Όμιλος Λογοτεχνίας

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Γιώργο Κοζία στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»

Γράφει: η Ιωάννα Αλεξοπούλου

Μετὰ τὸ πέρας τῶν μαθημάτων τὴν Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου, παρ’ ὅλη τὴν κούραση τῆς ἡμέρας, μπήκαμε στὴν ὄμορφη βιβλιοθήκη τοῦ σχολείου μας, καί, ἕτοιμοι νὰ συγκεντρώσουμε ὅλη τὴν προσοχή μας, τὰ μάτια καὶ τὰ ἀφτιά μας στὸν καλεσμένο μας, τακτοποιηθήκαμε ἥσυχα στὶς θέσεις μας. Ὁ κ. Γιῶργος Κοζίας, περιμένοντας τοὺς καθυστερημένους, ξεκίνησε τὴ συνάντηση μὲ ἐρωτήσεις πρὸς τοὺς παρευρισκόμενους γιὰ τὶς ἀναγνωστικές μας προτιμήσεις. Πρῶτοι ἦρθαν οἱ Ρῶσοι πεζογράφοι. Συμφώνησε πὼς «ὕστερα ἀπὸ τὸν “Δὸν Κιχώτη” αὐτοὶ ὑπερέχουν. Καί, μετά, οἱ Γάλλοι τοῦ 19ου αἰώνα, μὲ μικρὲς διαφορές…» Ἐπισημάνθηκαν οἱ δυσκολίες τοῦ νὰ διαβάζει κανεὶς λογοτεχνία ἔχοντας νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς Πανελλήνιες Ἐξετάσεις. (Ὁ χρόνος δὲν εἶναι ποτὲ ἀρκετός, καὶ στοιχηματίζω ὅτι, καὶ 48 ὧρες τὴν ἡμέρα νὰ εἴχαμε, δὲ θὰ μᾶς ἀρκοῦσαν. Ὡστόσο, πιστεύω ὅτι πάντα μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ χρόνο γιὰ ἕνα βιβλίο. Κι αὐτὸ ἀξίζει τὸν κόπο: Ὅταν τελειώνουμε ἕνα βιβλίο, δὲν εἴμαστε οἱ ἴδιοι· κάτι μέσα μας ἔχει ἀλλάξει.) Προστέθηκαν κι ἄλλες πρόσφατες ἀναγνώσεις τῶν μελῶν τῆς Λογοτεχνικῆς Συντροφιᾶς. Ὁ «Γλάρος Ἰωνάθαν» τοῦ Richard Bach, ὁ Leo Buscaglia.

«Ἐμεῖς, στὸν καιρό μας, διαβάζαμε τὸ “Ἄκου, Ἀνθρωπάκο”», σχολίασε ὁ κ. Κοζίας.

Ἕνα ἀπ’ τὰ μέλη τῆς Λογοτεχνικῆς Συντροφιᾶς ἀποκαλύφθηκε ὅτι μόλις τὸ διάβαζε…

»Ἴδιο κίνητρο καὶ τότε καὶ τώρα: ἡ ἀναζήτηση τῆς ταυτότητας», παρατήρησε.

Στὸ μεταξύ, οἱ προσελεύσεις στὴ Βιβλιοθήκη ὁλοκληρώθηκαν καὶ ὁ προσκεκλημένος μας προέβη σὲ μιὰ σύντομη αὐτοπαρουσίαση. Πέρασε τὰ παιδικά του χρόνια στὴν Πάτρα ὅπου ζεῖ μέχρι καὶ σήμερα. Κατάγεται ἀπὸ μεσοαστικὴ οἰκογένεια καὶ ὁ πατέρας του ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ τὸν καθοδήγησε στὶς νεανικές του ἀναζητήσεις. Ἀρχικὰ εἶχε πάθος γιὰ τὴ ζωγραφική, ὥσπου νὰ ἔρθει στὰ δεκατέσσερά του χρόνια τὸ γράψιμο νὰ τὴν ἀντικαταστήσει. (Ἔτσι φαίνεται ὁ καλλιτέχνης. Ἔχει ἕνα μικρόβιο μέσα του ποὺ τὸν τρώει καὶ τὸν παρακινεῖ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ πολλὰ πράγματα, ὥσπου νὰ καταλήξει σὲ αὐτὸ ποὺ τὸν γεμίζει περισσότερο – ἐπὶ τοῦ προκειμένου, στὴν ποίηση.) Ἀναφέρθηκε στὴν τυπογραφία καὶ στὴ γοητεία ἀπὸ τὶς ἄλλες τέχνες. Στὶς πρῶτες δημοσιεύσεις του στὸν Πειραιά (ποὺ δὲν τὶς καταγράφει πιὰ στὸ βιογραφικό του), κι ἔπειτα στὸ «Δέντρο» καὶ στὴν «Εὐθύνη» – καὶ ποτὲ πιὰ ἔκτοτε (ὅλες οἱ ὑπόλοιπες εἶναι ἀναδημοσιεύσεις ἀπὸ τὰ βιβλία του).

«Ἡ τέχνη εἶναι πολυτέλεια τῆς ζωῆς», εἶπε κάποια στιγμή. «Κι ἐντούτοις, τὴ θεωρῶ σημαντικὸ πράγμα γιὰ τὴ ζωή.» Θύμισε ὅτι ἡ τέχνη εἶχε πάντοτε σχέση μὲ τὴν ἐξουσία, ἀκόμα καὶ

μετὰ τὴ δημοκρατικοποίηση τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν. «Πολλὲς φορὲς δὲν ἴσχυε αὐτό», παρατηρήθηκε ἀπὸ μέλος τῆς συντροφιᾶς, μὲ παράδειγμα τοὺς ζωγράφους ποὺ πέθαναν φτωχοί. Συμφώνησε. «Ὑπῆρχε πάντα μιὰ μεγάλη τέχνη ποὺ δὲν προβαλλόταν.» Ἔφερε παράδειγμα τὶς ἀφρικανικὲς μάσκες ποὺ ἀνακάλυψε ὁ Picasso καὶ ἡ γενιά του. «Ἡ τέχνη ὅμως ἦταν γενικὰ στὰ χέρια τῶν λίγων, μὲ τὴν ἐξαίρεση τῆς δημοτικῆς δημιουργίας, ποὺ εἶναι πηγὴ κάθε ἔντεχνης.» Καὶ ἀνέτρεξε στὸν τρόπο ποὺ καὶ ὁ ἴδιος τὴν ἐμβολίασε στὴν ποίησή του («Κεφάλι ποῦ ’ναι τὸ κορμί / Κορμὶ ποῦ ’ναι τὰ χέρια;»). «Ἀπὸ κεῖ ἀρδευόμαστε ὅλοι», κατέληξε, παραπέμποντας στὸ παράδειγμα καὶ στὶς ὑποθῆκες τοῦ Ε.Χ. Γονατᾶ καὶ τοῦ Σπύρου Τσακνιᾶ, ποὺ γνώρισε στὶς ἐκδόσεις Στιγμή: «Ὑπάρχει μιὰ συνέχεια σ’ ὅλα αὐτά.».

Ἔπειτα, ἀπὸ τὶς κάρτες ποὺ εἶχαν διανεμηθεῖ, διάβασε τὴν «Ὡραία Ἄμπελο» (ἀπὸ τὸν «41ο Παράλληλο» τοῦ 2012). Καὶ σχολίασε: «“Ἄμπελος”, ἀπὸ τὸ δημοτικὸ τραγούδι. Ἐμμονὴ σὲ σπαραγμένες, τρελὲς εἰκόνες.» Συνέχισε: «Τίποτα δὲν πάει μπροστὰ ἂν δὲν πάρουμε στοιχεῖα ἀπὸ τὰ πίσω. Ἔτσι ἔκαναν κι ὁ Ἐγγονόπουλος κι ὁ Ἐμπειρῖκος καὶ ὁ Καβάφης – ποὺ ἐκ πρώτης ὄψεως μοιάζει σὰν νὰ μὴν κοίταξε ποτὲ γύρω του καὶ πίσω, κι ὅμως εἶναι γεμάτος ἀπὸ μνῆμες τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ.» Διάβασε ἕνα ποίημά του ἀκόμη πιὸ χαρακτηριστικὸ γιὰ τὴ συνομιλία του μὲ τὸ δημοτικὸ τραγούδι, το «Ρόδο μου Κόκκινο» (ἀπὸ τὸν «Κόσμο Χωρὶς Ταξιδιῶτες» τοῦ 2007). «Στὸ παιχνίδι αὐτὸ μπαίνει βεβαίως καὶ ἡ ἔντεχνη παράδοση.» Ὡς παράδειγμα τέτοιου εἴδους διακειμενικότητας ἔφερε τὴν «Ἐξιλέωση (παρωδία)» (ἀπὸ τὴν ἴδια συλλογή):

Ἡ γυναίκα γεννάει ἕνα αὐγό.

Οἱ μαιευτῆρες τὸ τοποθετοῦν σὲ θερμοκοιτίδα.

Παροτρύνουν τὴ μητέρα νὰ καθίσει πάνω του.

Ἐρωτεύεται τὸ αὐγό.

Τοῦ δίνει ὄνομα. Τὸ ταΐζει. Τὸ στολίζει.

Μένει ἀπαράλλαχτο.

Δὲν ἔχει μέλη γιὰ νὰ κινηθεῖ.

Οὔτε φωνὴ γιὰ νὰ κλάψει.

Ἡ γυναίκα ἀπ’ τὴ στενοχώρια της καίγεται

στὸν πυρετό. Τέλος ἀποθνήσκει.

Στὴν κηδεία τὸ αὐγὸ τρέχει γύρω

ἀπὸ τὸ φέρετρό της. Εὐτυχισμένο.

Ἄδειο!

Μᾶς πληροφόρησε ὅτι σὲ αὐτὸ τὸ ποιήμα ἔχουν ἰδιαίτερη ἀδυναμία οἱ γυναῖκες καὶ ὅτι ἀφετηρία του ἦταν τὸ διάβασμα ἑνὸς βιβλίου κάποιου νέγρου συγγραφέα, ποὺ δὲν θυμόταν πιά (πρόκειται ὅμως γιὰ τὸ «Σβήσιμο» τοῦ Πέρσιβαλ Ἔβερετ). Ἐκεῖ προτεινόταν ἡ ἀρχὴ αὐτῆς τῆς ἱστορίας ὡς ἰδέα γιὰ διήγημα. Βεβαίως, ἡ ἐξέλιξη εἶναι τελείως διαφορετικὴ στὸ ποίημα. Ἔγινε μιὰ ἀναδημοσίευση τῶν πρώτων στίχων τοῦ ποιήματος ἀπὸ τὴ Λώρη Κέζα χωρὶς τὸν ὑπότιτλο. Ἴσως γι’ αὐτό, ἡ μεταφράστρια ἐκείνου τοῦ βιβλίου (ἡ Χίλντα Παπαδημητρίου) τὸν κατηγόρησε γιὰ «λογοκλοπή». Καὶ χωρὶς τὴν εἰδοποίηση τοῦ ὑποτίτλου, δὲν θὰ εἶχε δίκιο – ἀλλά, βέβαια, δὲν εἶχε σφαιρικὴ ἀντίληψη τοῦ κειμένου. Συμφωνήσαμε ὅλοι ὅτι ἡ δημιουργικὴ ἀξιοποίηση μιᾶς ἰδέας παράγει νέο ἔργο. Κατόπιν, συζητήθηκε τὸ θέμα τοῦ ποιήματος καὶ ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο διατυπώθηκαν ἑρμηνεῖες διαφορετικὲς ἀπὸ τὶς δικές του. Τὶς δέχτηκε μὲ εὐχαρίστηση.

Στὴ συνέχεια στράφηκε σὲ ἄλλα ποιητικὰ ζητήματα. Ἐπιδίωξή του, εἶπε ὁ κ. Κοζίας, εἶναι ἡ συντομία. «Ὄχι ἐπικὰ ποιήματα. Δὲν ταιριάζουν στὸν καιρό μας. Μιὰ ἔκλαμψη! Τὸ ποίημα πρέπει νὰ σὲ πιάνει ἀπὸ τὸ λαιμό.» «Ἑπομένως, κάπου λαμβάνετε ὑπόψη σας τὸν ἀναγνώστη», παρατηρήθηκε, κι ἔτσι γυρίσαμε πάλι στὸν θεματικό μας κύκλο «Τὸ Συμβόλαιο μεταξὺ Πομποῦ καὶ Δέκτη στὴ Λογοτεχνία».

«Ναί», ἀπάντησε ἀπερίφραστα. Καὶ συνέχισε μὲ ἄλλες δύο δεσμεύσεις του: «Πορεία μὲ ἀρχή, μέση καὶ τέλος, καὶ ἔξοδος μὲ ἔκπληξη, ἀλλὰ ὄχι μὲ σαφήνεια.»

«Γιατί ὄχι μεγάλες συνθέσεις;» ἔπεσε ἡ ἐρώτηση.

«Διότι βασίζονται σὲ μεγάλα ὁράματα. Τὰ μεγάλα ὁράματα γίνονται μὲ τὸ χρόνο μηδέν.»

Ἐπανῆλθε ἀρκετὲς φορὲς στὴν ἀξίωσή του γιὰ κυριαρχία τῶν εἰκόνων στὸ ποίημα:

«Γράφοντας, ἔχω συγκεκριμένες ἰδέες. Ἱστορίες. Ἔχω μιὰ σταθερὴ παράσταση τοῦ κόσμου, τρελοῦ, σπαραγμένου, ἀλλόκοτου.»

Ἕνα ἄλλο σημεῖο τῆς αὐτοπαρουσίασής του: «Μοῦ ἄρεσαν οἱ μεταμορφώσεις. Ἰδίως γυναικῶν. Ἦταν φίλες αὐτὲς ποὺ σκεπτόμουν. Τὸ ἔχω παρατηρήσει, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔχω ἐξηγήσει.»

Ἐρώτηση: «Αὐτὲς οἱ γυναικεῖες φιγοῦρες μεταμορφώνονται σὲ ἀγαθὰ ὄντα;»

«Ναί, συνήθως. Ἢ ἀκατανόητα.»

Ἔφερε ὡς παράδειγμα τὸν «Πόθο» (ἀπὸ τὸν «41ο Παράλληλο» ἐπίσης). Πηγή του, ἡ «Ἱστορία ἑνὸς Αἰχμαλώτου» τοῦ Στρατῆ Δούκα. Συνδυάζεται μὲ τὴν ἁπλὴ ἰδέα νὰ κατανικᾶ κανεὶς τὴ μελαγχολία του μὲ τὸ νὰ ντύνεται καὶ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ σπίτι του. Συζητήθηκε ἡ σχέση ἔρωτα καὶ πόθου. Τόνισε ὅτι ἐδῶ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐκμηδενίσει τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσά τους ἢ καὶ νὰ ἀντιστρέψει τὴ μεταξύ τους ἀξιακὴ σχέση. Σὲ συνάρτηση μὲ τὸ θέμα, διάβασε ἄλλο ἕνα ἐρωτικὸ ποίημα, τὸ «Μαγικὸ Δέρμα» (ἀπὸ τὴν ἴδια συλλογή), σχολιάζοντας τὴν εἰκονοπλασία του: «Θέλω νὰ εἶναι ἄναρχες οἱ εἰκόνες», εἶπε. «Νιώθω κι ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι ἕνας “τρελὸς ποιητής”. Πρέπει πνευματικὰ νὰ παραμείνω ἔφηβος.»

Μὲ τὴν εὐκαιρία, διάβασε τὸ «Θηριοτροφεῖο» καὶ μνημόνευσε τὸν Ἀρθοῦρο Ρεμπό – «τὸν ποιητὴ τῆς νεότητας!» Καὶ συμπλήρωσε, σχολιάζοντας τὸ ποίημα: «Κάτι σκοτώνουμε γιὰ νὰ ἐνηλικιωθοῦμε. Συνήθως γονεῖς. Κάποιος ποὺ δὲν τὸ ἔκανε ἔγκαιρα κατέστρεψε τὴ χώρα…»

Ἔπειτα διάβασε τὸ «Φρέαρ τῆς Βαβέλ» (ἀπὸ τὸ «Πεδίον Ρίψεων» τοῦ 2001). Πιστοποίησε ὡς πηγὴ ἔμπνευσής του τὸ «Παλάτι τοῦ Ἅδη» στὸν Ἀχέροντα, ποὺ ἔχει ἐπισκεφθεῖ πολλὲς φορές. Ἄλλα διάβασματά του στὴ συντροφιά μας: ἡ «Ἀγριοτριανταφυλλιά» (μὲ πραγματικὸ κίνητρό του ἕνα ἐξαίρετο πλάσμα ποὺ πέρασε τρία νεανικά του χρόνια ἀπὸ πολὺ σκληρὰ ναρκωτικά) καὶ οἱ «Ἀρραβωνιασμένες» (μὲ θέμα τὴν Πούλια καὶ τὸν Αὐγερινό). Τέλος, οἱ «Μαριονέτες Α.Ε. (Κωμειδύλλιο)» ποὺ προέκυψαν ἀπὸ μιὰ σχεδὸν ἐνστικτώδη ἀντίδρασή του στὸν κομφορμισμὸ τῆς γύρω του ζωῆς. Ἀνέγνωσε κι ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ σχετικὸ σχόλιο τοῦ Βαγγέλη Χατζηβασιλείου. Στὴ «μπυραρία τῶν καταθλιπτικῶν» μᾶς ἐνημέρωσε ὅτι ἔκλεισε μιὰ καταγγελία του γιὰ τὶς καταχρήσεις, ἀναγνωρίζοντας: «Κακὰ τὰ ψέματα: ἡ τέχνη εἶναι καὶ γιατρειά.»

Ρωτήθηκε ἂν ἀποτελοῦσε συνειδητή του ἐπιλογὴ ὁ ὑπερρεαλισμὸς ποὺ διαποτίζει τὰ κείμενά του.«Συμπάθεια πιὸ πολὺ γιὰ τὸ παράλογο ἢ τὸ ὑπέρλογο στοιχεῖο. Ἀλλά, βέβαια, ἡ ποιητικὴ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ διατηρεῖ τὴν ἐπικαιρότητά της.»

Ἀναπόλησε τὴν ἐφηβεία του, ποὺ κύλησε μὲ διαβάσματα μοντερνιστῶν. Ὅταν γνωρίστηκε μὲ τὴν Ἕλλη Ἀλεξίου, ἄκουσε μὲ ἔκπληξη τὴν κρίση της γιὰ τὰ πρῶτα του γραπτά: «Ταλαντοῦχος, ἀλλὰ τοῦ λείπει ἡ γνωριμία μὲ τοὺς κλασικούς.»

«Ἔκανα τότε παύση. Καὶ ξαναγύρισα μετὰ ἀπὸ καιρὸ σ’ αὐτὰ ποὺ προτιμοῦσα.»

Σ’ αὐτὸ τὸν ὁδήγησαν βαθύτερες ἐπιλογές: «Δὲν θέλω ἡ ποίηση νὰ φιλοσοφεῖ καὶ νὰ δίνει λύσεις. Δὲν συμπαθῶ, ἐπίσης, τὴν ἰσχυρὴ παρουσία τοῦ λυρικοῦ Ἐγώ – μοῦ τὸ ἔχουν ἐπισημάνει καὶ οἱ κριτικοί. Βρίσκω, μάλιστα, πολλὴ αὐτοαναφορικότητα στὴ σύγχρονη πεζογραφία. Μπορεῖ γι’ αὐτὸ νὰ φταῖνε οἱ γυναῖκες…». Ἐξήγησε τί ἐννοοῦσε μὲ τοῦτο τὸ τελευταῖο, ἐξιστορώντας μιὰ συνάντηση τοῦ Αἰμίλιου Καλιακάτσου, ἐκδότη τῆς Στιγμῆς, μὲ τὸν Θανάση Καστανιώτη. «Δὲν πᾶνε καλὰ τὰ πράγματα, ἀκόμα καὶ μὲ τὴν πεζογραφία», ἐκμυστηρεύεται ὁ Καστανιώτης. Καὶ ὁ Καλιακάτσος: «Μὰ σὲ ὅποια γυναίκα περνοῦσε ἀπ’ ἔξω τῆς λέγατε νὰ μπεῖ μέσα…». Ἔγιναν κάποια σχόλια, ὄχι καὶ πολὺ αἰχμηρά, γιὰ τὸ πνεῦμα τῆς στιχομυθίας.

Ἐπαναφορὰ στὶς προτιμήσεις τῆς ποιητικῆς του: «Τὸ ὀνειρικὸ στοιχεῖο, π.χ., δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ φιλοσοφεῖ ἢ νὰ κάνει τὸ γιατρό.»

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Σολωμὸ καὶ τὸν Καβάφη, ἀναγνώρισε τὶς ὀφειλές του στὸν Μίλτο Σαχτούρη καὶ στὸν Ἀντρέι Ταρκόφσκι (πού, κατὰ τὸν Ἴνγκμαρ Μπέργκμαν, «ἔκανε τὸ ὄνειρο Τέχνη»). Προέβη σὲ μιὰ σύντομη ἀναδρομὴ σὲ κορυφαίους ὑποστηρικτὲς τοῦ ὀνείρου, ὅπως ὁ Ἀκίρα Κουροσάβα, ὁ Πέδρο Καλντερόν, ὁ Ζερὰρ ντὲ Νερβάλ – καὶ θυμήθηκε τὴν περίφημη φράση ἀπὸ τὴ «Ρωμαϊκὴ Ἀγορά» (ἕνα πολιτικὸ ὄνειρο): «δικό μας τὸ ἐμπόρευμα, δική σας ἡ τιμή». «Ἂν ἔτσι εἶχε ἀπαντήσει τὸ πολιτικό μας προσωπικό», ἀπόσωσε, «μπορεῖ καὶ νὰ εἴχαμε σωθεῖ.»

Ἡ τελευταία νύξη ἔφερε τὴν παρατήρηση: «Δὲν φαίνεται νὰ ἀντανακλᾶ τὴ δημόσια δράση σας ἡ ποιητικὴ ποὺ μᾶς ἐκθέτετε.»

«Ἔτσι ἀντιλαμβάνομαι τὴν πολιτική», ἦταν ἡ ἀπάντησή του.

Σύντομα ἡ συζήτηση ἔφτασε στὴν ἐπικαιρότητα. «Κακῶς αὐτὸ τὸ ἀποκαλοῦμε “κρίση” – εἶναι “καταστροφή”. Ὁπωσδήποτε χρειάζεται νὰ φερθοῦμε μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ νὰ ἔχουμε ἀλληλεγγύη (“δεῖξις ἀγάπης”)… Ἂς ξεκαθαρίσουμε τί θέλουμε σὲ ἐπίπεδο προσωπικῆς ζωῆς: δαπανηρὰ πράγματα ἢ χαρὲς τῆς ζωῆς; Ὅλα χρειάζονται, ἀλλὰ πρέπει νὰ ποῦμε τί θέλουμε νὰ κάνουμε. Κανεὶς δὲν λέει, δὲ μιλάει ἀνοιχτά. Πανεπιστημιακὸς δάσκαλος μοῦ ἔλεγε τὶς προάλλες: “Ὑπομονή!” Τί ὑπομονή; Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ πράγματα τώρα, ὄχι στὸ μέλλον.» Καὶ μνημόνευσε

τὸ παροιμιῶδες: «Τὸ δάκρυ πήζει, γίνεται νησί!»

«Γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, θέλετε ν’ ἀλλάξει ὁ κόσμος ἢ νὰ πάει λίγο πρὸς τὸ “καλύτερο”;»

«Ἀνατροπή! Αὐτὸ θέλω.»

«Μόνο ποὺ δὲν ἀρκοῦν τὰ λόγια.»

«Ὄχι, δὲν ἀρκοῦν. Θέλω κι ἐγὼ νὰ τὸ ζήσω.»

Τὸ κλείσιμο ἔγινε σὲ αἰσιόδοξο κλίμα, μὲ ἀναφορὲς στὶς ἀπροσδόκητες κοινωνικὲς ἐπαναστάσεις καὶ στὴ σημασία τῶν τεχνολογικῶν ἀλλαγῶν. Πρὶν ἀποχωρήσει ὁ κ. Κοζίας ὑπέγραψε βιβλία του ποὺ χάρισε στὴ Βιβλιοθήκη μας.

Τὰ ποιήματά του, γεμάτα ἀπὸ γλαφυρὲς περιγραφές, γεμάτα εἰκόνες. Μοῦ θύμισε τὸ εἶδος τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀρέσουν στὸν Leo Buscaglia, αὐτοὺς ποὺ ζοῦν τὴν κάθε στιγμή, ποὺ εἶναι ἐρωτευμένοι μὲ μιὰν ἰδέα ἢ μὲ ἕνα λουλούδι, ποὺ δὲ φτάνουν στὴ στιγμὴ τοῦ θανάτου γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν πὼς δὲν ἔχουν ζήσει. Διέκρινα μιὰ ἰδιαίτερη ἀγάπη πρὸς τὴ φύση καὶ ἰδιαίτερα πρὸς τὰ ἄνθη τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται σὲ πολλὰ ἀπὸ τὰ ποιήματά του. Αὐτὸ ποὺ προσωπικὰ μοῦ ἄρεσε στὸν ποιητὴ αὐτὸν ἦταν τὸ ὅτι ἦταν ἀληθινὸς καὶ ὄχι «δῆθεν». Δυστυχῶς, σήμερα συναντᾶμε πολλοὺς δῆθεν-ἀνθρώπους καὶ αὐτὸς δὲν ἦταν ἕνας ἀπὸ τὴν κατηγορία τους. Τῶν δῆθεν «κουλτουριάρηδων», γιὰ τὸ θεαθῆναι, τῶν δῆθεν ταπεινῶν. Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους πραγματικούς, ἀληθινούς, ποὺ νὰ σὲ κοιτᾶν στὰ μάτια. Ἀνθρώπους μὲ ὅλα τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς ἰδιοτροπίες τους. Στὸ κάτω-κάτω, ἄνθρωποι δὲν εἴμαστε;

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων