Όμιλος Λογοτεχνίας

Η Νατάσα Κεσμέτη στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 27 Μαρτίου

Την Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013, στη Βιβλιοθήκη του σχολείου, και ώρα 2,15΄ μ.μ., η Λογοτεχνική Συντροφιά, στο πλαίσιο του θεματικού κύκλου «Νεανικές Ηλικίες στη Λογοτεχνία», θα υποδεχτεί τη συγγραφέα Νατάσα Κεσμέτη. Οι Συναντήσεις του Ομίλου Λογοτεχνίας υπενθυμίζεται ότι είναι ανοιχτές σε κάθε ενδιαφερόμενο.

Με τον Κωστή Παπαγιώργη στην Ταβέρνα του Οικονόμου

Η συνάντηση της Τετάρτης 20 Μαρτίου 2013, όλως εκτάκτως, έγινε στην ταβέρνα του Οικονόμου στα Άνω Πετράλωνα. Η Λογοτεχνική Συντροφιά συνάντησε εκεί τον Κωστή Παπαγιώργη, παρέα με τον φίλο του συγγραφέα Γιάννη Αστερή, στο πλαίσιο του θεματικού κύκλου «Νεανικές Ηλικίες στη Λογοτεχνία», αλλά μίλησαν ελάχιστα γι’ αυτό. Η ευχάριστη συζήτηση πέρασε από ποικίλα θέματα που σημειώνουν την παρουσία τους στα γραπτά του προσκεκλημένου μας και στη σύγχρονη ζωή. Ας σημειωθεί πως αυτή ήταν η πρώτη δημόσια εμφάνιση του συγγραφέα, και το σχολείο μας τον ευχαριστεί για την παραχώρηση.

Κωστής Παπαγιώργης: Εργο-βιογραφία

Πλακέτα

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Γιώργο Μαρκόπουλο στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»

Γράφει: η Μυρτώ Χαρβαλιά

Τη μουλιασμένη αυτή Τετάρτη επισκέφτηκε το σχολείο μας ο Γιώργος Μαρκόπουλος. Παρά την καταρρακτώδη βροχή, κατέφθασε κεφάτος· η πλειοψηφία, ωστόσο, των μελών του προγράμματος δεν είχαν καταφέρει να εμφανιστούν. Η πρόταση της αναβολής δεν ακούστηκε καλά στα αφτιά μας. Ήρθε, δεν άξιζε τουλάχιστον να τον δούμε;

Χωρίς να φέρει αντιρρήσεις ο ποιητής ήρθε στη Βιβλιοθήκη συνοδευόμενος από ορισμένους καθηγητές και χαιρέτισε κάθε παιδί με ένα φιλί στην κορυφή του κεφαλιού. Ολοκληρώνοντας τον ασυνήθιστο χαιρετισμό του, πρόσθεσε:

«Το φιλί στα μαλλιά είναι ευχή.»

Αφού πρώτα έκανε γενικές ερωτήσεις σχετικά με το σχολείο (προέκυψε ασυνήθης γενική ικανοποίηση από τα σχετικά βιώματα), μας ρώτησε ποιοι είναι οι ποιητές που διαβάζουμε ή θαυμάζουμε περισσότερο. Ακούστηκαν διαφορετικές απόψεις, μεταξύ των οποίων και ο Καρυωτάκης. Ανέφερε την πληροφορία που είχε πρόσφατα διαβάσει σε εφημερίδα, ότι σήμερα, και με προβάδισμα πολύ μεγάλο έναντι άλλων, πιο δημοφιλής ποιητής μεταξύ των νέων φέρεται ο Κώστας Καρυωτάκης.

«Πολύ λογικό, για τις μέρες που ζούμε…» , παρατηρήθηκε.

Και:

«Εάν δεν είχαμε αυτόν “αρχηγό” σε μια τέτοια εποχή, ποιόν θα είχαμε;» (γέλια).

Η συζήτηση προχώρησε, συνειρμικά σχεδόν, στη μουσική. Το αγαπημένο του είδος;

«Όλα τα είδη! Αλλά στο καθένα ό,τι καλύτερο.»

Στη συνέχεια, με πολλή ευχαρίστηση πήρε την ανθολογία του «Ποιήματα που αγαπήσαμε» και μας διάβασε στη σειρά κάποια ποιήματα, ποιητών της δικής μας προτιμήσεως:

Το «Ιερεύς του Σεραπίου» του Καβάφη, πρώτα-πρώτα.

«Βρίσκω απότομο το τέλος του», είπε. «Αλλά εγώ το συμπαθώ για τους πρώτους του στίχους με τη βαθιά τους ανθρωπιά.»

Έπειτα, τη «Μπαλάντα στους Άδοξους Ποιητές των Αιώνων» του Καρυωτάκη.

Έπειτα, τους «Τρεις Εραστές» και τη «Λησμονημένη» του Σαχτούρη.

«Κακώς έχει παραμεριστεί, καθώς παρατηρώ, από τις προτιμήσεις των νεότερων η Λησμονημένη”», σχολίασε ολοκληρώνοντας την ανάγνωση. «Δε λέω πως είναι κατώτερα αυτά που ακούγονται περισσότερο σήμερα από τα ποιήματα του Σαχτούρη, αλλά η συλλογή αυτή, με τον ρεαλισμό της, είναι θαυμάσια.»

Κι έκλεισε την εκπληκτική του ανάγνωση με το «Χαμηλοφώνως» του Δημήτρη Παπαδίτσα –τον οποίο εγκωμίασε με μεγάλη θέρμη–, που αποτέλεσε ουσιαστικά μια μικρή αφιέρωση σε όλους όσοι παρευρίσκονταν.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο τρόπος που διαβάζει ποίηση ο κ. Μαρκόπουλος είναι καθηλωτικός. Αυτό ώθησε μάλιστα μιαν από τις ευαίσθητες του προγράμματος να του ζητήσει να διαβάσει τη δική του «Μπάντα», που είχε μοιραστεί σε κάρτες. Όταν, όμως, σχολιάσαμε ενθουσιασμένοι το ταλέντο του αυτό να διαβάζει, εκείνος έσπευσε να αποκρούσει τη φιλοφρόνηση:

«Το λέτε από συμπάθεια. Στη ζωή κέρδισα λόγω συμπαθείας.»

«Να διαβάζετε ποιητές», μας παρότρυνε όταν σοβαρέψαμε (γιατί ακολούθησε νέο κύμα ευθυμίας), «και ιδίως Έλληνες.»

Ανέφερε διάφορα ονόματα, μεταξύ των οποίων και του Σολωμού. Εκεί στάθηκε, κι έσπευσε να εξηγήσει την προτίμησή του για εκείνον:

«Ο Σολωμός είναι μια βρυσούλα που τρέχει αδιάκοπα.»

Ομολόγησε πως αναγνωρίζει και τον Κάλβο, αλλά δεν τον νιώθει το ίδιο οικείο.

«Ακόμα και η ποίηση μετά το 2000, ενώ οι εποχές πάνε κατά διαόλου, είναι καλή.»

«Τι διαφορά βλέπετε ως προς το παρελθόν;» τον ρωτήσαμε.

«Περίμενα ότι η τεχνοκρατικότητα θα δρούσε αρνητικά.»

Παραδέχτηκε ότι η γενιά του βρήκε πολύ γόνιμο κλίμα για γράψιμο.

Ρωτήθηκε:

«Η Γενιά του ’70 αντιμετώπισε πρόβλημα υποδοχής;»

«Όχι. “Είχε αστέρι”, όπως λέμε. Φιλονεϊσμό βρήκαμε, ιδίως από ολόκληρη την Α΄ Μεταπολεμική Γενιά, αλλά και από μερικούς παλιότερους. Ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος φέρθηκαν προστατευτικά προς ορισμένους από τους νεότερους. Κι ο Σεφέρης λίγο, όσο πρόλαβε. Μεγάλωσαν όμως· ήταν ήδη μεγάλοι οι εκπρόσωποι της Γενιάς του Τριάντα όταν εμφανιστήκαμε εμείς. Η Β΄ Μεταπολεμική Γενιά, πάλι, κόπηκε στη μέση από τη δικτατορία. Ήταν άλλωστε σχετικά νέοι τότε κι αυτοί.»

«Κι από πλευράς αναγνωστικού κοινού;»

«Και το κοινό μάς αγκάλιασε. Η γραφή μας ήταν πιο εξωστρεφής και είχαμε κοινά ενδιαφέροντα: μας ένωνε η επαναστατικότητα. Διαβάζαμε μπίτνινγκς (Φερλινγκέτι, Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ), βλέπαμε στο σινεμά Γκοντάρ, Μπέργκμαν, ιταλικό νεορεαλισμό (είχα δει τα πάντα), ακούγαμε μουσική αμφισβήτησης, διαμαρτυρίας… (Ακούστε, εσείς οι νεότεροι, τον Tim Buckley…) Ο Γαλλικός Μάης, ο Τσε ήταν κοινής αποδοχής σύμβολα.»

«Και σε σχέση με τους μετέπειτα;»

«Ήταν μια ευχάριστη συνέχεια. Το καλό δεν χάνεται ποτέ στον κόσμο. Έτσι, κι ο κόσμος δεν σταμάτησε στη γενιά μας.»

Πάνω σ’ αυτό εκδήλωσε την αντιπάθειά του προς όσους δείχνουν μισονεϊσμό:

«Καμιά φορά στο τρένο μερικοί ηλικιωμένοι διαμαρτύρονται φωναχτά εναντίον των νέων και μου ρίχνουν και καμιά ματιά για να αποσπάσουν τη συγκατάθεσή μου, επειδή με βλέπουν κι εμένα συνομήλικό τους. Ρίχνω τότε εγώ κάτω τη μουράκλα μου και τους χαλάω κάθε διάθεση. Έχω κι αυτό τον ορισμό για τη λέξη “φασίστας”: Φασίστας είναι εκείνος που νομίζει ότι ο κόσμος σταματάει με τη γενιά του.»

Έπειτα ο νους του έτρεξε στο βίωμα της νεότητας, που δύσκολα ξεπερνιέται. Θυμήθηκε τους στίχους ενός τραγουδιού του Σαρλ Αζναβούρ που του είχε γνωρίσει ο επιστήθιος φίλος του Γιάννης Βαρβέρης. Περιέγραφε τις ζοφερές συνθήκες που είχε ζήσει η γενιά του, αλλά κάθε τόσο αντιπαρέθετε τη διαπίστωση: «Υπήρχε η νεότητα!» Βέβαια, το τραγούδι δεν το έλεγε έτσι· όντας γραμμένο στα γαλλικά, ο φίλος του μπόρεσε και έδωσε μια πιο ποιητική ερμηνεία. Όπως έμαθε μετά από λίγο καιρό από έναν νεαρό σερβιτόρο, κανονικά χρησιμοποιούνταν μια πιο κοινή έκφραση: «Ήμασταν εικοσάρηδες.» Ο ευαίσθητος φίλος, όμως, είχε αποδώσει έτσι, επί της ουσίας, τον στίχο.

«Έτσι είναι ο καλός στίχος», αναλογίστηκε· «πέφτει σαν το διφραγκάκι στο τζουκ-μποξ.»

Έπειτα, ζητήθηκε να διαβάσει την επιλογή από το «Μετά των αγίων» («Κρυφός Κυνηγός», 2010), που είχε επίσης μοιραστεί με τις κάρτες μεταξύ μας.

«Αυτά δεν είναι ποιήματά μου», πρόλαβε, πριν ξεκινήσει. «Είναι ποιήματα που έγραψε η ζωή κι εγώ τα αποτύπωσα.»

Μετὰ τῶν ἁγίων

— Τὸ παιδὶ ποὺ σοῦ ἀναγγέλλει τὴ ζημιὰ τραγουδώντας, γιὰ νὰ ἁπαλύνει ἔτσι τὸ μέγεθος καὶ τὴ σημασία της.

— Τὸ κορίτσι ποὺ κάθε βράδυ, γυρνώντας κάπως ἀργοπορημένο ἀπὸ τὸν ἐραστή του, τοὺς ἔβρισκε ὅλους νὰ κοιμοῦνται στὸ σπίτι, ἐπίτηδες, γιὰ νὰ ἐπιτείνουν τὶς ἐνοχές του. […]

— Τὰ ἀμάλλιαγα πουλάκια ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὴ φωλιὰ καί, καθὼς τὰ πιάνεις στὰ χέρια, σοῦ ἀφήνουν μιὰ αἴσθηση σὰν νὰ κλείνεις μάτια νε κροῦ. […]

— Ὁ ληστὴς ποὺ σκοτώνει τὴ γριὰ μετανιώνει καὶ ἀφήνει ὡς ἐκ τούτου τὰ λεφτὰ στὴν ψωμιέρα, ὥστε ἔτσι γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο ἡ ματαιότητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου νὰ λάμψει. […]

— Ἡ πυροσβεστικὴ ποὺ βλέποντάς την τὰ παιδιὰ θαυμάζουν τὸ νίκελ, τὸ καμπανάκι, τὸ ὑπέροχο κόκκινο καὶ τὸ μυαλό τους μᾶλλον ποτὲ δὲν πάει στὴ μαυρίλα τῆς πυρκαγιᾶς.

— Οἱ πρόχειροι σταυροὶ στὴ νότια πτέρυγα τῶν ἐξ ἐπανεκταφῆς θαμμένων τοῦ κοιμητηρίου, στοιβαγμένοι ὅλοι μαζὶ μετὰ τὸ νυχτερινὸ μπουρίνι, ἔτσι ποὺ νὰ μὴν μπορεῖς πιὰ νὰ διακρίνεις ποιός εἶναι ὁ τάφος τοῦ δικοῦ σου ἀνθρώπου. […]

— Τὸ πρῶτο φιλὶ παιδιοῦ στὸν πατέρα του ποὺ δὲν τὸ θυμᾶται καὶ ὁ τελευταῖος ἀσπασμὸς ποὺ θὰ τὸν θυμᾶται γιὰ πάντα. […]

— Τὸ κοριτσάκι στὴν τηλεόραση πού, ἐνῶ βομβαρδίστηκαν, συνετρίβησαν ὅλα, αὐτὸ ἀσταμάτητα ἔκλαιγε ζητώντας τὴν κούκλα του. […]

— Ὁ γιὸς τοῦ πρὶν ἀπὸ τρεῖς μέρες πεθαμένου πατέρα, ἂν καὶ διαλυμένος σχεδὸν ἀπ’ τὸ πένθος, νερὸ νὰ ρίχνει μὲ τὸ λάστιχο στὸν μόλις ἀνεγερθέντα

καινούργιο ὄροφο τοῦ σπιτιοῦ τους, γιὰ νὰ πήξει τὸ τσιμέντο. […]

— Τὸ παιδὶ ποὺ τὸ ἀγαπάει κρυφὰ ὁ πατέρας του γιατὶ τὸ ἔκανε μὲ γυναίκα ἄλλη. […]

— Παιδάκια ποὺ παίζουν στὸ δωμάτιό τους κλοτσώντας τὴν μπάλα σιγά, πολὺ σιγά, γιατὶ ἡ μαμά τους τοὺς εἶπε πὼς οἱ δίπλα ἔχουνε πένθος. […]

— Ποδήλατο μικροῦ ποὺ μεγάλωσε, στὴν πίσω μάντρα, στ’ ἄχρηστα, ἀφημένο. […]

— Μάτια γυναίκας ποὺ κλείνουν, γιὰ νὰ σοῦ δείξουν ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὰ φιλήσεις. […]

— Δυὸ παιδάκια, παραμονὴ Χριστουγέννων, ποὺ λένε τὰ κάλαντα στὸν τάφο τοῦ πατέρα τους. […]

— Ἡ μακρινὴ τρυφερότητα τοῦ ἀποχαιρετιστήριου φιλιοῦ γονιῶν, ποὺ περίμεναν νὰ μεγαλώσουν τὰ παιδιά τους γιὰ νὰ χωρίσουν. […]

— Τὰ κοριτσάκια ἐκεῖνα στὴ φωτογραφία τοῦ 1948, ποὺ τὰ μισὰ ἦσαν μὲ τὰ μαλλάκια τους κανονικὰ καὶ τὰ ἄλλα μισὰ κουρεμένα μὲ τὴν ψιλή, γιὰ νὰ δηλώνεται ἔτσι ὅτι ἦσαν ὀρφανά.

— Ὁ πανύψηλος ἐκεῖνος ἄντρας μὲ τὰ γένια, ντυμένος μαχητὴς τοῦ ΕΛΑΣ κατὰ τὰ χρόνια τῆς μεταπολίτευσης, ποὺ ἀντὶ γιὰ ὅπλο κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα καδρόνι πουλώντας λαχεῖα. […]

— Καὶ ἡ στερνὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς μας, τέλος, ποὺ καθὼς θὰ φεύγουμε ἔχοντας ἀφήσει, ἂν καὶ δίπλα μας, πολὺ μακριὰ φίλους καὶ συγγενεῖς, ἀπὸ τὰ βουνὰ ἢ ἀπὸ τὴ θάλασσα πέρα, κάποιος θὰ προβάλλει, ποὺ ὅμως δὲν θὰ προφτάσουμε, δὲν θὰ προφτάσουμε νὰ δοῦμε ποιός εἶναι.

Μετά την ανάγνωση, σχολίασε:

«Οι πράξεις αυτές είναι έργα ποιητικών ανθρώπων. Υπάρχει ο ποιητικός άνθρωπος και ο ποιητής. Ο ένας βιώνει την ποίηση και ο άλλος την εκφράζει. Γνωρίζω χιλιάδες ποιητικούς ανθρώπους. Οι παλιότεροι που θυμάμαι ήταν οι παραγιοί στα πρόβατα που πήγαιναν ψαλτάκια στα ξωκλήσια. Τα πειράζαμε εμείς, τους πετάγαμε διάφορα. Αυτά δεν σταματούσαν. (Τα λέω αυτά εγώ που δεν έχω στενή σχέση με τη θρησκεία, αλλά έχω με τα θρησκευτικά κείμενα. Μεγάλο σεβασμό!) Και μετά, τα ψαλτάκια ονειρεύονταν την ίδια μέρα της επόμενης χρονιάς.

»Κι άλλο παράδειγμα: Στη Λευκωσία μετά την Εισβολή, έχω χάσει το ξενοδοχείο μου. Μετά από πολύ περπάτημα κάτω από τον ήλιο, μπαίνω σ’ ένα φτωχομάγαζο, ένα ραφτάδικο, και ρωτάω. “Κάτσε”, μου λέει η γυναίκα και χάνεται πίσω από έναν μπερντέ (δεν είχε τίποτ’ άλλο, παρά μόνο ένα τραπεζάκι με ένα ψυγειάκι πάνω). Κάθισα ανήσυχος. Πηγαίνει και μου φέρνει μια πορτοκαλάδα και μου λέει: “Πιες πρώτα την πορτοκαλάδα να συνέλθεις και μετά θα σου πω πού είναι το ξενοδοχείο σου”…

»Όλοι έχουμε μέσα μας έναν ποιητή.»

Ο κ. Γιώργος Μαρκόπουλος, αναχωρώντας, μας υποσχέθηκε ότι θα είναι πρόθυμος για μια δεύτερη συνάντηση με ολόκληρη τη Λογοτεχνική Συντροφιά, όταν ανοίξει ο καιρός.

Όπως και κάθε επισκέπτης των λογοτεχνικών συναντήσεων (πρέπει να ομολογήσουμε αυτή την καλή τύχη), έτσι και ο κ. Μαρκόπουλος άφησε μιαν άλλη αίσθηση, μια δική του, διαφορετική μυρωδιά στον αέρα. Μου θυμίζει φρούτα ξερά, ρόδι, λιβάνι και μπαχάρι – ένα κόκκινο εύθυμο χρώμα να γεμίζει τη Βιβλιοθήκη.

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Γιώργο Κοζία στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»

Γράφει: η Ιωάννα Αλεξοπούλου

Μετὰ τὸ πέρας τῶν μαθημάτων τὴν Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου, παρ’ ὅλη τὴν κούραση τῆς ἡμέρας, μπήκαμε στὴν ὄμορφη βιβλιοθήκη τοῦ σχολείου μας, καί, ἕτοιμοι νὰ συγκεντρώσουμε ὅλη τὴν προσοχή μας, τὰ μάτια καὶ τὰ ἀφτιά μας στὸν καλεσμένο μας, τακτοποιηθήκαμε ἥσυχα στὶς θέσεις μας. Ὁ κ. Γιῶργος Κοζίας, περιμένοντας τοὺς καθυστερημένους, ξεκίνησε τὴ συνάντηση μὲ ἐρωτήσεις πρὸς τοὺς παρευρισκόμενους γιὰ τὶς ἀναγνωστικές μας προτιμήσεις. Πρῶτοι ἦρθαν οἱ Ρῶσοι πεζογράφοι. Συμφώνησε πὼς «ὕστερα ἀπὸ τὸν “Δὸν Κιχώτη” αὐτοὶ ὑπερέχουν. Καί, μετά, οἱ Γάλλοι τοῦ 19ου αἰώνα, μὲ μικρὲς διαφορές…» Ἐπισημάνθηκαν οἱ δυσκολίες τοῦ νὰ διαβάζει κανεὶς λογοτεχνία ἔχοντας νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς Πανελλήνιες Ἐξετάσεις. (Ὁ χρόνος δὲν εἶναι ποτὲ ἀρκετός, καὶ στοιχηματίζω ὅτι, καὶ 48 ὧρες τὴν ἡμέρα νὰ εἴχαμε, δὲ θὰ μᾶς ἀρκοῦσαν. Ὡστόσο, πιστεύω ὅτι πάντα μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ χρόνο γιὰ ἕνα βιβλίο. Κι αὐτὸ ἀξίζει τὸν κόπο: Ὅταν τελειώνουμε ἕνα βιβλίο, δὲν εἴμαστε οἱ ἴδιοι· κάτι μέσα μας ἔχει ἀλλάξει.) Προστέθηκαν κι ἄλλες πρόσφατες ἀναγνώσεις τῶν μελῶν τῆς Λογοτεχνικῆς Συντροφιᾶς. Ὁ «Γλάρος Ἰωνάθαν» τοῦ Richard Bach, ὁ Leo Buscaglia.

«Ἐμεῖς, στὸν καιρό μας, διαβάζαμε τὸ “Ἄκου, Ἀνθρωπάκο”», σχολίασε ὁ κ. Κοζίας.

Ἕνα ἀπ’ τὰ μέλη τῆς Λογοτεχνικῆς Συντροφιᾶς ἀποκαλύφθηκε ὅτι μόλις τὸ διάβαζε…

»Ἴδιο κίνητρο καὶ τότε καὶ τώρα: ἡ ἀναζήτηση τῆς ταυτότητας», παρατήρησε.

Στὸ μεταξύ, οἱ προσελεύσεις στὴ Βιβλιοθήκη ὁλοκληρώθηκαν καὶ ὁ προσκεκλημένος μας προέβη σὲ μιὰ σύντομη αὐτοπαρουσίαση. Πέρασε τὰ παιδικά του χρόνια στὴν Πάτρα ὅπου ζεῖ μέχρι καὶ σήμερα. Κατάγεται ἀπὸ μεσοαστικὴ οἰκογένεια καὶ ὁ πατέρας του ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ τὸν καθοδήγησε στὶς νεανικές του ἀναζητήσεις. Ἀρχικὰ εἶχε πάθος γιὰ τὴ ζωγραφική, ὥσπου νὰ ἔρθει στὰ δεκατέσσερά του χρόνια τὸ γράψιμο νὰ τὴν ἀντικαταστήσει. (Ἔτσι φαίνεται ὁ καλλιτέχνης. Ἔχει ἕνα μικρόβιο μέσα του ποὺ τὸν τρώει καὶ τὸν παρακινεῖ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ πολλὰ πράγματα, ὥσπου νὰ καταλήξει σὲ αὐτὸ ποὺ τὸν γεμίζει περισσότερο – ἐπὶ τοῦ προκειμένου, στὴν ποίηση.) Ἀναφέρθηκε στὴν τυπογραφία καὶ στὴ γοητεία ἀπὸ τὶς ἄλλες τέχνες. Στὶς πρῶτες δημοσιεύσεις του στὸν Πειραιά (ποὺ δὲν τὶς καταγράφει πιὰ στὸ βιογραφικό του), κι ἔπειτα στὸ «Δέντρο» καὶ στὴν «Εὐθύνη» – καὶ ποτὲ πιὰ ἔκτοτε (ὅλες οἱ ὑπόλοιπες εἶναι ἀναδημοσιεύσεις ἀπὸ τὰ βιβλία του).

«Ἡ τέχνη εἶναι πολυτέλεια τῆς ζωῆς», εἶπε κάποια στιγμή. «Κι ἐντούτοις, τὴ θεωρῶ σημαντικὸ πράγμα γιὰ τὴ ζωή.» Θύμισε ὅτι ἡ τέχνη εἶχε πάντοτε σχέση μὲ τὴν ἐξουσία, ἀκόμα καὶ

μετὰ τὴ δημοκρατικοποίηση τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν. «Πολλὲς φορὲς δὲν ἴσχυε αὐτό», παρατηρήθηκε ἀπὸ μέλος τῆς συντροφιᾶς, μὲ παράδειγμα τοὺς ζωγράφους ποὺ πέθαναν φτωχοί. Συμφώνησε. «Ὑπῆρχε πάντα μιὰ μεγάλη τέχνη ποὺ δὲν προβαλλόταν.» Ἔφερε παράδειγμα τὶς ἀφρικανικὲς μάσκες ποὺ ἀνακάλυψε ὁ Picasso καὶ ἡ γενιά του. «Ἡ τέχνη ὅμως ἦταν γενικὰ στὰ χέρια τῶν λίγων, μὲ τὴν ἐξαίρεση τῆς δημοτικῆς δημιουργίας, ποὺ εἶναι πηγὴ κάθε ἔντεχνης.» Καὶ ἀνέτρεξε στὸν τρόπο ποὺ καὶ ὁ ἴδιος τὴν ἐμβολίασε στὴν ποίησή του («Κεφάλι ποῦ ’ναι τὸ κορμί / Κορμὶ ποῦ ’ναι τὰ χέρια;»). «Ἀπὸ κεῖ ἀρδευόμαστε ὅλοι», κατέληξε, παραπέμποντας στὸ παράδειγμα καὶ στὶς ὑποθῆκες τοῦ Ε.Χ. Γονατᾶ καὶ τοῦ Σπύρου Τσακνιᾶ, ποὺ γνώρισε στὶς ἐκδόσεις Στιγμή: «Ὑπάρχει μιὰ συνέχεια σ’ ὅλα αὐτά.».

Ἔπειτα, ἀπὸ τὶς κάρτες ποὺ εἶχαν διανεμηθεῖ, διάβασε τὴν «Ὡραία Ἄμπελο» (ἀπὸ τὸν «41ο Παράλληλο» τοῦ 2012). Καὶ σχολίασε: «“Ἄμπελος”, ἀπὸ τὸ δημοτικὸ τραγούδι. Ἐμμονὴ σὲ σπαραγμένες, τρελὲς εἰκόνες.» Συνέχισε: «Τίποτα δὲν πάει μπροστὰ ἂν δὲν πάρουμε στοιχεῖα ἀπὸ τὰ πίσω. Ἔτσι ἔκαναν κι ὁ Ἐγγονόπουλος κι ὁ Ἐμπειρῖκος καὶ ὁ Καβάφης – ποὺ ἐκ πρώτης ὄψεως μοιάζει σὰν νὰ μὴν κοίταξε ποτὲ γύρω του καὶ πίσω, κι ὅμως εἶναι γεμάτος ἀπὸ μνῆμες τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ.» Διάβασε ἕνα ποίημά του ἀκόμη πιὸ χαρακτηριστικὸ γιὰ τὴ συνομιλία του μὲ τὸ δημοτικὸ τραγούδι, το «Ρόδο μου Κόκκινο» (ἀπὸ τὸν «Κόσμο Χωρὶς Ταξιδιῶτες» τοῦ 2007). «Στὸ παιχνίδι αὐτὸ μπαίνει βεβαίως καὶ ἡ ἔντεχνη παράδοση.» Ὡς παράδειγμα τέτοιου εἴδους διακειμενικότητας ἔφερε τὴν «Ἐξιλέωση (παρωδία)» (ἀπὸ τὴν ἴδια συλλογή):

Ἡ γυναίκα γεννάει ἕνα αὐγό.

Οἱ μαιευτῆρες τὸ τοποθετοῦν σὲ θερμοκοιτίδα.

Παροτρύνουν τὴ μητέρα νὰ καθίσει πάνω του.

Ἐρωτεύεται τὸ αὐγό.

Τοῦ δίνει ὄνομα. Τὸ ταΐζει. Τὸ στολίζει.

Μένει ἀπαράλλαχτο.

Δὲν ἔχει μέλη γιὰ νὰ κινηθεῖ.

Οὔτε φωνὴ γιὰ νὰ κλάψει.

Ἡ γυναίκα ἀπ’ τὴ στενοχώρια της καίγεται

στὸν πυρετό. Τέλος ἀποθνήσκει.

Στὴν κηδεία τὸ αὐγὸ τρέχει γύρω

ἀπὸ τὸ φέρετρό της. Εὐτυχισμένο.

Ἄδειο!

Μᾶς πληροφόρησε ὅτι σὲ αὐτὸ τὸ ποιήμα ἔχουν ἰδιαίτερη ἀδυναμία οἱ γυναῖκες καὶ ὅτι ἀφετηρία του ἦταν τὸ διάβασμα ἑνὸς βιβλίου κάποιου νέγρου συγγραφέα, ποὺ δὲν θυμόταν πιά (πρόκειται ὅμως γιὰ τὸ «Σβήσιμο» τοῦ Πέρσιβαλ Ἔβερετ). Ἐκεῖ προτεινόταν ἡ ἀρχὴ αὐτῆς τῆς ἱστορίας ὡς ἰδέα γιὰ διήγημα. Βεβαίως, ἡ ἐξέλιξη εἶναι τελείως διαφορετικὴ στὸ ποίημα. Ἔγινε μιὰ ἀναδημοσίευση τῶν πρώτων στίχων τοῦ ποιήματος ἀπὸ τὴ Λώρη Κέζα χωρὶς τὸν ὑπότιτλο. Ἴσως γι’ αὐτό, ἡ μεταφράστρια ἐκείνου τοῦ βιβλίου (ἡ Χίλντα Παπαδημητρίου) τὸν κατηγόρησε γιὰ «λογοκλοπή». Καὶ χωρὶς τὴν εἰδοποίηση τοῦ ὑποτίτλου, δὲν θὰ εἶχε δίκιο – ἀλλά, βέβαια, δὲν εἶχε σφαιρικὴ ἀντίληψη τοῦ κειμένου. Συμφωνήσαμε ὅλοι ὅτι ἡ δημιουργικὴ ἀξιοποίηση μιᾶς ἰδέας παράγει νέο ἔργο. Κατόπιν, συζητήθηκε τὸ θέμα τοῦ ποιήματος καὶ ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο διατυπώθηκαν ἑρμηνεῖες διαφορετικὲς ἀπὸ τὶς δικές του. Τὶς δέχτηκε μὲ εὐχαρίστηση.

Στὴ συνέχεια στράφηκε σὲ ἄλλα ποιητικὰ ζητήματα. Ἐπιδίωξή του, εἶπε ὁ κ. Κοζίας, εἶναι ἡ συντομία. «Ὄχι ἐπικὰ ποιήματα. Δὲν ταιριάζουν στὸν καιρό μας. Μιὰ ἔκλαμψη! Τὸ ποίημα πρέπει νὰ σὲ πιάνει ἀπὸ τὸ λαιμό.» «Ἑπομένως, κάπου λαμβάνετε ὑπόψη σας τὸν ἀναγνώστη», παρατηρήθηκε, κι ἔτσι γυρίσαμε πάλι στὸν θεματικό μας κύκλο «Τὸ Συμβόλαιο μεταξὺ Πομποῦ καὶ Δέκτη στὴ Λογοτεχνία».

«Ναί», ἀπάντησε ἀπερίφραστα. Καὶ συνέχισε μὲ ἄλλες δύο δεσμεύσεις του: «Πορεία μὲ ἀρχή, μέση καὶ τέλος, καὶ ἔξοδος μὲ ἔκπληξη, ἀλλὰ ὄχι μὲ σαφήνεια.»

«Γιατί ὄχι μεγάλες συνθέσεις;» ἔπεσε ἡ ἐρώτηση.

«Διότι βασίζονται σὲ μεγάλα ὁράματα. Τὰ μεγάλα ὁράματα γίνονται μὲ τὸ χρόνο μηδέν.»

Ἐπανῆλθε ἀρκετὲς φορὲς στὴν ἀξίωσή του γιὰ κυριαρχία τῶν εἰκόνων στὸ ποίημα:

«Γράφοντας, ἔχω συγκεκριμένες ἰδέες. Ἱστορίες. Ἔχω μιὰ σταθερὴ παράσταση τοῦ κόσμου, τρελοῦ, σπαραγμένου, ἀλλόκοτου.»

Ἕνα ἄλλο σημεῖο τῆς αὐτοπαρουσίασής του: «Μοῦ ἄρεσαν οἱ μεταμορφώσεις. Ἰδίως γυναικῶν. Ἦταν φίλες αὐτὲς ποὺ σκεπτόμουν. Τὸ ἔχω παρατηρήσει, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔχω ἐξηγήσει.»

Ἐρώτηση: «Αὐτὲς οἱ γυναικεῖες φιγοῦρες μεταμορφώνονται σὲ ἀγαθὰ ὄντα;»

«Ναί, συνήθως. Ἢ ἀκατανόητα.»

Ἔφερε ὡς παράδειγμα τὸν «Πόθο» (ἀπὸ τὸν «41ο Παράλληλο» ἐπίσης). Πηγή του, ἡ «Ἱστορία ἑνὸς Αἰχμαλώτου» τοῦ Στρατῆ Δούκα. Συνδυάζεται μὲ τὴν ἁπλὴ ἰδέα νὰ κατανικᾶ κανεὶς τὴ μελαγχολία του μὲ τὸ νὰ ντύνεται καὶ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ σπίτι του. Συζητήθηκε ἡ σχέση ἔρωτα καὶ πόθου. Τόνισε ὅτι ἐδῶ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐκμηδενίσει τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσά τους ἢ καὶ νὰ ἀντιστρέψει τὴ μεταξύ τους ἀξιακὴ σχέση. Σὲ συνάρτηση μὲ τὸ θέμα, διάβασε ἄλλο ἕνα ἐρωτικὸ ποίημα, τὸ «Μαγικὸ Δέρμα» (ἀπὸ τὴν ἴδια συλλογή), σχολιάζοντας τὴν εἰκονοπλασία του: «Θέλω νὰ εἶναι ἄναρχες οἱ εἰκόνες», εἶπε. «Νιώθω κι ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι ἕνας “τρελὸς ποιητής”. Πρέπει πνευματικὰ νὰ παραμείνω ἔφηβος.»

Μὲ τὴν εὐκαιρία, διάβασε τὸ «Θηριοτροφεῖο» καὶ μνημόνευσε τὸν Ἀρθοῦρο Ρεμπό – «τὸν ποιητὴ τῆς νεότητας!» Καὶ συμπλήρωσε, σχολιάζοντας τὸ ποίημα: «Κάτι σκοτώνουμε γιὰ νὰ ἐνηλικιωθοῦμε. Συνήθως γονεῖς. Κάποιος ποὺ δὲν τὸ ἔκανε ἔγκαιρα κατέστρεψε τὴ χώρα…»

Ἔπειτα διάβασε τὸ «Φρέαρ τῆς Βαβέλ» (ἀπὸ τὸ «Πεδίον Ρίψεων» τοῦ 2001). Πιστοποίησε ὡς πηγὴ ἔμπνευσής του τὸ «Παλάτι τοῦ Ἅδη» στὸν Ἀχέροντα, ποὺ ἔχει ἐπισκεφθεῖ πολλὲς φορές. Ἄλλα διάβασματά του στὴ συντροφιά μας: ἡ «Ἀγριοτριανταφυλλιά» (μὲ πραγματικὸ κίνητρό του ἕνα ἐξαίρετο πλάσμα ποὺ πέρασε τρία νεανικά του χρόνια ἀπὸ πολὺ σκληρὰ ναρκωτικά) καὶ οἱ «Ἀρραβωνιασμένες» (μὲ θέμα τὴν Πούλια καὶ τὸν Αὐγερινό). Τέλος, οἱ «Μαριονέτες Α.Ε. (Κωμειδύλλιο)» ποὺ προέκυψαν ἀπὸ μιὰ σχεδὸν ἐνστικτώδη ἀντίδρασή του στὸν κομφορμισμὸ τῆς γύρω του ζωῆς. Ἀνέγνωσε κι ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ σχετικὸ σχόλιο τοῦ Βαγγέλη Χατζηβασιλείου. Στὴ «μπυραρία τῶν καταθλιπτικῶν» μᾶς ἐνημέρωσε ὅτι ἔκλεισε μιὰ καταγγελία του γιὰ τὶς καταχρήσεις, ἀναγνωρίζοντας: «Κακὰ τὰ ψέματα: ἡ τέχνη εἶναι καὶ γιατρειά.»

Ρωτήθηκε ἂν ἀποτελοῦσε συνειδητή του ἐπιλογὴ ὁ ὑπερρεαλισμὸς ποὺ διαποτίζει τὰ κείμενά του.«Συμπάθεια πιὸ πολὺ γιὰ τὸ παράλογο ἢ τὸ ὑπέρλογο στοιχεῖο. Ἀλλά, βέβαια, ἡ ποιητικὴ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ διατηρεῖ τὴν ἐπικαιρότητά της.»

Ἀναπόλησε τὴν ἐφηβεία του, ποὺ κύλησε μὲ διαβάσματα μοντερνιστῶν. Ὅταν γνωρίστηκε μὲ τὴν Ἕλλη Ἀλεξίου, ἄκουσε μὲ ἔκπληξη τὴν κρίση της γιὰ τὰ πρῶτα του γραπτά: «Ταλαντοῦχος, ἀλλὰ τοῦ λείπει ἡ γνωριμία μὲ τοὺς κλασικούς.»

«Ἔκανα τότε παύση. Καὶ ξαναγύρισα μετὰ ἀπὸ καιρὸ σ’ αὐτὰ ποὺ προτιμοῦσα.»

Σ’ αὐτὸ τὸν ὁδήγησαν βαθύτερες ἐπιλογές: «Δὲν θέλω ἡ ποίηση νὰ φιλοσοφεῖ καὶ νὰ δίνει λύσεις. Δὲν συμπαθῶ, ἐπίσης, τὴν ἰσχυρὴ παρουσία τοῦ λυρικοῦ Ἐγώ – μοῦ τὸ ἔχουν ἐπισημάνει καὶ οἱ κριτικοί. Βρίσκω, μάλιστα, πολλὴ αὐτοαναφορικότητα στὴ σύγχρονη πεζογραφία. Μπορεῖ γι’ αὐτὸ νὰ φταῖνε οἱ γυναῖκες…». Ἐξήγησε τί ἐννοοῦσε μὲ τοῦτο τὸ τελευταῖο, ἐξιστορώντας μιὰ συνάντηση τοῦ Αἰμίλιου Καλιακάτσου, ἐκδότη τῆς Στιγμῆς, μὲ τὸν Θανάση Καστανιώτη. «Δὲν πᾶνε καλὰ τὰ πράγματα, ἀκόμα καὶ μὲ τὴν πεζογραφία», ἐκμυστηρεύεται ὁ Καστανιώτης. Καὶ ὁ Καλιακάτσος: «Μὰ σὲ ὅποια γυναίκα περνοῦσε ἀπ’ ἔξω τῆς λέγατε νὰ μπεῖ μέσα…». Ἔγιναν κάποια σχόλια, ὄχι καὶ πολὺ αἰχμηρά, γιὰ τὸ πνεῦμα τῆς στιχομυθίας.

Ἐπαναφορὰ στὶς προτιμήσεις τῆς ποιητικῆς του: «Τὸ ὀνειρικὸ στοιχεῖο, π.χ., δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ φιλοσοφεῖ ἢ νὰ κάνει τὸ γιατρό.»

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Σολωμὸ καὶ τὸν Καβάφη, ἀναγνώρισε τὶς ὀφειλές του στὸν Μίλτο Σαχτούρη καὶ στὸν Ἀντρέι Ταρκόφσκι (πού, κατὰ τὸν Ἴνγκμαρ Μπέργκμαν, «ἔκανε τὸ ὄνειρο Τέχνη»). Προέβη σὲ μιὰ σύντομη ἀναδρομὴ σὲ κορυφαίους ὑποστηρικτὲς τοῦ ὀνείρου, ὅπως ὁ Ἀκίρα Κουροσάβα, ὁ Πέδρο Καλντερόν, ὁ Ζερὰρ ντὲ Νερβάλ – καὶ θυμήθηκε τὴν περίφημη φράση ἀπὸ τὴ «Ρωμαϊκὴ Ἀγορά» (ἕνα πολιτικὸ ὄνειρο): «δικό μας τὸ ἐμπόρευμα, δική σας ἡ τιμή». «Ἂν ἔτσι εἶχε ἀπαντήσει τὸ πολιτικό μας προσωπικό», ἀπόσωσε, «μπορεῖ καὶ νὰ εἴχαμε σωθεῖ.»

Ἡ τελευταία νύξη ἔφερε τὴν παρατήρηση: «Δὲν φαίνεται νὰ ἀντανακλᾶ τὴ δημόσια δράση σας ἡ ποιητικὴ ποὺ μᾶς ἐκθέτετε.»

«Ἔτσι ἀντιλαμβάνομαι τὴν πολιτική», ἦταν ἡ ἀπάντησή του.

Σύντομα ἡ συζήτηση ἔφτασε στὴν ἐπικαιρότητα. «Κακῶς αὐτὸ τὸ ἀποκαλοῦμε “κρίση” – εἶναι “καταστροφή”. Ὁπωσδήποτε χρειάζεται νὰ φερθοῦμε μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ νὰ ἔχουμε ἀλληλεγγύη (“δεῖξις ἀγάπης”)… Ἂς ξεκαθαρίσουμε τί θέλουμε σὲ ἐπίπεδο προσωπικῆς ζωῆς: δαπανηρὰ πράγματα ἢ χαρὲς τῆς ζωῆς; Ὅλα χρειάζονται, ἀλλὰ πρέπει νὰ ποῦμε τί θέλουμε νὰ κάνουμε. Κανεὶς δὲν λέει, δὲ μιλάει ἀνοιχτά. Πανεπιστημιακὸς δάσκαλος μοῦ ἔλεγε τὶς προάλλες: “Ὑπομονή!” Τί ὑπομονή; Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ πράγματα τώρα, ὄχι στὸ μέλλον.» Καὶ μνημόνευσε

τὸ παροιμιῶδες: «Τὸ δάκρυ πήζει, γίνεται νησί!»

«Γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, θέλετε ν’ ἀλλάξει ὁ κόσμος ἢ νὰ πάει λίγο πρὸς τὸ “καλύτερο”;»

«Ἀνατροπή! Αὐτὸ θέλω.»

«Μόνο ποὺ δὲν ἀρκοῦν τὰ λόγια.»

«Ὄχι, δὲν ἀρκοῦν. Θέλω κι ἐγὼ νὰ τὸ ζήσω.»

Τὸ κλείσιμο ἔγινε σὲ αἰσιόδοξο κλίμα, μὲ ἀναφορὲς στὶς ἀπροσδόκητες κοινωνικὲς ἐπαναστάσεις καὶ στὴ σημασία τῶν τεχνολογικῶν ἀλλαγῶν. Πρὶν ἀποχωρήσει ὁ κ. Κοζίας ὑπέγραψε βιβλία του ποὺ χάρισε στὴ Βιβλιοθήκη μας.

Τὰ ποιήματά του, γεμάτα ἀπὸ γλαφυρὲς περιγραφές, γεμάτα εἰκόνες. Μοῦ θύμισε τὸ εἶδος τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀρέσουν στὸν Leo Buscaglia, αὐτοὺς ποὺ ζοῦν τὴν κάθε στιγμή, ποὺ εἶναι ἐρωτευμένοι μὲ μιὰν ἰδέα ἢ μὲ ἕνα λουλούδι, ποὺ δὲ φτάνουν στὴ στιγμὴ τοῦ θανάτου γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν πὼς δὲν ἔχουν ζήσει. Διέκρινα μιὰ ἰδιαίτερη ἀγάπη πρὸς τὴ φύση καὶ ἰδιαίτερα πρὸς τὰ ἄνθη τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται σὲ πολλὰ ἀπὸ τὰ ποιήματά του. Αὐτὸ ποὺ προσωπικὰ μοῦ ἄρεσε στὸν ποιητὴ αὐτὸν ἦταν τὸ ὅτι ἦταν ἀληθινὸς καὶ ὄχι «δῆθεν». Δυστυχῶς, σήμερα συναντᾶμε πολλοὺς δῆθεν-ἀνθρώπους καὶ αὐτὸς δὲν ἦταν ἕνας ἀπὸ τὴν κατηγορία τους. Τῶν δῆθεν «κουλτουριάρηδων», γιὰ τὸ θεαθῆναι, τῶν δῆθεν ταπεινῶν. Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους πραγματικούς, ἀληθινούς, ποὺ νὰ σὲ κοιτᾶν στὰ μάτια. Ἀνθρώπους μὲ ὅλα τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς ἰδιοτροπίες τους. Στὸ κάτω-κάτω, ἄνθρωποι δὲν εἴμαστε;

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Γιώργο Αράγη στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»

Γράφει: ο Άγγελος Αθανασόπουλος

Στο ξεκίνημα της συνάντησης μας με τον κ. Αράγη, την Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013, ο καλεσμένος μας αναφέρθηκε σύντομα στο έργο της κριτικής και στη δική του διαδρομή ως κριτικού.

«Το διάβασμα ευνοείται όταν κανείς είναι απερίσπαστος. Το διάβασμα δεν είναι ένας τρόπος να διασκεδάζουμε, να περνάει η ώρα ή να μας παίρνει ο ύπνος. Είναι άθλημα και μας θέλει διαθέσιμους σωματικά και ψυχικά. Όταν έτυχε να διαβάσω ένα βιβλίο χωρίς καλές προϋποθέσεις και αργότερα να το ξαναδιαβάσω, είδα πόσο λίγο το είχα αφομοιώσει την πρώτη φορά. Είτε θέατρο πηγαίνουμε είτε μουσική ακούμε είτε διαβάζουμε, χρειάζεται να είμαστε, αν είναι δυνατόν, απόλυτα διαθέσιμοι. Όχι κουρασμένοι σωματικά, όχι περισπασμένοι ψυχικά.» Έτσι όρισε την αφετηρία της κριτικής του ενασχόλησης και στάθηκε ιδιαίτερα διαφωτιστικός ως προς τις συνθήκες που πρέπει να επικρατούν όταν διαβάζουμε, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε πληρέστερα το περιεχόμενο κάθε κειμένου. Μια υπόδειξη πολύ πρακτική, κυρίως προς νέους αναγνώστες, σαν εμένα, που δεχτήκαμε από τη συνάντηση αυτή ερεθίσματα, τα οποία όχι μόνο αύξησαν τη δίψα μας για τη λογοτεχνία, αλλά και μας ξεδιάλυναν το τοπίο, ώστε να έχουμε μια πιο καθαρή και σαφή εικόνα για το βιβλίο και τη σχέση μας με αυτό.

Αναφερόμενος, έπειτα, στον ρόλο του κριτικού ως αναγνώστη, είπε:

«Κάποιος γράφει και δημοσιεύει ένα βιβλίο. Και κάποιος άλλος αναλαμβάνει να το κρίνει. Ο δεύτερος δεν κάνει άλλο από το να βγάζει από τη μέση τα προσχηματικά στοιχεία ή, αλλιώς, να ξεχωρίζει τη φύρα, για να φανεί ό,τι γνήσιο υπάρχει ή δεν υπάρχει. Κάνει δηλαδή ένα ξεγύμνωμα, όπως κάνουμε όλοι καθημερινά. Όταν π.χ. μπαίνει στην τάξη ένας νέος καθηγητής, οι μαθητές, αυτόματα και χωρίς να το σκεφτούν, αρχίζουν να τον “ξεντύνουν”, να τον ψυχολογούν και να προσπαθούν να εισχωρήσουν στην προσωπικότητά του. Και είναι καλύτερα η ειλικρίνεια χωρίς λεοντή. Η κριτική δεν κάνει κάτι περισσότερο. Οφείλει μόνο να είναι ανιδιοτελής. Μόνο βαθιά μέσα μας είμαστε, όμως, ανιδιοτελείς – κάτω από την επιφάνεια ένας δικηγόρος μέσα μας υπερασπίζει συμφέροντα…»

Η ιδέα του ξεγυμνώματος από τους άλλους ίσως να μας δημιουργεί φόβο, σαν έρχεται η στιγμή να φανερώσουμε κάτι που έχουμε γράψει οι ίδιοι, αλλά μήπως είναι και μια αναπόφευκτη δοκιμασία; Μια δοκιμασία όπου θέλουμε να εμπλέξουμε και τον αναγνώστη, σαν σε μια αναζήτηση για τον θησαυρό;

Ερώτηση από τον περίγυρο πάνω στην παραπάνω άποψη του κ. Αράγη: «Άρα δεν διαβάζουμε αυθόρμητα;»

«Διαβάζουμε ολόκληροι, δηλαδή με τις γνώσεις και με την καλλιέργειά μας. Φυσικά, απέναντι σε ό,τι διαβάζουμε δεν είμαστε προαποφασισμένα ευκολόπιστοι. Και, από μια πλευρά, δεν πρέπει να είμαστε. Πέρα από ό,τι μας λέει ένα κείμενο στο ρητό επίπεδο, έχει σημασία να προσέξουμε τι μας λέει ανάμεσα από τις σειρές του. Ό,τι μετράει περισσότερο για την αυθεντικότητα ενός κειμένου είναι αυτό που εξάγεται ανάμεσα από τις σειρές…» (Υπενθύμισε ότι ο Μποντλέρ είχε τονίσει αυτή την ικανότητα στον αναγνώστη, αποκαλώντας τον «υποκριτή» και «όμοιό του αδελφό», στο εισαγωγικό ποίημα των «Ανθέων του Κακού».) Παρατήρησε πως αυτό προσφέρει στην ανάδειξη των αξιών. «Ευτυχώς, ο λόγος είναι δημοκρατικός», προσέθεσε, «κι επιτρέπει “στων ιδεών την πόλι” να μπουν μόνο οι άξιοι.»

Άλλη ερώτηση: «Ένας αλλοτριωμένος άνθρωπος μπορεί να είναι ειλικρινής;»

«Ασφαλώς, με τη διαφορά ότι εκφράζει ανεπίγνωστα την αλλοτρίωσή του με ειλικρίνεια. Πρέπει να βρει τον εαυτό του. Πέρα από τη λεοντή.»

«Αιχμαλωτιζόμαστε από τέτοιους ανθρώπους;»

«Όχι, εφόσον διακρίνουμε τον βαθμό της αλλοτρίωσής τους.»

«Πώς μπορούμε να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας, που είναι συχνά σκοτεινός;»

«Μόνο με προσωπική έρευνα. Με μελέτη και παρατήρηση.»

«Υπήρξε οποιοσδήποτε που να τα κατάφερε να βρει έτσι τον εαυτό του;»

«Το να βρει κανείς τον εαυτό του αποτελεί ύψιστη προσωπική κατάκτηση. Δεν είναι κάτι εύκολο, γιατί είναι ένα ψάξιμο στα σκοτεινά χωρίς πυξίδα. Δεν πιστεύω να υπήρξε έστω κι ένας άνθρωπος που να γνώρισε απόλυτα το σκοτεινό βάθος του. Όμως ενεργεί κανείς σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Να αναφέρω κάποιον από την αρχαιότητα; Ο Ηράκλειτος. Όταν διαβάζω τους στοχασμούς του, το νιώθω ότι είναι ειλικρινής, ότι είναι ο εαυτός του.»

Έπειτα το πεδίο σχετικών αναφορών διευρύνθηκε. «Μιλώντας για μένα, πολύ με βοήθησαν τα μυθιστορήματα της εφηβείας, αυτά που ανήκουν στο λεγόμενο μυθιστόρημα μαθητείας ή διαμόρφωσης και που παρουσιάζουν τα στάδια αυτογνωσίας του πρωταγωνιστή.» Ανέφερε παραδείγματα από την ξένη λογοτεχνία: το «Πορτρέτο του Καλλιτέχνη» του Τζέιμς Τζόις, τον «Μεγάλο/Υπέροχο Μολν» του Αλέν Φουρνιέ, τα «Χρόνια Μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ» του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκέτε, τον «Νεαρό Τέρλες» του Ρόμπερτ Μούζιλ. Αλλά και από τη νεοελληνική λογοτεχνία: τον «Λεωνή» του Γιώργου Θεοτοκά, τον «Αυτοτιμωρούμενο» του Γιάννη Μπεράτη, την «Τειχομαχία» του Θ.Δ. Φραγκόπουλου κ.ά.

«Η λογοτεχνία δεν έχει σχέση με την ηθική, αλλά με τη συγκεκριμένη γνώση που

μπορεί να προσφέρει», παρατήρησε. Ίσως γι’ αυτό δεν μας κάνει «καλύτερους ανθρώπους» η αισθητική καλλιέργεια. «Μας διαφωτίζει σχέσεις που έχουμε από παιδιά. Εξαρτάται μόνο από μας πόσο βαθιά θέλουμε να πάμε. Βεβαίως, παίζεται ένα σκληρό παιχνίδι στην κοινωνία: η απογύμνωση μπορεί να κατακρεουργήσει….»

Μια νέα ερώτηση επαναφέρει τη συνάρτηση λογοτεχνίας-ηθικής: «Δηλαδή η λογοτεχνία δεν

συμβάλλει στη εφαρμογή κανόνων ή δεν διαμορφώνει κανόνες;»

«Ως προς το άτομο, ναι. Η ηθική της εντολή είναι “ακεραιότητα”. Εννοούσα νωρίτερα την κοινωνική ηθική. Βαθιά αποστολή της λογοτεχνίας είναι να μας οδηγήσει στον αυθεντικό εαυτό μας.»

Τίθεται ως ζήτημα, στη συνέχεια, η ποδηγέτηση από τη λογοτεχνία στα στερεότυπα των κοινωνιών.

«Αν ένας νέος γνωρίσει κείμενα μεγάλα και βαθιά, θα ελευθερωθεί – ή θα φυλακιστεί. Είναι δίκοπο μαχαίρι. Λύση; Να διαβάζουμε αυτούς που μας αρέσουν. Μπορεί να πλανηθεί κανείς με τα διαβάσματά του, αλλά ο χρόνος διορθώνει.»

Αναρωτιέται εύλογα κανείς, εντούτοις, μπορεί ένας άνθρωπος να χάσει τον προορισμό του ή να χαθεί κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής του εξερευνώντας τις πιο σκοτεινές γωνιές του εαυτού του μέσα από διαβάσματα; Διαδραματίζουν τόσο βαρυσήμαντο ρόλο τα βιβλία στην πορεία της ζωής μας, ώστε να πρέπει να προσέχουμε μ’ αυτά;

Τις απορίες προλαβαίνει η συνέχιση της συζήτησης για την κρίση ταυτότητας μέσα από τα λογοτεχνικά διαβάσματα.

«Λίγο-πολύ, όλοι περνάμε κάποια κρίση ταυτότητας και χωρίς τη λογοτεχνία.»

Ανέφερε την περίπτωση του Νεαρού Τέρλες που οι αμφιβολίες του τον ωθούν να κάψει τα ποιήματα που έγραφε. «Αποτέλεσμα, η καθήλωση. Πρώτη λύση: να είναι κανείς δύσπιστος. Χωράει πολλή αυτενέργεια η ζωή. Κι έπειτα, η δημιουργία δεν είναι μόνο στην υψηλή τέχνη. Ένας μαραγκός ζει μεγάλες ικανοποιήσεις από το έργο του, αν το κάνει καλά. Η δημιουργία είναι μόνιμη αγωνία όλων των ανθρώπων.» Μνημόνευσε τον ισχυρισμό των υπερρεαλιστών ότι «όλοι είμαστε ποιητές».

Στροφή στα χρόνια της δικής του διαμόρφωσης.

«Ήμουν μαζεμένος. Βλέπω γύρω μας αυτή τη βιβλιοθήκη, καλά ενημερωμένη…»

Παρέμβαση από το ακροατήριο: «Ίσως το πλήθος τόσων βιβλίων να μη λειτουργεί ενθαρρυντικά. Σε κάνει να νιώθεις ότι όλα έχουν ειπωθεί. Καλύτερα να μην τα είχαμε… Να ζούσαμε στην άγνοιά τους.»

«Όσο και να διαβάσεις, όμως, κάτι μένει που δεν βρίσκεις. Τίποτα πιο πρωτότυπο και μοναδικό από τον εαυτό μας, που είναι από τη φύση του πρωτότυπος. Αν τον βρεις, νιώθεις πως κάτι έχεις να πεις. Και κάτι έχεις. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον εαυτό μας όλοι μας είμαστε ξεχωριστοί. Δεν υπάρχουν δυο όμοιοι άνθρωποι στον κόσμο. Από την άποψη αυτή, ό,τι δυσκολίες είχε, ας πούμε, ένας αρχαίος ποιητής, λίγο-πολύ τις ίδιες έχει κι ένας σημερινός ποιητής. Δεν βρίσκεται σε μειονεκτική θέση ο σύγχρονος. Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχει και πρωτοτυπία.»

Γίνεται λόγος για την ευρύτερη ιδεολογική ανομοιογένεια και την ανεπάρκεια απέναντι στα καθιερωμένα έργα: «Αυτοί ξέρουν!»

«Δεν ξέρουν», είναι η απάντησή του. «Οι εξουσίες επιδιώκουν να νομίζουμε ότι ξέρουν…»

Επιμονή της συζήτησης πάνω στο βαρύ φορτίο του παρελθόντος.

«Δεν είναι απαραίτητο να αναμασάμε κοινοτοπίες», επισημαίνει. «Αν δεν μπορούμε να φτιάξουμε κάτι καινούργιο, μπορούμε ωστόσο να μεταποιήσουμε. Θα είναι το ίδιο αξιόλογο.»

Ερώτηση από την ομήγυρη, με αρκετή τόλμη, ομολογουμένως: «Γίνατε κριτικός από κλίση ή από δημιουργική αδυναμία;»

«Σιγά-σιγά ξεκαθάρισα αυτή την επιλογή και σε έκταση χρόνων, από τα δεκαεφτά μου ξεκινώντας. Κάποια στιγμή αναγνώρισα τι μου πήγαινε: το ελεύθερο δοκίμιο. Η φύση μου το καθόρισε.»

Γυρνάμε στο έργο του κριτικού με την ερώτηση: «Τι δεσμεύσεις παρουσιάζει η επίκαιρη κριτική;»

«Όσο είναι ζωντανός κανείς, δεν είναι “καλός”. Οι δοσοληψίες θολώνουν την κρίση και φέρνουν εμπόδια στην άσκηση της κριτικής. Τελικά, για τους συγχρόνους μας μένει κριτής μόνον ο χρόνος.»

Σχολίασε τη συμπεριφορά των συγχρόνων επανερχόμενος στις αρχές της γνωριμίας με τον βαθύτερο εαυτό μας και της κατανίκησης κάθε αλλοτρίωσης.

Μόλις είπε αυτά, ακούστηκε η παρατήρηση από τη συντροφιά: «Αποφεύγετε τη λέξη “ταλέντο”.»

«Τη λέω καμιά φορά. Έχει γίνει κατάχρηση. Ο όρος “ταλέντο” είναι ένας αφορισμός. Θ’ αποτελούσε τίτλο ογκώδους πραγματείας το τι σημαίνει. Προφανώς “ικανότητα”. Αλλά έχουμε κληρονομήσει πολλές προκαταλήψεις σχετικά με αυτό.»

Αναφέρθηκε στην ανεκδοτολογική υποδοχή του Ντοστογιέφσκι από τον Νεκράσοφ. Έπειτα προσέθεσε:

«Φανταστείτε τους δοκιμαστές κρασιών. Μπορούν και διακρίνουν ιδιότητες των κρασιών με κριτήρια που δεν είμαστε σε θέση ακόμα να τα σταθμίσουμε ακριβώς. Είναι παράλογο! Ισχύει ωστόσο και για την κριτική.»

Μέσω του ταλέντου, επανερχόμαστε στο θέμα της δημιουργικότητας. Ανέτρεξε στους συμμαθητές του:

«Ακόμα και οι χειρότεροι αναδείχτηκαν πολύ άξιοι αλλού αργότερα.» (Έφερε παραδείγματα.) «Η δωρεά μπορεί να κατευθυνθεί παντού.»

Εν συνεχεία, επικεντρώθηκε η προσοχή μας στην ουσία της λογοτεχνίας. Για να τη χαρακτηρίσει θύμισε ένα επίθετο που συμπαθούσε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος: «απερινόητη». Η προσέγγισή της,

είπε, προϋποθέτει τρία επίπεδα (ή βαθμίδες):

— Το ιστορικό: ποιος ο άνθρωπος, ποια η εποχή του κλπ.

— Το τεχνικό: σε ποια σχολή ανήκε, πώς έγραψε…

— Το αξιολογικό (εκτός λογικής – όπως θα προέκυπτε από μια καλή ανάγνωση).

Στα Γιάννενα η συντροφιά του, διηγήθηκε, σε μια λογοτεχνική βραδιά είχε κάνει ένα πείραμα: Τρεις φίλοι διάβασαν τρία ποιήματα με τέσσερις διαφορετικούς τρόπους. Πρώτα ουδέτερα, χωρίς κανένα χρωματισμό. Έπειτα τα ίδια ποιήματα κι οι τρεις με ρητορική έμφαση ή με στόμφο. Μετά με έντονη συναισθηματική χροιά. Και τέλος ελεύθερα, όπως το ένιωθε ο καθένας. Ήταν διδακτικό από την άποψη ότι φάνηκε πόσο δύσκολη, αλλά και διαφορετική, ήταν η ελεύθερη προσωπική ανάγνωση που δεν ακολουθούσε καμία από τις σχηματοποιημένες προηγούμενες αναγνώσεις. Όπως ηχεί μέσα μας λοιπόν. Η εσωτερική φωνή της ποίησης είναι μια φωνή σιγανή, υποβλητική, σε όλα τα κείμενα.»

«Μπορεί να διδαχτεί;» ρωτήθηκε.

«Μόνο αρνητικά. Αν είναι σχολείο μάλιστα, δεν μπορεί.»

Αναπόφευκτη η επόμενη ερώτηση:

«Μπορεί κάποιος να χαλιναγωγήσει τη δική του φωνή προκειμένου να βγει κάτι πιο εμπορικό;»

«Ναι. Διαβάζοντας διαδοχικά ποιητές ή πεζογράφους, τη νιώθουμε αυτή την εξασθένηση της εσωτερικής φωνής, όταν οι συγγραφείς αποβλέπουν στην εμπορικότητα.»

Αναφέρθηκαν διάφορες περιπτώσεις δημιουργών.

«Ο Σαμαράκης, π.χ., επεδίωξε μια τέτοια χαλιναγώγηση.»

Επεσήμανε επιτήδευση στον Γιώργο Χειμωνά: «Ανέβαινε στον άμβωνα κι έβγαζε λόγο.» Αλλά ξεχώρισε κάποια πρώιμα γραπτά του.

Σχολιάστηκε παρενθετικά η διαφορά ανάγνωσης-απαγγελίας. Καταδικάστηκε, με την ευκαιρία, η απαγγελία Καβάφη από την πολύ αξιόλογη Έλλη Λαμπέτη.

Η συζήτηση πήγε στο ζήτημα της αξιολογίας ως κύριας μέριμνας της κριτικής – και όχι της θεωρητικής μεσολάβησης ανάμεσα στα κείμενα και το κοινό.

«Σταδιοδρομούν οι “ξεκλειδωτές”…» (αναφορά στό βιβλίο τοῦ Τζέρεμι Χόθορν Ξεκλειδώνοντας τό Κείμενο). «Θα τη δεχόμουν τη θεωρία, αν δεν μπορούσε να εφαρμοστεί παρά μόνο στη λογοτεχνία, και όχι σε οποιοδήποτε κείμενο, λογοτεχνικό ή όχι.» Η ευκολία της διάδοσής της τον έκανε πολύ σκεπτικό. «Κι έπειτα, δεν μπορεί να συνεισφέρει στην αξιολογία.»

Εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του από την εφαρμογή της θεωρίας σε «προϊόντα που έτειναν να γίνουν λογοτεχνικά, αλλά δεν έγιναν». Αναγνώρισε ότι η καλύτερη προσπάθεια έγινε από τους φορμαλιστές και από την αγγλοσαξονική Νέα Κριτική. Έκανε λόγο και για ένα δοκίμιο του Tζ. Κ. Ράνσομ που λέει πολύ ωραία τι δεν είναι κριτική, αλλά στο τέλος δεν λέει τι είναι – σα να συμφωνεί, έτσι, με τον Ρολάν Μπαρτ που ομολόγησε ότι, «για την ώρα, δεν μπορούμε να συγκροτήσουμε επιστήμη της λογοτεχνίας».

«Δηλαδή είστε πιο κοντά στην ερμηνεία;» τον ρωτήσαμε.

«Ασφαλώς», απάντησε μονολεκτικά και απερίφραστα.

Άλλη ερώτηση: «Τελικά, είναι χρήσιμη η κριτική;»

«Ναι. Είναι πρακτικό ζήτημα. Τα βιβλία που παράγονται είναι πολλά και ο μέσος αναγνώστης νιώθει απληροφόρητος. Κανένας κριτικός δεν διαβάζει, βέβαια, όλα τα βιβλία. Μπορεί, όμως, να πάει σ’ ένα βιβλιοπωλείο και να δει. Και μπορεί από ελάχιστο δείγμα να ξεχωρίσει και να σταθεί προσεχτικότερα… Έπειτα, τι θα ήταν για μας ο Σολωμός, ο Καβάφης, χωρίς την κριτική;»

Εξέφρασε πάλι τη δυσαρέσκειά του με τις μικρότητες των ζώντων:

«Νέοι που γίνονται δεκτοί θερμά, αν συναντήσουν επιφύλαξη στο τέταρτο βιβλίο τους, αλλάζουν στάση. Ακόμα και σε επιστημονικά συνέδρια παρατηρείται σιωπή ως προς τους ζώντες… Η δημόσια εικόνα μάς κάνει διστακτικούς στις κρίσεις μας. Στα σεμινάρια χωρίς κοινό, ναί. Μου έτυχε κάποτε σε ένα νησί να λάβω μέρος σε τέτοια συνάντηση και εκεί ακούστηκαν καθαρές και κοινής αποδοχής εκτιμήσεις.»

Η συνάντηση έκλεισε όχι επειδή είχε εξαντληθεί το ενδιαφέρον της, αλλά γιατί η ώρα είχε παράσει.

Ο λόγος του κ. Αράγη ήταν προσεγμένος και συμπυκνωμένος. Φανέρωνε ότι έχει αναφερθεί σε τέτοια ζητήματα αρκετές φορές και ότι ήταν εγκρατής γνώστης των θεμάτων που συζητήθηκαν – ότι «ζούσε» μ’ αυτά.

Πριν αποχωρήσει χάρισε βιβλία του, και μάλιστα δυσεύρετα πια (εκτός εμπορίου), στη Βιβλιοθήκη του σχολείου.

Κωστής Παπαγιώργης: Μια Συνάντηση «εκτός Έδρας» στις 20 Μαρτίου

Την Τετάρτη 20 Μαρτίου η Λογοτεχνική Συντροφιά μας θα συναντηθεί με τον δοκιμιογράφο και μεταφραστή Κωστή Παπαγιώργη, αλλά όχι στη Βιβλιοθήκη του σχολείου και τις συνήθεις ώρες, μετά τη λήξη των μαθημάτων. Η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί εκτός σχολείου και περί τις 7,30΄ μ.μ. Πράγμα που απαιτεί συντονισμό, άδεια κηδεμόνων από όσους θέλουν να συμμετάσχουν και προγραμματισμό των υποχρεώσεών τους για εκείνο το βράδι. Αυτό και ζητήματα σχετικά με τον νέο θεματικό κύκλο «Νεανικές Ηλικίες στη Λογοτεχνία» θα συζητηθούν στην τακτική συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς την Τετάρτη 13 Μαρτίου στη Βιβλιοθήκη, ώρα 2,15΄ μ.μ.

Η Συνάντηση με τη Μαρία Μήτσορα στις 6 Μαρτίου

Την Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013 η συνάντηση με τη Μαρία Μήτσορα, στο πλαίσιο του δεύτερου φέτος θεματικού κύκλου «Νεανικές Ηλικίες στη Λογοτεχνία», έφερε κι άλλους καλεσμένους στο τραπέζι μας. Σημειώνουμε τον σκηνοθέτη, φωτογράφο και ποιητή Μιχάλη Αναστασίου (δικές του οι φωτογραφίες αυτής της συνάθροισης) και την ηθοποιό, ζωγράφο και συγγραφέα Ελεωνόρα Σταθοπούλου. Η συζήτηση επικεντρώθηκε σε ζητήματα γραφής και θεματολογίας της σύγχρονης πεζογραφίας μας, με εξακτινώσεις και σε διάφορα άλλα ζητήματα ενδιαφέροντος για τα μέλη της Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Εκτός από το φύλλο των «Συστάσεων» (βιοεργογραφικά στοιχεία), μοιράστηκαν κάρτες με αποσπάσματα από κείμενα της προσκεκλημένης συγγραφέως.

Μαρία Μήτσορα: Εργο-Βιογραφία

Πλακέτα

Ένας Νέος Θεματικός Κύκλος ξεκινά με τη Μαρία Μήτσορα στις 6 Μαρτίου

Ο δεύτερος θεματικός άξονας που θα απασχολήσει ως αφόρμηση διαλόγων τη Λογοτεχνική Συντροφιά στο υπόλοιπο του σχολικού έτους ορίζεται, με κάποια ευρύτητα: «Νεανικές Ηλικίες στη Λογοτεχνία». Εστιάζοντας στην εφηβεία κατά προτίμηση, θα περιλαμβάνει ένα φάσμα συναφών επιμέρους θεμάτων από την ιστορικότητα των ηλικιών και τα διαχρονικά τους γνωρίσματα ώς την αυτοβιογραφικότητα και τις φιγούρες εμβληματικών ηρώων και από τις παραστάσεις των φύλων ώς το μαγικό στοιχείο που διέπει τη νεανική σκέψη. Στο πλαίσιο της θεματικής αυτής πρώτη προσκεκλημένη μας, την Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013, στη Βιβλιοθήκη του σχολείου, και ώρα 14,15΄, θα είναι η συγγραφέας Μαρία Μήτσορα.

Στη συνάντηση αυτή θα έχουμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε και με τον συνεργάτη της, σκηνοθέτη του κινηματογράφου και φωτογράφο, Μιχάλη Αναστασίου, που συγκατατέθηκε να παραστεί. Οι Συναντήσεις του Ομίλου Λογοτεχνίας είναι ανοιχτές σε κάθε ενδιαφερόμενο.

Δημήτρης Αρμάος, Κριτήριον

Παρέμβαση κατὰ τὴ Συνάντηση τῆς Λογοτεχνικῆς Συντροφιᾶς στὸ 2ο Πρότυπο-Πειραματικὸ Γενικὸ Λύκειο Ἀθηνῶν μὲ τὸν Παναγιώτη Χοροζίδη (Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013)

Το κείμενο δημοσιεύεται στο περιοδικό ΔΙΧΩΣ ΟΝΟΜΑ

Ο Παναγιώτης Χοροζίδης με τη Λογοτεχνική Συντροφιά μας

Την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου η Λογοτεχνική Συντροφιά μας συναντήθηκε στη Βιβλιοθήκη του σχολείου με τον Παναγιώτη Χοροζίδη και η συζήτηση περιεστράφη, εύλογα, πρωτίστως γύρω από την ίδια την πράξη της μετάφρασης και την επικοινωνία μας με κείμενα από άλλες γλώσσες. Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την «Ανατομία της Μελαγχολίας» του Ρόμπερτ Μπέρτον διανεμήθηκαν σε κάρτες και διαβάστηκαν από τον προσκεκλημένο μας μεταφραστή της. Την ειδικότερη αφιέρωση της συγκεκριμένης συνάντησης στην εγκύκλια διευκρίνηση ότι «η μετάφραση βιβλίου δεν μοριοδοτείται» σχολίασε προς το τέλος παρέμβαση ενός από τους υπεύθυνους της διοργάνωσης. Με τη συνάντηση αυτή κλείνει ο κύκλος που αφιερώθηκε στο «Συμβόλαιο μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία» και μια συγκεντρωτική του θεώρηση θα παρουσιαστεί σε χρόνο εύθετο από τα μέλη της Λογοτεχνικής Συντροφιάς που την ανέλαβαν.

Παναγιώτης Χοροζίδης, Εργο-Βιογραφία

Πλακέτα

Top
...
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων