε την αλήθεια της πρωτιάς από τους άλλους. Μα δεν χάθηκα και δεν έχασα!

«Μίσησα» την ευκολία. Ήταν βλέπετε η λύση εκείνη που θα μου έλυνε τα χέρια και θα με έκανε θεριό στη κοινωνία τούτη. Μα δεν χάθηκα και δεν έχασα. Βλέπετε, πρόλαβα να ανοίξω τα μάτια μου σε τούτο δω τον κόσμο, ή καλύτερα βρέθηκε εκεί μέσα στο χάος του πληκτικού κοινού ένας ψηλός δάσκαλος, με ένταση στα μάτια και τα λόγια του. Κάθε του κουβέντα γινόταν πρόταση μου, κάθε του λέξη συμπλήρωνε τη σκέψη μου. Έτσι φάνταζε εκείνος ο δάσκαλός μου. Υπέρλαμπρος! Αυτός κατάφερε να με πάρει σαν από δική του χαρά από το χέρι και να μου δείξει το πάθος της μάθησης. Μου έδωσε ένα μολύβι μια μέρα για να ζωγραφίσω, για όσο προλαβαίνω τον δρόμο μου. Κι όταν τον ρώτησα γιατί το μολύβι είναι τόσο φαγωμένο, θυμίζοντάς του πως τα όνειρα μου είναι μεγάλα, απλά χαμογέλασε και με αγάπη μου ‘πε πως όσο η φλόγα μέσα μου καίει, δεν θα πάψω ποτέ να ζωγραφίζω με ομορφιά το δρόμο μου. Δείχνοντας σε εμένα και τον δικό του.

Ποιος να τολμήσει να πει πως στα σχολειά μας δεν έχουμε άξιους. Άξιους ανθρώπους και άξιους δασκάλους; Ποιος να τολμήσει να ισοπεδώσει ότι κάτι γύρω του ανθίζει και δίνει πνοή; Μέσα σε αυτά τα κτίσματα τα ψηλά, τα σχολειά μας, με την μονότονη διαρρύθμιση, στεγάζονται όνειρα και σχέδια αιώνων, βρίσκονται μπουσουλώντας οι ανάγκες της μετατροπής και της εξέλιξης, και για μάνα τους έχουν δασκάλους με σοφία στην αγκαλιά τους. Κάποτε φόβος ήταν οι βέργες, που με πάθος έσκαγαν στα κορμιά των μαθητών. Σήμερα που ακρωτηριάστηκαν τα χέρια όλων αυτών των δολοφόνων ψυχών και σωμάτων, γιατί αποκοιμήθηκε η θέληση των πατεράδων του σχολείου;

Παντού υπάρχουν λογιώ λογιώ καλοθελητές. Μα εσύ δάσκαλε γιατί χάνεσαι μέσα στο πέρας της μέρας σου; Περνάν τα χρόνια και βουλιάζεις στο κρεβάτι, μετά στο αμάξι, φτάνεις στην τάξη βουλιάζοντας στην καρέκλα σου, και πάλι πίσω στο αμάξι για να φτάσεις με όσο κουράγιο σου έμεινε στο κρεβάτι σου απ’ όπου και ξεκίνησες.  Δεν βλέπεις τι σου κάνουν; Δεν βλέπεις τους μαθητές σου, που σαν παράσιτα της γνώσεις στέκουν δίπλα σου και σαν καλάμια ορθά καρφωμένα καταπίνουν όλα όσα τους φυτεύεις στο μυαλό; Ξύπνα δάσκαλε γιατί τα κλείνουν τα σχολειά μας, ξύπνα γιατί χάνονται τα όνειρά μας, ξύπνα να μου μάθεις την Παιδεία, ξύπνα γιατί δίχως αγωγή και μάθηση δεν έχουμε εκπαίδευση, ξύπνα γιατί … απλά ξύπνα!

Μέσα από τα λόγια του ΔΑΣΚΑΛΟΥ Μίλτου Κουντουρά αναπόλησα τα παιδικά – εφηβικά μου χρόνια, με όλους εκείνους τους κομπάρσους αλλά και με αυτούς που βγήκαν για να κάνουν την παράσταση δική τους. Δεν βρίσκω το κουράγιο για να δω τα σχολειά  μας στην αναγέννηση τους. Ίσως σε διαδικασία ταρίχευσης να βρίσκονται για πολλά χρόνια, όσα χρόνια  θα κάνουν τα ξυπνητήρια να χτυπήσουν και τα βαθιά κρεβάτια να αποκολλήσουν τα κορμιά των νεκρών – ζωντανών αυτών δασκάλων που ορίζουν τη στιγμή και σχεδιάζουν το μέλλον, που ποτέ δεν θα μάθουν πως κατέστρεψαν.

Επόμενη σελίδα: »